Banner Top
Banner Content

Κι ας έχει lock­down, εμείς στο Rock Hard συνεχίζουμε απερίσπαστοι το αφιέρωμά μας στα 90s. Αφήσαμε πίσω μας το 1993 και πάμε στο 1994 και το πρώτο μέρος του (πάντα με αλφαβητική σειρά). Πάρα πολλοί σπουδαίοι δίσκοι, ιδιαίτερα στα πιο ακραία ιδιώματα του heavy met­al, το death και το black met­al. Ιστορικής σημασίας ντεμπούτα και κάποιοι σχετικά αμφιλεγόμενοι δίσκοι από μεγάλα ονόματα (ανάλογα την οπτική γωνία που τα κοιτάει κανείς). Σίγουρα θα βρείτε πάρα πολλά κι ενδιαφέροντα άλμπουμ ΚΑΙ σ’ αυτό το μέρος του αφιερώματος.


AMORPHIS — “Tales from the thou­sand lakes” (Nuclear Blast)
Του-ρου-ρου-ρουρουρου, του-ρου-ρου-ρουρουρου… και ένας νέος κόσμος ανοίγεται διάπλατα στα αυτιά του μικρού Φραγκίσκου (13 μόλις χρονών), τότε, το σωτήριον έτος 1994, όταν για πρώτη φορά άκουσε το “Black win­ter day” και ταυτόχρονα AMORPHIS. Κάπως έτσι, μπήκα σε αυτό το τόσο μαγικό υποείδος του met­al, το ατμοσφαιρικό, το doom/death, το melod­ic doom/death, αυτό, όπως θέλετε πείτε το, αφού καταλάβατε για ποιό μιλάμε. Από φίλο, που ο μεγαλύτερος ξάδερφός του (κλασικά πράγματα τότε) του είχε δώσει το “Tales…”. Mέχρι τότε, δεν είχα καμία επαφή με bru­tal φωνητικά, αφού το met­al ήταν οι METALLICA, οι PRIEST, οι MAIDEN, λίγο thrash, λίγο κρασί, βασικά πράγματα. Ε, μετά από το ΣΟΚ, τα μαθήματα, ειδικά της Σκανδιναβίας, ήταν ταχύρυθμα.
Όταν ένα άλμπουμ σου προκαλεί ακόμα και σήμερα, 26 χρόνια μετά, το ίδιο δέος και την ίδια ευχαρίστηση, ε σημαίνει πολλά. Το “Tales from the thou­sand lakes”, είναι το δεύτερο άλμπουμ των παιδιών. Και είναι ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ! Και έσκασε από το πουθενά, καθώς στο πρώτο τους βήμα, το “The Kare­lian isth­mus”, τα πράγματα δεν έδειχναν ότι θα εξελιχθούν με αυτόν τον τρόπο.
Αρχικά πιάνεις το άλμπουμ στα χέρια σου και βλέπεις το εξώφυλλο. 1–0, γιατί σε έχει βάλει ήδη σε μία κατάσταση να ταξιδέψεις στο τοπίο που σου παρουσιάζει. Μπαίνει το intro, το “Thou­sand lakes” με τον επιβλητικό τόνο του πιάνου… ψαρώνεις. Έρχεται το “Into hid­ing” και για τα υπόλοιπα 36 εναπομείναντα λεπτά, απλά χάνεσαι εκεί που λέει ο τίτλος του δίσκου… στις χίλιες λίμνες της Φινλανδίας. Αυτό το πράγμα που έπαιξαν εδώ οι AMORPHIS ήταν η βάση για πάμπολλες μπάντες του μετέπειτα νεότερου folk/viking ήχου. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι σχήματα όπως οι ENSIFERUM έχουν βγει δημοσίως να παραδεχθούν ότι η μουσική τους οφείλεται στο “Tales…”. Και λογικό. Τα παιδιά εδώ έχουν παντρέψει εξαιρετικά το doom/death με τη μελωδία, με το λυρισμό, με το folk στοιχείο (το σωστό, ότι το κιτς), δημιουργώντας μία επιβλητική ατμόσφαιρα καθ’ όλη τη διάρκεια του άλμπουμ, είτε στα πιο γρήγορα, είτε στα πιο mid tem­po σημεία του. Ο συνδυασμός των bru­tal φωνητικών με τα σε στιγμές φάλτσα καθαρά, δίνει μία καλώς εννοούμενη “αρρωστημένη” χροιά στο άλμπουμ. Από δίπλα και ο πειραματισμός του σχήματος, που οφείλεται σε τεράστιο βαθμό στα ιδιαίτερα πλήκτρα του τότε πληκτρά τους, του Kasper Marten­son. Αρκεί το μεσαίο σημείο του διαχρονικού άσματος του σχήματος, “The cast­away”, για να αποδείξει του λόγου το αληθές. Οι στίχοι, βασισμένοι στο Kale­vala, τη συλλογή φολκλορικών ιστοριών και μύθων της χώρας τους, παρόλη την περίεργη σε σημεία μεταφορά τους στα Αγγλικά, σε βάζουν ακόμα περισσότερο στο mood. Αλλά το πρώτο, είναι η μουσική. Και εκεί, τα παιδιά, παίρνουν άριστα. Κανένα filler, κανένα υποδεέστερο κομμάτι, καθώς το καθένα έχει κάτι δικό του να δώσει, με τις κιθάρες να δείχνουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν στο μέλλον, με lead, δίσολα, delay και τις πιο ψυχεδελικές επιρροές τους (δεν είναι τυχαία η διασκευή στο “Lev­i­ta­tion” των HAWKWIND στο sin­gle του “My kan­tele” λίγα χρόνια μετά), αλλά και το γεγονός ότι το σχήμα δεν στηριζότανε στα ξεκάθαρα riffs, αλλά στα προαναφερθέντα στοιχεία, να εμφανίζονται όλα μαζί για πρώτη φορά, δημιουργώντας αυτό το ιδιαίτερο κράμα του ήχου τους, πάντα σε συνδυασμό με τα πλήκτρα του Marten­son. Ο άνθρωπος έκατσε ελάχιστα στη μπάντα, αλλά η προσφορά του είναι τεράστια. Να αφήσεις έξω κάποιο κομμάτι, είναι αδύνατο. “Into hid­ing”, “The cast­away”, “Drowned maid”, “In the begin­ning”, “To father’s cab­in”, “Mag­ic and may­hem”, όλα, αλλά πάνω από όλα το πιο χαρακτηριστικό ίσως κομμάτι εκείνης της εποχής της μπάντας, το “Black win­ter day”. Ακόμα και το ΕΡ “Black win­ter day” που το ακολούθησε ήταν ποιοτικότατο, με το “Moon and sun part II: North’s son” ειδικά, να διεκδικεί θέση στο δίσκο και άνετα.
Το φοβερό με αυτό το σχήμα τότε και ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους έχω την τρέλα που έχω μαζί τους, είναι ότι δεν μπορούσαν να κάτσουν στα αυγά τους με τίποτα. Πρώτα “The Kare­lian isth­mus”, δύο χρόνια μετά το τελείως διαφορετικό “Tales from the thou­sand lakes”, το 1996 το “Ele­gy”, το 1999 το “Tuonela” και κλείνει ο πρώτος μεγάλος κύκλος τους με το “Am uni­ver­sum” το 2001. 5 εξαιρετικά, το καθένα με τον τρόπο του, άλμπουμ και όλα διαφορετικά μεταξύ τους, με μία συνεχή εξέλιξη στον ήχο τους. Κάτι που ξέχασαν μετά για πολλά χρόνια, αλλά πάμε παρακάτω.
Δυστυχώς το κείμενο είναι για αφιέρωμα στα 90s, οπότε αν συνεχίσω προβλέπω πίσσα, πούπουλα και “περιοδεία” στο Σύνταγμα. Το “Tales from the thou­sand lakes” είναι ένας δίσκος που επηρέασε τρομερά πολλές μπάντες των 90s και οδηγός για πάμπολλες κυκλοφορίες του λεγόμενου melod­ic doom/death met­al και την εξέλιξή του. Παιδιά, σας ευχαριστώ και για εκείνο το πρώτο σας live στο ΡΟΔΟΝ που αλλάξατε το setlist για όσους ήμασταν εκεί και μας κάνατε την τιμή να ακούσουμε τόσα τραγούδια του δίσκου ζωντανά. Όσοι ήταν, ξέρουν. A black win­ter day, gloomi­er than an autumn night…
Φραγκίσκος Σαμοΐλης


ANCIENT RITES – “The dia­bol­ic ser­e­nades” (After Dark)
Οι Βέλγοι είναι, ίσως, η πιο υποτιμημένη μπάντα στην ιστορία του black met­al. Έχουν όλα εκείνα τα «αντικειμενικά» στοιχεία για να θεωρούνται θρύλοι στο ιδίωμα και όμως δεν είναι. Οι λόγοι θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι πάρα πολλοί: Από το γεγονός ότι κατάγονται από μια χώρα χωρίς καμία πρότερη συνεισφορά στη σκληρή μουσική μέχρι τον ήχο τους που διαμορφώθηκε από τις πολλές ηχογραφήσεις που έκαναν από το 1990 και κυκλοφόρησαν ως demo ή split 7ιντσο – θρυλικό είναι αυτό με τους THOU ART LORD που κυκλοφόρησε από τη δική μας Μολών Λαβέ! Όμως η μπάντα του, μπασίστα, τραγουδιστή και ηγέτη τους, Gun­ther Theys πέρασε από χίλια κύματα από το 1988 που σχηματίστηκαν μέχρι να οριστικοποιηθεί στο line up που θα ηχογραφούσε το ντεμπούτο τους. Το under­ground σείστηκε με την κυκλοφορία του και όλοι παραμιλάγανε για τους καταιγιστικούς του ρυθμούς που τους απέδωσαν το προσωνύμιο «οι SLAYER του black met­al». Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, έχει μια δόση αλήθειας που δικαιολογείται από το rhythm sec­tion που βομβαρδίζει σε κάθε στιγμή του δίσκου, καθιστώντας τα black met­al ξεσπάσματα καταιγιστικά. Ειλικρινά δεν ξέρω ακόμα και σήμερα αν τα τύμπανα είναι φυσικά ηχογραφημένα ή είναι drum machine – ήταν συνήθεια της εποχής ο «Ιάπωνας» να έχει κάποιον σαν drum­mer όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Wal­ter Van Corten­berg! Όπως και να έχει είναι από τις περιπτώσεις που δεν είναι καθόλου ενοχλητικά και ταιριάζει απόλυτα όπως και στην περίπτωση των MYSTICUM! Στιχουργικά ο Gun­ther παρουσιάζει όλες τα θέματα που τον απασχολούσαν τότε, εντυπωσιάζοντας με θεματολογία πρωτόγνωρη για το είδος όπως το “Assyr­i­an empire”. Οι συνθέσεις είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του drum­mer τους και του κιθαρίστα τους, Bart Van­der­ey­ck­en, εκτός από το intro και το φοβερό out­ro που υπογράφει ο πληκτράς τους, Louis Jans. Παραμένει και σήμερα στη συνείδηση μου ως το πιο υποτιμημένο ντεμπούτο της μαυρομεταλλικής ιστορίας και την απόδειξη ότι στα early/mid 90s για να κερδίσεις τον σεβασμό θα έπρεπε να είχες ιδιότυπο ήχο και παρουσία σαν μπάντα. Και οι ANCIENT RITES τα είχαν όλα εκείνα τα στοιχεία που θα τους καθιέρωναν στις συνειδήσεις όλων των black­sters. Με το ίδιο line up ηχογράφησαν το εξίσου εντυπωσιακό “Blas­phemia eter­nal” και επιβεβαίωσαν γιατί εκείνη την εποχή είχαν ορκισμένους fans και στη χώρα μας – ο Gun­ther ερχόταν πολύ συχνά στην Αθήνα εκείνη την εποχή και είχαν δώσει και live στο Αγκάθι που έχει μείνει θρυλικό!
Λευτέρης Τσουρέας

 


ANNIHILATOR – “King of the kill” (Music For Nations)

Στο “Alice in hell”, τραγουδιστής ο Randy Ram­page, στο “Nev­er, nev­er­land” ο Coburn Pharr, στο “Set the world on fire” ο Aaron Ran­dall, μαντέψτε τι έγινε λοιπόν στο “King of the kill”… Φυσικά νέος τραγουδιστής. Και μπασίστας. Δηλαδή το ίδιο πρόσωπο. Ο Jeff Waters!!! Ουσιαστικά μιλάμε δηλαδή, το “King of the kill” είναι ένας σόλο δίσκος του Waters, όπως ούτως ή άλλως, όλοι οι δίσκοι του, σόλο είναι, αφού αυτός είναι το απόλυτο αφεντικό στο συγκρότημα και όποτε γουστάρει βάζει και άλλους να του κάνουν παρέα!!! Στα ντραμς είναι ο Randy Black, ο οποίος όμως είχε έναν τρομερό τσακωμό με τον ηγέτη του γκρουπ μερικά χρόνια αργότερα και προς γνώση και συμμόρφωση, αν μπείτε πλέον στο YouTube να δείτε τα video clip πχ του “King of the kill” ή του “21”, ρίξτε μια ματιά στον ντράμερ. Αν δείτε κάποια μούρη με pix­el, αυτή είναι του Randy Black…
Στο μουσικό κομμάτι του δίσκου, προσωπικά γουστάρω πάρα πολύ το άλμπουμ αυτό, παρότι κάποιοι το έχουν σε λίγο μικρότερη υπόληψη, ίσως λόγω του πιο σόλο χαρακτήρα του που περιγράψαμε πριν. Όμως, παρότι σε γενικές γραμμές το “Set the world on fire” μου αρέσει περισσότερο, το “KOTK” είναι πιο επιθετικό, πιο βαρύ, πιο… ANNIHILATOR. Με το υπερκλασικό πλέον ομώνυμο τραγούδι, το υπεραγαπημένο “Fias­co” (που το μνημονεύει τακτικά στα social media ο μέγας Jeff), το βαρύ “Hell is a war”, το διαφορετικό instru­men­tal “Catch the wind” και φυσικά τα υπερηχητικά “Sec­ond to none” και “Speed”. Έχω σκεφτεί πολλές φορές πως θα ακουγόταν μ’ έναν κανονικό τραγουδιστή, αλλά 26 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, δε νομίζω πως τέτοιες σκέψεις έχουν νόημα πλέον…
Σάκης Φράγκος

 


AT THE GATES — “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” (Peaceville Records)

Ο δίσκος που γέννησε το “Slaugh­ter of the soul”. Ή, για να είμαστε πιο σωστοί, το ΕΡ που “φταίει” για το “Slaugh­ter of the soul”, καθώς το “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” δεν το λες full δίσκο. Άλλωστε, ούτε η μπάντα ήθελε να κυκλοφορήσει κανονικό άλμπουμ τότε, αλλά ΕΡ, όμως η εταιρεία πίεζε και για αυτό υπάρχουν τα 3 live κομμάτια, πέραν των 6 κανονικών-νέων, για να μεγαλώσει η διάρκεια και να θεωρείται δίσκος. Ακόμα και έτσι βέβαια, 34 λεπτά έφτασαν, αλλά τέλος πάντων.
Σε αυτό το άλμπουμ (έτσι καθιερώθηκε, έτσι θα το λέμε) λοιπόν, οι εκ των πατέρων του μετέπειτα λεγόμενου melod­ic death met­al, αρχίζουν και βρίσκουν τον ήχο που θα τους καθορίσει, θα τους κάνει αναγνωρίσιμους και που θα οδηγήσει τόσες και τόσες μπάντες να πατήσουν πάνω του και να πραγματοποιήσουν τη δική τους πορεία. Μπαίνοντας στο στούντιο τότε, είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν πιο… άμεσα τραγούδια απ’ ότι έκαναν στην μέχρι στιγμής καριέρα τους, όπου είχαν το prog death στοιχείο μπροστά και το είχαν και εξαιρετικά όπως στο ντεμπούτο τους, “The red in the sky is ours”. Στο “With fear…” είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι μετέπειτα melodeath πινελιές, όμως στο “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” τα πράγματα έγιναν ξεκάθαρα. Δείγμα του ότι η μπάντα εκείνη την εποχή ήθελε να πάει τη μουσική της έξω από τα stan­dards που υπήρχαν, είναι και η χρήση τσέλου και βιολιού στα “The swarm” και “And the world returned”. Και η αλλαγή είναι εμφανής. Πιο straight for­ward κομμάτια, με κοφτά riffs, εναλλαγές από το άγιο τούπα-τούπα του ήχου σε groove-ες και το νερό είχε μπει στο αυλάκι. Κάνουν και την κίνηση-ματ με τον Fredrik Nord­strom να αναλαμβάνει την παραγωγή και είναι έτοιμοι (και αυτοί και ο Nord­strom) να γραφτούν με χρυσά γράμματα στην ιστορία του Σουηδικού death met­al, melod­ic ή μη. Άλλωστε, την περίοδο που έκανε το “Ter­mi­nal spir­it dis­ease”, ο Nord­strom δεν είχε κάνει ακόμα το όνομά του, καθώς οι δουλειές του ήταν το “The book of truth” των CEREMONIAL OATH και το “Lunar strain” των IN FLAMES.
To “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” ήταν το πρώτο δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Ο προπομπός. Και έχει μέσα κλασικά κομμάτια της μπάντας, όπως τα “The swarm”, το ομότιτλο, αλλά και το “For­ev­er blind” φυσικά. Το ορεκτικό ήταν γευστικότατο. Και μετά ήρθε το κυρίως πιάτο και απογείωσε το σχήμα και δικαίως. Το melod­ic death met­al το σωστό, το αρχικό, αυτό που λείπει σαν ήχος σήμερα και ως ένα βαθμό δικαιολογημένα, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


BATHORY — “Requiem” (Black Mark)
Σε λένε Thomas “Ouorthon” Fors­berg. Ηγήθηκες του πρώτου κύματος black met­al, χωρίς να το επιδιώκεις καν. Έπαιξες ένα βρώμικο, φασαριόζικο, λυσσασμένο thrash (“Batho­ry” (1984), “The return of dark­ness and evil” (1985), “Under the sign of the black mark” (1987) ). Το 1988, βγάζεις τον δίσκο μετάβαση σε αλλιώτικα μονοπάτια. “Blood fire death”. Το ξίφος βγαίνει και από τα ανίερα αίσχη της πρώτης τριάδας, ριχνόμαστε στη μάχη για να διεκδικήσουμε μια θέση ανάμεσα στους Βόρειους Θεούς. Το “Ham­mer­heart” (1990) και το “Twi­light of the gods” (1991), επισφραγίζουν την πρωτοκαθεδρία των BATHORY στο επονομαζόμενο επικό χώρο του met­al όπου οι μόνοι που στέκονται από πάνω τους (ακόμα, τότε), είναι οι MANOWAR. Οι BATHORY, μπαίνουν τότε στο πάγο για να βγάλει solo δίσκο ο Quorthon.
Και κάπου εκεί, 3 χρόνια μετά, σκάει ένα άλμπουμ, που κανένας δε περίμενε. Ο Quorthon επαναδραστηριοποιείται. Ετοιμάζει ζώνη με σφαίρες, φοράει σωλήνα, φοράει τα ραφτά EXODUS, SLAYER, VENOM και πάει λέγοντας, και παραδίδει έναν ούγκανο thrash δίσκο 33 λεπτών. Παραγωγή — προβάδικο, τα τύμπανα σε σημεία πάνω από όλα, ωμά και βίαια παιξίματα, χωρίς πολλές περικοκλάδες και φιοριτούρες. Εκεί, μια ανάσα προτού βγουν οι AURA NOIR, BEWITCHED, INFERNO σαν επιστροφή στον παλιό τρόπο, υπήρχαν άλμπουμ σαν το “Unbound” των MERCILESS και “Requiem” των BATHORY στον Ευρωπαϊκό thrash Βορρά.  Ύμνοι στο ανάποδο βρωμόξυλο όπως το “Cross-titu­tion”, “War machine” (όχι αυτό το “War machine” Ηλία — ξέρει αυτός!), “Necroti­cus”, “Blood and soil” και ανάσες τύπου ”Pax vobis­cum”, συνθέτουν το σκηνικό ενός ποιοτικού μα τόσο, τόσο παραγνωρισμένου άλμπουμ. Προτού αρχίζετε να βρίζετε και να λέτε τα δικά σας, ΟΧΙ, δεν συγκρίνεται με τα προηγούμενα, ούτε κατά διάνοια. Ωστόσο, αυτό που γίνεται εδώ, γίνεται τόσο ωραία!
Μέσα σε μια φάση, όπου η φρουρά που απάρτιζε το παραδοσιακό thrash είχε στη συντριπτική της πλειοψηφία οπισθοχωρήσει, το death met­al ανέβαινε ολοένα και περισσότερο, το black met­al (καρπός του σπόρου που ο εν λόγω κύριος έσπειρε, μεταξύ άλλων) ομοίως, ο παλαβός Σουηδός, παρέδωσε ένα άλμπουμ που δίπλα στο old school thrash under­ground των 90s έδειχνε ότι κάποιες μπάντες όχι μόνο δε ξέχασαν, αλλά θα φρόντιζαν να θυμηθούν και οι παλιότεροι.
Υ.Γ.: Στην έκδοση του CD, τη σωστή σειρά των κομματιών, τη γράφει πάνω στο CD. Τόσο στο book­let όσο και στο οπισθόφυλλο, είναι απλά αλφαβητικά γραμμένα.
Γιάννης Σαββίδης

 


BIOHAZARD — “State of the world address” (Warn­er)  
Οι BIOHAZARD με την τρίτη τους δισκογραφική δουλειά θα λέγαμε πως άγγιξαν την κορωνίδα του πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ένα hard­core συγκρότημα. Ήταν τόσο μεγάλη η αναμονή για τον διάδοχο του επίσης αρκετά πετυχημένου “Urban dis­ci­pline” το οποίο προλείανε το έδαφος γι’ αυτό που θα συνέβαινε με το “State of the address” και τελικό αποτέλεσμα έδειξε πως o σκοπός επετεύχθη. To hardcore/metal κουαρτέτο από το Brook­lyn έπαιζε με τους δικούς του όρους κι ας άνηκε πλέον στο ros­ter μιας πολυεθνικής όπως η Warn­er η οποία τους διεκδικούσε πριν καν υπογράψουν με τη Road­run­ner δουλεύοντας αρκετά στρατηγικά την όλη προώθησή τους ώστε να ξεφύγουν από το under­ground. Η φήμη για τα εκρηκτικά live τους και η επικοινωνία με τον κοινό προηγούταν της μουσικής, η συμμετοχή τους μαζί με τους hip-hop/hard­core rap­pers ONYX στο sound­track “Judg­ment night” στο ομότιτλο τραγούδι και video-clip εκτόξευσε το όνομά τους και όλο αυτό ήταν απλά ένα δείγμα του τι θα ακολουθούσε. Με τις ηχογραφήσεις να λαμβάνουν χώρα στα θρυλικά A&M Stu­dios στο Hol­ly­wood έχοντας τον Ed Sta­si­um (RAMONES, TALKING HEADS, LIVING COLOUR, MOTORHEAD) και το Mtv να τους αφιερώνει αρκετό χρόνο μέσω της εκπομπής “Head­bangers Ball” με stu­dio-report και συνεντεύξεις, το “State of the world address” φθάνει στα ράφια των δισκοπωλείων στις 24 Μαΐου. Τα video-clip των “Five blocks to the sub­way”, “How it is” και “Tales from the hard side” γιγαντώνουν το sta­tus τους και μόλις λίγες μέρες μετά εμφανίζονται στο Mon­sters Of Rock στο Cas­tle Don­ing­ton με συγκροτήματα όπως οι AEROSMITH, EXTREME, PANTERA, SEPULTURA κ.α. με τους BIOHAZARD να κλέβουν την παράσταση στη μικρή σκηνή και η εμφάνισή τους να διακόπτεται όταν παροτρύνουν τον κόσμο να ανέβει πάνω στη σκηνή μαζί τους.
Το “State of the world address” διατηρεί όλα τα στοιχεία του ήχου τους. Το hard­core atti­tude και groove, τα thrashy met­al στοιχεία και την αγάπη τους στους BLACK SABBATH, τα φοβερά κιθαριστικά lead του Bob­by Ham­bel και φυσικά τα δίπολο-φωνητικά των Evan Sein­feld και Bil­ly Grazi­adei οι οποίοι ηχογραφούσαν ταυτόχρονα και αντικριστά τα μέρη τους ώστε να βγει η ορμή και η ενέργεια των συναυλιών τους. Heavy πηχτός στις κιθάρες, δυνατή παραγωγή, γαμάτα τραγούδια, sam­ple από το “Reser­voir dogs” του Quentin Taran­ti­no στο “Lack there of” και συμμετοχή των Sen Dog (CYPRESS HILL) και DJ LETHAL (HOUSE OF PAIN / LIMP BIZKIT) στο “How it is”, τα πάντα στο δίσκο βρίσκονται σε υπερθετικό βαθμό για ένα συγκρότημα που προερχόταν από ένα ιδίωμα που δεν είχε ποτέ του γευτεί την main­stream υπερέκθεση μέχρι τότε. Οι BIOHAZARD βρήκαν το χώρο τους στη μουσική βιομηχανία παρότι ήταν αρκετά met­al για τα hard­core kids και αρκετά hard­core για τους met­al­heads εκτός των hip-hop στοιχείων που υπήρχαν διάσπαρτα και σε μία εποχή που οι SEPULTURA είχαν κυκλοφορήσει το “Chaos A.D.”, οι PANTERA το “Far beyond dri­ven” και λίγους μήνες μετά οι MACHINE HEAD το “Burn my eyes”, o κόσμος αναζητούσε τις καινούριες τάσεις και το πρώτο μισό των 90’s αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος γι’ αυτές.
Παρόλα αυτά οι BIOHAZARD ποτέ δεν έδειχναν να ξεχνούν από που προέρχονταν, γι’ αυτό και το μήνυμα υπήρχε πάντα στα τραγούδια τους είτε αυτό αφορούσε προσωπικές εμπειρίες μέσα σε δυσλειτουργικές οικογένειες και παιδική κακοποίηση, είτε τη ζωή στους δρόμους και τις φτωχογειτονιές του Brook­lyn όπως το “Five block to the sub­way” που προέρχεται από ένα ποίημα του πατέρα του Bob­by Ham­bel και αφηγείται την καθημερινότητα κάποιου για να βγάλει τα προς το ζην και ό,τι διαδραματίζεται στη διαδρομή από τη γειτονιά του μέχρι τον υπόγειο σιδηρόδρομο μόλις πέντε τετράγωνα πιο πέρα, το ρατσισμό και φυσικά όλους τους φίλους τους που πίστευαν από την αρχή στο συγκρότημα και συνέχιζαν να τους υποστηρίζουν στο “Down for life”.  Στην Ευρώπη περιοδεύουν με τους DOG EAT DOG και DOWNSET και στις Η.Π.Α με τους PANTERA και SEPULTURA ενώ ακολουθούν περιοδείες με τους HOUSE OF PAIN, UNSANE και head­line εμφάνιση στο Dynamo Open Air 1995. Οι πωλήσεις ξεπερνούν τα 1.000.000 αντίτυπα, η διασκευή τους στο “After for­ev­er” των BLACK SABBATH περιλαμβάνεται στην τρομερή trib­ute συλλογή “Nativ­i­ty in black” αλλά η πρώτη ρωγμή έρχεται μετά το τέλος των περιοδειών όταν ο κιθαρίστας Bob­by Ham­bel ανακοινώνει στα υπόλοιπα μέλη πως αποχωρεί από τους BIOHAZARD παρά το γεγονός πως στο book­let του “State of the address” αναφέρεται πως Bio­haz­ard is and will always be οι Evan Sein­feld / Bil­ly Grazi­adei / Bob­by Ham­bel / Dan­ny Schuler.
Κώστας Αλατάς

BLACK SABBATH – “Cross pur­pos­es” (IRS)

Ο τίτλος (που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «όταν δεν μπορεί ο ένας να καταλάβει τον άλλο επειδή συζητούν για διαφορετικά πράγματα») ταιριάζει απόλυτα στο κλίμα της εποχής, καθώς το 1994 υπήρχε μια γενικότερη παρακμή στις αρχές και τις αξίες του heavy met­al και hard rock, όπως αυτά είχαν ανθίσει τα προηγούμενα χρόνια. Ένα άλμπουμ από τους BLACK SABBATH δεν ταίριαζε με αυτό, αφού μιλούσε για άλλα πράγματα λοιπόν. Ο Iom­mi δεν είχε χάσει την θέληση, όμως δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως είχε ξεκάθαρη μουσική κατεύθυνση. Έτσι το “Cross pur­pos­es” είναι διχασμένο ανάμεσα σε τραγούδια αντάξια του ονόματος των SABBATH αλλά και μπερδεμένες στιγμές. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα “Cross of thorns” που αναβιώνει την ατμόσφαιρα του “TYR” τόσο μουσικά όσο και στην προσέγγιση του Tony Mar­tin. Ο Βρετανός τραγουδιστής επιστρέφει εδώ, αφού η δεύτερη θητεία του Ron­nie James Dio δεν ήταν μακρά και πάλι δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Το “Immac­u­late decep­tion” είναι καλό παράδειγμα αυτού. Ένα τραγούδι που συνδυάζει κάτι φοβερές «βρωμιές» του Iom­mi, τον Geezer But­ler (που για πρώτη φορά συνυπάρχει με τον Mar­tin στην μπάντα), να κονταροχτυπιέται μαζί του και πολλά διαφορετικά μέρη να δένουν όμορφα. Επίσης μου άρεσε υπερβολικά το “Dying for love”, όσο κι αν θεωρώ την εισαγωγή (α‑λα Gary Moore) άστοχη. Μια μπαλάντα στα υψηλά επίπεδα του “Feels good to me”. Τέλος τα “I wit­ness” και το “The hand that rocks the cra­dle”, είναι αρκετά καλά, ιδιαίτερα το τελευταίο, και ανήκουν στα θετικά του άλμπουμ. Κατά τ’ άλλα το άλμπουμ χωλαίνει είτε επειδή προσπαθεί να κάνει τα doom ριφ του Tony Iom­mi να ακουστούν όσο μοντέρνα όσο οι ALICE IN CHAINS (“Vir­tu­al death”), είτε επειδή λείπει κάποιο κίνητρο (“What’s the use” – γραμμένο για τον Dio ίσως(;), “Back to Eden” – ρηχό, “Psy­cho­pho­bia” – έλλειψη προσανατολισμού, “Car­di­nal sin” – ZEPPELIN κανείς;). Μπορεί να δένουν με την ατμόσφαιρα του άλμπουμ, αλλά είναι μέτρια. Πρέπει να υμνήσουμε και την συνθετική συμμετοχή του Eddie Van Halen στο “Evil eye” που έχει πολλά κλασικά BLACK SABBATH χαρακτηριστική, δίχως όμως να ξεχωρίζει. Τέλος, το “Cross pur­pos­es” είναι το μοναδικό άλμπουμ του συγκροτήματος στο οποίο παίζει τύμπανα ο Bob­by Rondinel­li (RAINBOW). Ο δίσκος δεν υποστηρίχτηκε αρκετά από το κοινό τους, που έτσι κι αλλιώς είχε μειωθεί λόγο των μουσικών τάσεων, οπότε θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως το κορυφαίο «άγνωστο» άλμπουμ των BLACK SABBATH.
Γιώργος Κουκουλάκης

 


BLOODLINE — “Blood­line” (EMI Records)

Ο σύγχρονος θεός του λευκού rhythm ‘n’ blues, το οποίο ονομάστηκε πολύ εύστοχα “blues rock” λόγω των σχετικών και πολλών με την rock μουσική στοιχείων που του εμφύσησαν οι λευκοί blues­men, για να διαφοροποιηθούν από τους μαύρους συναδέλφους τους, είναι χωρίς καμία αμφιβολία ο Joe Bona­mas­sa. Πολλοί οι σύγχρονοι ομόσταυλοί του με καταπληκτικές ικανότητες (Ken­ny Wayne Shep­herd, Derek Trucks, John May­er, War­ren Haynes, Dan Pat­lansky και σταματώ εδώ γιατί πήρα φόρα), αλλά ένας είναι ο “Smokin’ Joe”! Εντάξει, στην πραγματικότητα ο μόνος που μπορεί να ονομάζεται έτσι είναι ο Joe Fra­zier, αλλά πέραν από έναν πρωταθλητή στα βαρέα βάρη της πυγμαχίας, και ένας κιθαρίστας μπορεί να φέρει το προσωνύμιο αυτό. Ειδικά αν στα δώδεκά του «άνοιξε» για τον B.B King, δασκαλεμένος από τον μεγάλο και αδικοχαμένο μόλις στα 49 του χρόνια Dan­ny Gat­ton και επηρεασμένος από τους Eric Clap­ton, Jeff Beck και Ste­vie Ray Vaughn. Το 1991, προσπαθώντας να βρεθεί μια μπάντα ώστε να αβαντάρει τον υπερταλαντούχο νεαρό, ο man­ag­er Roy Weis­man πρότεινε την συνεργασία του Joe με τους γιους μερικών μεγάλων προσωπικοτήτων της μουσικής: τον Aaron στα φωνητικά, γιο του Sam­my Hagar, τον Way­lon του Rob­by Krieger (πως λέμε ο Γιάννης του Κώστα) στις ρυθμικές κιθάρες, τον Berry Jr του Berry Oak­ley στο μπάσο και τον Erin του Miles Davis στα τύμπανα. Σε αυτούς προστέθηκε και ο παλιός γνωστός του Bona­mas­sa, Lou Seg­reti στα πλήκτρα για να ολοκληρωθεί η σύνθεση. Προσωπικές διαφωνίες έφεραν γρήγορα τον Aaron εκτός σχήματος και τον Berry Jr. να αναλαμβάνει και τα φωνητικά. Με αυτό το line up ηχογραφήθηκε το ένα και μοναδικό άλμπουμ των BLOODLINE (ταιριαστό όνομα αλήθεια) το οποίο πέραν της μεγάλης του ιστορικής σημασίας, ως το επίσημο ντεμπούτο του Bona­mas­sa, έχει και μουσική-συνθετική. Ο 17χρονος μικρός ήρως μαγεύει, με τα δάκτυλά του να χάνονται και να ξεφεύγουν (δεν θα βάλω εισαγωγικά, όχι) σε πολλά σημεία, είναι ηλίου φαεινότερο πως πολλές φορές παίζει πράγματα εκτός «σεναρίου» (όπως στο solo του “Cell block 7” — τι σου θυμίζει;) και η μπάντα δίπλα του που «σκοτώνει» πραγματικά, ακολουθεί ιδανικά, ειδικά ο Berry Jr ο οποίος παίζει με το μπάσο του πατέρα του, έχει την «γκρούβα» δεύτερη φύση του και φλερτάρει και με το fusion. Δυστυχώς, οι BLOODLINE διαλύθηκαν μετά από μια σειρά πετυχημένων lives με τους LYNYRD SKYNYRD και TESLA (τι τριάδα θα ήταν αυτή, ε;) διότι οι υπόλοιποι δεν ήθελαν τον “Smokin’ Joe” στην μπάντα και προτιμούσαν να παίζουν alter­na­tive (“Ta lef­ta” by Stama­tis Kraounakis play­ing in the back­ground)! Αν υπήρχε μυαλό, με αυτή την μπάντα ίσως να κυκλοφορούσε στην πορεία τους δίσκους του ο μικρός, οπότε, να ο πακτωλός χρημάτων. O Weis­man βέβαια σοφά διάλεξε την πλευρά του Bona­mas­sa, όσο για τους υπόλοιπους, ο Davis έγινε διευθυντής στην εταιρεία του πατέρα του, ο Oak­ley έγινε μέλος των GIFT HORSE και ο Krieger εκτός του ότι ακολούθησε τον πατέρα του στην solo μπάντα του, έγινε και ηθοποιός. Εσύ πάντως, ψάξε videos από live του group στο inter­net για να δεις περί τίνος πρόκειται και να ξέρεις, αν ήσουν από αυτούς που είδαν τον Bona­mas­sa το 2009 στο Κύτταρο (!), σε μισώ.
Δημήτρης Τσέλλος

 


BODY COUNT — “Born dead” (Vir­gin)

Ξεκινάμε με τα βασικά. Αγαπάμε τον Ice‑T. Toν αγαπάμε σαν Scot­ty Apple­ton (“New Jack City”), σαν Odafin Tutuo­la (“Law and order”), σαν τον άντρα της Coco και φυσικά για τους BODY COUNT. Ασχέτως αν οι B.C δεν μας έδιναν πάντα σπουδαία άλμπουμ. Καλή ώρα σαν το “Born dead”.
Το ομότιτλο ντεμπούτο της met­al μπάντας του Ice‑T με τον Ernie C (ο πρώτος έγραφε τους στίχους, ο δεύτερος τη μουσική), είχε προκαλέσει πάταγο, όχι μόνο για το “Cop killer” και τα όλα γνωστά, αλλά και επειδή είχε καταφέρει να πιάσει μουσικά με αυτό το ιδιαίτερο rap meets met­al του σχήματος, έχοντας και κομματάρες. Επομένως, η συνέχεια είχε ενδιαφέρον. Που έμεινε όμως στο εξώφυλλο και σε κάποια μεμονωμένα κομμάτια.
Το κακό με το “Born dead” είναι πρωτίστως ο Ice‑T. Η επιλογή του να αλλάξει τον τρόπο που θα ερμηνεύσει τους στίχους, δεν λειτούργησε και πολύ καλά, αφού αυτό το κάτι σαν τσαμπουκαλεμένη απαγγελία που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει, σε συνδυασμό με την υπερβολική επανάληψη λέξεων, καταντούσε κουραστικό είναι η αλήθεια. Αλλά και μουσικά, ενώ πάνω κάτω πατάνε πάνω στο ντεμπούτο τους, τα πράγματα είναι πιο μονοδιάστατα εδώ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η παραγωγή (που την έκαναν ο Ice‑T με τον Ernie C) είναι λίγο έτσι και λίγο γιουβέτσι, έχοντας κομμάτια με τελείως διαφορετικό ήχο από άλλα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει και ωραία κομμάτια. Έχει το “Mas­ters of revenge”, έχει το προφητικό “Dri­ve by” (ο τρόπος που πέθανε ο μπασίστας τους, Moose­man, το 2001, ο οποίος μάλιστα είχε γράψει το κομμάτι μαζί με τον Ice‑T), έχει τη διασκευή στο “Hey Joe” του Bil­ly Roberts (με τον τρόπο του Hen­drix), έχει το “Nec­es­sary evil” με την punk διάθεση, έχει και το “Born dead” φυσικά, το κλασικότερο (και δικαιολογημένα) τραγούδι του άλμπουμ. Αυτά. Αυτό που μου λείπει περισσότερο από τον δίσκο, είναι η “αλητεία” του πρώτου. Ναι μεν τα μπινελίκια πάνε και έρχονται, κάποια διάσπαρτα σημεία είναι όπως πρέπει, όμως γενικότερα, το άλμπουμ δεν έχει το ίδιο atti­tude που είχε το πρώτο. Και B.C χωρίς το attitude…
Μπορεί το “Born dead”, σαν δίσκος, να είναι τίγκα 90s άλμπουμ, όμως αυτό οφείλεται σε ένα βαθμό σε μερικά τραγούδια του, αλλά κυρίως στον αντίκτυπο του κλασικού, αγαπημένου ντεμπούτου άλμπουμ της μπάντας. Να λέμε αλήθειες. Άσε που είναι και γκαντέμικο, αφού τα επόμενα χρόνια, για διάφορους λόγους πέθαναν όλα τα μέλη του σχήματος, πλην των Ice‑T και Ernie C. Το θετικό είναι ότι στα 10s οι B.C γύρισαν για τα καλά!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


BOLT THROWER – “…for vic­to­ry” (Ear­ache Records)
Ύστερα από μια πολύ πετυχημένη περιοδεία (“World cru­sade tour”) όπου οι BOLT THROWER ως head­lin­ers είχαν τη συνοδεία των VADER και GRAVE (!!!), είχε έρθει καιρός για το επόμενο βήμα που θα αποτελούσε το πέμπτο άλμπουμ τους. Οι doom επιρροές του “The IVth cru­sade” είχαν καλωσοριστεί από αρκετούς οπαδούς, ωστόσο δεν ήταν λίγοι αυτοί που γύρισαν την πλάτη στους BOLT THROWER, μην αντέχοντας να τους ακούνε να μην είναι αποκλειστικά (υπερ)γρήγοροι. Για το επόμενο άλμπουμ λοιπόν, οι Βρετανοί αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να αυξηθούν πάλι οι ταχύτητες. Μη φανταστείτε καμία τεράστια διαφορά, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα τους δικαίωσε με το παραπάνω, καθώς πήραν τη βάση της μετάβασης ήχου που έγινε στο “The IVth cru­sade” και την πήγαν ένα βήμα παραπέρα. Έτσι το “…For vic­to­ry”, διότι περί αυτού ο λόγος, ήταν ένα άλμπουμ με τον όγκο ακόμα περισσότερο αυξημένο και με τον Col­in Richard­son σε ρόλο παραγωγού να κάνει πάλι θαύματα. Αυτή τη φορά όμως μιλάμε για πραγματικό τσιμεντόλιθο από άποψη ήχου, ενώ κι αυτός ο τρομερά διάτρητος ήχος που είχαν οι κιθάρες, έκανε τους ακροατές να αποθεώσουν άμεσα το δίσκο. Ένας δίσκος που ξεκινάει με μια αργόσυρτη mid-tem­po εισαγωγή ονόματι “War” και προϊδεάζει το έδαφος για τη συνέχεια.
Το μπάσιμο όμως του “Remem­brance” κάνει τη διαφορά, με έναν ήχο που σαν ανεμοστρόβιλος που φέρει η εφόρμηση μιας ολόκληρης μεραρχίας από τανκς, σε περικυκλώνει και σου προκαλεί τον ύψιστο φόβο μέχρι να σε συντρίψει ολοκληρωτικά. Η πολύ μεγάλη διαφορά όμως είναι στα απίστευτα –ψυχωμένα όσο ποτέ- φωνητικά του Karl Wil­lets. Ο άνθρωπος σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, έχοντας πάντα τη χαρακτηριστική του βραχνάδα, έχει πετύχει την απόλυτη ερμηνεία της καριέρας του και κατά την προσωπική μου πάντα άποψη, μια από τις 5 καλύτερες σε death met­al δίσκο όλων των εποχών. Λες και η ζωή ξεγλιστράει από μέσα του και παλεύει ο ίδιος να την κρατήσει, το στόμα του βγάζει αυτή την αγωνία που κάνεις εικόνα και σε συνδυασμό με την ανέκαθεν μιλιταριστική στιχουργικά λογική των ΒΤ, νιώθεις  τον παλμό να σου πλακώνει το στήθος και όλος ο δίσκος (λιγότερο από 40’ σε διάρκεια) πάει σχεδόν σε αυτό το μοτίβο. Ο ήχος που έχουν οι κιθάρες είπαμε ότι είναι σκέτο καβουρδιστήρι, αλλά τα τύμπανα του τρισμέγιστου Andy Whale κάνουν και πάλι τη διαφορά, με ακόμα μεγαλύτερο βάθος, ακόμα πιο δολοφονικά χτυπήματα και αυτός ο συνδυασμός προσφέρει το καλύτερο κομμάτι που γράφτηκε στην καριέρα τους, το φονικό “When glo­ry beckons”.
Το μοτίβο «ριφφ που γδέρνουν/δίκαση-γέμισμα-πάλι δίκαση-πάλι γέμισμα-πυροβολισμοί κατά ριπάς» παίρνει κεφάλια, ενώ το ομότιτλο κομμάτι με το οποίο πολλές φορές έκλειναν τις συναυλίες τους, και μιλάει ξεκάθαρα για τους νεκρούς των πολέμων, έχοντας μάλιστα δανειστεί στίχους στο τέλος του από το ποίημα “Ode of remem­brance” του Lau­rence Biny­on (They shall grow not old, as we that are left grow old; Age shall not weary them, nor the years con­demn. At the going down of the sun and in the morn­ing… We will remem­ber them). Tα 9 συνολικά κομμάτια (συν η εισαγωγή) που αποτελούν το “…For vic­to­ry” εξυπηρετούν ένα απόλυτα συμπαγές σύνολο, όπου κάθε τραγούδι στέκεται μόνο του, αλλά μαζί σχηματίζουν ένα τοίχο από γρανίτη (και αυτό το λέγαμε πολλά χρόνια πριν γραφτεί το κομμάτι “Gran­ite wall” το 2005) και η μπάντα μοιάζει σαν να παίζει εφορμώντας κατά πάνω σου με απόλυτο σκοπό να μην αφήσει τίποτα όρθιο στο πέρασμα της. Λεπιδοφόρο το ριφφ του “Lest we for­get”, όλεθρος και πολύ κοντά στη λογική του “The IVth cru­sade” τα “Graven image” και “Silent demise” αλλά η πολύ μεγάλη χαρακτηριστική στιγμή έρχεται στο “For­ev­er fall­en”, όπου ύστερα από μια αργόσυρτη αρχή, μπαίνει το ριφφ-όλεθρος και στη συνέχεια η κραυγή-σύνθημα στα χείλη των οπαδών τους…
“OOOOOOOOOOOOOONWAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAAARDS” ουρλιάζει ο Karl Wil­lets και πλέον είναι φανερό/ευήκοο ότι μιλάμε για την υπερ-απόλυτη ΒΤ στιγμή της δισκογραφίας τους, η οποία σαν να μην έφτανε ότι έχει ήδη προηγηθεί, κλείνει με το αχώριστο δίδυμο των “Tank (Mk.I)” και “Armaged­don bound”. Ειδικά το τελευταίο με το ριφφ που ξεκινάει λες και πετάγονται σφαίρες/όλμοι/βλήματα από παντού, σε σταυρώνει και σε κρατάει δέσμιο του για πάντα, ενώ ο δίσκος θα κλείσει με ήχους από κανονιοβολισμούς, λες κι έχει έρθει το τέλος ενός πολέμου που διαρκεί ελάχιστα και που μοναδικοί νικητές είναι οι ίδιοι οι BOLT THROWER και οι οπαδοί που τους ακολούθησαν πιστά. Δυστυχώς ο δίσκος αυτός παρότι είναι η απόλυτη κορυφή τους, είναι και η στιγμή που αλλάζει κατά πολύ η ιστορία τους, καθώς ήταν ο τελευταίος για τον μέγα βασανιστή των δερμάτων Andy Whale, ενώ και ο Karl Wil­lets αποχώρησε στη συνέχεια, αμφότεροι για να αφιερωθούν στην οικογενειακή τους ζωή. Ακολούθησε μια περιοδεία στην Αμερική η οποία δεν πήγε καλά, συν ότι απέκτησαν φοβία με τα αεροπλάνα ύστερα από αναταράξεις σε πτήση που παραλίγο θα έβλεπαν τα ραδίκια ανάποδα, κι έτσι ποτέ ξανά δεν περιόδευσαν χρησιμοποιώντας τον αέρα… Η διάθεση για περιοδείες περιορίστηκε γενικά και η λογική τους άλλαξε άρδην από τότε.
Συν τοις άλλοις, πέτυχαν να απεμπλακούν από την Ear­ache, η οποία με τη σειρά της ήθελε να τους ξεφορτωθεί και έμειναν προσωρινά χωρίς εταιρεία. Στη θέση του Karl Wil­lets πήραν τον Mar­tin Van Drunen (ex-PESTI­LENCE, ASPHYX) και στα τύμπανα τον συγχωρεμένο πλέον Mar­tin “Kid­die” Kearns. To “…For vic­to­ry” κυκλοφόρησε σε περιορισμένη έκδοση ως διπλό cd, με το δεύτερο δισκάκι να ονομάζεται “Live war” (ή σκέτο “War”) με 9 κομμάτια ζωντανά ηχογραφημένα από την περιοδεία του “The IVth cru­sade”, με τη συγκεκριμένη έκδοση πλέον να θεωρείται απίστευτο collector’s item και να πωλείται σε αστρονομικές τιμές. Τέλος, το πανέμορφο εξώφυλλο απεικονίζει Άγγλους στρατιώτες εν ώρα πορείας στις νήσους Φώκλαντ, όπου η Αγγλία ενεπλάκη σε πόλεμο με την Αργεντινή τον Απρίλιο του 1982, καθώς οι Αργεντίνοι εισέβαλλαν στα νησιά διεκδικώντας επί χρόνια την κατοχή τους. Το Αγγλικό Ναυτικό με μανούβρες και αρκετό εξοπλισμό κατάφερε μετά από 74 μέρες να κάνει τους Αργεντίνους να συνθηκολογήσουν , με τελικό απολογισμό 649 Αργεντίνους, 255 Άγγλους και τρεις κατοίκους των νησιών Φώκλαντ να σκοτώνονται κατά τις εχθροπραξίες. Το “…For vic­to­ry” πέραν του ότι είναι ένα από τα απόλυτα death met­al άλμπουμ της ιστορίας, στέκει ως διαμάντι του έτους 1994, σε καιρούς δύσκολους για το μεταλλικό ήχο γενικότερα.
Άγγελος Κατσούρας


BURZUM – “Hvis lyset tar oss” (Mis­an­thropy Records/ Cymo­phane Productions)
Έχοντας ήδη ηχογραφηθεί από τον Σεπτέμβριο του 1992, το “Hvis lyset tar oss” είδε το φως της ημέρας τον Απρίλιο του 1994, λίγο πριν ο Varg Vikernes βρεθεί στο “φρέσκο” για το φόνο του Eurony­mous, αλλά και για μια σειρά εμπρησμών σε χριστιανικούς ναούς. Το έχω ξαναγράψει για την πάρτη του… Μπορεί να είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περσόνες στο heavy met­al, αλλά είναι διαβολεμένα ταλαντούχος καλλιτέχνης, με μοναδική ικανότητα στο να χτίζει τη μουσική του. Και το “Hvis lyset tar oss” είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο τρίτο ολοκληρωμένο του δίσκο, ο Vikernes κατέκτησε την δική του κορυφή. Μέσα σε τέσσερα κομμάτια ξεδίπλωσε όλο του το ταλέντο και έγραψε ένα δίσκο-σταθμό στην ιστορία του black met­al. Έναν δίσκο μαγικό! Εκεί όπου βασιλεύουν τα αγωνιώδη και παθιασμένα riffs, οι μελαγχολικές μελωδίες, ο γλυκός και ζεστός ρομαντισμός και οι ατμόσφαιρες που μπορούν να σε ταξιδέψουν σε άλλους κόσμους, ονειρικούς… Το στήσιμο του δίσκου ιδιοφυές. Το υπνωτικό “Det som en gang var” ανοίγει το δίσκο, ο οποίος κορυφώνεται με τα τεταμένα, σχεδόν αγχώδη θα έλεγα “Hvis Lyset Tar Oss” και “Inn i slot­tet fra droem­men”, και φτάνει στην «κάθαρση» με το εξαίσιο ambi­ent έπος, “Tomhet”. Η επανάληψη, τα μινιμαλιστικά μοτίβα, τα “λαλημένα” λυκίσια φωνητικά του Vikernes, οι αναπάντεχες εναλλαγές μεταξύ γρήγορων και αργών σημείων που επιτείνουν τη δραματική αύρα του ομώνυμου κομματιού, συνθέτουν τη γενικότερη εικόνα του δίσκου, όπως αναμφίβολα και το εικαστικό κομμάτι. Τα έργα του Νορβηγού ρομαντικού ζωγράφου Theodor Kit­telsen που κοσμούν το εξώφυλλο και το art­work, δεν ήταν τυχαία επιλεγμένα από τον Vikernes, μιας και εξυπηρετούσαν ιδανικά το con­cept του δίσκου. Παρμένα από τη σειρά Svartedauen, που στα αγγλικά μεταφράζεται ως Μαύρος Θάνατος, παρέπεμπαν ευθέως στην Μαύρη Πανώλη, την πανδημία πανώλης ων ετών 1348 — 1353, που είχε ξεσπάσει σε Ευρώπη, Ασία και βόρεια Αφρική. Ο Μαύρος Θάνατος για τον Vikernes δεν ήταν άλλος από το χριστιανισμό, τον οποίο και είχε χαρακτηρίσει σαν πανούκλα του πνεύματος…
Θανάσης Μπόγρης

CANNIBAL CORPSE — “The bleed­ing” (Met­al blade) 
“Και να φανταστείτε, ότι το ξεπέρασαν με τον αμέσως επόμενο δίσκο…”. Με αυτή τη φράση, έκλεισα το κείμενο μου για το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ “Tomb of the muti­lat­ed” των τόσο λατρεμένων μου CANNIBAL CORPSE. Έχω ξαναπεί τη χαρά και τη τιμή του να μιλάμε για δίσκους, που διαμόρφωσαν έως ένα βαθμό τα γούστα μας και αυτό που είμαστε. Ένα τέτοιο άλμπουμ, είναι το “The bleed­ing”, που αποτελεί δίσκο — προσωπικής τριάδας του γράφοντος στο είδος. Ας τα πάρουμε όμως, όπως πάντα, από την αρχή. Το έτος είναι 1994, οι Κανίβαλοι βρίσκονται ενώπιον μιας μεγάλης αλλαγής, καθόσον ο Bob Rusay, αποχωρεί από τη μπάντα μετά από 3 άλμπουμ-διαμάντια, και ψάχνουν αντικαταστάτη, με το υλικό του δίσκου, να παίρνει σιγά σιγά σάρκα και οστά εντωμεταξύ. Έτσι, μπαίνει ο άρτι αφιχθείς από MALEVOLENT CREATION Rob Bar­rett, και η ομάδα, ΠΕΤΑΕΙ!
Μπαίνουμε στο κλίμα της μπάντας εξαρχής, “Star­ing through the eyes of the dead”, πρώτο βίντεο της μπάντας στην μακρά και ματωμένη ιστορία της. Συνεχίζοντας φυσικά από εκεί που άφησε ο προκλητικός και αψεγάδιαστος προκάτοχος του, υπάρχει μια πολύ μεγάλη αλλαγή. Είναι “πιασάρικο” άλμπουμ. Σαν να δοκίμασαν τις δυνάμεις τους στο να γράψουν riffs που θα σου μείνουν για μέρες στο μυαλό. “Fucked with a knife” (έγκλημα πάθους στο Αμαρούσιο Αττικής, κύριοι ένορκοι, κύριε δικαστά!), “Stripped raped and stranged” (“she was so beau­ti­ful I HAD TO KILL HER” — χωρίς λόγια, τα ρέστα μου!) και το καταπληκτικό “Pul­ver­ized” (του οποίου τα τελευταία δευτερόλεπτα, στην επανακυκλοφορία κόπηκαν για άγνωστο λόγο) μοιράζουν τόσο εθιστικές riff-άρες που είναι αδύνατον να το χωρέσει ο νους σου. Σαν να έφτιαχναν, το δικό τους “Black album”! O Chris Barnes από την άλλη, μοιράζει ατόφιο φωνητικό τρόμο στην σίγουρα ανώτερη όλων των επόμενων ερμηνεία του. Σαν να σε κυνηγάει ένα zom­bie να σε πνίξει σε σκοτεινό σοκάκι.
Το υπέροχα τεχνικό και σάπιο “Return to flesh” δίνει μια διαφορετική νότα στο άλμπουμ, με την αργόσυρτη και σχεδόν “ατμοσφαιρική” riff-ολογία στην αρχή και στο κλείσιμο με το ενδιάμεσο να γίνεται σφαγή βγαλμένη από ταινία gore/splatter, τα δε “The pick-axe murders”/”She was ask­ing for it” μοιράζουν κουφάρια δεξιά αριστερά, με τον ακροατή, να σκουπίζεται ήδη, έντρομος από το αίμα που στάζει από το ταβάνι. Ο ομώνυμος ύμνος, κατεβάζει γκάζια για χάρη ενός υπέροχα SLAY­ER-ικού riff με τον Barnes να γκαρίζει “BLEEDIIIIIIING” και να σου παγώνει το αίμα! Και τι να πεις για τη δυάδα “Force fed bro­ken glass”/”An exper­i­ment in homi­cide” που κλείνει το υπόγειο του ψυχοπαθούς δολοφόνου και σε αφήνει μέσα για πάντα; Το μεν πρώτο κιόλας, αποτελεί το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου. Κοψίματα σαν ξυράφι, μελετημένη χειρουργικά σφαγή, με τον Paul Mazurkiewicz να πατάει το φρένο αυστηρά και μόνο εκεί που χρειάζεται. Το ακουστικό σημείο, πάνω από το ηχητικό εφέ που ο άλλος πνίγεται, πριν σκάσει η αργόσυρτη riff-άρα, είναι σεμιναριακό death met­al. Το δε τελευταίο, είναι για να μη ξεχάσεις ποτέ τους CANNIBAL CORPSE. “I don’t want to hurt you, I just want to kill you”. Αγάπη και αλυσοπρίονο, μόνο!
Το άλμπουμ εκτόξευσε τους CANNIBAL CORPSE σε άλλη σφαίρα δημοτικότητας, το “Star­ing through the eyes of the dead” απέκτησε υπέρ του δέοντος air­play στο MTV και η μπάντα ήταν σε μια σταθερά ανοδικότατη πορεία. Εκεί, ο Chris Barnes, αποχωρεί από το συγκρότημα, αφήνοντας τελευταία του παρακαταθήκη το θρυλικό demo “Cre­at­ed to kill” (κυκλοφόρησε στη κασετίνα “15-year killing spree” στο 3ο CD, αγκαζέ με το πρώτο ομώνυμο demo του ‘89, και το demo του “Gallery of sui­cide”). Το demo αυτό, έχει τον Chris σε ορισμένα από τα κομμάτια που 2 χρόνια μετά, θα γίνονταν υλικό του θεϊκού “Vile”.
Η συνέχεια, θα έβρισκε τον Chris στους SIX FEET UNDER κι από εκεί μετά από 3 εκπληκτικά άλμπουμ, στην απόλυτη παρακμή, με τους CANNIBAL CORPSE να ακολουθούν αντίστροφη εμπορικά πορεία, χτίζοντας γενιές οπαδών. Όμως, όπως o Humphrey Bog­a­rt στη ταινία “Casablan­ca” (1942) είπε “we’ll always have Paris”, έτσι και εμείς οι death­sters, θα λέμε ότι θα έχουμε (για) πάντα το “The bleed­ing”. Θα έχουμε για πάντα όλες τις στιγμές, όλες τις αναμνήσεις, όλα τα άλατα σβέρκου που έχουμε στη τελική θρυμματίσει για πάρτη του.
Γιάννης Σαββίδης

 


CINDERELLA – “Still climb­ing” (Mer­cury)
Αυτός ο δίσκος, έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει το 1991, όταν θα ολοκληρωνόταν η περιοδεία του “Heart­break sta­tion” με τους CINDERELLA να σερφάρουν πάνω στο κύμα της εμπορικής τους επιτυχίας. Δυστυχώς όμως, το πρόβλημα στην φωνή του Tom Keifer άλλαξε τον ρου της ιστορίας. Βλέπετε, στα χρόνια που μεσολάβησαν η grunge είχε εξαφανίσει το ενδιαφέρον για glam met­al και hair spray. Έτσι μαζί με σχήματα όπως οι POISON και οι RATT, κάποια λιγότερο «σιροπιαστά», όπως οι TESLA, οι MR. BIG και οι CINDERELLA, πήραν τον κατήφορο. Αυτό όμως δεν πρέπει να μειώνει την αξία του “Still climb­ing”, τόσο για την ποιότητα που κυριαρχεί στα τραγούδια του, όσο και για την επιμονή των Αμερικάνων να συνεχίσουν στο γνωστό τους ύφος, ενάντια στην τάση της εποχής. Μπορεί η κυκλοφορία, να ντύθηκε πιο σύγχρονα, με το εξώφυλλο να θυμίζει Hipg­no­sis, σε πιο μελαγχολικά χρώματα, όμως το περιεχόμενο είναι 100% CINDERELLA. Η ποιότητα δεν αφήνει το πόδι από το γκάζι και τρέχει με χίλια. Από το καταπληκτικό “Bad atti­tude shuf­fle” που λίγα χρόνια πριν θα έμπαινε στο πάνθεον των επιτυχιών τους, μέχρι το “Talk is cheap” που είναι το αγαπημένο μου. Στο άλμπουμ συμπεριλήφθηκε και το “Hot & both­ered” που είχε κυκλοφορήσει στο sound­track του “Wayne’s world”, και είναι το μόνο που ακούμε τον Fred Coury στα τύμπανα, αφού στο μεσοδιάστημα είχε αποχωρήσει. Βέβαια ο τεράστιος Ken­ny Aronoff (John Mel­len­camp, Neil Dia­mond, Jon Bon Jovi, Bob Dylan) είναι αρτιότατος και συμπληρώνει την ομάδα άψογα. Τραγούδια όπως τα “Through the rain”, “Hard to find the words” και “Blood from a stone”(ύμνος) είναι διαμάντια και μιας εποχής που δεν γυρίζει πια. Το βαθιά Αμερικάνικο blues rock του Tom Keifer ηχεί γνώριμο, μεστό και σφιχτο-παιγμένο από την μπάντα του. Μακάρι να έκανε μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία για να συνέχιζαν δισκογραφικά, όμως μου αρκεί που τουλάχιστον κυκλοφόρησε. Κλείνω με τους στίχους που φανερώνουν την ελπίδα που έτρεφε κι ο ίδιος πιστεύω, όταν περνούσε την μεγάλη περιπέτεια με την φωνή του…
“But some­times when it’s light, and you can’t see,
Some­times when this world, just seems to be so cold
Some­times when you’re lost at sea, drown­ing in your pain
Some­times the sun shines through the rain”
Ηχητικά αξίζουν εύσημα στο δίδυμο των Duane Baron και John Pur­dell που έκαναν την ηχογράφηση, μίξη και παραγωγή. Οι ίδιοι είχαν επιμεληθεί το “No more tears” του Ozzy παλαιότερα και δεν είναι τυχαίο πως την ίδια χρονιά έκαναν το “Awake” των DREAM THEATER και το “The last temp­ta­tion” του Alice Cooper!!!
Γιώργος “Free­wheel­in” Κουκουλάκης

 


ALICE COOPER – “The last temp­ta­tion” (Epic)

Αν και έχουν περάσει μόλις τρία χρόνια από την κυκλοφορία του “Hey stoopid” όπου βρήκε τον Alice να θεμελιώνει τη μεγάλη εμπορική επιστροφή που είχε ξεκινήσει με το “Trash”, το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά και το παραδοσιακό hard rock/hair met­al έχει παραχωρήσει τη θέση του στο grunge. Ο Alice όχι μόνο εντοπίζει την αλλαγή αλλά αποφασίζει να προχωρήσει στη δημιουργία ενός πιο «σκληρού» και θεματολογικά σκοτεινού δίσκου, κάτι που είχε να κάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο καθένας από εμάς που πήγαινε τότε στο τοπικό του δισκάδικο για να αγοράσει το “The last temp­ta­tion” διαπίστωνε άμεσα, σχεδόν διαισθητικά, την επερχόμενη αλλαγή πριν ακούσει το δίσκο αφού το εξώφυλλο ήταν από μόνο του αρκετά περίεργο (αλλά συνάμα και πολύ ενδιαφέρον) ενώ το CD συνοδευόταν από ένα…comic! Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Alice γινόταν ιστορία σε com­ic (είχε προηγηθεί η Mar­vel πίσω στη δεκαετία του ‘70) αλλά οι οπαδοί έβλεπαν με μεγάλη ικανοποίηση την επιστροφή του Steven ως κεντρικού ήρωα της νέας ιστορίας που είχε σκαρφιστεί ο Alice!
Ο νέος δίσκος ήταν σκοτεινός, σκληρός αλλά ταυτόχρονα πιασάρικος και πολύ δουλεμένος ενώ ο Alice έδειχνε ξανά τον μυστηριώδη, ειρωνικό και σε σημεία αυτοσαρκαστικό χαρακτήρα του μέσα από τον Steven, τον ring­mas­ter του περιπλανώμενου τσίρκου και τους άλλους πρωταγωνιστές της ιστορίας (που θα ολοκληρωνόταν μέσα στις σελίδες τριών comics). Αμιγώς μουσικά, τολμώ να πω ότι είναι ο πιο ρηξικέλευθος δίσκος του Alice από την εποχή του “Dada” καθώς ναι μεν αφουγκράζεται τις απαιτήσεις της εποχής με ένα ηχητικά λιτό και διόλου πομπώδες σύνολο συνθέσεων αλλά ταυτόχρονα είναι ο πιο…Alice δίσκος εδώ και δεκαετίες! Μία πλειάδα εξωτερικών συνεργατών και επιφανών μουσικών πλαισιώνουν το συνθετικό team του Alice με τα ονόματα των Chris Cor­nell, Jack Blades, Tom­my Shaw, Jim Val­lance & Dan Wexler να ξεχωρίζουν. Τα “Sideshow”, “Lost in Amer­i­ca”, “Stolen prayer”, “It’s me” διακρίνονται αμέσως αν και λόγω του όλου con­cept το “The last temp­ta­tion” πρέπει να ακουστεί ολόκληρο. Προσωπικά μιλώντας και αν εξαιρέσουμε το ανυπέρβλητο “Trash”, το “The last temp­ta­tion” είναι ο καλύτερος δίσκος του Alice από την εποχή του “Lace and whiskey”.
Σάκης Νίκας


CORROSION OF CONFORMITY – “Deliv­er­ance” (Colum­bia)

To “Deliv­er­ance” ήταν ένα μεγάλο άλμα για την μπάντα. Aφήνουν πίσω τους τον ήχο του “Βlind” και με την εσωτερική μεταγραφή του Pep­per Keenan που από εδώ και στο εξής θα αναλάβει εξ ολοκλήρου τα φωνητικά, δημιουργούν το κατά πολλούς πιο σπουδαίο album της καριέρας τους.
Ένα επιπλέον σημαντικό γεγονός ήταν η υπογραφή τους στην Colum­bia Records. Mε τις αποσκευές τους την χρόνια πείρα και εμπειρία και με επιπλέον την επιτυχία που είχε γνωρίσει το sin­gle του “Vote with a bul­let” (η πρώτη φορά που ο Keenan  αναλαμβάνει lead φωνητικά είναι σε αυτό το κομμάτι), εδώ δείχνουν έτοιμοι για να κάνουν το επόμενο μεγάλο βήμα.
Και φυσικά δεν απογοητεύουν, αφού πλέον ο ήχος τους είναι σαφώς πιο heavy met­al με επιρροές από τους προπάτορες ΒLACK SABBATH, μόνο που στο χαρμάνι η μπάντα πρόσθεσε μια μεγάλη δόση από south­ern rock επιρροές, γεννώντας με αυτόν τον τρόπο ένα ιδίωμα που τα επόμενα χρόνια θα έβρισκε και άλλους ακολούθους.
Με κομματάρες που υπάρχουν εδώ όπως τα “Heaven’s not over­flow­ing”, “Alba­tross”, “Clean my wounds”, “Senor limpio”, “Deliv­er­ance”, “Sev­en days”, “Bro­ken man” και “Pearls before swine”, την παραγωγή του John Custer που έρχεται να δώσει την δυναμική και το απαραίτητο groove στις νέες συνθέσεις, γίνεται σαφές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εδώ μιλάμε για ένα  από τα καλύτερα album όχι μόνο στο ρεπερτόριο της μπάντας, αλλά για ένα από τα καλύτερα album που βγήκαν στον ευρύτερο χώρο του met­al της δεκαετίας του ’90.
Και όπως ήταν φυσικό, όλη αυτή η ενέργεια και η πρωτότυπη γοητεία που αποπνέει η μουσική τους, δεν μπορούσε να αποτύχει. Τα sin­gles “Clean my wounds” και “Alba­tross” τα κατάφεραν υπέροχα να συστήσουν τον δίσκο σε πιο ευρύ κοινό και επιπλέον το album για πρώτη φορά στην ιστορία τους θα καταφέρει μπει στο top 200 του Bill­board (#155).Mια νέα πορεία αρχίζει να χαράσσεται για την μπάντα από την Νότια Καρολίνα.
Περιοδεύουν σαν sup­port μπάντα για τους ΜΕGADETH σε Αμερική και Ευρώπη, θα ακολουθήσει περιοδεία στην Αμερική με τους MONSTER MAGNET, θα εμφανισθούν επίσης στο Mon­sters of rock του 1995 και θα ανοίξουν και για τον Οzzy Osbourne σε αρκετά shows την επόμενη χρονιά.
Γιάννης Παπαευθυμίου

 


CRADLE OF FILTH – “The prin­ci­ple of evil made flesh” (Cacoph­o­nous Records)
Οι CRADLE OF FILTH συγκαταλέγονταν πάντα στις αγαπημένες μου μπάντες, κυρίως για την δισκογραφία τους των ‘90s. Συγκεκριμένα μετά το “Mid­i­an” του 2000 με «έχασαν». Αν και το πρώτο τραγούδι που άκουσα ποτέ από τους Βρετανούς πριν περίπου 25 χρόνια, ήταν το “A goth­ic romance (red ros­es for the Dev­il’s whore)”, από το θρυλικό “Dusk and her embrace” του 1996, ο πρώτος δίσκος που άκουσα εξ ολοκλήρου, ήταν το ντεμπούτο τους “Prin­ci­ple of evil made flesh”. Ήταν το 2ο βινύλιο που είχα αγοράσει ποτέ και έπαιζε διαρκώς στο πικάπ μου.
Ο συγκεκριμένος δίσκος ακόμα και σήμερα, είναι κατ’ εμέ η κορυφαία κυκλοφορία τους, όχι τόσο από θέμα ποιότητας, αφού το “Dusk and her embrace” και πόσο μάλλον το “Cru­el­ty and the beast”, είναι ανώτερα σε αυτό το τομέα, αλλά από θέμα μοναδικότητας. Ερχόμενοι από death met­al ύφος, με Αγγλικό punk στυλ, εισάγουν ατμοσφαιρικά πλήκτρα, λίγα γυναικεία φωνητικά και goth mood, κάνοντας κάτι διαφορετικό για την εποχή. Η ικανότητα του Dani Filth στιχουργικά είναι αξεπέραστη, δίνοντας μία Βικτωριανή υφή στον δίσκο. Πίσω από το drumk­it είχαν το πολυβόλο που ακούει στο όνομα Nicholas Bark­er (ANCIENT, BRUJERIA, LOCK UP, ex DIMMU BORGIR κ.ά.), 21 ετών τότε, να βομβαρδίζει τα drums, πότε με blast­beats και πότε με πιο ταχύ punk στυλ, κάτι που ακόμα και μετά από 26 χρόνια με πωρώνει, αν και ο ίδιος όπως μας είχε πει σε μια συνέντευξη στο Rock Hard, δεν είναι και πολύ περήφανος για το συγκεκριμένο δίσκο, όσον αφορά το κομμάτι του. Οι κιθάρες είναι περισσότερο death met­al, παρά οτιδήποτε άλλο, είτε στα riffs, είτε πολύ περισσότερο σε κάποια solos. Ουσιαστικά λοιπόν, ο Dani με τα φωνητικά και τους στίχους, τα πλήκτρα βγαλμένα από goth hor­ror ταινία και ενίοτε τα drums, είναι τα μόνα που παρέπεμπαν σε black met­al. Δυόμιση δεκαετίες μετά, τραγούδια όπως το υπερκλασικό πλέον “The for­est whis­pers my name”, το ομώνυμο του άλμπουμ, το  “Sum­mer dying fast” και το ολιγόλεπτο “A dream of wolves in the snow”, με τη συμμετοχή του Dar­ren White (ex ANATHEMA) και το quote από το Drac­u­la του Bram Stok­er «Lis­ten to them, the chil­dren of the night. What music they make!», μνημονεύονται και πωρώνουν ακόμη τους οπαδούς της μπάντας.
Το “Prin­ci­ple of evil made flesh” των CRADLE OF FILTH, δε θα πάψει ποτέ να είναι ένα από τα κορυφαία άλμπουμς του είδους, όσα χρόνια και να περάσουν!
«Will they know of majesty
Of beau­ty held in dream-dead sleep
And scar­let seas that bleed the frozen shores?»
Γιώργος Δρογγίτης

 


CRYPTOPSY — “Blas­phe­my made flesh” (Inva­sion)

Είναι κάποια ντεμπούτα, που δε το χωράει ο νους, ότι “αυτό εδώ, είναι η πρώτη, ολοκληρωμένη, προσπάθεια ενός συγκροτήματος”. Το “Blas­phe­my made flesh” είναι ένα από αυτά. Μια φορά και ένα καιρό, στην χώρα του σιροπιού σφενδάμου, του hock­ey, των RUSH, του Bryan Adams, και των ANNIHILATOR, βγήκαν κάτι παιχταράδες, που χαζέψανε από το ντεμπούτο κόσμο και κοσμάκη. Αρχής γενομένης από το demo — πόνο ”Ungen­tle exhuma­tion” (1993), οι CRYPTOPSY έδωσαν τα πρώτα τους διαπιστευτήρια στον death met­al κόσμο. Με τη παραδοσιακή φρουρά να έχει κάνει ήδη τον πρώτο της δημιουργικό κύκλο και να πειραματίζεται αλλιώτικα, οι CRYPTOPSY μπαίνουν στο χώρο παραδίδοντας τη πρώτη μορφή του υπέροχα jazzy bru­tal death τους.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 25 Νοεμβρίου της επόμενης χρονιάς, και ονομάζεται “Blas­phe­my made flesh”. Το παίξιμο, εξωπραγματικό, με τον Flo Mournier να διαλύει τα τύμπανα καθώς και τους κανόνες του πως πρέπει να παίζεται το death met­al. Με βάση τους πρώιμους SUFFOCATION/CANNIBAL CORPSE, από το εκπληκτικό μπάσιμο του “Defen­es­tra­tion”, καταλαβαίνεις πως αυτή η μπάντα, ήρθε για να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Τα αηδιαστικά και μοναδικά συνάμα φωνητικά του Dan “Lord Worm” Green­ing, αποτελούν σήμα κατατεθέν της μπάντας, προσθέτοντας στο φρικιαστικό τοπίο που συνθέτουν οι ούτως ειπείν, ποιητικά δοσμένοι στίχοι της μπάντας. Τι να πεις για κομματάρες τύπου “Open face surgery”, “Born head­less” όπου η αρρώστια και η λύσσα δίνουν και παίρνουν; Ή για το πανέξυπνο μελωδικό σημείο στο “Abig­or”, ή στο φονικό “Ser­i­al mes­si­ah” λίγο πριν το solo; Τα σημεία αυτά, που δείχνουν από τι υλικά είσαι φτιαγμένος συνθετικά, και δεν είσαι “μια από τα ίδια”.
Τα δε ισοπεδωτικά “Gravared (a cryp­top­sy)” και “Mutant christ” που πρωτοεμφανίστηκαν στο “Ungen­tle exhuma­tion” κολακεύονται από την πιο επαγγελματική παραγωγή και αναδεικνύονται ακόμα καλύτερα. Ο δε μπασίστας της μπάντας, Mar­tin Fer­gus­son, έχει όλο το χώρο για να λάμψει, μια και το μπάσο ακούγεται πεντακάθαρα στη παραγωγή, καλύπτοντας με μια μοναδική σαπίλα τα πάντα. Τα κοψίματα, είναι αρκετά για να διαλύσουν το σβέρκο, και η κιθαριστική δουλειά των κυρίων Levasseur/Thibault, σε κάνει να αναρωτιέσαι το επίπεδο αυτών των απερίγραπτων πιτσιρικάδων τότε, και το που θα μπορούσαν να φτάσουν με τα χρόνια. Τα πιο thrash-αριστά “Swine of the cross” και “Mem­o­ries of blood”, δείχνουν και τις καταβολές των Καναδών κάφρων από εκεί μεριά.
Με το πέρας του πιο ποικιλόμορφου αλλά ξυλάτου “Patho­log­i­cal frol­ic” και 40 λεπτών ωμής βίας, έχεις μείνει να κοιτάζεις το τοίχο, λες και μόλις σε έχει πλακώσει πολυκατοικία. Και κάπως έτσι, κάνεις ντεμπούτο, κυρίες και κύριοι. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, και οι CRYPTOPSY το γνώριζαν εξαρχής καλά. Και ποιος να φανταζόταν τη συνέχεια…
Γιάννης Σαββίδης

 


THE CULT – “The Cult” (Beg­gars Banquet/ Sire)
Η δεκαετία του ’90 δεν φάνηκε τόσο γενναιόδωρη για τους CULT, όσο αυτή που προηγήθηκε. Στα 80s, ο τραγουδιστής Ian Ast­bury και ο κιθαρίστας Bil­ly Duffy είδαν το συγκρότημα τους να εκτοξεύεται από την ομίχλη των αγγλικών ανεξάρτητων chart, στις πρώτες θέσεις των γενικών charts σε Μ. Βρετανία και ΗΠΑ. Παρόλα αυτά, η πρώτη τους κυκλοφορία στα 90s, το “Cer­e­mo­ny” (1991), συνοδεύτηκε από μειωμένες πωλήσεις και αρνητικές κριτικές. Ήταν η εποχή της ανόδου του grunge καθώς και πιο σκληρών met­al προτάσεων, με συγκροτήματα όπως οι METALLICA και οι PANTERA. Στην παρούσα φάση, οι CULT δεν ανήκαν σε καμία από τις δύο αυτές κατηγορίες.
To 1993, το συγκρότημα κυκλοφόρησε την συλλογή “Pure Cult: for rock­ers, ravers, lovers and sin­ners”. Ακολούθησε περιοδεία, όπου πέρασαν για πρώτη φορά και από την Ελλάδα, ως open­ing act των METALLICA μάλιστα, στην πολυθρύλητη συναυλία στο Στάδιο της Νέας Σμύρνης (27 Ιουνίου 1993).
Με τους Craig Adams (πρώην SISTERS OF MERCY και THE MISSION) στο μπάσο και τον Αμερικάνο Scott Gar­rett στα ντραμς, οι CULT ηχογράφησαν το 6ο στούντιο άλμπουμ τους με τίτλο “Τhe Cult”, κατά το 1993 και το μεγαλύτερο μέρος του 1994. Παραγωγός του άλμπουμ ανέλαβε ο περίφημος Bob Rock, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί στο πιο επιτυχημένο άλμπουμ τους, το “Son­ic Tem­ple” (1989).
Σαν χαμαιλέοντες, οι CULT κοιτάξανε κατάματα την αφαιρετική δεκαετία του ’90, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τα hard rock χαρακτηριστικά τους, και αγκαλιάζοντας μία πιο μοντέρνα προσέγγιση, με ύφος εμποτισμένο από το grunge, την εναλλακτική σκηνή, το noise rock και την ηλεκτρονική μουσική. Αρκετά πιο εσωστρεφές, το “The Cult” βασίζεται θεματικά σε προσωπικά βιώματα και βαθιές αγωνίες, με αναφορές σε τραυματικές καταστάσεις όπως την σεξουαλική κακοποίηση (μία εξομολόγηση του Ast­bury στο τραγούδι “Black sun”), τον θάνατο (έμμεση αναφορά στον θάνατο του πρώην ντράμερ τους Nigel Pre­ston, μεταξύ άλλων, με τα “Nat­u­ral­ly high” και “Sacred life”) και την αίσθηση απελπισίας από μία καθημερινότητα χωρίς σαφή προσανατολισμό (“Com­ing down (Drug tongue)”, “Joy”). Σε αντίθεση με προηγούμενες δουλειές τους, που ο Duffy είχε τον πρώτο λόγο με το εντυπωσιακό και δυναμικό παίξιμο του, αυτός που λάμπει εδώ είναι ο Ast­bury με την βαρύτητα του άλμπουμ να πηγάζει από τις παθιασμένες και πολύ προσωπικές ερμηνείες του.
Χαζεύοντας το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του δίσκου όπου ένα ύποπτο μαύρο πρόβατο κοιτάει το υπερπέραν και από τα πρώτα λεπτά ακρόασης του άλμπουμ, ο μέσος fan των CULT θα πρέπει να βρέθηκε αναμφίβολα μπερδεμένος. Πράγματι, πρόκειται για ένα μεγάλο, ριψοκίνδυνο καλλιτεχνικό άλμα από το “Cer­e­mo­ny” και πολύ περισσότερο από τα “Love”, “Elec­tric” και “Son­ic Tem­ple”. Ο ήχος πλήρως εναρμονισμένος με την εποχή του, μία ενδιαφέρουσα πρόταση από ένα rock σχήμα που επαναπροσδιορίζει την θέση του. Ωστόσο, αυτές οι οπτικές δεν φάνηκαν να συγκινούν το κοινό των CULT, που ανταποκρίθηκε νωχελικά στην κυκλοφορία του “The Cult”, τον Οκτώβριο του 1994. Στην Αμερική πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, φτάνοντας στο νο. 69 του Bill­board, ενώ στην Μ. Βρετανία πήγε μέχρι το νο. 21, για να βυθιστεί αύτανδρο πολύ σύντομα. Τα sin­gles “Com­ing down (Drug tongue)” και “Star” είχαν παρόμοια τύχη.
Συμπερασματικά, το “The Cult” πέρασε στα ψιλά και η μουσική μεταμόρφωση των CULT δεν προκάλεσε ενδιαφέρον, ενώ το συγκρότημα διαλύθηκε (για πρώτη φορά) μετά από λίγο καιρό, την άνοιξη του 1995. Δεν γνωρίζω αν η απουσία επιτυχίας του “The Cult” ήταν ο καταλύτης για να επέλθει η κατάρρευση, αλλά πλέον το άλμπουμ αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον, και παραμένει πάντα μία καλή πρόταση για τους φίλα προσκείμενους στην ανεξάρτητη rock σκηνή των 90s και φυσικά για τους die-hard fans των CULT.
Κώστας Τσιρανίδης

 


DARK FUNERAL – “Dark funer­al” (Hellspawn)

Κάπου εδώ ξεκίνησε η δισκογραφική πορεία του σουηδικού μαυρομεταλλικού σχήματος με ένα mini CD που ταρακούνησε το under­ground εκείνης της εποχής. Παραμένει και σήμερα ηχητικά την καλύτερη στιγμή τους, έχοντας 4 κομμάτια που είναι αρχέτυπο της κατεύθυνσης που είχαν εξαρχής: black met­al με μεγάλες ταχύτητες, φοβερές εναλλαγές ρυθμών και ακρότητα που εντυπωσιάζει. Το κιθαριστικό δίδυμο Blackmoon/Lord Ahri­man κατάφερε να το πετύχει χωρίς πρώτα να παρουσιάζει ένα demo όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, γεγονός που δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία σε αυτή την κυκλοφορία. Το ηχογράφησαν με δικά τους έξοδα στα θρυλικά Unisound stu­dios του συμπατριώτη τους Dan Swano και κυκλοφόρησε σε λίγα αντίτυπα μόνο σε CD από μια πολύ μικρή εταιρία, την Hellspawn. Ο ήχος που πετύχαν είναι τόσο ιδιότυπος όσο και τα εξαιρετικά φωνητικά του Them­goroth, ο οποίος παραμένει για τους fans της μπάντας ως ο αγαπημένος front­man του group. Καθόλου τυχαία ακόμα και σήμερα τα “Open the gates” και “My dark desires” είναι πάντα στο setlist των συναυλιών τους και το “Shad­ows over Tran­syl­va­nia” παραμένει το κρυμμένο διαμάντι του mini CD. Αν ήταν εξίσου καλό το “In the sign of the horns”, τότε θα αναγκάζονταν να παίζουν όλο το album σε κάθε τους συναυλία. Καθόλου τυχαία επαναηχογράφησαν το “My dark desires” και το “Shad­ows over Tran­syl­va­nia” για το πρώτο CD τους, το “Secrets of the black arts”, με το οποίο εδραιωθήκαν ως το δεύτερο μεγαλύτερο black met­al σχήμα της Σουηδίας μετά τους MARDUK. Όσοι το αγνοείτε ακούστε το οπωσδήποτε και αναζητήστε κάποια από τις επανακυκλοφορίες που το περιέχουν, γιατί η πρώτη έκδοση σε CD είναι πολύ σπάνια και ακριβή για να την αποκτήσετε.
Λευτέρης Τσουρέας

 


DARKTHRONE — “Tran­sil­van­ian hunger” (Peaceville)

So pure… So cold… Tran­sil­van­ian hunger… Αυτό αναφέρουν οι στίχοι του… ρεφραίν (sic) του ομώνυμου κομματιού και δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί καλύτερα το περιεχόμενο του τέταρτου δίσκου των DARKTHRONE. Ένα χρόνο μετά το αρχέτυπο black met­al του “Under a funer­al moon”, οι Νορβηγοί επανήλθαν με τον πιο υποχθόνιο δίσκο της μουσικής τους πορείας. Από το πρώτο λεπτό του δίσκου ο Fen­riz, που βρισκόταν στο τιμόνι της μπάντας εκείνο το φεγγάρι, εξαπολύει την ανηλεή του επίθεση. Ασταμάτητο tremo­lo pick­ing, απλές δομές στα κομμάτια, μονότονα μοτίβα, ωμές κιθάρες, φρενήρες drum­ming, μελωδίες πλημμυρισμένες από θλίψη και απόγνωση, αλλά και μια άρρωστα όμορφη εφιαλτική ατμόσφαιρα, είναι τα κομμάτια που συνθέτουν το puz­zle του “Tran­sil­van­ian hunger”. Ο lo-fi ήχος των Necro­hell stu­dios (που δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα 4‑track recorder στην κρεβατοκάμαρα του Fen­riz) μπορεί να ακούγεται αποκρουστικός, αλλά ταιριάζει τέλεια στα κομμάτια και στο κλίμα του δίσκου. Ο Noc­turno Cul­to μπορεί να είχε περιορισμένο ρόλο εκείνη την περίοδο σχετικά με τη σύνθεση και την εκτέλεση των κομματιών, αλλά στο “Tran­sil­van­ian hunger” ακούμε αναμφισβήτητα τις πιο ακραίες και πρωτόγονες ερμηνείες του, τραγουδώντας και τέσσερα κομμάτια με στίχους δια χειρός Varg Vikernes. Το είχα γράψει και πριν λίγο καιρό στο αντίστοιχο αφιέρωμα της προηγούμενης χρονιάς από τα 90s… Το “Under a funer­al moon” μπορεί να ήταν δίσκος ορόσημο για την εξέλιξη της Νορβηγικής σκηνής, αλλά το “Tran­sil­van­ian hunger” ήταν, είναι και αιώνια θα είναι το ύψιστο μνημείο πρωτόγονου και ωμού black metal…
Θανάσης Μπόγρης

DIABOLOS RISING – “666” (Osmose)
Ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή πολλοί black met­al μουσικοί να κάνουν side projects, τα οποία να μην έχουν σχέση με τον ήχο της κύριας μπάντας τους. Από τα πιο ενδιαφέροντα σχήματα ήταν και οι DIABOLOS RISING των Mika Lut­ti­nen (IMPALED NAZARENE) και Magus Wampyr Daoloth (ROTTING CHRIST, NECROMANTIA, THOU ART LORD). Η σύμπραξη ήταν αναμενόμενη μετά την φιλία που τους συνέδεε και το αποτέλεσμα παραμένει και σήμερα ως ένα από τα καλύτερα δείγματα indus­tri­al με ακραία φωνητικά και μαυρομεταλλική νοοτροπία και ατμόσφαιρα. Στα σημεία που οι ταχύτητες ξεφεύγουν, η ακρότητα κυριαρχεί. Αντίθετα σε κομμάτια όπως το “Din­num Sab­bati” και το “Give me blood or give me death” δείχνουν την συνθετική τους δεινότητα με τα elec­tro στοιχεία να δένουν άψογα με την νοοτροπία που είχαν τότε μπάντες όπως οι MINISTRY. Η Osmose όχι μόνο τους έδωσε βήμα να κυκλοφορήσουν και επόμενο album που ήταν τελείως διαφορετικό, αλλά και να κυκλοφορήσουν ολόκληρη βιντεοκασέτα με clips τους και συμμετοχή του Cronos των VENOM! Όμως κάπου εδώ το ταξίδι τους ξεκίνησε και τόσα χρόνια μετά παραμένει ένα απόλυτα ιδιότυπο album που αξίζει να ακούσετε. Και με αυτό θα ανακαλύψετε γιατί το black met­al εκείνης της εποχής κατάφερε να ενσωματώσει στη λογική του τόσα ετερόκλητα στοιχεία και ήχους.
Λευτέρης Τσουρέας

 


BRUCE DICKINSON – “Balls to Picas­so” (Mer­cury)

Το 1994 βρίσκει τον Bruce Dick­in­son μακριά από τους IRON MAIDEN μετά από 12 χρόνια γεμάτα επιτυχίες, διακρίσεις, άλμπουμ που έμειναν στην ιστορία και μία υστεροφημία που θα κρατήσει εσαεί! Νιώθοντας άρχοντας του εαυτού του αποφάσισε να κυκλοφορήσει τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο και πρώτο έχοντας φύγει από την Σιδηρά Παρθένα. Πριν φτάσει μέχρι εκεί, είχε κάνει δύο προσπάθειες. Η πρώτη με μία μπάντα που ονομαζόταν SKIN και η άλλη με παραγωγό τον Kei­th Olsen (!) η οποίες και δεν καρποφόρησαν. Κάπως έτσι, βγήκε ο Ritchie Black­more από μέσα του και πήρε τους TRIBE OF GYPSIES του Roy Z για να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του!
Προσωπικά μιλώντας, θεωρώ το “Balls to Picas­so” ένα αξιοπρεπέστατο δίσκο. Έχει μέσα πολύ ωραίες στιγμές, στιγμές που δεν θεωρούνται αμιγώς met­al αλλά περικλείονται από ένα πολύ όμορφο συναίσθημα και φυσικά είναι τραγουδισμένες με τόσο πάθος όπως μόνο ο Bruce Dick­in­son ξέρει και μπορεί. Από την άλλη αν το δεις εντελώς ψυχρά, είναι ένα άλμπουμ που απέχει πάρα πολύ από τα στάνταρ που έθεσε ο Dick­in­son στη συνέχεια, και το κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις της δισκογραφίας του, πάνω μόνο από το “Skunkworks”. Ναι, έχει το αδιανόητο “Tears of the drag­on”, τα πολύ όμορφα “Laugh­ing in the hid­ing bush”και “Shoot all the clowns” και το πολύ αγαπημένο μου “Change of heart”! Δεν ήταν, βέβαια, αρκετά για να δώσουν στον Bruce Dick­in­son την αίγλη που του άρμοζε σε κάθε περίπτωση.
Επαναλαμβάνω, πως σε προσωπικό επίπεδο, το θεωρώ έναν πάρα πολύ ωραίο και διαφορετικό δίσκο! Ο Bruce Dick­in­son προσπαθεί να βρει τα πατήματά του, να πειραματιστεί, να «ξεμπουκώσει» από το heavy met­al, να μαζέψει δυνάμεις για να επανέλθει δριμύτερος. Όχι με το επόμενο, αλλά με το “Acci­dent of birth” τρία χρόνια μετά και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους!
Ντίνος Γανίτης

 


DIMMU BORGIR – “For all tid” (No Colors)

Οι DIMMU BORGIR είναι από τα συγκροτήματα που μετεξέλιξαν τον ήχο τους σε τεράστιο βαθμό, σε σύγκριση με το πως ακούγονταν στο ξεκίνημα τους. Σε μπάντες που οι καταβολές τους τοποθετούνται στον ακραίο ήχο και πόσο μάλλον, αυτές που ξεκίνησαν από την παλιά και κλασική Νορβηγική σχολή του black met­al, η εξέλιξή τους σε κάτι διαφορετικό μέσα στον χρόνο, δεν αντιμετωπίζεται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις. Όμως οι DIMMU BORGIR, δεν σταμάτησαν ποτέ να παίζουν black met­al. Το έκαναν συμφωνικό, το μετέτρεψαν σε πιο εμπορικό και η μεγαλύτερη μαγκιά τους ήταν ότι το τοποθέτησαν και το μεγάλωσαν μέσα σε σαλόνια όπου δεν το καταδεχόταν αρχικά ο κόσμος που δεν ήταν φίλος της μουσικής αυτής. Αυτό βέβαια οδήγησε τους παλιούς οπαδούς τους να μην αναγνωρίζουν τις δουλείες της μπάντας που ακολούθησαν τα πρώτα δύο άλμπουμ τους και τους νέους οπαδούς, να απαξιώνουν το παρελθόν τους. Δύο φαινόμενα που είναι άδικα. Το πόσο άδικο και αστείο είναι, όταν απαξιώνονται δισκάρες όπως το “Enthroned Dark­ness Tri­umphant”, θα το συζητήσουμε όταν θα φτάσει το αφιέρωμα μας στην κατάλληλη χρονική περίοδο. Τώρα όμως, στο 1994, την χρονική περίοδο που η Νορβηγική black met­al σκηνή μεσουρανούσε, θα δούμε πόσο άδικο είναι να μην αναγνωρίζεται το ντεμπούτο τους, το “For all tid”. Ένα κλασικό άλμπουμ, με το οποίο κατάφεραν αμέσως να αφήσουν το στίγμα τους. Ναι, η παραγωγή του ήταν χάλια, αλλά πιο black met­al άλμπουμ εκείνης της εποχής, δεν είχε ακριβώς την ίδια παραγωγή; Η ατμόσφαιρα του όμως, πραγματικά δεν συγκρίνεται, αν και η μπάντα είχε αυτή την χαρακτηριστική ατμόσφαιρα ανέκαθεν. Όμως όταν γυρίζουμε σε αυτή την εποχή και το πως ήταν το black met­al τότε, η ατμόσφαιρα που ανέβλυζε το “For all tid”, σε συνδυασμό με τις ιδιάζουσες και μελαγχολικές μελωδίες που πήγαζαν μέσα από τις συνθέσεις τους, εναπόθεταν ένα σύνολο τόσο μοναδικό, που ξεχώρισε αμέσως. Και το να ξεχωρίζει ένα συγκρότημα μέσα σε ένα κίνημα, που εκείνη την χρονική στιγμή βρίσκεται στο ζενίθ του και οι κυκλοφορίες από πάρα πολλές μπάντες διαδέχονταν η μία την άλλη, αυτό από μόνο του λέει πολλά. Την περίοδο ακόμα που οι DIMMU BORGIR είχαν αποκλειστικά Νορβηγικούς στίχους με ένα line-up όπου ο Sha­grath ήταν στα ντραμς και ο Silenoz εκτός από κιθάρα, τραγουδούσε κιόλας, το συγκρότημα έκανε το πρώτο μεγαλεπήβολο του βήμα. Ένα βήμα που θα μνημονεύεται για πάντα από τους παλιούς οπαδούς τους και που πρέπει να εγκωμιάζεται από όλους για την μοναδικότητα του. Αυτό είναι το “For all tid”. Νοσταλγικό και μελαγχολικό black met­al στα καλύτερά του.
Δημήτρης Μπούκης

 


DIO – “Strange high­ways” (Ver­ti­go)

To 1992 οι BLACK SABBATH κυκλοφόρησαν το “Dehu­man­iz­er”, στο οποίο ο Ron­nie James Dio επανεμφανίστηκε, μετά από μία δεκαετία, στην θέση του front­man. Στα μέσα της περιοδείας που ακολούθησε, ο Dio πληροφορήθηκε ότι στην εμφάνιση τους στο Los Ange­les, οι BLACK SABBATH θα αναλάμβαναν τον άχαρο ρόλο να ανοίξουν την συναυλία του Ozzy Osbourne, στο πλαίσιο της δικής του (υποθετικά τελευταίας) περιοδείας “No More Tours”. Μόνο και μόνο στην ιδέα, o Dio δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά και φανερά εκνευρισμένος αποχώρησε ακριβώς πριν από αυτές τις εμφανίσεις. Από την μία θεώρησε ότι ήταν μία έμμεση απόπειρα του Ozzy να επανασυνδεθεί με τους υπόλοιπους SABBATH και από την άλλη υπήρχε και η προσωπική κόντρα μεταξύ των δύο τραγουδιστών.
Ωστόσο, ο Ron­nie δεν ήταν από αυτούς που το έβαζαν κάτω. Σύντομα ανασυγκρότησε τις δυνάμεις του και έφτιαξε ξανά το προσωπικό του σχήμα, τους DIO, με στόχο να ξαναμπεί δυνατά στον μεταλλικό στίβο. Ακολουθούμενος από τον επί σειρά ετών συνεργάτη του Vin­nie Appice στα ντραμς, προσέλαβε τον παλιό συνάδελφο του Jim­my Bain στην θέση του μπασίστα. Παρόλα αυτά, ο Bain σύντομα έφυγε και τον ρόλο ανέλαβε ένας άλλος φίλος του Ron­nie, o πρώην DOKKEN Jeff Pil­son. Για την θέση του κιθαρίστα, ο Dio στρατολόγησε τον σχετικά άγνωστο μέχρι τότε Tra­cy Gri­jal­va (ή Tra­cy G. όπως ήταν το καλλιτεχνικό του).
Με αυτή την σύνθεση, η ομάδα κλείστηκε στο στούντιο και ηχογράφησε τον 6ο δίσκο των DIO, που πήρε τον τίτλο “Strange high­ways”. Μία συλλογή από 11 νέα τραγούδια, με τριπλό στόχο: Βαρύτητα, σκοτεινή διάθεση και φουλ επίθεση. Πολύ από το συναίσθημα του “Strange high­ways” φαίνεται να πηγάζει μέσα από την απογοήτευση του Dio από τους BLACK SABBATH. Στιχουργικά το άλμπουμ είναι σκοτεινό και γήινο, σε αντίθεση με την γνωστή έφεση του Dio στην “sword and sor­cery” θεματολογία. Θυμός, εσωστρέφεια, υπαρξιακά ερωτήματα σε σχέση με το μεταφυσικό, αδικία, ματαιοδοξία, πρόκληση στο εσωτερικό και εξωτερικό κατεστημένο. Όλα αυτά υπό το αδυσώπητο σφυροκόπημα του Vin­nie Appice, και τον Tra­cy G. να ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα σε διάφορες τάσεις, άλλοτε με μονολιθικά riffs, άλλοτε με σφοδρά σόλο. O Pil­son συνεισφέρει διακριτικά στο rhythm sec­tion και εμπλουτίζει το ηχητικό αποτέλεσμα, το οποίο επιμελείται στην παραγωγή ο Mike Fras­er. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το τελικό προϊόν δεν χαρακτηρίζεται σε καμία περίπτωση φυσική συνέχεια των DIO της δεκαετίας του ’80. Πιο εύκολα θα το χαρακτήριζε κάποιος συνέχεια του “Dehu­man­iz­er”. Άλλωστε κάποιες ιδέες από την προηγούμενη δουλειά του Dio με τους SABBATH, κυκλοφόρησαν στο “Strange high­ways”, όπως το τραγούδι “Hol­ly­wood black”.
Το “Strange high­ways” ήταν ένα από τα λιγότερο επιτυχημένα άλμπουμ των DIO. Στα charts των ΗΠΑ μπήκε πολύ χαμηλά (νο. 142), ενώ απουσίαζε εντελώς από τα βρετανικά charts. Η μη ύπαρξη προώθησης και η τριετής απουσία των DIO είχαν το τίμημα τους. Το υπόλοιπο του 1994 τους βρήκε σε περιοδεία σε ΗΠΑ και Ευρώπη, με τον Scott War­ren στα πλήκτρα, ο οποίος έμεινε έκτοτε στο συγκρότημα μέχρι και τον θάνατο του Ron­nie James Dio το 2010. Με το τέλος της περιοδείας ο Jeff Pil­son αποχώρησε από το συγκρότημα για να ενταχθεί ξανά στους Dokken. Θα επέστρεφε μετά από μία δεκαετία για την ηχογράφηση του “Mas­ter of the moon”(2004).
Είναι πλέον ασφαλές να πούμε ότι μάλλον πρόκειται για το πιο heavy άλμπουμ των DIO,  προσαρμοσμένο στο κλίμα των 90s, όπου το τοπίο στο met­al είχε αλλάξει άρδην. Οι DIO δεν λάκισαν, βγήκαν μπροστά πιο δυνατά από ποτέ και παρέδωσαν στους fans ένα ακόμα καλό άλμπουμ. Πιστεύω ότι όλοι όσοι το απέρριψαν σαν ξένο σώμα από την δισκογραφία του συγκροτήματος όταν κυκλοφόρησε, θα το ακούσουν με πιο «εκπαιδευμένο» αυτί στις μέρες μας και θα αναθεωρήσουν.
Κώστας Τσιρανίδης

 


DOCTOR BUTCHER – “Doc­tor Butch­er” (GUN Records)

Το 1991 μετά την περιοδεία για το “Streets: A rock opera”ο Jon Oli­va, ιθύνων νους των SAVATAGE, αποφασίζει να φύγει από το συγκρότημα που τον ανέδειξε. Έτσι θέλοντας να δημιουργήσει ένα side project καλεί τον Chris Caf­fery, κιθαρίστα που μας πρωτοσυστήθηκε στις τότε δυο τελευταίες δουλειές των SAVATAGE, στην μια,“Hall of the moun­tain king” το 1987, σαν μέλος περιοδείας και στην άλλη “Gut­ter bal­let”, δυο χρόνια μετά, σαν μόνιμο μέλος πια. Ενώ αρχικά υπήρχαν περιορισμοί από την δισκογραφική τους εταιρία Atlantic records, όταν ο Caf­fery έμαθε ότι ο Oli­va είχε εγκαταλείψει τους SAVATAGE, έκανε το ίδιο και δέχτηκε άμεσα την πρόσκληση του και κάπως έτσι οι DOCTOR BUTCHER πήραν σάρκα και οστά, κυκλοφορώντας την παρθενική τους δουλειά το 1994 με τίτλο το όνομα του group, τίτλος που αντικατέστησε την πρώιμη ιδέα ονομασίας του album, “A liv­ing hell”.
Όλες τις συνθέσεις του δίσκου τις υπέγραφαν οι ίδιοι οπότε, ήταν πολύ λογικό να υπάρχουν άπλετα τα SAVATAGE στοιχεία σε όλα τα τραγούδια, ειδικά στο πως ηχούσαν. Ο ακροατής θα άκουγε κομμάτια που θα μπορούσαν άνετα να συμπεριλαμβάνονταν σε δίσκους των SAVATAGE όπως τα “The altar”, “Don’t talk to me”, “Sea­son of the witch”, “The chair” και “Inno­cent vic­tim” . Οι δυο μουσικοί που ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι για το συνθετικό/ηχητικό αποτέλεσμα ήθελαν να γράψουν υλικό που να θύμιζε την μουσική ευθύτητα του παρελθόντος των SAVATAGE. Έτσι ο οπαδός με την πρώτη ακρόαση θα ανακάλυπτε στυλ συνθέσεων όπως στα “Sirens”, “Pow­er of the night” και “Hall of the moun­tain king”, όπου κυριαρχούσε το αμιγώς heavy στοιχείο έναντι της λυρικότητας που είχαν άλλες δουλειές τους, με τα κλασσικά επιθετικά ριφ και τις εξαιρετικές κιθαριστικές μελωδίες. Η μόνη διαφορά ήταν ότι στο “Doc­tor butch­er”, όλα τα τραγούδια δεν ήταν ισάξια όπως στους δίσκους των SAVATAGE. Παρόλα αυτά θεωρώ πως όποιον και αν ρωτήσεις, θα σου πει ότι δεν θα τον «χάλαγε» να μην ήταν ένα album ενός project αλλά άλλη μια πολύ καλή δουλειά των SAVATAGE. Όπως και να έχει πάντως, οι DOCTOR BUTCHER δημιούργησαν ένα δίσκο που έχει ως επί το πλείστον τραγούδια που υμνούν το Αμερικανικό met­al και έχουν μείνει άφθαρτα στο χρόνο. Η ένταξη των Oliva/Caffery και πάλι στους SAVATAGE, απέτρεψε την κυκλοφορία της δεύτερης δουλειάς τους “The Good, The Bad, and the Butchered”, που θα ήταν στα δισκάδικα τον Ιανουάριο του 1996. Κρίμα από την μια, από την άλλη όμως η επανένταξη τους ήταν εξίσου σημαντική. Το 2005, η Ελληνική Black Lotus, επανέκδωσε το album έχοντας bonus ένα cd με ένα καινούργιο τότε τραγούδι και 4 demos του group από το 1992. Επίσης για τους πιο ρομαντικούς από φέτος το album υπάρχει και σε for­mat βινυλίου. Μακάρι κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει το υλικό της δεύτερης ακυκλοφόρητης δουλειάς τους για να δούμε αν τα τραγούδια ήταν ισάξια του ντεμπούτου.
Θοδωρής Μηνιάτης

 


DREAM THEATER – “Awake” (ATCO)

Αισίως το τρίτο ολοκληρωμένο άλμπουμ των DREAM THEATER, βρίσκει τους Αμερικάνους με την ίδια σύνθεση για πρώτη φορά σε 2 συνεχόμενα άλμπουμ. Βέβαια, ούτε οι ίδιοι δεν προέβλεπαν την αποχώρηση (κι εξαφάνιση) του Kevin Moore. Αυτή είναι και η πρώτη δουλειά που θα έπρεπε να παραδώσουν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά και με προσδοκίες από την δισκογραφική τους, αφού είχε προηγηθεί η επιτυχία του “Pull me  under”. Ακόμα και το εξώφυλλο υποδηλώνει μια συνέχεια, βασισμένο στην ίδια ιδέα του να αποτυπώνουν με σύμβολα τους τίτλους των τραγουδιών. Όπως και το εξώφυλο, το άλμπουμ είναι μελαγχολικό, σύμφωνο με το κλίμα της εποχής που απέφευγε τα χαρούμενα ερωτοτράγουδα και τις ματζόρε συνθέσεις. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και το “Caught in a web”, από τα sin­gles του άλμπουμ, χαρακτηρίζεται από τους οπαδούς ως “Caught in Alice’s Nine Inch Tool Gar­den” παραδεχόμενοι τις επικρατούσες επιρροές. Είναι έντονο το βαρύ, σκοτεινό κλίμα στο “Awake”, όπως το άλλο sin­gle “Lie”, αν και σαν δίσκος έχει πολλά θετικά μηνύματα στους στίχους του, όπως στο “Scarred” για παράδειγμα:
“Learn­ing from mis­ery, Star­ing back at dissent
Leav­ing dis­trust behind, I’m inspired and content”
Μουσικά, συχνά κρατά τα σημεία αναφοράς που τους έκαναν γνωστούς στο “Images and words” με ακουστικά μέρη, ποπ μελωδίες, τζαζ στιγμές, όσο και μοντέρνο, βαρύ, εξάχορδο και σε στιγμές εφτάχορδο κιθαριστικό ήχο. Στην παραγωγή οι Duane Baron και John Pur­dell άγγιξαν το τέλειο δίνοντας βάθος και όγκο, σε έναν κρυστάλλινο ήχο, σε μια μπάντα που δεν έπαιζε όπως καμιά άλλη. Τα τραγούδια του “Awake” παίρνουν το ύφος του “Images…” και το τερματίζουν. Σε τεχνική, σε διάρκεια, σε όγκο, σε μοντέρνο ήχο, αλλά ακόμα και στην μπαλάντα το “The silent man” είναι πιο απλοϊκό από οτιδήποτε άλλο. Ορίζουν το pro­gres­sive met­al της δεκαετίας που τρέχει και γίνονται αυτόματα κλασικά για την μπάντα και για το ιδίωμα. Η περιοδεία που ακολούθησε για την προώθηση του “Awake” ήταν τεράστια, με το συγκρότημα να χτίζει τον μύθο του με δαιδαλώδεις εμφανίσεις και ανακατεμένα setlists. Επίσης, μεγάλο μέρος της περιοδείας αυτής, μας είχε να τρώμε τα νύχια μας, αφού είχαν μαζί τους τους έταιρους γίγαντες FATES WARNING σε Ευρώπη και Αμερική.
Γιώργος “Scarred” Κουκουλάκης

 


EDGE OF SANITY — “Pur­ga­to­ry after­glow” (Black Mark)

Και έλεγα πότε θα τα ξαναπούμε. Αν και Σουηδός, είσαι Άγγλος στα ραντεβού σου των 90s. Κάθε χρόνο κι ένα δίσκο. Και το ένα καλύτερο από το άλλο. Εύγε νεαρέ μου. Εύγε!
Τέσσερις δίσκοι σε τέσσερα χρόνια για τον Dan Swano και τους EDGE OF SANITY, συν άλλος ένας δύο χρόνια μετά. Και μάλιστα με τους τρείς τελευταίους να είναι τόσο καλοί, που να μην ξέρεις ποιόν να πρωτοδιαλέξεις σαν “τον καλύτερο” και να διατηρείται αυτό το αγαπημένο μας μεταλλικό σπορ, με τον καθένα μας να λέει τα δικά του.
Το “Pur­ga­to­ry after­glow”, ασχέτως αν κάποιος τον θεωρεί τον καλύτερο ή όχι της μπάντας, είναι ένας ακόμη δίσκος που αποδεικνύει το τρομερό ταλέντο και μουσικό εύρος αυτού του πολύπλευρου καλλιτέχνη. Εδώ, ο Swano φλερτάρει με τις goth­ic rock επιρροές του και καταφέρνει και μπασταρδεύει το κλασικό Σουηδικό death met­al, με το melod­ic death που είχε αρχίσει να χαράζει ένα δικό του ξεχωριστό ήχο, το goth­ic rock και αυτή τη γενικότερη pro­gres­sive αισθητική που έχει σαν καλλιτέχνης. Παίρνει βασικά το “The spec­tral sor­rows” και το πάει ακόμα παραπέρα, βάζει και την Αμερική ηχητικά στο παιχνίδι (ως και τα όρια του alter­na­tive και του hard­core), μέχρι δύο χρόνια μετά να φτάσει στο peak του πειραματισμού του. Και πάλι τα καταφέρνει εξαιρετικά με κομμάτια όπως το “Twi­light” με την “Οpeth πριν τους Opeth” αισθητική του intro και των πρώτων λεπτών, το groove-άτο και εθιστικό “Blood-col­ored” που μπλέκει τα πάντα, το “Ele­gy” με τη melodeath riff-άρα του και τις εναλλαγές του, το “The sin­ner and the sad­ness” που δε σε αφήνει να μην κουνηθείς στο ρυθμό του, το in your face “Enter chaos”, η hard­core-ίλα (ναι, δεν είναι κακό να το δεχτείς) “Song of sirens” και φυσικά το “Black tears”… το “Black tears”! Ακόμα και τα bonus τραγούδια και ειδικά το straight for­ward groove-άτο αδικημένο “Until eter­ni­ty ends” (το alter­na­tive στοιχείο που λέγαμε πιο πάνω), είναι εξαιρετικά. Μήπως δεν είναι τέτοιο το ρεφρέν και η αισθητική στο “Eter­nal eclipse”;
Για ακόμη μία φορά όλες οι φαινομενικά παράταιρες μουσικές επιρροές του Swano ενώνονται κάτω από τον γενικότερο death met­al μανδύα του και ακούγονται όλα τόσο ταιριαστά. Το ότι ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Curt Cobain, είναι ένα ακόμα δείγμα του πολύπλευρης μουσικότητας και του πλήρους ακομπλεξαρίσματος αυτού του ανθρώπου. Μιλάμε για τεράστιο καλλιτέχνη με όλη τη σημασία της λέξης! Ο πιο ολοκληρωμένος μουσικός εκείνης της γενιάς της Σουηδικής met­al σκηνής. Μόνο σεβασμό και θαυμασμό!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


ELEGY – “Suprema­cy” (T&T/Noise Records)
Τα 5 πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, τα συγκροτήματα και οι κυκλοφορίες ήταν σαφώς λιγότερες από ότι σήμερα, με το συνθετικό επίπεδο να είναι άκρως υψηλό. Έτσι ότι κυκλοφορούσε το πρόσεχες πολύ πιο εύκολα και ασχολιόσουν μαζί του πολύ περισσότερο. Εκείνα τα χρόνια το Ευρωπαϊκό pow­er met­al ήταν κατά κάποιο τρόπο χωρισμένο σε δυο κατηγορίες. Στη μια τα συγκροτήματα έγραφαν πιο ευθείς συνθέσεις με γρήγορα ως επί το πλείστον κιθαριστικά ξεσηκωτικά μέρη, φωνητικά σε υψηλές οκτάβες, πολύ συνοδευτικό πλήκτρο και ρεφραίν που σε εξέπλητταν με την ευφυέστατη δομή τους. Στην άλλη υπήρχαν συγκροτήματα που είχαν όλα τα παραπάνω, απλά είχαν επιλέξει να προσθέσουν και πιο pro­gres­sive στοιχεία στον ήχο τους έχοντας και αρκετά mid tem­po αισθαντικά τραγούδια που είχαν άπλετη μελώδια σε πιο χαμηλές ταχύτητες.
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι Ολλανδοί ELEGY, οι οποίοι μας πρωτοπαρουσιάστηκαν το 1992 με το album τους “Labyrinth of dreams”. Το “Suprema­cy”, δυο χρόνια μετά νομίζω τους έδωσε την αναγνωρισιμότητα και ώθηση που ήθελαν. Αν και ο δίσκος δεν είχε την προώθηση που του άξιζε, θεωρώ πως πρόσφερε πολύ γρήγορα το στίγμα του. Θυμάμαι σαν τώρα, ότι στην χώρα μας ήταν τότε “talk of the town” κυκλοφορία, ειδικά στους οπαδούς που αρέσκονταν σε πιο pro­gres­sive ακούσματα. Οι ELEGY στο “Suprema­cy”, αν και Ολλανδοί κατάφεραν να ηχούν αρκετά Αμερικανοί, με συνθέσεις που σου έφερναν άμεσα στο νου τους FATES WARNING και QUEENSRYCHE, της πρώτης περιόδου. Οι συνθέσεις τους είχαν μια άκρατη επιθετικότητα όταν ήταν σε πιο υψηλές ταχύτητες, ενώ όταν αυτές «έπεφταν», η μελωδία σε συνέπαιρνε τόσο που δεν σε ενοχλούσε το tem­po της σύνθεσης, ακόμα και αν εναλλασσόταν η ένταση της. Τα τραγούδια, κατά την διάρκειά τους δεν είχαν ιδιαίτερες ηχητικές εναλλαγές αλλά ένα με δυο βασικά ριφ που «επάνω» σε αυτά ήταν «χτισμένη» η σύνθεση, με πολύ όμορφα refrain και solos που είχαν την σωστή θέση στην ροη του τραγουδιού, και μπολιασμένα μέρη από πλήκτρα που την «γέμιζαν». Κατάφεραν μαζί με άλλα συγκροτήματα της τότε εποχής, να δημιουργήσουν μια άτυπη σχολή “pro­gres­sive pow­er met­al” σχημάτων που συνδύαζαν αρμονικά την μελωδία με την δύναμη σε κάθε σύνθεση, αφού άκουγες τραγούδια που είχαν αρχή, μέση και τέλος.
Θοδωρής Μηνιάτης

 


EMPEROR – “In the night­side eclipse” (Can­dle­light)

Το πρώτο full-length album των Αυτοκρατόρων ήταν η μεγαλύτερη βόμβα από τη Νορβηγία στα mid 90s. Όλοι πραγματικά παραμιλούσαν με τον ιδιότυπο ήχο που κατάφεραν να αποτυπώσουν τον Ιούλιο του 1993 στα Grieghallen με τον Pyt­ten πίσω από την κονσόλα. Το να περιγράψει κανείς τον ήχο του album πραγματικά ματαιοπονεί. Θα επισημάνω μόνο ότι είναι ο μόνος δίσκος του black met­al που είναι τόσο πριμαριστός και τόσο εντυπωσιακός στην ατμόσφαιρά του, γεγονός που έδωσε υπόσταση στον όρο majes­tic black met­al. Τα εντυπωσιακά πλήκτρα του Ihsahn παραμένουν και σήμερα σημείο αναφοράς και αμέτρητες μπάντες υιοθέτησαν την ηχητική τους. Το γεγονός ότι πούλησε 40.000 αντίτυπα όταν κυκλοφόρησε, δείχνει σε μεγάλο βαθμό το γιατί οι EMPEROR ήταν τότε το μεγαλύτερο ανερχόμενο σχήμα του νορβηγικού black met­al. Αλλά το παράδοξο ήταν ότι δεν έδωσαν καμία συναυλία για την προώθηση του! Κι αυτό έγινε γιατί μετά τα «γεγονότα» η μπάντα ουσιαστικά διαλύθηκε με το δίδυμο Ihsahn/Samoth να αναζητά καινούρια μέλη μετά τη φυλάκιση για δολοφονία του drum­mer τους, Faust και τη φυγή του μπασίστα τους, Tchort. Ο αντίκτυπος του επόμενου album τους μπορεί να επικάλυψε το “In the night­side eclipse”, όμως όσοι έζησαν εκείνη την εποχή θα θυμούνται την αγωνία να κρατήσουν στα χέρια τους το απίστευτο εξώφυλλο του Necrolord! Ο ήχος στην πρώτη έκδοση του βινυλίου δεν είναι τόσο πριμαριστός όπως στο CD και ο διαχωρισμός των οργάνων σχεδόν ανεπαρκής! Όμως εδώ οι EMPEROR με κομμάτια όπως το “Towards the pan­theon” έγραψαν ιστορία! Τα “Cos­mic keys to my cre­ations and times” και “I am the black wiz­ards” πρωτοπαρουσιάστηκαν στο “Emper­or” EP – είμαι από εκείνους που προτιμώ χίλιες φορές να τα ακούσω σε αυτή την εκδοχή παρά από τον αδύναμο ήχο που είχαν στα Stu­dio S! Όμως το διαμάντι του album είναι αναμφίβολα το “Inno a satana”! Σε αυτό το κομμάτι το συνθετικό δίδυμο έθεσε νέα όρια στο black met­al, γεγονός που φάνηκε στην ορχηστρική εκτέλεση του (“Opus a satana”) που κυκλοφόρησε το Γενάρη του 1997 στο “Rev­er­ence” EP. Μεγάλο μέρος του παρουσιάστηκε στο reunion τους το 2006/2007 και το 2014 παρουσίασαν ολόκληρο το δίσκο για τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του, έχοντας μαζί τους και τον Faust πίσω από τα drums. Σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα albums του χώρου, φιγουράρει στις πρώτες θέσεις και παραμένει στις καρδιές των οπαδών τους ως το διαμάντι της μικρής δισκογραφίας τους. Προσωπικά με αυτόν τον δίσκο κατάλαβα το μεγαλείο τους και παραμένει ο αγαπημένος μου δίσκος τους, που ακόμα και σήμερα με εντυπωσιάζει όσο και τότε.
Λευτέρης Τσουρέας

 


ENSLAVED — “Frost” (Osmose Productions)

Οι ENSLAVED είναι μια από τις πιο δημιουργικές και συνεπείς μπάντες που έχει αναδείξει ποτέ η Νορβηγική σκηνή. Στο διάβα των ετών διαφοροποίησε αρκετά το ύφος της, αλλά αναμφισβήτητα έμεινε αναλλοίωτο το atti­tude που είχαν σαν καλλιτέχνες, να προοδεύουν και να πηγαίνουν ένα βήμα παρακάτω με κάθε καινούργια τους δουλειά. Το ντεμπούτο τους “Viking­li­gr vel­di” κυκλοφόρησε όταν ακόμα μύριζε θειάφι στη Νορβηγία και χρειάστηκαν να περάσουν μόλις έξι μήνες για να βρει τη θέση του στα ράφια των δισκοπωλείων, ο δεύτερος και πιο μαγικός τους δίσκος, ακόμα και σήμερα, το μνημειώδες “Frost”.
Αν και οι δύο δίσκοι ηχογραφήθηκαν με διάστημα μερικών μηνών, η διαφοροποίηση του “Frost” σε σχέση με τον προκάτοχό του ήταν εμφανέστατη. Ο ζεστός, υπνωτικός και επικός ήχος του “Viking­li­gr vel­di” έχει μεταβληθεί, όντας πλέον πιο ψυχρός, οργανικός και “μηχανικός”. Τα riffs είναι ένα από τα μεγάλα ατού του δίσκου και ξεφεύγουν από την τυπική black met­al προσέγγιση. Οι γωνίες είναι πλέον περισσότερες, η ένταση στα riffs ξεχειλίζει και οι πρώτες pro­gres­sive αναφορές αρχίζουν να διαφαίνονται. Τα blasts και τα ωμά riffs συνυπάρχουν αρμονικά με doom στιγμές ή ακόμα και με ακουστικά περάσματα, με τους ENSLAVED να δίνουν άρτια δείγματα συνθετικής ικανότητας. Και φανταστείτε πως ο Grut­le Kjell­son ήταν 21 χρονών, ενώ ο Ivar Bjørn­son μόλις 17… Η ατμόσφαιρα είναι ένα άλλο από τα δυνατά χαρτιά του δίσκου και το καταπληκτικό εξώφυλλο οπτικοποιεί με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ακούς μέσα στο δίσκο. Το “χατ τρικ” επιτυγχάνεται με τη θεματολογία του δίσκου, που βασιζόμενη πάνω στις διδαχές του ψηλού από τη Σουηδία και τα πεπραγμένα των “Blood Fire Death”, “Ham­mer­heart” και “Twi­light of the Gods”, πήγε ένα βήμα παρακάτω και έθεσε γερά θεμέλια αυτού που αργότερα γνωρίσαμε σαν Viking met­al. Κομμάτια σαν τα “Loke”, “Fen­ris” και “Yggdrasil” δίνουν ξεκάθαρα το μήνυμα, παρά το γεγονός πως οι στίχοι τους ήταν γραμμένοι στα Νορβηγικά, ακόμα και στα Ισλανδικά (αρχαία Νορβηγικά).
Το “Frost” ακόμα και σήμερα λάμπει και θεωρείται πλέον ένας από τους κλασικούς δίσκους της Νορβηγικής σκηνής, έχοντας κυκλοφορήσει μια χρονιά η οποία έμελλε να είναι σημείο αναφοράς για το black met­al. Ωμό, ψυχρό, αυθεντικό, ακραίο, αυθόρμητο μα συνάμα και φιλοσοφημένο, σχεδόν αγγίζοντας την τελειότητα, το “Frost” προσφέρει στον ακροατή ένα μεγαλειώδες ταξίδι στο Νορβηγικό Βορρά και στις ιστορίες και την κληρονομιά που έμειναν ζωντανές ανά τους αιώνες.
Θανάσης Μπόγρης
Ενδεικτικό κομμάτι: “Svarte Vidder”

 


FATES WARNING – “Inside out” (Met­al Blade)
Για τους οπαδούς οι FATES WARNING είχαν κάνει μια μεγάλη στροφή στον ήχο τους με το “Per­fect sym­me­try” του 1989 και το “Par­al­lels” του 1991 και αυτοί που τους είχαν αγκαλιάσει, περίμεναν να δουν την πορεία τους να συνεχίζει ανοδικά. Στο εσωτερικό της μπάντας όμως, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Η σύνθεση του συγκροτήματος παρέμενε, όμως η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει άρδην μετά την τελευταία τους κυκλοφορία. Βλέπετε οι προσδοκίες για το “Par­al­lels” ήταν όχι απλά μεγάλες, αλλά τεράστιες, τόσο από τους ίδιους, όσο και από την εταιρία τους, με αποτέλεσμα να υπάρξει βαθιά απογοήτευση στις τάξεις τους, σε σημείο που ο Jim Math­eos να σκέφτεται να διαλύσει το συγκρότημα. Αν και αυτό δεν ήταν ευρέως γνωστό, το “Inside out” αναβλύζει από απαισιοδοξία και εντείνει την μελαγχολία, μετά από ένα άκρως μελωδικό άλμπουμ όπως το “Par­al­lels”. Είναι ο πιο τζαζ δίσκος τους (μέχρι τον επόμενο), με λιγότερη έμφαση στον όγκο και τις μοντέρνες τάσεις για σκληρό ήχο. Αντιθέτως, η παραγωγή του Bill Metoy­er, υμνεί τον μινιμαλισμό και σνομπάρει την παραμόρφωση, κάτι που δίνει χώρο σε όλους τους μουσικούς να ακούγονται ξεκάθαρα σε κάθε τους μέρος. Τον ίδιο μινιμαλισμό διέκρινε και ο Hugh Syme που απεικόνισε στο υπερβολικά απλό εξώφυλλο. Είναι γνωστό οτι θεωρώ τον δίσκο μνημειώδη, κάτι που χτυπούσα για χρόνια στον κιθαρίστα κι επιτέλους φαίνεται πως και ο ίδιος άρχισε να αλλάζει τον τρόπο που τον βλέπει. Οι TOOL πρέπει να τον προσκυνούν δίπλα από τους PINK FLOYD θαρρώ (“After­glow”). Αν και τα πρώτα κομμάτια έχουν ένα πιο γρήγορο tem­po, ο δίσκος τείνει σε πιο ατμοσφαιρικά τραγούδια στην συνέχεια. Αν και ακουμπά την τελειότητα, το “Inside out” είναι άκρως υποτιμημένο, ενώ η χρονική στιγμή της κυκλοφορίας του, έπεσε σε μια καμπή του ενδιαφέροντος για το ιδίωμα. Σίγουρα δεν φτάνει την αρτιότητα του προηγούμενου, αν και τραγούδια όπως τα “Pale fire”, “Shel­ter me”, “Out­side look­ing in”, “Mon­u­ment” και “Face the fear” είναι αντάξια των FATES WARNING. Αν κάτι λείπει εδώ, αυτό είναι το στοιχείο της περιπέτειας και η αίσθηση της συνθετικής προόδου. Δυστυχώς ήταν και το τελευταίο άλμπουμ με την υπέροχη σύνθεση των Joe DiB­i­ase, Frank Aresti, Mark Zon­der, Ray Alder, Jim Math­eos, αλλά και η τελευταία τους δισκογραφική δουλειά για την Met­al Blade (για πολλά χρόνια έστω).
Γιώργος “Mon­u­ment” Κουκουλάκης

 


FORBIDDEN – “Dis­tor­tion” (GUN Records)
Πολύ άσχημα τα πράγματα εν έτει 1994 για το thrash γενικότερα, το οποίο στην ουσία δεν υπήρχε καν στο χάρτη και ελάχιστα προσπαθούσαν να το συντηρήσουν μπάντες οι οποίες είχαν κάποτε μεγαλουργήσει και πλέον έκαναν εμπορική επιτυχία χωρίς να παίζουν γρήγορα, ή κι αν έπαιζαν γρήγορα, δεν είχαν την ίδια έμπνευση όπως μέχρι τη χρυσή εποχή στα τέλη του 1990. Οι FORBIDDEN ήταν από αυτούς που την πλήρωσαν πιο επίπονα, καθώς δεν μπόρεσαν να γευτούν πλήρως τον πάταγο που προκάλεσε το δεύτερο άλμπουμ τους, “Twist­ed into form”. Αντίθετα, είδαν το βαρύ πυροβολικό τους, Paul Bostaph, να γίνεται μέλος των TESTAMENT και στη συνέχεια των SLAYER! Στη θέση του πήραν τον πολύ καλό Steve Jacobs το 1992 και η συνθετική διαδικασία για το νέο τρίτο τους άλμπουμ, πήγε ακόμα πιο πίσω, με αποτέλεσμα το “Dis­tor­tion” τελικά να κυκλοφορήσει στα τέλη του 1994. 4 χρόνια και κάτι ήταν ένα τρομερά μεγάλο διάστημα απουσίας για εκείνη την εποχή, με την αμφιβολία του πως θα ηχεί το υλικό της προφανώς μεγάλη και με την αλλαγή εταιρείας από την Com­bat στην GUN Records να μην υπόσχεται και τις καλύτερες των προσδοκιών, παρότι η GUN ήταν τότε ανερχόμενη και είχε φτιάξει ένα σχετικά καλό ρόστερ συγκροτημάτων.
Το “Dis­tor­tion” λοιπόν προς απογοήτευση όλων, δεν ήταν ένα άλμπουμ που είχε την παραμικρή σχέση με το thrash. Αντίθετα οι FORBIDDEN υιοθέτησαν μια λογική ενός πιο βαρύ ήχου, όπως πρόσταζε και η μόδα της εποχής τότε. Οι SEPULTURA πρώτοι είχαν κάνει τη μεγάλη αλλαγή, ενώ η απίστευτη δημοτικότητα των PANTERA όπως και η ανερχόμενη δύναμη που λεγόταν MACHINE HEAD και μόλις είχαν κυκλοφορήσει το μνημείο τους “Burn my eyes”, είχαν περικυκλώσει το μεταλλικό ήχο. Το “Dis­tor­tion” είχε δεδομένο groove, αλλά ήταν και όσο μεταλλικό χρειαζόταν για να μη γίνει αντικείμενο ψευτομοντέρνας λογικής. Ο Russ Ander­s­son πλέον δεν τραγουδούσε το ίδιο ψηλά, τα σόλο είχαν λιγοστέψει, παρόλα αυτά υπήρχε χώρος για τραγουδάρες όπως το “Hyp­no­tized by the rhythm” για παράδειγμα, το οποίο είναι σίγουρα το διαμάντι του δίσκου. Γυρίστηκε ένα βίντεο για το “No rea­son”, το οποίο δε μπορούμε να πούμε ότι βοήθησε και ιδιαίτερα στην προώθηση του δίσκου, ενώ παρότι η GUN προσπάθησε να το «σπρώξει» όσο γινόταν, η σύγκριση με το παρελθόν τους ήταν αναπόφευκτη, και κακά τα ψέματα, καταδικαστική. Μπορεί προσωπικά να το γουστάρω απίστευτα, ειδικά θεωρώντας στο κεφάλι μου (και μόνο ο Αλατάς συμφωνεί) ότι έχουν έναν ήχο σαν τους NEVERMORE πριν υπάρξουν οι NEVERMORE, η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική.
Ο δίσκος πάτωσε εμπορικά, οι οπαδοί τους γύρισαν την πλάτη και μάλιστα με πολύ μεγάλη πίκρα. Προσπαθούσαν όλοι να βρουν στον ήχο του “Dis­tor­tion” τους FORBIDDEN που είχαν αγαπήσει στα 2 πρώτα άλμπουμ και δη τη διαφορετικότητα που είχαν σε σχέση με όλους τους άλλους, ακόμα κι όταν έπαιζαν thrash. Μάταια προσπαθούμε να βρούμε λίγοι και καλοί θετικά στην κυκλοφορία του, ενώ μιλάμε για δίσκο που ούτε λίγο ούτε πολύ, μπορεί να βρεθεί με 4 (!) διαφορετικά εξώφυλλα, δείγμα και της προχειρότητας με την οποία αντιμετωπίστηκε ακόμα και στις επανεκδόσεις του. Το άλμπουμ κλείνει με μια όμορφη διασκευή του “21st cen­tu­ry schizoid man” των KING CRIMSON, ενώ μετά το κενό που έχει, υπάρχει ένα κρυμμένο κομμάτι με τίτλο “Annex­anax” διάρκειας 2 λεπτών και 11 δευτερολέπτων. Η Ιαπωνική και η digi­pack Ευρωπαϊκή έκδοση περιείχαν το “Rip ride” των VENOM σε μια επίσης φοβερή διασκευή. Το στοίχημα του πειραματισμού χάθηκε πανηγυρικά για τους FORBIDDEN, το “Dis­tor­tion” είναι ένα αξιότατο και πολύ ξεχωριστό άλμπουμ, ωστόσο η άποψη μου είναι μειοψηφία και οι πολλοί ήδη το έχουν αποκηρύξει και δεν του έχουν δώσει τις ευκαιρίες που όντως αξίζει. Οι FORBIDDEN ακροβατούσαν πλέον μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και 3 χρόνια μετά, ήρθε και η οριστική διάλυση…
Άγγελος Κατσούρας


GODFLESH – “Self­less” (Earache/Columbia)
To 1993 υπήρξε σχετικά μια χρονιά χωρίς ιδιαίτερη κινητικότητα για τους GODFLESH σε σχέση με τις προηγούμενες. Παρόλα αυτά και με βάση την επιτυχία που είχε το δεύτερο full-length τους, “Pure” το 1992, αρκετές δισκογραφικές εταιρείες τους πλησίασαν για να τους δώσουν καλύτερη διανομή σε σχέση με την Ear­ache. Σύμφωνα με τον Justin Broad­rick, ο Dan­ny Gold­berg της Atlantic Records τους προσκάλεσε στο Λονδίνο και εξέφρασε την επιθυμία του να υπογράψει το συγκρότημα. Ήταν μια περίοδος συνολικά για την οποία ο Broad­rick εξέφραζε: «Πραγματικά νόμιζαν ότι οι GODFLESH μπορούν να γίνουν οι νέοι NINE INCH NAILS κι ότι θα γεμίζαμε στάδια. Η αποδοχή εκείνη την εποχή ήταν γελοία και υπερέβαινε τις πωλήσεις μας, προφανώς ήταν το hype της εποχής». Tελικά το συγκρότημα υπέγραψε με την Colum­bia και τον Αύγουστο του 1994 κυκλοφόρησε το ΕΡ “Mer­ci­less”. To ομότιτλο κομμάτι μάλιστα ήταν μια νέα εκτέλεση σε σχέση με το κομμάτι που είχαν γράψει οι FALL OF BECAUSE, δηλαδή οι… GODFLESH στην πρώιμη μορφή τους και πριν αλλάξουν όνομα. Υπήρχαν επίσης δυο νέα κομμάτια, τα “Blind” και “Unwor­thy” τα οποία παρουσιάζονταν ως “bio­me­chan­i­cal mix” αν και δεν είχαν ξαναβρεθεί σε δίσκο τους, ενώ το ΕΡ έκλεινε το εφιαλτικό “Flow­ers” προς τέρψη των οπαδών.
Κι αυτό διότι ήταν απλά μια απογυμνωμένη διαφορετική εκτέλεση του “Don’t bring me flow­ers” μέσα από το “Pure”, με τους περισσότερους οπαδούς να προτιμούν την συγκεκριμένη εκτέλεση του ΕΡ. Το ΕΡ ηχογραφήθηκε μεταξύ 1991–1993 κι ας κυκλοφόρησε το “Pure” ενδιάμεσα, οι GODFLESH είχαν ούτως ή άλλως τη φήμη να αφήνουν υλικό και να το ξαναπιάνουν όταν θεωρούσαν σωστό, ενώ μαζί με το “Mer­ci­less” ηχογραφήθηκε και το θρυλικό ΕΡ “Mes­si­ah”, το οποίο ωστόσο έμεινε στον πάγο μέχρι και το 2003 που κυκλοφόρησε ύστερα από μεγάλες απαιτήσεις των οπαδών. Φημισμένοι και για τα «παγώματα» από ταινίες στα εξώφυλλα τους, οι GODFLESH για το “Mer­ci­less” χρησιμοποίησαν μια εικόνα από την ταινία του 1943 “Mesh­es of the after­noon” σε σκηνοθεσία της Ουκρανής Maya Deren (πραγματικό όνομα Eleono­ra Derenkows­ka). Ένα μόλις μήνα μετά, στις 26 Σεπτεμβρίου, κυκλοφόρησε και το τρίτο πολυαναμενόμενο full-length με τίτλο “Self­less”. Τη φορά αυτοί, οι GODFLESH ναι μεν ακουγόντουσαν λιγότερο εφιαλτικοί και μινιμαλιστές σε σχέση με το βεβαρημένο παρελθόν τους, αλλά ο δίσκος δεν μπορούσε να κρύψει την μοναδική τους ταυτότητα. Στο “Self­less” συναντάμε για πρώτη φορά δομές με αρχή-μέση-τέλος και δεν είναι τα πάντα μια επανάληψη ενός συγκεκριμένου μοτίβου όπως στις προηγούμενες κυκλοφορίες, πράγμα που οδήγησε το δίσκο σε υψηλές πωλήσεις.
Παρότι η εταιρεία είχε πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις, το “Self­less” πούλησε 180.000 αντίτυπα τουλάχιστον εκείνη την εποχή, πράγμα που για τη μουσική που παίζανε οι GODFLESH ήταν ουτοπικό και σίγουρα ούτε οι ίδιοι θα πίστευαν ότι θα έφταναν το συγκεκριμένο νούμερο. Ο δίσκος παραμένει γνωστός κυρίως για το εναρκτήριο “Xnoy­bis” και φυσικά το ίσως πιο trade­mark κομμάτι της καριέρας τους, το “Crush my soul”. Μάλιστα το δεύτερο γυρίστηκε και σε βίντεο με σκηνοθέτη τον φωτογράφο Andres Ser­ra­no και αποτέλεσε κομμάτι που παιζόταν πάρα πολύ συχνά από το MTV. Στο mas­ter­ing είχαν τον έμπειρο Bob Lud­wig, τον οποίο τους ανέθεσε η ίδια η Colum­bia, με τον Broad­rick μάλιστα να τονίζει πόσο βοήθησε η παρουσία του, καθώς οι παρεμβάσεις του σε κάποια κομμάτια ήταν πραγματικές βελτιώσεις. Ο δίσκος συνολικά και ηχητικά «αναπνέει» περισσότερο από τις πρότερες δουλειές τους και κομμάτια όπως τα “Black boned angel” (από το οποίο μάλιστα πήραν το όνομα τους οι ομότιτλοι drone Νεοζηλανδοί) και το “Any­thing is mine” έδειχναν τι μπορούσε να κάνει το συγκρότημα μέσα από το νέο του προσωπείο. Ο δίσκος που έφτασε τα 78’ (!) σε διάρκεια, κλείνει με το 24λεπτο «χάσιμο» του “Go spread your wings” , το οποίο δυστυχώς περιεχόταν μόνο στο cd και όχι το βινύλιο.
Ο δίσκος πήρε το όνομα του επηρεασμένος από τον δίσκο του John Coltrane, “Self­less­ness: Fea­tur­ing my favorite things” του 1969 και το εξώφυλλο του είναι μια φωτογραφία από ανθρώπινα νευροκύτταρα να μεγαλώνουν μέσα σε ένα μικροτσιπ! Ο Broad­rick που ήταν πολύ ευχαριστημένος με το δίσκο και τον ανέφερε ως τον τελευταίο αγνό δίσκο που έκαναν οι GODFLESH, τον περιέγραφε ως το rock’n’roll άλμπουμ του (κι έχει κάνει πολλά άλμπουμ, να είστε σίγουροι) και γενικά ήταν μια περίοδος που το συγκρότημα πήρε κι άλλο τα πάνω του από άποψη απήχησης, έστω κι αν η Colum­bia νόμιζε ότι είχε στις τάξεις της τους MINISTRY ας πούμε για παράδειγμα με προσδοκίες μη ρεαλιστικές από όποια μεριά και να το δει κανείς. Σε μετέπειτα συνέντευξη του 2018, ο Broad­rick ανέφερε το “Any­thing is mine” ως αποτέλεσμα καταφανούς επιρροής από τους CELTIC FROST! Το βίντεο του “Crush my soul” από ένα σημείο και μετά έφαγε απαγόρευση παιξίματος και σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες των προσδοκιών πωλήσεις, η Colum­bia τους γείωσε και φτάνοντας στο 1995, οι GODFLESH δεν ήξεραν σε τι φάση βρίσκονται, για να επιστρέψουν τελικά το 1996 στην Ear­ache. Κορυφαίο άλμπουμ το “Self­less”, για πολλούς το τελευταίο τους δεκάρι και γενικά η τελευταία τους ΤΕΡΑΣΤΙΑ στιγμή.
Υ.Γ.: Άξιο αναφοράς ότι εκείνη την εποχή, σε ένα σόου στο San Fran­scis­co το 1994, η κιθάρα του Broad­rick έσπασε επί σκηνής. Αυτός που έτρεξε σπίτι του και του έφερε μια νέα κιθάρα, την οποία του ζήτησε να κρατήσει σαν δώρο, ήταν ο Kirk Ham­mett των METALLICA, ο οποίος όπου στεκόταν και βρισκόταν, δήλωνε ότι οι GODFLESH «Είναι η βαρύτερη μπάντα της ύπαρξης» και έκανε πολύ παρέα με το συγκρότημα. Ο Broad­rick ακόμα και σήμερα αναφέρει το γεγονός με συγκίνηση και τονίζει ότι ο Ham­mett ήταν και παραμένει «μοναδικός» οπαδός των GODFLESH από το ξεκίνημα τους. Απίστευτη ιστορία απόλυτης αναγνώρισης!
Άγγελος Κατσούρας


GOREFEST – “Erase” (Nuclear Blast)

Oι Ολλανδοί GOREFEST βρίσκονταν στην κορυφαία φάση της καριέρας τους εν έτει 1993. Έχοντας κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν το κορυφαίο άλμπουμ τους (και όλης της Ολλανδίας να ξαναπροσθέσω) “False”, είδαν το θόρυβο γύρω από το όνομα τους να αυξάνεται, το άλμπουμ να πουλάει αρκετά, όντας και το μεγαλύτερο σε μπάτζετ άλμπουμ στην ως τότε ιστορία της Nuclear Blast και την περιοδεία του δίσκου να πηγαίνει περίφημα, παρά κάποια σπασμωδικά γεγονότα τα οποία έχουμε ήδη αναλύσει στο αντίστοιχο κείμενο για το “False” στο αφιέρωμα του 1992. Στα τέλη μάλιστα του 1993, μετά από επιθυμία του ίδιου του Chuck Schuldin­er, οι GOREFEST περιόδευσαν μαζί με τους DEATH στη Βόρεια Αμερική, έχοντας κι εκεί αρκετά θερμή υποδοχή και μόνο τα καλύτερα φάνηκε να τους περιμένουν. Ήταν έτοιμοι το Γενάρη του 1994 να μπουν στο στούντιο και να ηχογραφήσουν το τρίτο τους άλμπουμ, αλλά ο μέγας Col­in Richard­son που έκανε την παραγωγή του “False” δεν ήταν διαθέσιμος, καθώς όπως τους είπε, είχε μια προσφορά που δε μπορούσε να αρνηθεί. Αυτή ήταν για το ντεμπούτο των MACHINE HEAD, “Burn my eyes”, δηλαδή το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς για την οποία γίνεται το αφιέρωμα και το καλύτερο των τελευταίων 26 ετών γενικά από τη μέρα που βγήκε.
Στη θέση του είχαν τον βοηθό του, Pete “Pee­wee” Cole­man, ο οποίος τους έδωσε έναν πιο καθαρό και λιγότερο ογκώδη ήχο, για τον οποίο στη συνέχεια η μπάντα μετάνιωσε. Ο τραγουδιστής/μπασίστας Jan-Chris De Koei­jer, αφού τόνιζε το πόσα πορνοπεριοδικά βρήκαν κάτω από το κρεβάτι του παραγωγού (μερακλής), ισχυριζόταν ότι έπρεπε να καταπιούν την περηφάνια τους λίγο ακόμα και να περιμένουν τον Richard­son. Παραδόξως το “Erase” κυκλοφόρησε κι αυτό Ιούλιο όπως και το “Burn my eyes” τελικά. Ο ήχος του σε καμία περίπτωση δεν απομακρυνόταν τελείως από το death met­al, ωστόσο είναι πολύ πιο καθαρά χεβιμεταλλάδικο και λιγότερο κάφρικο, ενώ είναι κατά την προσωπική μου άποψη και το άλμπουμ το οποίο «έπιασε» την ουσία του “Wolver­ine blues” των ENTOMBED καλύτερα από όλα εκείνη την εποχή, καθώς αυτό το πιο ανάλαφρο «χεβιμεταλλέ» death met­al (ή αλλιώς death’n’roll όπως ονομάστηκε) βρισκόταν σε έξαρση μετά την επιτυχία –συνθετική κι εμπορική- των μεγάλων Σουηδών. Παρότι βελτιωμένοι παικτικά σε όλους τους τομείς οι GOREFEST και δη ο lead κιθαρίστας Boudewi­jn Bonebakker ο οποίος παίζει κέρατα, ο δίσκος πράγματι χάνει πολύ σε όγκο, τ(ρ)αχύτητα και ξύλο σε σχέση με το “False”. Από την άλλη βέβαια κέρδισε σε ωριμότητα και μπόρεσε μάλιστα να ξεπεράσει τις πωλήσεις του “False”.
To συγκρότημα παρότι αναγνώριζε ότι προσπάθησε να συμπεριλάβει στοιχεία από διάφορους ήχους, ενώ έβρισκε τα τραγούδια υπέροχα, ο ήχος τα κατέστρεφε όλα για τα θέλω τους. Έχοντας μάλιστα ως παράδειγμα του πως όλοι ακούγονταν εκείνη την εποχή το “Vul­gar dis­play of pow­er” των PANTERA, ήθελαν να κάνουν κάτι διαφορετικό για να μην ακούγονται όπως όλοι. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν στο διάσημο Zeezicht Stu­dio στην Ολλανδία, ενώ το υπόλοιπο άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα T&T Stu­dio στο Gelsenkirchen στη Γερμανία. Ο Bonebakker δήλωνε μετά από χρόνια «το άκουσα ξανά με ακουστικά και είναι φοβερό άλμπουμ, αλλά παραμένει ένα άλμπουμ μουσικού, πολύ μπερδεμένο και πολύ πολύπλοκο», ενώ ο ντράμερ Ed War­by δήλωνε ότι ο δίσκος παραήταν καθαρός σε ήχο για ένα συγκρότημα όπως οι GOREFEST κι ότι κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του, άρχισε να αφήνει τα σημάδια του στη μπάντα: «Αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο και η ατμόσφαιρα που είχαμε κατά της ηχογραφήσεις του “False” άρχισε να εξαφανίζεται»… Παρόλα αυτά, οι πωλήσεις μαρτυρούσαν το αντίθετο, καθώς ενώ το “False” είχε ήδη πουλήσει πολύ καλά –και δη για καθαρόαιμα κάφρικο άλμπουμ‑, το “Erase” το ξεπέρασε και η Nuclear Blast ήταν πολύ ευχαριστημένη, ενώ αρκετοί οπαδοί πήραν με πολύ καλό μάτι αυτή την αλλαγή ήχου.
«Είναι το καλύτερο εμπορικά άλμπουμ μας και συν τοις άλλοις, συναυλιακά ήμασταν σε τοπ φόρμα, ήμασταν πραγματικά ανίκητοι επί σκηνής» δήλωνε ο War­by. Mάλιστα την εποχή εκείνοι βρίσκονταν να παίζουν σε περιοδείες πάνω από «βαρύτερα» ονόματα, όπως αρχικά οι Σουηδοί DISMEMBER και στη συνέχεια οι Αμερικάνοι FORBIDDEN (παρέα με τους WARPATH). Η Nuclear Blast προώθησε το δίσκο φοβερά, το CD κυκλοφόρησε μέχρι και σε μεταλλικό μικρό κουτί (φοβερή συσκευασία) και χρωματιστό βινύλιο, ενώ το απλοϊκό εξώφυλλο με το GF λογότυπο στο προσκήνιο κέρδισε πολλούς πόντους. Αργότερα μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε και το ΕΡ “Fear” με δυο νέα κομμάτια, ειδικά το “Raven” ήταν έπος. Το συγκεκριμένο κομμάτι γυρίστηκε σε βίντεο, όπως και το ομότιτλο “Erase” σε ένα ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ βίντεο, από τα κορυφαία όλων των εποχών, με τη μπάντα να βγάζει και επαγγελματικό μεγαλείο. Για πρώτη φορά πάντως οπαδοί βρίσκονταν στη θέση να τους λένε «το προηγούμενο άλμπουμ σας ήταν καλύτερο», όπως συνέβη και με κάθε άλμπουμ που ακολούθησε το “Erase”, ωστόσο οι αρχικές 60–70 χιλιάδες πωλήσεις έκαναν να μη χυθεί σταγόνα… αίμα από τους φανατικούς και τελικά το άλμπουμ να θεωρείται μεγάλη επιτυχία και προφανώς το τελευταίο απόλυτα τέλειο άλμπουμ της μεγάλης τους έμπνευσης σε μια μελλοντική πορεία με σκαμπανεβάσματα.
Και μόνο που υπάρχει κομμάτι σαν το “God­dess in black” πάντως, αξίζει όλους τους επαίνους του κόσμου, μιλάμε για απάτητη κορυφή ωριμότητας και σίγουρα το πιο μεγαλεπήβολο και ολοκληρωμένο κομμάτι της χρυσής εποχής τους! Αξίζει να δείτε τη live εκτέλεση του με την Metro­pole Ork­est για να μείνετε με το στόμα ανοιχτό!
Άγγελος Κατσούρας

GORGOROTH — “Pen­ta­gram” (Embassy)

Νορβηγία. 1994. Οι MAYHEM, κυκλοφορούν το για τον γράφοντα απόλυτο Νορβηγικό black met­al άλμπουμ (“De mys­teri­is dom sathanas”), οι EMPEROR ορίζουν εν τη αγνοία τους, στο ντεμπούτο τους, αυτό που αργότερα θα ονομαστεί “majes­tic black met­al” (“In the night­side eclipse”), οι SATYRICON βγάζουν μέσα σε μια χρονιά ”Dark medieval times” και “The shad­owthrone”, οι DARKTHRONE το σπουδαίο “Tran­sil­van­ian hunger” και ο κύριος Snorre Ruch μαγειρεύει τις κασέτες ενός σχήματος που ονομάζεται THORNS. Με το ιδίωμα να ετοιμάζεται για την στροφή και τον πειραματισμό, κάτι τύποι από το Bergen, το χαβά τους! Θέλουν να παίξουν ωμό black met­al οι άνθρωποι, δε θέλουν πειραματισμούς. Οι τύποι αυτοί, ονομάζονται GORGOROTH, με όνομα παρμένο από το κόσμο του J.R.R.Tolkien ( = Dread­ful hor­ror, στη γλώσσα των Grey-Elves, τι πιο ταιριαστό; ), και ιδρύονται το 1992. Κυκλοφορούν δύο demos, το οπαδικά τιτλοφορούμενο “Sor­cery writ­ten in blood” (1993 — μας αρέσει και εμάς το “The return of dark­ness and evil” κύριοι!), και το pro­mo δύο κομματιών την επόμενη χρονιά.
Φτάνουμε έτσι, στις 12 Οκτωβρίου 1994, όπου η Embassy Pro­duc­tions, κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ των GORGOROTH, επ’ ονόματι “Pen­ta­gram”. Απλό, λιτό, και απέριττο. Όπως και η μουσική. VENOM, CELTIC FROST, BATHORY. Η καρδιά όλου του Νορβηγικού black met­al σε 3 συγκροτήματα. Έτσι, ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με 29 λεπτά black met­al ωμότητας. Πότε τσίτα τα γκάζια σε κομμάτια τύπου “Begrav­elses­natt” (“Buri­al­night”), “Crush­ing the scepter (regain­ing a lost Domin­ion) “, πότε το πατροπαράδοτο “ξύσιμο” και μελωδία σε κομμάτια τύπου “Rit­u­al”, “Drøm­mer om død” (“Dreams of death”), πότε κάτι ενδιάμεσο τύπου “Kathari­nas bort­gang” (“Kathari­na’s demise”). Εντύπωση προκαλεί το σχεδόν 6λεπτο “Måneskyggens slave” (“Slave of the moon­shad­ow”), που δείχνει σχετικά μια πιο περιπετειώδη πλευρά/πτυχή της μπάντας, δείγμα ασφαλώς πραγμάτων που θα ακολουθήσουν στην μετέπειτα καθόλα αξιοσέβαστη δισκογραφία τους.
Οι GORGOROTH από εδώ, ξεκινούν το ταξίδι τους στη δισκογραφία με τις καλύτερες των εντυπώσεων, παραδίδοντας ένα ατόφιο black met­al άλμπουμ, εντελώς αφτιασίδωτο και αβίαστο. Ταξίδι, που θα τους περάσει από πολλές φουρτούνες (μουσικές και μη), αλλά δεν θα τους στερήσει ποτέ, το όνομα που δίκαια απέκτησαν με δίσκους σαν το “Pen­ta­gram” στη Νορβηγική σκηνή αλλά και στο black met­al εν γένει.
Γιάννης Σαββίδης

 


GOTTHARD – “Dial hard” (BMG)
Το 1994 βρίσκει τους GOTTHARD σταθερά προσηλωμένους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην πατρίδα τους αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη τρέφοντας συνάμα ελπίδες και για την κραταιά, Αμερικάνικη αγορά. Έχει προηγηθεί ένα καλό ντεμπούτο που κίνησε το ενδιαφέρον αρκετών hard rock fans (κυρίως της κεντρικής Ευρώπης) και το “Dial hard” αποτελούσε το δεύτερο και σαφώς πιο εμφατικό δισκογραφικό χτύπημα των Ελβετών. Έχοντας για μία ακόμη φορά πίσω από την κονσόλα τον Chris Von Rohr (KROKUS), οι GOTTHARD ηχογραφούν 9 νέα τραγούδια και 2 διασκευές παρουσιάζοντας ένα πιο μεστό και βελτιωμένο αποτέλεσμα μέσα από μία πολύ ταιριαστή για το ύφος των συνθέσεων παραγωγή.
Και μπορεί τα τρία πρώτα τραγούδια να δείχνουν ξεκάθαρες επιρροές από τους ήρωες της πατρίδας τους KROKUS (περιόδου “Heart attack”) αλλά η συνέχεια είναι σαφέστατα στο γνώριμο εμπορικό hard rock των GOTTHARD ενώ και οι διασκευές σε COBRA (“I’m your trav­el­lin’ man”) και BEATLES (“Come togeth­er”) είναι απόλυτα προσαρμοσμένες στο ύφος της μπάντας και του δίσκου. Όπως και στο ντεμπούτο, έτσι και στο “Dial hard” η φωνή, η ερμηνεία και η συνολική παρουσία του Steve Lee επισκιάζει τους πάντες προσδίδοντας μία άλλη κλάση στο τελικό αποτέλεσμα. Το “Dial hard” ξεπέρασε εν τέλει σε πωλήσεις τον προκάτοχο του και οι GOTTHARD δείχνουν αποφασισμένοι να συνεχίσουν το hard rock ταξίδι τους εν μέσω…grunge τρικυμίας! Πάντως, όπως είχα γράψει και για το πρώτο άλμπουμ του 1992, τα καλύτερα έρχονταν για τους Ελβετούς…
Σάκης Νίκας

 


GRAVE — “Soul­less” (Cen­tu­ry Media)

Μετά τον όλεθρο που έσπειρε το υπέρτατο “You’ll nev­er see”, οι λατρεμένοι εκ Στοκχόλμης GRAVE, βρέθηκαν προ ενός μεγάλου διλήμματος. Με τη κυκλοφορία του “Wolver­ine blues” από τους πατέρες ENTOMBED, που έδειξε τη προσπάθεια τους να γίνουν πιο ροκάδικοι, γκρουβάτοι και να διαφοροποιηθούν από το death met­al μοτίβο της πρώτης δυάδας δίσκων τους, οι GRAVE είχαν την επιλογή είτε να επαναλάβουν το επίτευγμα του “You’ll nev­er see”, ή να ακολουθήσουν το δρόμο που χάραξαν οι ENTOMBED. Ακολούθησαν τη δεύτερη οδό, και ήταν από τους πρώτους που σκέφτηκαν να ρίξουν και αυτοί γκάζια (αργότερα, θα ακολουθούσαν και οι DISMEMBER). Μεσολάβησε το υπέροχο EP “And here I die…satisfied” (1993), με το “I need you” και το ομώνυμο να προλογίζουν την αλλαγή.
Άλλα κόλπα εδώ για τους GRAVE, που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στη γκρούβα, στο χαμηλό γκάζι. Ο δίσκος μπαίνει με κομμάτια σαν το “Turn­ing black”, το “Bul­lets are mine” και το θεϊκό ομώνυμο που αποτέλεσε και το πρώτο βίντεο της μπάντας, δίνοντας τους και το σχετικό air­play (κάτι που είχαν ήδη κάνει οι DISMEMBER με το “Dream­ing in red”). Κομμάτια όπως το “Blood­shed” τσιτώνουν ελαφρώς, θυμίζοντας μας την μπάντα που ακούγαμε πριν 2 και 3 χρόνια. Και το δε instru­men­tal του δίσκου “Judas” (το πρώτο που γράφουν ως τότε στη καριέρα τους), πιο doom, πιο αργόσυρτο, πιο κοντά στα αργά σημεία της πρώτης περιόδου. Τοποθετημένο στρατηγικά στη μέση, σαν να χωρίζει το άλμπουμ. Και το λέω γιατί τα γκάζια ανεβαίνουν στο “Unknown” για να πέσει το σωστό το ξύλο, και ελαφρώς στο “Geno­cide” και στο “Rain”. Το “Scars” που κλείνει το δίσκο, δίνει στον ακροατή τη τελευταία ευκαιρία να σπάσει το σβέρκο του με τους GRAVE, γκαζώνοντας στα τελευταία του λεπτά.
Εν κατακλείδι, επειδή μιλάμε για ένα δίσκο που τόσο αυτός όσο και ο διάδοχος του, παρεξηγήθηκαν πολύ από τους οπαδούς, όχι, δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των GRAVE, αλλά είναι η πιο όμορφα διαφορετική μορφή τους σε σχέση με αυτό που τους γνωρίσαμε και τους αγαπήσαμε. Το πείραμα, ή η τάση που είχαν τότε αν θέλετε, κρίνεται ως επιτυχής, μια και κομμάτια από αυτό εδώ το άλμπουμ, βρίσκουν το δρόμο τους στο set των Σουηδών μέχρι και σήμερα. Αυτό, ενώ δεν είναι πάντα κριτήριο του τι συμβαίνει στο καθαρά καλλιτεχνικό κομμάτι, αλλά εξηγεί ωστόσο, τη σπουδαιότητα και τη διαχρονικότητα δίσκων σαν το “Soul­less”.
Γιάννης Σαββίδης

 


GLENN HUGHES — “From now on” (Empire Records)

Μετά από μια μακρά περίοδο όπου λόγω καταχρήσεων και χρήσης ναρκωτικών λίγο έλειψε να μας «χαιρετήσει» και να ταξιδέψει εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, η φωνή του rock (“the voice of rock”) Glenn Hugh­es είχε ήδη το 1992 επιστρέψει δυνατός και υγιής με το project “L.A. Blues author­i­ty” και τον δίσκο “Blues”. Όντας πολυσχιδής καλλιτέχνης, ένας πραγματικός χαμαιλέων της φωνητικής που μπορούσε να πει τα πάντα πλην του ακραίου ήχου, στο δεύτερό του προσωπικό άλμπουμ από την επανένταξή του στην μουσική βιομηχανία και τρίτο συνολικά ως τότε, αποφάσισε να ασχοληθεί με κάποιες άλλες πτυχές του εαυτού του. Έτσι τα blues/soul/funk στοιχεία παραμέρισαν για να βγουν μπροστά τα αντίστοιχα hard rock και A.O.R. Όχι, το “From now on” δεν είναι αυτό που λέμε «καθαρόαιμος» hard rock δίσκος, έχει ακόμη τις «νέγρικες» αναφορές του, αλλά το τελικό αποτέλεσμα «γέρνει» επικίνδυνα προς το «σκληρό ροκ». Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, ο μεγάλος τραγουδιστής επιστράτευσε τα 3/5 των EUROPE (John Lev­én, Ian Haug­land, Mic Michaeli), τους Eric Bojfeldt και Thomas Lars­son στις κιθάρες και τον Hempo Hildén στα τύμπανα για να τον αβαντάρουν, αφοσιώθηκε για μια και μόνη φορά αποκλειστικά στο μικρόφωνο και δεν λάθεψε. Το ότι λοιπόν ο Hugh­es είναι σε top φόρμα, το καταλαβαίνει κανείς με την πρώτη σε τούτο το εξαίσιο hard rock album και δεν περιμένει τις θεϊκές διασκευές των “Burn” και “You keep on movin’” (bonus tracks στην ιαπωνική έκδοση) για να το διαπιστώσει. Στο εξώφυλλο ο μεγάλος πρωταγωνιστής, σε χαλαρή στάση σε μια πολυθρόνα, να «δένει» με τον τίτλο του άλμπουμ. «Από δω και στο εξής (“From now on”) να περιμένετε τον παλιό, καλό Hugh­es. Τέρμα στα παραμύθια, ώρα για δουλειά, αλλά με τον δικό μου τρόπο». Βέβαια αυτό που βλέπεις δεν είναι έρημος, αλλά το παιχνίδι ενός φωτογράφου (Mats Oscars­son) με την κάμερα, τον Hugh­es και έναν αμμόλοφο σε κάποιο εργοτάξιο. Το ζεστό καλοκαίρι που πέρασε η Σουηδία τότε και η παρεΐστικη ατμόσφαιρα κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων επίδρασαν, αναζωογονητικά στην ψυχοσύνθεση του Hugh­es και της μπάντας του, με αποτέλεσμα να παραχθεί υλικό εξαιρετικής ποιότητας, στο οποίο ανήκουν και δύο ακυκλοφόρητες συνθέσεις που προορίζονταν για κάποιο επόμενο Hughes/Thrall album, τα “Always there” και “Dev­il in you”. Με την σύνθεση αυτή, πλην Hildén, ηχογράφησε την ίδια χρονιά και το καταπληκτικό live “Burn­ing Japan Live” το οποίο όντως ξερνάει φλόγες!
Δημήτρης Τσέλλος

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece