Banner Top
Banner Content

Έφυγαν τα τρία πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 και μπήκαμε αισίως στο 1993, όπου παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος του αφιερώματος σ’ εκείνη τη χρονιά. Πάντα με αλφαβητική σειρά και πάντα ζυγίζοντας τις αντιδράσεις όταν βγήκαν οι δίσκοι και τώρα που έχουμε μία σαφώς πιο ολοκληρωμένη άποψη για κάθε κυκλοφορία. Όπως πάντα, πολλοί και σπουδαίοι δίσκοι, οι πιο ακραίες μορφές του met­al όμως, έχουν την τιμητική τους, σαφώς, αφού βγήκαν κορυφαίες δουλειές, ιδιαίτερα στο death met­al. Πάρτε το χρόνο σας, θυμηθείτε και ανακαλύψτε μερικά άλμπουμ που σημάδεψαν τη δεκαετία.


ACCEPT – “Objec­tion over­ruled” (RCA/BMG)

Το 1993 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά για το παραδοσιακό hard rock & heavy met­al. Ουσιαστικά ήταν η δεύτερη χρονιά της παγκόσμιας κυριαρχίας του εναλλακτικού ήχου και του grunge κινήματος με τη διαφορά ότι το 1992 ακόμη έκαναν επιτυχία –έστω και μικρότερη- ορισμένα συγκροτήματα των 80s ενώ κυκλοφορούσαν ακόμη δίσκοι στο γνώριμο ύφος της προηγούμενης δεκαετίας. Το 1993 ήταν όμως μία άλλη, τελείως διαφορετική χρονιά με τεράστιες αλλαγές στη μουσική βιομηχανία. Και όμως μέσα σε αυτό το τοπίο της απόλυτης επικράτησης των NIRVANA, PEARL JAM, SOUNDGARDEN, ALICE IN CHAINS, FAITH NO MORE κτλ. σκάει η είδηση της επιστροφής του Udo στους ACCEPT σκορπίζοντας χαμόγελα σε όλους τους met­al fans ανά τον κόσμο. Μην ξεχνάμε ότι από την ημέρα της αποχώρησης του μέχρι το 1993, ο Στρατηγός είχε κυκλοφορήσει 4 (!) πάρα πολύ καλούς δίσκους με τους U.D.O. ενώ οι ACCEPT μόλις έναν, ο οποίος μάλιστα ήταν τελείως παράταιρος και κατώτερος του ονόματος που κουβαλούσε το Γερμανικό μεγαθήριο.
To “Objec­tion over­ruled” είναι ένας σπουδαίος δίσκος στο κλασικό ύφος των ACCEPT. Ένας δίσκος που μέχρι σήμερα συγκαταλέγεται δικαίως στις κλασικές στιγμές της μπάντας και συνεχίζει και κάνει περήφανους όλους τους οπαδούς των ACCEPT αφού αποτελεί τη φυσική συνέχεια του “Russ­ian roulette”. Ένα άλμπουμ με όλα τα κλασικά riffs του Hoff­mann πάνω στον οποίο έπεσαν όλα τα βάρη των κιθαριστικών καθηκόντων αφού δυστυχώς ο Jorg Fis­ch­er δεν επέστρεψε μαζί με τον Στρατηγό. Και όμως τολμώ να πω ότι το κενό δεν φάνηκε ούτε κατ’ ελάχιστο! Και οι 11 συνθέσεις της κανονικής έκδοσης είναι αψεγάδιαστες με το ομώνυμο κομμάτι, το “I don’t wan­na be like you”, “Sick, dirty and mean” να ξεχωρίζουν με τη μία και τη μπαλάντα “Amamos la vida” να αποτελεί το απόλυτο high­light του δίσκου. Δυστυχώς η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, τα γνωστά προβλήματα ανάμεσα στον Στρατηγό και τους Hoffmann/Baltes επανεμφανίστηκαν και οι δύο επόμενοι δίσκοι ήταν σαφώς κατώτεροι (αν αι προσωπικά γουστάρω πολύ το “Death row” και ας μην είναι κλασικό ACCEPT).
Σάκης Νίκας

 


AEROSMITH – “Get a grip” (Gef­fen)

Έχουν περάσει 4 χρόνια από το επιτυχημένο “Pump” και το πρώτο πράγμα που ακούς είναι τον Steven Tyler να ραπάρει και κάποια sam­ples του “Walk this way” στην εισαγωγή του δίσκου, οπότε σου σηκώνεται το μάτι και στραβομουτσουνιάζεις. Όμως οι AEROSMITH στα υπόλοιπα 63 λεπτά του “Get a grip” όχι απλά σε αποζημιώνουν, όχι μόνο σου αλλάζουν άποψη, αλλά σε κάνουν να υποκλιθείς στο άλμπουμ που έμελλε να γίνει το πιο εμπορικά επιτυχημένο της καριέρας τους. Από το “Eat the rich” καταλαβαίνεις την εξέλιξή τους, με επιθετικό ύφος, αλλά με όλα τα διαχρονικά τους χαρακτηριστικά. Τσαχπινιά, φοβερές κιθάρες, σύγχρονες κιθάρες αλλά τραγούδια βουτηγμένα στο rock n’ roll των ROLLING STONES και YARDBIRDS με το δικό τους boo­gie και στημένα σε μια απίστευτη παραγωγή. Δεν νομίζω να έχει γράψει άλλωστε ο Tyler τόσους πολλούς στίχους για ένα άλμπουμ, αλλά υπάρχουν τόσες αξιόλογες γραμμές στο άλμπουμ, που θα αρκούσαν σε άλλους για 5 άλμπουμ! Αλητείες και στις κιθάρες του Joe Per­ry που θυμίζουν τις ρίζες τους στο “Got­ta love it”, τα 12άμετρα του Tom Hamil­ton στο “Fever” ή το ντέφι που χρησιμοποιεί ο Joey Kramer συχνά πυκνά, ακόμα και το μαντολίνο του Tyler στο “Livin’ on the edge” είναι ανάμεσα στα high­lights του δίσκου. Το 11ο άλμπουμ των AEROSMITH, έχει μεγάλη ποικιλία, (αν και κάποιοι το θεωρούν ελάττωμα) με την μπάντα και πάλι να επενδύει σε εξωτερικούς συνεργάτες στην σύνθεση, με τον Steven Tyler να το σιχαίνεται αλλά και να το αποδέχεται: Jim Val­lance, Desmond Child, Lenny Kravitz, Jack Blades, Tom­my Shaw και άλλοι. Βέβαια, οι μπαλάντες του, το έκαναν τεράστιο, ενώ και τα βίντεο ξυπνούσαν όλες τις εφηβικές… ανησυχίες εν καιρώ Bev­er­ly Hills 90210, με πρωταγωνίστριες την Ali­cia Sil­ver­stone και την Liv Tyler. Όσο κι αν αυτά, τσαλάκωσαν το rock image τους, σίγουρα δεν έβλαψαν την τσέπη τους. Τραγούδια όπως το “Amaz­ing”, “Shut up and dance”, “Livin’ on the edge”, “Cryin’”, “Crazy” και “Eat the rich” εμφανίζονται εδώ και γίνονται κλασικά, με το άλμπουμ να είναι το πρώτο που φτάνει στην κορυφή των Αμερικάνικων charts και τους AEROSMITH να φαίνονται ανεπηρέαστοι από την στροφή προς την grunge μόδα. Tα 14 (ή 15) τραγούδια του, το έκαναν το πρώτο διπλό LP τους. Και η αυτοκρατορία της Βοστώνης συνεχίστηκε
Γιώργος “Boo­gie man” Κουκουλάκης

ANACRUSIS — “Screams and whis­pers” (Met­al Blade)
1993 και τα πάντα στον παγκόσμιο met­al χάρτη, είναι ρευστά. Είδη πάνε και έρχονται, μόδες ανυψώνονται και συνθλίβονται με μέγα κρότο. Μέσα σε όλα αυτά, κάποιοι «ιδιαίτεροι» μουσικοί τραβούν τον δικό τους, δύσβατο για τους περισσότερους δρόμο. Οι ANACRUSIS, που με το “Suf­fer­ing hour” είχαν ήδη αφήσει το αποτύπωμά τους στην thrash σκηνή, στο “Rea­son” «στρίβουν το πηδάλιο» και ανοίγουν πανιά προς μέρη και πελάγη άγνωστα, εν πολλοίς ανεξερεύνητα και επικίνδυνα! To “Man­ic impres­sions” εντυπωσιάζει όσους (λίγους) τόλμησαν να το ακούσουν με την δέουσα προσοχή, ενώ το “Screams and whis­pers” «κλέβει» κάθε λέξη από το στόμα του αποσβολωμένου ακροατή. Tech thrash, το είπαν, και είχαν δίκιο. Αλλά, άκουγες τόσα πράγματα μέσα από την μουσική τους, πράγματα ετερόκλητα, πού θα μπορούσες απλά να τους χαρακτηρίσεις ως “pro­gres­sive μουσική” και να είσαι απόλυτα ακριβής και αλάνθαστα περιγραφικός. Thrash, prog, uspm, avant-garde, μια απίστευτη obscure-ίλα, βιομηχανική αισθητική, μαυρίλα, dark wave, goth­ic… όλα σε ένα (1) στριφνό, βιτριολικό μείγμα, δημιούργημα του κιθαρίστα/τραγουδιστή Kenn Nar­di, μιας μουσικής ιδιοφυίας από αυτές τις σπάνιες, τις μοναδικές σχεδόν. Παράνοια και περφεξιονισμός, ισορρόπησαν τέλεια στο “Screams and whis­pers” με έναν τρόπο που μόνο από μπάντες όπως οι θεοί CORONER είχαμε μάθει πως γίνεται. Το ότι περιόδευσαν με τους DEATH όταν αυτοί είχαν κυκλοφορήσει το “Indi­vid­ual thought pat­terns”, τα λέει όλα.
Δημήτρης Τσέλλος

 


ANATHEMA – “Ser­e­nades” (Peaceville Records)
Η Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν αδιαμφισβήτητα η «μητέρα» του death/doom met­al, αφού οι PARADISE LOST με τα “Lost par­adise” και “Goth­ic” και οι MY DYING BRIDE με το “As the flower with­ers” είχαν κάνει το μπαμ με τον συγκεκριμένο ήχο. Το 1992 επίσης, η νεαρή μπάντα από το Liv­er­pool, ANATHEMA, είχε κάνει το ντεμπούτο της με το θρυλικό EP “The crest­fall­en”, για να επιστρέψει ένα χρόνο αργότερα με το “Ser­e­nades”. Όπως και οι δυο προαναφερθείσες μπάντες, έτσι και αυτοί ανήκαν στην αγαπημένη Peaceville Records, η οποία είχε μαζέψει όλες τις πρωτοπόρες μπάντες του ήχου. Με τον παραγωγό του “Lost par­adise” πίσω από τη κονσόλα, Paul Halmshaw, παράγουν έναν αρκετά παρόμοιο ήχο με το ντεμπούτο των PARADISE LOST. Ήταν ο πρώτος και τελευταίος full length δίσκος της μπάντας, στον οποίο είχαν front­man των Dar­ren White, με τα χαρακτηριστικά bru­tal φωνητικά, με το απίστευτο βάθος, αφού μετά το EP του 1995 “Pen­te­cost III” αποχώρησε, για να αναλάβει ο μέχρι τότε κιθαρίστας της μπάντας Vin­cent Cavanagh. Ο Vin­cent μαζί με τον αδερφό του Daniel, έκαναν ένα τρομερό δίδυμο στις κιθάρες, με τα αργόσυρτα riffs και τα ψυχαναγκαστικά lead σημεία. Το rhythm sec­tion με τον μέχρι σήμερα ντράμερ της μπάντας John Dou­glas και τον πολύ Dun­can Pat­ter­son συμβάλουν τα μάλα στην βαρύγδουπη ατμόσφαιρα του δίσκου. Αν και προσωπικά είμαι οπαδός της μετά «The silent enig­ma” εποχής, οφείλω να αναγνωρίσω την επιρροή που είχε και αυτή η μπάντα σε μπάντες του είδους, παρόλο που στη πορεία άλλαξε ριζικά. Ο συγκεκριμένος δίσκος άφησε το στίγμα του στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τραγούδια που ακόμα λατρεύονται, όπως το αγαπημένο και πιο αρεστό στους πιο light οπαδούς της μπάντας, “Sleep­less”, καθώς και τo “Sweet tears”. Το “Ser­e­nades” ήταν η αρχή της καθολικής αναγνώρισης της μπάντας, που τόσο λατρεύτηκε στην χώρα μας, ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη δεκαετία.
Γιώργος Δρογγίτης

 


ANGRA – “Angels cry” (Dream Cir­cle / LMP)

O Limb Schnoor έχει να περηφανεύεται πως ήταν ο πρώτος man­ag­er των HELLOWEEN, αλλά κι αυτός που ανακάλυψε τους ANGRA, των οποίων το demo κυκλοφόρησε τότε. Βέβαια, από τις πρώτες ηχογραφήσεις για την κασέτα αυτή, μέχρι το “Angels cry” που ηχογράφησαν στα Hansen stu­dios, υπό την καθοδήγηση του Char­lie Bauer­feind ο οποίος ήταν το πιο δυνατό όνομα στην Γερμανική pow­er met­al σκηνή, η μπάντα έκανε μεγάλη πρόοδο. Στο Αμβούργο χρειάστηκε να δουλέψουν υπερ-αρκετά, σε δύσκολες συνθήκες και με συγκρούσεις, μέχρι το ντεμπούτο τους να ολοκληρωθεί. Ο Sascha Paeth, συμπαραγωγός στο άλμπουμ, κράτησε τις ισορροπίες και αφομοιώθηκε ως ο κοντινός τους σύμβουλος της μπάντας. Το αποτέλεσμα, φανερώνει ένα νεαρό συγκρότημα με πολύ πάθος για pow­er met­al, με όρεξη για καινοτομίες, αγάπη για κλασική μουσική και απίστευτη αίσθηση της μελωδίας. Οι ANGRA είναι το πρώτο συγκρότημα που ακούσαμε από την Λατινική Αμερική, που συνειδητά προσπάθησε να μπολιάσει το pow­er με μουσικά στοιχεία της κουλτούρας του, όπως και οι SEPULTURA στον πιο ακραίο ήχο. Αυτή η φρεσκάδα σε συνάρτηση με τις καλογραμμένες συνθέσεις, αλλά και την έξαρση στην δημοτικότητα του ιδιώματος, οδήγησε τους ANGRA στο να κάνουν αίσθηση. Ακούγοντας το “Time” ή το “Evil warn­ing” το συνειδητοποιείς εύκολα. Εκτός από το ασταμάτητο καλπασμό του “Car­ry on”, ενός από τα καλύτερα τραγούδια στο χώρο, υπάρχουν πιο παραδοσιακές δομές όπως στο “Streets of tomor­row” ή το “Angels cry”. Ο Rafael Bit­ten­court ήταν υπεύθυνος για την μουσική τους ταυτότητα και σύμμαχο στην κιθάρα είχε τον ταλαντούχο Kiko Loureiro με τον οποίο δημιούργησαν ένα δίδυμο αντάξιο των Weikath/Hansen. Γράφοντας το “Stand away” μας δείχνει ο Bit­ten­court το όραμά του για να σμίξει όλες του τις επιρροές μαζί. Μπορεί να χρειάστηκε να αντικαταστήσουν τον drum­mer τους, αφού δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στην πολυπλοκότητα των τραγουδιών, όμως ο Alex Holzwarth (SIEGES EVEN) έκανε ιδανική δουλειά, αφού είχε προταθεί από το δίδυμο Bauerfeind/Paeth (όπως ξαναέγινε αργότερα για τους  RHAPSODY). Βέβαια η μοναδική φωνή του Andre Matos είναι αυτόματα από τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν και για όσους γνώριζαν τις δουλειές του με τους VIPER, εδώ βλέπουν την εξέλιξή του. Ο ίδιος σπρώχνει τη φωνή του στην διασκευή του “Wuther­ing heights” (ποιός αρσενικός μπορεί να τραγουδήσει Kate Bush;) και αναβλύζει συναίσθημα στo “Nev­er under­stand” που στα 8 λεπτά του παρουσιάζει όλες τις πτυχές των ANGRA. Δίνει χώρο ακόμα και στον μπασίστα, τον Luis Mar­i­ut­ti! Τέλος πάντων. Το “Angels cry” εκτός από απίστευτο ντεμπούτο, είναι και το σκαλί προς το επόμενό τους άλμπουμ. Η επιτυχία σε Ιαπωνία και Ευρώπη ήρθε αστραπιαία και οι Βραζιλιάνοι έθεσαν τις βάσεις για μια μεγάλη καριέρα.
Γιώργος “Mad­ness knock­ing on my back” Κουκουλάκης

 


ANNIHILATOR – “Set the world on fire” (Road­run­ner)

Το δύσκολο τρίτο άλμπουμ που παραλίγο να οδηγήσει τους Καναδούς στην διάλυση (ή μήπως τους διέλυσε;) ήταν αυτό εδώ. Έχοντας κερδίσει οπαδούς και κριτικούς με τα δύο πρώτα τους άλμπουμ, το “Set the world on fire” ήταν το εμπορικό τους άνοιγμα, προκειμένου να προσεγγίσουν μεγαλύτερο κοινό με τον τρόπο που το έκαναν εκείνη την εποχή οι METALLICA και οι MEGADETH. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε όμως, είναι η έντονη τάση που είχε ανέκαθεν ο Jeff Waters για να γράφει όμορφα ακουστικά μέρη, ακόμα και σε τραγούδια που δεν ήταν μπαλάντες. Το “Set the world on fire” δεν είχε το θεμιτό αποτέλεσμα διότι δεν κατάφερε να είναι αρκετά προσιτό, ενώ δεν διατήρησε ούτε τον παραδοσιακό πυρήνα των οπαδών. Βλέπετε, εκτός από το γρήγορο “No zone” και το “Brain dance” που εκτελούσαν τα χρέη γέφυρας με το “Nev­er, Nev­er­land” τα υπόλοιπα ήταν σε διαφορετική τροχιά, ενώ οι μπαλάντες “Sounds good to me” και “Phoenix ris­ing”, όσο κι αν θεωρούνται πλέον κλασικές, εκείνη την εποχή ξενέρωσαν πολλούς. Βέβαια, τόσο το ομώνυμο τραγούδι, όσο και το “Bats in the bel­fry” είναι κομματάρες, ενώ και το “Knight jumps Queen”, με την μελωδική μπασογραμμή (που όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο Waters εμπνεύστηκε από τους TESTAMENT) είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του ήχου τους. Βέβαια, υπερβολικά εμπορικές προσπάθειες, όπως αυτή στο “Snake in the grass” ήταν επιπέδου “Wayne’s world” και η εποχή τους είχε ήδη αρχίσει να ξεφτίζει εν έτει 1993, όσο κι αν ταίριαζε στο ύφος του Aaron Ran­dall. O Ran­dall δεν είχε την επιθετική φωνή των προκατόχων του, όσο έλειπε και ο κίνδυνος από το παίξιμο του Mike Mangi­ni στα τύμπανα (το πρώτο του άλμπουμ), αλλά και η τραχύτητα στις κιθάρες. Πάντως υπάρχει μια κάποια ισορροπία ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη πλευρά. Υπάρχει από ένας δυναμίτης  (“Set the world on fire”/“Brain dance”), από ένα τρίλεπτο, γρήγορο αλλά όχι τόσο σπουδαίο κομμάτι (“No zone”/”The edge”), από ένα εμπορικό, πιο καθαρό και μελωδικό (“Snake in the grass”/ “Knight jumps Queen”), από μια μπαλάντα (“Phoenix rising”/ “Sounds good to me”) κι από ένα ακόμη βαρβάτο και τεχνικό τραγούδι σε πιο mid-tem­po φόρμα (“Bats in the belfry”/ “Don’t both­er me”). Γενικά υπήρχε μεγάλη προσοχή στο στήσιμο της μπάντας και των συνθέσεων, κάτι που πολλοί αποδίδουν στην Road­run­ner, αλλά είναι κάτι που πάντα ήθελε κι ο ίδιος ο Waters και πιστεύω πως είχε αντίθετα αποτελέσματα. Όσο κι αν αρέσει σε κάποιους από εμάς, ας μην ξεχνάμε πόσο δίχασε τους οπαδούς των ANNIHILATOR μετά τα “Alice in Hell” και “Nev­er, Neverland”.
Γιώργος “Don’t both­er me” Κουκουλάκης
 


ANTHRAX — “Sound of white noise” (Elek­tra Records)
To “Per­sis­tence of time” του 1990 ήταν δισκάρα. Οι ANTHRAX ολοκλήρωσαν τον πρώτο «κύκλο ζωής» τους, με ένα άλμπουμ τεχνικότατο, άξιο «απόγονο» των αριστουργημάτων που προηγήθηκαν, και εισιτήριο για την θρυλική “Clash of the Titans” περιοδεία, μαζί με SLAYER, MEGADETH και…ALICE IN CHAINS. Τελικά, τίποτα δεν είναι περίεργο και τυχαίο σε τούτη την ζωή. Φαίνεται πως μετά την περιοδεία αυτή, και απόλυτα επηρεασμένοι από τις συνταρακτικές αλλαγές που συνέβαιναν παντού, οι Άνθρακες αποφάσισαν να κάνουν την δική τους (συνταρακτική αλλαγή εννοείται) και να…μην ακουστούν Άνθρακες. Ο Bel­ladona φεύγει, ο θεός John Bush των τιτάνων ARMORED SAINT έρχεται, χαμηλώνουν τα κουρδίσματα, alter­na­tive στοιχεία εισάγονται «εις ποσότητας», και συνεργάτες εκτός «μεταλλικού πλαισίου» κάνουν την εμφάνισή τους, πράγμα πρωτόγνωρο ως και ύποπτο για τότε. Ή και για τώρα, εκτός αν μας αρέσει μια met­al μπάντα να συνεργάζεται με τον Ter­mi­na­tor X των PUBLIC ENEMY για παράδειγμα. Αποτέλεσμα; Το “Sound of white noise” όπως ήταν φυσικό «έφαγε γιούχα». Πρώτον μιλάμε για το 1993. Και τώρα το 2020 να γινόταν αυτό, τα ίδια θα είχαμε. Δεύτερον έχουν προηγηθεί τα thrash μεγαθήρια του παρελθόντος τα οποία το εξαϋλώνουν και δεν φέρω καμία ευθύνη γι’ αυτό. Τρίτον, έκαστος στο είδος του, ο Λουμίδης στους καφέδες και οι ANTHRAX στο thrash met­al. Ο Bush εννοείται είναι πολύ καλός — δεν μπορεί να είναι κακός αυτός ο τραγουδιστής εκ των πραγμάτων — ο Benante στα τύμπανα αδικείται από την παραγωγή γιατί ξέχωρα από αυτή ΣΚΟΤΩΝΕΙ, κάποια αξιόλογα κομμάτια υπάρχουν, αλλά πέραν αυτών, τίποτα. Μην μιλήσω για υπέρτατες μπαρούφες τύπου “C11-H17-N2-O2-S-Na” ( η χημεία μας μάρανε) που είναι να βάλεις φωτιά στα ηχεία σου από την αγανάκτηση, ή να κυλιέσαι στο πάτωμα από τα γέλια. Συμπερασματικά, το άλμπουμ αυτό είναι η αρχή των πολύ χαμηλών πτήσεων για τους γερόλυκους πρώην και μελλοντικούς εκείνη την εποχή thrash­ers, και αποδεικνύει πως ο πειραματισμός δεν είναι πάντα σοφή κίνηση. Άνθρακες ο θησαυρός…
Δημήτρης Τσέλλος

 


AT THE GATES — “With fear I kiss the burn­ing dark­ness” (Peaceville)
Είναι το “With fear I kiss the burn­ing dark­ness” το πρώτο άλμπουμ που σκεφτόμαστε, όταν αναφερόμαστε στους AT THE GATES; Φυσικά και όχι γιατί όλοι ξέρουμε ποιο είναι αυτό. Ανεξάρτητα όμως από την τελειότητα του “Slaugh­ter of the soul”, η μη εμπορική εποχή των AT THE GATES παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί, βλέποντας την εξέλιξη των Σουηδών σε ότι προηγήθηκε του “Slaugh­ter of the soul”, αντιλαμβανόμαστε πως έφτασε το συγκρότημα στην κυκλοφορία αυτού του έπους. Και η στιγμή της σημαντικής αλλαγής στους AT THE GATES, γίνεται σε αυτό εδώ ακριβώς το σημείο, με την κυκλοφορία του “With fear I kiss the burn­ing dark­ness” το 1993. Έναν χρόνο μετά το “The red sky is ours”, οι AT THE GATES γράφουν κομμάτια, σαφώς πιο δομημένα, με παρεμφερείς συνθέσεις με αυτές του ντεμπούτου, μόνο καλύτερες και πιο ώριμες. Εκεί που υπήρχε μία αναρχία στη μουσική τους, στο “With fear I kiss the burn­ing dark­ness” άρχισαν τα πράγματα να έχουν μία σειρά. Θα λέγαμε, πως εδώ οι AT THE GATES καταστάλαξαν στο πως θέλουν να ακούγονται και τι ακριβώς θέλουν να παίξουν. Και αυτός είναι ο λόγος που τα τραγούδια στο “With fear…” έχουν ξεκάθαρη κατεύθυνση. Προφανώς και το άλμπουμ αυτό έχει τα ελαττώματά του, όπως η παραγωγή, που δεν την λες κακή για την εποχή και για μία νέα και ανερχόμενη μπάντα, αλλά δεν είναι και ότι καλύτερο έχουμε ακούσει, αλλά και ορισμένα τραγούδια που αναδεικνύουν το απρόσεκτο και άπειρο τεχνικά παίξιμο τους. Οι ιδέες όμως πίσω από τα riffs και οι μελωδίες που άρχισαν να εντάσσονται διστακτικά, έδωσαν το κάτι διαφορετικό σε αυτό το άλμπουμ και κατ’ επέκταση, στην ίδια την μπάντα, που εξελίχθηκε πατώντας επάνω σε αυτές τις φόρμες. Το “With fear I kiss the burn­ing dark­ness” έδωσε το πρώτο στίγμα και το βασικό στήριγμα για την πρώτη ώριμη εκδοχή αυτού που αποκαλούμε New Wave Of Swedish Melod­ic Death Met­al από τους AT THE GATES, την αμέσως επόμενη χρονιά, με την κυκλοφορία του προπομπού του “Slaugh­ter of the soul”, το “Ter­mi­nal spir­it disease”.
Δημήτρης Μπούκης

 


ATHEIST – “Ele­ments” (Music For Nations)

Το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ των ΜΕΓΑΛΩΝ ATHEIST πριν την πρώτη τους μακρόβια διάλυση κρύβει πίκρα και ερωτηματικά μέσα του. Με το συγκρότημα ήδη να θέλει να διαλύσει μετά την κυκλοφορία του “Unques­tion­able pres­ence” (το οποίο είχε ολοκληρωθεί μετά το θάνατο του εμβληματικού μπασίστα και βασικού συνθέτη Roger Pat­ter­son), αποφάσισαν τελικά να ολοκληρώσουν το συμβόλαιο που είχαν με τη Music For Nations και να κυκλοφορήσουν τελικά το “Ele­ments”. Tα τύμπανα στο δίσκο δε θα έπαιζε ο Steve Fly­nn αλλά ο Josh Green­baum, ο οποίος δεν αναγράφεται στις σημειώσεις, αντίθετα σαν ντράμερ λογίστηκε ο Mar­cel Dis­san­tos. Επίσης λόγω προχωρημένης τενοντίτιδας και συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα, ο τραγουδιστής Kel­ly Shae­fer θα εγκατέλειπε για πάντα το παίξιμο της κιθάρας ύστερα από αυτό το δίσκο και μαζί με τον Randy Burkey, στις κιθάρες βοήθησε και ο Frank Emmi, με αποτέλεσμα στο “Ele­ments” να παίζουν τρεις κιθαρίστες! Ευτυχώς ο Tony Choy έμεινε στη θέση του στο μπάσο με θαυμαστά αποτελέσματα και έτσι ο δίσκος κυκλοφόρησε στο τέλος του Αυγούστου το 1993. Οι ATHEIST πλέον ξέφευγαν μια για πάντα από το αυστηρό ευθύ death met­al και άνοιγαν τα φτερά τους προς μια πιο jazz/fusion λογική, χωρίς ωστόσο να ξεχνάνε τα βασικά στοιχεία της μουσικής τους.
Πολύ περισσότερο μπάσο και πλήκτρα γεμίζουν την ατμόσφαιρα, οι στίχοι τζαζεμένοι τελείως όπως προφανώς απαιτούνταν και ούτε ένα, ούτε δύο, ούτε καν τρία αλλά τέσσερα ορχηστρικά περάσματα μέσα στο άλμπουμ, με το “Sam­ba briza” να αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα αγαπημένα instru­men­tal κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ.  Η γεμάτη ξεσπάσματα φωνή του Shae­fer είναι εδώ, ο δίσκος παραμένει βαρύτατος, το παίξιμο από άλλο πλανήτη στο πλέον προοδευτικότερο άκρο του όσον αφορά το συγκρότημα και παρά την ξεκάθαρη αλλαγή πορείας σε σχέση ειδικά με το ντεμπούτο “Piece of time”, οι οπαδοί αγάπησαν πολύ και το “Ele­ments”. Οι ATHEIST στη συνέχεια διέλυσαν οριστικά  το 1994 και δεν εμφανίστηκαν ξανά πριν έρθει το 2006, όπου πέρασαν κι από τη χώρα μας σε μια απίστευτη εμφάνιση την οποία και οι ίδιοι μνημονεύουν ως μια από τις συνολικά καλύτερες εμπειρίες που είχαν σαν συγκρότημα. Το “Ele­ments” παραμένει δισκάρα και αποτελεί την Αγία Τριάδα μαζί με το “Focus” των CYNIC και το “Ιndi­vid­ual thought pat­terns” των DEATH που εν έτει 1993, αποθέωσαν το τεχνικό death met­al και έθεσαν βάσεις στο να μπορέσει να δημιουργηθεί αργότερα ένα ρεύμα που ήταν άμεσα επηρεασμένο από τα τρία συγκροτήματα. Οι ATHEIST έβγαλαν το “Jupiter” το 2010 και ετοιμάζονται για νέο δίσκο με τις ευχές όλων μας να είναι όπως τα προηγούμενα 4 άλμπουμ τους.
Άγγελος Κατσούρας

 


BELIEVER — “Dimen­sions” (Road­run­ner)  

Η τρίτη τους δισκογραφική απόπειρα έμελλε να είναι και η πιο φιλόδοξη των tech­no-thrash­ers BELIEVER από το Cole­brook της Penn­syl­va­nia . Για να υλοποιηθεί αυτό που είχαν στο μυαλό τους οι Kurt Bach­man και Joey Daub έπρεπε να αφοσιωθούν και να δουλέψουν αρκετά πάνω στη σύνθεση και την ηχογράφηση του άλμπουμ το οποίο σύμφωνα με δηλώσεις των ίδιων δημιουργήθηκε από την ανάγκη να απελευθερωθούν από κάποιες ψυχικές διαταραχές που τους ταλαιπωρούσαν εκείνη την περίοδο όπως η συναισθηματικής δυσφορία του Daub και τα πρόβλημα οξείας αϋπνίας του Bach­man. Με τη βοήθεια του παλιού τους φίλου Jim Win­ters, μέλος της straight-edge met­al­core μπάντας CONVICTION, να αναλαμβάνει το μπάσο και κάποια κιθαριστικά lead κι έχοντας ξοδέψει το record­ing bud­get που τους είχε διατεθεί από την Road­run­ner για την ανακαίνιση του stu­dio τους, οι BELIEVER χρειάστηκαν έναν ολόκληρο χρόνο για τη δημιουργία του “Dimen­sions” ηχογραφώντας το εξολοκλήρου με τη χρήση της ψηφιακής τότε τεχνολογίας με τον Dave McK­ean (PARADISE LOST, MY DYING BRIDE, FEAR FACTORY) να αναλαμβάνει το εξώφυλλο αν και η έκδοση που κυκλοφόρησε από την R.E.X. Music είχε ένα εντελώς διαφορετικό.
Ακούγοντας το “Dimen­sions” παρατηρούμε την έντονη pro­gres­sive διάθεση που εμπλουτίζει το τεχνικό thrash met­al τους και τις ανησυχίες  τους για την ύπαρξη του θεού σε φιλοσοφικό επίπεδο με το συγκρότημα να παραθέτει βιβλιογραφία διαφόρων επιστημόνων και συγγραφέων όπως οι Nor­man Geisler, Dr Hugh Ross, Albe­trt Ein­stein και Stephen Hawk­ing στα cred­its  χωρίς να εκλείπουν οι παραπομπές σε βιβλικά εδάφια. Βασικά στοιχεία που χαρακτήριζαν το “San­i­ty obscure” διευρύνονται ακόμα περισσότερο, σε στιγμές ακούγονται πιο γκρουβαριστοί με indrus­tri­al ψήγματα  και μελωδικοί παρά τη δυσαρμονική φύση των τραγουδιών με την εικοσάλεπτη met­al suite “Tril­o­gy of knowl­edge” να αποτελεί το mag­num opus του δίσκου. Οι BELIEVER συνοδεύονται από βιολί, βιόλα και τσέλο και τη γνώριμη sopra­no από τη συνεργασίας τους στο “Die Irae (Days of wrath)”, Julianne Laird δημιουργώντας μίας πανέμορφη avant-garde σύνθεση αρκετά φιλόδοξη με στιχουργικές αναφορές στο πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, Γένεσις, περιγράφοντας την άνοδο και την πτώση του ανθρώπου μέσω του Χριστού με το μουσικό αποτέλεσμα να αποτελεί εξέλιξη προηγούμενων παραπλήσιων απόπειρών τους.
To “Dimen­sions” αποτελεί μία μοναδική ακρόαση για τους φίλους του left-field met­al ήχου με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό. Η διάλυση δεν ήρθε ποτέ επίσημα, οι Bach­man και Daub αφοσιώθηκαν για κάποιο διάστημα στα Trau­ma Stu­dios τους δουλεύοντας με γνωστά συγκροτήματα από την straight-edge και χριστιανική met­al­core σκηνή όπως οι LIVING SACRIFICE, TURMOIL και EARTH CRISIS, ο Daub έπαιξε για κάποιο διάστημα με τους progressive/gothic met­allers FOUNTAIN OF TEARS και YEARS OF PLENTY και ο Bach­man απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα στη μοριακή ιατρική και τρέχει το δικό του ερευνητικό εργαστήριο κατά του καρκίνου. Η επαναδραστηριοποίηση των BELIEVER ήρθε δεκαέξι χρόνια μετά με το “Gabriel” και παραμένουν ενεργοί μέχρι και σήμερα ακολουθώντας το δικό τους μοναχικό μονοπάτι.
Κώστας Αλατάς

BENEDICTION – “Tran­scend the Rubi­con” (Nuclear Blast)

Οι BENEDICTION είχαν πετύχει κάτι το μοναδικό από το ξεκίνημα τους, καθώς κάθε χρονιά κυκλοφορούσαν και κάτι από το 1990 ως το 1995. Έτσι μετά το πρώτο άλμπουμ “Sub­con­scious ter­ror” (1990, με φωνητικά του Mark “Bar­ney” Green­way που μετά πήγε στους NAPALM DEATH), ακολούθησαν τo “The Grand Lev­eller” (1991) και το θρυλικό ΕΡ “Dark is the sea­son” (1992). Eν έτει 1993, το συγκρότημα σαν από καιρό έτοιμο, ήταν προ των πυλών της μεγαλύτερης στιγμής της ιστορίας τους και μια από τις μεγαλύτερες όσον αφορά τον ακραίο ήχο συνολικά. Το  “Tran­scend the Rubi­con” έσκασε σαν βόμβα στα κεφάλια των ανυποψίαστων και αποτέλεσε όχι απλά ένα από τα κορυφαία άλμπουμ της χρονιάς, αλλά και μια από τις σημαντικότερες Αγγλικές στιγμές στην μεταλλική ιστορία. Το μπάσιμο με το απίστευτο ριφφ του “Unfound mor­tal­i­ty” (ριφφ που θα ήθελε κάθε μπάντα στο παλμαρέ της) θέτει από νωρίς τον τόνο για το τι πρόκειται να ακολουθήσει, η τρομερή παραγωγή –καλύτερη από ποτέ σε δίσκο τους ως τότε- βοήθησε πάρα πολύ και η μπάντα ακούγεται σε θηριώδη κατάσταση. Αρωγός σε όλη αυτή την προσπάθεια ο προσωπικά αγαπημένος μου τραγουδιστής από το μεγάλο νησί. Ο Dave Ingram (όχι ο παιχταράς του Ηρακλή που θαυμάσαμε δίπλα στον Γκάλη αλλά εξίσου ψηλός) ανοίγει το στόμα του και καταπίνει πλανήτες στην κυριολεξία.
Βαθειά και πηχτή φωνή, αλλά συνάμα τόσο επιθετική και μεγαλεπίβολη που έγινε σήμα κατατεθέν, προσθέστε και το κλασικό επιφώνημα που πάντα έβγαζε ενδιάμεσα (“heeeeyyyyy”) και έχετε πολλούς από τους λόγους που και ο ίδιος αλλά και αυτό το απίστευτο άλμπουμ έμειναν στην ιστορία. Το σύνολο αψεγάδιαστο, οι διάρκειες να παίζουν μεταξύ 3–4’ στις 9 τραγουδάρες (με εξαίρεση τον κολοσσό “Blood from stone” που κλείνει το άλμπουμ και είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια), και το ένα μετά το άλλο τα κομμάτια να σε στέλνουν αδιάβαστο. Το μεγάλο τους χιτ είναι εδώ (“Night­fear”), στιγμές που δεν ξαναγράφονται εναλλάσσονται (“I bow to none”/”Painted skulls”), ενώ το πέρασμα στο άλλο επίπεδο αποτυπώνεται στο “Vio­la­tion domain”, όπου έδειχναν ότι εκτός από ξύλο, μπορούσαν να προσφέρουν και στιγμές σε διαφορετικές πιο mid-tem­po φόρμες με κολλητικότατο αποτέλεσμα. Ο τρόπος με τον οποίο σκάει το “Bleak­house” στο καπάκι μετά το “Face with­out soul” είναι πραγματικά απίστευτος, ενώ ο δίσκος θεωρείται ακόμα η κορυφαία τους δουλειά και ένα από τα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών στην Ευρώπη, που μπόρεσαν μάλιστα να μπούνε σφήνα σε αντίστοιχες μεγάλες κάφρικες στιγμές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Suf­fer­ing, tor­ment, anguish, pain…
Άγγελος Κατσούρας
 


BLUE MURDER – “Noth­in’ but trou­ble” (Gef­fen)
Οι BLUE MURDER ήταν μία περίπτωση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως super­group βάση των μελών που είχαν στις τάξεις τους. John Sykes, Marko Men­doza, Carmine Appice και πάει λέγοντας. Κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους το 1989 κάνοντας μία κάποια αίσθηση στον χώρο του λεγόμενου hard rock χωρίς όμως να ανέβουν στο επίπεδο που θα ήθελαν.
Η δεύτερη δισκογραφική τους απόπειρα, ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα, σε μία εποχή όπου το είδος που υπηρετούσαν, δεν ήταν απλά κορεσμένο αλλά ένα βήμα από την καταστροφή του. Το “Noth­in’ but trou­ble” είναι ένα μέτριο άλμπουμ. Όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, ίσως να είναι φανατικοί οπαδοί τους, που και πάλι μου φαίνεται πολύ τραβηγμένο. Σαν δίσκος έχει μεγάλες σε διάρκεια συνθέσεις, δεν υπάρχει η αμεσότητα που χρειάζεται το συγκεκριμένο είδος, ο Sykes φαντάζει μπερδεμένος και το τελικό αποτέλεσμα «κουράζει». Θα πει κάποιος, ότι τραγούδια σαν το “Run­away” φαντάζουν ιδανικά, χαρούμενα και ταξιδιάρικα. Θα συμφωνήσω μαζί του. Αλλά ποιο το νόημα, για παράδειγμα, όταν είσαι hard rock μπάντα, σε ένα άλμπουμ 11 τραγουδιών να έχεις κομμάτι διάρκειας 7(!) λεπτών χωρίς να έχει αλλαγές (“I need an angel”); Κατανοώ ότι σε κάποιον μπορεί να κάνει «κλικ», προσωπικά δεν το βρίσκω καν ωραίο σαν σύνθεση! Ο δίσκος έχει τις στιγμές του αλλά χάνονται μέσα στην γενική μετριότητα του δίσκου.
Για να πω την μαύρη μου αλήθεια, και για το ομώνυμο ντεμπούτο δεν πετάω την σκούφια μου αλλά τουλάχιστον είναι δύο σκαλιά πάνω  από το “Noth­in’ but trou­ble”. Είναι πιο άμεσο, πιο αλήτικο, πιο φρέσκο. Σε αυτό εδώ, ο Sykes «πνίγηκε» στις ιδέες του χωρίς να μπορέσει να τις κοντρολάρει και να δημιουργήσει έναν ισορροπημένο δίσκο. Και φυσικά, από τον Sykes περιμένεις περισσότερα πράγματα απ’ αυτό εδώ…
Ντίνος Γανίτης


BURZUM – “Det som engang var” (Cymo­phane Records)
Η περίπτωση του “Det som engang var” έχει μπόλικο ενδιαφέρον. Διαδεχόμενο ένα ντεμπούτο που είχε προκαλέσει αρκετή αίσθηση στο χώρο της ακραίας under­ground σκηνής, το “Det som engang var” αποτελεί έναν μεταβατικό δίσκο για τους BURZUM. Ηχογραφημένο μόλις τρεις μήνες μετά την αντίστοιχη ηχογράφηση του “Burzum” (Απρίλιο και Ιανουάριο του 1992 αντίστοιχα), δείχνει ένα πιο ξεκάθαρο μουσικό πρόσωπο. Το DSEV είναι περισσότερο συνεκτικός δίσκος σε σχέση με τον προκάτοχό του και μια στιβαρή κυκλοφορία που αποτέλεσε το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ του ντεμπούτου, του 19χρονου τότε Vikernes, όπου η μουσική του ταυτότητά διαγραφόταν ακόμα ρευστή και των δύο αριστουργημάτων που θα ακολουθούσαν, με τα οποία οι BURZUM άφησαν ανεξίτηλο το μουσικό τους στίγμα στο black metal.
Στο “Det som engang var” αρχίζουν και διαφαίνονται κάποια συγκεκριμένα πράγματα τα οποία έγιναν μετέπειτα trade­marks του ήχου των BURZUM. Το πιο χαρακτηριστικό  ήταν η αλληλουχία των μουσικών μοτίβων που λειτουργούσε πλέον σε πιο επαναλήψιμη λογική. Αυτός ο τρόπος σύνθεσης ήταν και αυτός που χαρακτήρισε τα “Hvis lyset tar oss” και “Filosofem” που ακολούθησαν. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της μουσικής των BURZUM ήταν πάντα το ambi­ent κομμάτι, το οποίο εδώ είναι πιο έντονο σε σχέση με τον προκάτοχό του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πανέμορφο “Han som reiste”. Επίσης το χτίσιμο της ατμόσφαιρας είναι μία από τις κυριότερες επιδιώξεις του Vikernes. Με υπνωτικά riffs και μελαγχολικές έως καταθλιπτικές μελωδίες, καταφέρνει να χτίσει φανταστικές ατμόσφαιρες μέσα στα κομμάτια, χωρίς εκπτώσεις στην ωμότητα ή την επιθετικότητα. Το “En ring til aa herske” μπορεί εύκολα να σας πείσει για το παραπάνω. Περιττό να γράψω το οτιδήποτε για τα υπέροχα λυκίσια φωνητικά του Varg, που είναι ίσως από τα καλύτερα που έχει επιδείξει ποτέ καλλιτέχνης στο black metal.
Η καλύτερες στιγμές των BURZUM δεν είχαν φτάσει ακόμα, αλλά το “Det som engang var” ξέχωρα από το ότι προϊδέασε για το τι θα ακολουθήσει, αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της Νορβηγικής σκηνής, με σημαίνοντα ρόλο στην εξέλιξη του black met­al ήχου.
Θανάσης Μπόγρης

 


CARCASS — “Heart­work” (Ear­ache)
Κάτι άλμπουμ σαν αυτό εδώ, όρισαν και έδειξαν το δρόμο του, ακόμα εκκολαπτόμενου τότε, melod­ic death met­al. Άλλωστε, είναι τα χρόνια που ο ακραίος ήχος γνώριζε άνθηση, σε όλες τις εκφάνσεις του. Και ο τότε πειραματισμός των συγκροτημάτων, ήταν αυτός που άνοιξε τόσο πολύ τη βεντάλια των ηχοχρωμάτων της μουσικής μας. Έτσι και με τους CARCASS, οι οποίοι αφήνουν πλέον πίσω τους το grind­core και το πιο καθαρό death των δύο προηγούμενων άλμπουμ τους και εδώ κυκλοφορούν ένα δίσκο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως και το… “Black album” της μπάντας, όσον αφορά την ηχητική μεταστροφή και την εμπορική απήχηση.
Ο Michael Amott έχει πλέον αφομοιωθεί στο σχήμα και το αποτέλεσμα είναι να συμμετέχει ενεργότατα στη σύνθεση των κομματιών αυτού του δίσκου, δίπλα φυσικά στον “τα πάντα όλα” της μπάντας, τον Bill Steer. Ο οποίος Steer, βλέποντας το αδιαμφισβήτητο συνθετικό ταλέντο του Amott, του δίνει χώρο και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Οι δύο διαφορετικές φιλοσοφίες βρήκαν τη χρυσή τομή και εγένετο “Heart­work”. Έστω και αν λόγω της ήδη ψυχραμένης κατάστασης μεταξύ της μπάντας και του Amott τον καιρό που μπήκαν στο στούντιο, ο Amott έγραψε τελικά μόνο τα leads του δίσκου. Η συνέχεια ήταν να φύγει ο Amott, να γεννηθούν (δόξα σοι) οι SPIRITUAL BEGGARS και να έχουμε και μερικές τεράστιες δισκάρες και από εκεί. Ότι όμως και να έγινε στην πορεία, στη σύνθεση, ο συνδυασμός των δύο έφερε τη μπάντα να groove-άρει πολύ περισσότερο, να βάζει πιο πίσω τα blasts και τα πιο extreme στοιχεία της και να δίνει ένα διαφορετικό προσανατολισμό στη μουσική της. Κάτι στο οποίο έβαλε το χεράκι του και ο Col­in Richard­son φυσικά, που ναι μεν δούλεψε ξανά με το σχήμα, μετά τα “Sym­phonies…” και “Necroti­cism…”, αλλά λίγο ήθελε τελικά να μην τελειώσει και το “Heart­work”, καθώς οι υπερβολικά αυξημένες υποχρεώσεις του με πολλές μπάντες εκείνη την περίοδο, έφτασε τα πράγματα κυριολεκτικά στο τσακ για να τον διώξει η μπάντα. Όπως παραδέχθηκαν και οι ίδιοι αργότερα, ευτυχώς δεν το έκαναν, γιατί κανείς δεν ξέρει τι θα υπήρχε σαν τελικό αποτέλεσμα σε σχέση με αυτό που έχουμε. Και αυτό που έχουμε, είναι και το αγαπημένο άλμπουμ του Steer από την μπάντα.
Τα βίντεο των “Heart­work” και “No love lost”, βοήθησαν στην άμεση αύξηση της δημοτικότητας του σχήματος και παρά την αρχική “παγωμάρα” στην υποδοχή του δίσκου, λόγω της μεγάλης ηχητικής αλλαγής, τα χρόνια απέδειξαν ότι τότε, αυτοί οι Άγγλοι, “το έβλεπαν και το έπαιξαν” και κέρδισαν, καθώς μιλάμε για δίσκο που έχει μπει σε λίστες με τα κορυφαία met­al albums όλων των εποχών και που έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση ενός νέου, τότε, είδους. Το εξώφυλλο με αυτό το “γλυπτό”, το οποίο είναι μία πιο επίκαιρη έκδοση δουλειάς του αείμνηστου H.R. Giger (ο οποίος απλά έδωσε την άδεια στη μπάντα να το χρησιμοποιήσει), έμελλε να μείνει σαν κλασική εικόνα του σχήματος και απλά βάζει την τελική πινελιά σε ένα άλμπουμ που τα πάντα όλα λειτούργησαν όπως έπρεπε (μαζί και η μοίρα ελέω αποφάσεων) για να πάρει το σχήμα από το χεράκι και να τους ανεβάσει εμπορικά κατηγορία.
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


CATHEDRAL — “The ethe­re­al mir­ror” (Ear­ache)
Doom met­al… Τα πρώτα σχήματα που σας έρχονται στο μυαλό είναι σίγουρα οι CANDLEMASS, ST VITUS, OBSESSED. Για μια δεκαετία όμως ήταν οι Βρετανοί CATHEDRAL  που κρατούσαν τα σκήπτρα, μέχρι ο τραγουδιστής τους Lee Dori­an  να κουραστεί. Το δεύτερο άλμπουμ τους, είχε ήδη αφήσει τα SAB­BATHικα  riff πίσω, για να ακολουθήσει το δικό του όραμα. Ψυχεδέλεια και heavy met­al σε αγαστή συνεργασία. Μια μηχανή παραγωγής πιασάρικων  riff, ο κιθαρίστας  Gar­ry Jen­nings και ένας τραγουδιστής σαμάνος, ο Dori­an. Rhythm sec­tion λιτό, περιεκτικό, στιβαρό, με groove και τραγούδια που η βαρύτητα συναγωνιζόταν την απόκοσμη μελωδία.
Οι CATHEDRAL που εκείνη την εποχή ήταν συχνοί επισκέπτες των συναυλιακών σκηνών της χώρας μας,  ήταν ένα σχήμα που ζούσε για τη μουσική. Έπαιζαν μπροστά σε 1000 ή 200 ανθρώπους, με το ίδιο πάθος και δέσμευση. Δεν παρέκκλιναν από τον χαρακτήρα της μουσικής τους, ούτε εκατοστό. Μπορεί ο κιθαρίστας να θύμιζε μετά το κούρεμά του, μέλος των OASIS αλλά στην πράξη ήταν απλά ένα σχήμα με μουσική από μπετόν. Σκεφτείτε ένα hip­pie να ηγείται των SABBATH. Αν ακούσει κανείς προσεκτικά το άλμπουμ, θα καταλάβει ότι στην πράξη έχει δυο τμήματα, τα αμιγώς Heavy με τις ακραίες καταβολές του Dori­an να παίρνουν τα ινία και εκείνα στα οποία  μια η αγάπη του για τα obscure  σχήματα των 60s,70s. Το εισαγωγικό “Vio­let vor­tex” έχει όλες τις ενδείξεις, φιλμ της Ham­mer αλλά και BLACK SABBATH. Για τη συνέχει μια τριλογία που υποδηλώνει ότι το heavy met­al χρειάζεται κιθάρες και παράνοια. Από τις καλύτερες ημέρες των SABS και τα τρία τραγούδια “Ride”, “Enter the worms”, “Mid­night moun­tain”. Αλλά η διαφορά με τα υπόλοιπα σχήματα της σκηνής φαίνεται στο επόμενο τραγούδι “Foun­tain of inno­cence” εκεί που τα ψυχεδελικά περάσματα συναντάνε τα ακραία φωνητικά και όλα μαζί στήνουν το χορό των μαγισσών. Ένα επτάλεπτο έπος που συνδυάζει το occult με το heavy met­al και την ψυχεδελική σκηνή σε ένα αμάλγαμα υψηλής αισθητικής.
Αν κάτι διαφοροποιεί τους CATHEDRAL από τους άλλους είναι ακριβώς, ότι προχωράνε την μουσική, δεν την ανακυκλώνουν. Τα ογκώδη riff αποτελούν την βάση για ένα Dori­an που αναπολεί τις μέρες του στο ακραίο στερέωμα, αλλά όπως και οι OPETH η καρδιά του ανήκει στο met­al , με άρωμα από πατσουλί… Το γέλιο στο τέλος του “Grim lux­u­ria”, θυμίζει κάποιον, κάτι, τόσο έντονα όσο και διαφορετικά. Η συνέχεια μιας χαμένης στη λήθη σκηνή είναι εδώ. Για να βαρύνει τον ήχο αρκεί ένα κλικ και φτάνουμε στο “Jad­ed enti­ty” εκεί που οι CATHEDRAL υπενθυμίζουν με εμφατικό τρόπο ότι είναι heavy met­al σε βαθμό υπερθετικό. Στα “Ash­es you leave” , “Phan­tas­mago­ria” κοιτάνε κατάματα τους PARADISE LOST της εποχής, με μειδίαμα. Δίχως προσπάθεια αναπαριστούν το τέλος, με δυσοίωνα χρώματα από την ατελείωτη σκοτεινή παλέτα του Jen­nings. Το ακουστικό κλείσιμο του “Impris­oned in flesh” λειτουργεί σαν βάλσαμο στην τρομαγμένη ψυχή και ηρεμεί τον ακροατή.
Από το εξώφυλλο, ως την τελευταία λεπτομέρεια εδώ ξεκινάει ο θρύλος των CATHEDRAL. Θα συνεχίσει ατάραχος, ακούραστος, αδιάσπαστος για σχεδόν μια δεκαετία. Όσοι είχατε την τύχη να τους δείτε επί σκηνής, να κάνουν ουσιαστικά τελετή στους μεταλλικούς θεούς, είχατε την εμπειρία του πραγματικού metal.Vintage πριν την εποχή του, met­al ακόμη και με Fred Per­ry μπλουζάκια, αποκαθήλωσε τις νόρμες προς όφελος της μουσικής και όταν κουράστηκε σταμάτησε. Τα σέβη μου σε όσους τόλμησαν, τα συλλυπητήριά μου σε όσους παρέκαμψαν.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 


CONCEPTION – “Par­al­lel minds” (Noise)

Μετά το αυτοχρηματοδοτούμενο “The last sun­set”, οι Νορβηγοί CONCEPTION είχαν αρχίσει να στέλνουν demo δεξιά-αριστερά για να βρουν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο. Τους «ψάρεψε» η Noise και αφού το αφεντικό της, Karl Wal­ter­bach πήγε και τους παρακολούθησε ο ίδιος σε μία συναυλία τους, τους πρόσφερε ένα συμβόλαιο από το οποίο και το γκρουπ γνώριζε πως δεν θα έβγαζε ποτέ χρήματα. Παρόλα αυτά, είχαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και η Noise τους πήρε για παραγωγό τον Tom­my New­ton, πληρώνοντας αρκετά χρήματα.
Το 1993, το μελωδικό pro­gres­sive met­al, δεν θα έλεγε κανείς ότι ήταν και στα πάνω του, με πιο πολλές under­ground κυκλοφορίες, εκείνο το άλμπουμ όμως, ξεχώρισε και ιδιαίτερα το “Roll the fire” έκανε κάποια επιτυχία. Στην Ελλάδα, θεωρείται κλασικό τραγούδι, αφού ακουγόταν συνεχώς στα met­al club της χώρας. Ο δίσκος όμως, δεν είναι μόνο το “Roll the fire”. Κατ’ αρχήν, αυτή η γλυκιά μελαγχολία που έβγαζαν, ταιριάζει απόλυτα με τα ακούσματά μας ως λαός. Ο Roy Khan, ήταν και είναι από τους κορυφαίους τραγουδιστές του είδους και ο Tore Ost­by (που ήταν ο συνθέτης όλου του δίσκου), λες και είχε μαγικό ραβδάκι και σαγήνευε με τις μελωδίες και το παίξιμό του.
Άλλο κομμάτι που ακούστηκε πολύ, ήταν η μπαλάντα “Silent cry­ing”, όμως με το πρώτο άκουσμα ξεχωρίζει κανείς το “Par­al­lel minds”, το εναρκτήριο “Water con­fines”, το “My deci­sion” και φυσικά το εκπληκτικό, εννιάλεπτο “Solil­o­quy” που κλείνει το άλμπουμ, χωρίς να υστερεί κάποιο κομμάτι.
Εξαιρετική προσπάθεια από ένα σχήμα που κατάγεται από μία χώρα με πολύ μικρή παράδοση σ’ αυτόν τον ήχο, όπως φάνηκε, βγήκε σε μία περίοδο που η επιτυχία ήταν ένα απατηλό όνειρο, παρά την αδιαμφισβήτητη ποιότητα όλων των δίσκων του. Στην Ελλάδα, είμαστε τυχεροί, γιατί το heavy met­al τη δεκαετία του ’90 ανθούσε και είχαμε την ευκαιρία να μην χάσουμε πολλά σπουδαία σχήματα που ξεπήδησαν εκείνα τα χρόνια, παρότι στο εξωτερικό πέρασαν απαρατήρητα. Ένα από αυτά είναι και οι CONCEPTION με το “Par­al­lel minds”.
Σάκης Φράγκος

 


CORONER – “Grin” (Noise)

Το “Grin” είναι το κύκνειο άσμα και συνάμα ένα δίσκος-state­ment για το τι είναι οι CORONER. Σε αυτό τον δίσκο ξεδίπλωσαν όλες τις αρετές τους ως σχήμα και ολοκλήρωσαν με τον καλύτερο τρόπο την πορεία τους από τα mid 80s. Με ήχο ολότελα δικό τους, μπολιάζοντας και ambient/industrial σημεία, έβαλαν τις βάσεις για όσα ακραία σχήματα ήθελαν να προσθέσουν groove στον ήχο τους. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων πιέστηκε στον μέγιστο βαθμό ο drum­mer τους, Mar­quis Marky, για να πετύχουν το τέλειο αποτέλεσμα στις ηχογραφήσεις. Και κυριολεκτικά «κάηκε» , δημιουργώντας δυσαρέσκεια στον ίδιο απέναντι στον mas­ter­mind και κιθαρίστα τους, Tom­my T. Baron. Πολυσχιδές και πολυπρόσωπο το “Grin” παρασέρνει όσους μπουν στη διαδικασία να το ακούσουν πολλές φορές, μιας και κάθε κομμάτι είναι ξεχωριστό και λειτουργεί αυτόνομα. Το καταιγιστικό “Infer­nal con­flicts” συνυπάρχει με το μοναδικό “Sta­tus: Still Think­ing” και το ιδιόμορφο “Par­a­lyzed, Mes­mer­ized”. Αυτό το ηχητικό παζλ διαφορετικών ενορχηστρώσεων και ταχυτήτων είναι το γεγονός που καθιστά το “Grin” ως το πιο αντιπροσωπευτικό album της καριέρας τους! Αποκορύφωμα είναι για εμένα το “Ser­pent moves” που βάζει υποψηφιότητα για το πιο ολοκληρωμένο θεματικό solo κιθάρας στην ιστορία της σκληρής μουσικής. Το, ομότιτλο με το album, κομμάτι είναι το high­light των εμφανίσεων τους από την επανασύνδεση τους το 2010 και μετά. Οι ίδιοι επιλέγουν τα περισσότερα κομμάτια του setlist τους από το “Grin”, γεγονός που επιβεβαιώνει γιατί και οι ίδιοι το θεωρούν ως το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής τους.
Λευτέρης Τσουρέας

 


COVERDALE ‑PAGE — “Coverdale — Page” (Gef­fen)

Καταπονημένος ο David Coverdale από την πορεία και την πτώση των WHITESNAKE, το διαζύγιο του και την απώλεια της περιουσίας του, χρειάζεται κάτι για να μείνει στην επιφάνεια. Ουσιαστικά ανύπαρκτος, μετά την διάλυση των LED ZEPPELIN με μετριότατες προσωπικές δουλειές και αρκετές αποτυχίες (THE FIRM) ο Jim­my Page απλά ζει κάτω από την σκιά της πρώην μπάντας του και την τεράστια φήμη του ως κιθαρίστας. Το σκηνικό στην μουσική αλλάζει και οι δύο μοιάζουν σαν δεινόσαυροι στο τέλος της εποχής τους. Ο John Kalod­ner, δαιμόνιος man­ag­er  και των δύο θα τους φέρει κοντά με την προοπτική να συνεργαστούν! Η ιδέα δεν είναι άσχημη μα περίεργη αν αναλογιστεί κανείς δηλώσεις του Page για το “Still of the night” ή ακόμα περισσότερο την περίφημη κόντρα Coverdale – Plant για το ίδιο θέμα και όχι μόνο, με αποκορύφωμα την γνωστή παράφραση του ονόματος του Coverdale από τον Plant σε “David Cov­er-ver­sion”.  Φάνταζε πολύ περίεργο να συνεργαστεί ο Page με τον άνθρωπο με τον οποίο ο παλιός του συνεργάτης και φίλος είχε μια τόσο ανοιχτή διαμάχη. Η μουσική βιομηχανία κάνει θαύματα όμως και μετά Βαΐων  και Κλάδων ανακοινώνεται η συνεργασία τους, κάνοντας πραγματικά αίσθηση. Μια ουσιαστική νίκη και δικαίωση για τον τραγουδιστή, μια κίνηση απρόβλεπτη για τον κιθαρίστα! Ξεκινήσανε το project to 1991 και το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχές 1993. Το θέμα είναι άξιζε τον κόπο; Τότε να πούμε την αλήθεια τράβηξε πολύ την προσοχή του κόσμου, έκανε εμπορική επιτυχία και πήρε καλές κριτικές. Γενικά τα ZEPPELIN στοιχεία είναι αυτά που επικρατούν, αφού και οι blues καταβολές του πρώην τραγουδιστή των DEEP PURPLE μπορούσαν άνετα να ενσωματωθούν σε αυτά. Οι πιο πολλές συνθέσεις είναι mid tem­po και οι πραγματικά δυναμικές στιγμές του άλμπουμ είναι μειοψηφία, κάτι που για τα δικά μου γούστα λειτουργεί αρνητικά. Από την άλλη δεν νομίζω ότι το επίπεδο γενικότερα του άλμπουμ είναι  σε πολύ υψηλά επίπεδα, ειδικά αν συνυπολογίσουμε την αξία των δημιουργών του. Κλασσική περίπτωση γιγάντων που συνεργάζονται με αποτελέσματα πολύ μέτρια, για να μην πω αδιάφορα. Τι άφησε πίσω της μια συνεργασία που ξεχάστηκε τόσο γρήγορα που δεν υπήρχε καν ενδιαφέρον γι’ αυτούς στην Αμερική για περιοδεία; Φανταστείτε πόσο γρήγορα ο κόσμος έχασε τον ενδιαφέρον του για αυτό το project, που μετά από μερικές ημερομηνίες μόνο στην Ιαπωνία, ακυρώθηκαν τα πάντα γιατί οι πωλήσεις των εισιτηρίων ήταν μηδενικές! Τι άφησε λοιπόν; Πέρα από ένα δύο ας πούμε καλά τραγούδια σχεδόν τίποτα… Μια ξεφτισμένη ανάμνηση στον κόσμο και τίποτα άλλο. Θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Κανείς δε ξέρει. Δεν ακούσαμε και ποτέ τα 4 τραγούδια που δεν έβαλαν ποτέ στο άλμπουμ… Έπιασε και φωτιά η αποθήκη της Uni­ver­sal (όχι του Σαμ ρε σεις… σοβαρευτείτε λίγο.. ) πού ήταν φυλαγμένα όλα τα mas­ter tapes και όπως το project έγινε καπνός πολύ σύντομα, έτσι και αυτά δεν θα τα ακούσουμε μάλλον ποτέ. Αν ψάξετε στο YouTube κάποιοι Ιάπωνες έχουν ανεβάσει στιγμιότυπα από συναυλίες τους, να παίζουν τραγούδια ZEPPELIN και WHITESNAKE, ασχολίαστο.  Άσε που το όνομα του Coverdale προηγείται του ονόματος του Page… Επίσης ασχολίαστο!
Δημήτρης Σειρηνάκης

 


CROWBAR — “Crow­bar” (Pave­ment Music)
Όταν λέμε ότι η προέλευση μιας μπάντας παίζει καθοριστικό ρόλο στο πως θα ακούγεται, κάτι τέτοιο εννοούμε. Μεταφερόμαστε στην Νέα Ορλεάνη, τη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας της Louisiana των ΗΠΑ. Μια πόλη χτισμένη πάνω στον ποταμό Mis­sis­sip­pi, μέσα στο βάλτο, με μεγάλη ιστορία στην jazz μουσική (θεωρείται από πολλούς η γενέτειρα του είδους) και με βαρύ ιστορικό φυσικών καταστροφών. Πως να μη γράφεις βαριές και πονεμένες μουσικάρες όταν αυτό είναι το περιβάλλον που μεγαλώνεις; Οι πρώτοι που θα δούμε σε τέτοιο στυλ, και από τους πλέον χαρακτηριστικούς, είναι οι CROWBAR, του riff-o-μάστορα Kirk Wind­stein (DOWN). Ο Kirk εδώ, αναλαμβάνει και τα φωνητικά, χαρίζοντας μας μια πωρωτική γρεζάτη φωνάρα, που κολλάει γάντι στα μαγκιόρικα και βαριά riffs του. Δύο χρόνια μετά το “Obe­di­ence thru suf­fer­ing” που τους σύστησε, οι Αμερικανοί, επανέρχονται με το ομώνυμο τους άλμπουμ μέσω της Pave­ment Music.
Με παραγωγή υπό το βλέμμα του γείτονα, φίλου τους, και συμπαίκτη του Kirk στους DOWN, Phil Ansel­mo, οι CROWBAR επεκτείνουν τις αρετές που μας παρουσίασαν στο ντεμπούτο τους. Δύσκολο πράγμα, όταν από τα 43 λεπτά, πέφτεις στα μόλις 35. Ζόρικες μουσικές, ζόρικοι στίχοι από ζόρικους ανθρώπους. Ανθρώπους που δεν μπλέκεις, γιατί έχουν μάθει να μη τα παρατάνε. Από το “High rate extinc­tion” (“Don’t ques­tion why, on your knees in front of me, weak man, weak mind”), στα video clip του δίσκου “All I had (I gave)” και “Exis­tence is pun­ish­ment” (“My faith is strong with­in myself I bleed of pride, inside I won’t for­give”), ή ακόμα και στο “Hold­ing noth­ing” (“In the end you’ll do your time”), διαφαίνεται ένας ξεχωριστός κώδικας ηθικής. Ο κώδικας ενός μάγκα, που όχι μόνο δεν γονατίζει από τις λαδιές που του κάνουν, αλλά και προειδοποιεί ότι από αυτόν θα το βρείς, ότι του έκανες. Ουαί και αλίμονο σου. Κερασάκι στη τούρτα, η διασκευάρα στο θρυλικό “No quar­ter” των LED ZEPPELIN (ούτε ο ίδιος ο Page δε θα το φανταζόταν τόσο βαρύ).
Δίσκοι που τους ακούς και νιώθεις σαν να περπατάς στους δρόμους της Νέα Ορλεάνη, μυρίζοντας την λιγότερο φανταχτερή αλλά τέρμα αληθινή πλευρά της πόλης. Οι CROWBAR με αυτό το άλμπουμ, κλείνοντας, εδραιώνονται, παράλληλα με συντοπίτες τους, όπως οι EYEHATEGOD, ως οι πρωτεργάτες αυτού του ιδιαίτερου ιδιώματος που ονομάζεται sludge, και θα αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο τη δεκαετία που εξετάζουμε, καθώς και την επόμενη.
Γιάννης Σαββίδης

 


CRUSH – “King­dom of the kings” (Self-Financed)         

Την δεκαετία του 1980, ο μεταλλάς ήταν αρκετά στερημένος σε σχέση με σήμερα. Επίσης τότε δεν υπήρχαν τόσα παρακλάδια και τόσες μουσικές υποκατηγορίες όπως ισχύει στις μέρες μας. Μια παρέα φίλων στα Δυτικά προάστια, έχοντας ακούσματα από το κλασικό heavy met­al της εποχής αλλά και το Επικό met­al στη Αμερική με groups όπως οι OMEN, MANILLA ROAD, CIRITH UNGOL, MANOWAR κλπ, αλλάζουν το όνομα τους από UNDERPOWER σε CRUSH το 1983, θέλοντας να βάλουν και αυτοί το δικό τους λιθαράκι στο Ελληνικό heavy met­al. Το 1988 συμμετέχουν στην θρυλική συλλογή “Greece Attacks”, με το τραγούδι “King­dom Of The Kings” δίνοντας στον κόσμο μια πρώτη γεύση της δουλειάς τους. Δυστυχώς μέχρι το 1993, δεν καταφέρνουν να βρουν εταιρία να κυκλοφορήσουν το υλικό τους και έτσι αποφασίζουν να το κάνουν οι ίδιοι. Εκείνη την χρονιά βλέπει το φως της δημοσιότητας ένα από τα διαχρονικότερα και αντιπροσωπευτικότερα albums του Ελληνικού heavy met­al, με τίτλο το τραγούδι που είχαν πρωτοπαρουσιαστεί το 1988.
Το album δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τα πρωτοαναφερθέντα groups. Συνθέσεις με στακάτα, κοφτά, επιθετικά ριφς, ρεφραίν που θες να τα τραγουδάς μόνο με συνοδεία άπλετου ζύθου, κουπλέ και μελωδίες που άμεσα σου ανέβαζαν την διάθεση, τραγούδια, με αρκετά «πολεμικό» ύφος, που σφύζουν από ηχητικό τσαμπουκά και οργή, στοιχειοθετούν την ηχητική δομή του album. Δυστυχώς η αυτοχρηματοδότηση, έφερε και μέτριο αποτέλεσμα στην παραγωγή των τραγουδιών, τα οποία ηχούν αρκετά «πριμαριστά» ενώ θα έπρεπε να είναι αρκετά πιο «ογκώδη». Παρόλα αυτά, το συνθετικό αποτέλεσμα θα είναι για πάντα μοναδικό. Μεγάλο ατού και στους CRUSH αποτελούσε ο τραγουδιστής του σχήματος, Παναγιώτης Κωνσταντινίδης ο οποίος με τον τρόπο που τραγουδούσε, ανά στιγμές νόμιζες ότι εκπέμπει ένα «μίσος» από το μικρόφωνο, φτύνοντας τις λέξεις εξαιτίας της άπλετης οργής που είχε μέσα του. Το σίγουρο όμως ήταν ότι ταίριαζε απόλυτα με το ύφος των συνθέσεων, δίνοντας τους την ώθηση που χρειάζονταν. Θυμάμαι σαν τώρα στο met­al club που βλέπαμε πολλές φορές δυο από τα μέλη του σχήματος, το τι γινόταν από τον κόσμο όταν ακουγόταν από τα ηχεία το “Unborn”. Το 2009 το album επανεκδίδεται το album σε CD, αφού είχε κυκλοφορήσει μόνο σε βινύλιο μέχρι τότε, με bonus τραγούδι το “Mor­pheus World”, το οποίο μαζί με το προαναφερθέν, είναι για τον γράφοντα τα δύο καλύτερα τους τραγούδια. Τα τελευταία δύο χρόνια το group έχει αναφέρει ότι είναι έτοιμο για την δεύτερη δουλειά του. Αναμένουμε εναγωνίως….
Θοδωρής Μηνιάτης

 


CYNIC – “Focus” (Road­run­ner Records)

Ευλογημένο άλμπουμ και ευλογημένος κι εγώ να μπορώ να γράψω γι’ αυτό. Το “Focus” των CYNIC πέρασε από 40 κύματα μέχρι να κυκλοφορήσει και να δει –τελικά- το φως το 1993, ενώ θα μπορούσε να είχε κυκλοφορήσει πολύ πιο πριν και να έχει κάνει το συγκρότημα ακόμα πιο αναγνωρίσιμο από όσο άμεσα έγινε. Έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με τη Road­run­ner αρχικά, οι Paul Masvi­dal (φωνή/κιθάρα) και Sean Rein­ert (τύμπανα) αρχικά συμμετείχαν το 1991 στο “Human” των DEATH, του κολλητού τους Chuck Schuldin­er, με το συμβόλαιο να τους υποχρεώνει να λάβουν και μέρος στην περιοδεία στην Ευρώπη. Επειδή οι DEATH στη συγκεκριμένη περιοδεία αντιμετώπισαν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, ο εξοπλισμός των Masvidal/Reinert κρατήθηκε για 6 μήνες από έναν διοργανωτή στην Αγγλία. Ενδιάμεσα το συγκρότημα είδε τον μπασίστα Tony Choy να φεύγει για τους ATHEIST και να αντικαθίσταται από τον έτερο ΠΑΙΧΤΑΡΑ Sean Mal­one (πραγματικά δε γίνεται να έφυγε ο ένας και να ήρθε ο άλλος, απίστευτα τυχεροί). Τελικά το σχέδιο να ηχογραφηθεί το “Focus” το 1992 κάπου στον Αύγουστο πήγε επίσης περίπατο, καθώς την ημέρα που πήγαν να ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις, ο τυφώνας Andrew χτύπησε τη Flori­da, καταστρέφοντας το σπίτι του κιθαρίστα Jason Gob­el και το προβάδικο της μπάντας, καθυστερώντας κι άλλο την κυκλοφορία.
Άμα δε σε θέλει που λένε… παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της καταστροφής, γράφτηκε κι άλλο υλικό, μεγάλο μέρος του οποίου κατέληξε τελικά στο “Focus”. O Masvi­dal υποτίθεται ότι θα αναλάμβανε και τα κάφρικα φωνητικά, αλλά προκειμένου να προφυλάξει το λαιμό του που δεν ήταν στα καλά του τότε, επιστράτευσε τον Tony Tee­gar­den, ο οποίος στη συνέχεια τους βοήθησε και στην περιοδεία για το δίσκο και εν πολλοίς λογιζόταν ως το πέμπτο μέλος των CYNIC. O Masvi­dal όμως ολοκλήρωσε κανονικά τα φωνητικά που πέρασαν μέσα από το vocoder. Το αναθεματισμένο, το καταραμένο, το ένδοξο vocoder. Αυτό που άλλαξε ζωές και τερμάτισε τον ανταγωνισμό όσον αφορά την οποιαδήποτε πρωτοτυπία. Αυτό που συνοδεύει τον Masvi­dal από την αρχή του δίσκου με το τιτάνιο “Veil of Maya” και λυτρώνει τον ακροατή για τα επόμενα 36’. Πέραν του vocoder που συνέδεσε το όνομα του συγκροτήματος μαζί του, μιλάμε για συγκρότημα που σε καιρούς που η καφρίλα ακόμα άνθιζε, έβαλαν μπροστά τον πειραματισμό και την ακομπλεξάριστη λογική τους και βγάλανε ένα δίσκο που πήρε χρόνια –αν όχι δεκαετίες- για να γίνει αντιληπτός σε αξία και αισθητική. Χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του Masvi­dal, όταν το 2007 και μετά την επανασύνδεσή τους, βρέθηκαν σε φεστιβάλ όπου και αποθεώθηκαν.
«Η τελευταία συναυλία που θυμάμαι ήταν μια με τους CANNIBAL CORPSE όπου έφαγα μπουκάλι στο κεφάλι και από την άλλη είχαμε 10.000 κόσμο να τραγουδάει το “Veil of Maya” τόσα χρόνια μετά, αυτό δείχνει ότι πλέον πολύς κόσμος έχει καταλάβει το “Focus” ενώ τότε δε μπορούσε». Ο Sean Rein­ert στα τύμπανα αποδεικνύεται μετρονόμος, είναι πολύ δύσκολο να γράφεται αυτό το κείμενο χωρίς αυτόν εν ζωή. Το “Focus” άργησε πολύ να βγει, μετά την περιοδεία του η μπάντα οδηγήθηκε στη διάλυση, καθώς αισθανόταν ότι όλοι ήταν εναντίον τους, οι συγκυρίες, οι κολλημένοι οπαδοί και ακόμα και η μουσική βιομηχανία. Το “Focus” παρόλα αυτά κατάφερε να δημιουργήσει απίστευτη υστεροφημία για το συγκρότημα και να λάβει απίστευτες διακρίσεις όσο περνούσαν τα χρόνια, με παρουσία σε λίστες που το εκθείαζαν και με ένα συγκεκριμένο κείμενο που το τοποθετούσε δίπλα στα “…And jus­tice for all” (METALLICA), “Human” (Death), “Images and words” (DREAM THEATER), εξηγώντας ότι είναι άλμπουμ που συνεχίζουν να πουλάνε πολύ και να δημιουργούν νέες γενιές μεταλλάδων, αποτελώντας παράδειγμα εγκεφαλικού μετάλλου. Πέρασαν 27 χρόνια, αλλά πολύ λίγα άλμπουμ αγαπήθηκαν –έστω και μεταγενέστερα- όσο αυτό και η βαριά κληρονομιά του θα αποτελεί για πάντα μια από τις πλέον ξεχωριστές στιγμές που αποτυπώθηκαν ποτέ με νότες.
Άγγελος Κατσούρας

 


DARK NOVA – “The dark rhap­sodies” (Molon Lave Records)

Η δεκαετία του 1990 είχε ξεκινήσει πολύ καλύτερα για όλα τα Ελληνικά συγκροτήματα που ήθελαν να κυκλοφορήσουν δίσκο. Βλέπετε τα οικονομικά τότε δεν ήταν ανθηρά, ούτε υπήρχε η βοήθεια της τεχνολογίας όπως σήμερα. Έτσι όταν ένα group υπέγραφε σε μια εταιρία, ήταν γεγονός που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Οι DARK DEVILS που είχαν ιδρυθεί το 1987, αλλάζουν το όνομα τους σε DARK NOVA και το 1993 κυκλοφορούν την παρθενική τους δουλειά, το “The dark rhap­sodies”. Θυμάμαι σαν τώρα, να βρίσκω το δίσκο σε χαμηλότερη τιμή δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία, χωρίς να ξέρω το περιεχόμενό του, αφού τότε η πληροφορία διαχεόταν πολύ πιο δύσκολα από σήμερα. Βάζοντας τον δίσκο στο πικάπ απλά κατάλαβα άμεσα το λόγο που είχε πάρει τόσο καλές κριτικές από κοινό και τύπο, αφού το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό.
Οι DARK NOVA, εμφανώς επηρεασμένοι από την τότε pow­er met­al Ευρωπαϊκή και, κυρίως, Αμερικανική σκηνή, δημιούργησαν τραγούδια που δεν είχαν σε τίποτα να ζηλέψουν από όλες τις δουλειές του ιδιώματος. Με σαφείς αναφορές στο στυλ μουσικής έκφρασης των 3 πρώτων δουλειών των FATES WARNING αλλά και άλλων συναφών συγκροτημάτων της τότε σκηνής, μπόλιασαν ιδανικά και πιο pro­gres­sive αλλά και κλασσικά met­al στοιχεία και έτσι η παρθενική τους κίνηση ήταν πάρα πολύ καλή. «Δυστυχώς» το album, το οποίο ήταν θεματικό με ιστορία που αναφέρεται στην πάλη του καλού με το κακό, πως το αντιμετωπίζει ο ήρωας και ποια πλευρά «πρέπει» να διαλέξει, περιελάμβανε μόνο 7 τραγούδια και ένα instru­men­tal, αλλά και πάλι το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό. Το σχήμα είχε δημιουργήσει ένα πολύ καλά δουλεμένο δίσκο ο οποίος το μόνο μεμπτό που είχε ήταν η μέτρια παράγωγη, που μάλλον «χαντάκωσε» κάπως τις συνθέσεις από το να ακουστούν πιο πολύ και σε περισσότερους, και έτσι το album δεν είχε την απήχηση που του άξιζε. Αν εξαιρούσες αυτό, άκουγες τραγούδια σε up tem­po κυρίως ταχύτητες, με έξοχα κιθαριστικά μέρη, ωραία solos, όμορφα ρεφραίν και μελωδίες που απλά σε πώρωναν άμεσα. Μεγάλο ατού σε όλο το δίσκο αποτελούσε ο τραγουδιστής του σχήματος John­ny K. (Γιάννης Κοντογιάννης), ο οποίος θεωρώ πως έδωσε στις συνθέσεις την ώθηση που χρειάζονταν. Μέχρι και σήμερα, παραμένει ένα μικρό διαμάντι της Ελληνικής heavy met­al δισκογραφίας, το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα χάριζε μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα στα μέλη του group, και ίσως τους χάραζε άλλο μέλλον.
Θοδωρής Μηνιάτης

 


DARK TRANQUILLITY — “Sky­dancer” (Spine­farm Records)

Και τα 90s αποκτάνε άλλο χρώμα και το Γκέτεμποργκ αρχίζει και γίνεται μέρος αναφοράς!
Ναι, οι CARCASS με το “Heart­work”, που είδαμε πιο πάνω, έπαιξαν μεγάλο ρόλο φυσικά στον ορισμό του melod­ic death met­al, αλλά η αγία τριάδα που καθόρισε πλήρως τον ήχο και τον έκανε τόσο εμπορικό τότε, είχε μέσα αυτά τα παλικάρια από τη Σουηδία, τους DARK TRANQUILLITY, που εδώ, όντας 19 ετών, κάνουν το πρώτο τους βήμα και με το “καλημέρα” δείχνουν ότι ήρθαν για να δώσουν κάτι διαφορετικό. Προφανέστατα επηρεασμένοι από τα μουσικά τεκταινόμενα στον πιο ακραίο ήχο εκείνη την εποχή και ειδικά της Σκανδιναβίας, αλλά με δική τους προσωπικότητα, κάτι που καταλαβαίνει κάποιος αμέσως από το “Sky­dancer”.
Ένα άλμπουμ σίγουρα άγουρο, με όλες τις παθογένειες που μπορεί να έχει η πρώτη σοβαρή δισκογραφική απόπειρα κάποιας μπάντας εκείνη την περίοδο και με όλη την τεχνογνωσία που δεν είχαν οι νέοι τότε, όπως σήμερα με το inter­net. Αλλά το φυσικό ταλέντο, το χάρισμα μερικών μουσικών, είναι αυτό που έκανε τα 90s τόσο θελκτικά, ακόμα και όχι στις υπεράρτιες στιγμές τους. Έβγαζαν μία νεανική ανεμελιά μερικές φορές και εδώ αυτό υπάρχει. Αλλά αυτός ο δίσκος, παρά τις όποιες ατέλειές του, δείχνει ξεκάθαρα το ταλέντο, την αναζήτηση, την όρεξη που είχε αυτό το σχήμα. Γιατί μετά το “Night­fall by the shore of time” που ανοίγει το άλμπουμ και πατάει πάνω σε όλο το σινάφι των EDGE OF SANITY, AT THE GATES και σία της εποχής, ο κόσμος του δίσκου αλλάζει. Από το “Crim­son winds” (σταθερά αγαπημένο άσμα) με όλες αυτές τις εναλλαγές του, τα σκοτεινά περάσματα και τα πιο “άδεια” μέρη και μετά, οι DARK TRANQUILLITY δείχνουν μεν ότι ακόμα δεν ξέρουν ακριβώς τι θέλουν να παίξουν, αλλά ότι μπορούν να παίξουν πολλά… πάρα πολλά πράγματα. Και να και το “A bolt of blaz­ing gold”, η Lac­ta μου της μπάντας, το πρώτο κομμάτι τους που άκουσα ποτέ και απλά “κόλλησα” για τα καλά, για να σε ψαρώσει και να σου κινήσει το ενδιαφέρον. Χωρίς πλήκτρα, χωρίς εφέ, μόνο με το ταλέντο, η ατμόσφαιρα που έχουν δημιουργήσει αυτοί οι 19-χρονοι σε αυτό το άλμπουμ, οι εναλλαγές από τη μελαγχολία στον τσαμπουκά και από τα ακραία παιξίματα στα groove-άτα, από τα γεμάτα σημεία στα αδειάσματα με ακουστικές, με τα leads και τις μελωδίες να είναι αναπόσπαστο στοιχείο τους, αλλά και με τη χρήση γυναικείων φωνητικών (η κυρία Anna-Kajsa Ave­hall στα “A bolt…” και “Through ebony arch­ways”), δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που δε γίνεται να προσπεράσεις, ειδικά αν μεγάλωνες τότε και ήθελες διαφορετικούς ήχους.
Φυσικά, είναι το ένα και μοναδικό άλμπουμ της μπάντας που τα φωνητικά δεν ανήκουν στον Mikael Stanne, αλλά στον Anders Friden, που έφυγε μετά το άλμπουμ για να πάει σε μία άλλη μπάντα εκεί πιο κάτω στη γειτονιά, τους… IN FLAMES. Μία ωραία αλλαξοκωλιά βασικά, αφού στο ντεμπούτο των IN FLAMES, “Lunar strain” (θα το δούμε αυτό όταν φτάσουμε στο 1994), τραγουδάει ο Stanne!
Παρά του ότι είναι πρώτο βήμα, παρά του ότι η μπάντα δεν έχει βρει ακόμα τα απόλυτα πατήματά της, παρά τα όσα μπορεί να βρει κάποιος, το “Sky­dancer” δεν παύει να είναι η αρχή, αλλά και ένα άλμπουμ που έχει κάποια κομμάτια που ακόμα και σήμερα θα μπορούσαν να είναι στο setlist του σχήματος. Αν βάλουμε τον οπαδό να επιλέξει, σίγουρα τα “A bolt…”, “Shad­ow duet”, “Crim­son winds” και “Alone”, θα τα ήθελα πάντα. Προφανώς και λογικότατα δεν γίνεται με τόσα άλμπουμ, αλλά απλά το λέω, έτσι για την κουβέντα ρε παιδάκι μου.
Το “Sky­dancer” είναι η γνωριμία, ο ρομαντισμός και η νεανικότητα… από το “The gallery” όμως, το επόμενο και μόλις δεύτερο, αρχίζουν τα πράγματα να σοβαρεύουν για τα καλά, για μία μπάντα που έβαλε τη σφραγίδα της στη δεκαετία που αναλύουμε!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


DARKTHRONE – “Under a funer­al moon” (Peaceville)
Οι DARKTHRONE είναι μια από της θρυλικότερες μπάντες του μαυρομεταλλικού ήχου. Αρχικά με την κυκλοφορία του “Soul­side jour­ney” δημιουργήθηκε αρκετός ντόρος στα πλαίσια της under­ground σκηνής και το τεχνικό death met­al του ντεμπούτου των Νορβηγών έδειχνε μια ταλαντούχα μπάντα που είχε τα φόντα να εξελιχθεί και να δώσει αρκετά πράγματα στα πλαίσια αυτού του ήχου. Το δεύτερο όμως death met­al album της μπάντας δεν κυκλοφόρησε ποτέ, τουλάχιστον έτσι όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αυτό έμεινε σε μια κασέτα, σε ορχηστρική μορφή (μέχρι το 1996) και αντ’ αυτού η μπάντα από το Kol­botn έγραψε και κυκλοφόρησε το θρυλικό “A blaze in the north­ern sky”, το οποίο ήταν ένας από τους θεμελιώδεις λίθους του δεύτερου κύματος του black met­al και ένα από τα διαμάντια της Νορβηγικής σκηνής. Παρόλα αυτά, οι death met­al επιρροές δεν έλειπαν, με τον Fen­riz να λέει χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξη πριν κάμποσα χρόνια, πως αν το “A blaze in the north­ern sky ” ήταν καθαρόαιμο black met­al, θα αποτελούνταν μόνο από 3 κομμάτια…
Η απόλυτη μεταμόρφωση των Νορβηγών σε μια καθαρόαιμη black met­al μπάντα έγινε με την κυκλοφορία του “Under a funer­al moon”, το οποίο (αν και ηχογραφημένο από τον Ιούνιο του 1992) κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1993, τη στιγμή ακριβώς που ξεσπούσε το μεγάλο χάος στη Νορβηγική σκηνή. Ψυχρό, μινιμαλιστικό, «άσχημο» και ωμό, με μια ανίερη και σκοτεινή ατμόσφαιρα, οδηγούσε τις εξελίξεις στον black ήχο. Το σιδηροδρομικό riff­ing, οι φρενήρεις, πολλές φορές, ρυθμοί, τα απόκοσμα και ικανά να σε στοιχειώσουν φωνητικά του Noc­turno Cul­to, αλλά και το λιτό πλην συμπαγές drum­ming του Fen­riz ήταν μερικά μόνο από τα κύρια χαρακτηριστικά του τρίτου δίσκου των Νορβηγών. Ήταν μάλιστα κι αυτός ο δίσκος που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα του Zephy­rous, ο οποίος είχε βάλει και την υπογραφή του στα “Unholy black met­al” και “Inn i de dype skogers favn”. Αν έπρεπε να αναφέρω σώνει και ντε κάποια high­lights του δίσκου αυτά θα ήταν σίγουρα το αφηνιασμένο “Unholy black met­al” (όνομα και πράμα), η Bathor-ίλα του επικού “To walk the infer­nal fields”, το “Under a funer­al moon” με το απίστευτο black/ thrash μεσαίο του riff (το μπάσο στο σημείο αυτό είναι σκέτο όνειρο), αλλά και το μονολιθικό “Cross­ing the tri­an­gle of flames”, το οποίο μετατρέπεται το τελευταίο δίλεπτο σε ένα υφέρπον “τέρας” και κλείνει το δίσκο σε πλήρη δυσαρμονία.
Για να μην μασάμε τα λόγια μας, μπορεί με το “A blaze in the north­ern sky” να μπήκε το νερό στο αυλάκι για τον μαυρομεταλλικό ήχο και το “Tran­sil­van­ian hunger” να αποτέλεσε κάποια χρόνια αργότερα το ύψιστο ίσως μνημείο πρωτόγονου και ωμού black met­al, αναμφίβολα όμως το “Under a funer­al moon” ήταν ο δίσκος ορόσημο για τη μετέπειτα εξέλιξη της Νορβηγικής (και μη) σκηνής. Αρχέτυπο black met­al, στην πιο αγνή του μορφή…
Θανάσης Μπόγρης

 


DEATH – “Indi­vid­ual thought pat­terns” (Rel­a­tiv­i­ty Records)

Mετά τη γλυκιά εκδίκηση που πήρε ο Chuck Schuldin­er με την κυκλοφορία του “Human”, κλείνοντας  για πάντα τα στόματα όσων των είχαν αμφισβητήσει, είχε έρθει η ώρα για το νέο πέμπτο άλμπουμ των DEATH. Οι Paul Masvi­dal και Sean Rein­ert (κιθάρα και τύμπανα αντίστοιχα) δε μπορούσαν να συνεχίσουν στη μπάντα καθώς έβαλαν πλώρη στο να ηχογραφήσουν –επιτέλους- το “Focus” με τους CYNIC. Έτσι ο Chuck αναγκάστηκε να βρει αντικαταστάτες. Ο Gene Hoglan των τότε πρόσφατα διαλυμένων DARK ANGEL θα αναλάμβανε τα τύμπανα, ενώ όσον αφορά τη θέση του κιθαρίστα, ο Chuck κάνει την πολύ μεγάλη έκπληξη και αναθέτει στο είδωλό του, Andy LaRocque, των KING DIAMOND τη θέση. Ο Steve DiGior­gio είχε μείνει πιστός στον κολλητό του και έτσι το αποτέλεσμα του “Indi­vid­ual thought pat­terns” όπως τιτλοφορήθηκε ο δίσκος, θα ήταν ένας προοδευτικός οργασμός, που θα πήγαινε το συγκρότημα πολλά βήματα μπροστά ακόμα κι από το “Human”. To προαναφερθέν άλμπουμ, θεωρείται ανέκαθεν η γέφυρα ανάμεσα στην πρότερη κάφρικη περίοδο των τριών πρώτων δίσκων και την μετέπειτα προοδευτική κατεύθυνση των τελευταίων τριών δίσκων, με το “Indi­vid­ual thought pat­terns” τελικά να σημαίνει την «αντεπίθεση» του Chuck και την θέληση του να εκφραστεί σε πιο παραδοσιακές μεταλλικές φόρμες, χωρίς να ξεχνάει τις ρίζες του.
Έχοντας τους DiGiorgio/Hoglan σε τρομερή έξαρση, ο Chuck μάλλον έβλεπε μπροστά και ήξερε ότι θα μας προσφέρει την κορυφαία μεταλλική ρυθμική βάση όλων των εποχών, το μπάσο του DiGior­gio πραγματικά σε σημεία ακούγεται σαν ρυθμική κιθάρα και είναι αρκετά μπροστά στην ηχογράφηση, πράγμα που δεν ενοχλεί κανέναν. Από την άλλη, ο Hoglan ήταν ο μόνος ίσως άνθρωπος που θα μπορούσε να κάτσει στο σκαμνάκι σε δίσκο των DEATH μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο Rein­ert στο “Human”. Oι δυο τους λοιπόν θέτουν ένα τρομερό επίπεδο παιξίματος με τον Chuck να τρίβει τα χέρια του και να προβαίνει σε δηλώσεις που έδειχναν το όραμα του: «Ήθελα τα πάντα στο άλμπουμ να είναι τέλεια. Μεγάλωσα ακούγοντας πολλές μπάντες με διπλή κιθαριστική επίθεση και θεωρώ ότι είναι κάτι σημαντικό να έχεις αν θέλεις να ακούγεσαι βαρύς, δίνει ποικιλία στη μουσική. Ελπίζω ότι το άλμπουμ θα σηκώσει όλο το μεταλλικό ήχο σε ένα υψηλότερο επίπεδο, δείχνουμε ότι χωρίς να κουρδίσεις χαμηλά, μπορείς να ακούγεσαι βαρύς και μελωδικός την ίδια στιγμή. Μου αρέσει να παίρνω ρίσκα σαν συνθέτης, δεν βάζω όρια στον εαυτό μου, αφήνω τα γνωστά μονοπάτια, η πρόοδος είναι αυτή που κρατάει την μουσική ενδιαφέρουσα». Κάτι που το έδειξε μέχρι και με ακουστικές κιθάρες!
Το άλμπουμ ήταν ένας προσωπικός θρίαμβος για τον Chuck και μέχρι τέλους αποτελούσε το αγαπημένο του άλμπουμ. Οι DEATH ξέροντας ότι δε θα έχουν τον LaRocque στις περιοδείες, επιστράτευσαν αρχικά τον Ralph San­tol­la για την περιοδεία με τους SACRIFICE, ενώ στην Ευρώπη στη συνέχεια τη θέση πήρε ο Craig Loci­cero των FORBIDDEN, όπου περιόδευαν με τους ANACRUSIS. Μάλιστα έπαιζαν και μια διασκευή του “Black mag­ic” των SLAYER! Τότε ήταν που μπήκε και η ιδέα στον Chuck να δημιουργήσει ένα κλασικομεταλλικό συγκρότημα με έναν τραγουδιστή που θα ήταν πολύ καλύτερος από τον ίδιο. Ο Chuck μάλιστα δήλωνε ότι θα ήθελε πολύ να έχει έναν τραγουδιστή όπως τον Chris­t­ian Augustin των SORTILEGE και ότι όταν θα έρθει η ώρα, ο κόσμος θα εκπλαγεί από το υλικό που θα συνθέσει. Ο δίσκος των CONTROL DENIED άργησε 6 χρόνια, αλλά ο Chuck ήταν ψυχή και σώμα εκτός death met­al με την παραδοσιακή του έννοια από καιρό πριν. Η πρόοδος την οποία χάραξε, δεν βρήκε μιμητές γιατί κανείς δε θα μπορούσε να παίξει έτσι, από την άλλη, βρήκε μεγαλύτερο ακροατήριο και κατάφερε να βάλει τους DEATH σε μια πορεία που σίγουρα ο ίδιος θεωρούσε ιδανικότερη σε σχέση με τις αρχές της μπάντας του…
Άγγελος Κατσούρας

DEEP PURPLE — “The bat­tle rages on” (BMG)
Ο Ian Gillan φεύγει, o Ian Gillan έρχεται, η αλήθεια είναι πως από το περίφημο reunion και μετά, οι DEEP PURPLE ακροβατούσαν πάνω στην κόντρα Gillan – Black­more με τους άλλους τρεις να σφυρίζουν αδιάφορα γιατί το μόνο που τους νοιάζει είναι μη διαλύσει η μπάντα και χάσουν τα εκατομμύρια. Ποτέ ξανά δεν έχω ξαναδεί τόσο άβουλη τριάδα σπουδαίων μουσικών όσο οι Glover, Paice και Lord. Γιατί ρε φίλε, οι μεγάλες μπάντες θέλουν και μεγάλες προσωπικότητες που κάνουν υπερβάσεις όταν χρειάζεται. Έρμαια των καταστάσεων και οι τρείς, παρακολουθούσαν από την μια τον Ian Gillan να φεύγει,  καλώς ή κακώς, αλλά ακόμα χειρότερα την στιγμή που δεν έπρεπε απαίτησαν (για πρώτη φορά στην ζωή τους)  σαν κακομαθημένα παλιόπαιδα την επιστροφή του, μη διακρίνοντας  το γελοίο  του πράγματος, ότι ναι μεν πριν λίγο καιρό με την αδιαφορία σου τον διώχνεις επειδή ο Black­more έτσι θέλει, και ύστερα για να μην χυθεί η καρδάρα με τα δολάρια τον φωνάζεις πίσω, δήθεν να γιορτάσεις τα 25 χρόνια της μπάντας. Εγώ λέω αν είσαι παντελονάτος, απλά διαλύεις την μπάντα. Τώρα όλοι είναι χαρούμενοι εκτός του Black­more, που έχει στο μεταξύ προτείνει τον θαυμάσιο Mike DiMeo πάρει την θέση του τραγουδιστή, αλλά ο Glover τον βρίσκει μέτριο (;) αφού φυσικά άλλα έχει στο μυαλό του. Το αστείο είναι πως τα περισσότερα  τραγούδια που θα έμπαιναν στο “The bat­tle rages on” έχουν ηχογραφηθεί μια με τον Turn­er, μια με τον DiMeo και τελικά άλλη μία με τον Gillan. Έτσι θυμάμαι τον εαυτό μου, τον Αύγουστο του 1993 να αγοράζει το άλμπουμ με την απορία τι στα κομμάτια θα άκουγε, αλλά ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι το άλμπουμ θα ήταν μάπα. Το γιατί δεν το ήξερα, αλλά αυτό το πισωγύρισμα δεν μου έμοιαζε φυσιολογικό. Για να μην τα πολυλογούμε λοιπόν, όντως το συγκεκριμένο άλμπουμ, είναι άνευρο, δεν έχει έμπνευση, η παραγωγή είναι εντελώς αδιάφορη. Είναι απλά διαδικαστικό γιατί έπρεπε να κυκλοφορήσει και δείχνει με σαφήνεια το ρήγμα στις τάξεις της μπάντας. Χωρίς καμία αμφιβολία είναι το χειρότερο DEEP PURPLE άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε, και δεν θέλω να ακούσω σχόλια για το “House of blue light” ή το “Slaves and mas­ters” τα οποία είχαν στιγμές άπειρης έμπνευσης σε σχέση με τούτο εδώ. Το “Bat­tle…”  έχει δυο καλές στιγμές, το ομώνυμο τραγούδι και το “Anya” (γιατί κανείς δε λέει ποτέ ότι το riff στην αρχή είναι κλεμμένο από το “Live and let die”;;). Αυτές ναι, είναι καλές στιγμές, αλλά σχεδόν οι μοναδικές ενδιαφέρουσες  που έχει να μας προσφέρει το άλμπουμ που από εκεί  και πέρα χάνεται σε ένα χάος μετριότητας έως και αδιαφορίας με τα “Soli­taire” και “Time to kill” απλά να διασώζονται. Για τον κιθαρίστα, το όλο φταίξιμο για την μετριότητα που επικρατεί εδώ είναι ο τρόπος που τραγούδησε ο Gillan τα τραγούδια. Μα νομίζω πως ούτως ή αλλιώς με την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μέσα στο συγκρότημα το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να ήταν  διαφορετικό. Ευνόητο φυσικά ήταν πως η ένταση θα μεταφέρνονταν στη σκηνή, παραδόξως και με θετικά αποτέλεσμα, αλλά η αντιπάθεια των δυο στρατοπέδων οδήγησε σε μια ακόμα ρήξη με φυσικό επόμενο αυτή τη φορά την οριστική και αμετάκλητη αποχώρηση του Black­more πριν καν τελειώσει η κουτσουρεμένη παγκόσμια περιοδεία τους. Απορώ πως κάποιοι είναι τόσο κουφοί που δεν βλέπουν εδώ το χάλι της μπάντας αλλά έχουν το θράσος να μιλάνε για το “Slaves and mas­ters” που είναι δεκάδες φορές πιο ψηλά σε ποιότητα από αυτό εδώ.
Δημήτρης Σειρηνάκης

DEF LEPPARD – “Retro Active” (Mer­cury)
Ήταν Ιανουάριος του 1993 όταν όλα τα μέλη του επίσημου fan club των DEF LEPPARD λαμβάναμε μέσω ταχυδρομείου το καθιερωμένο newslet­ter, το πρώτο εκείνης της χρονιάς. Πριν ανοίξω το φάκελο, φανταζόμουν τα κλασικά (ευχές από τη μπάντα για το 1993, νέα για την περιοδεία του “Adren­a­l­ize”, merch κτλ.). Με τίποτα όμως δεν περίμενα ότι θα ανακοινώνονταν για πρώτη φορά η είδηση του επερχόμενου νέου δίσκου της μπάντας! Μετά το αρχικό σοκ –γιατί μην ξεχνάμε ότι οι DEF LEPPARD…έπαιρναν πάντα το χρόνο τους για τη δημιουργία ενός δίσκου, για να το πούμε κάπως κομψά και το “Adren­a­l­ize” είχε κυκλοφορήσει μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα- μια πιο προσεκτική ματιά, μας αποκάλυψε ότι δεν ήταν ένα ολοκαίνουργιο άλμπουμ αλλά μία συλλογή από σπάνια κομμάτια των DEF LEPPARD, κάποια b’ sides, ορισμένες διαφορετικές εκτελέσεις κτλ. Ουσιαστικά, τα παιδιά από το Sheffield ήθελαν να κλείσουν το κεφάλαιο Steve Clark και να υποδεχτούν δισκογραφικά τον Vivian Camp­bell. Αυτό ήταν το “Retro Active”.
H ιδέα για το “Retro Active” ανήκε κυρίως στους Joe Elliott & Rick Sav­age οι οποίοι εμπνεύστηκαν τη συγκεκριμένη κίνηση από μία αντίστοιχη συλλογή των THE WHO, το “Odds & Sods” του 1974. Η πιο «λιτή» παραγωγή σε σχέση με τις επιβλητικές παραγωγές των τριών προηγούμενων δίσκων ταίριαζε με τη νέα δεκαετία αλλά και με την πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα του “Retro Active”. Στα high­light σίγουρα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την εξαιρετική νέα εκτέλεση του “Ride into the sun” (με τον Ian Hunter στο πιάνο), τη διασκευή στο “Action” των SWEET (επίσημη πρώτη ηχογράφηση του Camp­bell με τους LEPPARD), τα απίστευτα “Frac­tured love” & “Desert song” (τα οποία ήταν να μπουν στο “Hys­te­ria”), το hit με το “Two steps behind” κ.α. Γενικά μιλώντας το “Retro Active” ήταν ταυτόχρονα το τέλος μίας περιόδου αλλά και το απαραίτητο μεταβατικό άλμπουμ για τη δύσκολη συνέχεια που ερχόταν. Και έτσι πρέπει να το δούμε… Βέβαια, ο Elliott ακόμη θυμάται πόσο είχαν πρηστεί τα χέρια του που χτυπούσαν ρυθμικά τα μεγάλα κιβώτια των περιοδειών (road cas­es) προκειμένου ο παραγωγός Pete Woodroffe να πιάσει τον ήχο της…ζούγκλας στην εισαγωγή του “Frac­tured love”. Μόλις το κατάφερε στις 7 το πρωί, πήρε το αεροπλάνο με προορισμό το Sheffield και την ιστορική συναυλία στο Don Val­ley Sta­di­um τον Ιούνιο του 1993.
Σάκης Νίκας

 


DIAMOND HEAD — “Death and progress” (Bronze Records) 
Ήταν μεγάλη η συγκίνηση όταν κυκλοφόρησε το 1993 το “Death and progress”, ο πρώτος δίσκος της επανασύνδεσης των Tatler/ Har­ris, δέκα ολόκληρα χρόνια από την τελευταία τους stu­dio κυκλοφορία. Από την μια πλευρά η άδικη κατάληξη και η διάλυση που είχε το σχήμα, η εμπορική καταξίωση που δεν ήρθε ποτέ όπως επίσης και η μακροχρόνια απουσία από το προσκήνιο των μελών, είχε δημιουργήσει μια σχετική απορία στους οπαδούς για το που βρίσκονται και τι κάνουν.
Βλέπετε βρισκόμαστε στις αρχές των 90s όπου το όνομα  των DIAMOND HEAD είχε ξαναρχίσει να επανέρχεται στο προσκήνιο με την συλλογή “ NWOBHM 79 Revis­it­ed” των Lars Ulrich και Geoff Βar­ton.  Τα  αλλεπάλληλα καλά λόγια του Lars Ulrich για το πόσο σημαντικοί  υπήρξαν οι DIAMOND HEAD  για την πορεία των ΜΕΤΑLLICA είχαν πια κάνει γνωστούς τους Βρετανούς στην νέα φουρνιά οπαδών και επακόλουθο όλων αυτό δεν ήταν παρά η επανασύνδεση, μια δεύτερη ουσιαστικά ευκαιρία για τo συγκρότημα.
O δίσκος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1993  με συμμετοχές των Tony Ιom­mi  στο εναρκτήριο “Star­crossed (lovers of the night)” και του Dave Mus­taine στο “Τruckin’”. Θα περίμενε κανείς και μια συμμετοχή του Lars στον εν λόγω δίσκο αλλά αυτός – περιέργως- την ίδια χρονιά συμμετέχει στο “In the shad­ows” , το πρώτο album της επανασύνδεσης των MERCYFUL FATE. Μυστήρια πράγματα ή τον πρόλαβε ο Mega Dave στην στροφή.
Το “Death and progress” διαθέτει  μερικά εξαιρετικά κομμάτια κατά την άποψή μου και είναι ένας παρά πολύ καλός μελωδικός hard rock δίσκος που εκπλήρωσε όλες εκείνες τις προσδοκίες που είχα από την μπάντα την συγκεκριμένη περίοδο. Nα σημειωθεί ότι προσωπικά δεν τους είχα αναθεματίσει για το “Can­ter­bury” καθώς  τον βρίσκω έναν πανέμορφο δίσκο με πολύ ιδιαίτερες συνθέσεις, παρόλο που καταλαβαίνω τους λόγους αυτών που το έκαναν.
Το “Run” είναι από εκείνα τα  κομμάτια που τα άκουγα μανιωδώς εκείνο το καλοκαίρι και το θεωρώ επίσης και ένα από τα καλυτέρα στο ρεπερτόριό τους . Το λαρύγγι του Sean Har­ris εδώ κάνει θαύματα σε μια σύνθεση που θα ζήλευαν και οι DEF LEPPARD. Το μελωδικό “Call­ing your name” είναι το δεύτερο καλύτερο κομμάτι στον δίσκο, ακολούθως τα “Par­adise”, “Star crossed (lovers of the night)”, “Damna­tion street”, “Wild in the streets” και “Dust”, όλα διαθέτουν μια φρεσκάδα και μια “λάμψη”, αντιπροσωπευτικά του χαρακτήρα  των “νέων” DIAMOND HEAD.
Σε αυτόν τον δίσκο η μελωδικότητα υπερισχύει έναντι της heavy πλευράς του ήχου τους και  η πολύ ωραία και καθαρή παραγωγή τονίζει αυτήν την προτίμηση τους σε αυτό τον τομέα. Προσωπικά, μετά από τόσα χρόνια τον βρίσκω το  ίδιο φρέσκο όπως τότε που κυκλοφόρησε. Αν κάποιος θελήσει να ακούσει κομμάτια τύπου “Am I Evil”και “Help­less” δεν θα τα βρει εδώ μέσα και καλύτερα να μείνει στα δυο πρώτα θρυλικά album της μπάντας για πάντα.
Να αναφέρουμε επίσης ότι οι MEΤΑLLICA το ‘93 βρίσκονται στην καλύτερη φάση της καριέρας τους και καλούν τους επανασυνδεμένους ήρωες τους να ανοίξουν την συναυλία τους στο Mil­ton Keynes Nation­al Bowl στις 5 Ιούνιου  με προσκεκλημένους επίσης τους ΜΕGADETH και τους ALMIGHTY.
Γιάννης Παπαευθυμίου
 


DISINCARNATE – “Dreams of the car­rion kind” (Road­run­ner Records)
Οι DISINCARNATE είναι μια πολύ ειδική –και βραχύβια- περίπτωση στο χώρο του death met­al, καθώς κυκλοφόρησαν μόλις ένα άλμπουμ –αλλά τι άλμπουμ- το 1993. Ο λόγος για το καταπληκτικό “Dreams of the car­rion kind”, ενώ μια χρονιά πριν, είχε προηγηθεί το demo “Soul ero­sion” (1992). Το συγκρότημα απάρτιζαν οι Bryan Cegon (φωνητικά), Jason Car­man (ρυθμικές κιθάρες), Tomas Via­tor (τύμπανα) και… η αυτού Τεραστιότης James Mur­phy σε κιθάρες και μπάσο. Ποτέ δεν είχε γίνει αντιληπτό αν οι DISINCARNATE ήταν μια μπάντα που μαζεύτηκε και είχαν την τύχη να βρεθεί ο Mur­phy στο δρόμο τους ή αν ήταν ένα συγκρότημα που έφτιαξε ο Mur­phy με άγνωστους σχετικά μουσικούς. Ωστόσο με τα χρόνια, έχει προκριθεί η δεύτερη οπτική σύμφωνα και με δηλώσεις του ίδιου του Mur­phy. Το συγκρότημα ακολούθησε μια σειρά αναζητήσεων του Mur­phy ο οποίος αφού πέρασε από AGENT STEEL, HALLOWS EVE, DEATH, OBITUARY, CANCER ενδιάμεσα και δεν είχε στεριώσει, θέλησε να κάνει μια μπάντα όπου θα είχε το γενικό πρόσταγμα και φυσικά τα ηνία του συνθετικού τομέα. Ο δίσκος αποτελείται σύμφωνα με φήμες από αρκετές ιδέες που δεν μπήκαν στο “Cause of death” των OBITUARY και από υλικό που είχε συνθέσει για το επόμενο άλμπουμ των Obies, χωρίς προφανώς να ξέρει ότι θα φύγει.
Το αποτέλεσμα του “Dreams of the car­rionkind” είναι μοναδικό στα χρονικά, καθώς ο αθεόφοβος Mur­phy με τον χαρακτηριστικότερο κιθαριστικό ήχο από όλους τους μεταλλάδες κιθαρίστες (τον καταλαβαίνει ακόμα και κουφός), έφτιαξε ένα άλμπουμ που δεν έμοιαζε με τίποτα και κανέναν, αλλά ταυτόχρονα παρέμενε κορυφαίο συνθετικά και μάλιστα με την κυκλοφορία του έστρεψε τα φώτα ακόμα περισσότερο προς τον χαρισματικό παιχταρά. Σε μια πολύ μεταβατική χρονιά για το είδος, αρκετοί είδαν τους DISINCARNATE ως ελπίδα του ήχου και πως θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν συνολικά το death met­al. Κάτι που δυστυχώς δε συνέβη ποτέ, καθώς η μπάντα χάθηκε και δεν υπήρξαν ξανά ίχνη της (συν οι επόμενες «αναζητήσεις» του Mur­phy με KONKHRA και TESTAMENT που δεν του άφησαν πολύ χρόνο). Προσθέστε και την περιπέτεια του με τον καρκίνο που τον ταλαιπώρησε για μια δεκαετία (νικητής βγήκε ο ογκόλιθος το 2011) και καταλαβαίνετε γιατί οι DISINCARNATE δεν βρήκαν ποτέ χρόνο να αναδυθούν από τις στάχτες τους. Τη στιγμή που μιλάμε, υπάρχουν πλάνα για ένα δεύτερο άλμπουμ με την αυθεντική σύνθεση και πως ο Mur­phy έχει κρατήσει ειδικό υλικό μέσα στα χρόνια. Ευχή όλων να μπορέσουμε κάποια στιγμή να ακούσουμε κάτι νέο από τη μπάντα, χωρίς απαραίτητα να τρέφουμε αυταπάτες για ανάλογο αποτέλεσμα.
Το “Dreams of the car­rion kind” ήταν το αγαπημένο άλμπουμ του αγαπημένου μου φίλου Νίκου Γκέκα, ο οποίος έφυγε πολύ νωρίς το 2016 σε ηλικία μόλις 31 ετών. Όποτε ερχόταν η συζήτηση σε αυτό, το πρόσωπο του έλαμπε και ενώ ήταν τρομερός οπαδός του ακραίου ήχου, αυτό ήταν το άλμπουμ που στεκόταν ψηλότερα όλων. Για σένα φιλαράκι!
Άγγελος Κατσούρας

DISMEMBER – “Inde­cent and obscene” (Nuclear Blast)

Για τους DISMEMBER ήταν μια ιδανική διετία αυτή μεταξύ 1991–1992. Είχαν ήδη βγάλει το παρθενικό τους άλμπουμ “Like an ever­flow­ing stream” και το ΕΡ “Pieces” αντίστοιχα και λογιζόντουσαν μαζί με τους ENTOMBED ως η καλύτερη μπάντα του ολοένα και αυξανόμενου Σουηδικού death met­al κύματος. Το συγκρότημα φρόντισε να αποκτήσει δημοσιότητα την οποία δεν ήθελε απαραίτητα, αλλά βοήθησε στο να κερδίσει φίλους και να ακουστεί το όνομα τους. Λόγω του κομματιού “Skin her alive”, μπλέχτηκαν σε μια υπόθεση η οποία θεωρούσε ότι ο δίσκος έχει βίαιο υλικό (δεν ήταν ψέμα ηχητικά) και γενικά στην Αγγλία αντιμετώπισαν προβλήματα. Ωστόσο όταν κατακάθισε η σκόνη, η δημοτικότητα τους είχε ανέβει σημαντικά και έτσι με μεγαλύτερη σιγουριά μπήκαν να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους. Το “Inde­cent and obscene” πήρε τον τίτλο τους από ένα από τα άρθρα Αγγλικής εφημερίδας εκείνης της εποχής που όντως τους χαρακτήριζε ως inde­cent and obscene συγκρότημα. Το δε χαρακτηριστικό εξώφυλλο το εμπνεύστηκαν όταν είδαν ένα πόστερ του Jim Mor­ri­son για το “The Amer­i­can Poet” των THE DOORS. Τελικά το άλμπουμ κατάφερε να κυκλοφορήσει λίγο πριν τελειώσει το 1993 (7 Δεκεμβρίου) και να κρατήσει το όνομα του συγκροτήματος στον αφρό με την ποιότητα τους, ενώ έχει και τις μεγαλύτερες πωλήσεις δίσκου τους.
Ο ήχος του “Inde­cent and obscene” είναι ελαφρώς πιο συμμαζεμένος από τον οχετό του προκατόχου του “Like an ever­flow­ing stream”. Οι κιθάρες μεν πάλι ξυρίζουν σε κάθε δυνατή ευκαιρία, τα τύμπανα ακούγονται πραγματικά τέλεια, ΤΑΚΑ-ΤΟΥΚΑ και πολύ μπροστά, ο Mat­ti Kar­ki κι αυτός σε πιο καθαρή άρθρωση και πιο μπροστά στην ηχογράφηση. Από την άλλη δε γίνεται εδώ μέσα αυτή η ΣΦΑΓΗ που γίνεται στο πρώτο άλμπουμ ή το EP “Pieces”. Υπάρχουν σημεία που ο ακροατής μπορεί να ανασάνει λίγο (τρόπος του λέγειν) ενώ αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της λίγο πιο ευδιάκριτα η Maid­en-ίλα που θα τους συνόδευε ακόμα περισσότερο στα επόμενα άλμπουμ (πάντα στα σωστά σημεία ωστόσο και χωρίς η μελωδία να προκρίνεται της ακρότητας). Ο δίσκος ξεκινάει με την κορυφαία κραυγή του “Flesh­less” και θέτει το μοτίβο που ακολουθεί, μιλάμε για τίμιο ξύλο όπως το ονειρεύεται ο κάθε κάφρος εκεί έξω, ο Fred Est­by κομματιάζει τα τύμπανα του, οι κιθάρες νιώθεις ότι δε θέλουν να σταματήσουν μέχρι να σε γδάρουν ζωντανό κι αυτό συνεχίζεται στο πρώτο εκ των δύο βίντεο κλιπ του δίσκου, το τρομερό “Skin­fa­ther”. Για πολλούς είναι και το κορυφαίο κομμάτι που έγραψαν ποτέ, ενώ το βίντεο έδειχνε και το τι συνέβαινε στις συναυλίες τους .
Το “Skin­fa­ther” είναι η κάφρικη στιγμή του δίσκου, από την άλλη το άλμπουμ κλείνει με το στοιχειωτικό “Dream­ing in red”, το ξεκίνημα του με την κορυφαία μπασογραμμή έχει γίνει trade­mark των DISMEMBER, ενώ συνολικά μιλάμε για απίστευτο κομμάτι, που απλώνεται σε μια εφιαλτική δομή και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα high­lights όλου του death met­al. Από το δίσκο δε λείπουν στιγμές που το καθιστούν ακόμα πιο κορυφαίο όπως η ανίερη τριάδα των “Soul devour­er”, “Reborn in blas­phe­my” (ύμνος) και “Evis­cer­at­ed (bitch)”, ενώ τα “Sor­row­filled”, “Case # Obscene” και “9th cir­cle” δείχνουν ότι δεν έχουμε ΜΟΝΟ ξύλο εδώ μέσα, αλλά η μπάντα προσπαθεί να παίξει και λίγη μουσική, με το groove να πρωταγωνιστεί. Το groove που αναφέρουμε έκανε πολλούς να τους γυρίσουν την πλάτη (που να έβλεπαν τι θα γινόταν στη συνέχεια), ενώ γενικότερα υπήρχε η αίσθηση ότι το “Inde­cent and obscene” ήταν ένα φοβερό άλμπουμ, αλλά πάντα το υπερκάλυπτε το φάντασμα του πρώτου δίσκου και του χαμού που γινόταν εκεί μέσα. Οι πωλήσεις του δίσκου μαρτύρησαν το αντίθετο, οι DISMEMBER ήταν στην καλύτερή τους φάση, μέχρι και το MTV τους έπαιζε συνεχώς και για τελευταία φορά μπορούσαν να υπερηφανεύονται ότι έβγαλαν ένα μνημειώδες άλμπουμ, το οποίο δυστυχώς δεν επανέλαβαν ποτέ…
Άγγελος Κατσούρας

DISSECTION — “The Somber­lain” (No Fash­ion Records)

Γνωστή η αγάπη μου για τη Σουηδία και τη σκηνή της, το 1993 όμως συγκεκριμένα ήταν η χρονιά που οι Σουηδοί κέρδιζαν το ματς πριν καν βγουν οι άλλες ομάδες στο γήπεδο. Τρομερές κυκλοφορίες, πολύ σημαντικοί δίσκοι, ένας από αυτούς είναι οπωσδήποτε και το “The Somber­lain”, το ντεμπούτο των αγαπημένων μου DISSECTION.
Με απλά λογάκια, ας δούμε γιατί το “The Somber­lain” είναι μια εξαιρετικά σημαντική κυκλοφορία, γενικότερα. Αυτός λοιπόν είναι ο μοναδικός δίσκος που κυκλοφόρησε με το orig­i­nal line up της μπάντας, χρειάστηκαν 4 χρόνια για τη σύνθεσή του (!), αλλά μόλις 5 μέρες για την ηχογράφηση του (!!!).
Στην καρέκλα του παραγωγού ο γνωστός και μη εξαιρετέος Dan Swano, οι συνθέσεις, 11 στον αριθμό, φέρουν κατά 75% (περίπου) τη σφραγίδα του ηγέτη και αρχηγού Jon Nodtvei­dt, ο δίσκος “έφαγε” 4 επανακυκλοφορίες, η μία καλύτερη από την άλλη, το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο μετρ του είδους Necrolord, και όλο αυτό το εγχείρημα αφιερώθηκε στη μνήμη του Eurony­mous που είχε δολοφονηθεί 4 μήνες νωρίτερα.
Στα ενδότερα του δίσκου τώρα, το “The Somber­lain” χαρακτηρίστηκε αυτόματα κλασικό, αριστουργηματικό, αψεγάδιαστο, αναφέρθηκαν σε αυτό ως μια πολύ σημαντική στιγμή του met­al γενικότερα, ίσως γιατί όρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό το μονοπάτι του μελωδικού black met­al όπως το ξέρουμε σήμερα. Ο Jon τιμά τη μνήμη και την προσφορά του Quorthon και των BATHORY με τον καλύτερο τρόπο, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία εκείνα, μπολιάζοντας τα όμως με δισολίες, αρμονίες, μελωδία και τα ταιριάζει υπέροχα με το κλασικό black met­al, ξεφεύγει λίγο από τις γνωστές φόρμες, τη βρωμιά και τη βαβούρα, με το αποτέλεσμα να είναι ένας δίσκος που για οποιαδήποτε άλλη μπάντα θα ήταν το αριστούργημα της, για τους DISSECTION όμως ήταν απλώς το ντεμπούτο τους, με τη συνέχεια που όλοι γνωρίζουμε και προσκυνάμε.
Ο Nodtvei­dt ικανός για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο όπως αποδείχτηκε στην πορεία, συνθετικά και παικτικά όμως δεν μπορεί κανένας να αμφισβητήσει την αξία του. Αυτό, και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να επεκταθούμε περαιτέρω.
Μακάρι τα πράγματα στο μυαλό του να ήταν διαφορετικά, από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της μουσικής μας το τι παραπάνω θα μπορούσε να μας προσφέρει ένας άνθρωπος που κατάφερε να βγάλει μόνο 3 δίσκους και ακόμα να αναρωτιόμαστε πως στο διάολο σκέφτηκε και έπαιξε αυτά τα πράγματα και ποιο είναι το καλύτερό του. Για την ιστορία και μόνο, το συγκεκριμένο όσο τέλειο κι αν είναι, είναι το λιγότερο καλό από τα 3. Απίστευτο;
Μίμης Καναβιτσαδος

EDGE OF SANITY – “The spec­tral sor­rows” (Black Mark)

Dan! Αγορίνα μου. Όλα καλά; Πάλι εδώ; Και πως να μην είσαι ρε άνθρωπε, όταν έχεις βάλει τόσο ανεξίτηλα τη σφραγίδα σου σε αυτήν τη δεκαετία, έστω και αν έχεις αναγνωριστεί πολύ λιγότερο από όσο έπρεπε, σύμφωνα με το πόσο κόσμο επηρέασες και “καθοδήγησες” ηχητικά. Αλλά δεν πειράζει. Εμείς εδώ, μαζί σου!
Για τα δύο πρώτα άλμπουμ των EDGE OF SANITY, “Noth­ing but death remains” και “Unortho­dox”, τα είπαμε στο αφιέρωμα του 1991 και του 1992 αντίστοιχα. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να φαίνονται από το “Unortho­dox” και εδώ απλά αποδείχθηκε το διαφαινόμενο. Το “The spec­tral sor­rows”, είναι για πολλούς, το mag­num-opus του Dan Swano με τους EDGE OF SANITY. Μάλλον θα πάω με τους πολλούς εδώ, αν και πάντα θα υπάρχει αυτό το διαόλι μέσα μου που θα μου φωνάζει “και το ‘Pur­ga­to­ry after­glow’ ρεεε”. Και τι να του πω; Ότι έχει άδικο; Όχι εννοείται. Αλλά εδώ, η καλώς εννοούμενη και τόσο μα τόσο καλά δομημένη (παράδοξο) παράνοια του κύριου Swano, ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο. Παράνοια. Αυτό είναι αυτό το άλμπουμ. Η παράνοια όμως μίας μουσικής περσόνας, που ήξερε πολύ καλά τι έκανε και κατάφερνε να δέσει όλα τα φαινομενικά παράταιρα μουσικά της ερεθίσματα και να τα κάνει να ακούγονται… φυσιολογικά! Τέτοιου τύπου παράνοιες, τις γουστάρω πολύ. Και το “The spec­tral sor­rows” τις προσφέρει απλόχερα. Μόνο το “Lost” να ακούσεις και αυτό το τελείως σαλεμένο jazzy πέρασμα εκεί στο 1:20, αρκεί. Αλλά προφανώς μη μείνεις εκεί! Εδώ ο τύπος, σε έναν death met­al δίσκο, είπε, έτσι για τη φάση του (αφού είναι φάση το αγόρι), να βάλει και ένα “Sac­ri­ficed” (κόμματος) και να σε κάνει να αναρωτιέσαι την πρώτη φορά που άκουγες το δίσκο αν έγινε κάποιο λάθος και κάποιος τον σαμπόταρε βάζοντας ένα κομμάτι SISTERS OF MERCY μέσα. Και έτσι, γιατί ήθελε (και πολύ καλά έκανε), είπε να βάλει και μία διασκευή στο “Blood of my ene­mies” των MANOWAR. Άκου το “Masque” (ύμνος δισκογραφίας)! Άκου το “Jesus cries”, άκου το όλο και δες τα πόσα πράγματα έχει καταφέρει να μπλεντάρει μέσα στα κομμάτια του και πόσο ισορροπημένο ακούγεται στο τέλος το αποτέλεσμα.
Το “Unortho­dox”, εδώ, πάει ένα βήμα παραπέρα και όλες οι προσμίξεις που είδαμε εκεί, είναι παρούσες, αλλά όλα… μεγαλώνουν. Όλα γίνονται πιο “προκλητικά”, όλα τοποθετούνται ακόμα πιο προσεγμένα και συνειδητοποιημένα. To death met­al, το pro­gres­sive, το melod­ic, τα doomy περάσματα, τα bru­tal και τα καθαρά φωνητικά, όλα στο μπλέντερ. Και στο τέλος, το αποτέλεσμα είναι ακόμα πιο ποικίλο και άξιο αναφοράς, το λιγότερο. Το τελείως ανήσυχο μουσικό πνεύμα του Dan Swano, μας δίνει ένα δίσκο-κόσμημα για το Σουηδικό death met­al και τα 90s γενικότερα. ΥΠΟΤΙΜΗΜΕΝΟΣ! Όχι μόνο με EDGE OF SANITY φυσικά, αλλά στα πάντα που έχει κάνει.
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


ENTOMBED – “Wolver­ine blues” (Ear­ache Records)
Έχεις κυκλοφορήσει το κορυφαίο άλμπουμ στην ιστορία της Σουηδίας (“Clan­des­tine”) και παρόλα αυτά είσαι δυσαρεστημένος με τον ήχο του. Τι κάνεις; Θέτεις ρότα για νέες αναζητήσεις καθώς ξέρεις πως ότι έκανες σαν αμιγώς death met­al μπάντα δεν μπορεί να ξεπεράσει το “Left hand path” (σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα σου). Άρα γυρνάς το χαρτί και φτιάχνεις κάτι ξανά ολότελα δικό σου, πιο ροκαμπίλικο, όχι αυστηρά death met­al αλλά ακόμα met­al και χωρίς να ξεχνάς και τι έπαιζες στα δυο πρώτα άλμπουμ. Λέγεσαι Nicke Ander­s­son, είσαι αυτός χάρη στον οποίο δεν θα υπήρχε Σουηδικό death met­al (το καλό, το αμίαντο, της Στοκχόλμης) και ΠΑΛΙ κάνεις τη διαφορά. Απλά τα πράγματα κι όποιος δεν το έχει αντιληφθεί 27 χρόνια μετά, μιλάμε απλά για επιφανειακό ή και επικίνδυνο οπαδό (αν είναι κιόλας). Ο δίσκος ξεκινάει με sam­ple από το “Hell­rais­er” και τον Pin­head Ceno­bite να λέει με την παγωμένη του φωνή “I AM THE WAY”… αυτό ήταν! Εκεί αναλαμβάνει ο ίδιος ο Ander­s­son να διαλύσει τα πάντα και να δείξει πόσο κορυφαίος ήταν συνολικά ο ήχος που είχαν τότε. Ένας ήχος κατευθείαν από το μέλλον, κρατούσε όλη τη Σουηδίλα αλλά είχε κι αυτή τη βρωμιά του αλήτικου ροκ που τους πήγαινε τρομερά πολύ.
Φυσικά τίποτα δε θα πήγαινε το ίδιο καλά αν δεν μπορούσαν να το υποστηρίξουν, καθώς μιλάμε για μπάντα που μόνοι οι 2 στους 5 (ο τραγουδιστής L.G. Petrov και ο μπασίστας Lars Rosen­berg) ήταν οι μεταλλάδες και οι άλλοι τρεις (Nicke Ander­s­son, Ulf Ced­er­lund, Alex Hel­lid) οι πιο all-around ακουσμάτων. Οι επιρροές όλων συγκεντρώθηκαν με πάντα γενικό πρόσταγμα από τον Nicke κι έτσι το “Wolver­ine blues” έγινε το πιο ενεργητικό άλμπουμ των ENTOMBED. Up-tem­po λογική από την αρχή του “Eye­mas­ter” μέχρι το τέλος του “Out of hand”, το οποίο ξεκινάει με το άλλο ηγεμονικό sam­ple “I am Jesus Christ…no you’re not, you’re dead”! Τα sam­ples αφαιρέθηκαν σε μελλοντικές εκδόσεις του δίσκου με το φόβο της Ear­ache να μην έχει να πληρώνει δικαιώματα, ενώ ο δίσκος αφού κυκλοφόρησε χωρίς την γνώση και άδεια της μπάντας με τον Wolver­ine στο εξώφυλλο (η Ear­ache είχε συνάψει ειδικό συμβόλαιο με την Mar­vel), δεν περιείχε καθόλου το “Out of hand” στο τέλος. Το ομότιτλο κομμάτι έγινε βίντεο και βοήθησε αρκετά το συγκρότημα, ενώ ο δίσκος αποθεώθηκε παγκοσμίως, τους άλλαξε επίπεδο και σχεδόν ομόφωνα ψηφίστηκε από κάθε σοβαρό και ασόβαρο μέσο ως το κορυφαίο άλμπουμ του 1993 (με σοβαρό ανταγωνισμό από το “Icon” των PARADISE LOST).
Η μπάντα ακουγόταν (και ήταν) κεφάτη, κομμάτια όπως τα “Rot­ten soil”, “Demon”, “Full of hell” και “Heav­ens die” δεν γράφονται πλέον από κανένα συγκρότημα, ενώ το “Hol­low­man” είχε ήδη προλάβει να γίνει χιτάκι από την κυκλοφορία του ομότιτλου ΕΡ λίγο πριν βγει το “Wolver­ine blues”. Κοιτώντας καθαρά ψυχρά και αφήνοντας το οπαδικό στη μέση, ίσως το μόνο λάθος τους τότε ήταν που δεν έβαλαν τα “Ser­pent speech” και “Bone­house” στο δίσκο, θα πρόσθεταν 2 ακόμα ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΕΣ και 6’ σε ένα ούτως ή άλλως μικρό σε διάρκεια δίσκο και δε θα είχαν αφήσει τίποτα όρθιο (από την άλλη εμείς οι έχοντες το ΕΡ μπορούμε να το θεωρούμε collector’s item). Οι ENTOMBED έπαψαν να είναι το κορυφαίο death met­al συγκρότημα στη Σουηδία και έγιναν ένα κορυφαίο συγκρότημα χωρίς σύνορα με την κυκλοφορία του “Wolver­ine blues”. Οι πιουρίστες βλέποντας μακριά, θεώρησαν ότι αυτή ήταν η αρχή του τέλους και σε συνδυασμό με τα γεγονότα στη Νορβηγία πριν την κυκλοφορία του δίσκου και την δολοφονία του Eurony­mous, έβλεπαν το black met­al να αρχίσει να ανεβαίνει και το death met­al στη Σουηδία (και παγκοσμίως) να φθίνει. Οι ENTOMBED είχαν μεγαλώσει πολύ για να ασχοληθούν με οτιδήποτε παρασκηνιακό, το “Wolver­ine blues” ήταν, είναι και πάντα θα είναι το κορυφαίο μεταλλικό άλμπουμ του 1993._
Άγγελος Κατσούρας

EYEHATEGOD — “Take as need­ed for pain” (Cen­tu­ry Media)
Αν οι CROWBAR, είναι απλά η λιγότερο φανταχτερή και περισσότερο μαγκιόρικη πλευρά της μουσικής της Νέας Ορλεάνης, τότε οι EYEHATEGOD, είναι μουσική βγαλμένη από το σκοτεινότερο, πιο βρώμικο σοκάκι με χρησιμοποιημένες σύριγγες, πεταμένα προφυλακτικά και σκατά. Μια τριετία μετά τον όλεθρο του “In the name of suf­fer­ing” (1990), που πρώτο παρουσίασε αυτό τον περίεργο συνδυασμό που λέγεται sludge (ένα κράμα λασπωμένων BLACK SABBATH riffs, ποτισμένα με μπόλικη punk-ίλα και πολλά μα πολλά ναρκωτικά), επιστρέφουν με το “Take as need­ed for pain”. Όντες ακόμα πιο κατεστραμμένοι από τους CROWBAR, οι EYEHATEGOD, ανέκαθεν είχαν μεγαλύτερη επιθετικότητα στο στυλ τους. Τεντώνουν τα μακροσκελή κομμάτια, και τα μικρά γίνονται πιο μαστούρικα, στον δίσκο — ντεμπούτο τους στη Cen­tu­ry Media.
Από το εισαγωγικό “Blank” που κρατάει 7 λεπτά, στο διμερές “Sis­ter­fuck­er” (sweet home Louisiana!) και από εκεί στο βαρύτατο “White nig­ger”, το “Take as need­ed for pain” αποτελεί ένα φάρμακο σχεδόν 50 λεπτών, ίσα-ίσα για να σταματήσει τη σκατίλα με την οποία ξύπνησες αλλά όχι αρκετό για να σε κάνει να νιώσεις καλά. Απλά να σταματήσει, όπως λέει ο τίτλος του, το πόνο. Σαν χάπι μαστούρικο σε μια “30$ bag” (ορκίζομαι, οι τίτλοι πρέπει να γράφτηκαν πάνω σε πακέτα τσιγάρων ή κάτι τέτοιο, όπως και οι στίχοι). Οι δε στίχοι στο “Who gave her the ros­es”, είναι ο ορισμός του τραγουδιού που σε ξεγελάει με το τίτλο του, μιας και περιγράφει γλαφυρά μια άκρως αποκρουστική ερωτική σκηνή. Το ομώνυμο περιέχει το στίχο που πιθανότατα ορίζει την αισθητική όλου του άλμπουμ (ή τη κατάσταση στην οποία βρισκόταν όποιος τον έγραψε, μαζί με τους υπόλοιπους) “Nar­cot­ic-induced hypother­mia”. Το δε “Dis­tur­bance” που προηγείται του ομωνύμου, εντείνει την ενοχλητική ατμόσφαιρα, και την αίσθηση ότι κάποιος έχει πάρει παραισθησιογόνα, του τα χουν σκάσει και τον έχουν χαλάσει.
Αυτό είναι οι EYEHATEGOD. Ατόφια σκατίλα, από ατόφιους ανθρώπους που έχουν καταστραφεί από τα ναρκωτικά και τις εν γένει καταχρήσεις, και απλά ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να το αποτυπώσουν σε ένα τέτοιο ηχογράφημα (ανάμεσα στα πολλά). Δίσκος φτιαγμένος για να ενοχλεί, αλλά και για να γοητεύει μέσα από την ειλικρίνειά του. Δίσκος που άνοιξε σχολή, εμπνέοντας πάρα μα πάρα πολλές μπάντες αυτής και της επόμενης δεκαετίας να παίξουν έτσι. Και το επόμενο, θα είναι ακόμα καλύτερο (θα μιλήσουμε εν καιρώ και για αυτό). Αν όχι υπόδειγμα τρόπου ζωής, υπόδειγμα συνέπειας τρόπου ζωής και αποτύπωσης αυτού σε μουσική.
Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece