Banner Top
Banner Content


Αφήσαμε πίσω μας το 1994 και πριν φτάσει το Πάσχα, ξεκινάμε το αφιέρωμα στο 1995, με το πρώτο μέρος του (υπενθυμίζουμε ότι πάντα, η σειρά είναι αλφαβητική) με μεγάλα συγκροτήματα να μη βγάζουν τις καλύτερες δυνατές δουλειές, αρκετά να εμφανίζονται από το πουθενά και να εκπλήσσουν και κάποιοι άλλοι, να γιγαντώνονται. Όπως σε κάθε χρονιά, έχετε να διαβάσετε πάρα πολύ υλικό και ακόμα περισσότερο να ακούσετε στο τέλος του κειμένου, στο Spo­ti­fy Playlist που ακολουθεί.

AC/DC – “Ball­break­er” (East­West)

Αν ρωτήσεις τους οπαδούς των AC/DC να σου πουν ποια είναι η χειρότερη δισκογραφική περίοδος του αγαπημένου τους συγκροτήματος, το πιο πιθανό είναι να ακούσεις από τους περισσότερους ότι η πενταετία 1983–1988 δεν ήταν και η πιο εμπνευσμένη για τους Αυστραλούς γίγαντες. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη καθώς οι δίσκοι εκείνης της περιόδου συγκαταλέγονται στους αγαπημένους μου. Για μένα, η χειρότερη περίοδος των AC/DC είναι η πενταετία 1990–1995 και οι δύο δίσκοι που κυκλοφόρησαν σε αυτό το διάστημα. Αυτονόητα, εξαιρείται το “Rock or bust” που ποτέ δεν μου άρεσε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Το “Ball­break­er” διαδέχτηκε το “The razor’s edge” που μπορεί να πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα αλλά ήταν συνθετικά μετριότατο. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν ούτε κατ’ ελάχιστο με το “Ball­break­er” αν και αυτό δεν φαίνεται να πτόησε το αγοραστικό κοινό που ούτως ή άλλως πάντα στήριζε κάθε επιλογή των AC/DC.

Τραγούδια που δεν σου μένουν ή ακόμη και αν σου μένουν είναι στην καλύτερη κατώτερα του ονόματος και της παρακαταθήκης των AC/DC και γενικότερα μία ηχητική κατεύθυνση που φανερώνει μία μπάντα που παίζει εκ του ασφαλούς σε μία προσπάθεια να βγάλει κάτι στην αγορά μόνο και μόνο επειδή δεσμεύονται από την εταιρεία ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Προσέξτε… Δεν εννοώ ότι το “Ball­break­er” είναι κακό απλώς θεωρώ ότι είναι αδιάφορο. Μέχρι και ο Scott Ian σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Rock Can­dy ανέφερε τα “Cov­er you in oil” και “Caught with your pants down” σαν δύο από τα χειρότερα του τραγούδια όλων των εποχών. Ευτυχώς η συνέχεια με τα “Stiff upper lip” και “Black ice” ήταν σαφέστατα καλύτερη…

Σάκης Νίκας


ALICE IN CHAINS – “Alice in chains” (Colum­bia)

Bρισκόμαστε στο 1994 και με την κυκλοφορία του EP “Jar of flies”, οι ALICE IN CHAINS καταφέρνουν κάτι που ανάθεμα αν θα το κατάφερνε ποτέ ο οποιοσδήποτε. Άμεσα καρφώνονται στο νούμερο 1 του Bill­board 200 (ΜΕ ΕΡ ΞΑΝΑΛΕΜΕ!) και όλα μοιάζουν ρόδινα για το μέλλον τους. Ή μήπως όχι; Το ΕΡ θα ξεπεράσει άμεσα 2.000.000 πωλήσεις την ίδια χρονιά (!!!) και άλλο 1.000.000 εκατομμύριο την επόμενη χρονιά (!!!!!), ωστόσο ο Layne Sta­ley, φωνή/ψυχή της μπάντας, πάλευε με τους δικούς του δαίμονες όσο ποτέ και κλείστηκε σε αποτοξίνωση από την ηρωίνη. Έτσι, οι AIC χάνουν μια χρυσή ευκαιρία να περιοδεύσουν με τους METALLICA, SUICIDAL TENDENCIES, DANZIG και FIGHT, καθώς ο χαρισματικός front­man «κύλησε» ξανά και τελικά η περιοδεία τους ακυρώθηκε μια μέρα πριν ξεκινήσει, με τη μπάντα να μπαίνει στον πάγο προσωρινά. Για την ιστορία, την θέση των AIC τότε πήραν οι ανερχόμενοι CANDLEBOX (αν δεν έχετε ακούσει τουλάχιστον το πρώτο πολυπλατινένιο ομότιτλο άλμπουμ τους, ή το δεύτερο «μόλις» χρυσό “Lucy”, κάντε το άμεσα). Μια λιτή ανακοίνωση μέσω της μάνατζερ Susan Sil­ver έκανε λόγο για αποχώρηση της μπάντας από την περιοδεία «λόγω προβλημάτων υγείας μέσα στο συγκρότημα». Το συγκρότημα στην ουσία ήταν διαλυμένο για έξι μήνες και μάλλον έγινε για καλό.

Ο ντράμερ Sean Kin­ney μάλιστα, τόνιζε ότι «κανείς δεν ήταν τίμιος μεταξύ μας τότε. Αν συνεχίζαμε, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να αυτοκαταστρεφόμασταν στον δρόμο και σίγουρα δεν θέλαμε αυτό να γίνει δημόσια». Με τους AIC ανενεργούς μέσα στο 1995, ο Sta­ley βρίσκει το κουράγιο να μπει στο super­group MAD SEASON, το οποίο απάρτιζαν ο κιθαρίστας Mike McCready (PEARL JAM), ο μπασίστας John Bak­er Saun­ders (THE WALKABOUTS) και ο ντράμερ Bar­rett Mar­tin (SCREAMING TREES). Αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης, το μνημειώδες “Above” (κατάθεση ψυχής όσο ελάχιστες φορές στην ιστορία της μουσικής). Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο οι υπόλοιποι AIC μπαίνουν στο Bad Ani­mals Stu­dio με παραγωγό τον Toby Wright (CORROSION OF CONFORMITY, SLAYER), για να ηχογραφήσουν το τρίτο τους full-length. Το άτιτλο ή ομότιτλο (“Alice in chains”) ή “The dog album”, “The dog record” και “Tri­pod” (Λόγω της φωτογραφίας ενός τρίποδου σκυλιού στο εξώφυλλο που φημολογούταν ότι ονομαζόταν Tri­pod), θα ήταν το πρώτο τους έχοντας στις τάξεις τους τον ΠΑΙΧΤΑΡΑ Mike Inez στο μπάσο. Οι πρώτες ιδέες ήταν πάνω σε τζαμαρίσματα σε υλικό που είχε γράψει ο κιθαρίστας Jer­ry Cantrell και μετέπειτα, ο Sta­ley γύρισε στο συγκρότημα εξηγώντας «αρχίσαμε να διαλυόμαστε και να παίρνουμε διαφορετικούς δρόμους, νιώθοντας ότι προδίδαμε ο ένας τον άλλο».

Ελάχιστο ήταν το υλικό που είχε γραφτεί πριν τις ηχογραφήσεις, έτσι οι ιδέες του Cantrell ήταν η βάση για το ξεκίνημα, τα πρώτα demo που δημιουργήθηκαν δόθηκαν στον Sta­ley ώστε να βάλει στίχους και τελικά ο δίσκος τελείωσε τον Αύγουστο του 1995. Μια διαδικασία ιδιαίτερη, με τον Cantrell να αναφέρει «Ήταν πολλάκις καταθλιπτικό και όταν το ηχογραφούσαμε έμοιαζε λες και τραβούσαμε τα μαλλιά μας, αλλά ήταν το ομορφότερο πράγμα και είμαι πολύ χαρούμενος που το κάναμε, θα λατρεύω αυτή τη ανάμνηση για πάντα». Ο ίδιος ο Sta­ley συμπλήρωνε «κι εγώ θα τη λατρεύω αυτή την ανάμνηση για πάντα, γιατί απλά θυμάμαι να την ζω», καταδεικνύοντας την κατάσταση στην οποία βρισκόταν στις προηγούμενες ηχογραφήσεις (σκληρό)! O Sta­ley κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων είχε εθιστεί πολύ άσχημα όσο ποτέ, και πολλές φορές αργούσε ή ήταν απών από τις ηχογραφήσεις και τις πρόβες. Η μάνατζερ Susan Sil­ver τόνιζε: «Ήταν πραγματικά επίπονη διαδικασία, επειδή διήρκησε τόσο πολύ. Ήταν τρομακτικό να βλέπεις τον Layne σε αυτή την κατάσταση, όταν όμως ήξερε τι γίνεται γύρω του, ήταν ο πιο γλυκός και με τα λαμπερότερα μάτια άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις συναντήσει. Το να είσαι σε συνάντηση μαζί του και να τον παίρνει ο ύπνος μπροστά σου, ήταν σπαρακτικό».

Το εναρκτήριο “Grind” ήταν το πρώτο κομμάτι που διέρρευσε σε rough mix για το ράδιο και έλαβε μεγάλο air­play, ενώ στις 6 Οκτωβρίου κυκλοφόρησε η στούντιο έκδοση του. Το υλικό γενικότερα ήταν πολύ εσωτερικότερο των “Facelift”/”Dirt” και αρκετά κοντά στην πιο «διάφανη» πλευρά των ΕΡ τους (“SAP”/”Jar of flies”), ενώ ο Cantrell δήλωνε πως η μουσική τους ήταν το να παίρνεις κάτι άσχημο και να το μετατρέπεις σε κάτι όμορφο. O Cantrell έγραψε τους στίχους για τα “Grind”, “Heav­en beside you” (ΕΠΟΣ) και “Over now”, στα οποία τραγουδάει κιόλας ο ίδιος. Οι στίχοι των υπόλοιπων κομματιών ανήκαν στον Sta­ley, ο οποίος υπογράμμιζε ότι οι στίχοι ήταν ότι είχε στο μυαλό του εκείνη την εποχή, δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο νόημα, αντίθετα ήταν αρκετά χαλαροί. Τον βοηθούσαν να αποδεχτεί την όλη διαδικασία, καθώς στο παρελθόν τον βύθιζαν σε άσχημες καταστάσεις και του έδωσαν το κίνητρο να γράψει καλούς στίχους σε καλή μουσική. Αντικατόπτριζαν τις όμορφες και άσχημες στιγμές που πέρασαν εκείνη την εποχή και στην ιστορία έμεινε η δήλωση «ηχογραφήσαμε μερικούς μήνες που ήμασταν ανθρώπινοι». To “Sludge fac­to­ry” πραγματεύεται ένα τηλεφώνημα από τους προϊστάμενους της Colum­bia, Don Lenner και Michele Antho­ny, που τους είπαν ότι είχαν 9 μέρες να τελειώσουν το δίσκο.

Οι στίχοι του Cantrell ήταν πιο συγκεντρωμένοι, με το “Grind” να συνοψίζει την κατάσταση με τα ενδότερα του συγκροτήματος (ακυρωμένες περιοδείες, αρρώστιες, ηρωίνη) και στραμμένο προς αυτούς που είχαν τη μπάντα στη «μπούκα» για διάφορα. Το “Heav­en beside you” (ΕΠΟΣ, τι πάει να πει το ξαναέγραψα πριν;) μιλάει ξεκάθαρα για το τέλος μιας 7χρονης σχέσης του με την κοπέλα του. Στις σημειώσεις της συλλογής “Music bank” (απαραίτητο collector’s item), περιγράφει «Μια ακόμα προσπάθεια να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι η ζωή και τα μονοπάτια μου με αποκόβουν από το άτομο που αγαπώ. Όλα όσα γράφω γι’ αυτήν είναι ένας τρόπος για μένα να της μιλήσω, να εκφράσω ότι δεν εξέφρασα ποτέ». Όσο για το “Over now”, περιγραφικά δήλωνε «Πολλά μαζεμένα σκ@τ@ μέσα του, ένα μεγάλο κομμάτι στο τέλος του δίσκου, με το οποίο πάντα μπορείς να ξεφύγεις. Αρκετά χρόνια μετά, το 2018, ο ίδιος θα δήλωνε «Υπάρχει μια στεναχώρια σ’ αυτό το άλμπουμ, είναι ο ήχος μιας μπάντας που καταρρέει. Ήταν το τελευταίο μας άλμπουμ σ’ εκείνο το σημείο. Είναι ένας όμορφος δίσκος, αλλά είναι λυπηρός επίσης. Είναι πιο διερευνητικός, πιο περιπλανητικός. Δεν είναι τόσο έντεχνο όσο ήταν τα άλλα μας άλμπουμ». Όσο για το εξώφυλλο και τι συνέβη τελικά…

Υπήρχε ένα τρίποδο σκυλί ονόματι Tri­pod το οποίο τρομοκρατούσε τον ντράμερ Sean Kin­ney στα νιάτα του, με τον ίδιο να σχεδιάζει το art­work του δίσκου. Υπήρξε μια διαδικασία φωτογράφησης σκυλιών με τρία πόδια –έγινε ολόκληρο cast­ing μάλιστα- αλλά τελικά το συγκρότημα διάλεξε τη φωτογραφία του εξωφύλλου μέσω φαξ, καθώς πίστευαν ότι το σκυλί εκεί έδειχνε πιο ρεαλιστικό και άρεσε αρκετά στους Cantrell/Staley, o δε Kin­ney δεν είναι και κάνα κρατικό μυστικό ότι τα πήρε στο κρανίο όταν απορρίφθηκε η ιδέα του καθώς ξοδεύτηκε ένα σεβαστό ποσό για τη φωτογράφηση (το λένε και γείωμα σε κάτι χωριά αυτό). Για το βίντεο του “Grind” χρησιμοποιήθηκε ένα διαφορετικό τρίποδο σκυλί ονόματι Sun­shine. Tελικά η φωτογραφία που τραβήχτηκε για το σκυλί που θα κοσμούσε το εξώφυλλο στο Los Ange­les στις 23/8/1995, χρησιμοποιήθηκε στη συλλογή “Music bank”, ενώ υπήρξε μια φήμη ότι ήταν του ίδιου του Cantrell, την οποία διέψευσε μελλοντικά ο ίδιος. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε CD σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις, με μωβ διάφανο εξώφυλλο και κιτρινοπράσινο πίσω μέρος (αδύνατον να βρεθεί αν δεν δώσεις μια περιουσία πλέον), σε έκδοση με τα αντίθετα χρώματα μπροστά και πίσω (κάποτε υπερίσχυε, πλέον κι αυτή βρίσκεται με το κιάλι) και την κανονική διάφανη.

Επίσης βγήκε και σε διπλό βινύλιο με μωβ το πρώτο βινύλιο και κιτρινοπράσινο το άλλο και τις ετικέτες τους και με τρία κομμάτια σε κάθε πλευρά. Ο δίσκος παρότι όχι τόσο επιτυχής μετέπειτα όσο το “Dirt” (ανθρωπίνως αδύνατον), καρφώθηκε πάλι στο νούμερο 1 του Bill­board 200 και παρέμεινε στα charts για 46 εβδομάδες! Έχει ήδη πουλήσει πάνω από 3.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως όντας διπλά πλατινένιο στην Αμερική. Το συγκρότημα διάλεξε να μην περιοδεύσει για το δίσκο, ο Cantrell ως μπροστάρης ενάντια στις φήμες του εθισμού για τη μπάντα, δήλωνε ότι ήταν απογοητευτικό σαν σκέψη, αλλά έπρεπε να συμβεί για να κρατήσουν τις καλές στιγμές και να μείνουν ενωμένοι στις αντίστοιχες δύσκολες. Ανέφερε ότι ποτέ δεν υπήρξαν πισωμαχαιρώματα και πως ήταν αυτό που τους κράτησε σε καλό κλίμα ως το τέλος. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 7 Νοεμβρίου του 1995 και στις 10 Απριλίου του 1996, δώσανε την πρώτη τους συναυλία τα τελευταία δυόμιση χρόνια για το MTV Unplugged, σε πλήρως ακουστικό σετ με Μ‑Ε-Γ-Α-Λ-Ε-Ι-Ω-Δ‑Η εμφάνιση. Στην εμφάνιση έλαβε μέρος κι ο κιθαρίστας Scott Olson, στη μοναδική τους παρουσία ως κουιντέτο. Δώσανε άλλη μια εμφάνιση στο The Late Show with David Let­ter­man ακριβώς ένα μήνα μετά και μετά έπαιξαν άλλες τέσσερις συναυλίες ως sup­port των KISS στην Alive/Worldwide Tour.

H τελευταία τους συναυλία με τον Layne Sta­ley δόθηκε στις 3 Ιουλίου του 1996 στο Kansas City του Mis­souri, με τον ίδιο μετά τη συναυλία να βρίσκεται λιπόθυμος χωρίς επαφή με το περιβάλλον εξαιτίας υπερβολικής δόσης ηρωίνης. Αν και κατάφερε να ζήσει από θαύμα, το συγκρότημα μπήκε σε αδιευκρίνιστο πάγο από ’κει κι έπειτα. Το τελειωτικό χτύπημα στην ύπαρξη των AIC ήταν ο θάνατος της αρραβωνιαστικιάς του Layne, Dem­ri Par­rott, από υπερβολική δόση ναρκωτικών στις 29 Οκτωβρίου του 1996. Έπειτα κι από αυτό το συμβάν, ο Layne έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης, βυθισμένος όσο ποτέ στον εθισμό του και με την κατάσταση να μην έχει γυρισμό. Την ίδια χρονιά δήλωνε ότι «τα ναρκωτικά δούλευαν υπέρ μου για χρόνια, αλλά τώρα στρέφονται εναντίον μου, περνάω μια κόλαση κι αυτό είναι σκ@τ@, γιατί δεν ήθελα οι οπαδοί μου να νομίζουν ότι η ηρωίνη είναι σωστή. Αλλά ερχόντουσαν αρκετοί να με συγχαίρουν, λέγοντας μου ότι είναι φτιαγμένοι, ότι ακριβώς δεν ήθελα να συμβεί». Ο Layne έκλεισε τα μάτια του για πάντα στις 5 Απριλίου του 2002, ακριβώς την ίδια μέρα που είχε πεθάνει ο Kurt Cobain των NIRVANA το 1994, βυθίζοντας σε θλίψη εκατομμύρια οπαδούς και προσυπογράφοντας το (προσωρινό ευτυχώς) τέλος των ALICE IN CHAINS!

Δεν έχει σημασία αν και πόσο άρεσε ή έγινε σημαντικός αυτός ο δίσκος, καθώς αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθενός και στο γούστο (ή την έλλειψη αυτού) που (δεν) υπάρχει. Σημασία (πρέπει να) έχει ότι ήταν η τελευταία φορά που ακούσαμε τη φωνή ενός από τα πλέον αστείρευτα ταλέντα στην ιστορία της μουσικής, ενός ανθρώπου που και στην πιο ερειπιώδη κατάσταση του, μπορούσε να προσφέρει μεγαλείο με την ασύγκριτη φωνάρα του και που υπήρξε υπόδειγμα καλλιτέχνη και παράδειγμα προς αποφυγή για τον τρόπο που έζησε και αποφάσισε να φύγει. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Layne βρήκε εκεί ψηλά και ο πρώην μπασίστας του συγκροτήματος, Mike Starr, ο οποίος έφυγε από επίσης υπερβολική δόση στις 8 Μαρτίου του 2011 στο σπίτι του στο Salt Lake City. Οι ALICE IN CHAINS έκλεισαν ένα σημαντικό κεφάλαιο τότε, παίρνοντας την γενναία απόφαση πρακτικά να διαλύσουν έχοντας δυο σερί άλμπουμ στο νούμερο 1, ενώ θα μπορούσαν να έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Η επιστροφή τους καθαρά για να τιμήσουν την μνήμη του εκλιπόντα Layne Sta­ley τους έβγαλε ακόμα πιο αλώβητους κι ευτυχώς συνεχίζουν να ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω μας. Ωστόσο, κακά τα ψέματα, πάντα θα υπάρχει κάτι που θα λείπει για να είναι ολοκληρωμένο το παζλ του πιο τίμιου reunion στην ιστορία της μουσικής.

Άγγελος Κατσούρας

 

ANATHEMA — “The silent enig­ma” (Peaceville)

Το 1995 είναι μια πολύ κρίσιμη στιγμή για τους ANATHEMA και την μελλοντική τους πορεία. Είναι το χρονικό σημείο όπου οι μπάντες της Βρετανικής Αγίας Τριάδας αρχίζουν και χαράζουν η καθεμιά τον δικό της δρόμο, MY DYING BRIDE και PARADISE LOST κυκλοφορούν ίσως τους καλύτερους δίσκους τους και οι ANATHEMA μας δίνουν το δεύτερο full length τους, το τεράστιο “The silent enig­ma”. Έχουν προηγηθεί 2 EP και το ντεμπούτο “Ser­e­nades” με πιο ξεκάθαρη doom/death μορφή, μια πολύ σημαντική αλλαγή όμως στο line up θα αποδειχθεί καθοριστική για την συνέχεια. Ο τραγουδιστής Dar­ren White αποχωρεί από την μπάντα για να σχηματίσει τους THE BLOOD DIVINE (παίρνοντας μαζί του και το “Rise Pan­theon Dreams”, όπως ήταν να ονομαστεί αρχικά το “The silent enig­ma”) και η μπάντα αποφασίζει να μην ψάξει για καινούριο τραγουδιστή αλλά να αναλάβει αυτόν τον ρόλο ο κιθαρίστας Vin­cent Cavanagh (ο οποίος είναι το μοναδικό μέλος που ήταν μέσα σε όλα, από την αρχή μέχρι την πρόσφατη ανακοίνωση διάλυσης).

Γνώρισα και αγάπησα τους ANATHEMA κατά την “Eternity”/“Alternative 4” εποχή τους, όταν όμως είδα ότι έχουν κι ένα δίσκο που λέγεται “The silent enig­ma”, αλήθεια σκέφτηκα ότι με τόσο υπέροχο τίτλο αποκλείεται να μην είναι καλό. ΠΡΟΦΑΝΏΣ και είχα απόλυτο δίκιο.

Τα φωνητικά του Vin­cent είναι κάτι ανάμεσα σε doom και death, όχι τόσο bru­tal όσο του Dar­ren όμως, τα αδέρφια Cavanagh βάζουν περισσότερη μελωδία σε όλα τα τραγούδια εδώ, ενώ η αποπνικτική και ψυχοπλακωτική ατμόσφαιρα απλώνεται απειλητικά και στα 9 κομμάτια που έχει ο δίσκος, σε ένα track list από το οποίο προκύπτουν αβίαστα μερικά από τα αγαπημένα μου ANATHEMA τραγούδια.

“Rest­less obliv­ion” (το καλύτερο κομμάτι των ANATHEMA κατά Κωστή ευαγγέλιον), “Sun­set of the age” που πολύ αγαπούσε μια ψυχή από το παρελθόν, το ομώνυμο “The silent enig­ma” και φυσικά το υπέροχα οδυνηρό “A dying wish”.

1995, σε ευχαριστώ τόσο πολύ για αυτά που μας έδωσες.

Μίμης Καναβιτσάδος

 

ANTHRAX – “Stomp 442” (Elek­tra/Warn­er)

Υπάρχει μια στιγμή στην καριέρα ενός μεγάλου γκρουπ που όλα γίνονται λάθος, έτσι ξεκινάνε, έτσι εξελίσσονται κι έτσι καταλήγουν στο τέλος. Για τους μεγάλους ANTHRAX, η στιγμή αυτή ήταν ότι ακολούθησε την κυκλοφορία του κορυφαίου “Sound of white noise” το 1993. Ένα άλμπουμ που ήταν το πρώτο τους χωρίς τον Joey Bel­ladon­na, ωστόσο η τότε έλευση του John Bush των ARMORED SAINT (ο οποίος είχε «φτύσει» δις τους METALLICA στα mid ‘80s), έδωσε νέα ώθηση στο συγκρότημα και ο δίσκος πήγε τρομερά καλά, καθώς και χρυσός έγινε, αλλά και έφτασε μέχρι το νούμερο 7 του Bill­board! Οι ANTHRAX άλλαζαν τον ήχο τους χωρίς να είναι πλέον ΜΟΝΟ ΘΡΑΣ (από το “Per­sis­tence of time” του 1990 είχαν φανεί τα σημάδια), αλλά δεν άνοιξε μύτη καθώς η ποιότητα του δίσκου δεν το επέτρεπε. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι στραβές, καθώς ο κιθαρίστας Dan Spitz φεύγει από το συγκρότημα για να γίνει… ωρολογοποιός (αν είναι δυνατόν) και το συγκρότημα συνεχίζει ως κουαρτέτο για πρώτη φορά. Το συγκρότημα αποφασίζει να εμπιστευτεί τους Butch­er Broth­ers για την παραγωγή του δίσκου (Phil και Joe Nico­lo κατά κόσμον) με την επιλογή τότε να προβληματίζει, και όπως αποδείχθηκε όχι άδικα, ενώ τις lead κιθάρες ανέλαβε ο Char­lie Benante.

Μάλιστα, ο ντράμερ/κύριος συνθέτης της μπάντας, ενέταξε στο συγκρότημα και τον κιθαρίστα Paul Crook, ώστε να βοηθήσει στις ηχογραφήσεις προσφέροντας πρόσθετα leads, ενώ η μεγάλη χείρα βοηθείας ήρθε από τον ίδιο τον Dime­bag Dar­rell (αδερφικές οι σχέσεις ANTHRAX/PANTERA και δη με τον συγχωρεμένο), ο οποίος έβαλε κι αυτός το χεράκι του κατά τις ηχογραφήσεις και τον ακούμε μεταξύ άλλων στα “King size” και “Rid­ing shot­gun”, ενώ ήταν παρών για να δίνει και συμβουλές και τη γνώμη του. Ο δίσκος που ονομάστηκε “Stomp 442” ξένισε αρχικά καθώς το… εξώφυλλο (ο θεός να το κάνει) εμφάνιζε μια τεράστια μπάλα απορριμάτων με έναν άνθρωπο να κάνει μπάνιο γυμνός δίπλα της, κι όχι μόνο δε βλεπόταν, αλλά λογοκρίθηκε κιόλας λόγω του τύπου που ήταν γυμνός και μάλιστα η εταιρεία Wall­mart –τεράστιος διανομέας στην Αμερική- αρνήθηκε να το διανέμει, ακριβώς λόγω αυτής της εικόνας. Ένα εξώφυλλο που αρχικά είχε σχεδιαστεί για τον τότε δίσκο του Bruce Dick­in­son, “Laugh­ing in the hid­ing bush”, o οποίος στη συνέχεια ονομάστηκε “Balls to Picas­so”, με τον μεγάλο Βρετανό κοντό να μη μπορεί να το πληρώσει εκείνη την εποχή (!;) και τελικά να καταλήγει στους ANTHRAX. Το εξώφυλλο οδήγησε πολύ κόσμο στο να εκφράσει απόψεις τύπου «ο δίσκος είναι μια μπάλα σκ@τ@».

Το “Stomp 442” έχανε τη σύγκριση με το “Sound of white noise” από τα αποδυτήρια, μόνος διασωθείς ο John Bush που στα φωνητικά έχει κάνει τρομερή δουλειά (άντε και λίγο ο Benante που παίζει κάτι φοβερούς ρυθμούς ώρες ώρες). Δίσκος-όνειδος για το μέγεθος του συγκροτήματος, δεν είναι ότι είναι κακός αλλά αδιάφορος, ανέμπνευστος και κουραστικός ξεκάθαρα. Κάτι πάει να γίνει στην αρχή, που οκ ένα κέφι βγαίνει, μην είμαστε ισοπεδωτικοί, αλλά ισοπεδωτικοί ήταν μια ζωή οι ANTHRAX σε ότι είχαν κάνει ως τότε και μιλάμε για τέτοια διαφορά ποιότητας, που χτύπησε τρομερά άσχημα και πολλοί τους θεώρησαν ήδη τελειωμένους. Το να ακούς τους ANTHRAX να μην παίζουν αποκλειστικά γρήγορα δεν ήταν το πρόβλημα, καθώς είχε επαναληφθεί με ποιότητα, το να τους ακούς όμως σαν βλαχοαμερικανάκια σε σημεία και το να αγκαλιάζουν ένα ψευτοεναλλακτικό ήχο, ε όχι, δε μπορούσε να γίνει ανεκτό. Δίσκος που θα μπορούσε (υπό πολλές συνθήκες) να ανήκει στη δισκογραφία των PRONG ή των HELMET (οι οποίοι βέβαια θα το έκαναν πολύ καλύτερα) και πάλι δε θα ήταν ανεκτός. Μεγάλο χαμένο στοίχημα, τροχοπέδη στην καριέρα τους και απαρχή εποχής αβεβαιότητας που τους συνόδευσε για πολλά χρόνια, κι αν είναι δυνατόν, το επόμενο άλμπουμ (“Vol­ume 8:The threat is real”) ήταν ακόμα χειρότερο!

Άγγελος Κατσούρας

 

ARENA – “Songs from the lion’s cage” (Ver­glas Music)

Οι λάτρεις των πρώιμων MARILLION τους έχουν/έχουμε (εξυπακούεται) πολύ ψηλά στην συνείδηση τους. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, όσο κι αν τους αγαπώ παθολογικά, δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να συμβιβαστεί με μία πολύ προσεγμένη μεν, κόπια τους δε. Ευτυχώς, οι ARENA ποτέ δεν λειτούργησαν –αν και θα μπορούσαν εύκολα- κατ’ αυτό τον τρόπο. Κυρίως γιατί είχαν όραμα. Οι βάσεις, οι επιρροές, οι κινητήριες γραμμές, το εναρκτήριο λάκτισμα, ήταν όλα εκεί. Μην ξεχνάμε πως ο ντράμερ Mick Point­er, ο ιθύνων νους μαζί με τον κημπορντίστα Clive Nolan, υπήρξε μέλος των ηρώων από το Sur­rey με τον γίγαντα –κυριολεκτικά και μεταφορικά- Fish και ηχογράφησε μαζί τους το EP “Mar­ket square heroes” αλλά και το παντοτινό διαμάντι “Script for a jester’s tear”. Ως εκ τούτου, μονόδρομος η συνέχιση της βαριάς κληρονομιάς του παρελθόντος.

Δεν θα αρκούσε όμως κάτι τέτοιο. Απαιτούνταν ένα νέο ξεκίνημα, μία διέξοδος που θα τόνωνε την αυτοπεποίθηση ενός μουσικού που ουσιαστικά εκδιώχθηκε από τους πρώην συνοδοιπόρους του με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να προοδεύσει και να ακολουθήσει τους φυσικούς νόμους της εξέλιξης των υπολοίπων. Λογότυπο, εξώφυλλο, παραγωγή, συνθέσεις, άπαντα σε τελετουργική αρμονία. Η πλάση καλωσορίζει εκείνους που με τους προϋπάρχοντες IQ και PENDRAGON (μέλος τους επίσης ο Nolan), θα δώσουν το φιλί της ζωής σε ξεχασμένους, “σκονισμένους” ήχους από το παρελθόν και θα τους επαναφέρουν στη μνήμη μας. Όχι αναμασώντας αλλά φιλτράροντας την ουσία. Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η παράδοση. Μέσω του neo prog που μπήκε στον χάρτη και εξαιτίας άλμπουμ όπως το ντεμπούτο των ARENA, “Songs from the lion’s cage”.

Το εισαγωγικό “Out of the wilder­ness” δίνει το στίγμα του τι θα επακολουθήσει. Εμφατικά. Και με την μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στην περίσταση. Απολαυστικό και εξόχως επικό το δεκάλεπτο “Val­ley of the kings”. Η οργανική κατά τα ¾ τετραλογία “Cry­ing for help”, επιμελώς “απλωμένη” στην παλέτα του δίσκου προσφέρει πλούσια ηχοχρώματα, το μελωδικό “Jeri­cho” αναδεικνύει τις ικανότητες του τραγουδιστή John Car­son, στο “Midas vision” ο κιθαρίστας Kei­th More προκαλεί απανωτές ανατριχίλες με τα ευφάνταστα solos του, κάτι που βεβαίως συμβαίνει καθ’ ολοκληρία του “SFTLC”… Και οδεύουμε προς το κλείσιμο της αυλαίας… Στο 14λεπτο “Salomon”. Όπου δεχόμαστε τα τελειωτικό χτύπημα… Ο λυρισμός ξεπερνά κάθε πρόβλεψη, οι ARENA λειτουργούν ως μία καλοκουρδισμένη μηχανή παραγωγής συναισθημάτων ανίκανων να ξεφτίσουν στον χρόνο και πιστοποιούν το αδάμαστο του συνθετικού τους οίστρου… Δίσκος κόσμημα, πολύτιμος σύντροφος για κάθε περίσταση και ιδανικό ξεκίνημα μιας λαμπρής –μέχρι και σήμερα- πορείας!

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

AT THE GATES — “Slaugh­ter of the soul” (Ear­ache)

Υπάρχουν άλμπουμ τεράστια, υπάρχουν και άλμπουμ που απλά άλλαξαν το met­al ή τουλάχιστον είχαν τόσο δυνατή επίδραση που δημιούργησαν ολόκληρα κινήματα και νέους μουσικούς προσανατολισμούς. Το melod­ic death met­al που γνωρίζουμε σήμερα, δεν θα ήταν ποτέ αυτό που είναι τώρα αν δεν υπήρχαν οι AT THE GATES και το “Slaugh­ter of the soul”. To “Slaugh­ter of the soul”, με το “The gallery” των DARK TRANQUILLITY και το “Jester race” των IN FLAMES, που κυκλοφόρησε το επόμενο έτος, είναι οι τρεις θεμέλιοι λίθοι του σουηδικού melod­ic death met­al και του ήχου που αποτέλεσε τον πυρήνα του, γνωστός και ως ήχος του Gothen­burg. Κάθε μπάντα με τις διαφοροποιήσεις της και την δική της ταυτότητα. Ήταν όμως το “Slaugh­ter of the soul” το άλμπουμ που είχε την μεγαλύτερη επίδραση και επηρέασε έναν τεράστιο αριθμό συγκροτημάτων. Μεγάλο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα του “Slaugh­ter of the soul”, έπαιξε η μεταγραφή του συγκροτήματος από την Peaceville στην Ear­ache Records, καθώς η Ear­ache έδωσε τον διπλάσιο χρόνο στους AT THE GATES για την ηχογράφηση του δίσκου, κάτι που τους απελευθέρωσε δημιουργικά και τους έδωσε τον χρόνο για να δουλέψουν περισσότερο επάνω στις συνθέσεις τους. Συνθέσεις που είχαν ως βάση το “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” και τις εξέλιξαν στο πιο τέλειο κράμα μελωδικών heavy riffs σε death/trash περιβάλλον.

Όμως η ωριμότητα που έδειξε το συγκρότημα ήταν συνολική, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Οι στίχοι του Lind­berg αποσπάστηκαν από την φανταστική θεματολογία και έγιναν πιο κυνικοί και μισανθρωπικοί, επικεντρωμένοι σε θέματα όπως η παρακμή της κοινωνίας και η αντι-θρησκεία. Το “Slaugh­ter of the soul” είναι μία από αυτές τις στιγμές, που μία μπάντα ότι κάνει στην δημιουργία ενός άλμπουμ, έχει απόλυτη επιτυχία. Από την μεταγραφή σε νέα δισκογραφική, την επιτυχημένη εισαγωγή στοιχείων των επιρροών τους από ston­er-rock μπάντες όπως οι OBSESSED, οι TROUBLE και οι PENTAGRAM, την στιχουργική προσέγγιση των τραγουδιών, την συμμετοχή του Andy LaRocque στο “Cold”, έως τις σαράντα παρακαλώ προσπάθειες, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, που ο Lind­berg είπε το μυθικό πλέον “Go” στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού, έβαλαν από ένα λιθαράκι στην κυκλοφορία ενός ιστορικού δίσκου. Ακόμα και η διάλυση της μπάντας που ακολούθησε λίγο μετά, έβαλε τους AT THE GATES και το “Slaugh­ter of the soul” σε ένα μυθικό επίπεδο και τους έθεσε ως σημείο αναφοράς για ένα κίνημα που χρωστάει σχεδόν τα πάντα σε αυτούς.

Δημήτρης Μπούκης


 
AYREON – “The final exper­i­ment” (Trans­mis­sion)

Το 1992, ο Ολλανδός μουσικός Arjen Antho­ny Lucassen έφυγε από την πρώτη του μπάντα, τους VENGEANCE, και άρχισε να χτίζει το μέλλον του ως σόλο μουσικοσυνθέτης. Όπως όλοι μάλλον γνωρίζετε, αυτό το γεγονός αποτέλεσε το εφαλτήριο για το τεράστιο project που ονομάζεται AYREON. Το 1993, ο Lucassen θα κυκλοφορήσει το ανεπίσημο ντεμπούτο του ως σόλο καλλιτέχνης με τον τίτλο “Pools of sor­row, waves of joy” το οποίο όμως δεν είχε αντίκτυπο, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται τελικά στην δισκογραφία του. Στις 27 Οκτώβρη 1995 ωστόσο κυκλοφορεί το πραγματικό ντεμπούτο των AYREON, “The final exper­i­ment”, που έβαλε τον Lucassen επίσημα στο χάρτη. Και εδώ ακούμε τα βασικά μουσικά και στιχουργικά μοτίβα των AYREON: μίξη συμφωνικού met­al με βαριές κιθάρες και παραδοσιακό prog στα χνάρια των PINK FLOYD και με αρκετές αναφορές στους THE BEATLES με τους οποίους ο Ολλανδός έχει μια σταθερή εμμονή. Πάνω απ όλα όμως, συναντάμε εδώ μια ροκ όπερα που ακολουθεί στα χνάρια των “Tom­my” και “Jesus Christ super­star”, των THE WHO και του Andrew Lloyd Web­ber αντίστοιχα, έργα που αναπόφευκτα ακούμε ως βασικές επιρροές όταν μιλάμε για AYREON και άλλα project (όπως εκείνα του Neal Morse). Τα συμφωνικά, πομπώδη πλήκτρα κυριαρχούν και οι συνθέσεις είναι σε γενικές γραμμές πολύπλευρες, οπερατικές, και φιλόδοξες (συνολική διάρκεια 71 λεπτά – όχι παίζουμε!). Μιλάμε για ένα καλό ντεμπούτο που μόνο του στέκεται αρκετά καλά αλλά σε σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία των AYREON προφανώς και βρίσκεται χαμηλά στη τελική κατάταξη. Από το “The final exper­i­ment” ξεχωρίζουν τρία κομμάτια (τα οποία όλος τυχαίως διάλεξε ο Lucassen για το καταπληκτικό live άλμπουμ “Ayre­on uni­verse” του 2018), τα “Pro­logue”, “Dream­time” και “Merlin’s will”. Όσον αφορά το στιχουργικό κομμάτι, μιλάμε για έναν con­cept δίσκο με τις κλασσικές αναφορές στο τέλος του κόσμου και τον θανάσιμο εθισμό της ανθρωπότητας στην τεχνολογία (θέμα που θα τελειοποιήσει ο Lucassen με την “For­ev­er” μυθολογία και το αριστουργηματικό “Into the elec­tric cas­tle”). Όπως μας έχει μάθει επιπλέον, ο ίδιος έχει αναλάβει τα περισσότερα όργανα καθώς και την παραγωγή ενώ τον πλαισιώνουν ένα σωρό καλεσμένοι μουσικοί και φυσικά γύρω στους δέκα τραγουδιστές που ζωντανεύουν τους χαρακτήρες του con­cept. Οι καλεσμένοι του προέρχονται κυρίως από την Ολλανδική «γειτονιά», όπως ο τρομερός Edward Reek­ers που ακούμε επίσης στα “Actu­al fan­ta­sy”, “Into the elec­tric cas­tle”, και στο “Uni­ver­sal migra­tor part 1: the dream sequencer. Δεν θα αργήσει να επεκταθεί και αποκτήσει έναν σαφώς διεθνή χαρακτήρα το project και διάσημες φωνές όπως οι Han­si Kursch, Rus­sell Allen και James LaBrie θα δημιουργήσουν σταθερούς δεσμούς με τον Lucassen. Ας μη ξεχνάμε όμως πως όλα ξεκίνησαν με αυτό το καλό ντεμπούτο που έθεσε τα πρώτα θεμέλια ενός πολύ αγαπημένου μουσικού project.

Φίλιππος Φίλης

 

BAL SAGOTH — “A black moon broods over Lemuria” (Cacoph­o­ny)

Να είμαστε σωστοί και δίκαιοι. Oι BAL SAGOTH, για όσους μεγαλώσαμε στα 90s, έχουν πρώτα και πάνω από όλα μείνει χαραγμένοι στη μνήμη μας για έναν βασικό λόγο: τους τεράστιους τίτλους των τραγουδιών τους και τις πανδύσκολες στιγμές που μας είχαν προσφέρει όταν προσπαθούσαμε να τους χωρέσουμε όλους στο πίσω μέρος της κασέτας, επιστρατεύοντας συνήθως κάποια έξτρα κόλλα χαρτιού. Το να τους θυμάσαι απέξω, ήταν σχεδόν εκτός συζήτησης, γιατί τότε κάτι γινότανε με μερικούς. Τώρα, ούτε καν!

Φυσικά και θυμόμαστε τη μπάντα και για αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο τους, που θα του βάλουμε την ταμπέλα “epic”, αλλά με ένα πολύ-πολύ γενικό πλαίσιο, καθώς αυτό ήταν κυρίως η ατμόσφαιρα που έδιναν και όχι τόσο το είδος αυτό καθαυτό που έπαιζαν. Αλλά όλα αυτά, στα “Starfire…” (έλα, συμπληρώστε το υπόλοιπο εσείς), “Bat­tle mag­ic” και “The pow­er cos­mic”, τα 3 πιο χαρακτηριστικά 90s άλμπουμ τους. Όχι στο ντεμπούτο τους, το “A black moon broods over Lemuria”, για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ.

Ναι, τα πλήκτρα ήταν πάντα σημαντικότατος παράγοντας στη μουσική αυτών των Άγγλων. Αλλά στο ντεμπούτο τους ήταν πολύ διαφορετικά από ότι στη συνέχεια. Και αυτό γιατί η μουσική τους εδώ ήταν ένα sym­phon­ic black­ened death met­al, με αρκετά doom περάσματα, ένας ήχος που είχε όλα τα στοιχεία της “σκοτεινής” πλευράς της Αγγλικής σκηνής εκείνης της περιόδου. Τα bru­tal και τα black φωνητικά εναλλάσσονται, φέρνοντας στο μυαλό τους CRADLE OF FILTH (ή το ανάποδο, αφού στην ουσία αυτές οι μπάντες ξεκίνησαν την ίδια περίοδο και με παρόμοιο ήχο, αφού και μουσικά είναι κοντά στα ντεμπούτα τους), ενώ τα σημεία που φλερτάρουν με το doom, θα θυμίσουν ατμόσφαιρες από ANATHEMA και PARADISE LOST εκείνης της εποχής. Κοινός παρανομαστής σε όλα αυτά τα σχήματα (και όχι μόνο), ήταν τότε ένας άνθρωπος ονόματι Robert Magoola­gan (γνωστότερος με το ψευδώνυμο Mags), ο οποίος δουλεύοντας στο Acad­e­my Stu­dio του West York­shire, είχε συνεργαστεί με όλες αυτές τις μπάντες στο ξεκίνημά τους, είτε σαν παραγωγός, είτε σαν μηχανικός, δημιουργώντας έτσι ένα συγκεκριμένο ήχο, επιτρέποντας τη χρήση του όρου “Αγγλικής σχολής” για αυτό το παρακλάδι του met­al τότε. Χοντρικά, από το 1993 μέχρι και το 1997, είτε μέσα από demos, είτε EPs, είτε δίσκους, ο άνθρωπος δούλεψε με ANATHEMA, CRADLE OF FILTH, MY DYING BRIDE (με αυτούς δουλεύει ακόμα), PRIMORDIAL, HECATE ENTHRONED, SOLSTICE, PARADISE LOST και DECEMBER MOON μεταξύ άλλων. Οπότε καταλαβαίνετε πολύ καλά τι λέω εδώ.

Το “A black moon broods over Lemuria” λοιπόν, είναι το ντεμπούτο των BAL SAGOTH. Ένας πιο πρωτόλειος δίσκος μεν, με όλες τις παθογένειες ενός ντεμπούτου (ηχογραφημένο σε μόλις 2 εβδομάδες… άλλες εποχές), αλλά αρκετά διαφωτιστικός για τη συνέχεια και την ιδιαιτερότητα αυτής της μπάντας. Εννοείται δεν είχαν βρει ακόμα τον ήχο τους, όμως με την ευκαιρία αυτού του κειμένου, έκατσα να τον ακούσω μετά από αρκετά χρόνια είναι η αλήθεια και από τη μία ξαναθυμήθηκα άλλες εποχές (όπως γενικά παθαίνουμε όλοι με αυτό το αφιέρωμα), από την άλλη δεν μπορώ να παραγνωρίσω το πόσο καλός είναι για την εποχή του. Ειδικά αυτά τα “Dream­ing of Atlantia spires” και “Witch-storm” (με τα απαγγελτά φωνητικά που περιέχει να είναι επίσης προπομπός για το εγγύς μέλλον τους). Θα βάλω και το “Into the silent cham­bers of the Sap­phire­an throne – Val­ley of silent paths”, έτσι, για τον τίτλο και του δείγματος του τι θα επακολουθήσει, ειδικά δύο δίσκους μετά.

Μόνο ωραίες αναμνήσεις από αυτό το σχήμα. Πραγματικά. Είτε μέσω χαβαλέ με φίλους, είτε μουσικά. Χαλάλι οι χαλασμένες κασέτες.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

BENEDICTION – “The dreams you dread” (Nuclear Blast)

Οι πολυαγαπημένοι μου BENEDICTION για 6η συνεχή χρονιά εν έτει 1995 φρόντιζαν να κυκλοφορήσουν κάτι καινούργιο, ολοκληρώνοντας ένα απίστευτο σερί αρχομένης από το 1990. Έτσι τα “Sub­con­scious ter­ror” (1990), “The grand lev­el­er” (1991), “Dark is the sea­son” (EP, 1992), “Tran­scend the Rubi­con” (1993, TO μεγαλείο) και “The grotesque/Ashen epi­taph” (EP, 1994), ερχόταν να διαδεχθεί το νέο τους δημιούργημα με τίτλο “The dreams you dread”. To συγκρότημα μετά την φυγή του Ian Trea­cy πρόλαβε να αλλάξει δυο φορές ντράμερ. Έτσι στο EP του 1994 έπαιξε ο Paul Brooks (τυμπανικός τιτάνας και μόνο για την αρχή στο “The grotesque” αξίζει να μνημονεύεται αιώνια, γύρισμα από άλλο πλανήτη), και στη συνέχεια τη θέση του πήρε ο μόλις 16 ετών τότε (!) Neil Hut­ton! H ηλικία φυσικά δεν εμπόδισε τον νεαρό τότε ντράμερ να μπει στο Rhythm Stu­dio μαζί με το συγκρότημα το Φεβρουάριο του 1995 και να αφήσει άπαντες άναυδους με το παίξιμό του. Ένα παίξιμο δυνατό και με πολύ γεμάτο ήχο, που ταίριαζε γάντι στο νέο ήχο των Βρετανών βετεράνων. Ο οποίος ήχος εδώ που τα λέμε, ήταν κάτι που δεν περίμενε κανείς εκείνη την εποχή. Σε αντίθεση με τον πρότερο (αν)έντιμο βιο τους, οι BENEDICTION δημιούργησαν ένα καθαρά mid tem­po δίσκο.

Mid tem­po με την πλήρη έννοια του όρου, καθώς μιλάμε για ένα αργόσυρτο ως και έρπον στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ. Υπό συνθήκες, αυτό θα ήταν καταστροφή για οποιαδήποτε μπάντα. Έλα όμως που οι τρελάρες Βρετανοί το προσάρμοσαν τόσο όμορφα στον ήχο τους που τους πήγε γάντι και δεν ήταν λίγοι αυτοί που βρήκαν αυτή τη στροφή ιδανική κι άκρως ενδιαφέρουσα. Φυσικά πολύ μεγάλη μερίδα οπαδών (και εχθρών) βρήκαν την κατάλληλη αφορμή να τους στήσουν στον τοίχο, αλλά ως μέγιστοι «σας γράφουμε εκεί που δεν πιάνει η μελάνη» που ήταν μια ζωή (τεράστια όργια και έξω καρδιά άτομα, μπορούν να σε στείλουν στον τάφο από το γέλιο που θα βγάλεις), δεν ίδρωσε το αυτί τους, αλλά αντίθετα είναι και ο αγαπημένος δίσκος του κιθαριστικού δίδυμου Dar­ren Brookes/Peter Rew(insky). Ο δε αγαπημένος μου Βρετανός τραγουδιστής (μετά τον Tony Mar­tin), εδώ πέρα παραδίδει μαθήματα έκφρασης. Ο Dave Ingram πραγματικά παίρνει το παιχνίδι πάνω του και γεμίζει τόσο πολύ τα τραγούδια με την βαθιά και θεατρική του σε σημεία ερμηνεία. Η γλυκιά γκαρίλα του βέβαια σύμφωνα με πάρα πολλούς επικριτές της εποχής, θύμιζε έντονα την αντίστοιχη του Mark “Bar­ney” Green­way των NAPALM DEATH (και πρώτου τραγουδιστή των BENEDICTION βεβαίως βεβαίως!) αλλά ουδόλως μας πειράζει!

Ατραξιόν του δίσκου φυσικά το εναρκτήριο ΘΕΪΚΟ “Down on whores (Leave them all for dead)”, μια μάζα από ριφφ που έρχεται κατά πάνω σου και θέτει το τέμπο του δίσκου εξ αρχής. Ένα τέμπο που «ξεφεύγει» μόνο στο κορυφαίο “Cer­ti­fied…?” και το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει το “The dreams you dread”. To σύνολο είναι κορυφή ότι και να λέγανε διάφορες Κασσάνδρες και πέραν του φοβερού διδύμου “Path of the serpent”/”Saneless the­o­ry” που προηγούνται του ομότιτλου κομματιού, προσωπικά μπορώ να ακούω σε συνεχή λούπα τα αρχικά ριφφ των “Soul­stream” και “Denial” σε λούπα μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Μιλάμε για ασύλληπτο όγκο και ριφφάρες που δε σταματάνε καθόλου στα 45’ που διαρκεί ο δίσκος. Ένας δίσκος που πήρε αρκετά χρόνια να εκτιμηθεί από μεγάλη μερίδα οπαδών, αλλά που είναι αναντίρρητα μια κορυφαία στιγμή και πλέον δεν λείπουν σχόλια τύπου «ο καλύτερος BENEDICTION δίσκος» ή «η πιο ώριμη στιγμή της καριέρας τους». Κι αν το πρώτο δεν ισχύει γιατί το “Tran­scend The Rubi­con” είναι τοπ 5 Ευρωπαϊκών προτύπων του είδους, το δεύτερο σκέλος ισχύει και ποτέ ξανά οι BENEDICTION δεν ακούστηκαν έτσι. Δυο φορές στη συνέχεια μέχρι να βγει το “Grind bas­tard” το 1998, περιόδευσαν με τους DEATH, μετά από επιθυμία του ίδιου του Chuck Schuldin­er, ο οποίος πέρασε τέλεια μαζί τους και οι ίδιοι μέχρι σήμερα το θεωρούν μέγιστη τιμή λέγοντας «δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά από το να σου λέει αυτός ο άνθρωπος ότι του έλειψαν οι φίλοι του και θέλει να μας ξαναδεί».

Take the eyes, take the head, leave them all for dead!

Άγγελος Κατσούρας

 

BLACK SABBATH – “For­bid­den” (I.R.S.)

Τι εποχή και τι άλμπουμ κι αυτό. Τώρα, όλα τα πράγματα, φαντάζουν πολύ πιο απλά, αλλά αν ταξιδέψουμε νοερά πίσω στο 1995, φανταστείτε με τι προδιάθεση υποδέχθηκαν οι οπαδοί των BLACK SABBATH, ένα άλμπουμ που ξεκινώντας από το εξώφυλλο, δεν είχε το γνωστό λογότυπό τους και είχε καρτούν, ενώ την παραγωγή είχε κάνει ο Ernie C, κιθαρίστας των BODY COUNT και στο “The illu­sion of pow­er” συμμετείχε ο Ice‑T. Πιστεύετε ότι προκαταβολικά, για τον μέσο οπαδό των SABBATH, αυτά τα στοιχεία, δεν ήταν αρκετά για να τον κάνουν να αγνοήσει (στην καλύτερη) ή να κράξει το άλμπουμ, χωρίς καν να το ακούσει;

Βρισκόμασταν σε μία περίοδο, που το κλασικό met­al, περνούσε δύσκολες στιγμές και δεν ήταν καθόλου δημοφιλές, οπότε η I.R.S. επέμεινε να αναλάβει την παραγωγή του νέου δίσκου των SABBATH, ο Ernie C, για λόγους που μόνο η ίδια κατάλαβε, τη στιγμή που η σύνθεση του δίσκου, ήταν αυτούσια με αυτή του “Tyr”, ενός άλμπουμ που ήταν πραγματικά πάρα πολύ καλό. Δηλαδή, Tony Mar­tin στα φωνητικά, Cozy Pow­ell στα ντραμς, Neil Mur­ray στο μπάσο, Geoff Nichols στα πλήκτρα και φυσικά ο Tony Iom­mi. Το “For­bid­den”, γράφτηκε και ηχογραφήθηκε σε πολύ λίγες μέρες, λες και το γκρουπ βιαζόταν να το βγάλει, για να απαλλαγεί από το συμβόλαιο με την I.R.S. (διόλου περίεργο) και στη συνέχεια να επανενωθεί με κάποιον από τους προηγούμενους τραγουδιστές, προφανώς τον Ozzy, όπως κυκλοφορούσαν πολύ έντονα φήμες εκείνη την περίοδο. Νιώθω ότι είναι πολύ περίεργη η επιλογή να ξεκινήσει το άλμπουμ με το “The illu­sion of pow­er”, που έχει guest τον Ice‑T και ξέρετε τι με ενοχλεί περισσότερο; Σίγουρα όχι η rapαριστή απαγγελία του τραγουδιστή των BODY COUNT, αλλά όλο το υπόλοιπο κομμάτι και κυρίως τα φωνητικά του Mar­tin, που ενώ όλοι γνωρίζουμε τις δυνατότητές του, ήταν υποχρεωμένος να προσπαθεί να κάνει φωνητικά που δεν τις αναδεικνύουν.

Συνολικά το άλμπουμ, είναι αδύναμο, σίγουρα το χειρότερο της περιόδου με τον Mar­tin (που μας έδωσε πολύ ωραίους δίσκους, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν περισσότερο μετά από αρκετά χρόνια) και από τις πιο αδύναμες στιγμές της παρέας του Iom­mi, με αρκετές κακές κριτικές, ίσως πιο πολλές από κάθε άλλο άλμπουμ τους (όση σημασία κι αν έχει αυτό). Σε προσωπικό επίπεδο, μου ακούγεται βιαστικό και αυτό που με ενοχλεί, είναι η απουσία μελωδικών γραμμών που θα αναδείκνυαν το ταλέντο του Mar­tin, ενώ έχω και αρκετές ενστάσεις για την παραγωγή, χωρίς αυτό όμως να είναι ο τομέας που καταδικάζει τον δίσκο. Έπρεπε να φτάσουμε στο κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το “Kiss of death”, για να ακούσουμε μέρος των δυνατοτήτων αυτού του line-up, ενώ οι καλές στιγμές, είναι μετρημένες (“Get a grip” ή το bluesy “Sick & tired”). Δεν μου κάνει καμία εντύπωση που είχα να το ακούσω καμία εικοσαριά χρόνια. Όταν το επισκέφθηκα εκ νέου για να γράψω αυτές τις αράδες, θυμήθηκα καλά για ποιους λόγους δεν μου άρεσε…

Σάκης Φράγκος

 

BLIND GUARDIAN – “Imag­i­na­tions from the oth­er side” (Vir­gin)

Το πέμπτο άλμπουμ των Γερμανών, στο πέρασμα του χρόνου φαντάζει σαν την κορυφή ενός βουνού. Από την μια, την βλέπεις ως το απόγειο της καριέρας τους. Από την άλλη βέβαια, είναι η αρχή μιας κατηφορικής πορείας, όπως το βλέπουν όλοι που λατρεύουν τους BLIND GUARDIAN από τα πρώτα τους άλμπουμ και τους έβλεπαν να προοδεύουν, να εκσυγχρονίζονται, δίχως να κάνουν εκπτώσεις στο speed met­al που εκπροσωπούσαν μέχρι τότε. Είναι σίγουρα ένας μεταβατικός δίσκος από την επιθετική στάση των πρώτων τεσσάρων, προς περισσότερο συμφωνικούς δρόμους, με όγκο, ατελείωτα over­dubs και πιο πομπώδη έπη. Το ατμοσφαιρικό “A past and future secret” που όταν κυκλοφόρησε σε sin­gle, πριν βγει ο δίσκος μας έκανε να απορούμε για το ύφος του άλμπουμ, με την αίσθηση πως συνοδεύονται από κλασική ορχήστρα και μια μεγαλειώδη παραγωγή. Όταν έφτασε όμως ο ολοκληρωμένος δίσκος, ανοίγει με το ομώνυμο επτάλεπτο, καταιγιστικό τραγούδι που δίνει το στίγμα και ακολουθεί η ομοβροντή του “I’m alive” που διαλύει το σβέρκο μας και δένει με τον προκάτοχό του. Τα lead στις κιθάρες είναι άπειρα, με τον Andre Olbrich να ζωγραφίζει στα σόλο, στα ρεφραίν, στις στροφές αλλά και με γεμίσματα. Τα ρυθμικά μέρη του Mar­cus Siepen είναι καταπληκτικά, δουλεμένα ώστε να δίνουν όγκο, όσο και να προσθέτουν ριφ, μελωδία και με κάποιον μαγικό τρόπο να μην υπερκαλύπτουν την φωνή του Han­si Kursch. Ο τελευταίος, ακούγεται πιο δουλεμένος από ποτέ και η φωνή του σαν να έχει βαθύνει. Τέλος ο Thomas Stauch παίζει τα πιο απαιτητικά τύμπανα της καριέρας του στον πιο pro­gres­sive, sym­phon­ic, speed met­al δίσκο της μπάντας. Το παίξιμό του, όχι μόνο απογειώνει το “Imag­i­na­tions…” αλλά και ανοίγει νέους ορίζοντες για τους GUARDIAN. Βέβαια πολλά από τα παραπάνω, οφείλονται στην παραγωγή του Flem­ming Ras­mussen με τον Δανό να μας δίνει την πιο άρτια δουλειά του. Ακούγοντας ύμνους όπως το “The script for my requiem” (ποιος θυμάται τον πανζουρλισμό στο «Ρόδον» εκείνη την χρονιά;) ή το πανέμορφο “Mordred’s song” και το κλασικό “Bright eyes” ανακαλύπτεις ένα συγκρότημα με νέο όραμα, που γνωρίζει όμως πώς να το πραγματοποιήσει. To “Anoth­er holy war” επαναφέρει τις ταχύτητες σε επίπεδα F1. Αν δεν ήταν τετράλεπτο, θα χάναμε τον drum­mer στα σίγουρα. Και όπως αρμόζει σε ένα αριστούργημα, ολοκληρώνεται με το “And the sto­ry ends”, ίσως το καλύτερο ανάμεσα σε ίσα. Με τα κοψίματα και τις εναλλαγές του ρυθμού να τρελαίνουν. Το “Imag­i­na­tions from the oth­er side” δεν έχει την αναγνώριση στον υπόλοιπο κόσμο που έτυχε στην Ευρώπη, κάτι που δεν μειώνει την αξία του και την σημασία του για την πορεία του συγκροτήματος. Έκτοτε οι BLIND GUARDIAN από «πολλά-υποσχόμενοι» μετατράπηκαν σε ηγέτες του Γερμανικού ήχου και παντοτινοί φύλακες του Συμφωνικού metal.

Γιώργος “I’m alive” Κουκουλάκης

 


BON JOVI – “These days” (Mer­cury)

Το πρώτο μισό αυτής της δεκαετίας ήταν και το αποκορύφωμα καριέρας για το συγκρότημα. Είχε προηγηθεί ο πιο άρτιος δίσκος τους και όταν ξαναέσμιξαν για να δουλέψουν στον διάδοχο του “Keep the faith” τόσο η μουσική πραγματικότητα, όσο και η δική τους ψυχοσύνθεση είχαν αλλάξει. Οι BON JOVI γράφουν ένα ακόμα ώριμο άλμπουμ, διαφοροποιημένο, πιο μελαγχολικό και επιβεβαιώνουν την φόρμα τους. Τραγούδια όπως το “Hey God”, το “Some­thing to believe in” και το “Damned” επιτρέπουν στον Richie Samb­o­ra να φανερώσει την στροφή που έκανε στο πιο south­ern blues rock, κάτι που πήγε ακόμα παραπέρα στο δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ αργότερα. Προσέξτε το σόλο του στο εξαιρετικό “Some­thing for the pain” για παράδειγμα και το γενικότερο κλίμα του δίσκου. Υπάρχει μια πιο γήινη αισθητική, με τον Jon Bon Jovi να αφουγκράζεται την επικαιρότητα και να γράφει στίχους με λιγότερα σιρόπια και κάπως πιο σκοτεινή θεματολογία. Μπορεί οι μπαλάντες του δίσκου να είναι λιγότερο πετυχημένες απ’ ό,τι στο παρελθόν, όμως το “This ain’t a love song” τα πήγε καλά, σε σχέση με το “(It’s hard) Let­ting you go” και το (bonus) “Bit­ter wine”. Με τον Hugh McDon­ald να επιστρέφει μετά το “Run­away” στο μπάσο, το συγκρότημα προσέθεσε αρκετά μέρη με χάλκινα πνευστά και ορχήστρα, δίνοντας επιπλέον ατμόσφαιρα. Περισσότερο λόγω της αλλαγής πλεύσης στις ΗΠΑ, το “These days” δεν έφτασε τα εμπορικά ύψη των προηγούμενων, όμως στην Αγγλία έγινε 4 φορές πλατινένιο και σάρωσε τα πάντα με αποκορύφωμα τις 3 (!!!) sold-out βραδιές στο γήπεδο του Wem­b­ley και τους VAN HALEN στη θέση του sup­port στην Ευρώπη! Επιπλέον το “These days” ως τραγούδι, είναι από τα καλύτερά τους και κοντά στο “Some­day I’ll be Sat­ur­day night” που είχαν βάλει στο “Cross road”. Έχετε προσέξει το καταπληκτικό ριφ στο μέσο ενός ακουστικού τραγουδιού όπως το “My gui­tar lies bleed­ing in my arms” και πείτε μου μετά ποιος έγραφε έτσι. Για κάποιους είναι το καλύτερό τους άλμπουμ (για μένα είναι το προηγούμενο), ασχέτως όμως με αυτό μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους rock δίσκους της δεκαετίας που πατάει στην παράδοση του χώρου, ενώ ήταν απόλυτα σύγχρονος για την εποχή του και εξίσου διαχρονικός σε αξία. Οι BON JOVI για άλλη μια φορά έδωσαν μαθήματα για το πώς να εξελίσσεις τον ήχο σου, διατηρώντας της προσωπικότητά σου, έχοντας αρχίσει να απομακρύνονται από το εφηβικό glam που τους έκανε γνωστούς και δείχνοντας τον δρόμο της επιτυχίας για δεύτερη δεκαετία. Όχι απλά επιβίωσαν, αλλά παρέμειναν στην κορυφή. Α, και η παραγωγή του Peter Collins είναι α‑π-ί-σ-τ-ε-υ-τ‑η.

Γιώργος “Damned” Κουκουλάκης

 


CANCER
– “Black faith” (East­West)

Δύσκολοι καιροί για πολλές μπάντες η περίοδος 1993–1995, αλλαγές επί αλλαγών στο σκεπτικό και τον ήχο και έτσι, οι Βρετανοί τιτάνες CANCER δεν έλειψαν από την λαίλαπα ανακατατάξεων με τον τρόπο τους. Το συγκρότημα παρά την φυγή του «πολύ» James Mur­phy μετά την κυκλοφορία του μνημείου “Death shall rise” το 1991, είδε τον Bar­ry Sav­age να παίρνει την θέση του και παρότι σχεδόν φαινομενικά ακατόρθωτο να φτάσουν τα δυο πρώτα τους άλμπουμ (ντεμπούτου thrash-όλεθρου “To the gory end” συμπεριλαμβανομένου το 1990), μπόρεσαν και κυκλοφόρησαν το επίσης κορυφαίο “The sins of mankind” το 1993, ξανά από τη Vinyl Solu­tion (ακριβώς, την εταιρεία που έβγαλε το θρυλικό ντεμπούτο των BOLT THROWER, “In bat­tle there is no law” το 1988). Παραγωγός τότε ήταν ο Simon Efe­mey ο οποίος μάλιστα είχε δουλέψει και με τους PARADISE LOST, ενώ στη συνέχεια οι CANCER βγήκαν σε περιοδεία ως sup­port των μεγάλων (ΝΑΙ, ΜΕΓΑΛΩΝ) CEREBRAL FIX («Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα φάση»). Τα προβλήματα άρχισαν όταν ο ντράμερ Carl Stokes στούκαρε με τη μηχανή του με ένα φορτηγό της British Tele­com (!!!) και έτσι το συγκρότημα έφερε στη θέση του τον… Nicholas Bark­er (πριν καν εισχωρήσει στους CRADLE OF FILTH), ο οποίος μάλιστα εκείνη την εποχή ανήκε και στους CEREBRAL FIX!

Το 1994 οι CANCER αφήνουν την Vinyl Solu­tion για να υπογράψουν με την πολυεθνική East­West έχοντας μάλιστα παγκόσμια διανομή, από τις πρώτες κάφρικες μπάντες που το κατάφεραν σε αδιανόητα μεγάλη στιγμή που δεν απόλαυσαν πολύ μεγαλύτερες σε όνομα μπάντες. Πάλι με παραγωγό τον Simon Efe­mey, μπήκαν στα Great Lin­ford Stu­dios στο Mil­ton Keynes, ο οποίος μιξαρίστηκε στο στούντιο των PINK FLOYD, Brit­ta­nia Row Stu­dios (!!!) και ο τίτλος του ήταν “Black faith”. Το 4ο άλμπουμ του συγκροτήματος κατάφερε με σχετική άνεση να διχάσει τους πάντες, ξεκινώντας από το επιεικώς ανεκδιήγητο εξώφυλλο (ΠΟΥ ΠΑΣ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ Γ@ΜΩΤΟ;), για να μη σχολιάσουμε καν την απουσία του ιερού παραδοσιακού λογότυπου τους. Η σύνθεση που δεν άλλαξε σε σύγκριση με το “The sins of mankind” (John Walk­er: Κιθάρες, φωνητικά, Bar­ry Sav­age: Κιθάρες, Ian Buchanan: Μπάσο, Carl Stokes: τύμπανα), δεν θύμιζε σε τίποτα την μπάντα που έβαζε φωτιά και λαύρα σε κάθε δίσκο της ως thrash/death ολοκαύτωμα, και μάλιστα ο δίσκος έλαβε χαρακτηρισμούς όπως «Heart­work των φτωχών», ή «Black album κατώτερης κατηγορίας», καθώς και γενικούς καυτηριασμούς ότι οι CANCER προσπάθησαν να μιμηθούν έναν ήχο που δεν τους πήγαινε, αντιγράφοντας συγκροτήματα που έκαναν επιτυχία σε ανάλογες περιστάσεις με τα δικά τους άλμπουμ.

Μέχρι και ψευτο-indus­tri­al/al­ter­na­tive περάσματα θα βρείτε μέσα και σίγουρα το άλμπουμ ήταν ότι κατώτερο παρουσίασαν ως τότε. Δεν είναι και τόσο πολύ ξέκωλο ώστε να μην ακούγεται, αλλά η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Αν το έβγαζαν οι ALICE IN CHAINS εκείνη την εποχή με τα προβλήματα που είχαν ας πούμε, θα μπορούσε να είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ, το “Black faith” όμως πέρασε και δεν ακούμπησε, και όχι μόνο αυτό, αλλά το 1996 και αφού περιόδευσαν έχοντας ως sup­port μια ανερχόμενη Σουηδική μπάντα ονόματι… MESHUGGAH, οι οποίοι τους έκαναν τα ανείπωτα κάθε βράδυ επί σκηνής (στεγνό καθάρισμα σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες), αποφάσισαν να διαλύσουν, επικαλούμενοι «έλλειψη πίστης από άτομα-κλειδιά στην βιομηχανία και ύψιστες μ@λ@κίες της εταιρείας». Το χειρότερο είναι ότι επέστρεψαν ακόμα χειρότεροι μεταξύ 2003–2006 με το EP “Cor­po­ra­tions” (2004) και το δίσκο “Spir­it in flames” (2005) όπου αν το “Black faith” είναι μέχρι ενός σημείου ανεπαρκές, εκεί μιλάμε για τραγωδία πραγματική. Στα μείον του “Black faith” τα φωνητικά του Walk­er που κάποτε ανέπνεε κι έβγαινε οξύ από το στόμα και στο δίσκο θυμίζει ξεδοντιασμένο λιοντάρι, ενώ δεν ξέρω τι όνειρο είδαν αλλά «εκτέλεσαν» στην κυριολεξία και το “Space truckin’” των DEEP PURPLE! Λάθος άλμπουμ τη λάθος στιγμή και φυσικά λογική διάλυση εκείνη την εποχή.

Ευτυχώς τη στιγμή που μιλάμε και κυριολεκτικά από το πουθενά, επέστρεψαν το 2018 με το τρομερά καλό “Shad­ow gripped” του 2018 (δεν το πίστεψε κανείς ότι ήταν τόσο σούπερ) και το ΕΡ “Ball­cut­ter” το 2019. Μακάρι να είχαν βγει αυτά τα άλμπουμ αντί του “Black faith” τότε, ωστόσο αν το ακούσετε χωρίς να ξέρετε περί ποιάς πάλαι ποτέ μπαντάρας πρόκειται, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να το εκτιμήσετε.

Άγγελος Κατσούρας

 

CARCASS — “Swan­song” (Ear­ache)

Οι λατρεμένοι CARCASS το ‘95 βρίσκονται σε ένα σημείο, που πιθανώς όταν ξεκινούσαν, ούτε οι ίδιοι δεν το φαντάζονταν. Της εμπορικής καταξίωσης, με όλα τα βλέμματα να είναι στραμμένα πάνω τους. Μετά το σαματά του αριστουργηματικού “Heart­work” προ διετίας, το air­play του ομώνυμου κομματιού και του “No love lost”, είχε έρθει η ώρα, οι χειρούργοι εκ Liv­er­pool, να πάρουν μια απόφαση: ή θα επαναλάβουν το ίδιο μοτίβο, εκμεταλλευόμενοι τη κεκτημένη ταχύτητα του, ή θα πάνε “αλλού”. Τι από τα δύο επέλεξαν; Η απάντηση, είναι κάπου στη μέση. Και δίνεται στα 49 λεπτά του πέμπτου πονήματος της μπάντας, με τίτλο “Swan­song”. Υπ’ όψιν, ενδιάμεσα, έχει αποχωρήσει από τη μπάντα, ο κιθαριστικός παρτενέρ του Bill Steer (και άρρηκτα συνδεδεμένος με την δεύτερη φάση της μπάντας) Michael Amott, για να αντικατασταθεί από τον Car­lo Regadas.

Πατώντας λοιπόν το “play”, διαπιστώνουμε με ευκολία ορισμένα πράγματα. Κατ’ αρχάς, η βρώμικη και τζαμαριστή διάθεση της μπάντας, που είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται από το “Heart­work”, σε κομμάτια όπως το “Keep on rot­ting in a free world” (έμμεση αναφορά στον γνωστό ύμνο του Neil Young), το “Black­star” (κρατήστε το όνομα στο μυαλό σας, έχει σημασία) ή το προσωπικό μου αγαπημένο “Child’s play” (τι riff-άρα μα τον Τουτατή!), γίνεται ακόμα εμφανέστερη, και αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα τους. Εκμεταλλευόμενοι τον όγκο της παραγωγής της εποχής τους, οι CARCASS διασκεδάζουν με τους εαυτούς τους, αφήνοντας τα χειρουργικά κατά μέρος, και πιάνοντας πιο προσωπικά μα και κοινωνικοπολιτικά θέματα (“Gen­er­a­tion hexed”, “Rock the vote”, “I don’t believe a word”). Δεν παραλείπουν ωστόσο, να δείχνουν τη σύνδεση με την mid-tem­po πλευρά της μπάντας που έγραψε το “Necroti­cism” και το “Heart­work” με κομμάτια όπως το “Room 101” και “Polar­ized”. Το άλμπουμ κλείνει κυκλικά, με το στακάτο “Go to hell” να γυμνάζει για τελευταία φορά το σβέρκο του ακροατή.

Το “Swan­song”, εμπορικά, πήγε καλά. Ωστόσο, προβλήματα με την Columbia/Sony, οδήγησαν σε καθυστέρηση του δίσκου, και εν τέλει βγήκε από την Ear­ache. Τα ίδια προβλήματα οδήγησαν και στη πρώτη διάλυση της μπάντας, χωρίς καν αποχαιρετιστήρια περιοδεία (ως είθισται) και πριν καν βγει το άλμπουμ προς τα έξω. Ο Jeff Walk­er θα έφτιαχνε τους BLACKSTAR (σας είπα ότι θα είχε σημασία αυτό το όνομα), ο Bill Steer τους FIREBIRD. Έτσι, ο τίτλος αποδείχθηκε προφητικός, αλλά όχι απόλυτα αληθινός, μια και οι CARCASS μετά από 17 χρόνια, θα επέστρεφαν στα πράγματα, συναυλιακά πρώτα, μα και δισκογραφικά. Αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία…

Γιάννης Σαββίδης

 

CATHEDRAL — “The car­ni­val bizarre” (Ear­ache)

Μια πολύ ιδιαίτερη μπάντα που αγαπούν οι πιστοί οπαδοί της αλλά σέβονται και δίνουν εύσημα όσοι ασχολούνται με doom, ston­er και psy­che­del­ic rock/metal. Φυσικά μιλάμε για τους CATHEDRAL, οι οποίοι το 1995 κυκλοφορούν τον 3ο τους δίσκο με τίτλο “The Car­ni­val Bizarre”. Είχα γράψει παλιότερα σε άλλη στήλη του περιοδικού για το “The guess­ing game” ότι οι κριτικοί το είχαν χαρακτηρίσει σαν το mag­nus opus των CATHEDRAL και είχα πει ότι εγώ προσωπικά θα διάλεγα άλλο ως αγαπημένο. Έφτασε λοιπόν η στιγμή να μιλήσουμε για το αγαπημένο μου!

Ο υπέροχος κύριος που ακούει στο όνομα Lee Dor­ri­an (antiracist, antifas­cist και… veg­an!) είναι ανέκαθεν ο βασικός ύποπτος για όλη την παράνοια των CATHEDRAL, με άξιο συμπαραστάτη τον εξίσου παρανοϊκό Gar­ry Jen­nings, έχουν πλέον αφήσει πίσω τους τις grind μέρες τους και τις NAPALM DEATH καφρίλες τους και πηγαίνουν την μουσική τους ένα βήμα μπροστά από εκεί που σταμάτησε το “The ethe­re­al mir­ror”, δίνοντάς μας τον πιο σφιχτό και ολοκληρωμένο δίσκο των CATHEDRAL.

Τα mid tem­po κομμάτια είναι σαν να ξεπήδησαν από κάποιο “Mas­ter Of Real­i­ty” ενώ τα low tem­po αν τραγουδούσε κάποιος με τη χροιά, ας πούμε κάποιου Mes­si­ah, θα έμπαιναν στο ίδιο ψηλό ράφι με τους CANDLEMASS. Κλασικός Dor­ri­an με τα σήμα κατατεθέν φωνητικά του, ρεσιτάλ απλότητας αλλά ποιότητας στα riff και τα solo του Jen­nings, περίεργα sam­ples, key­boards και mel­lotron διάσπαρτα σε σημεία αλλά χωρίς να καίγονται από πολυχρησία, και όλα αυτά δένονται και σερβίρονται υπέροχα από την πορωτική γκρούβα των νεοεισερχόμενων στην μπάντα Leo Smee και Bri­an Dixon σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα.

Μαγική λέξη αυτή η γκρούβα! Στα 10 κομμάτια του “The Car­ni­val Bizarre” (συν ένα ενδέκατο bonus track στην Ιαπωνική έκδοση) θα βρεις τον ορισμό της από τους ειδικούς.

Μίμης Καναβιτσάδος

 

CLUTCH — “Clutch” (East­West)

Δεν ξέρω αν το δεύτερο ομότιτλο άλμπουμ των CLUTCH είναι το καλύτερό τους, είναι όμως σίγουρα το ιστορικότερο, καθώς αποτελεί το δισκογραφικό τους big bang. Πρόκειται για την αρχή των πάντων, το σημείο όπου οι punk καταβολές τους αναμειγνύονται με το stoner/blues χαρμάνι του νότου (αν και κατάγονται από την βορειοανατολική πολιτεία του Mary­land). Είναι ο δίσκος που μπερδεύονται οι groovy κιθάρες του Tim Sult με το funky μπάσο του Dan Maines, το πληθωρικό drum­ming του Jean-Paul Gaster με την εμβληματική φωνή του Neil Fal­lon. Και οι τέσσερις τους καταφέρνουν μέσα από μια ποικιλία συνθέσεων να παρουσιάσουν μια πρώτη ιδέα για το ποιοι θα είναι στη συνέχεια οι CLUTCH. Φανταστείτε τον Fal­lon με την παρέα του να κάθονται γύρω από ένα δρύινο βαρέλι, κι ενώ κατεβάζουν το ένα Jack μετά το άλλο, να αποφασίζουν πως θα κατακτήσουν την διεθνή μουσική σκηνή, διότι αυτό ακριβώς θα συμβεί τις επόμενες δεκαετίες. Εκτός από το πειραματικό “Jam Room” του 1999, η δισκογραφική πορεία του συγκροτήματος θα εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα επίπεδα, αφού ο ήχος τους κρύβει μέσα αυτό το κάτι που ψάχνει ο καθένας μας (κι ας προερχόμαστε από διαφορετικές μουσικές αναφορές).

Νίκος Ζέρης

 


CONCEPTION – “In Your Mul­ti­tide”
(Noise Records)

Θυμάμαι σαν τώρα την «τρέλα» που επικρατούσε το 1993 με την δεύτερη δουλειά των CONCEPTION “Par­al­lel minds”, μια από τις καλύτερες που έχει γνωρίσει το power/progressive ιδίωμα. Εκείνα τα χρόνια, αλλά και για πολλά μετά, ειδικά το “Roll the fire” ήταν σταθερά σε κάθε playlist ενός dj σε met­al club, αλλά και σε κάθε μέσο επικοινωνίας heavy met­al μουσικής. Το group έχοντας τότε πια μια πολύ σταθερή μουσική ταυτότητα, θέλησε δυο χρόνια μετά να επαναλάβει αυτό που είχε κάνει. Έτσι στα ράφια των δισκοπωλείων κυκλοφορεί η τρίτη δουλειά τους με τίτλο “In your mul­ti­tude”. Όπως και η προηγούμενη, έτσι και αυτή είχε ένα άκρως «τραβηχτικό» εξώφυλλο, που άμεσα σου κέντριζε το μάτι. Οι πιο παλιοί θα θυμούνται ότι το album είχε κυκλοφορήσει σε δυο εκδόσεις εκτός αυτής σε CD. Η μια ήταν όλος ο δίσκος σε βινύλιο και η άλλη είχε το cd και ένα 12’ σε gate­fold εξώφυλλο που ανοίγοντας το, «πεταγόταν» μια μάσκα. Σίγουρα mar­ket­ing-ίστικα αρκετά ωραίες κινήσεις.

Μουσικά και συνθετικά, το album ακολούθησε την επιτυχημένη συνταγή του προηγούμενου, με συνθέσεις που είχαν την ηχητική ταυτότητα του σχήματος. Ειδικά τα πρώτα 3 τραγούδια “Under a mourn­ing star”, “Mis­sion­ary man” και “Ret­ro­spect”, ήταν λες και το “Par­al­lel Minds” συνεχιζόταν να ακούγεται από τα ηχεία. Από το “Guilt”, τέταρτο τραγούδι και μετά, το συγκρότημα όμως αποφάσισε να γείρει ελαφρώς την ζυγαριά προς την πιο pro­gres­sive πλευρά του, παρά στο σχεδόν ισόποσο μουσικά μοίρασμα που είχε η προηγούμενη προσπάθεια τους. Οι δυνατές και πιο έντονες μουσικά στιγμές, είχαν ελαφρώς μειωθεί, δίνοντας την θέση τους σε πιο ατμοσφαιρικές και αργές, με έμφαση σε περισσότερη μελωδία, παρά σε δυναμισμό, συνθέσεις, κάτι ίσως αρκετά λογικό, αφού αλλιώς θα αναφερόμασταν σε ένα “Par­al­lel Minds No 2”, κάτι που σαφώς οι ίδιοι δεν νομίζω να ήθελαν. Κράτησαν τα όμορφα δομημένα και σωστά τοποθετημένα, σε κάθε σύνθεση, κιθαριστικά ριφ και solos, τις ωραίες «γέφυρες» σε κάθε τραγούδι και μπολιάζοντας τα με την εξαιρετική ερμηνεία του Roy Khan σε κάθε στιγμή του album, δίνοντας του ακόμα περισσότερα cred­its τότε, δημιούργησαν ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Το πολύ σημαντικό ήταν ότι όλες οι συνθέσεις, έδειχναν μια σαφή εξέλιξη του group, όπως βεβαίως, εκείνοι την ένιωθαν. Αυτός ήταν ίσως και ένας από τους λόγους που μέχρι και σήμερα, το album, ακούγεται πάρα πολύ ευχάριστα, και από οπαδούς που δεν έχουν την τόσο υπέρμετρη αγάπη για το pro­gres­sive met­al, αλλά αρέσκονται και σε πιο δυναμικά ιδιώματα. Απόδειξη του πόσο διαχρονικό παραμένει.

Θοδωρής Μηνιάτης

CROWBAR – “Time heals noth­ing” (Pave­ment)

Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι την εποχή εκείνη (1995), οι Αμερικάνοι μάστορες του sludge CROWBAR (όπως και οι διόσκουροι τους EYEHATEGOD, που μαζί καρπώνονται τις ρίζες του ήχου), ήταν από τα βαρύτερα αλλά και ταυτόχρονα πιο απεχθή και δυσκολοχώνευτα συγκροτήματα του πλανήτη. Ένας άκρως αντιεμπορικός ήχος που καθόταν στο λαιμό του καθενός και με όχι ιδιαίτερα μεγάλες προοπτικές για καριέρα (πως τα φέρνει βέβαια η εταίρα η ζωή, πλέον αμφότεροι απολαμβάνουν την μεγαλύτερη δημοτικότητά τους, 25 και βάλε χρόνια μετά και έχουν αναγνωριστεί πλήρως για την προσφορά τους). Το ντεμπούτο των CROWBAR, “Obe­di­ence thru suf­fer­ing” το 1991, απέτυχε παταγωδώς να πουλήσει στοιχειωδώς και να έχει οποιαδήποτε προώθηση, όμως στο δεύτερο ομότιτλο τους άλμπουμ (“Crow­bar”, 1993), μπήκαν τα μεγάλα μέσα, δια χειρός Phil Ansel­mo (PANTERA), o οποίος ως αδερφικός φίλος του ηγέτη/κιθαρίστα/τραγουδιστή Kirk Wind­stein, έκανε την παραγωγή του δίσκου και τους βοήθησε όσο μπορούσε. Μάλιστα, το συγκρότημα κάνοντας και δυο βίντεο κλιπ τότε για τα “All I had (I gave) και “Exis­tence is pun­ish­ment”), άρχισε να απολαμβάνει δειλά-δειλά air­play από το MTV. Ήταν σίγουρα σε καλύτερη μοίρα απ’ ότι με το ντεμπούτο τους και παρότι θεωρούνταν μια under­ground μπάντα, είχαν αρχίσει να αποκτούν έναν μικρό και σταθερό πυρήνα οπαδών.

Τώρα το πώς ο μικρός πυρήνας έφτασε στο να πουλήσει το “Crow­bar” 100.000 αντίτυπα εκείνη την εποχή, και μάλιστα χωρίς και καμία ιδιαίτερη προώθηση από πλευράς Pave­ment Music, το λες και θαύμα, αλλά CROWBAR είσαι, γεννήθηκες για τα δύσκολα που γίνονται εύκολα και τούμπαλιν. 1995 λοιπόν κι έρχεται η ώρα του τρίτου δίσκου ονόματι “Time heals noth­ing”. Ένα άλμπουμ αρκετά περισσότερο ηχητικά προς τον ήχο του “Obe­di­ence thru suf­fer­ing”, έχοντας και κάτι ψήγματα από το πιο groove ήχο του “Crow­bar”. Eνδιάμεσα, το συγκρότημα είχε αρχίσει να λαμβάνει ακόμα περισσότερη προσοχή και πόλος έλξης αποτέλεσε το βίντεο των PANTERA για το “I’m bro­ken”, όπου ο Ansel­mo φοράει μπλουζάκι τους στα μισά πλάνα (και μπλούζα EYEHATEGOD στα άλλα μισά, αυτό θα πει αδερφική υποστήριξη). Έτσι οι CROWBAR σιγά σιγά έβγαιναν στο αφρό, παραμένοντας ωστόσο ένα αουτσάϊντερ σε κάθε περίπτωση. Το “Time heals noth­ing” φυσικά και δεν είναι το ίδιο σούπερ με τον προκάτοχο του, όπως και με τον διάδοχο του (“Bro­ken glass”, 1996, για πολλούς το καλύτερο άλμπουμ της μπάντας). Ωστόσο το πάλεψαν τίμια και κανείς δε μπορούσε να τους προσάψει ούτε εμπορικό ήχο, όπως και ούτε εφησυχασμό και έλλειψη βαρύτητας, σε αντίθεση με το τι πίστευαν διάφοροι εχθροί της εποχής.

Η σύνθεση ήταν ίδια, με τον Wind­stein σε κιθάρα και φωνητικά να πλαισιώνεται από τους Matt Thomas (lead κιθάρες), τον υπερμεγέθη μπασίστα Todd Strange (τι μορφή θεέ μου) και τον παιχταρά Craig Nunen­mach­er στα τύμπανα (πριν μπει μετά στους BLACK LABEL SOCIETY και αποκτήσει το τιμητικό προσωνύμιο “Louisiana light­ning” διά στόματος Zakk Wylde). Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα Ultra­son­ic Stu­dios της Νέας Ορλεάνης και την παραγωγή έκανε το ίδιο το συγκρότημα, με το δίσκο να τα πηγαίνει σχετικά καλά, χωρίς ωστόσο να επαναλάβει την επιτυχία του “Crow­bar”. Έχει κομμάτια-συνώνυμα της ιστορίας τους όπως τα “No more can we crawl”, “Embrac­ing empti­ness”, “Numb sen­si­tive”, έχει ένα ξερό ήχο που το κάνει διαφορετικότερο από οτιδήποτε έχουν κάνει, αλλά για να είμαστε πλήρως ειλικρινείς, πλην του ντεμπούτου τους, δεν είναι καλύτερο από κανένα άλλο άλμπουμ της μπάντας. Υπήρξε μια επανέκδοση του με σχετικά πιο «φιλικό» στο μάτι εξώφυλλο από την Spit­fire (το οποίο είναι πιο χάλια από το κανονικό, ήθελε προσπάθεια αυτό) και μετά την περιοδεία του δίσκου και πριν την ηχογράφηση του “Bro­ken glass”, o Νunen­mach­er παραιτήθηκε και τη θέση του πήρε ο κιθαρίστας των EYEHATEGOD, Jim­my Bow­er. Το “Time heals noth­ing” υποφέρει υπό το βάρος της λοιπής δισκογραφίας τους και δε θα το συνιστούσα ως πρώτη επιλογή για γνωριμία με τη μπάντα.

Υ.Γ.: Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο Wind­stein κράτησε τις κομματάρες για το ντεμπούτο των DOWN, “NOLA” (Α‑ΦΑΚΙΝΓΚ-ΞΕΠΕΡΑΣΤΟ) που κυκλοφόρησε λίγο μετά, έχοντας γράψει το “Rehab” και το “Jail” μεταξύ άλλων, συγχωρεμένος σε κάθε περίπτωση.

Άγγελος Κατσούρας

 


CROWN OF THORNS — “The burn­ing” (Black Sun)

Η ιστορία μας ξεκινάει στο Troll­hät­tan της Σουηδίας στα 1990. Εκεί, ένα τσούρμο αλητάμπουρες, θα ξεκινήσουν παίζοντας νεογνό μελωδικό death met­al. Μιλάμε για μια εποχή που δικαιολογούσε και τα δύο συνθετικά του ο όρος ΑΥΣΤΗΡΑ. Οι τύποι ονομάστηκαν CROWN OF THORNS και από τα δύο πρώτα demo τους (“For­ev­er Heav­en Gone” (1993), “For­get the light” (1994) ), επέδειξαν μια βαθιά thrash ροπή, και τάση να πετάνε τα πάντα μέσα, και για κάποιο λόγο μετά να πετυχαίνει. Με τα πολλά και με τα λίγα, οι τύποι καταλήγουν στα Berno stu­dios για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του 1995. Ο τίτλος αυτού; “The burning”.

Από τις πρώτες νότες του melodeath μακελειού που λέγεται “Of good and evil”, στη σφαγή με black επίστρωση των “Souli­cide-demon knight” και “God­less”, στο εμπνευσμένο προφανώς από τον Tolkien “The lord of the rings”, οι CROWN OF THORNS δέρνουν και δεν σταματούν μέχρι ο σβέρκος να γίνει τοματοπελτές Pumaro (η κριτική περιέχει τοποθέτηση προιόντος)! Το δε “I crawl”, επιδεικνύει την πιο μελαγχολική πτυχή της μπάντας, με μια γλυκιά μελωδία που ανοίγει το κομμάτι και ένα αισθητά πιο μελαγχολικό riff­ing, παρά τα λυσσασμένα blast­beats που ακολουθούν, που φέρνουν μέχρι και Αμερικάνικες death met­al μπάντες κατά νου. Κομμάτια σαν το “For­ev­er heav­en gone” ζέχνουν Αμερική επίσης, αλλά είναι παιγμένα με τη γνωστή Ευρωπαϊκή φινέτσα. Μιλώντας για φινέτσα, να σου το “Earth­born”, που θα μπορούσαν άνετα να το είχαν γράψει σε σημεία οι DISSECTION.

Το “Nev­erend­ing dream” όπως και το “Night of the swords” αποτελούν κομμάτια — θάνατο για κάθε συναυλία, καθώς είναι ατόφια thrash με αρκετή μελωδία για να σου κολλήσει στο μυαλό! Διαφορετική πτυχή παρουσιάζει το “Can­dles” που σε στοιχειώνει με τη κύρια μελωδία του και τον εμβατηριακό του ρυθμό σχεδόν, Τέλος το άλμπουμ κλείνει με το καταιγιστικό “For­get the light” που ξεχνάς το φως και τα πάντα όλα! 6 λεπτά σκότους και ξύλου, στο πιο ίσως black met­al κομμάτι του δίσκου!

Το ντεμπούτο των CROWN OF THORNS στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, καθώς μέσα στα 45 λεπτά του πείθει, παίρνει κεφάλια, και προετοιμάζει το έδαφος για μια ακόμα καλύτερη κυκλοφορία με το όνομα αυτό (“Eter­nal death”), και μια λαμπρή καριέρα μακελέματος και πετσοκόμματος με το όνομα THE CROWN μια ανάσα πριν τη στροφή του 2000.

Γιάννης Σαββίδης


DARKTHRONE – “Panz­er­faust” (Moon­fog)

Ένα χρόνο μετά το “Tran­sil­van­ian hunger”, που τους έφερε σε ρήξη με την, μέχρι τότε εταιρία τους, Peaceville, οι Νορβηγοί επιλέγουν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις με αυτό το δίσκο. Επιλέγουν την εταιρία του Satyr των συμπατριωτών τους SATYRICON και βάζουν στις σημειώσεις του δίσκου ότι δεν είναι ούτε ναζί ούτε έχουν σχέση με την πολιτική, ρετσινιά που τους δόθηκε λόγω της αναγραφής του “Norsk arisk black met­al” στον προηγούμενο δίσκο. Το “Panz­er­faust” είναι ένας μεταβατικός δίσκος, μιας και όλα τα όργανα θα τα ηχογραφούσε μόνος του ο Fen­riz στο τετρακάναλο τους (Necro­hell stu­dios).  Ηχητικά ακολουθεί την γνωστή prim­i­tive ηχητική τους και οι αναφορές στους πρώιμους CELTIC FROST είναι εξόφθαλμες στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου. Ο Noc­turno Cul­to θα έκανε μόνο τα φωνητικά σε ένα αποτέλεσμα που ικανοποίησε μεν τους οπαδούς τους, αλλά ως ένα βαθμό τους προβλημάτισε για την έμπνευση που είχαν για να το γράψουν – πέρα από τις αναφορές στους CELTIC FROST, «δανείστηκαν» ιδέες στο “Quin­tes­sence” και από το project των STORM των Satyr/Fenriz/Kari Rues­lat­ten! Επίσης εδώ είναι και ο δεύτερος και τελευταίος δίσκος που θα συνεισφέρει στιχουργικά ο Varg Vikernes, που δεν έπαψε ποτέ να είναι φίλος με το δίδυμο των DARKTHRONE! Αξιοσημείωτο είναι το στοιχείο της ταχύτητας που διαπνέει όλο το δίσκο εκτός από τα αργόσυρτα “Behold­ing the throne of might” και “The hordes of Neb­u­lah” – ποιος θα πίστευε ότι 9 χρόνια μετά θα παρουσιαζόταν αυτό το κομμάτι από τους SATYRICON με τον Noc­turno Cul­to στα φωνητικά μπροστά στο πολυπληθές κοινό του Wack­en; Αναμφίβολα ο δίσκος αυτός έδειξε τους DARKTHRONE να μην φιλτράρουν τις επιρροές τους στο βαθμό που είχαν κάνει μέχρι τότε, γεγονός που ξεκινά μια νέα περίοδο της μπάντας, της οποίας η ηχητική προσδιόρισε όσο καμία άλλη τον όρο «true Nor­we­gian black metal».

Λευτέρης Τσουρέας

 

DARK TRANQUILLITY — “The gallery” (Osmose)

Πάκα, τουκουτουκου, τουκουτουκου, τουκουπα… σκάσιμο, riff, κραυγή… “We are the out­stretched fin­gers that seize and hold the wind”… και κάπως έτσι κερδάς (sic) από τα αποδυτήρια!

Κάποιοι δίσκοι, μπορεί να μην θεωρούνται οι καλύτεροι μίας μπάντας, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να είναι από τους σημαντικότερους μίας περιόδου, ενός είδους. Και το “The gallery” δεν είναι (για τους περισσότερους) ο καλύτερος δίσκος των D.T., αλλά είναι ο ένας εκ των τριών δίσκων που αποτελούν την ιερή τριάδα του melod­ic death met­al όπως αυτό μας το σύστησε το Γκέτεμποργκ στα μέσα των 90s. Μαζί με τα “The Jester race” των IN FLAMES και φυσικά το αξεπέραστο “Slaugh­ter of the soul” των AT THE GATES, είναι οι τρεις δίσκοι που όρισαν ένα ολόκληρο ιδίωμα, που μέσα από πολλές παραλλαγές και μεταμορφώσεις, υπάρχει δυνατό και σήμερα.

Την εποχή που ο πρώτος δίσκος ήταν λίγο πιο… γενικός και “έμοιαζε με τους τάδε” παρά είχε προσωπικότητα πέραν στιγμών, οι DARK TRANQUILLITY δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση. Ασχέτως αν το “Sky­dancer” είχε αρκετά σημάδια, δεν προμήνυε με τίποτα το “The gallery”. Όπως, για να είμαστε ειλικρινείς, κανένα άλμπουμ των D.T. δεν προμήνυε το επόμενο, μέχρι τουλάχιστον και το “Haven”, που οι αλλαγές από δίσκο σε δίσκο ήταν πολύ έντονες.

Ο πρώτος δίσκος με τον Mikael Stanne στα φωνητικά (αφού στο ντεμπούτο τους τα φωνητικά είχε αναλάβει ο Anders Friden των IN FLAMES… και το αντίστροφο ως γνωστόν), είναι και ο πιο σημαδιακός για την πραγματική αρχή της καριέρας τους και που τους έβαλε στην ελίτ του νεοσύστατου ουσιαστικά, αλλά ταχέως ανερχόμενου melod­ic death met­al. Και όχι άδικα! Η μαγκιά και των τριών “μεγάλων” του είδους, είναι ότι ο καθένας είχε και το δικό του ήχο, τις δικές του πινελιές, τα δικά του χαρακτηριστικά. Και αυτά των D.T. ήταν οι τρομερές εναλλαγές από τα full επιθετικά στα λυρικά ή ατμοσφαιρικά ή min­i­mal σημεία. Αυτή η εναλλαγή στη διάθεση μέσα στο ίδιο κομμάτι, είναι κάτι που είχαν και έχουν. Και αυτό είχε φανεί από το ντεμπούτο τους. Αλλά εδώ το πήγαν πρώτη φορά παραπέρα και το έκαναν πιο δικό τους, δίνοντας τα πρώτα σοβαρά δείγματα της ιδιαίτερης… συνθετικής κουλτούρας τους. Μετά φυσικά το απογείωσαν. Η ποικιλία αυτού του δίσκου είναι από τα χαρακτηριστικά του. Και η ικανότητα της μπάντας να προσαρμόζεται επιτυχώς στο κάθε τι που ήθελε να υποστηρίξει μουσικά. Είτε με τα black­ened riffs, είτε με τα τίγκα μελωδικά leads, είτε με τα πειραματικά περάσματα, είτε με αυτά τα τόσο κολλητικά Σουηδικά μελαγχολικά περάσματα. Και το έδειξαν με τη μία. Ξεκινάς με “Pun­ish my heav­en” που σε πιάνει από το λαιμό και στο ίδιο κομμάτι έχεις αυτό το υπέροχο out­ro που έχει αλλάξει τελείως διάθεση. Συνεχίζεις με κόμματο “Silence and the fir­ma­nent with­drew” (δεν είναι τυχαίο ότι μετά από πολλά χρόνια το είχαν επαναφέρει στα setlist τους στην περιοδεία για το “Con­struct”) με έναν άλλο παντελώς χαρακτήρα, πιο λυρικό και μετά να και το “Eden­spring” με τα πάντα όλα μέσα (εκτός από πατάτες). Και κάπως έτσι συνεχίζει και όλος ο δίσκος. Τα γυναικεία φωνητικά, που μόνο ξένα δεν είναι για τη μπάντα, αφού τα είχαν και στο “Sky­dancer”, υπάρχουν και εδώ, στο ομότιτλο κομμάτι, στο ΕΠΟΣ ΕΠΩΝ που ακούει στο όνομα “Lethe” (και θα στοιχειώνει για πάντα την ατμόσφαιρα με τον ίδιο τρόπο όπως όταν το πρωτάκουσα), αλλά και στο κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το “… of melan­choly burn­ing” φυσικά. Kαι δίνουν το κάτι παραπάνω ακόμα, σε αυτό το ήδη ποικιλόμορφο δημιούργημα.

Το “The gallery” δεν είναι αντικειμενικά ο καλύτερος δίσκος των D.T. (τουλάχιστον για τους περισσότερους). Δεν είναι το πιο εμπορικό δημιούργημά τους. Είναι όμως ο πιο σημαντικός δίσκος τους στη δημιουργία και διαμόρφωση ενός ολόκληρου μουσικού ιδιώματος που μας έδωσε δισκάρες. Και αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο. Ναι, στο “Mind’s I” το πήγαν ακόμα παραπέρα, στο “Pro­jec­tor” ισοπέδωσαν ότι υπάρχει, μετέπειτα έβγαλαν επίσης δισκάρες και σε όλη αυτήν την πορεία επηρέαζαν τις εξελίξεις στο χώρο τους, ναι τα πάντα όλα. Το “The gallery” είναι όμως ο δίσκος του “Lethe”, του “Pun­ish my heav­en”, του “Silence…”, o δίσκος με το εξώφυλλο του Wahlin (έπρεπε να βρω χώρο για τον αγαπητό), ο ένας εκ των τριών δίσκων που χωρίς αυτούς το melod­ic death met­al και η σχολή του Γκέτεμποργκ μπορεί και να ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό. Συγκίνηση.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

DEATH — “Sym­bol­ic” (Road­run­ner)

Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή, ε; Σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα γράφω όχι μια αλλά δύο φορές για τον λατρεμένο μου Chuck Schuldin­er και για τον ίδιο ακριβώς δίσκο. Τούτη τη φορά, υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Γυρίζουμε στα 1995, όπου κατά τη προσφιλή του συνήθεια πλέον να παίζει αυστηρά με ses­sion παίκτες, o Chuck, αποφασίζει να διατηρήσει τον drum­mer — μηχανή Gene Hoglan από το “Indi­vid­ual thought pat­terns”, να προσθέσει τον Bob­by Koe­ble στις κιθάρες, και να συμπληρώσει στο μπάσο τον Kel­ly Con­lon. Ο προσανατολισμός του, μετά την τεχνική στα πλαίσια του ακραίου προσέγγιση του “Indi­vid­ual thought pat­terns”, με το ογκώδες αποτέλεσμα, θα ήταν ξεκάθαρα πιο μελωδικός και με περισσότερο βάρος στο pro­gres­sive σκέλος της μουσικής του, όπως αυτό είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από το “Human” και έπειτα.

Έτσι, το “Sym­bol­ic” όταν βγήκε στις 21 Μαρτίου 1995, από την Road­run­ner, μας παρουσίασε ένα ολοκαίνουργιο κεφάλαιο, επίσης εξαιρετικής ποιότητας όπως ο προκάτοχός του. Από το εισαγωγικό riff του ομώνυμου κομματιού, ο ακροατής καταλαβαίνει πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συμβατικό death met­al άλμπουμ. Παράλληλα όμως, έχουμε να κάνουμε με ένα δίσκο, με έντονη heavy met­al προσβασιμότητα, με κάθε κομμάτι να έχει ένα ή έστω πολλά σημεία που σου κολλάνε σαν τσίχλα στο μυαλό, παρά το τεχνοκρατικό πανηγύρι που γίνεται εντός του δίσκου. Είτε αυτό είναι το μελωδικό solo στο “1,000 eyes”, είτε το ακουστικό άρπισμα στο πρόλογο του ρεφρέν στο “Crys­tal moun­tain”, είτε τόσο το ρεφρέν όσο και το μεσαίο μελωδικό μέρος του “Sacred seren­i­ty”.… Αφήστε το, όλο το δίσκο θα πω πάλι.

Και στο “Sacred seren­i­ty” να σταθούμε λίγο παραπάνω, μια και οι στίχοι του έχουν γραφτεί για πρώτη φορά, για τα ζώα (σε διόρθωση παράλειψης του προηγούμενου σχετικού κειμένου, ευχαριστώ Ανδρέα!). Γνωστός φιλόζωος άλλωστε, ο Schuldin­er, δεν γινόταν να το αφήσει απέξω από τις θεματικές που τον απασχολούν στα πλαίσια αυτού του δίσκου. Οι οποίες αφορούν τόσο κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, όσο και τον ίδιο τον άνθρωπο και ζητήματα εμπιστοσύνης, αντίληψης των καταστάσεων και των βιωμάτων του. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, σε τι μεστότητα υλικού στιχουργικού (πέρα από μουσικού) αναφερόμαστε. Ένα ώριμο διαμάντι του ακραίου ήχου (ακόμα και αν τσινάνε οι πιουρίστες, εκεί εντάσσεται), το οποίο αποτέλεσε άλλο ένα κόσμημα στη δισκογραφία των DEATH.

Το δε κλείσιμο του, με τίτλο “Peren­ni­al quest” είναι ένα οκτάλεπτο υγρό όνειρο κάθε προοδευτικού συγκροτήματος, κάθε μελλοντικά “μελωδικού death met­al” συγκροτήματος αλλά και κάθε συγκροτήματος γενικότερα, με το κλείσιμο να μπορούσε να φτιάξει χρυσές μπαλάντες. Αλλά ο δημιουργός του, αποφάσισε να τα κάνει όλα ένα κομμάτι που δεν αγγίζεται, απλά. Και ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσε να κλείσει αυτό το κείμενο, σαν το μήνυμα Του, από τον άλλο κόσμο:

“Those that stood beside me I’m glad you understand”

Γιάννης Σαββίδης

 

DEFTONES — “Adren­a­line” (Mav­er­ick)

Τα μέλη των DEFTONES έπαιζαν μαζί από πιτσιρικάδες, επηρεασμένοι από την thrash met­al σκηνή και το hardcore/punk των 80’s καθώς κι από αρκετά μουσικά ρεύματα εκτός του ακραίου ήχου όπως το new wave, hip-hop, reg­gae κλπ. Έχοντας έντονη συναυλιακή δραστηριότητα χωρίς να έχουν κάποια επίσημη δουλειά άρχισαν να εμφανίζονται εκτός του Sacra­men­to που ήταν η βάση τους, όπως στο Los Ange­les και στο San Fran­cis­co με συγκροτήματα όπως οι KORN οι οποίοι έκαναν κι αυτοί τα πρώτα τους βήματα ενώ πραγματοποίησαν μία περιοδεία με μία από τις μεγαλύτερες επιρροές τους, τους BAD BRAINS και τους MONSTER MAGNET. Σε ένα από αυτά τα live, τους άκουσαν από τη Mav­er­ick, νεοσύστατη εταιρεία με την Madon­na να είναι μια εκ των ιδρυτών και τους υπογράφει.

Οι DEFTONES μπαίνουν στο Bad Ani­mal Stu­dio στο Seat­tle με παραγωγό τον Ter­ry Date (PANTERA, PRONG, SOUNDGARDEN) και ηχογραφούν σχεδόν εξολοκλήρου live τα τραγούδια που έπαιζαν ήδη αρκετό καιρό. Επιρροές από συγκροτήματα της εποχής όπως οι HELMET, PANTERA και SMASHING PUMPKINS μπορεί να διακρίνονται και το nu-met­al να μην είχε εδραιωθεί ακόμα ως το απόλυτο next-big-thing αλλά αυτή η αίσθηση παρακμής, απομόνωσης και μηδενισμού που έβγαζαν μουσικά και κυρίως στιχουργικά οι DEFTONES με το “Adren­a­line” αποτέλεσαν μαζί με τo ομώνυμο ντεμπούτο των KORN τα επιδραστικότερα άλμπουμ του ιδιώματος αν και οι DEFTONES γρήγορα κινήθηκαν δισκογραφικά σε διαφορετικά μονοπάτια. Τα μέλη των DEFTONES ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους καθώς και οι επιρροές που έφερναν, με τις heavy κιθάρες να οφείλονται στο met­al back­ground του Stephen Car­pen­ter, με φοβερό groove από τον Abe Cun­ning­ham στα τύμπανα, chill μπασογραμμές από τον Chi Cheng και τον τραγουδιστή Chi­no Moreno από κει που ακούγεται τόσο εύθραυστος να τσιρίζει την επόμενη στιγμή γεμάτος απόγνωση.

Σε τραγούδια όπως το “Bored” ακούγεται τόσο στον κόσμο του με τον Ter­ry Date να τον αφήνει ελεύθερο να εκφραστεί και να μπαίνει όποτε θέλει στο τραγούδι, να διαλύει το μικρόφωνο και να συνεχίζει να ηχογραφεί με αυτό και γενικότερα ένα αίσθημα καλλιτεχνικής ελευθερίας υπήρχε καθ’ όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Ο Chi­no Moreno ήταν επίσης αυτός που έφερνε τις DEPECHE MODE και THE CURE επιρροές ενώ δήλωνε έντονα επηρεασμένος κι από το H.R. των BAD BRAINS, στοιχεία που αναπτύχθηκαν στις μετέπειτα κυκλοφορίες των DEFTONES κάτι που ισχύει και για το ίδιο το “Adren­a­line” μιας και σε αυτό υπάρχουν ψήγματα σχεδόν όλων των στοιχείων που λατρέψαμε στο μέλλον από τους ίδιους. Αυτή η πιο heavy και τσαντισμένη πλευρά των DEFTONES λατρεύεται από αρκετούς οπαδούς τους κι ας ακούγεται άγουρη. Δεν είναι τυχαίο πως τραγούδια όπως τα “Root”, “Engine No. 9” και φυσικά το “7 Words” που ο Moreno ουρλιάζει σε βαθμό παραμόρφωσης εκφράζοντας την τσαντίλα του για τους πάντες και τα πάντα τα συναντούμε μέχρι και σήμερα στις συναυλίες τους. To “Adren­a­line” κυκλοφόρησε στις 3 Οκτωβρίου 1995, με μία συσκευή αναρρόφησης για μωρά να δεσπόζει στο εξώφυλλο και το άλμπουμ να φτάνει στην 23η θέση στα Heat­seek­ers Albums chart και να περιοδεύουν ασταμάτητα συμμετέχοντας στην περιοδεία με τους LIFE OF AGONY και ANTHRAX, με τον Ozzy Osbourne και τους KORN, τους WILL HAVEN, τους MAN WILL SURRENDER και HUMAN WASTE PROJECT και φυσικά σε αυτή με τους PANTERA και WHITE ZOMBIE. Έκαναν επίσης ένα πέρασμα από την ταινίας“The Crow: City of angels” και συμπεριλήφθηκαν στο αντίστοιχο sound­track με το “Teething” και ο Chi­no Moreno συμμετείχε στη διασκευή του “Wicked” του Ice Cube, στο “Life is peachy” των KORN.

Κώστας Αλατάς


DEICIDE – “Once upon the cross” (Road­run­ner)

Σωτήριον (ή όχι;) έτος 1995 και κοντά στο Πάσχα εκείνης της περιόδου, σκάει σαν το πλέον βλάσφημο αντίποινο το τρίτο –και τελευταίο αρχι-κορυφαίο- άλμπουμ των DEICIDE. Ο τίτλος δεν φέρει και πολλά περιθώρια λανθασμένων ερμηνειών… “Once upon the cross” λοιπόν, το εξώφυλλο εμφανίζει μια φιγούρα που αναπαριστά τον Εσταυρωμένο, τυλιγμένη σε σεντόνι, με τα σημάδια από τα καρφιά σε χέρια και πόδια ορατά και αίματα να καλύπτουν όλο το σώμα. Οι DEICIDE έχουν κάνει ένα πολύ μεγάλο διάλειμμα ειδικά για εκείνη την εποχή, μετά το “Legion” που κυκλοφόρησε το 1992! 3 χρόνια για εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο διάστημα και ειδικά στο death met­al. Από την εποχή που ξεπήδησε το “Legion” και τέλειωσε μια για πάντα τον ανταγωνισμό του ποιος θα ήταν ο πιο ακραίος (κανείς δεν τόλμησε κάτι αντίστοιχο, αλλά και να το έκανε, μάλλον η σύγκριση θα ήταν εναντίον του), βγήκαν πάρα πολλά διαμάντια στο είδος. Οι DEICIDE λοιπόν για πρώτη φορά αντί να θέτουν το βήμα που οι άλλοι ακολουθούσαν, είχαν κάτι να αποδείξουν και πως μπορούσαν ακόμα να είναι επίκαιροι και μεγαλειώδεις. Το παρελθόν τους επέτρεπε άνεμο αισιοδοξίας και όλοι περίμεναν να δουν πόσο πιο ακραίοι θα ακουστούν από τον προκάτοχο του “Once upon the cross”.

Κι όμως οι DEICIDE τους έπιασαν όλους στον ύπνο. Στα μάτια μου, έπαιξαν σωστά το παιχνίδι του να γράψουν ένα δίσκο πλήρως πιο αντιληπτό και «προσβάσιμο» (για τα δικά τους δεδομένα πάντα) και να συνεχίσουν να έχουν μεγάλη ποιότητα στο υλικό τους. Όχι, το “Once upon the cross” δεν είχε ούτε τη λύσσα και τη thrash-ίλα του ομότιτλου αξεπέραστου ντεμπούτου τους, ούτε και την τεχνική και απίστευτη ακρότητα του “Legion”. Ήταν ένας πλήρως πιο ευθύς δίσκος, με μια παραγωγή που δεν τόνιζε τον όγκο όσο τα δυο προηγούμενα άλμπουμ, αλλά ήταν αρκετά καθαρή για να προκρίνει την ΣΟΒΑΡΗ (το τονίζουμε γιατί κατά καιρούς έχουν ακουστεί ΟΙ βλακείες) πλευρά της μουσικής τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ πολύ στακάτο, που έδινε βάση στην απλότητα των δομών και που και τα 9 κομμάτια είναι το λιγότερο μνημειώδη. Μάλιστα, για πολλούς το “Once upon the cross” αποτελεί ένα από τα τελευταία μεγάλα άλμπουμ όλου του είδους, που ουδείς επανέλαβε στην πορεία (προσωπικά το θεωρώ μέλος της Αγίας Τριάδας που έκλεισε την χρυσή εποχή του death met­al μαζί με το “Dom­i­na­tion” των MORBID ANGEL και το “Pierced from with­in” των SUFFOCATION, καθώς βγήκαν με απόσταση 35 ημερών μεταξύ τους). Όσο για τα κομμάτια καθ’ αυτά…

Το ομότιτλο κομμάτι που ξεκινάει το δίσκο είναι πλέον θρυλικό, δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστεί και να μην προκαλέσει δέος. Η απλότητα στα riff και η κάπως καθαρότερη άρθρωση του Glen Ben­ton, δίνουν το έναυσμα για πολλές επαναλήψεις του δίσκου. Το “Kill the Chris­t­ian”, το “They are the chil­dren of the under­world”, το “Behind the light thou shall rise” ή το “Christ denied” είχαν κι έχουν θέση σε οποιοδήποτε δίσκο τους και όλου του είδους. Ο πολιορκητικός κριός όμως ακούει στο όνομα “When Satan rules his world”, μιλάμε για το τελευταίο ΤΕΡΑΣΤΙΟ riff (μαζί με το αρχικό του “Dawn of the angry” των MORBID ANGEL) στην ιστορία του είδους, Τ‑Ι-Π-Ο-Τ‑Α μετά δεν ακούστηκε ίδιο όπως αυτό. Ο δίσκος πήγε πάρα πολύ καλά φυσικά, οι DEICIDE σε μια εποχή που το είδος έφθινε επικίνδυνα βγήκαν πάλι στον αφρό και φυσικά άφθαρτοι, όσο κι αν κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν για έλλειψη ακρότητας σε σχέση με τα δυο πρώτα άλμπουμ. Ο Glen Ben­ton ακόμα και σήμερα έχει πολύ ευχάριστες αναμνήσεις από την ηχογράφηση και το θεωρεί επαγγελματικό αποτέλεσμα, ενώ ο Steve Asheim τόνιζε πάντα πως η τελική έκδοση του δίσκου (28’ διάρκεια μόλις) ήταν προϊόν της δικής τους πρωτοβουλίας να παίξει τα κομμάτια πιο αργά.

«Το “Once upon the cross” είναι πολύ αργό, ζωντανά παίζουμε αυτά τα τραγούδια πολύ πιο γρήγορα. Για την ακρίβεια πάντα τα παίζαμε πιο γρήγορα απ’ ότι στο δίσκο, καθώς όταν πήγαμε για την ηχογράφηση το ’94 και τα έπαιξα στην ταχύτητα που τα είχαμε προβάρει, καταλήξαμε να έχουμε με τον ίδιο αριθμό κομματιών, υλικό μόλις 22’. 22’ δεν μπορούν να φτιάξουν ένα δίσκο, έτσι επανηχογράφησα τα κομμάτια σε πιο ελεγχόμενο ρυθμό (!!!!!!!) ώστε να φτάσουμε τα 30’» (που και πάλι δεν τα έφτασαν) όπως δήλωνε τότε ο Asheim. Κοινώς αυτό που ακούσαμε (και προσκυνήσαμε, Θεέ μου συγχώρα με) στο “Once upon the cross”, είναι μια μπάντα που έκανε ότι μπορούσε για να ακουστεί «Αργή» και συμβιβάστηκε τρόπον τινά ώστε να έχει ποσότητα υλικού που θα μπορούσε να κυκλοφορήσει. Και μετά μας λέτε να μην κάνουμε συγκρίσεις ή να μη θεωρούμε τους DEICIDE Α και Ω του είδους. Το πώς κατέληξαν στην πορεία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μετά το “Once upon the cross” το διέκριναν όλοι, οι οπαδοί με πόνο και οι (πάμπολλοι) εχθροί με περίσσεια χαρά. Ωστόσο ο δίσκος αυτός σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας χρυσής εποχής, όπου οι DEICIDE έβγαλαν τρεις δίσκους που το 95% όλων εκεί έξω θα ήθελε να έχει στο ενεργητικό του, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να τους το πάρει ποτέ κανείς.

Άγγελος Κατσούρας


DIABOLOS RISING – “Blood, vam­pirism and sadism (Kron‑H)

Το δεύτερο album του project των Mika Lut­ti­nen (IMPALED NAZARENE) και του δικού μας The Μagus (NECROMANTIA) είναι εμφανέστατα πιο ολοκληρωμένο από το ντεμπούτο τους, “666”, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν από την Osmose. Η γαλλική εταιρία έφτιαξε ένα sub label στα mid 90s για να «υποδεχτεί» τέτοιες κυκλοφορίες, που ήταν εκτός extreme met­al και μέσω αυτού κυκλοφόρησε και αυτό το album. Κάθε μέρος του αποτελεί έναν μικρόκοσμο με βάση το beat και τα syn­the­siz­er, είτε οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, είτε είναι πιο πειραματικοί αγγίζοντας το ambi­ent. Στo “Satan­ic pro­pa­gan­da (S.N.T.F. Ris­ing)” θα είχαν την τιμή να συμμετέχει στα φωνητικά και ο Cronos των, τότε επανασυνδεδεμένων, VENOM. Μάλιστα γι’ αυτό το κομμάτι γυρίστηκε και video clip που έκανε air­play και στο Headbanger’s ball  του MTV και κυκλοφόρησε και σε βιντεοκασέτα. Το indus­tri­al στοιχείο σε αυτό το δίσκο παίρνει μια ιδιότυπη μορφή, γεγονός που δείχνει σε μεγάλο βαθμό τις αρετές που είχε το δίδυμο σαν συνθέτες. Είναι ένα από τα album που έδειξε ότι οι μουσικοί που δραστηριοποιούνταν στο χώρο του black met­al στα early/mid 90s, είχαν ακούσματα και συνθετικές ανησυχίες που ξέφευγαν από τα στενά όρια του μεταλλικού κόσμου. Και όταν τα στοιχεία αυτά έβγαιναν έξω είχαν αποτελέσματα σαν αυτόν τον ιδιόμορφο δίσκο, που όμοιό του δεν θα συναντήσετε.

Λευτέρης Τσουρέας


DISMEMBER – “Mas­sive killing capac­i­ty” (Nuclear Blast)

Σε μια δεκαετία ορόσημο για το death met­al, οι Σουηδοί DISMEMBER άφησαν και αυτοί για τα καλά το στίγμα τους, κυκλοφορώντας κάποιες πολύ αντιπροσωπευτικές δουλειές για το συγκεκριμένο είδος. Μια από αυτές είναι και το τρίτο τους άλμπουμ, το κλασικό πλέον “Mas­sive killing capac­i­ty”. Ένας δίσκος που βρήκε τους DISMEMBER σε μια λιγότερο straight­for­ward προσέγγιση σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους, καθώς οι Σουηδοί εξελίσσουν τον ήχο τους αφού εντάσσουν αρκετά μελωδικά στοιχεία, επηρεασμένοι ενδεχομένως από τη σκηνή του Gothen­burg , ενώ και τα riffs ακούγονται πιο groovy και πιασάρικα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που με βάση τα παραπάνω στοιχεία κατηγόρησαν τους DISMEMBER για ξεπούλημα. Τρίχες κατσαρές, απαντώ εγώ. Στο “Mas­sive killing capac­i­ty” οι DISMEMBER παρουσιάζουν έναν συνθετικό οίστρο καθώς εμπλουτίζουν την μουσική τους με νέα στοιχεία, ενώ παράλληλα διατηρούν αυτήν την death n’ roll χροιά που μπορεί να μην είναι τόσο έντονη όσο στις πρώτες δουλειές τους, αλλά είναι εκεί. Εξάλλου οι κακές παρέες (ENTOMBED) δεν κόβονται εύκολα. Τα πάντα σε αυτόν τον δίσκο είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Εμβληματικό εξώφυλλο, ογκώδης παραγωγή και πάνω από όλα πολύ καλές συνθέσεις. Τραγούδια που χαρακτηρίζονται από τα πολύ μελωδικά solos, χωρίς να χάνουν στο ελάχιστο σε τραχύτητα και δύναμη. Και αν υποθέσουμε ότι το εναρκτήριο “I saw them die”είναι το πιο αδύναμο (λέμε τώρα…) κομμάτι του δίσκου, από εκεί και πέρα τα πράγματα απογειώνονται κυριολεκτικά. Η μια κομματάρα διαδέχεται την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς. Δεν νομίζω ότι κάποιος οπαδός του είδους να μείνει ασυγκίνητος ακούγοντας το ομώνυμο κομμάτι, το “Frozen fields” , το ταχύτατο “Wardead” ή ακόμα και το πιο πιασάρικο “Col­lec­tion by blood” με το εθιστικό riff του. Το groove που λέγαμε παρουσιάζεται πιο έντονο στα “Hal­lu­ci­ge­nia” και “Cas­ket gar­den”, με μια ελαφριά εσάνς από PANTERA, πάντα όμως μέσα από το πρίσμα των DISMEMBER. Όσο για τον επίλογο που ανήκει στο “”Life – Anoth­er shape of sor­row” δεν θα είναι υπερβολή αν πω ότι μιλάμε για ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ οι DISMEMBER με τις απίστευτες εναλλαγές στο ρυθμό του. Και βέβαια να αναφέρουμε ότι εδώ θα βρείτε το φανταστικό “Nenia”, ένα από τα δύο instru­men­tal που έχουν γράψει ποτέ οι DISMEMBER (το άλλο είναι το “Phan­toms (of the oath)” από το “The God that nev­er was” του 2006) αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι οι Σουηδοί είναι πολύ μεγάλοι παίχτες. Ξεπούλημα είπατε; Είπαμε, τρίχες κατσαρές.

Θοδωρής Κλώνης

 

DISSECTION — “Storm of the light’s bane” (Nuclear Blast)

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Στο αποψινό επεισόδιο θα σας μιλήσουμε για τον καλύτερο black met­al δίσκο στην ιστορία της ανθρωπότητας και της μουσικής, αυτής της ζωής, όλων των προηγούμενων αλλά και των επόμενων.

Είχα ένα όνειρο, να εξαιρεθεί αυτός ο δίσκος από το παρόν αφιέρωμα και να αποδοθούν οι τιμές που του πρέπουν σε ξεχωριστό άρθρο, κάτι το οποίο προφανώς και ποτέ δεν είπα στον Φράγκο διότι το άκυρο που θα τσιμπούσα θα ήταν πανηγυρικό, άσχετα αν έχω απόλυτο δίκιο (σ. Φράγκου: Θα πας μπροστά παιδί μου εσύ. Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις!!!). “Storm Of The Light’s Bane”, DISSECTION, Νοέμβριος του 1995. Ακολουθεί οπαδικό παραλήρημα:

Λοιπόν. Αυτός ο δίσκος είναι μέσα στους (μετρημένους) εκατομμυριοακουσμένους δίσκους της ζωής μου. Θυμάμαι πιτσιρικάς, πριν το ακούσω, έβλεπα παιδιά να φοράνε το μπλουζάκι με το υπέροχο εξώφυλλο του γίγαντα Necrolord και σκεφτόμουν, φίλε, αυτό πραγματικά μοιάζει πολύ επικίνδυνο. Αυτό που δεν ήξερα ακόμα, είναι ότι αυτός ο δίσκος θα μου άνοιγε μουσικούς ορίζοντες πέρα από τη φαντασία μου και θα επαναπροσδιόριζε τις απόψεις μου για το πως γράφεται και παίζεται το metal.

Κάθε φορά που το βάζω να παίξει, παθαίνω ακριβώς το ίδιο απόλυτο σοκ όπως την πρώτη φορά που τόλμησα να πατήσω το play. Ολοκληρωτικό ρίγος σε όλο το κορμί, ο ορισμός του “πάγωσε όλη η ψυχή μου”. Οι έννοιες χειμώνας, παγωνιά, σκοτάδι, αποκτούν ψυχική υπόσταση, σε τυλίγουν και σε καταλαμβάνουν χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό. Και για το όνομα των θεών, είσαι ακόμα στο intro! Έχουν περάσει πάρα μόνο λίγα δευτερόλεπτα…

Αλήθεια θα μπορούσα να γράψω από ένα κατεβατό για το κάθε κομμάτι ξεχωριστά, αλλά ήδη καταχρώμαι χώρο και χρόνο πολύτιμο. Οι DISSECTION ήταν ο Jon Andreas Nodtvei­dt. Μια μουσική ιδιοφυΐα που με τα λάθη της προσωπικής του ζωής (ας μην επεκταθούμε σε αυτά, είναι γνωστά) κατάφερε να διχάσει και να κριθεί αυστηρά. Μεγάλη κουβέντα ο διαχωρισμός προσωπικής και μουσικής ζωής. Παρόλα αυτά όμως, κανένας δεν μπορεί να του στερήσει το μεγαλείο της κληρονομιάς που άφησε, τρεις δίσκους, αλλά αριστουργήματα.

“Night’s blood”, “Where dead angels lie”, “Thorns of crim­son death” (ενδεικτικά αυτά, δεν υστερούν τα υπόλοιπα) αποτελούν διαμάντια ολόκληρου του met­al μας και είναι από τα πιο ολοκληρωμένα black met­al — και όχι μόνο — κομμάτια. Πραγματικά, πάντα γυρνάει στο μυαλό μου η ίδια σκέψη όταν τα ακούω. Δηλαδή πάει μια μέρα ο Jon στο στούντιο και λέει στους υπόλοιπους “παιδιά, ακούστε λίγο τι σκέφτηκα χθες”, και τους παίζει αυτές τις μελωδίες. Τους παίζει τη μελωδία του “Where dead angels lie”, και λέει, έγραψα και αυτούς τους στίχους. Ρε φίλε, πλάκα μας κάνεις; Αποκλείεται να τα σκεφτεί κοινός ανθρώπινος νους αυτά. Αποκλείεται. Πιο πιθανό θα ήταν να παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Εωσφόρος και να του τα έδωσε. Έτσι, ναι.

Δεν νομίζω να καταφέρει κανένας να φτάσει ποτέ το μεγαλείο του “Storm of the light’s bane”. Όλοι το ξέρουν αυτό όμως, γι’ αυτό και κανένας δεν το προσπάθησε. Αυτή είναι η κορυφαία στιγμή του Black Met­al, η κορυφαία στιγμή του ίδιου του Jon και από τις κορυφαίες ολόκληρου του αφιερώματος στο 1995. Τελικά Σάκη Φράγκο ίσως έπρεπε να κάνουμε όντως ξεχωριστό άρθρο για αυτό. Δεν έχω γράψει ούτε τα μισά από αυτά που ήθελα και του αξίζουν…

Μίμης Καναβιτσάδος


DOKKEN – “Dys­func­tion­al” (Colum­bia)

Νομίζω ότι ο τίτλος του δίσκου αντικατοπτρίζει απόλυτα το sta­tus της κλασικής σύνθεσης των DOKKEN. Μιλάμε για μία μπάντα που μεγαλούργησε στη δεκαετία του ‘80 όντας μόνιμα σε μία κατάσταση τσακωμών, διαφωνιών και έντονου παρασκηνίου που οδήγησε τελικά στη διάλυση. Στις αρχές του 1993 ο Don Dokken κάλεσε στο σπίτι του τον Jeff Pil­son προκειμένου να γράψουν μαζί μερικά τραγούδια για το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του Don μετά το πετυχημένο “Up from the ash­es”. Στην προσπάθεια του Don να εξασφαλίσει συμβόλαιο για την κυκλοφορία του δίσκου, τέθηκε επί τάπητος το θέμα του reunion των DOKKEN. Μάλιστα, ήταν ο θρυλικός John Kalod­ner εκείνος που σχεδόν απαίτησε την επανασύνδεση προκειμένου να κυκλοφορήσει ο δίσκος από τη Sony. Ουσιαστικά, λοιπόν, ο Don δεν είχε και πολλές εναλλακτικές παρά το γεγονός ότι και ο Lynch δεν ήταν ενθουσιασμένος με την όλη προοπτική.… Απλώς, ήταν πολλά τα λεφτά.

Το “Dys­func­tion­al” κυκλοφόρησε αρχικά στην Ιαπωνία στα τέλη του 1994 με διαφορετική μίξη, λιγότερα τραγούδια, άλλο εξώφυλλο και τίτλο απλώς το όνομα της μπάντας. Όταν ο υπόλοιπος κόσμος άκουσε το άλμπουμ μετά από λίγους μήνες ήταν φανερό ότι εδώ είχαμε ένα διαφορετικό σύνολο τραγουδιών που δεν θύμιζαν το κλασικό 80ς ύφος των DOKKEN. Ωστόσο, κατά έναν περίεργο λόγο το “Dys­func­tion­al” σε «κέρδιζε» συν τω χρόνω αφού οι συνθέσεις ήταν πολύ δουλεμένες από την πλευρά της δομής και ενορχήστρωσης αν και φαινόταν ότι ο Lynch μπήκε απλώς στο stu­dio για να ηχογραφήσει τα solos και κάποια ρυθμικά μέρη…ως εκεί. Η μοντέρνα προσέγγιση του Don, με τις νεο-ψυχεδελικές αναφορές και τις BEATLES επιρροές χαρακτηρίζουν το “Dys­func­tion­al” σαν ένα περίεργο αλλά και αξιοσημείωτο άλμπουμ που για κάποιο λόγο θέλεις να το ακούς σε τακτική βάση. Τουλάχιστον, αυτή είναι η προσωπική μου άποψη για ένα δίσκο που πούλησε αξιοπρεπώς για τα δεδομένα των mid-90s αλλά απείχε πολύ από τις ένδοξες μέρες των 80s.

Σάκης Νίκας

 


DOWN
— “Nola” (Elek­tra Records)

Βρισκόμαστε στο 1991 και οι Phil Ansel­mo και Pep­per Keenan, αρχίζουν να μοιράζουν μερικά demo σε γνωστούς, φίλους και οπαδούς χωρίς να αποκαλύπτουν ότι είναι δικό τους υλικό. Τους ζητάνε απλά να πουν την γνώμη τους, αν τους αρέσει ή όχι. Οι δυο τους θα δουλέψουν μέχρι το 1993 δέκα κομμάτια, πριν ο Keenan “πεταχτεί” στους CORROSION OF CONFORMITY για να γράψει το εκπληκτικό “Deliv­er­ance” (1994). Εν πολλοίς ο άγνωστος μέχρι τότε δίσκος είναι έτοιμος. Μόνο οι λεπτομέρειες και τα υπόλοιπα μέλη μένουν, ώστε το μεγαλειώδες “Nola” να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά.

Καλοκαίρι του ’94 και στο στούντιο συνοδεύουν τους Ansel­mo και Ken­nan, οι κύριοι Jim­my Bow­er και Kirk Wind­stien. Όλοι τους εξέχοντες πρεσβευτές του southern/sludge/stoner ιδιώματος, ο καθένας από το δικό του μετερίζι. Και δεν μιλάμε για τίποτα μπαντούλες. Για τους CORROSION OF CONFORMITY τα έχουμε πει και παλιότερα (διαβάστε περισσότερα εδώ), ενώ οι CROWBAR και οι EYEHATEGOD, αν και δεν θέλουν συστάσεις, αρκεί να πούμε ότι πρόκειται για τους πρωτοπόρους της ston­er και ακραίας sludge σκηνής αντίστοιχα.

Στα Ultra­son­ic Stu­dios έμελλε να γραφτεί ένας από τους πιο αγαπημένους δίσκους του ελληνικού κοινού, το οποίο, κακά τα ψέματα, τον ανακάλυψε μετά την άδοξη διάλυση των PANTERA. Όχι άδικα βέβαια, αφού δίσκοι όπως “Cow­boys from Hell” (1990), “Vul­gar Dis­play of Pow­er” (1992) και “Far Beyond Dri­ven” (1994) είχαν μείνει για αρκετό καιρό στο repeat του met­al οπαδού. Πριν είκοσι έξι χρόνια λοιπόν, κυκλοφορεί ο δίσκος που πάντρεψε το τραχύ ston­er με το μελωδικό βλαχο-south­ern. Που συγκέντρωσε κάτω από την σκέπη του όλη την σκηνή της Νέας Ορλεάνης, και που δικαίως φέρει και στο όνομα του το αρκτικόλεξο New Orleans (N.O.), Louisiana (LA).

Για το μουσικό σκέλος τι να σχολιάσει κανείς; Μιλάμε για ένα άλμπουμ που δεν διανοείσαι να προσπεράσεις κάποιο κομμάτι, και που όσο πλησιάζει το τέλος του, τόσο δυναμώνει η έξαψη και η πώρωση των κομματιών. Το “Nola” είναι μια αχανής έκταση που σε όλο το μήκος και το πλάτος της ακούγονται πιασάρικα riffs, ογκωδέστατες και ρυθμικές κιθάρες, καθώς σε δονούν μανιασμένα τύμπανα, ενώ φυσικά αντιλαλεί η τιτανοτεράστια φωνή του Phil Ansel­mo. Αλλά αρκετά με τα λόγια. Όλοι γνωρίζουμε τι εστί “Nola”. Απλά πατήστε το play.

Νίκος Ζέρης

 

EDGUY — “Sav­age poet­ry” (self-released)

Σίγουρα, ούτε ο ίδιος ο αγαπημένος Tobias Sam­met δεν θα μπορούσε να φανταστεί το τι θα επακολουθήσει τα επόμενα χρόνια και σε τι τεράστια ύψη θα φτάσει η δημοτικότητά του, όταν έκανε το… baby step του, με το “Sav­age poet­ry”, πίσω στο 1995. Ένας δίσκος που τώρα, αν είναι ντεμπούτο, αν είναι απλά demo, τι είναι, ανάθεμα και αν μπορώ να πω με βεβαιότητα. Θεωρητικά, είναι ντεμπούτο, γιατί για demo είναι πολύ μεγάλο. Από την άλλη, το κυκλοφόρησαν μόνοι τους και υπέγραψαν στην AFM για το “King­dom of mad­ness” που βγήκε δύο χρόνια μετά. Και συν ότι το επαναηχογράφησαν και το κυκλοφόρησαν ξανά το 2000 μέσω της AFM. Ας το πάρουμε λοιπόν σαν το πρώτο βήμα, γενικά και αόριστα, αφού άκρη δεν βγαίνει.

Οι εποχές που το pow­er met­al ήταν στα φόρτε του και οι νέες μπάντες ξεπηδούσαν από παντού. Ο νεαρός, τότε, Tobias Sam­met, δεν μπορούσε να μείνει στην απέξω και έτσι δημιουργεί τη μπάντα τους, τους EDGUY και μας παρουσιάζεται μέσα από αυτό το άλμπουμ 9 pow­er met­al τραγουδιών, εμπνευσμένα από τον “νονό” του είδους, τον μέγιστο Kai Hansen, κάτι που είναι ευδιάκριτο ειδικά σε μερικές αλλαγές σημείων του άλμπουμ. Ακόμα και ο τρόπος που χρησιμοποιεί τη φωνή του φέρνει σε Hansen πολλές φορές. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον 17χρονο-18χρονο Tobias. Από την αρχή πάντως, είναι ευδιάκριτος ο λυρισμός στα τραγούδια του, κάτι που δεν εγκατέλειψε ποτέ στη δισκογραφική του καριέρα. Και το ότι έχει την ικανότητα να γράφει εξαιρετικές μελωδικές, είπε να το δείξει από την πρώτη του απόπειρα. Γιατί ναι, δεν μιλάμε για δισκάρα εδώ, αλλά απλά για ένα τίμιο άλμπουμ και αρχή μίας πορείας, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει τραγούδια που αξίζουν και με το παραπάνω, όπως για παράδειγμα το εναρκτήριο “Key to my fate”, ή η (κλασικά εκείνη την εποχή) μπαλάντα με πιάνο και φωνή “Sands of time”, για να αναφέρω δύο. Και σου βγάζει ακούγοντάς το αυτήν την… αθωότητα της εποχής μουσικά. Που οι περισσότεροι μεγάλοι τώρα αστέρες ήταν τότε παιδάκια και έκαναν τα πρώτα τους βήματα, κοιτώντας τις αφίσες στο δωμάτιό τους, σκεπτόμενοι απλά να παίξουν ότι αγαπάνε.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως αυτού του δίσκου, είναι ότι στα τύμπανα δεν θα βρούμε τον Felix Bohnke, drum­mer τους από το 1998 και μέχρι και σήμερα, αλλά τον Dominik Storch, στην μία και μοναδική εμφάνισή του σε δίσκο τους. Και αυτή είναι ουσιαστικά η μόνη αλλαγή μέλους στην ιστορία αυτής της μπάντας. Δεν το λες και λίγο.

Το “Sav­age poet­ry” δεν είναι δισκάρα, δεν θα μνημονεύεται για πολλούς λόγους, δεν έχει εκείνα τα τραγούδια που “θα μείνουν”. Είναι όμως η αρχή κάτι πολύ μεγάλου. Η γέννηση της μουσικής οντότητας του Tobias Sam­met, των EDGUY και κυρίως των AVANTASIA.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

ELDRITCH – “Seeds of rage” (Inside Out Music)

Αδίκως ‑αλλά δυστυχώς πλειοψηφικά- η αναφορά και μόνο στα πεπραγμένα του ιταλικού prog/power μόνο ευχάριστους συνειρμούς δεν επιφέρει. Είναι εξόχως ενοχλητικό να υποβαθμίζεται εδώ και τόσα χρόνια ο κομβικός ρόλος και η πολυεπίπεδη προσφορά του στο μεταλλικό οικοδόμημα. Κάτι που εντοπίζεται κυρίως στην προφορά των αγγλικών, στην –σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένη- χρήση των πλήκτρων και στην εν γένει πιο μελωδική προσέγγιση από το αναμενόμενο. Βέβαια αν κάποιος αρέσκεται σε αμιγώς heavy/epic ακούσματα, τότε σαφώς οι TΙΜE MACHINE, οι LABYRINTH, οι ELDRITCH, οι DGM και λοιπές δυνάμεις, οπωσδήποτε βρίσκονται εκτός κάδρου.

Το “Seeds of rage” ως πρώιμο ηχητικό επιστέγασμα εκείνης της αλησμόνητης κασέτας με τίτλο “Pro­mo tracks ‘93”, αποτελεί την πρωτόλεια εικόνα του άμεσου μέλλοντος. Συνεπώς, όσο και αν η έλξη των πρώτων δίσκων ενός καλλιτέχνη αποτελεί φετίχ για τον “βαμμένο” οπαδό, οι Λιβορνέζοι ELDRITCH έδειξαν τις πραγματικές τους δυνατότητες με τα “Head­quake” και “El Nino”. Και αφού πέρασαν τα 00s προσπαθώντας να βρουν την πυξίδα τους στο χάρτη, οι τελευταίες τους κυκλοφορίες είναι πραγματικά ποιοτικές και στο ακηδεμόνευτο πνεύμα του prog/power του παρελθόντος. Ομολογώ πως ακούγοντας το ντεμπούτο τους μετά από αρκετά χρόνια, ένα κύμα αβάσταχτης μελαγχολίας με κυρίευσε. Δεν θα το εντόπιζα ως συναίσθημα παραδοχής για το πώς πέρασαν τα χρόνια, πόσο μεγαλώσαμε κ.ο.κ. αλλά περισσότερο ως ενδυνάμωση της σχέσης του οπαδού με την μουσική που λάτρεψε και εξακολουθεί να λατρεύει. Όντως η παραγωγή δεν διεκδικεί –με τα σημερινά δεδομένα- δάφνες ποιότητας, αλλά εκεί έγκειται το λάθος. Οφείλουμε να κρίνουμε το έργο με τα μάτια της εποχής. Και η εποχή καταδείκνυε ένα σχήμα με όνειρα και φιλοδοξίες, ενθουσιασμό και λαχτάρα να αποδείξει στον κόσμο πως ο ντόρος που είχε πραγματοποιηθεί σε under­ground επίπεδο, μόνο τυχαίος δεν ήταν.

Από το μπάσιμο του “Incur­ably ill” μέχρι και το ακροτελεύτιο “Blind promise” και μέσα σε 50 περίπου λεπτά, οι ELDRITCH ξεδιπλώνουν ένα καθ’ όλα σεβαστό μέρος του συνθετικού ταλέντου τους, ντύνουν ακόμα και τις πιο “βατές” για το ιδίωμα στιγμές, με όμορφα ακουστικά σημεία, πολύτιμες ανάσες για τον in your face άτυπο διαγωνισμό του κιθαρίστα Simone και του πληκτρά Smirnoff. Χαρακτηριστικό δείγμα pro­gres­sive met­al εκείνης της περιόδου το “Seeds of rage”, με έναν άγουρο αλλά με δεδομένες προοπτικές εφ’ όσον θα προσπαθούσε να αναδείξει περισσότερο την προσωπικότητα του, Ter­ence Holler, καταφέρνει να προσφέρει ακόμα και σήμερα απλόχερα χαμόγελα ικανοποίησης.

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

ELECTRIC WIZARD – “Elec­tric wiz­ard” (Rise Above Records)

Δυόμιση σχεδόν δεκαετίες μετά την πανηγυρική γέννηση της μεταλλικής ολότητας, δύσκολα θα μπορούσε να στοιχηματίσει κανείς ότι από τα σπλάχνα της Γηραιάς Αλβιώνας θα ξεπηδούσε κάποιος άξιος συνεχιστής της υπέρλαμπρης Iom­mi-κής εποποιΐας. Μπορεί μεν οι CATHEDRAL να είχαν κάνει την αρχή αλλά μέχρι την έλευση του θριαμβευτικού “The car­ni­val bizarre”, φάνταζε τόσο δειλή ώστε να αμφισβητήσει ανοικτά τον πυρήνα των doom συγκροτημάτων που βασίλευαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού όσο και στον ευρωπαϊκό Βορρά.

Στο παραθαλάσσιο πλην όμως μουντό και απομονωμένο Dorset (Νότια Αγγλία γαρ), η σπίθα της αλλαγής των συσχετισμών ξεκίνησε το 1993 όταν ο κιθαρίστας Jus Oborn άφησε στην άκρη τις light death met­al ονειρώξεις των LORD OF PUTREFACTION, THY GRIEF ETERNAL και ΕTERNAL και αποφάσισε να ξεκινήσει τους ELECTRIC WIZARD έχοντας στο πλευρό του τον μπασίστα Tim Bagshaw και τον Mark Green­ing στα drums. Όσο κι αν συγκερασμός του “Elec­tric Funer­al” με το “The wiz­ard” στο όνομα της μπάντας λειτουργούσε πάνω κάτω ως πρόγευση για το τι ακριβώς θα ακολουθούσε, η κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου της το 1995 μέσα από την Rise Above Records του Lee Dor­ri­an, έσπευσε να κάνει σαφώς πιο ξεκάθαρα τα πράγματα.

Το μουσικό τοπίο που θεμελιώνουν στο πρώτο τους άλμπουμ βρίσκει εν τέλει τους ELECTRIC WIZARD ακόμα ως «κοινούς θνητούς» και πλήρως αγκιστρωμένους στο καλούπι του αγνού, βαρύγδουπου, πεντατονικού doom met­al. Τα ψήγματα μεγαλείου και πρόθεσης για το step-up είναι όμως και αρκετά και ευδιάκριτα. Μόλις άλλωστε (σου τα) σκάει το “Stone mag­net” φτύνοντας μαυρίλα και μισανθρωπική μιζέρια με το τρίπτυχο “no hope, no future, no fuckin’ job” να σου τρυπάει υστερικά τα συκώτια, παίρνεις αμέσως πρέφα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να την βγάλεις καθαρή. Φυσικά, τα μονολιθικά riffs του Oborn αναλαμβάνουν και στη συνέχεια ηγεμονικό ρόλο φανερώνοντας την δύναμη και τις Iom­mi-κές τους καταβολές μέσα από άσματα σαν το “Mourn­ing prayer” και στο occult-ική συνουσία του “Devi’s bride” και δίνοντας παράλληλα επιβλητικό ρεσιτάλ σε ακατέργαστα διαμάντια με χαρακτηριστικότερο όλων το δολοφονικό “Black butterfly”.

Όχι βέβαια πως και οι υπόλοιποι δυο πάνε πίσω. Ίσα ίσα που του δίνουν και καταλαβαίνει, με τον Green­ing να διατηρεί ένα στιβαρό και υπνωτικό tem­po που παίρνει την ανιούσα στο ψυχεδελικό/ambient σάλτο του “Moun­tains of Mars”, τον Bagshaw να ακολουθεί κατά πόδας στο “Behe­moth” και όλοι μαζί να ανοίγουν ύπουλα την κάνουλα των κανναβικών αναθυμιάσεων στο ομώνυμο κομμάτι-έπος του άλμπουμ, έτσι ώστε αυτές να εξελιχθούν σε αναπόσπαστο μέρος του κοσμικού τους οπλοστασίου στην συνέχεια.

Παρεξηγημένο για ορισμένους, εγωϊστικά προβλέψιμο και μέτριο για κάποιους λίγους αλλά τεράστιας σημασίας για τους περισσότερους, το “Elec­tric wiz­ard” προλείανε όσο χρειαζόταν το έδαφος ώστε η βρετανική μπάντα να αναδείξει την πραγματική της αξία στην συνέχεια και να εξασφαλίσει μια για πάντα τιμητική θέση στο stoner/doom πάνθεον. Περιέχει μάλιστα κομμάτια που αν τυχόν κατάφερναν να βρουν θέση στο συναυλιακό setlist της μπάντας σήμερα, θα μας έκαναν με χαρά και άνεση να μουσκέψουμε τα σώβρακα μας.

Κανείς όμως φυσικά και δεν περίμενε, ούτε και μπορούσε να φανταστεί τον εκκωφαντικό, όσο και εξυψωτικό όλεθρο που θα ακολουθούσε στα επόμενα δυο τους άλμπουμ. Μάλλον ούτε και οι ίδιοι εδώ που τα λέμε.

Πάνος Δρόλιας

 

ELEGY — “Lost” (T&T Records)

Το 1995 βρήκε τους συμπαθέστατους Ολλανδούς σε μεγάλα κέφια, να ηχογραφούν και να κυκλοφορούν τον άξιο διάδοχο των “Labyrinth of dreams” και “Suprema­cy”. Είναι γνωστό πως το pro­gres­sive met­al, όπως ΔΥΣΤΥΧΩΣ (το τονίζω αυτό, και δεν είναι φταίξιμο των ιδίων, αυτοί μια χαρά έκαναν τα πάντα) επικράτησε, το δημιούργησαν οι DREAM THEATER όχι εννοείται με το ντεμπούτο τους, μα με το “Images and words”. Οι ELEGY όμως, εξίσου παλιές καραβάνες με το Θέατρο (1986 αυτοί, 1985 οι άλλοι), δεν τους χρειάζονταν ως «οδηγούς» για να βρουν το νόημα της ζωής. Το δικό τους pro­gres­sive met­al, κατά το ήμισυ τουλάχιστον, είχε εμφανέστατες pow­er met­al, hard rock και neo­clas­si­cal καταβολές. Όπως καταλαβαίνεις, σε μια περίοδο που οι κλώνοι των DREAM THEATER ξεπετάγονταν ο ένας μετά τον άλλον και προσπαθούσαν (επί ματαίω οι περισσότεροι) να κοπιάρουν το “Images and words”, οι Ολλανδοί αντλούσαν επιρροές από το “When dream and day unite”, τους RAINBOW, τον Malm­steen και έπαιζαν “pig in the mid­dle” στη προπόνηση με τους επίσης σύγχρονούς τους SHADOW GALLERY και ROYAL HUNT. Το “Lost” είναι ένας δίσκος που θυμίζει περισσότερο το “Labyrinth of dreams” παρά το “Suprema­cy”, με τη διπλή κιθαριστική επίθεση των Henk van der Laars και Gilbert Pot και τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Eduard Hov­in­ga στη φωνή να συναγωνίζονται για το ποιος θα εντυπωσιάσει περισσότερο. Για τον τελευταίο, φαντάσου έναν τραγουδιστή στο επίπεδο του John Arch, αλλά με ακόμη ισχυρότερη και πιο ακροβατική φωνή. Άκουσε τι γίνεται σε κομμάτια σαν το “Span­ish Inqui­si­tion” και ξαναμιλάμε, όταν βέβαια συνέλθεις από το σοκ. Αυτό έμελλε να είναι και το τελευταίο άλμπουμ των ELEGY με αυτή τη σύνθεση. Η συνέχεια θα έβρισκε τον Hov­in­ga στους PRIME TIME (τσέκαρε), στους MOTHER OF SIN και σε guest εμφανίσεις, τα ίχνη του πολύ καλού πληκτρά Ger­rit Hager και του Gilbert Pot να χάνονται (αυτός έκανε ένα πέρασμα από τους HELIOSAGA) και τους εναπομείναντες Mar­tin Hel­man­tel, Dirk Bru­inen­berg και Henk van de Laars να επιστρατεύουν τον Βρετανό Ian Par­ry και να κυκλοφορούν το καλύτερο ίσως άλμπουμ της καριέρας τους, το “State of mind”. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Εσύ, αν θες να ακούσεις πραγματικό, δυναμικό, τεχνοκρατικό met­al α’ διαλογής, και αγνοείς ως τώρα το “Lost”, πάτα play…χθες.

Δημήτρης Τσέλλος

 


EXTREME – “Wait­ing for the punch­line” (A&M)

Τεράστια απογοήτευση ύστερα από τρία πετυχημένα –τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά- άλμπουμ. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 σχεδόν όλα τα συγκροτήματα (κυρίως) από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού προσπαθούσαν να προσαρμοστούν όσο γινόταν καλύτερα στα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί από την άνοδο του εναλλακτικού ήχου και του grunge στην Αμερική. Τα πράγματα ήταν δύσκολα για τις hard rock μπάντες που έβλεπαν τη δημοτικότητά τους στο ναδίρ αντιμετωπίζοντας ξεκάθαρα τον κίνδυνο της εξαφάνισης. Οι EXTREME δεν αποτέλεσαν εξαίρεση και μεταξύ μας δεν τους άξιζε καλύτερη τύχη μετά την κυκλοφορία του χειρότερου τους δίσκου.

Ναι, καταλαβαίνω ότι η πίεση από την εταιρεία ήταν μεγάλη και ότι η μπάντα έκανε το καλύτερο δυνατό. Άλλωστε η ποιότητα και μόνο του Nuno Bet­ten­court και του Gary Cherone είναι αδιαμφισβήτητη. Όμως το αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών και των περιστάσεων. Με μία λιτή και ξερή παραγωγή που δεν θύμιζε σε τίποτα τον ογκώδη ήχο των τριών προηγούμενων κυκλοφοριών, συνθέσεις που μπαλανσάριζαν ανάμεσα σε έναν εναλλακτικό ήχο με funk στοιχεία και Zep­pelin-ικές αναφορές και την κιθάρα του Nuno να προσπαθεί να σώσει τα προσχήματα, το “Wait­ing for the punch­line” αποτυγχάνει παταγωδώς. Η προσπάθεια των EXTREME να ακουστούν επίκαιροι δεν τους βγαίνει αβίαστα και έτσι η μίξη τραγουδιών που θυμίζουν πότε JANE’S ADDICTION και πότε PEARL JAM (με ολίγον τι από το παρελθόν των EXTREME λόγω funk προσανατολισμού) κρίνεται ανέμπνευστη και αποτυχημένη. Η διάλυση ήλθε λίγους μήνες μετά…

Σάκης Νίκας

 

FAITH NO MORE — “King for a day… fool for a life­time” (Slash/Reprise)

Oι FAITH NO MORE ήταν το σχήμα που ειδικά στην χώρα μας πολλοί λάτρευαν να μισούν την εποχή που έβγαζαν τα αριστουργήματά τους στην σειρά. Αυτή η κοντόφθαλμη κριτική δεν είχε να κάνει τόσο με την μουσική τους, αλλά με το γεγονός ότι στην διασκευή του “War Pigs” άλλαξαν σε μια συναυλία τους τον δεύτερο στίχο που λέει “Just like witch­es and black mag­ic” σε “Just like us, they hate Black Sab­bath”. Aυτό ταυτόχρονα θεωρήθηκε ιεροσυλία συν το γεγονός ότι στις αρχές των 90’s, εμφανίσθηκε το funk met­al ιδίωμα, κατηγοριοποιώντας κάποιοι και τους FAITH NO MORE σε αυτό.

Στα της μπάντας τώρα, ήδη από τον προηγούμενο δίσκο “Angel dust” είχαν αποφασίσει να την πάνε αλλού την βαλίτσα, μουσική χωρίς περιορισμούς και όρια μιας και οι επιρροές του ήταν ήδη πάρα πολλές. Το met­al, η soul, η pop, η jazz, η coun­try, το punk, όλα αυτά τους προκαλούσαν το ενδιαφέρον και όλα αυτά με άριστη δεξιοτεχνία κατάφερναν να τα βάλουν και να τα “δέσουν” όλα μαζί σε ένα δίσκο.

Η κατεύθυνση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να δυσανασχετήσει ο κιθαρίστας Jim Mar­tin (ο πιο met­al από όλους τους υπόλοιπους στην μπάντα), με αποτέλεσμα να απολυθεί από το σχήμα τον Νοέμβριο του ‘93 απλά με ένα fax. Eπίσης, οι σχέσεις του με τον τραγουδιστή Mike Pat­ton ήταν άθλιες, δεν μιλιόντουσαν για χρόνια και σύμφωνα με μετέπειτα δηλώσεις μελών του σχήματος λέγεται ότι ο Pat­ton τον μισούσε πραγματικά.

Mετά την απομάκρυνση του Mar­tin, για την θέση του κιθαρίστα είχαν αρχικά προταθεί οι Justin Brod­er­ick (GODFLESH) και Geordie Walk­er (KILLING JOKE) οι οποίοι και αρνήθηκαν την θέση. Έτσι όταν ήρθε η ώρα για το “King for a day….fool for a lifetime”o Pat­ton θα φέρει μόνο για της ηχογραφήσεις, τον κιθαρίστα Trey Spru­ance, του παράλληλου του project ΜR. BUNGLE. Για τις ανάγκες της περιοδείας θα προσλάβουν τον road­ie τους Dean Menta.

H υπόλοιπη μπάντα φαίνεται να τα έχει βρει μεταξύ της και με παραγωγό τον Andy Wal­lace, θα μπει στα Bearsville stu­dios στην Νέα Υόρκη για να δημιουργήσει ένα από τα καλύτερα τους album που πήγε και πολύ καλά εμπορικά τόσο σε Βρετανία (# 5 στα album charts) όσο και σε Αμερική ( #31 στα album charts).

Κομμάτια σαν τα “Get out”, “Dig­gin’ the grave” (το πρώτο sin­gle), “Evi­dence” (το τρίτο sin­gle), το παρανοϊκό και πολύ αγαπημένο μου “Τhe gen­tle art of mak­ing ene­mies”, “Star A.D”, “Richocet” (το δεύτερο sin­gle), είναι μερικά μόνο από τα καλύτερα κομμάτια αυτού του αριστουργήματος. Άλλοτε heavy, άλλοτε soul, pop , “περίεργοι”, οι FAITH NO MORE προσέφεραν ένα τεράστιο αριστούργημα , ένα από τα τρία καλύτερα albums της καριέρας τους και ένα από τα καλύτερα albums της δεκαετίας του 90.

Η περιοδεία για τον δίσκο θα ξεκινήσει από την Βρετανία, θα συνεχίσει στην Αμερική και στην Ευρώπη το καλοκαίρι, η μπάντα θα παίξει σχεδόν παντού, περιόδευσαν στην Ιαπωνία, Αυστραλία και Βραζιλία και τους βλέπουμε να παίζουν σε δεκάδες σχήματα μαζί, μερικά από τα οποία ήταν οι DANZIG, BAD RELIGION, LIMP BIZKIT, FILTER, Ozzy Osbourne, PARADISE LOST, MEGADETH.

To crossover αυτό της μπάντας έμελλε τα επόμενα χρόνια να επηρεάσει μελλοντικά σχήματα όπως οι SYSTEM OF A DOWN και δεκάδες άλλα. Ακόμα και σήμερα οι συνθέσεις του δίσκου διατηρούν την μαγεία τους και ακούγονται φρέσκες και αναλλοίωτες όπως και πριν από 26 χρόνια. Αλλά αυτό δεν κάνουν τα “μεγάλα” albums;

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

FEAR FACTORY — “Deman­u­fac­ture” (Road­run­ner)

Είναι κάποια άλμπουμ που ορίζουν τον ήχο και τον χαρακτήρα ενός συγκροτήματος. Για τους FEAR FACTORY αυτό το άλμπουμ ήρθε μόλις στη δεύτερη ολοκληρωμένη τους δουλειά με το “Deman­u­fac­ture”, δύο χρόνια μετά το ντεμπούτο τους “Soul of a new machine” στο οποίο οι death met­al καταβολές, τα grind ξεσπάσματα και οι indus­tri­al χροιά ήταν διάχυτα. Τα γεγονότα που συνέβησαν στο Los Ange­les στο πρώτο μισό των 90’s, όπως η έξαρση της βίας και η εξέγερση στους δρόμους για τον ξυλοδαρμό του Rod­ney King, η δίκη του O.J. Simp­son και τα ακραία φυσικά φαινόμενα, έδιναν την εικόνα μιας μητρόπολης που κατέρρεε και από τα συντρίμμια θα έπρεπε να φτιαχτεί κάτι καινούριο και αυτό ακριβώς εκφράζει και ο τίτλος του άλμπουμ. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που ηχογραφούσαν στα Chica­go Trax, μέρος που στο παρελθόν είχαν ηχογραφήσει δουλειές τους οι MINISTRY και οι SKINNY PUPPY, με παραγωγό τον Col­in Richard­son (NAPALM DEATH, CARCASS, BOLT THROWER) δυστυχώς αυτή η συνεργασία δεν ευδοκίμησε με τη μεταξύ τους «ψύχρα» να γίνεται αισθητή και στην ηχογράφηση με αποτέλεσμα να «μετακομίσουν» στη Νέα Υόρκη και στα Bearsville Stu­dios, με τους BON JOVI και FAITH NO MORE να ηχογραφούν τα “These days” και “King for a day… Fool for a life­time” στα διπλανά δωμάτια. Εκεί ζητούν τη βοήθεια του Rhys Ful­ber των FRONTLINE ASSEMBLY ο οποίος εκτός από τα πλήκτρα αναλαμβάνει και τη μίξη μαζί με τον Greg Reely και το “Deman­u­fac­ture” αρχίζει να παίρνει τη μορφή που είχαν οραματιστεί οι FEAR FACTORY.

To μετα-αποκαλυπτικό στοιχείο του δίσκου ενισχύθηκε όταν κατά τη διάρκεια της μίξης και του sound-edit στα Enter­prise Stu­dio το συγκρότημα έβλεπε σε μία τεράστια οθόνη μπροστά από την κονσόλα ταινίες όπως τα “Bladerun­ner”, “Ter­mi­na­tor”, “Apoc­a­lypse now” και “Robo­cop” ή έπαιζε “Street fight­er” και “Mor­tal Com­bat”, με το “Zero sig­nal” να συμπεριλαμβάνεται στο sound­track της ταινίας του τελευταίου. Το “Deman­u­fac­ture” αποτέλεσε ένα ρηξικέλευθο άλμπουμ προκαλώντας αίσθηση από τη μέρα της κυκλοφορίας του τον Ιούνιο του 1995. Ο επιβλητικός κοφτός ήχος της κιθάρας του Dino Cazares γίνεται ένα με το μηχανικό drum­ming του Ray­mond Her­rera ο οποίος τον ακολουθεί πιστά, με τις death met­al ρίζες τους να έχουν μία πιο indus­tri­al χροιά πλέον, με έντονη χρήση sam­ples και key­boards αλλά νιώθοντας την ίδια στιγμή το συγκρότημα να εκτονώνεται χωρίς να αποκόπτεται εντελώς από το death met­al παρελθόν του. Αυτή η εξωστρέφεια είχε αρχίσει από το remix EP του “Fear is the mind­killer” και την έκθεσή τους με την tech­no σκηνή όταν είχαν βρεθεί στην Ευρώπη αλλά αυτός που ξεχωρίζει με την πρόοδο του είναι ο Bur­ton C. Bell ο οποίος βρυχάται με απόλυτη άρθρωση και επιθετικότητα και την αμέσως επόμενη στιγμή τραγουδάει με καθαρή και βαθιά φωνή και μελωδικότητα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το “Repli­ca” το οποίο γυρίστηκε και video-clip καθώς και στη διασκευή στο “Dog day sun­rise” των HEAD OF DAVID, βραχύβιο συγκρότημα του Justin Broad­rick των GODFLESH και άμεση επιρροή του Bur­ton C. Bell. Η δημοτικότητά τους εκτοξεύτηκε κατακόρυφα και βρέθηκαν να περιοδεύουν στις Η.Π.Α. με τους MEGADETH, KORN και FLOTSAM AND JETSAM, με τον Ozzy Osbourne, τους IRON MAIDEN και τους BLACK SABBATH στις Η.Π.Α. και στον Καναδά και στην Ευρώπη ως head­lin­ers με τους MANHOLE και DRAIN ενώ εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα fes­ti­val σε ολόκληρη την υφήλιο όπως τα Mon­sters Of Rock, Dynamo Open Air, Big Day Out, Roskilde και φυσικά το Ozzfest. Τον Bur­ton C. Bell την ίδια χρόνια μάλιστα τον «τσίμπησε» ο τεράστιος Geezer But­ler για το project του G/Z/R και το άλμπουμ “Plas­tic plan­et”. To “Deman­u­fac­ture” είναι από τα άλμπουμ που μόνο από τα σπάργανα των 90’s θα μπορούσε να κυκλοφορήσει και παραμένει άφθαρτο και επιδραστικό μέχρι και σήμερα.

Κώστας Αλατάς

 

FIGHT — “A small dead­ly space” (Sony/Epic)

Έχουν περάσει ήδη πέντε χρόνια από τη τελευταία δισκογραφική δουλειά του Rob Hal­ford με τους JUDAS PRIEST (“Painkiller”) και δύο από τη νέα αρχή του με τους FIGHT (“War of words”). Ο μεγάλος front­man έδειχνε να διαγράφει σιγά-σιγά τις περασμένες, ένδοξες μέρες του με τους υπόλοιπους «Ιερείς» και να αφοσιώνεται στις επιταγές της σύγχρονης (τότε) σκηνής. Κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελε να κάνει για να «ανανεωθεί», μένοντας παράλληλα στους JUDAS PRIEST, αλλά τα γεγονότα τον οδήγησαν στην έξοδο. Για το “War of words” τα έχουμε πει πολλές φορές. Η αξία του είναι τέτοια που εξαρχής δεν σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και στη πορεία, με τη πάροδο των ετών, «μεγάλωσε» καλά και έφτασε να θεωρείται από τις πραγματικά καλές δισκογραφικές δουλειές του Rob. Το “A small dead­ly space” όμως, απέτυχε να το διαδεχτεί. Όχι, δεν (πρέπει να) αποτελεί πρόβλημα η ακόμη πιο σύγχρονη οπτική του. Εντάξει, καταλαβαίνω, υπάρχει κόσμος εκεί έξω που δεν ανέχεται να ακούει τη φωνή του Hal­ford να «πατά» επάνω σε «βιομηχανικό» met­al ήχο, όπου ακούς από PANTERA μέχρι FEAR FACTORY, KORN και ALICE IN CHAINS. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους, που δεν έχουμε θέμα με το είδος και κοιτάμε αποκλειστικά την αξία και τη ποιότητα των συνθέσεων, το “A small dead­ly space” αποτελεί μια «γκρίζα», μη πω «μαύρη», σελίδα, στο βιβλίο των «Hal­ford πεπραγμένων». Εξαιρουμένου του “Beneath the vio­lence” που ανοίγει τον δίσκο (το μοναδικό πραγματικά αξιόλογο κομμάτι, και αυτό γιατί είναι γεμάτο JUDAS PRIEST ιδέες) η συνέχεια είναι απογοητευτική. Με τον Mark Chaussee στη δεύτερη κιθάρα στη θέση του Russ Parish (γνωστού εδώ και χρόνια από τους STEEL PANTHER) και τους υπόλοιπους (Tilse, Jay, Travis) στα πόστα τους, η μπάντα του Hal­ford θα μπορούσε απλά να συνεχίσει στο ύφος του “War of words” και να καταθέσει άλλον έναν εξαιρετικό δίσκο. Αντ’ αυτού, θέλησε όχι να πειραματιστεί ακόμη περισσότερο, αλλά να ανέβει στο τραίνο του μοντέρνου met­al της εποχής, όταν αυτό βρισκόταν εν κινήσει. Αποτέλεσμα; Έχεις δει σε κάποια έργα (κυρίως west­ern) κάποιους που χάνουν την ισορροπία τους και εκτοξεύονται από το βαγόνι, κουτρουβαλώντας και τσακίζοντας ό,τι κόκκαλο υπάρχει; Ε, κάπως έτσι τσακίστηκαν και οι FIGHT.

Δημήτρης Τσέλλος

 

FIREHOUSE – “3” (Epic/Sony)

Στο ντεμπούτο τους, είχαν γράψει ένα “All she wrote”, ένα “Overnight sen­sa­tion”, ένα “Don’t treat me bad” και από μπαλάντες, το “Love of a life­time”. Οι FIREHOUSE συνέχισαν στο “Hold your fire” με τα “Reach for the sky” ή το “When I look into your eyes”. Στο “3”, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Φάνηκε έντονα το γεγονός ότι άργησαν να εμφανιστούν στο προσκήνιο, αφού το 1990 που κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, τα μεγάλα συγκροτήματα του hard rock/hair met­al, όπως θέλετε πείτε το, είχαν ήδη γίνει τεράστια. Το 1995, το grunge ήδη είχε σχεδόν αφανίσει όλα τα γκρουπ που έπαιζαν σ’ αυτό το στυλ και όσοι δεν είχαν κλείσει το μαγαζί, είχαν φροντίσει να αλλάξουν ύφος και να προσαρμοστούν στα δεδομένα της εποχής. Οι FIREHOUSE, αποφάσισαν να κινηθούν στην αντίθετη κατεύθυνση από τους περισσότερους, στρεφόμενοι σε πιο soft/pop μονοπάτια, ξεκινώντας από την παραγωγή. Δεν υπάρχει edge κι αυτό γίνεται αντιληπτό από το “Love is a dan­ger­ous thing”, που ανοίγει το δίσκο, ενώ έχουν και στιγμές, όπως το “Try­ing to make a liv­ing” (λέτε να αναφέρεται στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν στη μουσική βιομηχανία;) ακούγονται και αρκετά funky σημεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τον δίσκο αυτόν, το μόνο που θυμούνται οι οπαδοί τους, είναι οι δύο μπαλάντες, “Here for you” και “I live my life for you”, που κι αυτές είναι ελάχιστα εφευρετικές σε ότι αφορά τον τίτλο, αλλά και τη μουσική, αφού όλο και θυμίζουν τις προηγούμενες επιτυχίες τους. Δεκτή κάθε προσπάθεια πειραματισμού, μόνο που από εμένα, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι «όχι».

Σάκης Φράγκος

 

FLOTSAM AND JETSAM – “Drift(MCA Records)

Οι FLOTSAM AND JETSAM το 1995, είχαν ήδη 9 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας στη σκηνή, με 4 δουλειές, εκ των οποίων οι δυο πρώτες “Dooms­day for the receiv­er” το 1986 και “No place for dis­grace” το 1988, θα αποτελούν για πάντα δίσκους-μνημεία στην ευρύτερη heavy met­al σκηνή, και προσωπικά θεωρώ ότι θα τους «στοιχειώνουν» για πάντα.

Το 1995 λοιπόν, κυκλοφορούν την πέμπτη δουλειά τους με τίτλο “Drift”, τρίτη στην σειρά στην ίδια εταιρία και τελευταία σε αυτή, αφού στην επόμενη θα ξαναγύριζαν σε αυτή που τους ανέδειξε. Στο “Drift”, το συγκρότημα, θέλησε να προσθέσει και κάποια άλλα μουσικά είδη στα τραγούδια του. Κράτησε το ύφος και στυλ δόμησης της σύνθεσης των τραγουδιών που είχε παρουσιάσει στις προηγούμενες δουλειές, αφήνοντας πίσω όμως τις πιο thrashy καταβολές, επιλέγοντας να παίξει πιο straight met­al μουσική σε πιο μοντέρνο μουσικό μοτίβο, βάζοντας και κάποια indus­tri­al, grunge και alter­na­tive στοιχεία που σίγουρα οι οπαδοί δεν είχαν συνηθίσει να ακούν από το συγκρότημα. Τότε αρκετά groups είχαν κάνει κάποιες αλλαγές στον ήχο τους, κάτι που και οι FLOTSAM AND JETSAM ακολούθησαν.

Έτσι ενώ το εναρκτήριο “Me”, είχε την μουσική τους σφραγίδα, τα υπόλοιπα τραγούδια είχαν περίσσιο groove, αναμεμιγμένο με τα προαναφερθέντα μουσικά είδη που, ναι μεν δεν ηχούσαν άσχημα, απείχαν όμως σε ηχητικό σύνολο από ότι είχε ήδη παρουσιαστεί στο παρελθόν. Το “Drift”, είχε πορωτικά ριφ, δυναμικά ρεφραίν, ξεσηκωτικό feel­ing και για άλλη μια φορά έναν Eric A.K που από μικροφώνου, απέδιδε όσο καλύτερα γινόταν την κάθε σύνθεση, «κρατώντας» όλη την δουλειά. Το album όμως, απευθυνόταν σε πιο ανοιχτόμυαλους ακροατές, παρά σε πιο φανατικούς με τα προηγούμενα albums, οπαδούς. Αν άκουγες το δίσκο απερίσκεπτα, χωρίς συγκρίσεις, ίσως να ανακάλυπτες τραγούδια που θα σου έκαναν, άμεσα το κλικ και θα τα θεωρούσες αξιόλογα, αλλά μέχρι εκεί. Παρέμεινε άλλος ένας, στην μέχρι τότε καριέρα τους, που μάλλον δίχασε τους φανατικούς τους οπαδούς, αλλά θεωρώ πως κέρδισε άλλους, ίσως πιο μικρούς τότε ηλικιακά, που είχαν εντρυφήσει σε τραγούδια με πιο πολλές παραμορφώσεις στην κιθάρα και πιο «βαρύ» ήχο. Παρόλα αυτά, αν μη τι άλλο, δεν επηρέασε το group στην μετέπειτα καριέρα του.

Θοδωρής Μηνιάτης

 

FOO FIGHTERS — “Foo Fight­ers” (Capi­tol)

Οι FOO FIGHTERS άρχισαν να παίρνουν μορφή λίγους μήνες μετά την αυτοκτονία του Κurt Cobain τον Απρίλιο του ‘94, η οποία ουσιαστικά σηματοδότησε το άδοξο τέλος στην πορεία των ΝΙRVANA. Παρόλο που υπήρχαν προτάσεις στον Dave Grohl να πάει σε κάποια άλλη μπάντα και ήταν πολύ κοντά να συμμετέχει στους ΗΕARTBREAKERS του Τοm Pet­ty, o ίδιος αποφάσισε να προχωρήσει μπροστά και να χαράξει την δική του πορεία στην post NIRVANA καριέρα του.

Είχε ήδη γράψει κάποιες δικές του συνθέσεις κι αφού ήταν αρχικά ιδιαίτερα επιφυλακτικός, διάλεξε το όνομα FOO FIGHTERS ώστε το όνομα να παραπέμπει σε μπάντα και να αποκρύπτεται το γεγονός ότι αυτός μόνος του ήταν πίσω από αυτή την one man band ουσιαστικά. Για να το κάνει πράξη, θα μπει στα Robert Lang stu­dios του Seat­tle από τις 17 έως τις 23 του Οκτωβρίου του 1994 , θα παίξει και θα ηχογραφήσει όλα τα όργανα μόνος του και θα έχει καλεσμένο τον Greg Dul­li (AFGHAN WHIGS) μόνο για να παίξει κιθάρα στο κομμάτι “X- Sta­t­ic”. Oι οκτώ από τις 12 συνθέσεις που ηχογραφήθηκαν, υπήρχαν σε demos του Grohl αρκετά χρόνια πριν. Οι υπόλοιπες τέσσερις νέες συνθέσεις γράφθηκαν μετά από τον θάνατο του Kurt Cobain και ήταν τα “Χ- sta­t­ic”, “Wat­ter­shed”, “I’ll stick around” και “This is a call”. Και οι τέσσερις από αυτές τις πολύ ωραίες πραγματικά συνθέσεις, έχουν έντονο το NIRVANA άρωμα μέσα τους. Μάλιστα οι δύο τελευταίες θα κυκλοφορήσουν και σαν singles(από τα τέσσερα συνολικά που θα βγάλει ο δίσκος).

Όταν οι ηχογραφήσεις τελείωσαν, ο Dave Grohl έδωσε κασέτες σε διάφορους φίλους του για να πάρει γνώμες. Όμως όλο αυτό τράβηξε το ενδιαφέρον των δισκογραφικών εταιριών, και ξαφνικά θα υπογράψει με την Capi­tol. Αμέσως θα δημιουργηθεί μια μπάντα ώστε να μπορεί να βγει στην σκηνή και να αποδώσει το υλικό. Τα μέλη θα ήταν ο κιθαρίστας Pat Smear (tour­ing κιθαρίστας των ΝΙRVANA που συμμετείχε επίσης και στο “ΜΤV Unplugged”) και το rhythm sec­tion των SUNNY DAY REAL ESTΑTE Νate Mendel και William Gold­smith. Όλοι τους, εκτός τους drum­mer, William Gold­smith, παραμένουν στην μπάντα μέχρι σήμερα.

Η αλήθεια είναι ότι όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος στις 04/07/1995 απέσπασε πολύ θετικές κριτικές από παντού, ήταν ακόμα πολύ φρέσκια και έντονη η απουσία των ΝΙRVANA από το προσκήνιο και επιπλέον και εμπορικά, ο δίσκος είχε εξαιρετική αποδοχή αφού κατάφερε να φτάσει στο # 23 στην Αμερική και στο #3 στην Βρετανία. Ήταν ένα εξαιρετικό ντεμπούτο, μπορεί να έφερνε αναμνήσεις από το παρελθόν του Dave Grohl, αλλά νομίζω ότι το πιο σημαντικό πέρα από τον δίσκο καθ’ αυτόν, ήταν ότι εδραίωσε το όνομα FOO FIGHTERS και έσωσε αυτοπεποίθηση στον Grohl για να συνεχίσει το όραμα του, με τα αποτελέσματα όλης αυτής της πορείας της μπάντας αλλά και όλα τα θαυμάσια που κατά καιρούς κάνει ο ίδιος, να τα απολαμβάνουμε τα τελευταία 25 χρόνια.

Tέλος, στην περιοδεία του δίσκου ήμασταν κοντά να τους απολαύσουμε στο Rock of Gods στην Φρεαττύδα το 1996, αλλά η συναυλία ακυρώθηκε (σύμφωνα με την ανακοίνωση της διοργάνωσης) λόγω τραυματισμού του Grohl την προηγούμενη ημέρα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

GAMMA RAY – ”Land of the free” (Noise)

Σωτήριον έτος 1995 και ο νονός του pow­er met­al αφήνει παρακαταθήκη το τρίτο και μνημειώδες άλμπουμ για το είδος, ”Land of the free” αυτή την φορά με το προσωπικό του σχήμα τους GAMMA RAΥ. O Kai Hansen ή αλλιώς και όχι άδικα ”νονός του pow­er” είναι ο άνθρωπος που το όρισε, μέσω των HELLOWEEN φυσικά, κυκλοφορώντας μαζί τους τρεις υπέροχους δίσκους και 2 από τους πιο σημαντικούς στο ιδίωμα και όχι μόνο. Εν συνεχεία έκανε πράξη το ”I want out” που φώναζε στο ”Keep­er.… II”, έφτιαξε το δικό του σχήμα, τους GAMMA RAY ένα χρόνο και κάτι μετά την φυγή του, κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικό ντεμπούτο και 2 ακόμα πολύ καλούς σε γενικές γραμμές δίσκους με τον Ralf Scheep­ers στα φωνητικά. Έδωσε την ευκαιρία έτσι στον εαυτό του να βρει τα πατήματά του, να βγάλει τα γούστα του, να πειραματιστεί και γενικά να νιώσει πλήρως απελευθερωμένος και άνετος συνθετικά και στιχουργικά. Το βασικότερο όμως από όλα ήταν το γεγονός πως πλέον ένιωθε χαρούμενος με αυτό που έκανε και αυτό είναι κάτι που για τον άνθρωπό και μουσικό Kai Hansen είναι το πιο σημαντικό από όλα. Έτσι πολύ απλά μετά και την φυγή του ψηλού (Scheep­ers) που το είχε καημό να γίνει Hal­ford στην θέση του Hal­ford, κάτι που δυστυχώς για εκείνον δεν του έκατσε καθώς η θέση ως γνωστόν κατελήφθη από τον Owens, o Hansen αναλαμβάνει τα φωνητικά και γράφει τον υπερδίσκαρο ”Land of the free”. Το βασικό όπως είπαμε είναι πως περνάει καλά και το ευχαριστιέται όσο δεν πάει, έχει βρει ακριβώς πως θέλει να κινηθεί και καταφέρνει να γράψει έναν εκπληκτικό δίσκο από την αρχή ως το τέλος, αποτελούμενο από δέκα υπέροχες συνθέσεις και τρία ιντερλούδια. Μεταξύ μας ακόμα και αν υπήρχαν σε αυτό τον δίσκο μόνο τα ”Rebel­lion in dream­land”, ”Land of the free”, ”Man on a mis­sion”, ”Gods of deliv­er­ance”, ”Abyss of the void” και πάλι δισκάρα θα τον λέγαμε. Πόσο δε μάλλον, όταν δίπλα σε αυτά στέκουν κάτι ”All of the damned”, ”Sal­va­tion call­ing”, ”Time to break free”, ”Farewell” και φυσικά το ”After­life” που ήταν αφιερωμένο στον αδικοχαμένο, φίλο και συνοδοιπόρο του Hansen στους HELLOWEEN Ingo Schwicht­en­berg. Σε αυτά να προσθέσουμε και τις συμμετοχές των πάντα πολύ καλών φίλων του Kai, Michael Kiske και Han­si Kursch που χαρίζουν τις φωνές τους τόσο τραγουδώντας ντουέτο με τον Hansen όσο και κάνοντας δεύτερα φωνητικά στο άλμπουμ, αλλά και την βοήθεια του μουσικού και παραγωγού Sascha Paeth που έπαιξε τα πολύ στοχευμένα πλήκτρα και βοήθησε ως τεχνικός ήχου. Εκπληκτική φυσικά και η αψεγάδιαστη παραγωγή της τριάδας των Char­lie Bauer­feind, Kai Hansen και Dirk Schlächter. Θέλετε να πούμε και άλλα; Νομίζω πως δεν χρειάζεται! Πατάτε το play και απολαμβάνετε έναν από τους κορυφαίους δίσκους κατ’ εμέ όχι μόνο του 1995 αλλά γενικότερα του heavy met­al, ανεξαρτήτως ιδιώματος. Δυο χρόνια μετά οι GAMMA RAY και ο Kai Hansen θα κυκλοφορήσουν ένα ακόμη μεγαλειώδη δίσκο το ”Some­where out in space” που θα πάρει και αυτός δικαιολογημένα την θέση του δίπλα στα ”Keep­ers… I&II” και ”Land of the free”, μεγαλώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο των μύθο του ”νονού του pow­er”, αλλά αυτά στο αφιέρωμα του 1997 όταν έρθει η ώρα. Προς ώρας είπαμε…

”Voic­es are call­ing from some­where below
Melt­ing on the east­ern shore
Rain is falling down on me,
Been wait­ing for eternity…
I’ll be there!
Free­dom for us all!”

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

 

THE GATHERING – “Mandylion” (Cen­tu­ry Media)

To 1993 ήταν καταστροφική χρονιά για το «ολλανδικό θαύμα» και η μπάντα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή, αφήνοντας πίσω την πρώτη τους περίοδο που είχε ξεκινήσει το 1989. Από τις audi­tion που έστησαν προσπάθησαν να βρουν τον καλύτερο συνδυασμό αντρικών και γυναικείων φωνητικών. Η επιλογή της Anneke van Gies­ber­gen τους οδήγησε στην απόφαση να έχουν μόνο γυναικεία φωνητικά για τις ιδέες που είχαν ήδη ετοιμάσει. Στα demos τους η ηχητική τους κατεύθυνση διαφέρει κατά πολύ από την αντίστοιχη που τους δόθηκε στις δύο βδομάδες του Ιουνίου στα Wood­house stu­dios με παραγωγούς τους Sig­gi Bemm και Walde­mar Sorych­ta. Στις 22 Αυγούστου που κυκλοφόρησε το “Mandylion” έκανε πάταγο και μια νέα εποχή ξεκινούσε για την σκληρή μουσική. Η θέση της front­woman θα έβρισκε το αρχέτυπό της στην 22χρονη Anneke όπως και τα pho­to ses­sions. Βέβαια οι πρώτοι που είχαν front­woman ήταν οι ΤΗΕ 3rd AND THE MORTAL, αλλά σε main­stream επίπεδο εκείνοι που άλλαξαν τα πάντα ήταν αυτή η παρέα από το Nijmegen. O ήχος του δίσκου είναι ο τυπικός «Cen­tu­ry Media ήχος» και ακόμα και οι ίδιοι αποδέχονταν την ταμπέλα “4AD met­al” που τους είχαν δώσει για να τους προσδιορίσει. Οι DEAD CAN DANCE και οι COCTEAU TWINS μαζί με τους PINK FLOYD είναι κύριες επιρροές τους σε αυτό τον πολύπλευρο δίσκο, στον οποίο συνυπάρχουν το καταιγιστικό “Eleanor” με το ambi­ent “Mandylion” και το ονειρικό “Sand and mer­cury”. Κακά τα ψέματα, η επιτυχία τους στηρίχτηκε στο “Strange machines”,  ένα sin­gle που είναι το πιο γνωστό τους κομμάτι, για το οποίο είχε γυριστεί και video clip, αλλά δεν αξιοποιήθηκε, μιας και το group δεν ήταν ευχαριστημένο με το αποτέλεσμα. Κανείς δεν ξέρει πως θα ηχούσαν αυτές οι συνθέσεις αν κατέληγαν οι συνθέσεις στα χέρια άλλης εταιρίας! Τα demos που υπάρχουν διαθέσιμα εδώ και 15 χρόνια δείχνουν ότι ο ξερός και δυνατός ήχος των Wood­house μάλλον δεν ταιριάζουν στο ύφος που ήταν γραμμένα. Αλλά η ιστορία γράφτηκε και το “Mandylion” είναι ένας κομβικός δίσκος όχι μόνο για τους THE GATHERING, αλλά για το σύνολο της σκληρής μουσικής.

Λευτέρης Τσουρέας

GRAVE DIGGER – “Heart of dark­ness” (GUN Records)

Το 1995 οι GRAVE DIGGER είχαν ήδη στις πλάτες τους 11 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, με albums που εξυμνούσαν την χώρα προέλευσης τους. Στα 3 πρώτα προτίμησαν να «κινηθούν» σε πιο κλασσικές heavy met­al φόρμουλες, ενώ στο “The reaper” του 1993 (το “Stronger than ever” σαν DIGGER είναι εκτός συναγωνισμού) πρόσθεσαν και κάποια, πιο pow­er met­al στοιχεία της τότε εποχής στον ήχο τους. Έτσι σιγά, σιγά είχαν φτιάξει το μουσικό στυλ που ήθελαν να έχουν, και το 1995 κυκλοφορούν την πέμπτη (αν εξαιρέσουμε το “Stronger than ever”) ή αλλιώς την έκτη (αν το συμπεριλάβουμε) album τους, “Heart of dark­ness”, τίτλος που δανείστηκαν από την ομώνυμη νουβέλα του Joseph Conrad.

Όσοι είχαν ακούσει τις προηγούμενες δουλειές τους, ήξεραν πάνω κάτω τι να περιμένουν ηχητικά και το group δεν χάλασε κανένα χατίρι, αφού δεν υπήρχαν ηχητικές διαφορές. Για ακόμα μια δουλειά ο ακροατής θα άκουγε «αέρινα», ξεσηκωτικά και πορωτικά σε πληθώρα τραγούδια, που όντας βασισμένα στα πιο κλασικά heavy met­al στοιχεία της Γερμανικής σκηνής, «μπόλιαζαν» με όμορφο τρόπο και με πιο δυναμικά μέρη, δημιουργώντας ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Το album στιχουργικά ήταν πιο «σκοτεινό» με θεματολογία που ασχολιόταν με το μίσος, το θάνατο, την προδοσία κλπ. Όπως και στα προηγούμενα albums τους, συνθετικά όμως, οι τραχείς και στακάτες συνθέσεις με κύριο χαρακτηριστικό τις πολύ ωραίες μελωδίες και το ηχητικό τσαγανό είχαν και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο, σε όποιο tem­po και να ήταν η κάθε μια. Τα έξυπνα τοποθετημένα ριφ που, μπορεί να μην είχαν εναλλαγές, ήταν όμως άκρως πορωτικά και ξεσηκωτικά, άμεσα σου «ανέβαζαν» την διάθεση και έτσι δεν γινόταν να σε αφήσουν αδιάφορο. Οι GRAVE DIGGER ακολουθούσαν μια συνταγή που ήταν άκρως επιτυχημένη με τραγούδια που ξεχείλιζαν από θέληση ακρόασης από τον κόσμο, θέτοντας τις βάσεις για την επόμενη χρονιά από την οποία και μετά, άλλαξε όλη τους η καριέρα.

Θοδωρής Μηνιάτης

 

GRIP INC. – “Pow­er of inner strength” (SPV)

Όταν κυκλοφόρησε το “The pow­er of inner strength” δεν έκανε τον πάταγο που δικαιούται. Υπήρξε κάποια κινητικότητα, ορμώμενη από την παρουσία του Dave Lom­bar­do, όμως το μέγεθος και την προοδευτική του τάση, λίγοι τα αγκάλιασαν τότε. Οι GRIP INC. ήταν το πνευματικό παιδί του Πολωνού κιθαρίστα Walde­mar Sorych­ta, του πιο δραστήριου παραγωγού της Cen­tu­ry Media εκείνη την εποχή και καρπός της συνεργασίας του με τον διάσημο drum­mer, στο πειραματικό σχήμα των VOODOO CULT του Philip Boa. Με την προσθήκη και του Gus Cham­bers, μετατράπηκαν σε ένα εκρηκτικό μίγμα επιθετικού, μοντέρνου και αντι-συστημικού thrash που δεν βασιζόταν στην ταχύτητα, αλλά την ένταση σε κιθάρες και φωνή, πλαισιωμένη από την τεχνική του Lom­bar­do στα τύμπανα. Το 1995 άλλωστε, το thrash είχε περισσότερο groove και έντονα hard­core στοιχεία, κάτι που αντανακλάται και στον ήχο των GRIP INC. Υπάρχουν απίστευτα τραγούδια (“Cleanse the seed”, “Mon­ster among us” και το “Guilty of inno­cence” που χτίζει βήμα-βήμα την ένταση) που δημιουργούν την μοναδική ταυτότητα των GRIP INC. λες κι έπαιζαν μαζί χρόνια, παρόλο που αυτό ήταν το ντεμπούτο τους. Το “Hostage to Heav­en” είναι πλέον κλασικό, μάλλον το πιο πιασάρικο, αν και σκληρό κομμάτι τους. Μπορεί να υποδαυλίζεται από το mid-tem­po ύφος των SLAYER, όμως τόσο η στεγνή κι επιθετική φωνή του Cham­bers, όσο και η διαφορετική κιθαριστική προσέγγιση του Sorych­ta κάνουν τους GRIP INC. μοναδικούς. Αφήστε που οι Αμερικάνοι ήταν και σε άθλια φάση εκείνα τα χρόνια. Οδοστρωτήρας, όπως και το καταστροφικό “Heretic war chant”, τεχνικό όπως το “Sav­age seas”! Έχουμε κι έναν Lom­bar­do που παίζει πιο μεστά, με περισσότερες τεχνικές από αυτές που έδωσε στους SLAYER και μια παραγωγή διαμαντένια που βοηθά όλους να λάμψουν. Με λίγα λόγια, μια τιτάνια δουλειά.

Γιώργος “Ostra­cized” Κουκουλάκης

 

Tags: , , , , , , , , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • Theo Nt / Birds Of Vale / The Ruckus Habit live at #sixdogs - Τρίτη 31 Μαΐου
  • 5/31/2022-21:0
  • 5/31/2022-0:0
  • sixdogs
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/image002.jpg
  • Ο Theo Nt είναι μια από τις φωνές που ξεχωρίζουν για την δυναμική και την πολύ χαρακτηριστική χροιά της. Διατηρώντας πάντα την ψυχή του καθαρή ξεκινά τα δισκογραφικά του μονοπάτια με τον ομώνυμο ψυχεδελικό δίσκο/project ‘Dead Poets Society’ (2012) ενώ στη συνέχεια παίρνει πολύ καλές κριτικές για το δίσκο με το trip hop/alt rock project \'Hold And Release\' (2017). Ως σόλο artist έχει κυκλοφορήσει διάφορα βιωματικά τραγούδια όπως το \'Lost A Friend\',\'Embroidery’ και το \'Strange Little Girl\' τα οποία θα αποτελούν μέρος του debut προσωπικού του alt rock/grunge άλμπουμ με επιρροές από την γλυκόπικρη ποίηση και το εναλλασσόμενο γίγνεσθαι. Το debut album ήρθε το 2019 με το ’The Mermaid’. Ένα κράμα Chris Cornell/Jeff Buckley. Θα ήταν αδιανόητο να παραλείψουμε τα 2 Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, Merry Christmas και Always Christmas in my heart, που έχει δημοσιεύσει παίρνοντας άριστες κριτικές. Μέχρι τώρα ο Theo Nt έχει δώσει στο φως πέριπου 40 τραγούδια στα όποια έχει ανάλαβει εξολοκλήρου την παραγωγή και σύνθεση στο προσωπικό του στούντιο λαμβάνωντας αξιόλογες κριτικές και θέση στα ραδιόφωνα ανά τον κόσμο. Το τελευταίο του single ‘Wobbly Wheel’ είναι πιο heavy εξερευνώντας ακόμη περισσότερο τον ήχο της Seattle σκήνής. Βαριές κιθάρες, δυνάτοι ρυθμοί, άριστες δυναμικές και μια φωνή που σου μένει για τα καλά στο κεφάλι. The mafia: Drums: Panos Georgakopoulos Bass: John Gkoufas Gtr: Rush Nobo Vox: Theo Nt Website: https://www.theont.com/mymusic FB: https://www.facebook.com/theontmusic/ Insta: https://www.instagram.com/theontartist/ Spotify: shorturl.at/pyBNW YT: https://www.youtube.com/watch?v=A0ybCytDOGM Birds Of Vale Οι Birds of Vale είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης δύο φίλων να παίξουν rock n\' roll. Η μπάντα δημιουργήθηκε στο τέλος του 2019 στην Αθήνα, και το 2020 ξεκίνησε την ηχογράφηση του πρώτου της double-single στα Suono Studios με παραγωγό τον Άλεξ Μπολμπαση. Στα τέλη του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε το κομμάτι Devil in και λίγο αργότερα το δεύτερο single, Beautiful Girl. H μουσική τους έχει βαθιά τις βάσεις της στον 70\'s heavy blues/rock n roll ήχο, ο οποίος αναμειγνύεται με μια σύγχρονη πινελιά. Αυτή την περίοδο βρίσκονται στο studio, όπου ηχογραφούν το πρώτο full-length τους. Instagram: https://instagram.com/birds_of_vale Facebook: https://facebook.com/birdsofvale Spotify: https://spoti.fi/3sFV9Iw YouTube: https://bit.ly/3wl4iIJ The Ruckus Habit Είναι η συνήθεια του σαματά! Τέσσερα παιδιά από τα Νότια της Αθήνας που μπορούν να κρατήσουν ξύπνιο εσένα και τους γείτονές σου ακόμα και αν προβάρουν πέντε τετράγωνα μακριά. Γεννηθέντες το 2012, είναι γνωστοί κυρίως για τα πολλά ντεσιμπέλ που παράγουν, για τα δεμένα κιθαριστικά τους θέματα, για τις επιθετικές μπασογραμμές, για το δυνατό drumming και τα εμπνευσμένα από τις καθημερινές ανθρώπινες επαφές lyrics τους. Όλα τα παραπάνω, τυλιγμένα προσεκτικά μέσα σε ένα alternative indie rock περιτύλιγμα συνθέτουν τους Ruckus Habit. Μία βόμβα έτοιμη να σκάσει προκαλώντας έντονο ερεθισμό στο ακουστικό σου σύστημα. Τους έμαθες το 2012 όταν άκουσες το Little Cherrypie. Τους αγάπησες το 2013 με το Inebriated Ballad. Ερωτεύτηκες μαζί τους το 2014 με το Edinburgh Lights και έκλαψες με το Another Song to Waste. Το 2016 πήγες στον πόλεμο μαζί τους με το Dive Bomb. Το 2017 σε γύρισαν από τους νεκρούς με το Defibrillator και το Herbert. Μέχρι που το 2020 σε κέρδισαν με το Trust. Με το νέο δίσκο να σου χτυπάει την πόρτα, ανεβαίνουν στην σκηνή για να προκαλέσουν ατελείωτο σαματά. Facebook: https://www.facebook.com/theruckushabit Instagram: https://www.instagram.com/theruckushabit/ YouTube: https://www.youtube.com/c/TheRuckusHabit Spotify: https://open.spotify.com/artist/2QGiohXliSoW6zw0ynR8if...
  • 0
  • IGNITE
  • 6/2/2022-0:0
  • 6/2/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/279086487_497976152022020_8604515058174316992_n.jpg
  • IGNITE EΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ HARDCORE PUNK LIVE SHOW ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΝ CLUB! Special guests: My Turn & Skybinder Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 21.00. Τιμές εισιτηρίων : 20e ( προπώληση), 22e (ταμείο). Σημεία προπώλησης - RHYTHM RECORDS ( Εμ. Μπενάκη 74, Εξάρχεια ) - OLD SCHOOL ( Σολωμού 13-15,Εξάρχεια ) - FULL MOON ( Θεμιστοκλέους 42, Εξάρχεια ) και FULL MOON ( Νορμανού 7, Μοναστηράκι). Fb event: https://www.facebook.com/events/1415245095587640/ Οι IGNITE σχηματίστηκαν το 1993 στο Orange County, California. Το 1994 ηχογραφούν το πρώτο full length cd με τίτλο Scarred for Life για να ακολουθήσουν τα Family (1995), Call on my Brothers ( 1995), A Place Called Home (2000), και το Our Darkest Days (2006), A War against You (2016), Ignite (2022). Στα 20 και πλέον χρόνια της μουσικής τους διαδρομής, οι IGNITE κατάφεραν να διαδώσουν το melodic hardcore punk σε περισσότερες απο 40 χώρες σε Ευρώπη, Ασία, Βόρεια και Νότια Αμερική καθώς και τα βαθύτερα κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα που οι ίδιοι πιστεύουν και μεταδίδουν μέσω των στοίχων τους. Οι IGNITE υποστηρίζουν ενεργά οργανισμούς όπως Earth First, Doctors without Borders, Sea Shepherd, Pacific Wildlife.
  • 0
  • ACCEPT live in Athens Gagarin 205
  • 06/02/2022-0:0
  • 06/02/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/281121181_1183179759174407_6935568833817644724_n.jpg
  • Οι ACCEPT, οι θρύλοι του heavy metal από τη Γερμανία, επιστρέφουν στην Ελλάδα το 2022! Το συγκρότημα θα παίξει το νέο άλμπουμ "Too Mean To Die" και τα κλασικά ACCEPT στις 2 Ιουνίου 2022 στην Αθήνα (Gagarin 205) και στις 3 Ιουνίου 2022 στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theater)!  Οι ACCEPT θα παίξουν καταπληκτικά, μην αφήσετε έξω τις κλασικές επιτυχίες τους όπως τα "Balls to the Wall", "Fast as a Shark", "Metal Heart" και άλλες. Το συγκρότημα κυματίζει τη σημαία του κλασικού μέταλ εδώ και δεκαετίες και με το τελευταίο του άλμπουμ, "Too Mean To Die", ανακοινώνει για άλλη μια φορά περήφανα ότι θα επιστρέψει επιτέλους στις ευρωπαϊκές σκηνές με τη συνηθισμένη οδική τους ενέργεια γεμάτη ακαταμάχητη δύναμη. Το ACCEPT δεν χρειάζεται εισαγωγή! Είναι γνωστοί ως δημιουργοί του δικού τους μουσικού είδους – «Teutonic rock». Εδώ και σαράντα χρόνια, χάρη στα δυνατά riff και τα μοναδικά φωνητικά, οι ACCEPT κατακτούν τις καρδιές των ακροατών σε όλο τον κόσμο. Τα άλμπουμ τους "I'm a Rebel", "Restless and Wild" και "Balls to the Wall" πήραν τις θέσεις που τους αναλογούν στις χρυσές συλλογές πολλών μουσικόφιλων και το λαμπρό άλμπουμ "Blind Rage" (2014) πήρε την 1η θέση. στα γερμανικά και ευρωπαϊκά charts, ενώ το "The Rise Of Chaos" (2017) κατείχε την 3η θέση. Αμέτρητες περιοδείες έχουν εδραιώσει τη φήμη των ACCEPT ως ένα από τα καλύτερα live συγκροτήματα στο είδος του heavy metal. Το συγκρότημα υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά φεστιβάλ, πέτυχε χρυσή θέση στις Ηνωμένες Πολιτείες και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα των άλμπουμ τους. Ο δέκατος έκτος δίσκος των ACCEPT, "Too Mean To Die", σηματοδότησε το πέμπτο άλμπουμ για τον Αμερικανό τραγουδιστή Mark Tornillo ως μέλος του συγκροτήματος. Ηχογραφήθηκε στην πρωτεύουσα της παγκόσμιας μουσικής Νάσβιλ των ΗΠΑ. Η παραγωγή και η μίξη του τελευταίου άλμπουμ έγινε ξανά από τον Βρετανό παραγωγό Andy Sneep, ο οποίος έχει συνεργαστεί με τους MEGADETH και τους JUDAS PRIEST. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με το άλμπουμ "Too Mean To Die" οι ACCEPT θα εδραιώσουν μόνο την κατάταξη των κορυφαίων του είδους τους, επομένως είναι απλά απαράδεκτο να χάνετε την ευκαιρία να ακούσετε τις αγαπημένες σας επιτυχίες και τα καλύτερα τραγούδια από τον νεότερο δίσκο! Τα λόγια τα λένε όλα, γιατί το "The Best Is Yet To Come" δεν είναι μόνο ένα εξαιρετικό τραγούδι από τον νέο δίσκο, αλλά συνοψίζει επίσης την τρέχουσα κατάσταση - τα πράγματα μπορούν μόνο να γίνουν καλύτερα. Δύο απίστευτες παραστάσεις ανεβαίνουν στις 2 Ιουνίου 2022 στην Αθήνα (Gagarin 205) και στις 3 Ιουνίου 2022 στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theater)!Band’s official website: Οι Degenerate Mind θα είναι οι special guests για το live των Accept στην Αθήνα! https://www.acceptworldwide.com/ Εισιτήρια: http://eventation.gr/
  • 0
  • NICK MASON | THESSALONIKI
  • 6/3/2022-19:30
  • 6/6/2022-0:0
  • Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed-5.jpg
  • Ο Nick Mason, εμβληματικός ντράμερ των Pink Floyd, έρχεται μαζί με το συγκρότημά του για να δώσει δύο μοναδικές συναυλίες σε Θεσσαλονική κι Αθήνα παραδίδοντας μαθήματα σπουδαίας ροκ ιστορίας. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων ο θρυλικός μουσικός αναμένεται να παρουσιάσει δύο φαντασμαγορικά οπτικοακουστικά shows, που όμοιά τους ελάχιστα έχουμε δει στη χώρα μας.O Nick Mason είναι ένας από τους σπουδαιότερους ροκ μουσικούς όλων των εποχών, καθώς συμμετείχε ως ντράμερ αλλά και συνθετικά σε όλους τους δίσκους των εμβληματικών Pink Floyd οι οποίοι καθόρισαν με τον ήχο τους τις στιγμές ολόκληρων γενιών μουσικόφιλων. Μέσα από την πορεία του στην σπουδαία 55χρονη καριέρα του ο Nick Mason έγινε ένας από τους επιδραστικότερους ντράμερ της σύγχρονης μουσικής ιστορίας μας. To set το οποίο θα παρουσιάσει στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας περιοδείας του θα περιλαμβάνει τις λαμπρότερες στιγμές της δισκογραφίας του κι ένα πρωτοποριακό οπτικοακουστικό show που λαμβάνει διθυράμβων κι αποθεωτικών κριτικών στο εξωτερικό.Στο set της περιοδείας των Nick Mason's Saucerful Of Secrets κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι μουσικές στιγμές από τα πρώτα χρόνια των Pink Floyd μέχρι και το άλμπουμ του 1972 "Obscured by Clouds", συμπεριλαμβανομένου του επικού "Echoes". Οι Nick Mason's Saucerful Of Secrets απαρτίζονται από τους - Nick Mason, Gary Kemp, Guy Pratt, Lee Harris και Dom Beken.Το συγκρότημα, προεξάρχοντος του Nick Mason έχει δώσει πολλές sold out συναυλίες, φέρνοντας στο νου κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις τις οποίες οι Pink Floyd χάρισαν στο κοινό τους στα 60's. Οι Έλληνες fans ανήκουν στους τυχερούς που θα μπορέσουν να απολαύσουν επί σκηνής έναν εμβληματικό μουσικό, συνοδεία του συγκροτήματός του, σε μια βραδιά που θα ανασύρουν διάφορους Pink Floyd κρυμμένους θησαυρούς από τη σπουδαία τους καριέρα. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων θα γίνουμε κοινωνοί του έργου μιας μουσικής ιδιοφυΐας. "...ήταν το μεγαλύτερο και το πιο ζωντανό show που έζησα ποτέ, ήταν μια υπενθύμιση για το μεγαλείο των Pink Floyd… Αν κάποιος έχει το ελάχιστο ενδιαφέρον για τους Pink Floyd, σίγουρα δεν πρέπει να χάσει αυτό το show… Μια εμπειρία που σίγουρα θα σας συναρπάσει…"Michael Hann, Financial Times "... Ο ήχος ήταν τρομερός, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και μαγευτική, αναμειγνύοντας διάφορα αρχέγονα στοιχεία της ροκ σκηνής… Ήταν ένα σύνολο που σου προκαλεί δέος και νοσταλγία ενώ σε κάνει να αναρωτηθείς αν η ροκ μουσική έχει τελικά αλλάξει καθόλου από τα μακρινά 60's…"Neil McCormick, The Daily Telegraph Πληροφορίες:Τα εισιτήρια ξεκινούν από 45€ H προπώληση της συναυλίας στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων διεξάγεται μέσω του: www.viva.gr Η προπώληση της συναυλίας στο Θέατρο Δάσους διεξάγεται μέσω του:www.ticketmaster.grΤηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535 Επικοινωνία:[email protected]
  • 0
  • Absinthe Green live at An Club
  • 06/03/2022-0:0
  • 06/03/2022-0:0
  • An Club (Σολωμού 13 Εξάρχεια)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/AG-AN-Poster-FINAL-WEB.png
  • Absinthe Green live at An Clubwith special guests Beyond Perception, Scream Collision and Negative Contrast Το Σάββατο 4 Ιουνίου έρχονται οι εκρηκτικοί Absinthe Green για πρώτη φορά στα πάτρια εδάφη για να σαρώσουν τη σκηνή του An Club με ακυκλοφόρητα κομμάτια από το ντεμπούτο τους άλμπουμ, “Οf Love and Pain”. Μαζί τους μοιράζονται τη σκηνή οι βετεράνοι groove metallers Beyond Perception, οι melodic metallers Scream Collision, ενώ το live ανοίγουν οι ατμοσφαιρικοί progressive rock/metallers Negative Contrast σε μια βραδιά που σίγουρα θα μείνει αξέχαστη. Σάββατο 4 Ιουνίου 2022An Club (Σολωμού 13 Εξάρχεια)Είσοδος: 8€ - Ώρα Έναρξης: 20:00 Εισιτήρια προπωλούνται: OldSchool (Σολωμού 13-15), Monsterville (Αγ. Ειρήνης 13) ______________________________________ Absinthe Green Οι Absinthe Green αποτελούν το πνευματικό δημιούργημα της μουσικού, συνθέτη και παραγωγού Ειρήνης “Absinthe Green”. H Absinthe έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό παίζοντας μπάσο για διεθνείς metal μπάντες όπως οι Γερμανοί Enemy Of The Sun καθώς και για τους Έλληνες dark metallers RandomWalk, μεταξύ άλλων. Η ολοκλήρωση των τραγουδιών για το ντεμπούτο άλμπουμ συνέβη παράλληλα με την επιστροφή της στην Ελλάδα στα τέλη του 2019, όπου η Absinthe πλαισιώθηκε από τον Harry Mason στα drums, με τον οποίο συνεργάστηκαν παλαιότερα στους RandomWalk και αργότερα από τον Villy Pirris στο μπάσο, και τον Mike Dervos στην κιθάρα, δημιουργώντας τους Absinthe Green ως full μπάντα. Το άλμπουμ τους “Of Love and Pain” θα κυκλοφορήσει το Φθινόπωρο και είναι ένα μείγμα των μουσικών επιρροών της Absinthe καθώς και προσωπικών της εμπειριών. Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από τον Hiili Hiilesmaa, γνωστός για τις παραγωγές του σε HIM, The 69 Eyes, Amorphis, Moonspell και Sentenced μεταξύ άλλων, και συνδυάζει pop στοιχεία με επιθετικές κιθάρες, δυνατά και groovy τύμπανα και μια ποικιλία φωνητικών που έχουν την δυνατότητα να προσελκύσουν ένα ευρύτερο μουσικό κοινό. Links:Website: https://absinthegreen.com/Facebook: https://www.facebook.com/absinthegreenmusicBandcamp: https://absinthegreen.bandcamp.com Beyond PerceptionΟι Beyond Perception είναι ένα Groove Metal συγκρότημα από την Αθήνα και δημιουργήθηκαν το 2004.Το πρώτο τους άλμπουμ “The Final Descend” κυκλοφόρησε το 2008, απο την Casket Music Corpo Records UK. Το 2010 ακολουθεί το δεύτερο άλμπουμ τους “Blood & Whiskey”, μέσω της ανεξάρτητης DSN Music, και το 2014 κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ “Anthem For The Wasted”. Το συγκρότημα υπέγραψε νέο δισκογραφικό συμβόλαιο με την Turkey Vulture Records/Universal Music Group Distribution. Μετά από δύο χρόνια το συγκρότημα ηχογραφεί το τέταρτο άλμπουμ τους “Vital Ground”, ενώ ακολουθεί η υπογραφή νέου δισκογραφικού συμβολαίου με την ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφική Ikaros Records. Από το 2004, οι Beyond Perception κατάφεραν να παίξουν σε πολλές συναυλίες σε όλη την Ευρώπη και μοιράστηκαν τη σκηνή με καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι Annihilator, Spiritual Beggars, Rotting Christ και άλλους. Links:Facebook: https://www.facebook.com/beyondperceptionofficialBandcamp: https://beyondperceptionofficial.bandcamp.com/ Scream Collision Οι Scream Collision ιδρύθηκαν τέλη του 2017. Ξεκίνησαν να παίζουν διασκευές από την Rock, Hard Rock αλλά και Metal μουσική σε διάφορες μουσικές σκηνές. Το 2019 ήταν η ώρα για να δημιουργήσουν την δική τους μουσική και κυκλοφορήσαν το πρώτο τους single με τίτλο “Rolling A Dice”. Έπειτα ξεκίνησαν να δουλεύουν τα κομμάτια για τον πρώτο τους δίσκο.Το πρώτο τους άλμπουμ “Memories” κυκλοφόρησε στις 21 Μαΐου του 2021 από την Wormholedeath Records. Links:Facebook: https://www.facebook.com/screamcollision/Bandcamp: https://screamcollision.bandcamp.com Negative Contrast Οι Negative Contrast, έχοντας αξιοποιήσει την περίοδο της πανδημίας για να δημιουργήσουν και να κυκλοφορήσουν το EP “Outcast” κι έχοντας σερβίρει πρόσφατα το πρώτο τους επίσημο video clip, επιστρέφουν στη σκηνή του An Club για να δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια δυνατή βραδιά! Η μπάντα από την Αθήνα που δημιουργήθηκε στο τέλος του 2016, κινείται στο φάσμα του ατμοσφαιρικού progressive rock/metal. Μετά από μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις το 2018, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 2019. Το 2020 και κατά την Covid εποχή συμπεριλήφθηκαν σε δυο συλλογές μαζί με πολλούς εγχώριους καλλιτέχνες όπως οι SixForNine, Message In Α Cloud και Skags. Πρωτοχρονιά του 2022 επιστρέφουν στη δισκογραφία με τη κυκλοφορία του “Outcast” EP να σηματοδοτεί τη νέα μουσική εποχή που έχει ήδη ξεκινήσει και τη Selene να κάνει την πρώτη της εμφάνιση πίσω από το μικρόφωνο δίνοντας νέα πνοή με τις ερμηνείες της, ενώ τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορούν και το πρώτο επίσημο video clip τους για το ομώνυμο τραγούδι. Links:Facebook: https://www.facebook.com/NegativeContrastBandcamp: https://negativecontrast.bandcamp.com/ Facebook Event: https://www.facebook.com/events/446311793966757*poster by Graphic No Jutsu: https://www.facebook.com/GraphicnoJutsu An Club Info:-Official Website: https://www.anclub.gr/- Facebook: https://www.facebook.com/AnClubofficial/- Instagram: https://www.instagram.com/an_club/
  • 0
  • NICK MASON | ATHENS
  • 6/4/2022-19:30
  • 6/4/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed-5.jpg
  • Ο Nick Mason, εμβληματικός ντράμερ των Pink Floyd, έρχεται μαζί με το συγκρότημά του για να δώσει δύο μοναδικές συναυλίες σε Θεσσαλονική κι Αθήνα παραδίδοντας μαθήματα σπουδαίας ροκ ιστορίας. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων ο θρυλικός μουσικός αναμένεται να παρουσιάσει δύο φαντασμαγορικά οπτικοακουστικά shows, που όμοιά τους ελάχιστα έχουμε δει στη χώρα μας.O Nick Mason είναι ένας από τους σπουδαιότερους ροκ μουσικούς όλων των εποχών, καθώς συμμετείχε ως ντράμερ αλλά και συνθετικά σε όλους τους δίσκους των εμβληματικών Pink Floyd οι οποίοι καθόρισαν με τον ήχο τους τις στιγμές ολόκληρων γενιών μουσικόφιλων. Μέσα από την πορεία του στην σπουδαία 55χρονη καριέρα του ο Nick Mason έγινε ένας από τους επιδραστικότερους ντράμερ της σύγχρονης μουσικής ιστορίας μας. To set το οποίο θα παρουσιάσει στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας περιοδείας του θα περιλαμβάνει τις λαμπρότερες στιγμές της δισκογραφίας του κι ένα πρωτοποριακό οπτικοακουστικό show που λαμβάνει διθυράμβων κι αποθεωτικών κριτικών στο εξωτερικό.Στο set της περιοδείας των Nick Mason's Saucerful Of Secrets κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι μουσικές στιγμές από τα πρώτα χρόνια των Pink Floyd μέχρι και το άλμπουμ του 1972 "Obscured by Clouds", συμπεριλαμβανομένου του επικού "Echoes". Οι Nick Mason's Saucerful Of Secrets απαρτίζονται από τους - Nick Mason, Gary Kemp, Guy Pratt, Lee Harris και Dom Beken.Το συγκρότημα, προεξάρχοντος του Nick Mason έχει δώσει πολλές sold out συναυλίες, φέρνοντας στο νου κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις τις οποίες οι Pink Floyd χάρισαν στο κοινό τους στα 60's. Οι Έλληνες fans ανήκουν στους τυχερούς που θα μπορέσουν να απολαύσουν επί σκηνής έναν εμβληματικό μουσικό, συνοδεία του συγκροτήματός του, σε μια βραδιά που θα ανασύρουν διάφορους Pink Floyd κρυμμένους θησαυρούς από τη σπουδαία τους καριέρα. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων θα γίνουμε κοινωνοί του έργου μιας μουσικής ιδιοφυΐας. "...ήταν το μεγαλύτερο και το πιο ζωντανό show που έζησα ποτέ, ήταν μια υπενθύμιση για το μεγαλείο των Pink Floyd… Αν κάποιος έχει το ελάχιστο ενδιαφέρον για τους Pink Floyd, σίγουρα δεν πρέπει να χάσει αυτό το show… Μια εμπειρία που σίγουρα θα σας συναρπάσει…"Michael Hann, Financial Times "... Ο ήχος ήταν τρομερός, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και μαγευτική, αναμειγνύοντας διάφορα αρχέγονα στοιχεία της ροκ σκηνής… Ήταν ένα σύνολο που σου προκαλεί δέος και νοσταλγία ενώ σε κάνει να αναρωτηθείς αν η ροκ μουσική έχει τελικά αλλάξει καθόλου από τα μακρινά 60's…"Neil McCormick, The Daily Telegraph Πληροφορίες:Τα εισιτήρια ξεκινούν από 45€ H προπώληση της συναυλίας στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων διεξάγεται μέσω του: www.viva.gr Η προπώληση της συναυλίας στο Θέατρο Δάσους διεξάγεται μέσω του:www.ticketmaster.grΤηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535 Επικοινωνία:[email protected]
  • 0
  • EVANESCENCE 05.06.2022 Θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη
  • 06/05/2022-19:0
  • 06/05/2022-0:0
  • Θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/EVAN-SUPPORT-EVENT.webp
  • Oι Εvanescence ζωντανά στην Αθήνα! Οι Evanescence στην Αθήνα! Tο συγκρότημα της Amy Lee επιστρέφει για μια μοναδική συναυλία στις 5 Ιουνίου 2022 στο Θέατρο Πέτρας στην Πετρούπολη. Ένα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα της σύγχρονης μουσικής, οι Evanescence έχουν κατορθώσει να διαγράψουν μια σημαντικότατη καριέρα επί δύο δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων έχουν πουλήσει πάνω από 25.000.000 δίσκους και έχουν βοηθήσει να φτάσουν στο ευρύ κοινό είδη μουσικής όπως το gothic rock και το nu metal. Η συνταγή της επιτυχίας τους βασίζεται στην επική και ταυτόχρονα σαγηνευτική φωνή της Amy Lee και την ικανότητά τους να γράφουν μεγάλα hits που κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα του σκληρού ήχου, από την μπαλάντα ως το συμφωνικό metal. Οι Evanescence έκαναν το 2003 ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα όλων των εποχών με το “Fallen”, μέσα από το οποίο κυκλοφόρησαν 4 singles που πλέον θεωρούνται κλασικές επιτυχίες του σύγχρονου ροκ ήχου (“Bring Me To Life”, “My Immortal”, “Going Under”, “Everybody’s Fool”). Ο δίσκος ανέβηκε στις κορυφές των charts σε πολλές χώρες, έγινε 7(!) φορές πλατινένιος, πούλησε περισσότερα από 17.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως, ήταν ένα από τα μόλις 8 άλμπουμ στην ιστορία που έμειναν για πάνω από ένα έτος στο Top50 του Billboard και τους απέφερε 2 βραβεία Grammy και άλλες 4 υποψηφιότητες! Η συνέχεια ήταν εξίσου πετυχημένη, με το “Open Door” του 2006 να φτάνει και αυτό στο νο1 του Billboard και χάρη σε τραγούδια όπως τα “Lithium” και “Call Me When You’re Sober” να πουλάει πάνω από 5.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως! Το 2011 έφτασαν και πάλι στο νο1 του Billboard για τρίτη συνεχόμενη φορά με το ομώνυμο άλμπουμ τους, μέσα από το οποίο ξεχώρισε το “My Heart Is Broken”. Το 2017 ακολούθησε το “Synthesis”, ένας δίσκος με reworks σε παλαιότερο υλικό τους. Την φετινή άνοιξη οι Evanescence κυκλοφόρησαν το 5ο άλμπουμ τους με τίτλο “The Bitter Truth”, το πρώτο με καινούργιο υλικό μετά από μια δεκαετία. Στη συναυλία τους στο Θέατρο Πέτρας την Κυριακή 5 Ιουνίου θα μας παρουσιάσουν ζωντανά ένα best-of από το σύνολο της καριέρας τους, ερμηνεύοντας όλες τις μεγάλες επιτυχίες τους! H προπώληση του fan club θα ξεκινήσει την Τρίτη 5 Οκτωβρίου στις 10:00 Η γενική προπώληση θα ξεκινήσει την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου στις 10:00 Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 38 ευρώ (early bird), 43 ευρώ, 46 ευρώ VIP 1: 326 ευρώ VIP 2: 186 ευρώ Evanescence Pit Soundcheck Package (VIP1) Ένα εισιτήριο Γενικής Εισόδου VIP δυνατότητα νωρίτερης εισόδου στο συναυλιακό χώρο Πρόσβαση στο soundcheck των Evanescence Συμμετοχή σε συζήτηση με τους Evanescence για τον νέο δίσκο τους The Bitter Truth Αποκλειστικό αντικείμενο με αυτόγραφο της μπάντας (2) ειδικά κατασκευασμένα VIP merchandise αντικείμενα Δυνατότητα αποκλειστικής αγοράς merchandise Official soundcheck πλαστικοποιημένου αναμνηστικού Πολύ περιορισμένη διαθεσιμότητα Evanescence VIP Tour Package (VIP2) Ένα εισιτήριο Γενικής Εισόδου VIP δυνατότητα νωρίτερης εισόδου στο συναυλιακό χώρο (2)ειδικά κατασκευασμένα VIP merchandise αντικείμενα Δυνατότητα αποκλειστικής αγοράς merchandise Πλαστικοποιημένο αναμνηστικό Early Entry Περιορισμένη διαθεσιμότητα Η προπώληση των εισιτηρίων γίνεται μέσω του δικτύου του www.viva.gr, Οι πωλητές των εισιτηρίων χρεώνουν έξοδα διαχείρισης ανάλογα με το τιμολόγιό τους.
  • Για την εξυπηρέτηση του κοινού της συναυλίας των Evanescence, την Κυριακή 5/6/2022, η γραμμή 700 της ΟΣΥ, από το Θέατρο Πέτρας προς το σταθμό Μετρό Ανθούπολης, θα είναι διαθέσιμη κάθε 10 λεπτά από τις 23.00 μέχρι τις 00.10. Τελευταίο δρομολόγιο του Μετρό Ανθούπολης θα είναι στις 00.31. Πληροφορίες: www.detoxevents.gr, 2109636489
  • 0
  • Release Athens 2022 Bauhaus, The Jesus and Mary Chain & dEUS Τετάρτη, 8 Ιουνίου Πλατεία Νερού, Φάληρο
  • 6/8/2022-0:0
  • 6/8/2022-0:0
  • ΠΛΑΤΕΙΑ ΝΕΡΟΥ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/bauhaus-poster-2022.jpg
  • BAUHAUSΤα 4 αυθεντικά μέλη, Peter Murphy, Daniel Ash, Kevin Haskins και David J ξαναφέρνουν στη ζωή μία μπάντα-σύμβολο για το Gothic Rock και όχι μόνo!Οι Bauhaus αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη μουσική σκηνή σχεδόν από το ξεκίνημά τους, το 1978 στο Northampton της Αγγλίας. Βλοσυροί και, ταυτόχρονα, εκθαμβωτικοί, έδωσαν στην post-punk εποχή έναν ακόμα πιο δυσοίωνο ήχο αλλά και ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό όραμα, πραγματικοί καινοτόμου. Ήταν rock με ισχυρές δόσεις glam, funk, new wave, avant-garde, με επιρροές ακόμα και από το Reggae / Dub ρεύμα.Εκλεκτικοί, εξωστρεφείς, εξερευνούσαν τα πάντα! Δεν έμοιαζαν με τίποτα που υπήρξε τη στιγμή που εμφανίστηκαν, αλλά ούτε και μετά.THE JESUS & MARY CHAINΤα αδέλφια William και Jim Reid άρχισαν να ηχογραφούν στην κρεβατοκάμαρά τους στο East Kil bride, μια πόλη 10 χλμ. Μακριά απ’τη Γλασκόβη, βάζοντας στο ίδιο καζάνι τις μεγάλες τους επιρροές: από τους Ramones, τους Velvet Underground και το punk γενικότερα μέχρι τις Shangri-Las, τις Ronettes, τους Beach Boys και καθετί που αναγνωρίζουμε ως την ποπ του Phil Spector.Στη δισκογραφία μπήκαν με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο, αφού το “Psychocandy” (1984) δίκαια θεωρείται μια απ’τις κορυφαίες στιγμές των μουσικών 80s, ενώ το ίδιο μπορεί κανείς να ισχυριστεί και για το “Dark lands” (1987) που έδειξε το δρόμο για αυτό που μερικά χρόνια αργότερα θα μαθαίναμε ως shoe gaze. Tα “Automatic” (1989), “Honey’s Dead” (1992), “Stoned & Dethroned” (1994), “Munki” (1998) που ακολούθησαν μέχρι να κλείσει ο πρώτος κύκλος της μπάντας αλλά και το επίπεδο του “Damage and Joy” που κυκλοφόρησαν το 2017, τοποθετούν τους Jesus & Mary Chainστη μικρή λίστα με τα πιο επιδραστικά σχήματα των τελευταίων 40 χρόνων.
  • View this email in your browser To Release Athens υποδέχεται τους Cradle of Filth και τους Dead Daisies, την Παρασκευή 15 Ιουλίου στο Κλειστό Φαλήρου. Μαζί, θα πλαισιώσουν τους μεγάλους Judas Priest σε ένα εκρηκτικό heavy rock show!Οι Cradle of Filth μετράνε σχεδόν 30 χρόνια καριέρας. Το extreme ηχητικό αμάλγαμα από black metal, gothic, symphonic ήχους, με λογοτεχνικές αναφορές σε καθετί μακάβριο και τρομακτικό, τους επιτρέπει να παραμένουν στην πρώτη γραμμή και πλέον να κάνουν την επανεκκίνηση προς μια νέα πορεία, γεμάτοι ορμή και επιθυμία για νέα καλλιτεχνικά ύψη. Με κλασικούς δίσκους - όπως τα "Dusk... and Her Embrace" (1996), "Cruelty and The Beast" (1998), το EP "From the Cradle to Enslave" (1999) και "Midian" (2000) - ανέβηκαν στο θρόνο του black metal, ενώ το "Existence Is Futile", του 2021, τους χαρίζει μια νέα νιότη, γνωρίζοντας την αποθέωση από τους οπαδούς και τους κριτικούς, με τη νεοφερμένη Annabelle Iratni στα πλήκτρα και τα δεύτερα φωνητικά. Οι Cradle Of Filth συνεχίζουν στον ρόλο των πρεσβευτών της σκοτεινής πλευράς του metal, εξερευνώντας τις άμορφες φρίκες που παραμονεύουν στις σκιές της ανθρωπότητας, με μια σφοδρή επιθυμία για καθετί αισθησιακά γκροτέσκο και τον Dani Filth να εξακολουθεί να εξιστορεί ένα αιματοβαμμένο παραμύθι και να σκηνοθετεί τη δική του ταινία τρόμου, βάζοντας την ιδανική μουσική υπόκρουση! Follow Cradle of Filth:Official siteFacebookInstagramYouTube To rock' n’ roll είναι το ταξίδι και όχι ο τελικός προορισμός. Με έξι δίσκους και ατέλειωτες περιοδείες στο ενεργητικό τους, το supergroup των Dead Daisies έρχεται να επιβεβαιώσει το αυτονόητο: Το rock δεν θα πεθάνει ποτέ! Η φωνάρα του Glenn Hughes, ανέβασε τη μπάντα σε άλλο επίπεδο. Μια μεγάλη προσωπικότητα, ο Βρετανός μπασίστας και τραγουδιστής ηγήθηκε των funk rockers, Trapeze, μεγαλούργησε στους Deep Purple και συνεργάστηκε με μύθους όπως οι Black Sabbath και Gary Moore, μεταξύ δεκάδων ακόμα! Mε αφετηρία τον κλασικό rock ήχο των 70s και 80s και ένα lineup που αποτελείται από εξαιρετικούς μουσικούς, οι Dead Daisies είναι μία πραγματικά απολαυστική μπάντα επί σκηνής! Η τωρινή σύνθεση τους, εκτός από τον Ηughes, περιλαμβάνει τους Doug Aldrich, David Lowy (ο ιδρυτής της μπάντας) και Dean Castronovo, με θητεία πλάι σε ονόματα όπως Whitesnake, Dio, Journey, Bad English, Red Phoenix και Mink. Follow Dead Daisies:Official siteFacebookSpotify Η προπώληση συνεχίζεται προς 45€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 100€. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στο χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες, αναμνηστικό δώρο.Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα τρία διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό:1. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Manowar, Rotting Christ, Rhapsody Οf Fire (22/6/22, Πλατεία Νερού) + προς 75€ (κέρδος 15€)2. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Sabaton, Blind Guardian, Epica (21/7/22, Πλατεία Νερού) προς 75€ (κέρδος 15€)3. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Slipknot, Sepultura & more tba (23/7/22, Πλατεία Νερού) προς 90€ (κέρδος 15€)Διάθεση εισιτηρίων:Τηλεφωνικά στο 11876Online στα releaseathens.gr / viva.grΦυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot ΤεχνόποληςΌλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.grTo 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλώσιμα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • THE RUCKUS HABBIT/ STILL DUSK/WORLDS IGNITED
  • 6/17/2022-20:0
  • 6/17/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/Still-Dusk-Ruckus-Habit-banner-1.jpg
  • THE RUCKUS HABIT/ STILL DUSK/ WORDS IGNITED Την Παρασκευή 17 Ιουνίου στο Remedy Live Club(Κουντουριώτου 9, Νέο Ηράκλειο) τρεις ανερχόμενες μπάντες μοιράζονται την ίδια σκηνή. The Ruckus Habit Είναι η συνήθεια του σαματά! Τέσσερα παιδιά από τα Νότια της Αθήνας που μπορούν να κρατήσουν ξύπνιο εσένα και τους γείτονές σου ακόμα και αν προβάρουν πέντε τετράγωνα μακριά. Γεννηθέντες το 2012, είναι γνωστοί κυρίως για τα πολλά ντεσιμπέλ που παράγουν, για τα δεμένα κιθαριστικά τους θέματα, για τις επιθετικές μπασογραμμές, για το δυνατό drumming και τα εμπνευσμένα από τις καθημερινές ανθρώπινες επαφές lyrics τους. Όλα τα παραπάνω, τυλιγμένα προσεκτικά μέσα σε ένα alternative indie rock περιτύλιγμα συνθέτουν τους Ruckus Habit. Μία βόμβα έτοιμη να σκάσει προκαλώντας έντονο ερεθισμό στο ακουστικό σου σύστημα. Τους έμαθες το 2012 όταν άκουσες το Little Cherrypie. Τους αγάπησες το 2013 με το Inebriated Ballad. Ερωτεύτηκες μαζί τους το 2014 με το Edinburgh Lights και έκλαψες με το Another Song to Waste. Το 2016 πήγες στον πόλεμο μαζί τους με το Dive Bomb. Το 2017 σε γύρισαν από τους νεκρούς με το Defibrillator και το Herbert. Μέχρι που το 2020 σε κέρδισαν με το Trust. Με το νέο δίσκο να σου χτυπάει την πόρτα, ανεβαίνουν στην σκηνή για να προκαλέσουν ατελείωτο σαματά. STILL DUSK Οι Still Dusk είναι ένα alternative hard rock/metal σχήμα που δημιουργήθηκε το Νοέμβριο του 2018 στην Αθήνα. Μετά από κάποιες αλλαγές στα μέλη της το βασικό line-up διαμορφώθηκε ως εξης: Yannis Kemenides(guitars), Elijah June(bass), Ina Damianidou(vocals), Ioanna Ev(drums). Έχουν εμφανιστεί σε διαφορες σκηνές της Αθήνας όπως το bums, an club, remedy, temple. Αυτήν την περίοδο δουλεύουν τα δικά τους κομμάτια τα οποία θα κυκλοφόρησουν σύντομα. Οι Worlds Ignited είναι μια τριμελής μπάντα από την Αθήνα, και δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2018. κινούνται στα Alternative/Nu Metal μουσικά μονοπάτια εμπνευσμένοι από μπάντες όπως Breaking Benjamin, Chevelle, Dark new day κ.α. Τα ιδρυτικά μέλη των Worlds Ignited είναι ο Ανδρέας Ψυχαλής(Guitar - Vocals) και ο Φοίβος Ανδριόπουλος(Drums) καθώς μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους Single με τίτλο "The Dark" τον Νοέμβριο του 2018 ο Πάνος Σκέντζος(Bass - B.Vocals) ολοκλήρωσε το τριμελές σχήμα. Τον Νοέμβριο του 2020, η μπάντα κυκλοφορεί και το δεύτερο Single της με τίτλο "All this time". Το εισιτήριο κοστίζει 6 ευρώ και οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00.
  • 0
  • Release Athens Festival 2022: Manowar, Rotting Christ, Rhapsody Of Fire, Meden Agan την Tετάρτη 22 Ιουνίου 2022 στην Πλατεία Νερού
  • 6/22/2022-0:0
  • 6/22/2022-0:0
  • Πλατεία Νερού
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/282169858_4940618782658098_8370508697225889080_n-1.jpg
  • Την Tετάρτη 22 Ιουνίου 2022, οι βασιλιάδες του metal, Manowar, επιστρέφουν στο Release Athens! Η ακλόνητη αφοσίωση των Ελλήνων Manowarriors τους φέρνει ξανά στην Πλατεία Νερού σε μια υπερπαραγωγή άνευ προηγουμένου, με μια "killer" setlist γεμάτη αθάνατα κλασικά τραγούδια και ένα ειδικό δώρο μόνο για τους Έλληνες οπαδούς. Μαζί τους, οι σπουδαίοι Rotting Christ, σε μία αποκλειστική εμφάνιση στην Ελλάδα για το 2022. "Είμαστε ενθουσιασμένοι που θα παίξουμε ξανά στην Ελλάδα και θα μοιραστούμε το φόρο τιμής μας προς το θαυμαστό παρελθόν και την κουλτούρα της χώρας. Η υποδοχή στο Release Athens 2019 ήταν φανταστική και μας οδήγησε να τιμήσουμε εκ νέου τον Όμηρο και τα έπη του, όπως σχεδιάζαμε χρόνια" είπε ο ίδιος ο Joey De Maio στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα. Οι Manowar θα παρουσιάσουν το "The Revenge Of Odysseus”, εμπνευσμένο από την "Οδύσσεια", ως φυσική συνέχεια του κλασικού “Achilles, Agony and Ecstasy in Eight Parts” μέσα από το “The Triumph Of Steel” που κλείνει τα 30 χρόνια. Το νέο τραγούδι ηχογραφήθηκε στη χώρα μας με καλεσμένους τους σπουδαίους ηθοποιούς μας, Κώστα και Κωνσταντίνο Καζάκο, οι οποίοι υποδύθηκαν τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο αντίστοιχα. Τίμησαν το ομηρικό έπος καθώς το απέδωσαν σε Αρχαία Ελληνικά, σε μετάφραση του Σάκη Τόλη των Rotting Christ! Η περιοδεία με τίτλο, "CRUSHING THE ENEMIES OF METAL ANNIVERSARY TOUR ’22", θα γιορτάσει τις επετείους έξι εμβληματικών δίσκων! Τραγούδια που ενώνουν και εμπνέουν, μέσα από ένα ηχητικό και οπτικό υπερθέαμα! 40ή επέτειος του "Battle Hymns" 35ή επέτειος του "Fighting The World" 30ή επέτειος του "The Triumph Of Steel" 20ή επέτειος του "Warriors Of The World" 15η επέτειος του "Gods Of War" 10η επέτειος του "The Lord Of Steel" Ελάχιστες μπάντες του metal άντεξαν στο χρόνο όσο οι Rotting Christ. Μετρώντας ήδη 33 χρόνια ιστορίας και πάνω από 2.000 shows σε ολόκληρο τον κόσμο, εξακολουθούν να γνωρίζουν την αποθέωση οπουδήποτε εμφανίζονται και να θεωρούνται ως ένα από τα επιδραστικότερα συγκροτήματα του είδους τους. Με 13 albums στο ενεργητικό τους, ενώ το 14ο ετοιμάζεται ήδη, έχουν εξερευνήσει κάθε πτυχή του ατμοσφαιρικού metal. Έχτισαν τον μύθο τους, δημιουργώντας έναν ιδιόρρυθμο και άκρως αναγνωρίσιμο ήχο, με κλασικούς δίσκους όπως τα "Thy Mighty Contract:, "Non Serviam", "Theogonia", "Triarchy Of The Lost Lovers", "A Dead Poem", "The Heretics". Παράλληλα, οι ασταμάτητες headline περιοδείες και οι συμμετοχές τους σε μεγάλα φεστιβάλ έχουν δημιουργήσει έναν μεγάλο πυρήνα φανατικών οπαδών, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που συνεχώς αυξάνεται βλέποντας μια μπάντα να εξελίσσεται και να αναζητά συνεχώς νέους εκφραστικούς δρόμους, παραμένοντας σύγχρονη και ουσιαστική μέχρι σήμερα. Η συνύπαρξή τους με τους Manowar στο lineup της 22ης Ιουνίου στο Release Athens 2022, αποτελεί φυσική συνέχεια της συνεργασίας του Σάκη Τόλη, μετά από πρόσκληση του Joey DeMaio, στο νέο τραγούδι των βασιλιάδων του metal, "The Revenge Of Odysseus", το οποίο θα αποτελέσει δώρο στους Έλληνες fans, αλλά και του αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσα σε δύο πραγματικά μεγάλες metal μπάντες. Οι Rhapsody Of Fire, δημιουργήθηκαν το 1993 στην Τεργέστη και με το ντεμπούτο τους, το ρηξικέλευθο "Legendary Tales" (1997), καθόρισαν τι σημαίνει συμφωνικό power metal παίρνοντας έμπνευση από τις ενορχηστρώσεις της κλασικής και κινηματογραφικής μουσικής καθώς και επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Helloween και οι Blind Guardian. Το αποτέλεσμα ήταν πρωτοποριακό και μαζί με την υπέροχη αφήγηση που συνοδεύει τους δίσκους τους, δημιούργησαν ολόκληρους κόσμους που λάτρεψαν οι οπαδοί του fantasy, και όχι μόνο. Μόνο οι πρώτες τέσσερις κυκλοφορίες τους ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο πωλήσεις και πολύ σύντομα έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά ονόματα της metal σκηνής. Και πως να μη γίνουν, φυσικά, με μια πλειάδα σπουδαίων δίσκων ("Symphony of Enchanted Lands", "Dawn of Victory", "Power of the Dragonflame" κτλ.) και με μια σειρά τραγουδιών που έχουν μείνει κλασικά (“Flames of Revenge”, “Emerald Sword”, “Queen of the Dark Horizon”, “Reign of Terror” κτλ.). Οι Rhapsody Οf Fire επιστρέφουν στο Release Athens έχοντας μόλις κυκλοφορήσει τον 13ο δίσκο της καριέρας τους, το "Glory for Salvation", που βρίσκει τους συνεπείς βετεράνους Ιταλούς σε μεγάλη φόρμα και δίκαια ενθουσίασε κοινό και κριτικούς.
  • Η προπώληση συνεχίζεται προς 45 ευρώ. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 115 ευρώ. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στον χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες, αναμνηστικό δώρο. Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα δύο διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό: 1. Manowar, Rotting Christ & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) + Judas Priest & more tba (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ) 2. Manowar, Rotting Christ & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) + Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ) Διάθεση εισιτηρίων: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα www.releaseathens.gr / www.viva.gr Φυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot Τεχνόπολης Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr To 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • OVER THE WALL FESTIVAL 2022
  • 6/25/2022-0:0
  • 6/26/2022-0:0
  • ΕΛΜΕΠΑ (πρώην ΤΕΙ)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/frst003.png
  • Μετά από 2 χρόνια αποχής λόγω covid-19 , το Over The Wall Festival επιστρέφει δυναμικά στις 25 και 26 Ιουνίου, με Headliners τους Exciter και τους Mystery του Άγγελου Περλεπέ.Δυο μπάντες με πολυετή παρουσία και ιστορία στο χώρο της μουσικής. Το φεστιβάλ θα διεξαχθεί στο ΕΛΜΕΠΑ (πρώην ΤΕΙ) και θα εμφανιστούν οι Γερμανοί Night Laser, οι Crimson Fire, οι Serpent lord, οι Passengers In Panic καθώς και δύο τοπικές μπάντες , οι Everdie από την Ιεράπετρα και οι Ηρακλειώτες Legacy . Οι τιμές των εισιτηρίων διαμορφώνονται ως εξής : πρώτη μέρα 16 €, δεύτερη μέρα 22 € και εισιτήριο διημέρου 32 €. Τα εισιτήρια διατίθενται ηλεκτρονικά από το 123tickets.gr. Το φετινό καλοκαίρι προβλέπεται καυτό και όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο OVER THE WALL...
  • 0
  • 1000mods ζωντανά στη Θεσσαλονίκη! Special Guests: Bonzai
  • 6/28/2022-20:0
  • 6/28/2022-0:0
  • ΘΕΑΤΡΟ ΚΗΠΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/1000mods_bonzai_live_2022_banner.jpg
  • ★ 1000mods Having risen from smokey basements to packed arenas, children of the now-legendary Greek underground heavy rock scene of the mid 00’s, 1000mods can be considered no less than the most successful Greek rock band of the past decade. It was September of 2011, when "Super Van Vacation" paved the way. The debut full length album of the Greek heavy rock rollercoaster had it all: Heavy low-end guitars, laid-back groovy-as-fuck rhythm section and trippy vocal lines, resulting in what is now considered to be a classic for the European heavy rock scene, as well as a game-changer for Greek rock music which would never be the same again. Bands and fans came and go but 1000mods stood strong, following their dream, leading by example and inspiring an entire generation of musicians. Their second album, titled "Vultures" (2014), continued the "Super Van Vacation" legacy, consisting of some of the band’s most thick grooves to date, as well as the elements that would later be used as raw material for the creation of their unique personalized sound. A sacred pact was cast in stone: The Greek scene would take over and 1000mods would lead the way to it! Praised by fans, as well as by heavy traffic music media outlets around the globe, their third release "Repeated Exposure To…" (2016) was considered by many as a masterpiece of the heavy rock scene, and is strongly rumored to be one of the albums that changed the face of European heavy rock music, once and for all. With an ever-growing fan base all around the globe, taking repeatedly European, US and Australian soil by force, due to their relentless touring schedule (having also participated in the biggest European rock & metal festivals), armed with dedication and non-stop commitment, the Greek rock quartet is fairly considered to be the new-found power of the European (some say "worldwide") rock scene. Being extraordinarily explosive on stage and always delivering material of high quality on record, as far as both songwriting and sound production is concerned, it’s no surprise that 1000mods have managed to create a core of die-hard fans that only grows bigger day-by-day. …Year 2020 changes it all. Their highly anticipated fourth full length album "Youth of Dissent" produced by legend Matt Bayles (Pearl Jam, Mastodon, Isis, Soundgarden etc) breaks the spacetime continuum and achieves the impossible: 1000mods meet their childhood heroes, by performing a time travel to the glorious 90’s, when fused elements of punk rock and heavy metal, changed the face of music industry and lead to the legendary grunge rock explosion. Primitive, original and inspiring, the songwriting of their new release not only is their best to date, but also appears to be inevitably leading to their mighty breakthrough. The best is yet to come... Discography: Albums (2020) Youth of Dissent (2016) Repeated Exposure To... (2014) Vultures (2011) Super Van Vacation EPs & Singles (2012) Valley of Sand (2007) Blank Reality (2009) Liquid Sleep Splits (2010) 1000mods vs Wight ★ Bonzai Τον Φεβρουάριο του 2019 οι Bonzai κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Seeds to Roots. Προσπερνώντας την ξεκάθαρη αναφορά του τίτλου στο όνομα της μπάντας, ερχόμαστε σε επαφή με έναν "γεμάτο" δίσκο, έτοιμο να μας χαρίσει ένα πενηντάλεπτο αγνού heavy rock 'n' roll, διανθισμένου με stoner, fuzz και ψυχεδελικές αναφορές. Ερχόμενοι στα συναυλιακά, οι Bonzai έχουν μοιραστεί τη σκηνή με σημαντικά ονόματα του χώρου και συμμετείχαν την ίδια χρονιά σε δύο από τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ της Ελλάδας, το "Street Mode" και το "Los Almiros". Εν μέσω πανδημίας, ήταν από τις ελάχιστες μπάντες του heavy rock ιδιώματος με συναυλιακή παρουσία στα "Long Beach Festival" & "Mammothfest", ενώ το 2022 τους βρίσκει έτοιμους να αναπληρώσουν το χαμένο έδαφος, κάνοντας την αρχή με μια τεράστια συναυλία εντός έδρας, συνοδεύοντας τους 1000mods. ---------------------------------------- Η συναυλία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Street Mode Live Sessions, τμήμα του 3ου Φεστιβάλ Καλοκαιριού 2022 του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συμπαραγωγή: Street Mode & Made of Stone.
  • Ώρα Προσέλευσης: 20:00 | Ώρα Έναρξης: 21:15 Τιμές Εισιτηρίων: Από 11€ Σημεία Προπώλησης: · Viva.gr (Πανελλαδικά) · Καταστήματα Wind (Πανελλαδικά) · Πολυχώρος WE · Nephilim Metal Musicstore · Rover Bar *Αυστηρά περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων, συστήνεται η έγκαιρη προσέλευση. ----------------------------------------
  • 0
  • SEPTICFLESH ζωντανά στη Θεσσαλονίκη! Special Guests: Μ3ΜΦ1Σ
  • 7/2/2022-20:0
  • 7/2/2022-0:0
  • | ΘΕΑΤΡΟ ΚΗΠΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/septicflesh_memfis_live_2022_banner.jpg
  • Από τους πιο συνεπείς και επιτυχημένους πρεσβευτές του ελληνικού metal σε όλο τον πλανήτη, οι Septicflesh παρουσιάζουν τα μεγάλα hit τους μαζί με νέο υλικό από το album τους “Modern Primitive” που μόλις κυκλοφόρησε! Μαζί τους στην σκηνή οι Μ3ΜΦ1Σ, η αγαπημένη groove 'n' heavy rock μπάντα της Θεσσαλονίκης. ★ Septicflesh Οι Septicflesh δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '90 από τον Σπύρο Αντωνίου (γνωστός και ως Seth Siro Anton): φωνητικά/μπάσο, Χρήστος Αντωνίου: κιθάρα και Σωτήριος Βαγενάς (γνωστός και ως Σωτήρης Ανουννάκη Β.): κιθάρα/καθαρά φωνητικά. Το ντεμπούτο Ep κυκλοφόρησε το 1991, με τίτλο “Temple of The Lost Race”. Το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ “Mystic Places of Daw” κυκλοφόρησε το 1994 και ακολούθησε το “EΣΟΠΤΡΟΝ” που κυκλοφόρησε το 1995. Με την κυκλοφορία του “Ophidian Wheel” το 1997, παρουσιάστηκε με τη Ναταλία Ρασούλη, καθώς το συγκρότημα προχωρούσε προς ένα πιο συμφωνικό στυλ. Το “A Fallen Temple” (κυκλοφόρησε το 1998) συνεχίστηκε στην ίδια μουσική κατεύθυνση. Το 1999 κυκλοφόρησε το “Revolution DNA”, ακολουθούμενο από το Sumerian Daemons το 2003, και τα δύο άλμπουμ σε παραγωγή του Fredrik Nordström. Αν και η δημοτικότητα του συγκροτήματος μεγάλωνε, τα μέλη του συγκροτήματος αποφάσισαν να διαλυθούν, προκειμένου να επικεντρωθούν σε άλλα προσωπικά έργα και στόχους. Αλλά αυτό δεν ήταν το τέλος της ιστορίας… Μετά από μια επανένωση, το συγκρότημα επέστρεψε με το άλμπουμ “Communion” το 2008, και πάλι με τον Fredrik Nordström στο τιμόνι της παραγωγής. Από εκείνο το σημείο και μετά, το συμφωνικό στοιχείο (σε σύνθεση Χρήστου Αντωνίου, που έχει Μεταπτυχιακό στη Σύνθεση/Ενορχήστρωση) ενσωματώθηκε πλήρως στη δομή των τραγουδιών, με τη συνεργασία της Filmharmonic Orchestra of Prague. Στη συνέχεια ακολούθησε το “The Great Mass” (2011) με παραγωγό τον Peter Tägtgren, το “Titan” (2014) με παραγωγό τον Logan Mader και το “Codex Omega” (2017) με παραγωγό τον Jens Bogren. Το 2020, η ηχογράφηση του επικού και πλήρως ενορχηστρωμένου Live στο Μεξικό με τίτλο “Infernus Sinfonica MMXIX”, κυκλοφόρησε σε CD/LP/DVD/Blu-Ray. Οι Septicflesh ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους δίσκους Nuclear Blast και τώρα είναι η ώρα για την επόμενη φάση στην ιστορία του συγκροτήματος, με ένα νέο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Για άλλη μια φορά ο Jens Bogren είναι υπεύθυνος για τη μίξη και παραγωγή ήχου. Ο Seth Siro Anton, που είναι και υπεύθυνος για την οπτική αισθητική του συγκροτήματος, έχει δημιουργήσει ένα πραγματικά έντονο εξώφυλλο και artwork. Το συγκρότημα ανέπτυξε περαιτέρω τον μοναδικό του ήχο που συνδυάζει τη συμφωνική/soundtrack μουσική με το Death Metal. Εκτός από τη συνεχή συνεργασία με την Filmharmonic Orchestra of Prague, το συγκρότημα χρησιμοποίησε μια πλήρη χορωδία ενηλίκων, μια πλήρη παιδική χορωδία και μια ποικιλία έθνικ οργάνων. Δισκογραφία: Albums (2022) Modern Primitive (2020) Infernus Sinfonica MMXIX (2017) Codex Omega (2014) Titan (2011) The Great Mass (2008) Communion (2003) Sumerian Daemons (1999) Revolution DNA (1998) A Fallen Temple (1997) Ophidian Wheel (1995) Esoptron (1994) Mystic Places Of Dawn (1991) Forgotten Paths EPs & Singles (2022) A Desert Throne (2022) Neuromancer (2022) Hierophant (2020) The Vampire From Nazareth (1998) D.N.A. Choronzone (1991) Temple Of The Lost Race ★ Μ3ΜΦ1Σ Δημιουργημένοι το 2012 από μουσικούς με εμπειρία και ιστορία στο χώρο του ακραίου ήχου (Psycho Choke, Vain Velocity, Less Than Human, Nature’s) οι Μ3ΜΦ1Σ πειραματίζονται και βαδίζουν σε νέα μονοπάτια και αχαρτογράφητες περιοχές. Groovy ρυθμοί, alternative rock / metal αισθητική, ethnic στοιχεία και ο ελληνικός στίχος διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό χαρακτήρα του συγκροτήματος. Σκληρός ήχος, απαλές μελωδίες, γκάζι και τσαμπουκάς δένονται μαζί με ένα παράξενα γλυκό και σκοτεινό συναίσθημα που προκαλούν οι πικροί στίχοι. Χωρίς να περιορίζονται αυστηρά σε κάποιο συγκεκριμένο μουσικό είδος και βάζοντας σε πρώτο πλάνο την αίσθηση ελευθερίας και δημιουργίας κάτι πηγαίου και αυθεντικού, οι Μ3ΜΦ1Σ αποτελούν μία από τις πολύ πρωτότυπες και δυνατές παρουσίες της ανεξάρτητης rock σκηνής της χώρας. Η ένταση που διακρίνει το σχήμα στα live του, τα καθιστά μία ανεπιφύλακτη και εγγυημένη πρόταση για τους απανταχού μουσικόφιλους και την κάθε εμφάνιση τους, μία εμπειρία, την οποία δεν πρέπει να χάσει κανείς! Το 2014 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας “Όπως Αλλάζουν Οι Εποχές” και την άνοιξη του 2017 “Ο Ιχνηλάτης Που Κυνηγούσε Το Θάνατο” ενώ με την έναρξη της πανδημίας στην χώρα μας αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους στούντιο άλμπουμ με τίτλο “Το Σκοτάδι Εντός Μου” ως σύμμαχο και πηγή δύναμης στις μέρες απομόνωσης που ακολούθησαν. Το τελευταίο τους πόνημα είναι μια κατάδυση στα κρυμμένα μυστικά του εσωτερικού μας κόσμου, και έρχεται να ρίξει φως στις αιτίες και τους λόγους που βαραίνουν τις ψυχές μας. Σκοτεινό και επιθετικό όσο ποτέ, αναδύεται από τα ηχεία χωρίς κομψούς τρόπους, χωρίς κανόνες και χωρίς περιορισμούς. Ένα ιδιαίτερα σκληρό άλμπουμ που θα το εκτιμήσουν καλύτερα όσοι έχουν παλέψει με τον εαυτό τους και έχουν έρθει αντιμέτωποι με την άσχημη πλευρά τους. Οι Μ3ΜΦ1Σ εύχονται όλη αυτή η εσωτερική διεργασία να μας βγάλει δυνατότερους, αρτιότερους και καλύτερους. Δισκογραφία: Albums (2020) Το Σκοτάδι Εντός Μου (2017) Ο Ιχνηλάτης Που Κυνηγούσε Το Θάνατο (2014) Όπως Αλλάζουν Οι Εποχές ---------------------------------------- Η συναυλία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Street Mode Live Sessions, τμήμα του 3ου Φεστιβάλ Καλοκαιριού 2022 του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συμπαραγωγή: Street Mode & Made of Stone.
  • Ώρα Προσέλευσης: 20:00 | Ώρα Έναρξης: 21:30 Τιμές Εισιτηρίων: Από 11€ Σημεία Προπώλησης: · Viva.gr (Πανελλαδικά) · Καταστήματα Wind (Πανελλαδικά) · Πολυχώρος WE · Nephilim Metal Musicstore · Rover Bar *Αυστηρά περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων, συστήνεται η έγκαιρη προσέλευση. Εισιτήρια www.viva.gr/tickets/music/septic-flesh-live-sti-thessaloniki-ft-memfis
  • 0
  • Under The Sun Festival 2022 9 & 10 Ιουλίου Cariocas Beach Bar – Παραλία Σχίνου
  • 7/9/2022-0:0
  • 7/10/2022-0:0
  • Cariocas Beach Bar – Παραλία Σχίνου
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/unnamed-3.jpg
  • LINE UP: 1000mods, Nightstalker, Naxatras, Deaf Radio, Puta Volcano, Godsleep, we.own.the.sky, Honeybadger, Loud Silence, The Lobsters ▶ Διατίθεται περιορισμένη ποσότητα εκπτωτικών διήμερων και μονήμερων εισιτηρίων. Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.viva.gr/tickets/music/under-the-sun-cariocas-rock-festival-2022/ Το Under The Sun Cariocas Rock Festival 2022, είναι γεγονός! Μετά την διετή παύση της πανδημίας, το πιο #hot καλοκαιρινό φεστιβάλ επιστρέφει. Οι λάτρεις του rock ήχου θα έχουν και πάλι την ευκαιρία να απολαύσουν τους κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους, σε μία σειρά από συναυλίες-ορόσημο, που θα διαρκέσουν ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, πάνω στην παραλία του Σχίνου και κάτω από τον ήλιο που λούζει το Cariocas Beach Bar! Μια υπέροχη εμπειρία στο πιο θρυλικό beach bar της χώρας. Με σύμμαχο τη θάλασσα και την ατμόσφαιρα εμποτισμένη με καλοκαιρινά feelgood vibes, συναυλιακοί rock ήχοι θα δονούν τον αέρα αντηχώντας στα Γεράνια όρη που αποτελούν μέρος τους επιβλητικού φυσικού σκηνικού του κόλπου του Σχίνου. Το φαγητό, το ποτό και μία σειρά από δραστηριότητες που θα συμπεριλαμβάνονται στο φεστιβάλ, θα είναι εκεί για να προσφέρουν μια βιωματική εμπειρία, που όσοι έζησαν τα προηγούμενα χρόνια περιγράφουν ως μοναδική και άκρως ξεχωριστή. Το Under The Sun είναι το Rock Festival της καρδιάς μας και φέτος επιστρέφουμε στην ενεργό δράση στην δυναμικότερη μέχρι στιγμής edition του! Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ: Πάνω σε έναν ειδυλιακό κόλπο στο γραφικό ψαροχώρι του Σχίνου Κορινθίας βρίσκεται ένα απομονωμένο, χειροποίητο beach bar με κληρονομιά τόσο αποστωμωτική, όσο και η ομορφιά του τοπίου που το περιτριγυρίζει. To Cariocas Beach Bar αποτελεί εδώ και δύο δεκαετίες ένα μοναδικό πόλο έλξης για όσους αρέσκονται στις ξεχωριστές αποδράσεις από την καθημερινότητα, και στην εξωσυστημική, underground διασκέδαση. Με διεθνούς φήμης DJs, συγκροτήματα και καλλιτέχνες από την ελληνική hip hop, pop, reggae και surf rock μουσική σκηνή, ανεξάρτητες μπάντες, ομάδες κρουστών και εναλλακτικούς τραγουδοποιούς μεταξύ άλλων, το Cariocas Beach Bar έχει φιλοξενήσει πολυάριθμες εκδηλώσεις που πολλές φορές ξεκινούν από την ανατολή με την έναρξη των προετοιμασιών τους και σβήνουν το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, αφήνοντας αναμνήσεις που παραμένουν ανεξίτηλες στον χρόνο. ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ: Οι Cariocas είμαστε όλοι μαζί μία μεγάλη οικογένεια με 24 χρόνια μαγικής πορείας σε ένα προορισμό ιδανικό για όλη την οικογένεια. Η αγάπη μας για την genuine rock μουσική μας πηγαίνει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, αφού ήδη από την δεκαετία του ‘80 σκληροί και εναλλακτικοί ήχοι «βασάνιζαν» τα μεγάφωνα στα ηχοσυστήματα των clubs που διατηρούσαμε στην Αττική όπως το El Maroco στο Λαγονήσι και ο Θρυλικός “Νονός” στην πλατεία Δάφνης, ο οποίος λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως Τex Mex εστιατόριο, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα sports bar clubs, στέκια της Αθήνας. Αυτό όμως που διατηρείται αναλλοίωτο στην κουλτούρα μας, είναι εκείνο το στοιχείο που αγαπήσαμε από μικροί, ο τρόπος που μεγαλώσαμε: Το surfing culture και οι μουσικές που το συνοδεύουν, είναι για εμάς τρόπος ζωής. Με εναρκτήριο έναυσμα ένα από τα μεγαλύτερα και ποιοτικότερα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής στη χώρα μας, το Διεθνές Φεστιβάλ της Οδύσσειας, το Cariocas Beach Bar ανοίγει φέτος για τρίτη φορά τiς πόρτες του στο Under The Sun Rock Festival, που αποτελεί και τη πρώτη μας διοργανωτική αναζήτηση σε έναν ήχο που μας μεγάλωσε. Τον ήχο που σήμερα μας θεριεύει: Τη stoner metal και rock μουσική που κατοικοεδρεύει στην κορυφή των προτιμήσεών μας, ήδη από την δεκαετία του ‘70! ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΜΑΣ: Αυτός ο νέος κύκλος που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2018 με το πρώτο Under The Sun Rock Festival έχει στόχο να εντάξει στον πυρήνα του οράματός μας τη μουσική που αγαπήσαμε και μας σημάδεψε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Αποτελεί ένας φόρο τιμής αλλά και μία σπίθα αναμένη από ενθουσιασμό για τον ηλεκτρικό ήχο και όλα αυτά που εκφράζει από την γέννησή του μέχρι σήμερα: Την ελευθερία, την έκφραση, την αλληλεγγύη, την ανύψωση, την μαζική συσπείρωση, το δικαίωμα να αγαπάς τον εαυτό σου… Έλα να ζήσουμε μαζί το Under the Sun Rock Festival 2022!
  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ UNDER THE SUN: W: www.underthesun.gr FB.: https://www.facebook.com/underthesunrockfestival IG: https://www.instagram.com/underthesunfest
  • 0
  • Release Athens 2022 / Judas Priest, Cradle Of Filth, The Dead Daisies - 15/7/22, Κλειστό Φαλήρου
  • 7/15/2022-0:0
  • 7/15/2022-0:0
  • στο Κλειστό Φαλήρου (Tae Kwon Do)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/JudasDAY-e1644314697834-1.jpg
  • Ημερομηνία: Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022 Οι πόρτες ανοίγουν: 17:00 Τιμές εισιτηρίων: από 45€ Σημεία Προπώλησης: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα www.viva.gr / www.releaseathens.gr Φυσικά σημεία: Kαταστήματα Reload, Καταστήματα Wind, Ευριπίδης, πολυχώρος Yoleni‘s (Σόλωνος 9, καθημερινά 8:00-00:00, Σάββατο 9:00-00:00, Κυριακή 10:00-20:00) και Viva Spot Τεχνόπολης (μέσα στον χώρο της Τεχνόπολης, είσοδος από οδό Περσεφόνης, Δευτ-Σαβ 11:00-19:00) Το 2020, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας.
  • 0
  • PLACEBO | Τετάρτη 20 Ιουλίου, Θέατρο Γης, Θεσσαλονίκη
  • 7/20/2022-0:0
  • 7/20/2022-0:0
  • Θέα τρο Γης – Θεσσαλονίκη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/unnamed-6.jpg
  • Το Rockwave είναι ο εμβληματικός μουσικός θεσμός της χώρας. Αφουγκράζεται την ανάγκη των ανθρώπων να βγουν έξω, να ερωτευτούν, να χορέψο υν, να τραγουδήσουν, να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστο ύν. Ξέρει πόσο πολύ έλειψαν σε όλους οι αγαπημένες συνήθειες: τα πάρτι, οι βραδιές με φίλους, τα ταξίδια και φυσικά, οι ζωντανές συναυλίες που φωτίζουν τα νυχτερινά αστικά τοπία και δίνουν ζωή και ρυθμό στο ελληνικό καλοκαίρι. Το Rockwave ζει στον παλμό της πόλης. Δεν μας αφήνει ποτέ! Τώρα, το Rockwave βγαίνει μπροστά και τολμά. Σαν αιώνιος έφηβος Όπως ξέρει να κάνει εδώ και δεκαετίες. Επιμένει. Ξεδιπλώνεται. Ανοίγεται στο κέντρο της Αθήνας. Το Rockwave έρχεται στην Τεχνόπολη, στo κέντρο της πόλης με μια σειρά συναυλιών, τα Rockwave Nights. Όλα είναι γιορτή. Μία γιορτή εκτονωτικά λυτρωτική, όπω ς η μουσική των PLACEBO Placebo (λεξικό: εικονικό φάρμακο), Placebo (μουσικό λεξικό: βρετανικό εναλλακτικό ριζοσπαστικό συγκρότημα που από το 1994 ταράζει τα μουσικά ύδατα παγκοσμίως). Μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα στο Rockwave Festival του 1999, οι Placebo έχουν μοιραστεί κι άλλες αξέχαστες εμφανίσεις με το ένθερμο ελληνικό κοινό επιστρέφοντας τη λατρεία που τους δείχνει σταθερά για παραπάνω από είκοσι χρόνια. Τώρα, το συγκρότημα επιστρέφει στην Ελλάδα στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Γης στη Θεσσαλονίκη και 21 Ιουλίου στην Αθήνα στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων σε μία πολύ ξεχωριστή Rockwave Night! Οι Placebo είναι μία από τις επιδραστικές alternative ροκ μπάντες των τελευταίων 20 χρόνων με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 13 εκατομμύρια μέχρι σήμερα. Kέρδισαν επάξια τη θέση τους στη βρετανική μουσική ιστορία με έξι κορυφαία \"top 10\" άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και μέσα από συνεργασίες με μουσικούς θρύλους όπως οι David Bowie, Robert Smith και Michael Stipe. Το ομότιτλο πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος έφερε μια ισχυρή αλλαγή στη βρετανική μουσική, επιδρώντας αντιθετικά με την Britpop που εκείνη την εποχή κυριαρχούσε εμπνέοντας μια γενιά συγκροτημάτων να τους ακολουθήσει. Δώδεκα μήνες μετά το πρώτο τους single («Br uise Pristine») κυκλοφόρησαν το «Nancy Boy» που έγινε πλατινένιο, δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές και σημάδεψε την μετέπειτα πορεία τους. Placebo - Nancy Boy (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=PBxuq_eWW94 Το σκοτεινά σαγηνευτικό δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο «Without You I\'m Nothing» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το άλμπουμ περιλάμβανε το Top 5 single «Pure Morning» και το εμβληματικό «Every You Every Me». Η πορεία του δίσκου απογειώθηκε όταν oι Placebo ερμήνευσαν ζωντανά, παρέα με τον David Bowie, το «20th Century Boy» στα BRIT Awards το 1999. Placebo - Every You Every Me (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=OMaycNcPsHI Το 2000 κυκλοφόρησαν το κορυφαίο electro-punk-pop τρίτο άλμπουμ τους, «Black Market Music». Οι αφοσιωμένοι οπαδοί των Placebo σε όλες τις ηπείρους συσπειρώθηκαν και οδήγησαν τα «Taste In Men», «Slave To The Wage» και το «Special K», στο Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου και των διεθνών charts. Ακολούθησε το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο «Sleeping With Ghosts», που κυκλοφόρησε το 2003, αναδείχθηκε διπλά πλατινένιο στη Γαλλία, πλατινένιο στη Γερμανία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το single «The Bitter End» έγινε μία από τις κορυφαίες επιτυχίες της καριέρας των Placebo, ένα από τα δύο τραγούδια (μαζί με το Every You and Every Me) που σχεδόν πάντα παίζουν σε κάθε live τους. «Meds», το πέμπτο άλμπουμ ήρθε το 2006. Πούλησε πάνω από 1,1 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο και έγινε πλατινένιο σε Γερμανία και Γαλλία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το άλμπουμ «Battle For The Sun» των Placebo με παραγωγό τον Dave Bottrill, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2009. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό, ζωντανό, δυναμικό και ριζοσπαστικό έργο που σηματοδότησε μια νέα εποχή για το συγκρότημα. Παρέμειν αν για δύο βδομάδες στην πρώτη θέση του European Bill board Chart, ενώ βρέθηκαν στο νούμερο 1 στα charts 10 χωρών και στο Top 5 στα charts σε άλλες 20 χώρες. Στα MTV European Music Awards του 2009 κέρδισαν το Best Alternative Award, εδραιώνοντας τη θέση τους ως μία από τις κορυφαίες live rock μπάντες παγκοσμίως. Το «Loud Like Love», που κυκλοφόρησε το 2013, ήταν το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους με παραγωγό τον Adam Noble και βρήκε τη μπάντα να περιοδεύει σε όλο τον κόσμο, σε μια περιοδεία με πάνω από 1 εκατομμύριο θεατές σε Αυστραλία, Λατινική Αμερική, Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ασία. Οι Placebo γιόρτασαν την επέτειο των 20 χρόνων τους με την κυκλοφορία του retrospective album τους, «A Place For Us To Dream» στις 7 Οκτωβρίου 2016, καθώς και με την κυκλοφορία του EP με τίτλο «Life\'s What You Make It» που περιείχε 6 νέα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του single «Jesus\' Son» και της διασκευής του «Life\'s What You Make It» των Talk Talk. Λίγο μετά την κυκλοφορία του album, ακολούθησε η επική παγκόσμια περιοδεία τους, με τίτλο «20 Years of Placebo» που συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια του 2017. Το Σεπτέμβριο του 2021 οι PLACEBO επέστρεψαν και μοιράστηκαν με τους χιλιάδες φίλους τους το πρώτο νέο τους single «Beautiful James». Οι Placebo ξανά σε έξαψη! Ο καινούργιος δίσκος «Never Let Me Go» έφτασε μέχρι το #3 στο αγγλικό top-10 UK Albums (OCC) και είναι το πρώτο άλμπουμ των Placebo που το καταφέρνει αυτό! Οι Placebo έχουν μπει στο αγγλικό top-10 έξι φορές στην καριέρα τους, και η τελευταία φορά ήταν με το Battle for The Sun που το 2009 είχε φτάσει μέχρι το νούμερο 8.Ο Brian Molko και ο Stefan Olsdal, έσκαψαν πολύ βαθιά για να ανάψουν τη ζωοδότρα φλόγα για το εξαιρετικά αγωνιώδες όγδοο άλμπουμ τους. Με τον τίτλο «Never Let Me Go», το άλμπουμ ικανοποιεί την σχεδόν ωμή διάθεσή τους για αυτό-έκφραση αλλά ταυτόχρονα αναζητά μια οργισμένη σύνδεση με τον κόσμο των \'20s. Εκεί που όλοι βρίσκουμε τον εαυτό μας - καθώς έρπουμε έξω από τη δυστοπία της πανδημίας σε ένα νέο τοπίο μισαλλοδοξίας, διαχωρισμού, τεχνολογικού κορεσμού και επαπειλούμενης οικο-καταστροφής. Σήμερα, το 2022, η ταυτότητα των Placebo είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή στο μέσο της καριέρας τους, βάζοντας μπροστά τόσο τα παγκόσμια ζητήματα όσο και τις δικές τους δημιουργικές ανάγκες. Οι Placebo δεν μπορούν πλέον να επαναπαύονται στη δόξα του παρελθόντος. Όπως έχει πει ο Molko, «όλα έχο υν να κάνουν με τον πόνο του κόσμου, αυτή τη σιωπηλή κραυγή που βρίσκεται παντού...»... «κάθε ακροατής ανακαλύπτει τη δική του προσωπική ιστορία στα τραγούδια μας». Παρόλα αυτά υπάρχει οργή στην καρδιά του «Never Let Me Go» που όμως ποτέ δεν μεταφράζεται σε πολεμική, αλλά σπινθηρίζει αισθητά από την παράνοια και τις αδικίες της σύγχρονης ζωής. Πλευρές όπως ο ναρκισσιστικός καθρέφτης του Instagram ή η online μισαλλοδοξία, η συνεχής καταπάτηση και της ελάχιστης ιδιωτικότητας, το αναλώσιμο της ανθρώπινης ζωής, η αστυνομική βαρβαρότητα και η φυλετική ανισότητα. Placebo - Happy Birthday In The Sky (Official Visualiser) https://www.youtube.com/watch?v=sRYLFVOY1RI Ο Molko απεχθάνεται να μιλά ευθέως. Αλλά όταν το κάνει, χτυπά στην καρδιά, είναι σκληρός αλλά είναι αληθινός. Μιλά καθαρά και έντονα, όσο ποτέ μέχρι τώρα. Και ο Olsdal νιώθει την ανάγκη να σχολιάσει: «Ο Μπράιαν έχει 300 διαφορετικές ιδέες στο κεφάλι του, η σκέψη του τρέχει με ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Υπάρχουν τόσα πολλά στους στίχους του αυτή τη φορά, που σας μεταφέρουν σε τόσα πολλά διαφορετικά μέρη – μερικά πολύ σκοτεινά, αλλά υπάρχει και αγάπη και ελπίδα. Βλέπω πολλή από την αλήθεια του, και την αλήθεια μας».
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Γενική είσοδος: 48 ευρώ Golden Area (περιορισμένος χώρος μπροστά στη σκηνή): 88 ευρώ Τα εισιτήρια ROCKWAVE FESTIVAL 2020 | PLACEBO εξακολουθούν να ισχύουν για τις νέες συναυλίες των PLACEBO στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοχοι εισιτηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα εισιτήριά τους για την ημέρα της επιλογής τους. Για τα ηλεκτρονικά εισιτήρια οι οδηγίες θα αποσταλούν μέσω e-mail από τις Viva & Hunter Agency. Τα φυσικά εισιτήρια (hard copy tickets) μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατευθείαν για την είσοδο στο χώρο της συναυλίας της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Ηλεκτρονικά Δίκτυο viva.gr Θεσσαλονίκη: https://www.viva.gr/tickets/music/placebo-thessaloniki Αθήνα: https://www.viva.gr/tickets/music/rockwave-nights-placebo Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni\'s) Φυσικά Σημεία Προπώλησης Hunter Agency Πανεπιστημίου 42, Αθήνα Ωράριο Λειτουργίας (έως 21/4) Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη: 10.30 – 14.30 Παρασκευή: 16.00 – 20.00 Σάββατο: 10.30 – 16.00 Δευτέρα: Κλειστά Stereodisc Record Shop Αριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη Ωράριο Λειτουργίας Δευτέρα - Παρασκευή: 10:30 - 21:00, Σάββατο 10:00 - 18:00 Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ Τριανδρία, Θεσσαλονίκη ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ Δήμου Αθηναίων Πειραιώς 100 - Γκάζι, Αθήνα
  • 0
  • RELEASE ATHENS 2022 / SABATON, BLIND GUARDIAN, EPICA
  • 7/21/2022-0:0
  • 7/21/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/download-2.jpeg
  • Sabaton Oι θηριώδεις Sabaton είναι, χωρίς αμφιβολία, μία από τις πιο σκληρά εργαζόμενες μπάντες του πλανήτη. Προοδεύοντας ακατάπαυστα, συνεχίζουν να κατακτούν κάθε μουσικό πεδίο μάχης, «ισοπεδώνοντας» τα πάντα στο πέρασμά τους ως μια ανίκητη πολεμική μηχανή του heavy metal! Είκοσι χρόνια μετά το ξεκίνημά τους, στο Falun της Σουηδίας, έχουν καταφέρει ήδη να πετύχουν όσα χρειάζεται μια μπάντα για να θεωρείται κλασική, έχοντας αποκτήσει έναν αληθινό “στρατό” που αριθμεί εκατομμύρια αφοσιωμένους οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Πλατινένιοι δίσκοι, headline shows στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, sold-out περιοδείες σε Βόρεια και Νότια Αμερική, Αυστραλία και Ασία. Πλέον, έχουν αλλάξει επίπεδο, γεμίζοντας αρένες και χαρακτηριζόμενοι ως ένα από τα κορυφαία metal live acts της εποχής μας, προσφέροντας στο κοινό ένα επικό show, με ένα φαντασμαγορικό stage set, κάθε φορά που εμφανίζονται. Blind Guardian Οι θρυλικοί Blind Guardian δεν χρειάζονται συστάσεις. Για πολλούς, παραμένουν η επιτομή του heavy metal, μουσικά και αισθητικά. Επιδραστικοί για πάνω από 30 χρόνια, ανακαλύπτουν συνεχώς εκ νέου τους εαυτούς τους. Κάθε δίσκος είναι για αυτούς ένα ακόμα magnus opus! Αγαπημένοι του ελληνικού κοινού και κορυφαίοι εκπρόσωποι του progressive-power metal, αγαπούν τη μελωδία αλλά και τα επιθετικά riffs, κατορθώνοντας να ηχούν πάντα μοντέρνοι και μεγαλοπρεπείς. Τη δισκογραφία των Γερμανών Βάρδων πολλοί ζηλεύουν αλλά ελάχιστοι κατέχουν. "Imaginations From The Other Side", "Nightfall In Middle-Earth", "A Night At The Opera", "Tales From The Twilight World", "Somewhere Far Beyond" είναι μερικοί κλασικοί δίσκοι τους. Κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, έχουν περιοδεύσει ασταμάτητα και δίκαια τους συνοδεύει ο χαρακτηρισμός τους ως μία από τις πιο τελειομανείς μπάντες του κόσμου επί σκηνής. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν είναι μοναδική. Ποιος δεν θέλει να την ξαναζήσει και ποιος δεν θα ανατριχιάσει όταν βρεθεί να τραγουδάει, μαζί με όλο τον κόσμο γύρω του, το "The Bard's Song (In The Forest)". Epica Oι Epica πλησιάζουν τα 20 χρόνια ζωής και παραμένουν μια σταθερή υπερδύναμη για το symphonic metal! Από το ντεμπούτο τους, "The Phantom Agony" (2022) και το εμβληματικό "Design Your Universe" του 2009, που τους πήγε σε άλλο επίπεδο, μέχρι το εξαιρετικό φετινό, "Ωmega", η θεϊκή φωνή της Simone Simons "κοντράρεται" με την σφοδρότητα του ηγέτη της ολλανδικής μπάντας, Mark Jansen, με μνημειώδη αποτελέσματα. Η μουσική τους εξελίσσεται και μαζί γιγαντώνεται το κοινό τους. Ένα επικό αμάγαλμα ορχηστρικής ομορφιάς, progressive κομψότητας και επιθετικών riffs που οδηγεί σε έναν κολοσσιαίο ήχο. Το "Ωmega" είναι ακριβώς αυτό και μαζί ένας δίσκος ενότητας και αγάπης μεταξύ των μελών. Το 13λεπτο "Kingdom of Heaven pt 3 - The Antediluvian Universe" είναι από τα πιο συγκινητικά και φιλόδοξα τραγούδια τους, το φινάλε μιας μεταφυσικής τριλογίας!
  • Η προπώληση ξεκινά προς 45 ευρώ.Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 100 ευρώ. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στον χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες.Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα πλέον τρία διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό:1. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Manowar & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)2. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Judas Priest & more tba (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)3. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Slipknot & more tba (23/7/22, Πλατεία Νερού) προς 90 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)Τα εισιτήρια που έχουν ήδη προπωληθεί ισχύουν κανονικά. Με την ολοκλήρωση των ανακοινώσεων για τις heavy metal ημέρες του Release Athens 2022, οι κάτοχοί τους θα ενημερωθούν για όλες τις επιλογές που θα έχουν.Διάθεση εισιτηρίων:Τηλεφωνικά στο 11876Online στα releaseathens.gr / viva.grΦυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot ΤεχνόποληςΌλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.grTo 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα "Release The Earth From Plastic". Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • Rockwave Nights, Πέμπτη 21 Ιουλίου, Τεχνόπολη
  • 7/21/2022-0:0
  • 7/21/2022-0:0
  • Θέα τρο Γης – Θεσσαλονίκη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/unnamed-7.jpg
  • Το Rockwave είναι ο εμβληματικός μουσικός θεσμός της χώρας. Αφουγκράζεται την ανάγκη των ανθρώπων να βγουν έξω, να ερωτευτούν, να χορέψο υν, να τραγουδήσουν, να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστο ύν. Ξέρει πόσο πολύ έλειψαν σε όλους οι αγαπημένες συνήθειες: τα πάρτι, οι βραδιές με φίλους, τα ταξίδια και φυσικά, οι ζωντανές συναυλίες που φωτίζουν τα νυχτερινά αστικά τοπία και δίνουν ζωή και ρυθμό στο ελληνικό καλοκαίρι. Το Rockwave ζει στον παλμό της πόλης. Δεν μας αφήνει ποτέ! Τώρα, το Rockwave βγαίνει μπροστά και τολμά. Σαν αιώνιος έφηβος Όπως ξέρει να κάνει εδώ και δεκαετίες. Επιμένει. Ξεδιπλώνεται. Ανοίγεται στο κέντρο της Αθήνας. Το Rockwave έρχεται στην Τεχνόπολη, στo κέντρο της πόλης με μια σειρά συναυλιών, τα Rockwave Nights. Όλα είναι γιορτή. Μία γιορτή εκτονωτικά λυτρωτική, όπω ς η μουσική των PLACEBO Placebo (λεξικό: εικονικό φάρμακο), Placebo (μουσικό λεξικό: βρετανικό εναλλακτικό ριζοσπαστικό συγκρότημα που από το 1994 ταράζει τα μουσικά ύδατα παγκοσμίως). Μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα στο Rockwave Festival του 1999, οι Placebo έχουν μοιραστεί κι άλλες αξέχαστες εμφανίσεις με το ένθερμο ελληνικό κοινό επιστρέφοντας τη λατρεία που τους δείχνει σταθερά για παραπάνω από είκοσι χρόνια. Τώρα, το συγκρότημα επιστρέφει στην Ελλάδα στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Γης στη Θεσσαλονίκη και 21 Ιουλίου στην Αθήνα στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων σε μία πολύ ξεχωριστή Rockwave Night! Οι Placebo είναι μία από τις επιδραστικές alternative ροκ μπάντες των τελευταίων 20 χρόνων με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 13 εκατομμύρια μέχρι σήμερα. Kέρδισαν επάξια τη θέση τους στη βρετανική μουσική ιστορία με έξι κορυφαία \"top 10\" άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και μέσα από συνεργασίες με μουσικούς θρύλους όπως οι David Bowie, Robert Smith και Michael Stipe. Το ομότιτλο πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος έφερε μια ισχυρή αλλαγή στη βρετανική μουσική, επιδρώντας αντιθετικά με την Britpop που εκείνη την εποχή κυριαρχούσε εμπνέοντας μια γενιά συγκροτημάτων να τους ακολουθήσει. Δώδεκα μήνες μετά το πρώτο τους single («Br uise Pristine») κυκλοφόρησαν το «Nancy Boy» που έγινε πλατινένιο, δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές και σημάδεψε την μετέπειτα πορεία τους. Placebo - Nancy Boy (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=PBxuq_eWW94 Το σκοτεινά σαγηνευτικό δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο «Without You I\'m Nothing» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το άλμπουμ περιλάμβανε το Top 5 single «Pure Morning» και το εμβληματικό «Every You Every Me». Η πορεία του δίσκου απογειώθηκε όταν oι Placebo ερμήνευσαν ζωντανά, παρέα με τον David Bowie, το «20th Century Boy» στα BRIT Awards το 1999. Placebo - Every You Every Me (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=OMaycNcPsHI Το 2000 κυκλοφόρησαν το κορυφαίο electro-punk-pop τρίτο άλμπουμ τους, «Black Market Music». Οι αφοσιωμένοι οπαδοί των Placebo σε όλες τις ηπείρους συσπειρώθηκαν και οδήγησαν τα «Taste In Men», «Slave To The Wage» και το «Special K», στο Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου και των διεθνών charts. Ακολούθησε το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο «Sleeping With Ghosts», που κυκλοφόρησε το 2003, αναδείχθηκε διπλά πλατινένιο στη Γαλλία, πλατινένιο στη Γερμανία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το single «The Bitter End» έγινε μία από τις κορυφαίες επιτυχίες της καριέρας των Placebo, ένα από τα δύο τραγούδια (μαζί με το Every You and Every Me) που σχεδόν πάντα παίζουν σε κάθε live τους. «Meds», το πέμπτο άλμπουμ ήρθε το 2006. Πούλησε πάνω από 1,1 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο και έγινε πλατινένιο σε Γερμανία και Γαλλία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το άλμπουμ «Battle For The Sun» των Placebo με παραγωγό τον Dave Bottrill, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2009. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό, ζωντανό, δυναμικό και ριζοσπαστικό έργο που σηματοδότησε μια νέα εποχή για το συγκρότημα. Παρέμειν αν για δύο βδομάδες στην πρώτη θέση του European Bill board Chart, ενώ βρέθηκαν στο νούμερο 1 στα charts 10 χωρών και στο Top 5 στα charts σε άλλες 20 χώρες. Στα MTV European Music Awards του 2009 κέρδισαν το Best Alternative Award, εδραιώνοντας τη θέση τους ως μία από τις κορυφαίες live rock μπάντες παγκοσμίως. Το «Loud Like Love», που κυκλοφόρησε το 2013, ήταν το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους με παραγωγό τον Adam Noble και βρήκε τη μπάντα να περιοδεύει σε όλο τον κόσμο, σε μια περιοδεία με πάνω από 1 εκατομμύριο θεατές σε Αυστραλία, Λατινική Αμερική, Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ασία. Οι Placebo γιόρτασαν την επέτειο των 20 χρόνων τους με την κυκλοφορία του retrospective album τους, «A Place For Us To Dream» στις 7 Οκτωβρίου 2016, καθώς και με την κυκλοφορία του EP με τίτλο «Life\'s What You Make It» που περιείχε 6 νέα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του single «Jesus\' Son» και της διασκευής του «Life\'s What You Make It» των Talk Talk. Λίγο μετά την κυκλοφορία του album, ακολούθησε η επική παγκόσμια περιοδεία τους, με τίτλο «20 Years of Placebo» που συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια του 2017. Το Σεπτέμβριο του 2021 οι PLACEBO επέστρεψαν και μοιράστηκαν με τους χιλιάδες φίλους τους το πρώτο νέο τους single «Beautiful James». Οι Placebo ξανά σε έξαψη! Ο καινούργιος δίσκος «Never Let Me Go» έφτασε μέχρι το #3 στο αγγλικό top-10 UK Albums (OCC) και είναι το πρώτο άλμπουμ των Placebo που το καταφέρνει αυτό! Οι Placebo έχουν μπει στο αγγλικό top-10 έξι φορές στην καριέρα τους, και η τελευταία φορά ήταν με το Battle for The Sun που το 2009 είχε φτάσει μέχρι το νούμερο 8.Ο Brian Molko και ο Stefan Olsdal, έσκαψαν πολύ βαθιά για να ανάψουν τη ζωοδότρα φλόγα για το εξαιρετικά αγωνιώδες όγδοο άλμπουμ τους. Με τον τίτλο «Never Let Me Go», το άλμπουμ ικανοποιεί την σχεδόν ωμή διάθεσή τους για αυτό-έκφραση αλλά ταυτόχρονα αναζητά μια οργισμένη σύνδεση με τον κόσμο των \'20s. Εκεί που όλοι βρίσκουμε τον εαυτό μας - καθώς έρπουμε έξω από τη δυστοπία της πανδημίας σε ένα νέο τοπίο μισαλλοδοξίας, διαχωρισμού, τεχνολογικού κορεσμού και επαπειλούμενης οικο-καταστροφής. Σήμερα, το 2022, η ταυτότητα των Placebo είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή στο μέσο της καριέρας τους, βάζοντας μπροστά τόσο τα παγκόσμια ζητήματα όσο και τις δικές τους δημιουργικές ανάγκες. Οι Placebo δεν μπορούν πλέον να επαναπαύονται στη δόξα του παρελθόντος. Όπως έχει πει ο Molko, «όλα έχο υν να κάνουν με τον πόνο του κόσμου, αυτή τη σιωπηλή κραυγή που βρίσκεται παντού...»... «κάθε ακροατής ανακαλύπτει τη δική του προσωπική ιστορία στα τραγούδια μας». Παρόλα αυτά υπάρχει οργή στην καρδιά του «Never Let Me Go» που όμως ποτέ δεν μεταφράζεται σε πολεμική, αλλά σπινθηρίζει αισθητά από την παράνοια και τις αδικίες της σύγχρονης ζωής. Πλευρές όπως ο ναρκισσιστικός καθρέφτης του Instagram ή η online μισαλλοδοξία, η συνεχής καταπάτηση και της ελάχιστης ιδιωτικότητας, το αναλώσιμο της ανθρώπινης ζωής, η αστυνομική βαρβαρότητα και η φυλετική ανισότητα. Placebo - Happy Birthday In The Sky (Official Visualiser) https://www.youtube.com/watch?v=sRYLFVOY1RI Ο Molko απεχθάνεται να μιλά ευθέως. Αλλά όταν το κάνει, χτυπά στην καρδιά, είναι σκληρός αλλά είναι αληθινός. Μιλά καθαρά και έντονα, όσο ποτέ μέχρι τώρα. Και ο Olsdal νιώθει την ανάγκη να σχολιάσει: «Ο Μπράιαν έχει 300 διαφορετικές ιδέες στο κεφάλι του, η σκέψη του τρέχει με ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Υπάρχουν τόσα πολλά στους στίχους του αυτή τη φορά, που σας μεταφέρουν σε τόσα πολλά διαφορετικά μέρη – μερικά πολύ σκοτεινά, αλλά υπάρχει και αγάπη και ελπίδα. Βλέπω πολλή από την αλήθεια του, και την αλήθεια μας».
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Γενική είσοδος: 48 ευρώ Golden Area (περιορισμένος χώρος μπροστά στη σκηνή): 88 ευρώ Τα εισιτήρια ROCKWAVE FESTIVAL 2020 | PLACEBO εξακολουθούν να ισχύουν για τις νέες συναυλίες των PLACEBO στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοχοι εισιτηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα εισιτήριά τους για την ημέρα της επιλογής τους. Για τα ηλεκτρονικά εισιτήρια οι οδηγίες θα αποσταλούν μέσω e-mail από τις Viva & Hunter Agency. Τα φυσικά εισιτήρια (hard copy tickets) μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατευθείαν για την είσοδο στο χώρο της συναυλίας της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Ηλεκτρονικά Δίκτυο viva.gr Θεσσαλονίκη: https://www.viva.gr/tickets/music/placebo-thessaloniki Αθήνα: https://www.viva.gr/tickets/music/rockwave-nights-placebo Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni\'s) Φυσικά Σημεία Προπώλησης Hunter Agency Πανεπιστημίου 42, Αθήνα Ωράριο Λειτουργίας (έως 21/4) Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη: 10.30 – 14.30 Παρασκευή: 16.00 – 20.00 Σάββατο: 10.30 – 16.00 Δευτέρα: Κλειστά Stereodisc Record Shop Αριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη Ωράριο Λειτουργίας Δευτέρα - Παρασκευή: 10:30 - 21:00, Σάββατο 10:00 - 18:00 Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ Τριανδρία, Θεσσαλονίκη ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ Δήμου Αθηναίων Πειραιώς 100 - Γκάζι, Αθήνα
  • 0
  • Rockwave Festival 2022 | Social Distortion, Amenra + more Acts T.B.C.
  • 07/22/2022-0:0
  • 07/22/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/rockwave-social-distortion-e1647339562534.jpg
  • Είναι γεγονός, οι Social Distortion στην Ελλάδα! Ένα χρόνιο απωθημένο και κρυφό όνειρο για τους fans τους στην Ελλάδα αλλά και διαρκές ζητούμενο για τον ίδιο το θεσμό του Rockwave Festival θα πραγματοποιηθεί επιτέλους στις 22 Ιουλίου στο Τerra Vibe. Μαζί τους οι Amenra, το συγκρότημα φαινόμενο με τη συγκλονιστική σκηνική παρουσία. Το ROCKWAVE FESTIVAL επιστρέφει! Σε έναν κόσμο που αλλάζει, σε ένα κύμα αβεβαιοτήτων, σε μια ρευστή και περίπλοκη πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το αύριο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε ήδη. Εκείνο όμως που παραμένει πολύτιμη σταθερά, φιλόξενο καταφύγιο στην ευμετάβλητη ζωή μας δε ν είναι τίποτα άλλο παρά η τέχνη και ιδίως η ΜΟΥΣΙΚΗ, η πιο κοινωνική και μαζική μορφή τέχνης. Η τέχνη της συναναστροφής, της συνύπαρξης και του μοιράσματος εμπειριών και συναισθημάτων. Η τέχνη που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά μεταξύ τους, που μοιράζει απλόχερα συγκινήσεις που μένουν στο χρόνο και ανεξίτηλες στιγμές που θυμάσαι για πάντα. Έτσι, το Rockwave επιστρέφει για να θυμίσει τις λυτρωτικές ιδιότητες της ΜΟΥΣΙΚΗΣ και μάλιστα της αυθεντικής, καλής μουσικής. Αγνό, απλό, πιστό στις αξίες του, με τους δικούς του όρους και κανόνες, τιμά τις μουσικές του ρίζες, αφιερώνεται στις απαρχές μιας εποχής που επηρέασε όλη τη μουσική πορεί α. Άλλωστε, και το ίδιο ως πρωτοποριακός καλλιτεχνικός θεσμός σφράγισε τη συναυλιακή κουλτούρα στην Ελλάδα χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Επιστρέφει λοιπόν, ένα φεστιβάλ για τους αληθινούς λάτρεις της μουσικής, για τους παθιασμένους μουσικόφιλους. Ένα φεστιβάλ που θέλει να μιλήσει στην ψυχή σου, να σου χαρίσει αγνή, απλή, καθαρή χαρά. Να θυμίσει την καταγωγή και τη γένεση της ροκ μουσικής. Να μην αφήσει να ξεχάσουμε τους αληθινά πρωτοπόρους, αυτούς που πρώτοι χάραξαν νέα μονοπάτια και άνοιξαν το δρόμο για τους επόμενους. Εν αρχή ην η μουσική! Social Distortion «Ness is one of the most underrated pure songwriters in rock» – Los Angeles Times Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι τα έχεις καταφέρει στο μουσικό στερέωμα: Έχε ις παραμείνει στο επίκεντρο για τέσσερεις δεκαετίες με τους δικούς σου όρους, τον δικό σου χρόνο, τους δικούς σου κανόνες και όλο αυτό το διάστημα καταφέρνεις να αυξάνεις/ μεγαλώνεις/ επεκτείνεις την επιρροή σου. Κάθε άλμπουμ σου είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Σε έχει καλέσει στη σκηνή ο ίδιος ο Bruce Springsteen, επειδή θέλει να παίξει μαζί σου ένα από τα τραγούδια σου. Έχεις περάσει καλές και άσχημες στιγμές, όμορφες και τραγικές ημέρες, αλλά κάθε βράδυ δίνεις το 100% του εαυτού σου και κάθε πρωί ξυπνάς κεφάτος, έτοιμος να ξανανέβεις στη σκηνή και να τα δώσεις όλα. Αυτή είναι η σύντομη εκδοχή της ιστορίας των Social Distortion – στην πλήρη έκδοση της θα ήταν μια τηλεοπτική μίνι-σειρά 10 επεισοδίων που θα την έβλεπες με κομμένη την ανάσα. Τα τελευταία 40 χρόνια, οι νονοί του punk από το Orange County της California έχουν δημιουργήσει έναν δικό τους χαρακτηριστικό ήχο, ένα είδος hard rockabilly/punk που πλαισιώνεται με τους βιωματικούς στίχους του Mike Ness. Ο χαρακτηριστικός φλογερός ήχος απ' τις κιθάρες τους, οι μοναδικές μελωδίες τους και η αξεπέραστη βραχνάδα του Ness είναι στοιχεία που παραμένουν αναλλοίωτα από το 1982 μέχρι και σήμερα. Την ίδια διαχρονικότητα διατηρούν και οι ιστορίες ανεκπλήρωτου έρωτα, απώλειας και άλλων βιωμάτων του Ness. «Ακούω αρκετά συχνά τον κόσμο να μου λέει "Φίλε η μουσική σου με βοήθησε να ξεπε ράσω τις δύσκολες στιγμές" κι εγώ απαντώ "Και εμένα τ ο ίδιο"», αναφέρει ο Ness. Οι Social Distortion κατάφεραν να κατακτήσουν αρκετές πρωτιές από τα πρώτα βήματα της σταδιοδρομίας τους. Το "Another State of mind" από τον πρώτο τους δίσκο, "Mommy's Little Monster" ήταν ενα από τα λίγα punk κομμάτια που έπαιζε το MTV. Η καταξίωση όμως ήρθε μέσα από το κλασσικό πλέον ομώνυμο τρίτο άλμπουμ τους που περιείχε τις μεγάλες επιτυχίες Story of my life, Ball & Chain, καθώς και την κλασική διασκευή του Ring of Fire του Johnny Cash. Ανάλογη ήταν η συνέχεια και με τον επόμενο δίσκο "Somewhere Between Heaven and Hell" με τα singles Bad Luck και When She Begins να ξεχωρίζουν. Και φυσικά οι επιτυχίες συνεχίστηκαν και με τα επόμενα δύο άλμπουμ τους, «White Light, White Heat, White Trash» και «Sex, Love and Rock 'n' Roll». Κομμάτια όπως τα I Was Wrong, Don't Drag Me Down, Reach for the Sky, Don't Take Me for Granted καθώς και η εκπληκτική διασκευή του Under my thumb των The Rolling Stones, να είναι από τα πιο αγαπημένα των fans. Μόλις κυκλοφόρησε το "Hard Times and Nursery Rhymes" (που ο Ness επιμελήθηκε την παραγωγή για πρώτη φορά) κατέκτησε την 4η θέση στη λίστα «Top 200» του Billboard, θέση στην οποία κανένα άλλο άλμπουμ τους δεν είχε φτάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Την εβδομάδα της κυκλοφορίας του, το άλμπουμ βρισκόταν στην κορυφή #1 της κατηγορίας «Independent Album» και στη δεύτερη θέση #2 της «Rock/ Alternative Album» κατηγορίας. Περιέχει όλα τα στοιχεία σήμα κατατεθέν των Social D, την χαρακτηριστική τους μίξη από punk, blues, rock 'n roll και country αλλά ταυτόχρονα ξεπερνά τα όρια του γνώριμου ήχου τους. Για αυτό και η μουσική τους απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό κάθε ηλικίας το οποίο συνεχώς διευρύνεται. «Βλέπω κόσμο που μας ακολουθεί από το Mommy's Lit tle Monster να φέρνει τα παιδιά του στις συναυλίες μας αλλά και νέα παιδιά να φέρνουν τους γονείς τους σε αυτές» τονίζει ο Ness. Οι Social Distortion και ο Ness διανύουν πλέον την τέταρτη δεκαετία ύπαρξης τους έχοντας καταφέρει κάτι το αδιανόητο για τον χώρο του punk. Να μην «καούν». Αυτό οφείλεται καθαρά στην αυθεντικότητά τους ως συγκρότημα. Οι fans τους γνωρίζουν ότι η μπάντα και ο Ness βασίζονταν πάντα σε αυτήν – αυθεντικός ήχος, αυθεντικό όραμα, αυθεντικές ιστορίες παρανόμων, αυτοκίνητα και κιθάρες, πράγματα που αντέχουν και στ ο πέρασμα του χρόνου αποκτούν μεγαλύτερη αξία. Αυτές τις ημέρες θα βρεις τον Ness σε δυο μέρη: στη σκηνή να τα δίνει όλα με τους Social Distortion ή να τριγυρνά στους δρόμους, τα παζάρια και τα second hand μαγαζιά ψάχνοντας για vintage αντικείμενα όπως κιθάρες, ενισχυτές, ραδιόφωνα και μηχανές από μια εποχή που η γνησιότητα και η διάρκεια στο χρόνο ήταν αξίες ανεκτίμητες. Από την άλλη πλευρά η επιρροή τους σε νεότερες μπάντες όπως οι Green Day, Pearl Jam, The Offspring και Volbeat είναι εμφανής. Δεν είναι πλεονασμός ότι πολλοί τους χαρακτηρίζουν ως τους Rolling Stones του hardcore/punk. «Life goes by so fast You only wanna do what you think is right Close your eyes and it's past Story of my life» Amenra Ένα από τα συναρπαστικότερα συγκροτήματα του ακραίου εναλλακτικού ήχου έρχεται να ξορκίσει τους εσωτερικούς μας δαίμονες στο Rockwave. Ζόφος. Αυτή η λέξη περιγράφει τον ήχο και την ατμόσφαιρα των Βέλγων post-metal AMENRA. Η μουσική τους είναι προσιτή και ακραία ταυτόχρονα - δεν είναι ακραία μόνο λόγω του θορύβου και της παραμόρφωσης, αλλά κυρίως επειδή μπορεί να κάνει κάποιον να γονατίσει - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Προκαλεί ακραία συναισθήματα έως ότου έρθει η κάθαρση, η λύτρωση. Το ίδιο συμβαίνει και στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Ο Colin H. van Eeckhout γονατιστός, στο βάθος της σκηνής, με την πλάτη στο κοινό, ουρλιάζει στο σκοτάδι, η φωνή του πνίγεται από τις κιθάρες, αλλά επιμένει, αντέχει. Αντηχεί τις σκέψεις όλων, τον πόνο, τη θλίψη, όποιο σκοτεινό συναίσθημα πνίγει τους θεατές, εκφράζει ό,τ ι θέλουν να βγάλουν από μέσα τους. Κάποια στιγμή σηκώνεται και στρέφεται στο κοινό. Βγαίνει στο φως. Ο πόνος είναι ακόμη εδώ αλλά είναι λιγότερο οξύς. Κάθαρση και Λύτρωση. Οι Amenra δημιουργήθηκαν το 1999 στη Δυτική Φλάνδρα στην πόλη Kortrijk, όταν ο τραγουδιστής Colin H. van Eeckhout και ο κιθαρίστας Mathieu Vandekerckhove εγκατέλειψαν το hardcore συγκρότημα Spineless γιατί ήθελαν να γράψουν μουσική με «περισσότερη καρδιά και ψυχή». Από τότε βάζουν καρδιά και ψυχή σε κάθε νότα, κάθε λέξη και εικόνα αλλάζοντας την πορεία της ζωής των ανθρώπων. «Έχουμε μια ιστορία να αφηγηθούμε και είναι πάντα η ίδια. Πάντα γράφω για τον πόνο της ζωής. Πάντα χρησιμοποιώ τις προσωπικές εμπειρίες ως αναφορά για να μιλήσ ω όσο πιο αληθινά και ειλικρινά μπορώ, από καρδιάς. Προσπαθώ να λυγίσω το σκοτάδι στο φως.... Από την αρχή, η πρόθεσή μας με τα Mass άλμπουμ ήταν να δημιουργήσουμε μια πλατφόρμα για αναστοχασμό, μια βάση για ενδοσκόπηση. Εκείνη τη στιγμή που γονατίζεις και κάνεις ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις» Η μουσική ταυτότητα των Amenra είναι ένα μείγμα doom metal, sludge metal, post-metal και hardcore punk ενώ παράλληλα μία βαθιά πνευματικότητα διαπνέει τους στίχους τους. Οι ατμοσφαιρικές ζωντανές τους εμφανίσεις έχουν χαρακτηριστεί ως "entrancing communions", μία συναρπαστική κοινωνία όσων συμμετέχουν, μια εμπειρία μέθεξη. Το 2021 κυκλοφόρησαν το "< em>De Doorn" την πέμπτη full length δουλειά τους – η πρώτη που δεν εντάσεται στo πλαισιο των "Mass" κυκλοφοριών τους. Το "De Doorn" που σημαίνει αγκάθι γράφτηκε στα φλαμανδικά, την μητρική τους γλώσσα σαν μία πράξη απελευθέρωσης και αποκαλύπτει περισσότερο από όλα τα άλμπουμ τους το αληθινό πρόσωπο τους, αποτελεί την πιο γνήσια έκφρασή τους. Αρχικά γράφτηκε ως μέρος των περίφημων "Fire Rituals" που το συγκρότημα διοργάνωσε στη Γάνδη. Ερμήνευσαν τα τραγούδια γύρω από ένα τεράστιο ξύλινο γλυπτό μέσα στο οποίο οι θεατές είχαν ρίξει προσωπικά αντικείμενα ανθρώπων που είχαν χάσει ή και σημειώματα με «οδυνηρές» για αυτούς λέξεις ̵ 1; φράσεις. Όλα αυτά από τα οποία ήθελαν να απαλλαγούν. Ένα τελετουργικό εξαγνισμού, μια προσπάθεια να ανακουφιστεί η ψυχή, να απαλύνει τον πόνο της απώλειας. Μέσα από τη μουσική. «Η πρωτοποριακή μουσική τους είναι ακραία με κάθε δυνατό τρόπο: ηχητικά, συναισθηματικά και πνευματικά» όπως έγραψε ο Remfry Dedman στον The Independent. Η εμπειρία της ζωντανής εμφάνισης τους στο Rockwave festival θα είναι αποκαλυπτική! "I'm torn from you, I'm your old wound Your old wound Mother mine Sing me to sleep tonight To all I ever loved It's a solitary reign" Ακολουθήστε το Rockwave Festival στο facebook: https://www.facebook.com/rockwavefestival Social Distortion links: http://www.socialdistortion.com/ https://www.facebook.com/socialdistortion https://www.instagram.com/socialdistortion/ https://twitter.com/SocialD1 https://www.youtube.com/channel/UCa-TUmJpU-jaz4gNtNR9G3g https://open.spotify.com/artist/16nn7kCHPWIB6uK09GQCNI?autoplay=true https://www.deezer.com/us/artist/2129?autoplay=true Amenra links: https://amenra.bandcamp.com/ https://www.facebook.com/churchofra https://www.instagram.com/amenra_official/?hl=en https://amenra-official.tumblr.com/?fbclid=IwAR1FnzBvaszST8uy88g2AKcpyvxwD7-69elRkWxoZymZD0bi1sWlNPKRjrY https://open.spotify.com/artist/0N1jE1EIrhZjvQSfuLupUu https://www.deezer.com/us/artist/170152?autoplay=true
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Προπώληση: 44 ευρώ Τιμή Ταμείου: 50 ευρώ Σημεία Προπώλησης Ηλεκτρονικά: viva.gr & hunteragency.gr Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni's) Δίκτυο Public Public on line: http://tickets.public.gr/ Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp Σημείωση: Μετά την ανακοίνωση όλων των προγραμματισμένων εκδηλώσεων του Rockwave Festival 2022, οι κάτοχοι εισιτηρίων και voucher των αναβληθέντων εκδηλώσεων του Rockwave Festival 2020 & 2021 θα έχουν τη δυνατότητα της αντικατάστασης των εισιτηρίων τους για την ημέρα της επιλογής τους. Αναλυτικές οδηγίες θα ανακοινωθούν σύντομα. Για περισσότερες πληροφορίες, φωτογραφικό υλικό σε υψηλή ανάλυση και πλήρη δημοσιογραφική κάλυψη απευθυνθείτε στην Ηρώ Παστρικού στο [email protected]
  • 0
  • RELEASE ATHENS 2022 / Slipknot Sepultura + more tba στην Πλατεία Νερού
  • 7/23/2022-0:0
  • 7/23/2022-0:0
  • Πλατεία Νερού
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/download-3.jpeg
  • Slipknot Aπό την πρώτη στιγμή που οι Slipknot συστήθηκαν στο κοινό, ήταν ολοφάνερο πως ο πλανήτης δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο! Η προκλητική εννεαμελής “συμμορία” από την Iowa των ΗΠΑ, κατέκτησε τα πάντα με κλασικούς δίσκους και, κυρίως, με τα όσα κάνει πάνω στη σκηνή. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα και κανείς που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Ταυτόχρονα, άλλαξαν για πάντα το χάρτη του σκληρού ήχου και απέκτησαν μεμιάς εκατομμύρια πιστούς οπαδούς, απλώνοντας το σκοτάδι και την οργή με κλασικούς δίσκους, όπως τα "Ιowa", "Vol.3: (The Subliminal Verses)" και το καταπληκτικό "We Are Not Your Kind" που βρέθηκε ψηλά σε κάθε λίστα με τους κορυφαίους δίσκους τoυ 2019. Επιστρέφουν στη χώρα μας, μετά από πολλά χρόνια, φέρνοντας στο Release Athens το εκπληκτικό show τους, σε μία φεστιβαλική εμπειρία επικών διαστάσεων που όμοιά της δεν έχουν ξαναδεί οι πιστοί Maggots! Άλλωστε, τα λόγια του Corey Taylor είναι ξεκάθαρα και δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση: “We don’t play shows. We start wars.” Στις 23 Ιουλίου 2022, στην Πλατεία Νερού, θα υποστούμε μια ηχητική επίθεση σε κάθε μας αίσθηση. Τραγούδια όπως τα “People = Shit”, “Surfacing”, “Duality”, “Wait and Bleed”, “Unsainted”, “Disasterpiece”, “Before I Forget”, “Psychosocial” απλά σου υπενθυμίζουν τον λόγο που είναι αδύνατον να χάσεις αυτή τη βραδιά! Sepultura Tίποτε δεν θα ήταν ίδιο στην παγκόσμια σκηνή του σκληρού ήχου αν δεν είχαν υπάρξει οι Sepultura! Για περισσότερα από 30 χρόνια βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, παραμένοντας πρωτοπόροι και επιδραστικοί. Ξεκινώντας από το thrash και το death metal και στη συνέχεια πειραματιζόμενοι και με το groove και alternative metal, χάραξαν τη δική τους πορεία ως μια μπάντα που απλά δεν έχει όμοιά της. Με περισσότερα από 20 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως είναι, με διαφορά, η πιο επιτυχημένη metal μπάντα στην πατρίδα τους. Μνημειώδη albums - όπως τα “Beneath the Remains” (1989), “Arise” (1991), “Chaos A.D.” (1993), “Roots” (1996) - δεν έχουν χάσει ίχνος από την μεγαλοπρεπή σφοδρότητα τους μέχρι σήμερα και αποτελούν σημεία αναφοράς και βασική επιρροή για αμέτρητες νέες μπάντες! Οι ζωντανές εμφανίσεις τους είναι πραγματικά εκρηκτικές. Με τους «παλιούς» Andreas Kisser (κιθάρα, φωνητικά) και Paulo Xisto Pinto Jr. (μπάσο) ως κινητήρια δύναμη, παρέα με τη… δύναμη της φύσης που ονομάζεται Derrick Leon Green (φωνή) και τον «τσιμεντένιο» Eloy Casagrande (drums), οι Sepultura βρίσκονται σε τρομερή φόρμα και η τελευταία μέρα του Release Athens 2022 θα ξεκινήσει με μια κραυγή: “Roots, Bloody Roots!”
  • Ημερομηνία: Σάββατο 23 Ιουλίου 2022 Οι πόρτες ανοίγουν: 17:00 Τιμές εισιτηρίων: Η προπώληση συνεχίζεται προς 60 ευρώ. Οι επόμενες φάσεις της προπώλησης θα ανακοινωθούν στην πορεία. Προπώληση εισιτηρίων: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα releaseathens.gr / viva.gr Φυσικά σημεία: Καταστήματα Public, Wind, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot Τεχνόπολης. Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr To 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας.
  • 0
  • CHANIA ROCK FESTIVAL
  • 7/31/2022-0:0
  • 8/1/2022-0:0
  • – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/Chania-Rock-Festival-2022-general-photo-1.jpg
  • Το Chania Rock Festival, ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ της Νότιας Ευρώπης και, φυσικά, της Ελλάδας, το οποίο ακόμα και τα καλοκαίρια της πανδημίας και του lockdown διεξήχθη κανονικά, τηρώντας όλα τα ισχύοντα μέτρα, γιορτάζει φέτος τα 20α του γενέθλια. Είκοσι απρόσκοπτα χρόνια, με μεγάλες μουσικές στιγμές στο όμορφο νησί της Κρήτης και στα μαγευτικά Χανιά, τον απόλυτο προορισμό για διακοπές, που τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει και ο απόλυτος συναυλιακός προορισμός. Ο εορτασμός αυτής της επετείου, δεν θα μπορούσε παρά να περιλαμβάνει μερικά σπουδαία ονόματα από τη διεθνή κι εγχώρια rock σκηνή, που θα εμφανιστούν στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, στα Χανιά. Headliners την 31η Ιουλίου, είναι οι θρυλικοί SISTERS OF MERCY, οι αδιαμφισβήτητοι ηγέτες του σκοτεινού rock και ολόκληρης της gothic και dark κουλτούρας, ένα από τα σημαντικότερα σχήματα της post punk σκηνής και ίσως το μεγαλύτερο όνομα που έχει εμφανιστεί ποτέ στο Chania Rock Festival και στο νησί της Κρήτης γενικότερα. Έχοντας κυκλοφορήσει μια σειρά κλασικών δίσκων και ακόμα πιο κλασικών τραγουδιών που έχουν μείνει ανεξίτηλα στο χρόνο, όπως τα “Temple of love”, “More”, “Vision thing”, “This corrosion” και τόσα άλλα, οι αγαπημένοι SISTERS OF MERCY θα έρθουν να «ταρακουνήσουν» για τα καλά το νησί. Με το εντυπωσιακό light show τους, την εμβληματική φιγούρα του τραγουδιστή τους, Andrew Eldritch και τα βαριά beats του Doktor Avalanche, του drum machine, που δίνει το ρυθμικό υπόβαθρο από τη μέρα που δημιουργήθηκαν, οι SISTERS OF MERCY θα έρθουν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεση που είχαν δώσει δύο χρόνια πριν, αλλά μας χάλασε τα σχέδια η πανδημία. Να δώσουν μία αξέχαστη συναυλία στο Chania Rock Festival. Την ίδια μέρα, θα εμφανιστεί ένας από τους σημαντικότερους, πιο ανήσυχους, αλλά και πιο επιδραστικούς Έλληνες καλλιτέχνες. Ένας τραγουδιστής, συνθέτης και ποιητής, ο οποίος με τις Τρύπες, δημιούργησε το μεγαλύτερο και πιο επιτυχημένο ελληνικό rock σχήμα, με καυστικό στίχο και «κοφτερή» μουσική. Ο λόγος για τον τεράστιο Γιάννη Αγγελάκα, ο οποίος όταν αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αποφάσισε να συνδυάσει τη rock κουλτούρα με το έντεχνο, το ρεμπέτικο, αλλά και την παραδοσιακή μουσική, χωρίς να φοβάται τη σύμπραξη μουσικών οργάνων που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «αταίριαστα». Σε μια δυστοπική εποχή και μετά από σχεδόν τρία χρόνια (κατά τα οποία ετοίμασαν τον καινούργιο τους δίσκο με τον τίτλο "Έχω κέφια"), ο Γιάννης Αγγελάκας παίρνει τη μπάντα του, τους 100°C, και βγαίνουν ξανά στο δρόμο, που θα τους οδηγήσει ξανά στη σκηνή του Chania Rock Festival, ύστερα από 8 ολόκληρα χρόνια! Την 1η Αυγούστου, έχουμε τον εκ νέου ερχομό του Blaze Bayley, πρώην τραγουδιστή του μεγαλύτερου –ίσως- heavy metal σχήματος, των IRON MAIDEN, 8 χρόνια ύστερα από την ισοπεδωτική του εμφάνιση στο Chania Rock Festival. Αυτή τη φορά, μάλιστα, θα έχει ένα ειδικό set, αφού για τελευταία φορά θα παρουσιάσει αποκλειστικά τραγούδια από την περίοδο που ήταν frontman στους IRON MAIDEN, μία εμπειρία που απαγορεύεται να χάσει οποιοσδήποτε λάτρης της σκληρής μουσικής. Ο Bayley, έχει μακρά μουσική καριέρα από το 1984 με τους WOLFSBANE, μέχρι και σήμερα με τη σόλο μπάντα του, αλλά η περίοδος που τον στιγμάτισε, είναι από το 1994 μέχρι το 1999, όπου κλήθηκε να αντικαταστήσει τον ανυπέρβλητο Bruce Dickinson στους IRON MAIDEN, ένα εγχείρημα που θεωρητικά ήταν αδιανόητο, κατάφερε όμως να το φέρει εις πέρας και ακόμα και τώρα αντιμετωπίζεται με υπερβολική συμπάθεια από τους οπαδούς του σχήματος, ενώ φημίζεται και για τις γεμάτες ενέργεια ζωντανές του εμφανίσεις. Όσοι ήταν παρόντες πριν από 8 χρόνια, μπορούν να το επιβεβαιώσουν… Τις επόμενες εβδομάδες θα ανακοινωθούν κι άλλοι καλλιτέχνες, συνολικά πέντε κάθε μέρα, που είναι βέβαιο ότι θα ανεβάσουν ακόμα περισσότερο τη θερμοκρασία στο νησί και θα είναι αντάξια της επετείου των 20 ετών του Chania Rock Festival. Και φέτος, μόνο Κρήτη, μόνο Χανιά!
  • Πάνω από την μουσική βρίσκεται η υγεία όλων μας, η συναυλία θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τα ισχύοντα υγειονομικά πρωτόκολλα. Online Εισιτήρια: https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival https://www.instagram.com/chaniarockfestival
  • 0
  • 1000MODS | Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022
  • 9/10/2022-19:30
  • 4/15/2022-0:0
  • Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed.png
  • Το Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου οι 1000mods επιστρέφουν στην Τεχνόπολη, μετά την ιδιαίτερη περσινή τους εμφάνιση, με ένα live όπως παλιά. Το συγκρότημα στοιβάζει τους ενισχυτές του, για να παρουσιάσει τον τελευταίο αριστουργηματικό του δίσκο Youth of Dissent για πρώτη φορά όπως του αρμόζει. Από τα υπόγεια της underground ελληνικής σκηνής, οι 1000mods μπόλιασαν τις Vidage μουσικές τους επιρροές δημιουργώντας το ηχόχρωμα του Super Van Vacation, που έμελλε να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους ροκ δίσκους των τελευταίων 10 ετών. To επόμενο μουσικό ταξίδι τους έκρυβε τριπαριστά και ψυχεδελικά Vultures που ξεχύθηκαν από τα πορτοκαλί ηχεία τους και γύρισαν όλη την Ευρώπη, η οποία υποδέχθηκε μια από τις πιο ανερχόμενες μπάντες του ήχου τους. Το Repeated Exposure to… έμελλε να επιβεβαιώσει ότι οι 1000mods είναι οι μπροστάρηδες της ελληνικής σκηνής στρέφοντας τα βλέμματα όλων πάνω τους. Το συγκρότημα περιόδευσε το 2019 σε Αμερική και Αυστραλία, δίνοντας κάποια από τα πιο σημαντικά shows της πορείας του. To Youth of Dissent συνέπεσε με τις αλλαγές που έφερε η πανδημία στη ζωής μας, παρουσιάζοντας μας τους Mods πιο ώριμους και κατασταλαγμένους από ποτέ, βρίσκοντας αστείρευτη έμπνευση στα αγαπημένα τους 90s και στο Seattle. Οι διθυραμβικές κριτικές κι οι επαναλαμβανόμενες ακροάσεις του Youth of Dissent έκαναν ακόμη πιο έντονη την ανυπομονησία μας να δούμε και πάλι τα Χιλιομόδια πάνω στη σκηνή. Για αυτό, το βράδυ του Σαββάτου της 10ης Σεπτεμβρίου θα βρισκόμαστε όλοι στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων για την ηλεκτρισμένη συναυλιακή επιστροφή των 1000mods. Λίγους μήνες πριν, το Super Van του συγκροτήματος θα γυρίσει για ακόμη μια φορά την Ευρώπη, ταξιδεύοντας σε 31 πόλεις της, ξεκινώντας την περιοδεία του στις 29 Απριλίου στο Λονδίνο. ΠληροφορίεςΕισιτήρια γενικής εισόδου 15 ευρώΣημεία Προπώλησηςwww.highpriority.grwww.viva.gr Για περισσότερες πληροφορίες: [email protected]
  • 0
  • Οι θρυλικοί Jethro Tull σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για δύο μοναδικές εμφανίσεις.
  • 9/22/2022-0:0
  • 9/23/2022-0:0
  • Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/unnamed.png
  • Jethro Tull Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη Την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου οι θρυλικοί Jethro Tull θα εμφανιστούν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών 2022 και την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ "Στη Σκιά των Βράχων 2022", επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά γιατί θεωρούνται από τα σημαντικότερα ροκ συγκροτήματα όλων των εποχών, βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή τους στον σκληρό ήχο. Οι ιστορικοί ύμνοι των Βρετανών, θα ηχήσουν για άλλη μια φορά σε Θεσσαλονίκη κι Αθήνα κάνοντάς μας να ανυπομονούμε για τις δύο πολύ μεγάλες συναυλίες του Σεπτέμβρη. Ορμώμενοι από το Blackpool της Αγγλίας, οι Jethro Tull ξεκινούν το μουσικό τους ταξίδι στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Σήμερα, με 60 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως, περισσότερα από 21 άλμπουμ μεταξύ των οποίων 11 χρυσά και 5 πλατινένια και με περισσότερες από 3,000 live εμφανίσεις σε 40 χώρες, οι Jethro Tull έχουν χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο σημαντικά και εκκεντρικά progressive rock συγκροτήματα του 20ου αιώνα. Στο κέντρο της σκηνής ξεχωρίζει η εμβληματική περσόνα του Ian Anderson, ο οποίος παίρνει τον ρόλο του ηγέτη του γκρουπ. Με μια καλλιτεχνική ευφυΐα που ξεχώρισε ήδη από τα πρώτα βήματα της μπάντας, ο Anderson τολμά να βάλει το φλάουτο σαν βασικό όργανο στη μηχανή των Jethro Tull, κάνοντάς το παράλληλα σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος. Στα πρώτα τους δισκογραφικά χρόνια ξεπηδά το blues ντεμπούτο τους This Was (1968), το οποίο διαδέχεται το Stand Up (1969), αλλά και το Benefit (1970), ο δίσκος προπομπός που μας προετοιμάζει για το magnum opus τους, Aqualung (1971). Τα λόγια περιττεύουν για αυτό το αριστούργημα το οποίο θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές ροκ κυκλοφορίες όλων των εποχών. Η progressive rock, περήφανη για τα άξια τέκνα της, βρίσκει μια για πάντα στο Locomotive Breath και το Hymn 43 τους ύμνους που θα τραγουδηθούν από χιλιάδες fans παγκοσμίως. Μέσα από μια μουσική πορεία 5 δεκαετιών, ο ήχος των Jethro Tull ταξίδεψε από τα blues και τη jazz, την progressive αλλά και την ορθόδοξη rock, μέσα από τα folk ηχοτόπιά τους. Πέρασαν σχεδόν 2 δεκαετίες δισκογραφικής ανομβρίας, μέχρι τη φετινή θριαμβευτική επιστροφή των Jethro Tull με το Τhe Zealot Gene που επιβεβαίωσε ότι το συγκρότημα συνεχίζει να κρατά ψηλά το Άγιο Δισκοπότηρο της ροκ, ποτίζοντας μας εθιστικές μελωδίες κι εξαιρετικούς στίχους. Η μπάντα που λατρεύτηκε από τους Steve Harris και Bruce Dickinson, Eddie Vedder, Nick Cave, John Myung, Marcus Siepen και Joe Bonamassa, έρχεται σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα για δυο ιστορικές συναυλιακές συγκυρίες που περιμέναμε χρόνια. Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών και Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη, ο Ian Anderson κι η σπουδαία παρέα του θα μας συντροφεύσουν σε 2 μοναδικά ροκ ταξίδια με υπόκρουση τις κορυφαίες στιγμές των Jethro Tull.
  • Πληροφορίες: Τα εισιτήρια ξεκινούν από 42€ Η προπώληση διεξάγεται μέσω του: www.ticketmaster.gr Τηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535
  • 0
  • Como Esta Events presents CARPENTER BRUT
  • 10/1/2022-0:0
  • 10/1/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/Carpenter-Brut-560x785-1.jpg
  • ΣΑΒΒΑΤΟ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Como Esta Events presents CARPENTER BRUT Ο Carpenter Brut για πρώτη φορά στην Ελλάδα! Τέσσερα χρόνια μετά την περιοδεία Leather Patrol με 130 παραστάσεις σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο στο ενεργητικό του, ο Carpenter Brut ξαναβγαίνει στον δρόμο με το δεύτερο μέρος της δεύτερης τριλογίας του: την περιοδεία Leather Terror Tour. Ο Γάλλος superstar φτάνει στη χώρα μας με το πολυσυζητημένο production που τον ακολουθεί σε όλες του τις ευρωπαϊκές εμφανίσεις: εντυπωσιακά φώτα, laser show, video wall, δυνατές μελωδίες και πολλά synths σε ένα show που θα αφήσει ιστορία. Μαζί του οι SIERRA.
  • Τιμή εισιτηρίου: προπώληση 25 ευρώ, ταμείο 30 ευρώ Σημεία προπώλησης: ΤICKET SERVICES – online: www.ticketservices.gr, call center: 2107234567, εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39 (οι τηλεφωνικές και οι online αγορές περιλαμβάνουν χρέωση υπηρεσίας 5% επί της τιμής του εισιτηρίου)
  • 0
  • THERION | LEVIATHAN II TOUR 2022 | Σάββατο 10 Δεκεμβρίου | PIRAEUS CLUB ACADEMY - LOULOU IS PRESENT
  • 12/10/2022-0:0
  • 12/10/2022-0:0
  • Piraeus club academy105 Piraeus Ave. & Vitonos Athens
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/unnamed-6.jpg
  • https://www.therion.se https://www.youtube.com/channel/UCOZMj62eTEiZl8NWPNQdo7Q https://www.facebook.com/therion ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝΗ προπώληση εισιτηρίων θα ξεκινήσει την Τρίτη 1 ΜαρτίουΤιμές ΕισιτηρίωνΠροπώληση: 25 ευρώΤιμή Ταμείου: 28 ευρώΣημεία ΠροπώλησηςΗλεκτρονικά: viva.grΤηλεφωνικά: 11876Σε όλα τα Viva Spots(Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni's)Δίκτυο PublicPublic on line: http://tickets.public.gr/ Kαταστήματα Publichttps://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp PIRAEUS CLUB ACADEMY | LouLou is PresentΠειραιώς 105ΑθήναΤηλ.: 210 3458 898More infowww.piraeusclubacademy.gr www.loulouispresent.gr Η συναυλία θα διεξαχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις κατά την περίοδο της εκδήλωσης.
  • 0


  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece