Banner Top
Banner Content

Αισίως, φτάσαμε και στο τρίτο και τελευταίο μέρος της «ανασκόπησής» μας στο 1993, στα πλαίσια του μεγάλου αφιερώματος που κάνουμε στα 90s. Τι να λέμε, για μία ακόμη φορά. Πόσοι σπουδαίο δίσκοι παρελαύνουν στις παρακάτω, γραμμένες με περισσό μεράκι, σειρές. Διαβάστε και ακούστε τη λίστα του Spo­ti­fy που υπάρχει από κάτω, ώστε να μπείτε πιο καλά στο κλίμα…


MY DYING BRIDE — “Turn loose the swans” (Peaceville)
Στην ουσία, το “Turn loose the swans” είναι το 2ο ολοκληρωμένο άλμπουμ των MY DYING BRIDE, συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε το “As the flower with­ers”, αλλά πηγαίνοντας το είδος χρόνια μπροστά, μιας και θεωρείται (και όχι άδικα) ένας δίσκος ο οποίος καθόρισε στο μέγιστο βαθμό την ταυτότητα του doom/death οικοδομήματος. Σε αυτόν τον δίσκο λοιπόν οι πρωτοπόροι Βρετανοί δείχνουν ποιοι πραγματικά είναι, δίνοντας μας ένα ατόφιο δεκάρι χωρίς μισή μέτρια στιγμή. Είναι η περίοδος όπου στην Αγγλική Αγία Τριάδα ξεκινάει να τραβάει ο καθένας το δικό του μονοπάτι.
Σε σχέση με τον προκάτοχό του, το “Turn loose the swans” είναι πολύ πιο μελωδικό, το βιολί του Mar­tin αποκτάει πρωταγωνιστικό ρόλο δένοντας τις συνθέσεις πότε με έξυπνα μελαγχολικά θέματα και πότε με ψυχασθενικές επεμβάσεις, οι κιθάρες κεντάνε προσφέροντας απλόχερα ένα σωρό riff, τύμπανα (κυρίως) και μπάσο επίσης σε υψηλά επίπεδα και ένας Aaron να μεταλλάσσεται από growl κάφρος σε καταραμένο αφηγητή, πηγαίνοντας τη θεματολογία του ένα βήμα παραπέρα. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος μνημείο, το ξεκίνημα της αδιάσπαστης τριλογίας αριστουργημάτων των MY DYING BRIDE.
Το art­work επιμελήθηκαν ο Aaron και ο Andrew, ενώ στο track list υπάρχουν 7 ύμνοι, όλα κλασικά BRIDE. Το οδυνηρό “Sear me MCMXCIII” μόνο με πιάνο βιολί και τον Aaron να απαγγέλει λες και πεθαίνει ο κόσμος όλος, το “Your riv­er” από τα πιο χαρακτηριστικά και σήμα κατατεθέν τραγούδια των BRIDE, στο οποίο παίζουν 4 λεπτά μέχρι να μπούνε οι στίχοι, αλλάζοντας riff και ρυθμούς 7 (!) φορές, εδώ το γκρουπ χρησιμοποίησε σε ένα τραγούδι τόσα riff που άλλοι τα μοιράζουν σε έναν ολόκληρο δίσκο, το ψυχωτικό “The song­less bird” με τα χαρακτηριστικά σφυρίγματα στις κιθάρες, το έπος “The snow in my hand” βαρύ και αργό, συνδυάζει παλιούς και νέους MY DYING BRIDE με το death μέρος στη μέση, το ατελείωτο (και ίσως προσωπικό αγαπημένο…) “The crown of sym­pa­thy” το οποίο όταν είχα ρωτήσει την ίδια τη μπάντα γιατί δεν τον παίζουν ποτέ live, μου είχαν πει “Είσαι τρελός; Και τι θα κάνει ο κόσμος για 7–8 λεπτά που διαρκεί το break στη μέση;”, το ομώνυμο που είναι λες και ξεχάστηκε από κάποιο παλιό demo και φυσικά το “Black God” με τον Mar­tin να το παίρνει όλο πάνω του με το βιολί και το πιάνο του και με guest female vocals από κάποια Zena.
Αδιαμφισβήτητο διαμάντι τόσο στην δισκογραφία των MY DYING BRIDE, όσο και σε ολόκληρη την Doom/Death σκηνή. Κατάφερε να γίνει χρυσό το 2011 ξεπερνώντας τις 75.000 πωλήσεις στην Ευρώπη.
Και λίγα είναι κατά τη γνώμη μου.
Μίμης Καναβιτσάδος

VINCE NEIL – “Exposed” (Warn­er Bros.)
Το 1992 ο Vince Neil αποχωρεί από τους MOTLEY CRUE ύστερα από μία δεκαετία όπου πραγματικά ισοπέδωσαν οτιδήποτε βρισκόταν στο διάβα τους, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο! Αποφάσισε, λοιπόν, να κυκλοφορήσει την πρώτη του solo δουλειά ένα χρόνο αργότερα.
Το  “Exposed”, στα 11 τραγούδια που περιέχει, «αγκαλιάζει» όλα αυτά τα οποία πρέσβευε ο τραγουδιστής όλα αυτά τα χρόνια. Έχει συναίσθημα, έχει μπόλικη, καλώς εννοούμενη αλητεία, και έχει έναν Steve Stevens ο οποίος πραγματικά «κεντάει» πάνω στην εξάχορδη θεά! Ο δίσκος, αν μη τι άλλο, σε πάρα μα πάρα πολλά σημεία θυμίζει MOTLEY CRUE. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όσο και να το ήθελε ο τραγουδιστής, μιας και δεν έφυγε με τον καλύτερο τρόπο από το συγκρότημα.
Ο δίσκος έχει μερικές καταπληκτικές στιγμές! Βλέπε και άκου. “Can’t have your cake” (Φοβερός τίτλος και τίγκα αλληγορικός για όσους καταλαβαίνουν, χαχαχα), “Fine, fine, fine” (Βγαλμένο μέσα από το “Girls, girls, girls”, “Sis­ter of pain” (Άνετα θα ήταν μέσα στο “Shout at the dev­il”), “Can’t change me” (Μία πολύ όμορφη μπαλάντα με εξαιρετικούς στίχους στους οποίους γίνεται αναφορά στον χαρακτήρα του) και φυσικά το “You’re invit­ed, but you can’t come” (τραγούδι ιδανικό για ξέφρενες καταστάσεις!). Από κοντά ακολουθούν τα “Get­ting hard” (τρομερό groove) και “Liv­ing is a lux­u­ry” τα οποία είναι κάπως σαν αδερφάκια βάση του στυλ που έχουν σαν τραγούδια.
Ο δίσκος έφτασε μέχρι το Νο13 στο Bill­board 200, έγινε χρυσό πουλώντας πάνω από 300.000 αντίτυπα, έγινε χρυσό και στην Ιαπωνία και έδειξε με τον καλύτερο τρόπο ότι ο Vince Neil μπορούσε να σταθεί μόνος τους, μακριά από τους άλλους τρεις. Βέβαια, δύο χρόνια αργότερα θα άλλαζαν τα πάντα στη ζωή του με τον θάνατο της Sky­lar και θα έριχνε τον Neil σε ένα τέλμα που θα έκανε πολύ καιρό να βγει.
Όσοι είστε οπαδοί των CRUE τσεκάρετε οπωσδήποτε!
Ντίνος Γανίτης

 


RAGE – “The miss­ing link” (Noise)
Είσαι 29 χρονών, έχεις μια μπάντα εδώ και 9–10 χρόνια και από το 1986 έχεις καταφέρει να κυκλοφορήσεις 6 άλμπουμ, με το τελευταίο σου να είναι το κορυφαίο σου. Χωρίς να το γνωρίζεις βρίσκεσαι στην χρυσή καμπή της καριέρας σου και οι συνθέσεις σου δεν έχουν σταματημό. Το “Trapped!” είχε 12 τραγούδια (και μια διασκευή), ενώ βγήκε ενδιάμεσα το “Beyond the wall”, ένα ΕΡ με επιπλέον συνθέσεις και τώρα, τον Αύγουστο του 1993 σερβίρεις άλλα 12 κομμάτια, τα περισσότερα των οποίων είναι από τα καλύτερα που έχεις γράψει. Αχ, ρε Peavy Wag­n­er σε τι μουσικό οργασμό βρισκόσουν τότε; Το “The miss­ing link” ήταν το επόμενο βήμα για την τριάδα των Wag­n­er, Schmidt, Efthimi­adis, οι οποίοι ήταν εδώ και χρόνια συνοδοιπόροι κι έμοιαζαν αχώριστοι. Ενώ κρατούσε την επαφή με τις πιο speed met­al μέρες τους (“Refuge”, “Firestorm”, “Raw caress”) υπήρχαν εξίσου καλές mid-tem­po στιγμές (“Nev­er­more”, “From the under­world”, “The pit & the pen­du­lum”) φανερά επηρεασμένες από το στυλ του “Black album” που έδειχναν πως οι RAGE σκλήραιναν τον ήχο τους, κάτι που ταίριαζε στην φωνή του Peavy που είχε αρχίσει να χάνει την νεανική της χροιά. Πρέπει να υπογραμμίσω την μεγάλη βελτίωση στο παίξιμο του Χρήστου Ευθυμιάδη, καθώς τα τύμπανα στο “The miss­ing link” είναι με διαφορά η καλύτερή του στιγμή, ενώ το όνομά του είναι δίπλα στου Peavy σε μερικές συνθέσεις. Βέβαια αυτό που έκανε το άλμπουμ τόσο πετυχημένο ήταν ο συνδυασμός των φοβερών συνθέσεων με την μοντέρνα και βαριά παραγωγή που πέτυχε ο Sven Con­quest. Μιλάμε για έναν δίσκο που ακροβατεί ανάμεσα στο heavy-pow­er ενώ φλερτάρει με το thrash, πιάνοντας το σκοτεινό και βαρύ παλμό της εποχής. Υπάρχει το λιγότερο γνωστό “Who dares?” που λες και είναι συνέχεια του “Trapped!”, το μακάβριο και τόσο κλασικό “Wake me when I’m dead”, φοβερό ομώνυμο (που γέρνει έντονα σε MEGADETH), αλλά και το υπέροχο “Her diary’s black pages”, που είναι ένας μικρός θησαυρός. Το έγκλημα ήταν η απουσία από το βινύλιο του 9άλεπτου έπους “Lost in the ice” που μιλάει και για την μασκότ τους (το απολίθωμα που βρίσκεται στο εξώφυλλο), με το υπέροχο ορχηστρικό μέρος που έμελλε να είναι το πρώτο βήμα προς το “Lin­gua mor­tis”. Βέβαια, πού να χωρέσουν και τα 65 λεπτά μουσικής στα αυλάκια του; Όμως το “Lost in the ice” είναι από τα κορυφαία όλης της καριέρας των Γερμανών. Όπως καταλαβαίνετε όλοι, το “The miss­ing link” είναι κυριολεκτικά το αποκορύφωμα της έως τότε πορείας των RAGE με τον Peavy να βρίσκει την απόλυτη φόρμουλα των ρεφραίν που τόσο αγαπήσαμε.
Γιώργος “Firestorm” Κουκουλάκης

 


RIOT — “Night­break­er” (Sony Records)
Πόσες μπάντες γνωρίζεις που και να έχουν αλλάξει στυλ «γραφής» παραπάνω από μία φορά, και να «γράφουν» πάντα εξαιρετικά, καλλιγραφικά «γράμματα»; Επειδή δεν θέλω να σε ταλαιπωρώ, θα σου πω εγώ. Ελάχιστες. Και μια από αυτές, η πιο χαρακτηριστική, είναι οι RIOT. Ξεκίνησαν με αυθεντικό 70s heavy met­al που θα το έλεγες και βρετανικό, θα το έλεγες και NWOBHM. Σου έβαλαν και τον «σπόρο» του pow­er met­al στην μουσική σου (“War­rior”). To ‘82-‘83 άλλαξαν τραγουδιστή, πήραν μια «αλήτρα» που δεν είχε και δεν θα έχει ταίρι και «βρώμισαν» τον ήχο τους. Δεύτερη αλλαγή, το 1988. Οι τύποι ΟΡΙΣΑΝ το pow­er met­al, κυκλοφόρησαν “Thun­der­steel” και “The priv­i­lege of pow­er”, τι άλλο θες; Η τρίτη ως τότε αλλαγή, αφού θα ακολουθούσε και άλλη κάποια χρόνια αργότερα, ήρθε το 1993. Ο αρχηγός Mark Reale ήταν, μεταξύ άλλων, «παιδί» του Ritchie, του Phil και «αδερφάκι» του Gary. Αυτόν τον εαυτό του λοιπόν «έβγαλε» προς τα έξω. Θέλησε να αποδώσει τον δικό του φόρο τιμής στους RAINBOW, DEEP PURPLE, THIN LIZZY και Gary Moore, όταν ο τελευταίος κυκλοφορούσε “Wild fron­tier” και “After the war”. Έχοντας πάντα στο πλευρό του τον Mike Fly­ntz και τον Bob­by Jar­zombek, κάλυψε το κενό του Don­nie Van Stav­ern με τον αριστοτέχνη Pete Perez και έκανε μια απίθανη κίνηση-ματ όσον αφορά τα φωνητικά: Ο άσημος Νεοϋορκέζος Mike DiMeo είχε υποπέσει στην αντίληψη του Ritchie Black­more, ο οποίος τον ήθελε σαν τρελλός στους DEEP PURPLE. Δυστυχώς, τα demos του 1992 έμειναν μόνο demos, στο “The bat­tle rages on” ακούσαμε τον Gillan, αλλά αυτό αποτέλεσε αφορμή και αιτία για να δημιουργηθεί ένα ονειρικό line-up στους RIOT. Η “Coverdale meets J.L. Turn­er meets Rodgers” ΦΩΝΑΡΑ του DiMeo ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνε ο Reale για να την «δέσει» με τον καινούργιο hard ‘n’ heavy ήχο της μπάντας του. Ακούς αυτόν τον άνθρωπο να τραγουδά και νομίζεις πως στάζει…πάθος (άλλο θα έλεγα, αλλά θα με κόψει το ΕΣΡ). Η μουσική κληρονομιά του “Night­break­er” ξεκινά από το γεγονός πως χάραξε έναν νέο δρόμο, όπως είπαμε, για την μπάντα, ο οποίος έδωσε μεταξύ άλλων τέσσερις σερί δίσκους ισάξιους (“The brethren of the long house”, “Inish­more”, “Sons of soci­ety” οι άλλοι τρεις), αλλά δεν σταματά εδώ. Η αξία του ιδίου του άλμπουμ είναι τέτοια, που αυτόματα το συγκαταλέγει στα κορυφαία του group. Τα πάντα υπάρχουν εδώ. Ταχύτατοι ύμνοι, mid-tem­po αριστουργήματα, υπέροχες low pro­file συναισθηματικές συνθέσεις, καταπληκτικές κιθαριστικές «μονομαχίες», rhythm sec­tion από άλλο γαλαξία, θεϊκές διασκευές (“Burn” και όποιος αντέξει)… και ένα από τα ομορφότερα “ear can­dies” σε ολόκληρη την δισκογραφία του, το “Mag­ic mak­er”, απόλυτο live απωθημένο μέχρι πέρυσι που επιτέλους το ακούσαμε ζωντανά. Οι Θεσσαλονικείς βέβαια, στάθηκαν ακόμη πιο τυχεροί, γιατί το άκουσαν από τον Har­ry “The Tyrant” Con­klin. Πού κολλάει ο τραγουδιστής των JAG PANZER στην υπόθεση; Χμ.. Ψάξου λίγο, και κάποια στιγμή θα τα πούμε και αυτά. Ως τότε… take me home!
Δημήτρης Τσέλλος

 


ROTTING CHRIST – “Thy mighty con­tract” (Osmose)
Αυτός ο δίσκος είναι ορόσημο τόσο για την ελληνική σκηνή, όσο και για τον ευρύτερο χώρο του black met­al. Ο αντίκτυπος του ήταν τέτοιος που κυριολεκτικά επαναπροσδιόρισε σε τεράστιο βαθμό την γενικότερη εικόνα που είχε ο μαυρομεταλλικός κόσμος για το ιδίωμα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από το αριστουργηματικό βλάσφημο εξώφυλλο του Καναδού Syl­vain Belle­mare που τόλμησε να βάλει χρώμα στην ιδέα του; Και μιλάμε για την εποχή που η ασπρόμαυρη «λογική» των DARKTHRONE στα εξώφυλλα είχε επικρατήσει! Δεύτερο και κυριότερο ο ήχος του που δεν ήταν lo-fi, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες που είχαμε και τότε για ιδιότυπες παραγωγές. Ναι, εδώ μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πήρε μορφή το λεγόμενο “Hel­lenic black met­al”, με τις κλασικομεταλλάδικες κιθάρες να διακόπτουν τον καθαρόαιμο black met­al προσανατολισμό των συνθέσεων. Κάθε κομμάτι του δίσκου είναι μια αυτόνομη οντότητα, προσδιορίζοντας στο μέγιστο για το πώς θα πρέπει να συνθέτει κάποιος στον ήχο αυτό. Και αυτό έγινε κατανοητό στο μέγιστο βαθμό μαζί με την απόκοσμη ατμόσφαιρα τόσο από τα μινιμαλιστικά εμβόλιμα πλήκτρα του Magus και τα απόκοσμα φωνητικά του – τόσα χρόνια μετά το “The sign of evil exis­tence” μας στοιχειώνει! O Necrosavron στα drums εδώ δίνει ρεσιτάλ μινιμαλισμού και ακρίβειας στα ηλεκτρονικά drums και ο Muti­la­tor καταφέρνει με τους στίχους του να αποδώσει ένα occult χαρακτήρα που καμία μπάντα δεν είχε τότε! Πρωταγωνιστής όμως ήταν ο Necro­may­hem με τη συνθετική του δεινότητα και τις εντυπωσιακές εναλλαγές ρυθμών. Πραγματικά το εντυπωσιακό σημείο του είναι ότι όταν ήθελαν να παίξουν «στρωτά» το κατάφερναν καλύτερα από οποιονδήποτε τότε (“The fourth knight of rev­e­la­tion”) και όταν ήθελαν να απογειώσουν τις ταχύτητες το έκαναν χωρίς να ακουστούν «θορυβώδεις» όπως η πλειονότητα των σχημάτων των ear­ly 90s! Και μιλάμε για ντεμπούτο LP έτσι; Όταν άλλες μπάντες ήθελαν σειρά δίσκων για να τελειοποιήσουν τον αρχικό σχεδιασμό τους, εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ROTTING CHRIST μελοποίησαν το black met­al με το album αυτό και έδειξαν το δρόμο σε όσους επέμεναν ότι ήταν απλά μια μπάντα με cult sta­tus στο under­ground! Ευτυχώς η αναγνώριση ήρθε ακαριαία από ένα κοινό που ήταν υποψιασμένο στο να ακούει πρωτοποριακή μουσική εκείνη την εποχή και η συμμετοχή τους στη διαβόητη “Fuck Christ tour” το επιβεβαιώνει! Στην πορεία το ίδιο το συγκρότημα άφησε πίσω του το ειδικό βάρος που έχει, αλλά η αναγέννηση της μπάντας εδώ και 15 χρόνια, το επανέφερε στη θέση που του αξίζει! Καθόλου τυχαία είναι και ο μόνος δίσκος τους που έχουν παρουσιάσει ολόκληρο σε περιοδεία και έχει επανακυκλοφορήσει τόσες πολλές φορές ακόμα και λίγα χρόνια μετά από τη Cen­tu­ry Media, έχοντας το χειρότερο εξώφυλλο που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς! Όσοι δεν το έχετε ακούσει, δώστε στον εαυτό σας την πολυτέλεια της ακρόασης ενός δίσκου μοναδικού στην ιστορία του ακραίου ήχου. Για εμένα είναι το αρτιότερο δείγμα ολόκληρης της σκηνής του black met­al μαζί με το “Jilem­nicky okul­tista” των MASTER’S HAMMER. Και το πιστεύω γιατί κανείς δεν τόλμησε να τα αγγίξει χωρίς να «λερωθεί» με τη ρετσινιά της αντιγραφής, που κατατρέχει όσους δεν βίωσαν την ιδιαιτερότητα τους και τα αντιμετώπισαν σαν ένα ακόμα δίσκο. Έργο τέχνης λοιπόν άφθαρτο από το χρόνο!
Λευτέρης Τσουρέας

 


RUSH — “Coun­ter­parts” (Anthem Records)

Να πω την αμαρτία μου, απόρησα όταν ο Σάκ μου έδωσε να γράψω για το “Coun­ter­parts” των RUSH, καθώς αυτός είναι o prog­ster της ομάδας και “άρρωστος” μάλιστα. Και σίγουρα πιο καμμένος από εμένα με τους RUSH. Αλλά ταυτόχρονα χάρηκα, γιατί ξέρει την αγάπη μου γι’ αυτό το άλμπουμ. Ναι, το αγαπημένο μου άλμπουμ RUSH είναι το “Coun­ter­parts”. Ξέρω ξέρω. Δεν είναι το καλύτερο, δεν είναι ό,τι θέλετε. Όλα δεκτά. Kαι εγώ δεν λέω ότι είναι το καλύτερο. Αλλά προσωπικά, είναι αυτό που έχω ακούσει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ της τεράστιας καριέρας τους και το γουστάρω όσο κανένα.
Μετά από μία δεκαετία με τα πλήκτρα να έχουν κυρίαρχο ρόλο στη μουσική τους, στα 90s (άρχισαν το 1989), οι RUSH ξαναβγάζουν μπροστά τις κιθάρες. Και το “Coun­ter­parts” είναι το πιο “ηλεκτρικό”, “τσαμπουκαλεμένο” (πάντα μιλάμε για δεδομένα RUSH, έτσι;) και alter­na­tive άλμπουμ αυτής της πολυσχιδούς μπάντας. Με τους Ged­dy Lee και Αlex Life­son να “κοντράρονται” για το πόσα πλήκτρα θα έχει ο δίσκος, καθώς ο Life­son δεν ήθελε καθόλου πλήκτρα. Ευτυχώς τελικά, κάπου τα βρήκαν, γιατί δε μπορώ να σκεφτώ το υπερέπος “Nobody’s hero” χωρίς πλήκτρα. Και τι πλήκτρα μάλιστα. Από τα χεράκια του τιτάνιου μακαρίτη Michael Kamen. Η εμφανέστατα μειωμένη όμως χρήση των πλήκτρων, αλλά και η gui­tar ori­ent­ed διάθεση του σχήματος, έκανε τους RUSH να ροκάρουν για τα καλά. Με κάτι “Between sun & moon” με το riff να θυμίζει THE ROLLING STONES και ZZ TOP και με κάτι “Stick it out” να είναι alter­na­tive Cham­pi­ons League για παράδειγμα. Ταυτόχρονα όμως να funk-άρουν και να υπενθυμίζουν ότι παίζουν παπάδες με όποιο τρόπο θέλουν σε κάτι κομμάτια όπως το απίθανο instru­men­tal “Leave that thing alone” (το αγαπημένο του Σακ από εδώ). Ο δίσκος είναι τίγκα RUSH, όμως ήταν και τόσο επίκαιρος τότε μουσικά. Άλλωστε και οι ίδιοι έχουν δηλώσει πως είχαν επηρεαστεί από σχήματα όπως οι PRIMUS (άλλη ό,τι να ‘ναι, με την καλή έννοια, μπαντάρα από εκεί) και οι PEARL JAM. Και αυτό είναι ξεκάθαρο στη μουσική του “Coun­ter­parts”. Άλλωστε οι PRIMUS ήταν η μπάντα που τους άνοιγε στην περιοδεία για το “Roll the bones”, οπότε ήταν και… φρέσκια η επίδραση. Πάντα γούσταρα όταν μπάντες-ορόσημα της rock μουσικής, μπάντες που έχουν επηρεάσει χιλιάδες μουσικούς στην πάροδο των χρόνων, δηλώνουν και δείχνουν ότι και αυτοί σε στιγμές επηρεάστηκαν από άλλα σχήματα, ακόμα και “μικρότερα” από αυτούς. Και έτσι είναι το σωστό. Αυτό το πάρε-δώσε, συνήθως δίνει εξαιρετικές δουλειές (πολλά τα παραδείγματα άλλωστε). Έτσι και εδώ. Το μπόλιασμα των κλασικών στοιχείων των RUSH και των μελωδιών τους, με την πιο alter­na­tive rock αισθητική και τον gui­tar ori­ent­ed χαρακτήρα, έκαναν ένα δίσκο που κυλάει νεράκι που λέμε. Από το πλέον λατρεμένο μου κομμάτι, το “Ani­mate”, που ανοίγει το δίσκο, μέχρι και το κλείσιμο με το “Every­day glo­ry”, δεν μου πάει η καρδιά να προσπεράσω κομμάτι. Να αφήσεις το “Cut to the chase”, το “Dou­ble agent”… ποιο; Προφανώς και κάποια είναι ανώτερα από άλλα, όμως το σύνολο, η ροή, η συνέχεια, η παράταιρη ομοιογένεια, αλλά και αυτό το πιο ηλεκτρικό συναίσθημα που βγάζει η μπάντα εδώ, δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις. Μουσικάρες απλά. Από μία μπάντα που κάνει τα πράγματα φαινομενικά πιο απλά σε σημεία, αλλά στην πραγματικότητα παραμένουν σε δυσθεώρητα ύψη τεχνικής, αντίληψης και ενορχήστρωσης. Βάλε και στην εξίσωση το all star δίδυμο των Peter Collins και Kevin Shirley σε ηχογράφηση, παραγωγή και μίξη. Έγινε; Έγινε.
Δεν είναι τυχαίο ότι το “Coun­ter­parts” είναι το άλμπουμ των RUSH με την υψηλότερη θέση στα Αμερικάνικα charts, τη 2η. Και θα έπιανε και την 1η, αλλά την είχε καπαρώσει (και πως μπορείς να πεις ότι το έκανε άδικα), το “Vs.”. Ναι, της μπάντας που επηρέασε τον ήχο των RUSH στο “Coun­ter­parts”, των PEARL JAM. Δεν είναι τυχαίο ότι περιόδευσαν για 4 μήνες σε Καναδά και Αμερική. Όπως όμως δεν είναι τυχαίο και ότι με τις σχέσεις μεταξύ των Lee και Life­son να είναι σε κακό φεγγάρι, η μπάντα μπήκε στον πάγο μέχρι και το 1996. Και παραλίγο να ήταν το προτελευταίο τους. Ευτυχώς τα πράγματα έφτιαξαν στην πορεία.
Έχει τόσα αυτό το άλμπουμ που θέλουμε ένα αφιέρωμα από μόνο του. Να φτάνεις το 15ο άλμπουμ σου και να είναι αυτό. Τόσο καλό. Αξία ανεκτίμητη.
My coun­ter­part, my fool­ish heart…
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


SACRED REICH — “Inde­pen­dent” (Hol­ly­wood)
“Igno­rance” (1987), “Surf Nicaragua” EP (1988), “The Amer­i­can way” (1990). Η εξέλιξη και επιτυχία των τιτάνων εκ Ari­zona, είναι ένα μεγάλο γεγονός για τον thrash κόσμο. Το μεν ντεμπούτο, κοίταξε στα μάτια το “Reign in blood” των SLAYER, σε τομέα ακρότητας και ταχύτητας, το δε δεύτερο άλμπουμ ήταν η ως τότε πιο μεστή προσπάθεια τους, με το EP να γεφυρώνει ιδανικά τις 2 περιόδους. Φτάνουμε όμως, στη ζόρικη για το thrash met­al στιγμή, όπου το ενδιαφέρον για τις δισκογραφικές, καταβαραθρώνεται. Όσοι εξακολούθησαν να δισκογραφούν, αναγκάστηκαν να απευθυνθούν σε άλλες εταιρείες. Έτσι, οι SACRED REICH βρέθηκαν στην Hol­ly­wood Records.
Μπάσιμο του τρίτου δίσκου της μπάντας, το ομώνυμο κομμάτι — δήλωση. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι είναι ένα από τα hit-άκια της δισκογραφίας των SACRED REICH. Το δε βίντεο και κομμάτι, είχαν σχετικά καλό air­play, που έδωσε παραπάνω χρόνο ζωής στη μπάντα. Στα τύμπανα, επίσης, σε αυτό το δίσκο, λυσσομανάει ο μέχρι τότε drum­mer των S.A. SLAYER, Dave McClain (η γενιά μου τον έμαθε από την επόμενη θητεία του, ως drum­mer των MACHINE HEAD από το 1996 μέχρι το 2018). Εδώ έχουμε SACRED REICH σε μια φυσική συνέχεια των γκρουβάτων σημείων του “The Amer­i­can way”, να το πηγαίνουν ακόμα παραπέρα, με μια πιο SABBATH διάθεση, βγάζοντας έναν αέρα τζαμαρίσματος που δεν είχαμε δει όμοιο του στην ως τότε δισκογραφία τους.
Κομμάτια όπως το “Free”, το “Crawl­ing”, το “Suprema­cy” και πάει λέγοντας, δείχνουν πως γκρουβάρεις σωστά χωρίς να ξεχνάει ο κόσμος ποιος είσαι. Από εκεί και έπειτα, κομμάτια όπως το “Free”, το “Pres­sure”, το “Do it”, το “Open book” και το ομώνυμο, φέρνουν στη θύμηση το συγκρότημα που το ‘87 — ‘90 μοίραζε θάνατο στα cir­cle pits! Προσθέτοντας μια πανταχού παρούσα punk/hardcore υφή. Μάλιστα, το “Open book”, κυκλοφόρησε και σαν sin­gle με τη διασκευή στο “The big pic­ture” των MDC σαν b‑side. Το “If only” instru­men­tal ακουστικό σπάσιμο, λειτουργεί καθαρτικά. Ομοίως και η μπαλάντα που έγραψαν για πρώτη φορά, με τον τίτλο “I nev­er said good­bye”. Ένα πανέμορφο κομμάτι, για το πως θέλουμε οι γονείς μας να είναι περήφανοι για εμάς, και για το πως δεν τους είπαμε όλα όσα θέλαμε, τότε που μπορούσαμε. Προσωπικά μιλώντας, από τα αγαπημένα μου κομμάτια του δίσκου.
Εν κατακλείδι, μιλάμε για ένα πολύ καλό, και διαφορετικό δίσκο, που έδωσε και εμπλούτισε εν πολλοίς τον ήχο των Αμερικανών. Σε ένα thrash met­al τοπίο που μεταβαλλόταν με τη δεκαετία, μόνο όσοι έδειχναν ευελιξία συνθέσεων (ή έγραφαν κόσμο εκεί που δε βλέπει ο ήλιος όπως οι SODOM και οι SLAYER) μπορούσαν να διατηρήσουν ελπίδες. Και οι SACRED REICH κρίνονταν επαρκέστατοι ως προς αυτό. Η πορεία θα συνεχιζόταν σε αυτό το δρόμο για τους SACRED REICH με το τελευταίο τους άλμπουμ για πολλά χρόνια να ακολουθεί 3 χρόνια μετά, με το τίτλο “Heal” (1996). Δίσκος που θα είναι ο τελευταίος και με τον McClain στα τύμπανα, που έφυγε μεταγραφή για τους MACHINE HEAD την ίδια χρονιά. Επειδή η ιστορία όμως κάνει κύκλους και κάποιοι είναι γραφτό να κλείσουν, ο σπουδαίος αυτός drum­mer, το 2018, γύρισε στο τόπο του εγκλήματος, και έπαιξε και τύμπανα στο περσινό καλό δίσκο επιστροφής “Awak­en­ing”.
Γιάννης Σαββίδης

 


SAVATAGE – “Edge of thorns” (Atlantic)
Είχαν περάσει δύο μόλις χρόνια από το “Streets: a rock opera”, ένα άλμπουμ που προοριζόταν για διπλό, αλλά κόπηκε από την δισκογραφική, ένα άλμπουμ που έμελλε να ήταν μια ολοκληρωμένη met­al όπερα αλλά περιορίστηκε για να χωρά σε ένα βινύλιο. Όσο φάνηκε να προχωρά το όραμα των Jon Oli­va και Paul O’Neill για θεατρικών διαστάσεων, heavy met­al με πολλά στοιχεία από QUEEN, τόσο τους απομάκρυνε από τις παραδοσιακές δομές και το χαρακτήρα ενός met­al συγκροτήματος. Έτσι, με γνώση του ρίσκου τους, οι παραπάνω δύο συντελεστές τράβηξαν τον δικό τους δρόμο, προκειμένου να ολοκληρώσουν ένα μιούζικαλ για την ζωή των Romanov, φροντίζοντας όμως να συνθέσουν και να ενορχηστρώσουν την παραγωγή του “Edge of thorns”, μαζί με τον τρίτο συνδετικό κρίκο, τον Criss Oli­va. To άλμπουμ, χτίζει πάνω σε ιδέες που δεν μπήκαν στο “Streets…” και προσπαθεί να απαγκιστρώσει τους SAVATAGE από το θεατρικό στοιχείο, λες και ήθελαν να το κρατήσουν για το μιούζικαλ. Τα τραγούδια, έχουν μια αμεσότητα, βασίζονται περισσότερο στις κιθάρες του Criss και λες και θέλουν να επαναφέρουν την ταμπέλα της μπάντας. Είναι τεράστια αλλαγή η προσθήκη του Zachary Stevens, αλλά και τα ηλεκτρονικά τύμπανα του Steve Wacholz. O ήχος των SAVATAGE φαντάζει πιο γεμάτος, βασισμένος σε ριφ και την νέα χροιά του Stevens. Με μια γεμάτη, όσο και συναισθηματική φωνή, με γρέζο αλλά και κρύσταλλο ο 27άχρονος τραγουδιστής έχει στοιχεία που θυμίζουν από Dick­in­son, με λίγο από Tony Mar­tin, Mike Howe μέχρι Dio. Η απόδοσή του κέρδισε τους πιστούς όσο κι αν τραγουδά γραμμές στο στυλ του Oli­va. Ο δίσκος έχει τις αδυναμίες του, όμως υπάρχουν κάποια διαμάντια που θα μας κάνουν να τον αποθεώνουμε. Τόσο το “Edge of thorns”, το “Damien”, το μαγευτικό “Miles away” (μα τι σόλο είναι αυτό!!!) και το “He carves his stone” ξεχωρίζουν. To “All that I bleed” δεν φτάνει το μεγαλείο του “Believe”, όμως το προσπαθεί, όπως και η ακουστική μπαλάντα “Sleep” (που χάνεται στο κλείσιμο του δίσκου) λες και δεν φτάνει σε κορύφωση, ενώ το καθ’ όλα όμορφο “Con­ver­sa­tion piece” βασίζεται μόνο στο εξαιρετικό του ρεφραίν (“cup of tea” ρε παιδιά;). Το “Edge of thorns” πάντως συγκεντρώνει την πιο γεμάτη κιθαριστική παρουσία του Criss Oli­va, ενώ το γεγονός πως αποτελεί το τελευταίο του άλμπουμ πριν το δυστύχημα που έβαλε τέλος στην ζωή του, σίγουρα εκτοξεύει την αξία του. Συναισθηματικό άλμπουμ και για μένα, αφού με αυτό ερωτεύτηκα τους SAVATAGE. Και άλμπουμ του μήνα στο Γερμανικό ROCK HARD της εποχής!
Γιώργος “Miles away” Κουκουλάκης

 


SAVIOUR MACHINE — “I” (Intense Records)
Κάποιες φορές, αναρωτιέμαι. Τόσες πολλές «ταμπέλες» στη μουσική, τόσες πολλές ορολογίες, τόσοι πολλοί χαρακτηρισμοί… Σίγουρα, μέσα στην όποια υπερβολή, οι «ταμπέλες» αυτές πολλές φορές είναι απαραίτητες για να χαρακτηριστεί σωστά ένας καλλιτέχνης ή μια μπάντα. Γίνεται όμως αυτό πάντα; Εννοώ, είναι σωστές οι περιγραφές, ή διολισθαίνουμε σε λάθη; Στην περίπτωση των SAVIOUR MACHINE κάθε χαρακτηρισμός είναι εκ προοιμίου καταδικασμένος να αποτύχει. Εδώ θα διαβάσεις για μια μπάντα που με την χριστιανική/θεολογική/εσχατολογική της ταυτότητα και με δώδεκα κα-τα-πλη-κτι-κά τραγούδια, έπαιξε όπως κανείς ως τότε, και όπως κανείς μετά από αυτήν. Εδώ θα έχει την τιμητική του το καλύτερο met­al ντεμπούτο από το 1990 και μετά. Το καλύτερο άλμπουμ του 1993. Όταν όλοι προσπαθούσαν να ανέβουν στο τραίνο αυτού που κακώς ονομάστηκε “glam met­al” (άλλη ιστορία πονεμένη), αυτοί δεν φόρεσαν πουκαμίσες, σκισμένα τζιν και μπότες. Ντύθηκαν στα μαύρα, φόρεσαν δερμάτινες καμπαρτίνες, χρησιμοποίησαν σκοτεινό μακιγιάζ, ήταν τρομακτικοί. Τρομακτικοί όμως, όχι όπως οι black met­al καρικατούρες. Όλη τους η εικόνα δημιουργούσε …άβολες στιγμές. Το ύφος τους; Απροσδιόριστο. Προοδευτικό και καινοτόμο, ανανεωτικό και λυρικό. Πομπώδες, όπως ένας μεγάλος καθεδρικός ναός γοτθικού τύπου που φέρνει μαζί του μια βικτωριανή καταχνιά…. Μπροστάρης σε όλο αυτό ο Eric Clay­ton, ντυμένος στα μαύρα και μακιγιαρισμένος με τρόπο που θυμίζει αρχαίους Αιγυπτίους ιερείς, με ένα εύρος και μια χροιά φωνής που καθήλωνε και καθηλώνει, να μην τραγουδά, αλλά να ερμηνεύει με κάθε κύτταρό του, με τρόπο συγκλονιστικό, καθηλωτικό. Ο Arjen Lucassen έχει δηλώσει πως είναι η πιο συγκλονιστική φωνή που έχει ακούσει ποτέ και είχε τους πάντες στους δίσκους του, μέχρι και τον Dick­in­son. Στο “Force of the enti­ty” προσκύνησε ολόκληρο το pow­er met­al. Στο “Legion”, μια σύνθεση για σεμινάριο με το μελαγχολικό της πιάνο, και στο “Son of the rain”, έμαθε και ο τελευταίος τι σημαίνει ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ στην μουσική. Στο αριστουργηματικό ori­en­tal έπος “Killer” ενώθηκαν τρεις διαφορετικοί κόσμοι, αυτός του rock (LED ZEPPELIN, RAINBOW), αυτός του met­al (BLACK SABBATH) και αυτός του goth­ic, απλά και μόνο για να επισκιάσει τα πάντα το «θέμα» της ταινίας «Ο Εξολοθρευτής» στο solo του Jeff Clay­ton και το “Dracula”/”Carmina Burana” sam­ple στο τελείωμα. Όσο για την δυάδα των “A world alone” και “Jesus Christ”, που κλείνουν ιδανικά το δίσκο, σε προκαλώ να μείνεις ασυγκίνητος. Σε προκαλώ να παραμείνεις ψύχραιμος, όταν μετά το μακρόσυρτο “…alone” «μπει» η κιθάρα του Jeff, όταν ακουστεί το solo, και όταν στο τέλος ο Eric καταθέσει την ψυχή του στο μικρόφωνο. Δεν πρόκειται να το καταφέρεις, εάν και εφόσον «κάτι» υπάρχει μέσα σου… Σου φάνηκαν όλα αυτά υπερβολικά; Δεν είναι η άποψη ενός φανατικού της μπάντας αυτή. Είναι η προσπάθεια ενός «υποτιθέμενου μουσικού συντάκτη», να περιγράψει το μεγαλείο ενός από τους καλύτερους δίσκους στην ιστορία της μουσικής. Όχι της met­al. Ολόκληρης.
Δημήτρης Τσέλλος

 


SCORPIONS — “Face the heat” (Poly­gram)
Μου αρέσει πολύ το “Face the heat”. Πάντα μου άρεσε αυτή η πιο “σκληρή” πλευρά των SCORPIONS αν και στο μυαλό μου το εν λόγω άλμπουμ αποτελεί μία φυσική συνέχεια του “Crazy world”. Κάτι η παραγωγή του Bruce Fair­bairn που δεν ήταν και τόσο παράταιρη σε σχέση με την καλογυαλισμένη δουλειά που είχε κάνει ο Kei­th Olsen στο “Crazy world”, κάτι που ορισμένες συνθέσεις (π.χ. “Hate to be nice”, “Some­one to touch”, “Tax­man woman”) είχαν αρκετά κοινά με αντίστοιχες συνθέσεις του “Crazy world”, κάτι που η εποχή ήταν δύσκολη για όλους εμάς τους hard rock fans που αναζητούσαμε σαν το άγιο δισκοπότηρο κυκλοφορίες από αγαπημένα μας συγκροτήματα εν μέσω της κυριαρχίας του grunge, ανέβασε αυτομάτως τον πήχη για το “Face the heat”. Επιπλέον, τα sin­gles “Alien nation”, “Under the same sun” και “No pain no gain” ήταν φανταστικά και ειδικά το πρώτο μας είχε στείλει αδιάβαστους αφού φανέρωνε μία μπάντα ανανεωμένη και διψασμένη να ξανακατακτήσει την κορυφή όντας μάλλον προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα της τότε εποχής.
Εδώ έχουμε και το ντεμπούτο του Ralph Rieck­er­mann στο μπάσο αλλά και το κύκνειο δισκογραφικό άσμα με τους SCORPIONS του σπουδαίου Her­man Rarebell (αυτό πόνεσε τη μπάντα και σε συνθετικό επίπεδο). Όπως και να έχει, όμως, το “Face the heat” είναι ένα αξιόλογο άλμπουμ που στα μάτια μου κλείνει μία απολύτως πετυχημένη περίοδο για το γερμανικό μεγαθήριο. Μπορεί να μην τίθεται θέμα σύγκρισης με τις δισκάρες του παρελθόντος αλλά είναι άλλη μία σοβαρή προσθήκη στην πλούσια κληρονομιά των SCORPIONS.
Σάκης Νίκας

 


SENTENCED – “North from here” (Spine­farm)
Η περίοδος των Φιλανδών που προσωπικά δεν μπόρεσα ποτέ να ακολουθήσω, ήταν αυτή  του death met­al, δηλαδή αυτή των δύο πρώτων δίσκων της μπάντας. Τους έμαθα από το “Frozen” του 1998 και αν πάμε αντίστροφα χρονολογικά, τους λατρεύω μέχρι και το “Amok” του 1995. Ούτε το ντεμπούτο τους “Shad­ows of the past” του 1992 ούτε το “North from here” τις χρονιάς που ασχολούμαστε σε αυτό το αφιέρωμα, κατάφεραν να κερδίσουν μια θέση στα ακούσματα μου, παρόλο που μιλάμε για μία από τις top5 αγαπημένες μου μπάντες όλων των εποχών. Οι SENTENCED, όπως και πάμπολλες μπάντες της εποχής, ξεκίνησαν με 1–2 ακραίους δίσκους, πριν αλλάξουν καθολικά τον ήχο τους.
Στο ντεμπούτο τους ήταν αρκετά doomy σε αρκετά περάσματα, ενώ εδώ γίνονται πιο τραχείς, speed-άτοι και τεχνικοί, με κύριους εκφραστές αυτών, κιθάρες και drums. Δεν έχουν απλοϊκές death met­al συνθέσεις και σίγουρα ακούγονται ιδιαίτεροι. Τα φωνητικά του Jar­va φτάνουν στα όρια του black ορισμένες φορές, κάνοντας τον ήχο ακόμα πιο επιθετικά σκοτεινό. Αραιά και που, ακούγονται και κάποια πλήκτρα για να κάνουν λίγο πιο ζοφερή την ατμόσφαιρα. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι μπορείς να ξεχωρίσεις κάτι ιδιαίτερο στο δίσκο, ιδίως αν μπεις σε συγκρίσεις με τη μετέπειτα δισκογραφία τους.
Για το είδος του, το “North from here” είναι ένας αρκετά καλός και ιδιαίτερος δίσκος, μα ως εκεί. Δε νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλοί ακροατές, ακόμα και φανατικοί της μπάντας που λησμονούν αυτή τη περίοδο. Σε τελική ανάλυση όμως, μιλάμε για έναν δίσκο, όχι κακό μα διαφορετικό, μιας τεράστιας μπάντας, που πάντα θα αγαπάμε και θα μας λείπει.
Γιώργος Δρογγίτης

 


SEPULTURA – “Chaos A.D.” (Road­run­ner)

Μπορεί η απογείωση να ήρθε με το “Arise”, όμως η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε με το “Chaos A.D.” Οι Βραζιλιάνοι ήρωες (αφού ήταν οι πρώτοι με διεθνή καριέρα) συνέχισαν την προοδευτική τους προσέγγιση στο thrash με το οποίο μεγάλωσαν και προσπάθησαν να παρουσιάσουν την επιθετικότητα και την δύναμή τους με διαφορετικό τρόπο στην νέα τους δισκογραφική δουλειά. Περισσότερο hard­core, περισσότερο punk και πολύ groove. Με έμφαση στον παλμό και την παραμόρφωση στις κιθάρες, το δίδυμο Max Cav­alera / Andreas Kiss­er, φτύνουν τα πιο groovy riff τους εδώ δίχως να κάνουν εκπτώσεις στην ένταση. Λες και κατανοούν τον τρόπο που έγραφαν οι MOTORHEAD καλύτερα, φροντίζουν να δείξουν τα δόντια τους ακόμα κι όταν ρίχνουν ταχύτητες. Η παραγωγή του Andy Wal­lace, επιτρέπει στον Max να ακούγεται πιο καθαρός, πιο κατανοητός. Στα ατού του δίσκου και το παίξιμο του αδερφού του, του Igor στα τύμπανα, ο οποίος καταφέρνει για πρώτη φορά να προσθέσει Βραζιλιάνικα στοιχεία, να τα ταιριάξει άψογα στο groove των τραγουδιών. Αποκορύφωμα βέβαια, το ακουστικό “Kaiowas” με τα κρουστά, που έμελλε να μπει σταθερά στο setlist τους. Στιχουργικά ο δίσκος, καταπιάνεται με κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, πολύ επιτυχημένα στο “Refuse/resist”, το “Ter­ri­to­ry” (Παλαιστινιακό ζήτημα), “Slave new world” (λογοκρισία), “Pro­pa­gan­da” (!!), “Biotech is Godzil­la” (Βιοτεχνολογικά πειράματα), “Man­i­fest” (Καταστολή εξέγερσης φυλακών) κλπ. Καθένα από τα παραπάνω, είναι απίστευτα τραγούδια, που φανερώνουν την συνθετική ωριμότητα των SEPULTURA στον πέμπτο τους δίσκο, που τους ανέδειξε στην κορυφή των νεο-thrash κινήματος. Επίσης να ξεχωρίσω το “Nomad” που αναφέρεται σε μια φυλή του Αμαζονίου. Το “Chaos A.D.” φέρνει τους SEPULTURA στην νέα εποχή, δείχνει πως έχουν τις προδιαγραφές να ηγηθούν ενός νέου ήχου που κουμπώνει την μοντέρνα hard­core τάση, με το midtem­po thrash ενώ ταυτόχρονα προσθέτουν και τα δικά τους eth­nic στοιχεία. Σίγουρα η μετοίκισή τους στις ΗΠΑ συνέβαλλε σε αυτό. Το πόσο επηρέασε το «σύστημα» αυτό το άλμπουμ είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει κάποιος σήμερα. Όμως πίσω στο 1993, η πρόοδος των SEPULTURA ήταν τόσο ακραία, όσο το “Black album” για τους ΜΕΤΑLLICA κάποια χρόνια πίσω, ή όσο το “Holy land” για τους ANGRA. Προσθέστε και την εμπορική τους επιτυχία (μπήκαν ψηλά στα charts σε ΗΠΑ, Γερμανία, UK, Σουηδία, κ.ά.) και καταλαβαίνετε το μέγεθος του “Chaos A.D.”
Γιώργος “Nomad” Κουκουλάκης

 


SINISTER – “Dia­bol­i­cal sum­mon­ing” (Nuclear Blast)
Οι Ολλανδοί SINISTER παρότι νεότεροι από τους υπόλοιπους μεγάλους της χώρας τους όσον αφορά το κλασικό death met­al, δεν ακούστηκαν διόλου ευκαταφρόνητοι  με το υπέρτατο ντεμπούτο τους “Cross the Styx” την Πρωτοχρονιά του 1992. Σε σχέση όμως με τους τρεις υπόλοιπους, δεν είχαν ούτε αυτή τη «σαπίλα» που είχαν οι ASPHYX, ούτε την τεχνική των PESTILENCE και ούτε την Αγγλική επιρροή (NAPALM DEATH, CARCASS) που είχαν στον ήχο τους οι GOREFEST. Οι SINISTER αντίθετα περήφανα λοξοκοιτούσαν προς την Αμερική και μάλιστα από πολλούς θεωρούταν η ιδανική μίξη της «κακίας/μοχθηρίας» των DEICIDE και του φρενήρους στυλ των CANNIBAL CORPSE. O πυρήνας των Mike van Mas­trigt (φωνητικά), Aad Kloost­er­waard (τύμπανα) και Andre Tol­huizen (κιθάρα) παρέμεινε ίδιος, ωστόσο υπήρξε μια αλλαγή, όπου ο κιθαρίστας (και μπασίστας στον πρώτο δίσκο!) Ron van de Pold­er έδωσε τη θέση του στον μπασίστα Bart van Wal­len­berg. Έτσι το κουαρτέτο αυτή τη φορά είχε μόνο ένα κιθαρίστα, πράγμα που ωστόσο δεν τους εμπόδισε και πολύ να εξαπολύσουν δεύτερη συνεχόμενη απόλυτη επίθεση προς το κοινό του ακραίου ήχου. Έτσι το δεύτερο άλμπουμ τους “Dia­bol­i­cal sum­mon­ing” με το φοβερό εξώφυλλο να προϊδεάζει τι υλικό θα υπήρχε μέσα, κυκλοφόρησε στα τέλη του 1993 (9 Νοεμβρίου συγκεκριμένα) και γρήγορα προκάλεσε νέο πάταγο.
Οι SINISTER με το πόδι κολλημένο στο γκάζι και την έμπνευση κολλημένη στο κόκκινο, δημιουργούν ένα διάδοχο ισάξιο (για πολλούς και ανώτερο) του “Cross the Styx”, ακόμα πιο σύντομο σε διάρκεια (33’ μόλις), ακόμα πιο βαρύ και γρήγορο σε πολλά σημεία και με ύμνους ακρότητας όπως τα “Sadis­tic intent” (από τα πλέον κλασικά death met­al κομμάτια στην ιστορία), “Sense of demise” και φυσικά το ομότιτλο κομμάτι, και σε συνδυασμό την πολύ καλή –κι ακόμα καλύτερη από την αντίστοιχη του “Cross the Styx”- προώθηση, μπόρεσαν να εδραιώσουν το όνομα τους και να μη λογίζονται απλά ως ελπίδα του ήχου αλλά ως μπάντα που θα μπορούσε να οδηγήσει τις εξελίξεις στο μέλλον. Μεγάλο ρόλο στην αποδοχή του δίσκου έπαιξε και το κλασικό πλέον βίντεο για το “Leviathan”, το οποίο έγινε το χιτάκι του δίσκου και οι πωλήσεις σημείωσαν σημαντική άνοδο, ειδικά για κάφρικο σχήμα της εποχής. Οι SINISTER ήταν στο σωστό δρόμο και τίποτα δεν έδειχνε να μπορεί να σταθεί στο δρόμο τους, ούτε καν η φυγή του Andre Tol­huizen μετά το δίσκο, καθώς ο Bart van Wal­len­berg στη συνέχεια ανέλαβε και τις κιθάρες και συνέχισαν σαν τρίο, βγάζοντας το καλύτερο τους άλμπουμ. Περισσότερα στο αφιέρωμα του 1995.
Άγγελος Κατσούρας

SINNER – “Respect” (GSE Records)
Οι SINNER το 1993, για όσους ασχολούνταν ενδελεχώς με το hard rock/heavy met­al, τους ήταν ένα αρκετά οικείο συγκρότημα, αφού είχαν ήδη κυκλοφορήσει 7 albums, τα οποία σίγουρα δεν πρόσφεραν κάτι καινούργιο ή καινοτόμο, αλλά αν μη τι άλλο τιμούσαν το είδος που είχαν επιλέξει να εκφράζονται μουσικά τα μέλη του group. Ξεκίνησαν τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα το 1982 παίζοντας σε πιο κλασικές met­al ηχητικές φόρμουλες, τηρώντας έναν άτυπο κανόνα όλων των συμπατριωτών τους την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Δίσκο με δίσκο εκείνα τα χρόνια πρόσθεταν και πιο hard rock και melod­ic rock στοιχεία στον ήχο τους.
Κάπως έτσι τους βρίσκει το 1993, να κυκλοφορούν την όγδοη δουλειά τους με τίτλο “Respect”, ένας τίτλος που ταίριαζε γάντι με την μέχρι τότε (αλλά και την μετέπειτα) πορεία τους, αφού νομίζω ότι έχουν κερδίσει το σεβασμό όλων όσων αρέσκονται στο ύφος που καταπιάνονται. Κάποιος που είχε ασχοληθεί μαζί τους, ακούγοντας το εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι, ένα από τα καλύτερα που έχει όλη η δισκογραφία τους μέχρι και τις μέρες μας, ίσως πίστεψε πως το συγκρότημα θα ήταν σε έναν μοναδικό συνθετικό οίστρο κάνοντας ηχητικές αλλαγές. Συνεχίζοντας όμως την ακρόαση θα ανακάλυπτε ότι το album δεν είχε κάτι καινούργιο να επιδείξει σχετικά με το παρελθόν τους. Ότι έκαναν στις τότε πιο πρόσφατες δουλειές τους, δηλαδή να συνδυάζουν αρμονικά τα heavy στοιχεία με τα πιο hard, θα παρουσίαζαν και στο “Respect”. Οι SINNER εκείνης της εποχής έφερναν αρκετά στο μυαλό τις κυκλοφορίες Αμερικανικών συγκροτημάτων εκείνης της χρονιάς, αφού τα εμπορικά μέρη υπερίσχυαν κάπως των αμιγώς met­al. Ίσως κάποιος που είχε ακούσει και την αρχική τους περίοδο, να είχε «ξενερώσει» με το ηχητικό αποτέλεσμα, αφού η μπάντα είχε ελαφρώς «μαλακώσει». Παρόλα αυτά οι λίγο πιο ανοιχτόμυαλοι, με την καλή έννοια, θα άκουγαν πολύ ενδιαφέροντες συνθέσεις, με όμορφες καλοπαιγμένες μελωδίες σε κάθε τραγούδι, ωραίους κιθαριστικούς ρυθμούς με εναλλασσόμενες ταχύτητες και σχετικά ευκολομνημόνευτα ρεφραίν σε ένα δίσκο με πολύ μέτριο «ξεπέτα» εξώφυλλο. Το μόνο αρνητικό του δίσκου ήταν ο αριθμός των συνθέσεων, αφού νομίζω ότι οι 13 σε σύνολο, ελαφρώς «κούραζαν» τον ακροατή. Κατά τα άλλα όμως ήταν μια δουλειά που σαφώς δεν ήταν η καλύτερη τους άλλα όχι και η χειρότερη.
Ακούγοντας τους δίσκους των SINNER, δεν αναφωνείς εκστασιασμένος για το εκάστοτε γενικό ηχητικό αποτέλεσμα. Ξέρεις όμως ότι σε κάθε album τους, θα ακούσεις ωραία τραγούδια που θα σου κάνουν, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, συντρόφια για πολλές ώρες και μέρες. Το “Respect”, τηρούσε αυτόν κανόνα κατά γράμμα κάτι που ισχύει μέχρι και τις μέρες μας.
Θοδωρής Μηνιάτης

 


SKYCLAD — “Jon­ah’s ark” (Noise)
“Think­ing allowed”, “Cry of the land”, “Earth moth­er, the sun and the furi­ous host”. Κάνεις μία συλλογή SKYCLAD, 60αρα κασέτα (χρωμίου για να μην γίνουμε τελείως παλαιολιθικοί), για να μην το παρακάνουμε και μπορείς να αφήσεις κάποιο από αυτά τα τρία κομμάτια έξω; Ε όχι. Και όλα αυτά μαζί είναι στο “Jon­ah’s ark”.
Μιλάμε για λατρεμένη μπάντα (μέχρι μία περίοδο δισκογραφικά), τόσο λόγω της μουσικής τους, αλλά και λόγω του τρομερού στιχουργικού οίστρου του Mar­tin Walkyi­er. Μία μπάντα μοναδική, που τότε έδειξε πως παίζεται το folk met­al. Όχι το “φοράω προβιές, κάνω τον καραγκιόζη, κάνω Α, κάνω ΟΥ (όχι ΔΑΠ ΝΔΦΚ) και πετάω ένα folky lead και χαίρομαι”. Το σοβαρό folk met­al. Και αυτό είναι οι SKYCLAD. Ήδη από το προηγούμενο και δεύτερο κατά σειρά άλμπουμ τους, το “A burnt offer­ing for the bone idol”, τα folk στοιχεία άρχισαν να είναι πιο έντονα και τα thrash του ξεκινήματος να είναι εκεί, αλλά να υποχωρούν. Εδώ υποχωρούν ακόμα περισσότερο και η μπάντα αρχίζει να μεταμορφώνεται ακόμα περισσότερο στον folk ογκόλιθο και θα το “τερματίσει” στο επόμενο, αριστουργηματικό άλμπουμ της, “Prince of the pover­ty line”, ένα μόλις χρόνο μετά.
Το “Jon­ah’s ark” δεν είναι η δισκάρα των SKYCLAD. Είναι ένα κλικ κάτω τόσο από τον προκάτοχο, όσο και από τον διάδοχό του. Όμως είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ και στην τελική έχει αυτήν την τριάδα τραγουδιών που ανέφερα στην αρχή του κειμένου, που εγγυάται την ποιότητά του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά, καθώς εκείνα τα χρόνια, πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο για αυτό το περίεργο συνονθύλευμα μουσικών από την Αγγλία να γράψουν κακό κομμάτι. Μα πολύ δύσκολο! “The wickedest man in the world” (πάρε και το φλάουτό σου για να μην ακούς μόνο βιολί), “A near life expe­ri­ence” με την παράνοια της ενορχήστρωσης, “Bewil­der­beast” παραγγελιά σε τσιγγάνικο πανηγύρι, “The ilk of human blind­ness” πιο μεταλλάδικο… από όλα τα καλά έχουμε και πάντα ποιοτικά.
Αυτό είναι και το τελευταίο άλμπουμ της Fritha Jenk­ins με τη μπάντα, η οποία έφυγε μετά την κυκλοφορία του για να γίνει μανούλα και παρόλο που στο πλάνο ήταν να επιστρέψει στο σχήμα, αυτό δεν έγινε ποτέ. Βέβαια, το 1995 ήρθε η Georgina Bid­dle, οπότε όλα καλά!
Δίσκος της χρυσής εποχής των SKYCLAD. Της εποχής που όριζαν ένα ολόκληρο ιδίωμα και έδιναν στην ουσία την “τροφή” και την πρώτη ύλη για τόσες και τόσες μπάντες που θα έβγαιναν τα επόμενα χρόνια και θα πατούσαν πάνω ΚΑΙ στη δική τους μουσική για να κάνουν τις δικές τους επιτυχίες μερικές από αυτές. Σοβαρή μπάντα, σοβαρός δίσκος, με στίχο ξυράφι! Α ρε Mar­tin, που ‘ναι τα χρόνια…
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


SUFFOCATION — “Breed­ing the spawn” (Road­run­ner)
Βίοι παράλληλοι με τους MALEVOLENT CREATION που περιγράψαμε στο κείμενο για το “Still­born”. Όπως και οι Φλοριδιανοί, έτσι και οι Νεοϋορκέζοι επρόκειτο να πέσουν θύμα μεγάλης αδικίας. Οι κύριοι ήθελαν, μετά τον πάταγο του “Effi­gy of the for­got­ten” (το σημείο ΜΗΔΕΝ όλου του bru­tal death), να ξανακάνουν παραγωγή με τον Scott Burns στα Mor­risound stu­dios. Ωστόσο, η Road­run­ner, αρνήθηκε σε αμφότερες μπάντες, να γίνει η παραγωγή εκεί. Η μπάντα, σε μια κίνηση απελπισίας, ηχογράφησε σε ένα άσημο στούντιο στη Νέα Υόρκη επ’ ονόματι Noise Lab.
Έτσι, καταλήξαμε σε έναν από πολλούς μισητό ήχο (συντάκτες και οπαδούς), θαμμένο κατά πολλούς, που η ίδια η μπάντα απολογήθηκε γι’ αυτό, και αναγκάστηκε, να επανηχογραφήσει τα κομμάτια ένα σε κάθε μια από τις επόμενες της κυκλοφορίες. Το ειρωνικό είναι, πως για τον επόμενο δίσκο (“Pierced from with­in” (1995) — μανούλα μου, η καρδούλα μου), η Road­run­ner θα τους έδινε λεφτά για να ηχογραφήσουν στα Mor­risound. Στον αντίποδα, οι MALEVOLENT CREATION έχασαν το συμβόλαιο τους με τη Road­run­ner λόγω των ίδιων κριτικών. Συν τοις άλλοις, το άσχημο κλίμα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, αποτέλεσε έναν σοβαρό λόγο για τον οποίο ο θρυλικός Mike Smith θα αποχωρούσε από το συγκρότημα μέχρι το reunion του 2002.
Ωραία, ξεμπερδέψαμε με τα αρνητικά (δίκαια ή άδικα) περί τον δίσκο. Επειδή όμως, ο δίσκος ΣΠΕΡΝΕΙ και δε σηκώνω κουβέντα, πάμε να δούμε την ουσία του πράγματος; Και κρύβεται πολλή, σε μόλις 36 λεπτά μουσικής. Μουσική που κυκλοφόρησε σε απτή μορφή 18 Μαΐου 1993 και ντύθηκε οπτικά από τον μέτρ του είδους Dan Sea­grave. Ένα παγωμένο, ιδιότροπο και δυστοπικό εξώφυλλο. Σαν τον δίσκο που υπάρχει μέσα. Από τη ποικιλομορφία των “Begin­ning of sor­row” και ομώνυμου κομματιού, στο ανηλεές σφυροκόπημα του “Epi­taph of the cred­u­lous”, σε συνδυασμό με την υπέροχη σάπια μπασαδούρα που καλύπτει όλο το υλικό των SUFFOCATION.
Ένας Frank Mullen τσαντισμένος, με τα πάντα! Με την εταιρεία, τότε, με τη κατάσταση του κόσμου, με τη τύχη του τη χορεύτρια, ο άνθρωπος ρίχνει, χώνει και δε σώνει κανέναν! Η σήμα κατατεθέν γκρούβα της μπάντας, επανέρχεται σε κομμάτια όπως το “Mar­i­tal dec­i­ma­tion”, που δε ξεχνάει στιγμή να κοπανήσει. Το θρασάρισμα του “Pre­lude to repul­sion” με riff-μπάσιμο που το λες και το αδερφάκι του “Rein­cre­ma­tion” από το “Effi­gy of the for­got­ten”, μας το θυμίζει αυτό καλά! Το άλμπουμ κλείνει με το υπέροχο riff του “Igno­rant depri­va­tion” σε fade out, να σβήνει και τους τελευταίους σβέρκους που άντεξαν ως εκείνο το σημείο. Riff, όπως όλα τα κιθαριστικά θέματα εντός του άλμπουμ παράγωγα της κλάσης παικτών όπως ο Dour Cer­ri­to και ο Ter­rence Hobbs. Και από κάτω, ο Smith ανοίγει πυρ, και αν ζήσεις, γράψε μου!
Που στέκεται όμως, πέρα από όλα αυτά, το “Breed­ing the spawn” στη δισκογραφία των SUFFOCATION, 27 ολόκληρα χρόνια μετά τη κυκλοφορία του, τώρα που ΌΛΑ τα κομμάτια του έχουν επανηχογραφηθεί με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, και φυσικά παιχτεί live; Ένα εξαιρετικό άλμπουμ, κατάφωρα αδικημένο από τη παραγωγή, τη χρονική στιγμή και τις συνθήκες, που προϊόντος του χρόνου, αποκαταστάθηκε η θέση του στην ιστορία. Κρίνεται ως υποδεέστερο παραγωγικά του προκατόχου του αλλά και του διαδόχου. Ωστόσο, κοιτάζει στα μάτια το περιεχόμενο. Όσοι ακόμα είστε διστακτικοί, βουτήξτε! Το “Breed­ing the spawn” θα σας ανταμείψει μέσα από το ακατέργαστο της φύσης του.
Γιάννης Σαββίδης

 


TAD MOROSE — “Leav­ing the past behind” (Black Mard Production)
TAD MOROSE και MORGANA LEFAY, είναι στο μυαλό μου, μπάντες που πάνε “πακέτο”. Τόσο από θέμα ποιότητας, όσο και από θέμα υποτίμησης. Άλλωστε, το ίδιο είχα γράψει και στο κείμενο για το “Know­ing just as I” των MORGANA LEFAY, στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος για το 1993.
Ήρθε λοιπόν η ώρα για τους TAD MOROSE και στην προκειμένη για το ντεμπούτο τους, “Leav­ing the past behind”. Επίσης από την Black Mark Pro­duc­tion, εταιρεία στην οποία ήταν και οι MORGANA. Είπαμε, πολλά τα κοινά αυτών των σχημάτων.
Από το πρώτο κομμάτι του ντεμπούτου τους, το “Eter­nal lies”, φαίνεται η αγάπη της μπάντας για σχήματα όπως οι CRIMSON GLORY και οι QUEENSRYCHE (με κάτι λίγα από SAVATAGE), με διάθεση για ένα είδος μελωδικού pro­gres­sive met­al μεν, αλλά με μία “σκοτεινή” επίστρωση. Τα πλήκτρα του Fredrik Eriks­son, χωρίς να είναι μπροστά και να οδηγούν, δίνουν το τόσο όσο για να χαρακτηρίσουν τη μουσική του σχήματος, που στηρίζεται φυσικά στα riffs του Chris­ter Ander­s­son, του φυσικού ηγέτη του σχήματος και μοναδικού εναπομείναντος μέλους από τότε μέχρι και σήμερα. Το θέμα με τους TAD MOROSE ήταν πάντα η δυσκολία διατήρησης σταθερού line­up, καθώς έχουν αλλάξει και εγώ δεν ξέρω πόσα μέλη όλα αυτά τα χρόνια. Έτσι και στο ντεμπούτο τους, συναντάμε μουσικούς που δεν “μακροημέρεψαν” στο σχήμα, όμως πρόλαβαν να βάλουν το λιθαράκι τους και αυτοί. Οι αλλαγές βέβαια, έφεραν σε πολλές περιπτώσεις και καλύτερους μουσικούς, ειδικά στη φωνή, τη “χρυσή περίοδο” που στη μπάντα ήταν το αδικημένο λαρύγγι της Σουηδίας, ο μικρός θεούλης Urban Breed. Όμως και ο Kris­t­ian Andren που υπάρχει εδώ, είναι τίμιος. Σε καμία περίπτωση δεν είναι στα επίπεδα του Breed, ή άλλων τραγουδιστών του γενικότερου prog met­al χώρου της εποχής, όμως η φωνή του, που προσπαθεί να έρθει κάπως προς Zach Stevens σε στιγμές (και θέλεις λίγο χρόνο ακούγοντας το δίσκο για να την αποδεχτείς, αφού τότε “πέρναγαν” και πολλά που δεν θα περνούσαν σήμερα με την εξέλιξη της τεχνολογίας), ταιριάζει πολύ με το όραμα της μπάντας στην αρχή της. Και στο επόμενο (και τελευταίο του με τη μπάντα) άλμπουμ, το “Sender of thoughts”, ήταν ακόμα καλύτερος, χωρίς τα φάλτσα του ντεμπούτου.
Η παραγωγή του άλμπουμ είναι ΟΚ και για την εποχή και το bud­get του σχήματος είναι όσο καλή χρειάζεται για να μην εμποδίζει τα κομμάτια να αναδειχτούν. Κομμάτια που παρόλες τις όποιες ατέλειες ελέω και του ότι μιλάμε για την πρώτη επαγγελματική δουλειά 5 20χρονων (τότε), δείχνουν τις ανησυχίες του σχήματος και τη διάθεση για πειραματισμό, πατώντας πάνω στις ξεκάθαρες επιρροές τους. Και το καταφέρνουν μια χαρά. Mid tem­po κυρίως, με πολλά ατμοσφαιρικά περάσματα, pro­gres­sive σε νοοτροπία χωρίς καμία μα καμία επίδειξη, αλλά με βάση τη σύνθεση και τις μελωδίες και με κομμάτια όπως τα “Eter­nal lies”, “Reach for the sky”, “Voic­es are call­ing”, “Leav­ing the past behind” και “Way of his­to­ry” να ξεχωρίζουν και να αναδεικνύουν ταυτόχρονα όλα τα στοιχεία των TAD MOROSE αυτού του πρώτου βήματος.
Τα πήγαν και πολύ καλύτερα σε μετέπειτα κυκλοφορίες, όμως το “Leav­ing the past behind” έχει αυτήν τη ρομαντική ατέλεια σε πολλά σημεία, μαζί με τα προφανή σημάδια ταλέντου του σχήματος, που το έκανε και τότε, αλλά το κάνει και σήμερα ένα άλμπουμ που μπορείς να ακούσεις πολύ ευχάριστα αν είσαι οπαδός αυτού του είδους. Δισκάρα; Ε όχι. Μην τα κάνουμε όλα δισκάρες. Αδικημένη μπάντα, πρώτα από τους ίδιους; Ναι. Και εδώ είναι η αρχή τους.
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


TALISMAN – “Gen­e­sis” (Dino Records)
O Mar­cel Jacob είχε συνεργαστεί με τον Jeff Scott Soto στις τάξεις της μπάντας του Malm­steen στο ξεκίνημα της σόλο καριέρας του, ενώ η έντονη σχέση του με τον John Norum και τους EUROPE, είχε ενισχύσει την εμπειρία του και όταν αποφάσισε να δημιουργήσει την δική του μπάντα, κατάφερε να αφομοιώσει όλα τα στοιχεία της μέχρι τότε καριέρας του. Τεχνική, hard rock και αυτοσχεδιασμούς, μελωδίες και κολλητικά ρεφραίν, εξαιρετικές κιθάρες αλλά και έμφαση στις δικές του μπασογραμμές. Έχοντας περάσει τρία χρόνια από το ντεμπούτο τους, οι TALISMAN ήταν πιο συμπαγείς και το “Gen­e­sis”, είναι όσο σφιχτό, όσο και ο προκάτοχός του. Το παιχνίδια μπάσου και κιθάρας θυμίζουν MR. BIG και EXTREME (“All or noth­ing” το οποίο ονομαζόταν αρχικά “Fight­ing for your life” και ήταν ξεπατικούρα, το  “Time after time”, το “U done me wrong” και το “If u would only be my friend”, είναι σχεδόν όλα κλασικά), αφού και ο Mar­cel μπολιάζει το hard n’ heavy του με κάποια funk στοιχεία. Από την άλλη υπάρχουν και οι πιο εμπορικές στιγμές όπως το “Mys­te­ri­ous” που επιδιώκει να φτάσει το “I’ll be wait­ing” και η μπαλάντα “All I want” που θυμίζει JOURNEY ή το πιο Μalm­steen-επηρεασμένο “Give me a sign”.  Εννοείται πως υπάρχουν έντονες αναφορές στις πιο σκληρές των EUROPE, μια παρέα που υπηρέτησε ο Jacob πριν χρόνια. Το “Gen­e­sis” επιβεβαίωσε τον παιχνιδιάρικο, εμπορικό αλλά και τεχνικό χαρακτήρα των TALISMAN που προσπαθούσαν τότε να εδραιωθούν πέραν των Σουηδικών συνόρων παρουσιάζοντας μια εξέλιξη σε σχέση με το προηγούμενο, όντας και πιο σκληρό. Η Ιαπωνία ανταποκρίθηκε, όχι όμως και ο υπόλοιπος κόσμος. Σε αυτό έπαιξε ρόλο πως υπάρχουν και κάποιες μετριότητες εδώ (“I’ll set your house on fire”, “Lovechild”, κ.ά.) , ενώ η απόφασή τους να προγραμματίσουν τα τύμπανα, αντί να βρουν έναν ικανό drum­mer μειώνει το αποτέλεσμα.
Γιώργος “I’ll set your house on fire” Κουκουλάκης

 


THERION – “Sym­pho­ny mass­es — Ho drakon ho megas” (Megarock)

To album αυτό είναι κομβικό τόσο για την πορεία των Σουηδών, όσο και για την εξέλιξη ενός ολόκληρου ιδιώματος που στις αρχές των 90s είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Δυστυχώς για εκείνους το album αυτό κυκλοφόρησε από μικρή εταιρία και δεν έλαβε την ανταπόκριση που του αξίζει. Όμως και ο ίδιος ο ηγέτης τους, Christofer Johns­son, ο οποίος είδε μετά από τα – αμιγώς death met­al – album τους να διαλύεται το line up τους. Όμως δεν τον πτόησε καθόλου αυτό το γεγονός και ανέλαβε να «ντύσει» το doom/death τους με ετερόκλητα στοιχεία που κανείς ακόμα και σήμερα δεν έχει τολμήσει να εισάγει. Στο χωνευτήρι του album θα βρείτε στοιχεία από 70s και κλασικά PRIEST/MAIDEN περάσματα, πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις με πρωταγωνιστές όλα τα όργανα και ατμόσφαιρες που δένουν άψογα σαν σύνολο. Και μιλάμε για ηχογράφηση του 1992 έτσι; Ηχητικά το album βάζει τα γυαλιά ακόμα και σε σημερινές παραγωγές του είδους! “O μεγάλος δράκος” έχει πολλά να πει και στιχουργικά με απαγγελίες, ακραία και υμνικά φωνητικά και παντελή απουσία γυναικείων φωνητικών! Είναι το πρώτο album της σκηνής αυτής που έχει στίχους στα εβραϊκά, αιγυπτιακά και enochi­an πέρα από αγγλικά. Και από ταχύτητες εδώ θα ακούσετε τα πάντα κυριολεκτικά! Οι εναλλαγές των ρυθμών είναι αξιοθαύμαστες σε τέτοιο βαθμό που κάθε κομμάτι έχει τη δική του δομή, δημιουργώντας ένα πάζλ πολύπλευρο και τόσο ιδιότυπο που ακόμα και οι ίδιοι δεν τόλμησαν  να εξελίξουν πέρα από το επόμενο αριστουργηματικό “Lep­aca klif­foth” Θαρρώ ότι είναι το πιο σπουδαίο τους έργο με ένα εκπληκτικό εξώφυλλο που δεν καταφέραμε ποτέ να το χαρούμε σε βινύλιο –βγήκε το 1997 σε pic­ture disc που δεν είχε το εκπληκτικό κλείσιμο του ομότιτλου κομματιού. Καταληκτικά η παρουσία του αποδεικνύει περίτρανα την τεράστια επιρροή που είχε το “Into the pan­de­mo­ni­um” των CELTIC FROST , το οποίο είχε κυκλοφορήσει μόλις 6 χρόνια πριν. Είναι πολλοί οπαδοί των THERION που δεν έχουν ακούσει αυτό το διαμάντι! Κάντε τον κόπο και ίσως καταλάβετε γιατί τα λαγωνικά της Nuclear Blast τους έκλεισαν για το επόμενο album τους και επένδυσαν τόσα χρήματα για να βγει το “The­li” και να κάνουν πάταγο! Κάπου εδώ ξεκίνησαν όλα…
Λευτέρης Τσουρέας

 


THE TEA PARTY — “Splen­dor solis” (EMI Canada)
Καναδάς, κρύα, προοδευτικό ροκ, LED ZEPPELIN, Βρετανική φολκ και ένα σχήμα με βαρύτονο τραγουδιστή, κιθαρίστα που πίνει νερό στο όνομα των  “III”, “IV”, “Phys­i­cal graf­fi­ti”. Το “Splen­dor solis”  είναι ένα άλμπουμ χαμηλών τόνων, υψηλής συναισθηματικής φόρτισης. Ένα άλμπουμ που θα είχε ηχογραφηθεί σε κάποιο έρημο αρχοντικό στην Ουαλία, αν δεν είχε τη σφραγίδα των TEA PARTY. Λιτό, μελωδικό, μυστηριακό με ξεσπάσματα όπως στο “Sun going down”, “Raven skies” φολκ περάσματα, ανατολίτικες κλίμακες , επιρροές από τα 70s και μια αισθητική σκοτεινή και χαμηλοβλεπούσα. Προοδευτικό αλλά συνάμα παλιομοδίτικο αγγίζει την Βρετανική φολκ σκηνή, αυτή του Καντέρμπουρι και κάθε τι που έπαιξαν οι LED ZEPPELIN αλλά δεν είναι κλώνος ακριβώς λόγω της μοναδικής, αισθαντικής φωνής του Mar­tin. “Dreams of rea­son”, χαμένος στην απομόνωση του Καναδά αλλά και τις ερήμους του Μαρόκου, δημιουργεί με τους TEA PARTY ένα άλμπουμ, ταξιδιάρικο, υποβλητικό, που θα άξιζε να ακουστεί  σε μικρά κλαμπ, με καλή ακουστική, φωτισμό από κεριά και συνοδεία εκλεκτών ποτών . Ένα άλμπουμ για μυημένους στην μουσικότητα, που αγγίζει την μελωδική πλευρά του μοντέρνου φολκ προοδευτικού ροκ, πατώντας γερά στα μεγαθήρια των 70s.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 


THRESHOLD – “Wound­ed land” (Giant Elec­tric Pea)

Δεν είχαν προλάβει οι DREAM THEATER να βγάλουν το “Images and words” τον προηγούμενο χρόνο και από τότε είχαν φαγωθεί να βρουν το διάδοχό τους. Οι διαφημίσεις για το “Wound­ed land”, το ντεμπούτο των Βρετανών THRESHOLD, τους ανέφεραν ως «τη βρετανική απάντηση στους DREAM THEATER». Και αυτό, πόσο αδικούσε, αλήθεια, τους THRESHOLD. Ήταν ξεκάθαρα ένα pro­gres­sive met­al συγκρότημα, που όμως σε καμία των περιπτώσεων δεν ηχούσε τόσο πολύ σαν τους DREAM THEATER, εν αντιθέσει με μία ολόκληρη στρατιά γκρουπ που βγήκαν αμέσως μετά από αυτούς (άλλοι με επιτυχία και άλλοι προκαλώντας απλά γέλιο). Όντας και στην Giant Elec­tric Pea, ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσαν να κοιτάξουν στα μάτια τους τεράστιους DREAM THEATER, παρόλα αυτά, το “Wound­ed land” είναι ένα ντεμπούτο που δεν πέρασε απαρατήρητο, όπως και του άξιζε. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν έχει υπάρξει ούτε μία κυκλοφορία των THRESHOLD τόσα χρόνια, που να είναι λιγότερο καλή από την προηγούμενη, με την εξαίρεση ίσως του “Extinct instinct”.
Στα φωνητικά ο Dami­an Wil­son δίνει ρεσιτάλ. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που εδώ και χρόνια είναι περιζήτητος κι αυτός είναι ο λόγος που έφυγε από το γκρουπ πριν μερικά χρόνια, αφού οι πολλές του υποχρεώσεις δεν του επέτρεπαν να περιοδεύσει με τους Βρετανούς prog­sters. Αφήστε που ήταν από τους υποψήφιους για αντικαταστάτης του Bruce Dick­in­son. Η ιστορία έχει γράψει ότι το “Wound­ed land”, είναι ο δίσκος που έχει το “Para­dox”. Το τραγούδι σήμα-κατατεθέν των THRESHOLD. Το τραγούδι που ο μακαρίτης Andrew “Mac” McDer­mott, στις συναυλίες το ερμήνευε κάνοντας κατακόρυφο (το είχα ακούσει και δεν το πίστευα, μέχρι που το διαπίστωσα με τα ίδια τα μάτια μου). Groove, μελωδία, ρεφρενάρα, συναυλιακός ύμνος. Αλλά και ο υπόλοιπος δίσκος δεν πάει πίσω. Με βασικούς πυλώνες τα “Con­sume to live”, “Sanity’s end” και “Sur­face to air” που διαρκούν λίγο λιγότερο ή λίγο περισσότερο από δέκα λεπτά, το “Wound­ed land”, είναι ένα κλασικό παράδειγμα prog met­al δίσκου των 90s, όπως αγαπήσαμε όλο το ιδίωμα, ένα ιδανικό ντεμπούτο, που δεν φανταζόμασταν ότι θα κορυφωνόταν με το “Psy­che­del­i­catessen” ένα χρόνο αργότερα κι ας άλλαξαν τραγουδιστή.
Σάκης Φράγκος

 


TIME MACHINE – “Project: time scan­ning” (self-released)

Οι Ιταλοί prog­sters TIME MACHINE ιδρύθηκαν το 1992 από τον κιθαρίστα Ivan Oggioni και τον φίλο του και μπασίστα Loren­zo Deho. Οι δυο τους είχαν ήδη αρκετή εμπειρία στη μουσική βιομηχανία και επιπλέον κοινό σημείο αναφοράς την αγάπη για το US pow­er και το pro­gres­sive met­al των QUEENSRYCHE και DREAM THEATER πέρα φυσικά από τη κληρονομιά του rock pro­gres­sive Ital­iano και συγκροτημάτων όπως τους BANCO DEL MUTUO SOCCORSO και PFM. Το 1992 έκατσαν και δούλεψαν πάνω σε υλικό που θα γινόταν το πρώτο τους “project album”, όπως οι ίδιοι τέλος πάντων αναφέρθηκαν στο πρώτο τους EP που ονόμασαν “Project: time scan­ning”. Στα τύμπανα τους συνόδευε ο Rober­to Pesana και πλάι του μερικοί φίλοι και καλεσμένοι, συμπεριλαμβανομένων των Tony Pri­o­lo (κιθάρα) και Fabio Pagani στα φωνητικά. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων όμως, ο Pesana υπέστη ένα πολύ άσχημο τροχαίο που τον άφησε κατάκοιτο για μεγάλο διάστημα. Εξαιτίας αυτής της απρόβλεπτης εξέλιξης, η μπάντα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ψηφιακά τύμπανα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα EP 23 λεπτών που δείχνει μια μπάντα με όρεξη και πολλές καλές ιδέες αλλά επίσης με πολλές ελλείψεις σε πολλά επίπεδα. Οι επιρροές από ELOY και την Ιταλική σκηνή μέχρι IRON MAIDEN, πρώιμους FATES WARNING και QUEENSRYCHE είναι ολοφάνερες. Προσωπικά βρίσκω πως τα ψηφιακά τύμπανα μαζί με τη μέτρια έως κακή παραγωγή δεν τους δικαιώνει και δεν δίνουν το πάτημα σε μερικά κομμάτια που αναδεικνύουν κάποια φαντασία και δημιουργικό οίστρο, να απογειωθούν. Ωστόσο, το “Project: time scan­ning” έλαβε αρκετές θετικές κριτικές, ειδικά από τοπικά μέσα και ιταλικούς κύκλους οπαδών δίνοντας έτσι θάρρος στη μπάντα να συνεχίσει. Η σχετική επιτυχία του EP αποτέλεσε εφαλτήριο για άλλες μπάντες που γιγάντωσαν την ιταλική (prog και μη) met­al σκηνή. Όντως, μέχρι το έτος 2000 κυκλοφόρησαν πέντε ολοκληρωμένα άλμπουμ, έκαναν μερικές χαρακτηριστικές διεθνής συνεργασίες (όπως με τον Andre Matos στο “Eter­ni­ty ends”) και έπαιξαν σε μεγάλα φεστιβάλ όπως το Gods of met­al fes­ti­val. Για τον γράφοντα, το “Eter­ni­ty ends” είναι η μόνη πραγματικά αξιόλογη κυκλοφορία από μια μπάντα που μπορεί να μνημονεύεται στη γενέτειρα της και σε στενούς κύκλους prog met­al οπαδών, αλλά που δεν κατάφερε σε γενικές γραμμές ν αφήσει ένα γερό στίγμα. Το “Project: time scan­ning” επομένως έχει ιστορική αξία μιας και ενθάρρυνε αρκετές μπάντες αφού είδαν πως μια τοπική met­al μπάντα, εν έτει 1993, μπορεί να γίνει αποδεκτή και να περάσει τα εθνικά της σύνορα.
Φίλιππος Φίλης

 


TOOL — “Under­tow” (Zoo) 

To ξεκίνημα των ΤΟΟL με το “Οpi­ate” EP το 1992 ήταν η πρώτη αναγνωριστική βολή της μπάντας προς το Αμερικάνικο εναλλακτικό  met­al κοινό της εποχής. Ένα κοινό που βρέθηκε σε μια εποχή που μεσουρανούσε τόσο το grunge αλλά και o εναλλακτικός σκληρός ήχος. Και πράγματι, δημιούργησαν μια πολύ φρέσκια μουσική που ερχόταν να θέσει το δικό της trade­mark σε σχέση με ότι κυκλοφορούσε στις αρχές των 90s.
Το “Οpi­ate”, αν και EP, τα κατάφερε στην αποστολή του να μας συστήσει αυτήν την μπάντα από το Los Angeles.Το επόμενο βήμα ήταν σαφώς  πιο καθοριστικό και αυτό που ήρθε για να καθιερώσει την μπάντα. Ο ήχος τους είχε αρχίσει να αποκτά πιο ξεκάθαρη οπτική, η μπάντα εδώ ξεδιπλώνει όλα της τα χαρτιά και σχηματίζει ένα ήχο που όμοιος του δεν είχε ακουστεί μέχρι τότε. Το rhythm sec­tion είχε αρχίζει ήδη να ξεδιπλώνει τον τρελό ρυθμό του, ο Αdam Jones βρίσκεται μόλις στην αρχή του παρόλο που είναι τόσο heavy όσο και ατμοσφαιρικός, τόσο μινιμαλιστικός όσο και πολύπλοκος. Τέλος ο δε May­nard, τοποθετεί την δική του προσωπική σφραγίδα με τις ερμηνείες του. Μια φωνή ξεχωριστή, ιδιαίτερη και μοναδικά χαρακτηριστική.
Aπό την κρυστάλλινη παραγωγή της Sylvia Massy που δίνει σε όλα τα όργανα τον δικό τους ξεχωριστό τόνο, στον απόκοσμο, οργισμένο και πολλές φορές κλειστοφοβικό ήχο της μπάντας και από εκεί στις μοναδικές ερμηνείες του Κeenan που ερμηνεύει τόσο χαρακτηριστικά και με τέτοιο τρόπο το κάθε κομμάτι.
Ευρηματικές συνθέσεις με στίχους που θίγουν πολλά κακώς κείμενα της κοινωνίας, μια μπάντα που φαίνεται ικανή να οδηγήσει τις συνθέσεις σε μέρη που δεν περιμένει κανείς ακούγοντας τες. “Intol­er­ance”, “Sober” (το πρώτο sin­gle) “Prison sex” (το δεύτερο sin­gle), “Bot­tom” (με την συμμετοχή του Ηen­ry Rollins), “Swamp song”, “Under­tow” (το τρίτο sin­gle) είναι οι πιο ξεχωριστές συνθέσεις που υπάρχουν στο ντεμπούτο των Αμερικάνων. Είτε σου αρέσουν είτε όχι, δεν νομίζω ότι υπάρχει μέση οδός για αυτόν τον δίσκο.
Οι ΤΟOL στο “Under­tow”  δεν είναι αυτό το “τέρας” που εξελίχτηκε λίγα χρόνια μετά στο “Aen­i­ma”, παρόλο αυτά ο βασικός κορμός του ήχου τους που παραμένει μέχρι και σήμερα,  εδώ σχηματίστηκε, εδώ  διαμορφώθηκε και όλως παραδόξως αγκαλιάσθηκε από το κοινό της εποχής. Πράγματι, ο δίσκος έφτασε στο # 50 των charts και επίσης έγινε διπλά πλατινένιος στα επόμενα χρόνια.
Το “Under­tow” παραμένει ένα εξαιρετικό ντεμπούτο ακόμα και αν ο διάδοχος του κατάφερε να αγγίξει την τελειότητα. Μπορεί να ακούγεται πιο ωμό, ίσως λιγότερο τεχνικό, ακόμα και λιγότερο περιπετειώδες και πειραματικό απ’ ότι θα ακούγαμε στο άμεσο μέλλον, παρόλα αυτά το αρτιστικό και ηχητικό πλαίσιο που η ίδια η μπάντα έθεσε για τον εαυτό της, σε αυτόν το δίσκο πήρε την μορφή του, σε αυτόν τον δίσκο σχηματίσθηκε.
Εδώ λοιπόν είναι η αφετηρία για τα επόμενα τους βήματα, που μας εξέπληξαν όλους ευχάριστα και μας προσέφεραν προς ακρόαση μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα albums των τελευταίων τριάντα χρόνων. Έθεσαν από την αρχή τους δικούς τους κανόνες και ακολουθούν από τότε την δική τους πορεία, ανεξαρτήτως μουσικών ρευμάτων, μοδών και εγώ δεν ξέρω τι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κέρδισαν την παρτίδα με τους δικούς τους όρους, γι’ αυτό και μπορούν με την μαγκιά τους και μόνο να βγάζουν δίσκο όποτε τους καπνίσει. Αυτοί είναι οι TOOL.
Γιάννης Παπαευθυμίου

TYPE O NEGATIVE – “Bloody kiss­es” (Road­run­ner)

Και μόνο από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο album είναι το πρώτο στην ιστορία της Road­run­ner που έγινε πλατινένιο, καθίσταται αυτόματα σημαντικό. Αλλά από εκεί και πέρα, η μουσική του αξία είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, αφού πρόκειται από τους θεμελιώδεις λίθους του ιδιώματος του goth­ic metal.
Οι TYPE O NEGATIVE είχαν ήδη φτιάξει ένα πάρα πολύ καλό όνομα στη σκηνή της Νέας Υόρκης με το “Slow, deep and hard”, όταν η Road­run­ner αποφάσισε να τους προσφέρει συμβόλαιο και η ιστορία τη δικαίωσε για την επιλογή της. Αν και υπάρχουν στιγμές καφρίλας όπως στο το “Kill all the white peo­ple”, η πλειοψηφία του “Bloody kiss­es” περιέχει διαχρονικά τραγούδια, που καθιέρωσαν και αυτό τον χαρακτηριστικό ήχο. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τα “Chris­t­ian woman” και “Black No. 1 (lit­tle miss Scare-All), που τα ξέρετε όλοι.
Το “Bloody kiss­es” όμως δε σταματά εδώ. Έχει και το “We hate every­one” με το ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ μεσαίο μέρος του, έχει και το “Set me on fire” που είναι ο ορισμός του ήχου, έχει και το επιβλητικό ομώνυμο τραγούδι, που δεν χορταίνεις να ακούς. Οι βάσεις λοιπόν υπήρχαν για να κάνει η παρέα του Pete Steele το break­through. Χρειάζονταν απλά ένα μπαμ. Και αυτό έγινε με τα video clips στα “Chris­t­ian woman” και “Black No. 1”, τα οποία έκαναν χαμό.
Μετά την κυκλοφορία του “Bloody kiss­es” τίποτα δεν θα ήταν ίδιο για το συγκρότημα. Για αυτό όσο και να προσπάθησαν στο μέλλον, δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν αυτό τον τόσο εμβληματικό δίσκο. Η αγορά του είναι κατά την ταπεινή μου άποψη επιβεβλημένη, ειδικά αν είσαστε τυχεροί και πετύχετε μπροστά σας την Top-Sheild edi­tion του, με το άφθονο bonus υλικό.
Key Track: “Chris­t­ian woman”
Γιώργος Κόης

 


UNLEASHED — “Across the open sea” (Cen­tu­ry Media)
“To Asgaard we fly, the spir­it will nev­er die”.…ανεβείτε στο drakkar αδέρφια, σαλπάρουμε! Ε, τι θες τώρα εσύ, εισαγωγή; Άντε καλά. Είμαστε στο 1993. Τρίτος σερί δίσκος, τρίτη σερί χρονιά για τους Vikings του death met­al (ναι, χρόνια πριν επωμιστούν οι φοβεροί AMON AMARTH αυτό το τίτλο), ο δίσκος που έμελλε να εδραιώσει την αισθητική των UNLEASHED. Εδώ, τα πράγματα αλλάζουν ρότα. Η στιχουργία γίνεται αμιγώς μυθολογική, και ενώ το ξύλο μειώνεται χάριν γκρούβας και ατμόσφαιρας, η ποιότητα παραμένει σταθερά ψηλά. Οι σφαγείς εκ Στοκχόλμης σαλπάρουν Στην Ανοιχτή Θάλασσα, χωρίς φόβο και πάθος, όπως οι πραγματικοί πρόγονοι τους! Από το θρασαριστό μπάσιμο του “To Asgaard we fly”, στη τιτάνια γκρούβα του “Open wide” (…και τα καρούλια μέσα!), στο σκίσιμο/πετσόκομμα του “I am God” (αμ πως!), οι UNLEASHED θυμίζουν πως στα ανοιχτά, δεν έχουν αντίπαλο. Πως να το κάνουμε, γιατί για να παίξεις έτσι, πρέπει να κρατάει η σκούφια σου από εκεί πάνω!
Σπάσιμο του ρυθμού στο “Across the open sea”/”In the north­ern lands”, και βαδίζεις μαζί τους, στις Βόρειες Χώρες, εκεί όπου κυριαρχεί το ξίφος, η ασπίδα και η ανδρεία. Το πρώτο είναι ένα πανέμορφο ακουστικό κομμάτι, το δεύτερο, είναι η death met­al σκηνή όταν βαράει προσοχή στους επικούς BATHORY. Το “The one insane”, είναι το πρώτο και μόνο video clip του δίσκου, δείχνοντας πόσο ισχυρό συγκρότημα είναι επί σκηνής, μοιράζοντας mid-tem­po ξύλο (μιλάμε για κοπάνημα ala “Before the cre­ation of time” — τι να πω κι εγώ εδώ αφεντικό;), μαζί με το υπέροχο “Exe­cute them all” που στήνει έναν-έναν τους αμφισβητίες στο τοίχο. Το “For­ev­er good­bye (2045)” αποτελεί ένα πρώτης τάξεως οδοστρωτήρα, που μαζί με το κλείσιμο του “The gen­er­al” (ΛΟΧΟΟΟΟΟΣ, ΠΡΟΣΟΟΟΟΟΧΗ!), ισοπεδώνει κρανία, και δεν αφήνει κολυμπηθρόξυλο στο διάβα του. Σπάει η ατμόσφαιρα του δίσκου κάπως ατσούμπαλα για μια χύμα εκτέλεση του “Break­ing the law” (ε τώρα χρειάζεται να σου πω ποιων; ), χωρίς να μας χαλάει ασφαλώς, όπως και των VENOM στο “Shad­ows in the deep”.
Δίσκος — σημείο καμπής για τους UNLEASHED, καθώς εισήγαγε άλλα μοτίβα πέρα από το “ΞΥΛΟ ΞΥΛΟ, ΚΙ ΑΛΛΟ ΞΥΛΟ, ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΡΟΥΝ ΑΦΕΝΤΙΚΟ;”, χώρια το όλο στιχουργικό που άλλαξε πλέον άρδην. Στον κρίσιμο τρίτο δίσκο, που οι πατέρες ENTOMBED βγάζανε “Wolver­ine blues” και ροκάρανε, οι GRAVE πήγαν να τους αντιγράψουν στο “Soul­less” (όταν έρθει η ώρα του, θα μιλήσουμε γι’ αυτό), οι DISMEMBER έγιναν πιο μελωδικοί με το “Mas­sive killing capac­i­ty”, o Hed­lund και η παρέα του, το χαβά τους! Έκτοτε, κάθε εξώφυλλο, τραγούδι, και πάει λέγοντας, θα είχε και από μια Viking αναφορά. Κάτι που δεν άλλαξε ούτε μέχρι σήμερα, γιατί ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει!
Γιάννης Σαββίδης

 


VAI – “Sex & reli­gion” (Rel­a­tiv­i­ty)

Είναι 1993 και ο Steve Vai  έχει ήδη κατακτήσει ένα μεγάλο κομμάτι γης στο χάρτη των ανερχόμενων gui­tar heroes στη μετά-Van Halen εποχή με το θρυλικό “Pas­sion and war­fare”. Ο Joe Satri­ani έκανε  το πρώτο βήμα με το “Surf­ing with the alien” το 1987 και ο άλλος ημίθεος, Eric John­son, παρέδωσε το “Ah via musi­com” το 1990. Η σκηνή βράζει με τόσους πιονιέρους της εξάχορδης. Ο Vai ωστόσο είχε ήδη γίνει διάσημος στα 80s με τη συμμετοχή του στους WHITESNAKΕ, στο προσωπικό σχήμα του David Lee Roth και, φυσικά, εκείνα τα δύο χρόνια στην ορχήστρα του FRANK ZAPPA, μια περίοδος που γαλούχησε τον νεαρό Vai. Για το τρίτο του πόνημα, η εταιρεία ήθελε έναν πιο εμπορικό δίσκο με κανονικά τραγούδια και μια ολοκληρωμένη μπάντα να πλαισιώνει τον ακόμα νεαρό και γενικά ανεξάρτητο Vai, ελπίζοντας σε μια επανάληψη της εμπορικής επιτυχίας των νεανικών rock star χρόνων του. Έτσι, ο Vai προσέλαβε τον ντράμερ-χταπόδι Ter­ry Bozzio, τον «Ζουλού», όπως τον αποκαλούσαν, T.M. Stevens στο μπάσο και στα φωνητικά το ανήμερο θηρίο, Devin Townsend. Για να τονώσει και το εμπορικό χαρτί του, προσέλαβε τον Desmond Child με τον οποίο έγραψε το τρομερό χιτάκι “In my dreams with you” που έφτασε στο νούμερο 36 στα Main­stream rock charts. Ο Vai ωστόσο δεν ήθελε να λειτουργήσει σε κάποιο δημοκρατικό πλαίσιο με άλλους μουσικούς, ειδικά σ’ αυτή τη περίπτωση που και οι τρεις είναι εξίσου δημιουργικοί και ορεξάτοι (φαντάσου να προσλαμβάνεις τον Devin Townsend και να του δίνεις διαταγές… σε ποιον, τον Townsend). Την ίδια χρονιά βίωνε πολλές πιέσεις από οπαδούς και κριτικούς που περίμεναν ένα δεύτερο “Pas­sion and war­fare”. Παράλληλα, έχασε τον μέντορα του Frank Zap­pa και σπατάλησε πολλά χρήματα σε προσωπικές δικαστικές διαμάχες. Μετά τη κυκλοφορία του “Sex & reli­gion”, το «συγκρότημα» διαλύθηκε σχεδόν αμέσως, μετά από μια σύντομη τουρνέ με τον Townsend και εμφανίσεις σε τηλεοπτικά νυχτερινά σόου όπως το φημισμένο Tonight show, πράγμα που έγινε καθαρά για την προώθηση του “Sex & reli­gion” (γιατί κατά τα άλλα ο Vai ουδέποτε είχε ανάγκη να βγει στη τηλεοπτική πασαρέλα). Ο Τύπος διέλυσε το άλμπουμ και οι οπαδοί το δέχτηκαν με ανάμικτα συναισθήματα. Προσωπικά, δεν βρίσκω δίσκο του Vai που να μη μου αρέσει και ακόμα και σ’ έναν «συμβατικό» δίσκο όπως τούτον (ο Θεός να τον κάνει συμβατικό) βρίσκω όλα όσα λατρεύω ν’ ακούω από τον Νεοϋορκέζο (άσε που η συνεργασία αυτή ήταν σημαδιακή για τον Townsend που έμαθε πάρα πολλά που ακούμε ακόμα και σήμερα στη μουσική του Καναδού). Αμέσως μετά τη μίνι τουρνέ, ο Vai υποδέχτηκε τον δεύτερο του γιο, πήγε στη Αϊτή για διακοπές και έκοψε τις μακριές του τζίβες. Ένα χρόνο μετά, ξαναμπήκε στο στούντιο και το 1995 μας χάρισε τον κατ εμέ καλύτερο του δίσκο, “Alien love secrets”, σαν να προσπαθώντας να ξορκίσει το πνεύμα του “Sex & reli­gion” αφού εδώ δεν υπάρχουν φωνητικά και το αποτέλεσμα είναι 100% Steve Vai και κανένας άλλος.
Φίλιππος Φίλης

 


VIO-LENCE – “Noth­ing to gain” (Bleed­ing Hearts)

Ο τρίτος δίσκος των VIO-LENCE με τίτλο “Noth­ing to gain” είναι από τους μεγαλύτερους ορισμούς του επιθανάτιου ρόγχου του thrash εν έτει 1993 (και γενικότερα μετά το 1990). Το συγκρότημα το οποίο είχε ήδη «υποφέρει» κατά την κυκλοφορία του προηγούμενου άλμπουμ τους με τίτλο “Oppresing the mass­es” το 1990, καθώς οι αρχικές κόπιες του δίσκου περιείχαν το κομμάτι “Tor­ture tac­tics” και αφού είχε προλάβει να πουλήσει περίπου 20.000 αντίτυπα, η Atlantic (εταιρεία τους τότε) έδωσε εντολή να καταστραφούν οι υπόλοιπες κόπιες (!) λόγω του «σκληρού περιεχόμενου του κομματιού». Εξυπακούεται ότι μετά από αυτό «έστειλε» και το συγκρότημα, το οποίο έμεινε χωρίς εταιρεία και παρότι είχαν ήδη ηχογραφήσει το τρίτο άτιτλο ακόμα άλμπουμ τους ήδη από τον Αύγουστο του 1990. Το 1991 τελικά κυκλοφορούν το ΕΡ “Tor­ture tac­tics” με τρία νέα κομμάτια (συν το ομότιτλο αμφιλεγόμενο για όσους δε μπορούσαν να το έχουν) ενώ το 1992 μέσα από εσωτερικές διαμάχες, ο κιθαρίστας Robb Fly­nn φεύγει από το συγκρότημα για να δημιουργήσει στη συνέχεια ένα συγκρότημα ονόματι… MACHINE HEAD! Το συγκρότημα μην έχοντας και πολύ κουράγιο, θα καταφέρει τελικά να κυκλοφορήσει το τρίτο άλμπουμ “Noth­ing to gain” το Νοέμβριο του 1993 (!) μέσω της άσημης Bleed­ing Hearts σε παραγωγή του Michael Rosen.
Το άλμπουμ υποφέρει από το κλασικό σύνδρομο του thrash δίσκου που βγαίνει στην περίοδο που βασιλεύει το grunge και που ακολουθεί και τη μεταλλική «μετά-PAN­TERΑ» λογική, με τα groove σημεία να υπερτερούν της ταχύτητας και γενικότερα να ακούγονται ως τέρμα διαφορετικό συγκρότημα και σε καμία περίπτωση αυτή η δολοφονική μπάντα που στις συναυλίες της από θαύμα δε θρηνούσαμε νεκρούς. Μιλώντας για συναυλίες, δεν έκαναν καμία περιοδεία για το δίσκο και μάλιστα στο τέλος της χρονιάς εγκατέλειψε το συγκρότημα και ο κορυφαίος ντράμερ Per­ry Strick­land. Ο δίσκος ναι μεν δεν έχει το μεγαλείο των “Eter­nal nightmare”/”Oppressing the mass­es”, ωστόσο από τα «διαφορετικά» άλμπουμ που βγήκαν σε εκείνη την περίοδο, είναι από τα καλύτερα, αν όχι το καλύτερο όλων, καθώς δεν είναι σίγουρα για πέταμα, έχει μια δεδομένη ποιότητα –έστω κατώτερη των προκατόχων του- και κομμάτια σαν το “Twelve gauge jus­tice” ας πούμε, θα ήθελαν να τα είχαν πολλές μπάντες εκεί έξω, ακόμα και στον «κακό» τους δίσκο. Στο τέλος του 1993 το συγκρότημα διαλύεται, το τότε υπάρχον line-up σχηματίζει το groove/thrash συγκρότημα TORQUE που βγάζει ένα άλμπουμ και διαλύεται, ενώ ο αρχηγός/κιθαρίστας Phil Dem­mel στη συνέχεια σχηματίζει τους TECHNOCRACY. 8 χρόνια μετά επανασυνδέθηκαν για να παίξουν μια μοναδική συναυλία προς βοήθεια του Chuck Bil­ly που τότε αντιμετώπιζε τον καρκίνο, όντας κατά μαρτυρία όλων η καλύτερη μπάντα του Thrash of the titans fes­ti­val. Πρόσφατα έδειξαν πιο ενεργοί από ποτέ, με τον Sean Kil­lian να έχει κοιτάξει κι αυτός κατάματα το θάνατο και να τα έχει καταφέρει να επιβιώσει. Μακάρι γρήγορα να κυκλοφορήσουν κάτι που θα έχει έστω κάτι από τη λάμψη του παλιού υλικού…
Άγγελος Κατσούρας

 


VIRGIN STEELE — “Life among the ruins” (Shark Records)
Ξέρω ότι υπάρχουν εκεί έξω ορισμένοι αμετανόητοι fans του εν λόγω άλμπουμ (γεια σου, συναγωνιστή Σειρηνάκη). Επίσης, ξέρω ότι η συντριπτική πλειονότητα των met­al fans δεν μπορούν να ακούσουν νότα από το συγκεκριμένο δίσκο. Και έχουν δίκιο αφού δεν είναι ένας met­al δίσκος. Το ερώτημα είναι το εξής: είναι το “Life among the ruins” ένας αξιοπρεπής δίσκος; Κοιτάξτε…όσοι με γνωρίζουν κατανοούν (ή όχι) την παθολογική μου αγάπη και κόλλημα με τους VIRGIN STEELE. Προσωπικά, θεωρώ ότι ο DeFeis υπήρξε κάποτε ένας από τους πιο χαρισματικούς συνθέτες στο χώρο του heavy met­al. H αλήθεια είναι ότι εδώ και κάμποσα χρόνια βρίσκεται σε μία συνθετική παλινωδία, αλλά δεν θα σταματήσουμε να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα επανέλθει στις πρότερες ένδοξες μέρες. Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Απλούστατα, γιατί όσο και αν ακούγεται περίεργο η βασική επιρροή των δύο τελευταίων δισκογραφικών προσπαθειών των VIRGIN STEELE, είναι εν πολλοίς το “Life among the ruins” και αυτό το blues rock με τις επιρροές από ZEPPELIN που τόσο πολύ αρέσουν στον DeFeis. Οπότε, πιθανότατα, αυτή η κατάσταση είναι από μόνη της αρκετή για να καταδικάσει εκ προοιμίου το “Life among the ruins”.
Και όμως υπάρχουν κάποιες φωτεινές στιγμές στο άλμπουμ. Τα “Love is pain”, “Cry for­ev­er”, “Nev­er believed in good-bye” είναι εξαιρετικές hard rock συνθέσεις. Βέβαια, αν σκεφτεί κανείς ότι ο δίσκος αυτός διαδέχτηκε ‑έστω και με μεγάλη χρονοκαθυστέρηση- το “Age of con­sent” και στη συνέχεια ήρθε το “The mar­riage of heav­en and hell Pt. 1” τότε καταλαβαίνουμε ότι κάθε σύγκριση πέφτει στο κενό. Όμως απομονωμένα το “Life among the ruins” δεν είναι και τόσο σκουπίδι. Απλώς δεν είναι ένα καλό VIRGIN STEELE άλμπουμ. Όπως μας έχει πει πολλές φορές o Defeis: “ήθελα να παίξω ένα blues-based rock n’ roll στο στυλ των WHITESNAKE και αφού το έκανα ήταν επιτακτική ανάγκη να επιστρέψω στις met­al ρίζες μου”. Ας ελπίσουμε να κάνει το ίδιο και τώρα…αν και δεν είμαστε πλέον πολύ αισιόδοξοι!
Σάκης Νίκας

 


VOIVOD – “The out­er lim­its” (Mechanic/MCA)
Έβδομο άλμπουμ για την λατρεμένη μου/μας ΒΟΪΒΟΝΤΑΡΑ ή αλλιώς όπως το αποκαλώ εδώ και χρόνια, το τυχερό τους εφτάρι (Lucky Sev­en) σύμφωνα με όρους καζίνο. Κι αυτό γιατί οι Καναδοί μάστορες του ακομπλεξάριστου παιξίματος, παίξανε τη ζαριά τους με απόλυτη πίστη στους εαυτούς τους και κατάφεραν το σχεδόν ακατόρθωτο με βάση το παρελθόν τους. Να γίνουν αποδεκτοί από όλους και με το πιο προσβάσιμο υλικό τους μέχρι τότε. Ο λόγος για το υπέροχο “The out­er lim­its” όπου οι VOIVOD παίζουν απλουστευμένο και τίμιο heavy met­al, ούτε thrash αναφορές, oύτε προοδευτική και κλειστοφοβική πέτσα όπως στη μετά “Dimen­sion Hatross” λογική, καθώς έχουμε μικρά σε διάρκεια κομμάτια και με στιγμές που κολλάνε άμεσα στο μυαλό. Έχοντας χάσει τον Blacky με διόλου φιλικό τρόπο λίγο πριν κυκλοφορήσει το προηγούμενο τους άλμπουμ “Angel rat” το χειμώνα του 1991, ο μπασίστας Pierre St. Jean τους βοήθησε κατά τη διετία 1991–1993 και φυσικά έπαιξε και στο δίσκο.  Ένας δίσκος που ξεκινάει ίσως με το πιο αγαπητό κομμάτι των VOIVOD για όλους όσους δεν ακούγανε ή δεν άντεξαν ποτέ ιδιαίτερα το συγκρότημα. Το “Fix my heart” πρέπει να είναι μια κατηγορία μόνο του από την άποψη του “αβίαστου open­er”, ένα από τα πιο μεστά μεταλλικά κομμάτια.
Ο δίσκος όχι απλά κυλάει νερό, αλλά προσφέρει μέσα σε όλα μια ασύλληπτη –κι ας συγχωρεθώ για τυχόν ύβρη, προσωπικά ανώτερη εκτελεστικά- διασκευή του “The Nile song” των PINK FLOYD, τους οποίους είχαν ήδη διασκευάσει το 1989 στο “Noth­ing­face” με το “Astron­o­my domine”, ο έρωτας και η επιρροή δεν κρύβονται προφανώς. Επίσης ο δίσκος περιείχε το υπερ-έπος “Jack Lumi­nous” που μέχρι σήμερα είναι και το μεγαλύτερο σε διάρκεια που έχουν γράψει, μόλις 17 λεπτά και 26 δευτερόλεπτα (ή σχεδόν το ένα τρίτο του δίσκου για όσους τρώνε αριθμητικές πέτσες). Οι VOIVOD για πρώτη (αλλά όχι τελευταία) φορά, θα ακουγόντουσαν τόσο ευθείς, αλλά δυστυχώς δε μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν το εκπληκτικό momen­tum της στιγμής, καθώς ο Snake αποχώρησε ύστερα από την κυκλοφορία του δίσκου και έτσι αρκετοί οπαδοί που δεν άντεξαν δεύτερη απώλεια μετά κι από αυτή του Blacky, γύρισαν την πλάτη τους στο συγκρότημα. Ο δίσκος πήγε καλά μεν αλλά ο αντίκτυπος της αποχώρησης του εμβληματικού τραγουδιστή είχε το κόστος που προβλεπόταν. Η δημοτικότητα τους (αυτή που είχαν τέλος πάντων) άρχισε να πέφτει, ο ερχομός του μπασίστα/τραγουδιστή Eric For­rest και με τη μπάντα να γίνεται τρίο δε βοήθησε ιδιαίτερα στο να πάρουν τα πάνω τους στις συνειδήσεις του κόσμου, παρότι συνθετικά μεγαλούργησαν.
Το “The out­er lim­its” είναι παράδειγμα προς μίμηση για δίσκο στο πώς να πετυχαίνεις να ακούγεσαι ουσιώδης και να πετυχαίνεις την απόλυτη ουσία μέσα από τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα, παρότι βάσει DNA δεν φτιάχτηκες για να ακούγεσαι απλός. Οι VOIVOD εδώ πιο θνητοί από ποτέ, στην ουσία έχουν πάρει το ανέμελο στυλάκι του “Angel rat” και το εξέλιξαν σε κάτι πιο οργανικό και με σοβαρότερο σκεπτικό γύρω από το όλο ύφος του δίσκου. Κερασάκι στην τούρτα και ουδόλως αμελητέτο, το γεγονός της απίστευτης συσκευασίας του δίσκου με τα ειδικά (κόκκινο και μπλε αντίστοιχα για κάθε μάτι) 3D γυαλιά, ώστε το άρρωστο art­work του ντράμερ Away να μπορεί να οπτικοποιηθεί πλήρως (τι έφτιαξε πάλι ο άνθρωπος). Ο δίσκος στέκεται ως αυτόνομος όχι απλά σε όλη τους την δισκογραφία (καθώς μετά ακολούθησε ΑΡΡΩΣΤΙΑ και τσίτα στην εποχή For­rest) και πάνω στην τεχνοτροπία του βασίστηκε το υλικό τους μετά την επανασύνδεση του 2003, με αυτό το πιο ώριμο και αβίαστο στυλάκι (και με το τελευταίο ειδικά άλμπουμ “The wake” να έχει πολλά στοιχεία του “The out­er lim­its” μέσα). Ένα από τα καλύτερα και ωριμότερα άλμπουμ όχι απλά του 1993, αλλά του συνολικού μεταλλικού συνόλου και που ακόμα έχει πολλούς φανατικούς λάτρεις  που εξαίρουν την αξία του.
Άγγελος Κατσούρας

 


WARRIOR SOUL – “Chill pill” (Gef­fen)
Οι καταχρήσεις κάνουν κακό. Τρανό παράδειγμα οι WARRIOR SOUL που στο τέταρτο άλμπουμ τους, με αλλαγές μελών πλέον, φλερτάρουν με τον ήχο των κλαμπ στα οποία κάνει βόλτες ο Kory Clarke  προς εύρεση ουσιών και το glam, punk rock n’ roll τους γίνεται πιο ηλεκτρονικό. Έχει εμφανιστεί και το grunge και το κοινό του βρώμικου rock n’ roll, έχει φορέσει ήδη τα καρό , βαμβακερά πουκάμισα, αφήνοντας τα δερμάτινα στην ντουλάπα.
Δυστυχώς όταν έχουν προηγηθεί οι TELEVISION και υπάρχουν οι PRODIGY το πείραμα δεν πρόκειται να αποδώσει. Η κόντρα του Clarke με την δισκογραφική εταιρία τους Gef­fen και η δήλωσή του για ένα άλμπουμ λόγω συμβατικών υποχρεώσεων που πηγάζουν από το συμβόλαιο, μάλλον επιβεβαιώθηκε από το τελικό αποτέλεσμα Οι στίχοι είναι όπως πάντα καυστικοί, η μουσική αγαπά τις δυνατές κιθάρες αλλά το σχήμα είναι σε παρακμή και αδυνατεί να δώσει αξιομνημόνευτες συνθέσεις, με τραγούδια υποτονικά, που δήθεν φτιάχνουν ατμόσφαιρα, σαν ξεθυμασμένο αναψυκτικό σε πάρτι με καλόγριες από μοναστήρι των Άλπεων και υπόκρουση BLACKMORES NIGHT…
Ένα πραγματικό χάπι παγετού, μια ένεση ηρεμιστικού από ένα σχήμα που ήταν η επανάσταση στον μεταλλικό χώρο προσωποποιημένη. Ξεχωρίζουν κάποιες προσπάθειες όπως τα “Shock ’em down”, “Ha,Ha,Ha”, “I want some” ως αναμνήσεις παρελθόντος εκτός υποτονικότητας. Λίγο καιρό μετά ανακοινώνεται και επίσημα η αποχώρηση του κιθαρίστα John Ric­co και μετά του ντράμερ Mark Evans  και οι WARRIOR SOUL γίνονται το προσωπικό σχήμα του Kory Clarke με τα όποια θετικά και αρνητικά. Το άλμπουμ δεν έσωσε  η παρουσία του Michael Mon­roe  στη φυσαρμόνικα στο “High road”. Ξανακούγοντας το άλμπουμ, νόμιζα ότι έδινα εξετάσεις για το τελευταίο μάθημα πτυχίου, μαρτυρική εμπειρία.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 


WINGER – “Pull” (Atlantic)
Είσαι ο Kip Winger. Έχεις βγάλει δύο εξαιρετικά άλμπουμ, τα οποία πουλάνε σαν ζεστό καρβέλι, έχει συμβάλει σε αυτό που λέγεται hard rock με αδιανόητα επίπεδα ποιότητας και έρχεται η στιγμή να βγάλεις τον τρίτο σου δίσκος. Φεύγει ο μπασίστας σου μετά το τέλος της περιοδείας για το “In the heart of the young”. Αλλά επειδή είσαι καλλιτεχνάρα δεν μασάς με τίποτα. Αποφασίζεις να αλλάξεις τον ήχο σου, να τον κάνεις πιο βαρύ, και επειδή είσαι και παιχταράς, σκέφτεσαι ότι δε σου χρειάζεται μπασίστας για να ηχογραφήσεις τον δίσκο και θα το αναλάβεις εσύ.
Το “Pull” είναι ένα ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ άλμπουμ σε όλα του. Έχει αδιανόητα επίπεδα ποιότητας, έχει 10 τραγούδια που το ένα είναι καλύτερο από το άλλο, έχει τρομερή παραγωγή, έχει ερμηνείες που μένουν, έχει ανοίξει μουσικά τον εγκέφαλό του σε άλλα επίπεδα και έχει και ένα μύθο που ακούει στο όνομα Reb Beach όπου «κεντάει» στα κιθαριστικά μέρη. Μιλάμε για τεράστιο παίχτη!
Ο Winger αφήνει το glam πίσω του, αγγίζει κοινωνικοπολιτικά θέματα και τολμάει να γράψει ένα 7λεπτο τραγούδι πραγματικό κομψοτέχνημα (“Junk­yard dog”) και να δώσει τα μυαλά στο χέρι σε κάθε ανυποψίαστο ακροατή. Ιδιαίτερη μνεία μέσα σε αυτή την αλμπουμάρα, θα γίνει για το “Spell I’m under”. Μία από τις καλύτερες μπαλάντες που προσωπικά έχω ακούσει, με μία σεμιναριακή ενορχήστρωση και μία από τις καλύτερες ερμηνείες που έχει γράψει ποτέ ο τεράστιος Kip!
Ο δίσκος, θεωρείται, από τους οπαδούς του Winger, σαν ένας από τους καλύτερους τις καριέρας του! Δεν τους αδικώ. Ναι, εμπορικά δεν πήγε καλά, καθώς μετά βίας μπήκε στα πρώτα 100 άλμπουμ. Αλλά η ποιότητα όχι απλά ξεχειλίζει, αλλά θα σας κάνει να είστε προσηλωμένοι σε κάθε ακρόαση!
Ασύλληπτο!
Ντίνος Γανίτης

 


WINTER’S BANE — “Heart of a killer” (Mas­sacre)
Ένας από τους καλύτερους δίσκους στην ιστορία του αμερικανικού met­al, και ειδικά του pow­er met­al, είναι τούτο το μοναδικό, θεϊκό ντεμπούτο. Βαρύς ο χαρακτηρισμός; Νομίζεις! “You bet!” που λένε και οι Αγγλοσάξωνες. Οι JUDAS PRIEST, λέει η ιστορία, έμαθαν τον Tim “Rip­per” Owens από την trib­ute μπάντα BRITISH STEEL, όταν η Julie Vit­to και η Christa Lentine, ξαδερφούλες και φίλες τόσο της μπάντας όσο και του Scott Travis, έστειλαν στον τελευταίο βιντεοκασσέτα με συναυλία του group. Καλά ως εδώ, όλα γνωστά. Δεν μου βγάζεις από το μυαλό όμως πως από κάπου, με κάποιον τρόπο, οι Βρετανοί είχαν ακούσει τούτο το “Painkiller” των… «φτωχών». Στο οποίο με λίγη καλή προσπάθεια, θα ακούσεις και κάτι από το “Refuge denied” των SANCTUARY. Έλα τώρα και πες μου, αν αυτός ο συνδυασμός δεν είναι το λιγότερο ελκυστικός. Ο Owens εδώ είναι πραγματικά εντυπωσιακός, καταθέτει κάποιες από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του και οι Lou St. Paul, Den­nis Hayes, Ter­ry Salem και Ger­hard Mag­in αποδεικνύονται ιδανικοί ως συνοδοιπόροι του. Η παραγωγή επίσης εντυπωσιακή, πεντακάθαρη, το con­cept «σκοτεινό» και «δύσκολο» (μας αρέσουν κάτι τέτοια) και τα τραγούδια, ακούγονται σύγχρονα ακόμη και μετά από 27 χρόνια. Δεν υπάρχει κάποιο που να υστερεί, «ψείρισε την μαϊμού» όσο θες. Για να ξεχωρίσεις κάποιο θα πας καθαρά με το προσωπικό γούστο και όχι με αντικειμενικά κριτήρια. Προσωπικά λατρεύω την τριάδα “Wages of sin” — “Blink of an eye” — “Heart of a killer”, το ομώνυμο κομμάτι άλλωστε συγκαταλέγεται στα καλύτερα που τραγούδησε ποτέ ο αδικημένος αυτός τραγουδιστής, ό,τι και να λέμε. Τίποτα, δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορώ, όλα, ΟΛΑ, εδώ μέσα, «ευωδιάζουν» την μυρωδιά του κλασσικού. Ακόμη και το «φιξατέρ» στο μαλλί του Rip­per, που θα έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Αλέφαντος.
Δημήτρης Τσέλλος

Tags: , , , , , , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece