Banner Top
Banner Content


Αφήσαμε πίσω μας το 1994 και πριν φτάσει το Πάσχα, ξεκινάμε το αφιέρωμα στο 1995, με το πρώτο μέρος του (υπενθυμίζουμε ότι πάντα, η σειρά είναι αλφαβητική) με μεγάλα συγκροτήματα να μη βγάζουν τις καλύτερες δυνατές δουλειές, αρκετά να εμφανίζονται από το πουθενά και να εκπλήσσουν και κάποιοι άλλοι, να γιγαντώνονται. Όπως σε κάθε χρονιά, έχετε να διαβάσετε πάρα πολύ υλικό και ακόμα περισσότερο να ακούσετε στο τέλος του κειμένου, στο Spo­ti­fy Playlist που ακολουθεί.

AC/DC – “Ball­break­er” (East­West)

Αν ρωτήσεις τους οπαδούς των AC/DC να σου πουν ποια είναι η χειρότερη δισκογραφική περίοδος του αγαπημένου τους συγκροτήματος, το πιο πιθανό είναι να ακούσεις από τους περισσότερους ότι η πενταετία 1983–1988 δεν ήταν και η πιο εμπνευσμένη για τους Αυστραλούς γίγαντες. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη καθώς οι δίσκοι εκείνης της περιόδου συγκαταλέγονται στους αγαπημένους μου. Για μένα, η χειρότερη περίοδος των AC/DC είναι η πενταετία 1990–1995 και οι δύο δίσκοι που κυκλοφόρησαν σε αυτό το διάστημα. Αυτονόητα, εξαιρείται το “Rock or bust” που ποτέ δεν μου άρεσε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Το “Ball­break­er” διαδέχτηκε το “The razor’s edge” που μπορεί να πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα αλλά ήταν συνθετικά μετριότατο. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν ούτε κατ’ ελάχιστο με το “Ball­break­er” αν και αυτό δεν φαίνεται να πτόησε το αγοραστικό κοινό που ούτως ή άλλως πάντα στήριζε κάθε επιλογή των AC/DC.

Τραγούδια που δεν σου μένουν ή ακόμη και αν σου μένουν είναι στην καλύτερη κατώτερα του ονόματος και της παρακαταθήκης των AC/DC και γενικότερα μία ηχητική κατεύθυνση που φανερώνει μία μπάντα που παίζει εκ του ασφαλούς σε μία προσπάθεια να βγάλει κάτι στην αγορά μόνο και μόνο επειδή δεσμεύονται από την εταιρεία ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Προσέξτε… Δεν εννοώ ότι το “Ball­break­er” είναι κακό απλώς θεωρώ ότι είναι αδιάφορο. Μέχρι και ο Scott Ian σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Rock Can­dy ανέφερε τα “Cov­er you in oil” και “Caught with your pants down” σαν δύο από τα χειρότερα του τραγούδια όλων των εποχών. Ευτυχώς η συνέχεια με τα “Stiff upper lip” και “Black ice” ήταν σαφέστατα καλύτερη…

Σάκης Νίκας


ALICE IN CHAINS – “Alice in chains” (Colum­bia)

Bρισκόμαστε στο 1994 και με την κυκλοφορία του EP “Jar of flies”, οι ALICE IN CHAINS καταφέρνουν κάτι που ανάθεμα αν θα το κατάφερνε ποτέ ο οποιοσδήποτε. Άμεσα καρφώνονται στο νούμερο 1 του Bill­board 200 (ΜΕ ΕΡ ΞΑΝΑΛΕΜΕ!) και όλα μοιάζουν ρόδινα για το μέλλον τους. Ή μήπως όχι; Το ΕΡ θα ξεπεράσει άμεσα 2.000.000 πωλήσεις την ίδια χρονιά (!!!) και άλλο 1.000.000 εκατομμύριο την επόμενη χρονιά (!!!!!), ωστόσο ο Layne Sta­ley, φωνή/ψυχή της μπάντας, πάλευε με τους δικούς του δαίμονες όσο ποτέ και κλείστηκε σε αποτοξίνωση από την ηρωίνη. Έτσι, οι AIC χάνουν μια χρυσή ευκαιρία να περιοδεύσουν με τους METALLICA, SUICIDAL TENDENCIES, DANZIG και FIGHT, καθώς ο χαρισματικός front­man «κύλησε» ξανά και τελικά η περιοδεία τους ακυρώθηκε μια μέρα πριν ξεκινήσει, με τη μπάντα να μπαίνει στον πάγο προσωρινά. Για την ιστορία, την θέση των AIC τότε πήραν οι ανερχόμενοι CANDLEBOX (αν δεν έχετε ακούσει τουλάχιστον το πρώτο πολυπλατινένιο ομότιτλο άλμπουμ τους, ή το δεύτερο «μόλις» χρυσό “Lucy”, κάντε το άμεσα). Μια λιτή ανακοίνωση μέσω της μάνατζερ Susan Sil­ver έκανε λόγο για αποχώρηση της μπάντας από την περιοδεία «λόγω προβλημάτων υγείας μέσα στο συγκρότημα». Το συγκρότημα στην ουσία ήταν διαλυμένο για έξι μήνες και μάλλον έγινε για καλό.

Ο ντράμερ Sean Kin­ney μάλιστα, τόνιζε ότι «κανείς δεν ήταν τίμιος μεταξύ μας τότε. Αν συνεχίζαμε, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να αυτοκαταστρεφόμασταν στον δρόμο και σίγουρα δεν θέλαμε αυτό να γίνει δημόσια». Με τους AIC ανενεργούς μέσα στο 1995, ο Sta­ley βρίσκει το κουράγιο να μπει στο super­group MAD SEASON, το οποίο απάρτιζαν ο κιθαρίστας Mike McCready (PEARL JAM), ο μπασίστας John Bak­er Saun­ders (THE WALKABOUTS) και ο ντράμερ Bar­rett Mar­tin (SCREAMING TREES). Αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης, το μνημειώδες “Above” (κατάθεση ψυχής όσο ελάχιστες φορές στην ιστορία της μουσικής). Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο οι υπόλοιποι AIC μπαίνουν στο Bad Ani­mals Stu­dio με παραγωγό τον Toby Wright (CORROSION OF CONFORMITY, SLAYER), για να ηχογραφήσουν το τρίτο τους full-length. Το άτιτλο ή ομότιτλο (“Alice in chains”) ή “The dog album”, “The dog record” και “Tri­pod” (Λόγω της φωτογραφίας ενός τρίποδου σκυλιού στο εξώφυλλο που φημολογούταν ότι ονομαζόταν Tri­pod), θα ήταν το πρώτο τους έχοντας στις τάξεις τους τον ΠΑΙΧΤΑΡΑ Mike Inez στο μπάσο. Οι πρώτες ιδέες ήταν πάνω σε τζαμαρίσματα σε υλικό που είχε γράψει ο κιθαρίστας Jer­ry Cantrell και μετέπειτα, ο Sta­ley γύρισε στο συγκρότημα εξηγώντας «αρχίσαμε να διαλυόμαστε και να παίρνουμε διαφορετικούς δρόμους, νιώθοντας ότι προδίδαμε ο ένας τον άλλο».

Ελάχιστο ήταν το υλικό που είχε γραφτεί πριν τις ηχογραφήσεις, έτσι οι ιδέες του Cantrell ήταν η βάση για το ξεκίνημα, τα πρώτα demo που δημιουργήθηκαν δόθηκαν στον Sta­ley ώστε να βάλει στίχους και τελικά ο δίσκος τελείωσε τον Αύγουστο του 1995. Μια διαδικασία ιδιαίτερη, με τον Cantrell να αναφέρει «Ήταν πολλάκις καταθλιπτικό και όταν το ηχογραφούσαμε έμοιαζε λες και τραβούσαμε τα μαλλιά μας, αλλά ήταν το ομορφότερο πράγμα και είμαι πολύ χαρούμενος που το κάναμε, θα λατρεύω αυτή τη ανάμνηση για πάντα». Ο ίδιος ο Sta­ley συμπλήρωνε «κι εγώ θα τη λατρεύω αυτή την ανάμνηση για πάντα, γιατί απλά θυμάμαι να την ζω», καταδεικνύοντας την κατάσταση στην οποία βρισκόταν στις προηγούμενες ηχογραφήσεις (σκληρό)! O Sta­ley κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων είχε εθιστεί πολύ άσχημα όσο ποτέ, και πολλές φορές αργούσε ή ήταν απών από τις ηχογραφήσεις και τις πρόβες. Η μάνατζερ Susan Sil­ver τόνιζε: «Ήταν πραγματικά επίπονη διαδικασία, επειδή διήρκησε τόσο πολύ. Ήταν τρομακτικό να βλέπεις τον Layne σε αυτή την κατάσταση, όταν όμως ήξερε τι γίνεται γύρω του, ήταν ο πιο γλυκός και με τα λαμπερότερα μάτια άνθρωπος που θα ήθελες να έχεις συναντήσει. Το να είσαι σε συνάντηση μαζί του και να τον παίρνει ο ύπνος μπροστά σου, ήταν σπαρακτικό».

Το εναρκτήριο “Grind” ήταν το πρώτο κομμάτι που διέρρευσε σε rough mix για το ράδιο και έλαβε μεγάλο air­play, ενώ στις 6 Οκτωβρίου κυκλοφόρησε η στούντιο έκδοση του. Το υλικό γενικότερα ήταν πολύ εσωτερικότερο των “Facelift”/”Dirt” και αρκετά κοντά στην πιο «διάφανη» πλευρά των ΕΡ τους (“SAP”/”Jar of flies”), ενώ ο Cantrell δήλωνε πως η μουσική τους ήταν το να παίρνεις κάτι άσχημο και να το μετατρέπεις σε κάτι όμορφο. O Cantrell έγραψε τους στίχους για τα “Grind”, “Heav­en beside you” (ΕΠΟΣ) και “Over now”, στα οποία τραγουδάει κιόλας ο ίδιος. Οι στίχοι των υπόλοιπων κομματιών ανήκαν στον Sta­ley, ο οποίος υπογράμμιζε ότι οι στίχοι ήταν ότι είχε στο μυαλό του εκείνη την εποχή, δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο νόημα, αντίθετα ήταν αρκετά χαλαροί. Τον βοηθούσαν να αποδεχτεί την όλη διαδικασία, καθώς στο παρελθόν τον βύθιζαν σε άσχημες καταστάσεις και του έδωσαν το κίνητρο να γράψει καλούς στίχους σε καλή μουσική. Αντικατόπτριζαν τις όμορφες και άσχημες στιγμές που πέρασαν εκείνη την εποχή και στην ιστορία έμεινε η δήλωση «ηχογραφήσαμε μερικούς μήνες που ήμασταν ανθρώπινοι». To “Sludge fac­to­ry” πραγματεύεται ένα τηλεφώνημα από τους προϊστάμενους της Colum­bia, Don Lenner και Michele Antho­ny, που τους είπαν ότι είχαν 9 μέρες να τελειώσουν το δίσκο.

Οι στίχοι του Cantrell ήταν πιο συγκεντρωμένοι, με το “Grind” να συνοψίζει την κατάσταση με τα ενδότερα του συγκροτήματος (ακυρωμένες περιοδείες, αρρώστιες, ηρωίνη) και στραμμένο προς αυτούς που είχαν τη μπάντα στη «μπούκα» για διάφορα. Το “Heav­en beside you” (ΕΠΟΣ, τι πάει να πει το ξαναέγραψα πριν;) μιλάει ξεκάθαρα για το τέλος μιας 7χρονης σχέσης του με την κοπέλα του. Στις σημειώσεις της συλλογής “Music bank” (απαραίτητο collector’s item), περιγράφει «Μια ακόμα προσπάθεια να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι η ζωή και τα μονοπάτια μου με αποκόβουν από το άτομο που αγαπώ. Όλα όσα γράφω γι’ αυτήν είναι ένας τρόπος για μένα να της μιλήσω, να εκφράσω ότι δεν εξέφρασα ποτέ». Όσο για το “Over now”, περιγραφικά δήλωνε «Πολλά μαζεμένα σκ@τ@ μέσα του, ένα μεγάλο κομμάτι στο τέλος του δίσκου, με το οποίο πάντα μπορείς να ξεφύγεις. Αρκετά χρόνια μετά, το 2018, ο ίδιος θα δήλωνε «Υπάρχει μια στεναχώρια σ’ αυτό το άλμπουμ, είναι ο ήχος μιας μπάντας που καταρρέει. Ήταν το τελευταίο μας άλμπουμ σ’ εκείνο το σημείο. Είναι ένας όμορφος δίσκος, αλλά είναι λυπηρός επίσης. Είναι πιο διερευνητικός, πιο περιπλανητικός. Δεν είναι τόσο έντεχνο όσο ήταν τα άλλα μας άλμπουμ». Όσο για το εξώφυλλο και τι συνέβη τελικά…

Υπήρχε ένα τρίποδο σκυλί ονόματι Tri­pod το οποίο τρομοκρατούσε τον ντράμερ Sean Kin­ney στα νιάτα του, με τον ίδιο να σχεδιάζει το art­work του δίσκου. Υπήρξε μια διαδικασία φωτογράφησης σκυλιών με τρία πόδια –έγινε ολόκληρο cast­ing μάλιστα- αλλά τελικά το συγκρότημα διάλεξε τη φωτογραφία του εξωφύλλου μέσω φαξ, καθώς πίστευαν ότι το σκυλί εκεί έδειχνε πιο ρεαλιστικό και άρεσε αρκετά στους Cantrell/Staley, o δε Kin­ney δεν είναι και κάνα κρατικό μυστικό ότι τα πήρε στο κρανίο όταν απορρίφθηκε η ιδέα του καθώς ξοδεύτηκε ένα σεβαστό ποσό για τη φωτογράφηση (το λένε και γείωμα σε κάτι χωριά αυτό). Για το βίντεο του “Grind” χρησιμοποιήθηκε ένα διαφορετικό τρίποδο σκυλί ονόματι Sun­shine. Tελικά η φωτογραφία που τραβήχτηκε για το σκυλί που θα κοσμούσε το εξώφυλλο στο Los Ange­les στις 23/8/1995, χρησιμοποιήθηκε στη συλλογή “Music bank”, ενώ υπήρξε μια φήμη ότι ήταν του ίδιου του Cantrell, την οποία διέψευσε μελλοντικά ο ίδιος. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε CD σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις, με μωβ διάφανο εξώφυλλο και κιτρινοπράσινο πίσω μέρος (αδύνατον να βρεθεί αν δεν δώσεις μια περιουσία πλέον), σε έκδοση με τα αντίθετα χρώματα μπροστά και πίσω (κάποτε υπερίσχυε, πλέον κι αυτή βρίσκεται με το κιάλι) και την κανονική διάφανη.

Επίσης βγήκε και σε διπλό βινύλιο με μωβ το πρώτο βινύλιο και κιτρινοπράσινο το άλλο και τις ετικέτες τους και με τρία κομμάτια σε κάθε πλευρά. Ο δίσκος παρότι όχι τόσο επιτυχής μετέπειτα όσο το “Dirt” (ανθρωπίνως αδύνατον), καρφώθηκε πάλι στο νούμερο 1 του Bill­board 200 και παρέμεινε στα charts για 46 εβδομάδες! Έχει ήδη πουλήσει πάνω από 3.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως όντας διπλά πλατινένιο στην Αμερική. Το συγκρότημα διάλεξε να μην περιοδεύσει για το δίσκο, ο Cantrell ως μπροστάρης ενάντια στις φήμες του εθισμού για τη μπάντα, δήλωνε ότι ήταν απογοητευτικό σαν σκέψη, αλλά έπρεπε να συμβεί για να κρατήσουν τις καλές στιγμές και να μείνουν ενωμένοι στις αντίστοιχες δύσκολες. Ανέφερε ότι ποτέ δεν υπήρξαν πισωμαχαιρώματα και πως ήταν αυτό που τους κράτησε σε καλό κλίμα ως το τέλος. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 7 Νοεμβρίου του 1995 και στις 10 Απριλίου του 1996, δώσανε την πρώτη τους συναυλία τα τελευταία δυόμιση χρόνια για το MTV Unplugged, σε πλήρως ακουστικό σετ με Μ‑Ε-Γ-Α-Λ-Ε-Ι-Ω-Δ‑Η εμφάνιση. Στην εμφάνιση έλαβε μέρος κι ο κιθαρίστας Scott Olson, στη μοναδική τους παρουσία ως κουιντέτο. Δώσανε άλλη μια εμφάνιση στο The Late Show with David Let­ter­man ακριβώς ένα μήνα μετά και μετά έπαιξαν άλλες τέσσερις συναυλίες ως sup­port των KISS στην Alive/Worldwide Tour.

H τελευταία τους συναυλία με τον Layne Sta­ley δόθηκε στις 3 Ιουλίου του 1996 στο Kansas City του Mis­souri, με τον ίδιο μετά τη συναυλία να βρίσκεται λιπόθυμος χωρίς επαφή με το περιβάλλον εξαιτίας υπερβολικής δόσης ηρωίνης. Αν και κατάφερε να ζήσει από θαύμα, το συγκρότημα μπήκε σε αδιευκρίνιστο πάγο από ’κει κι έπειτα. Το τελειωτικό χτύπημα στην ύπαρξη των AIC ήταν ο θάνατος της αρραβωνιαστικιάς του Layne, Dem­ri Par­rott, από υπερβολική δόση ναρκωτικών στις 29 Οκτωβρίου του 1996. Έπειτα κι από αυτό το συμβάν, ο Layne έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως ερημίτης, βυθισμένος όσο ποτέ στον εθισμό του και με την κατάσταση να μην έχει γυρισμό. Την ίδια χρονιά δήλωνε ότι «τα ναρκωτικά δούλευαν υπέρ μου για χρόνια, αλλά τώρα στρέφονται εναντίον μου, περνάω μια κόλαση κι αυτό είναι σκ@τ@, γιατί δεν ήθελα οι οπαδοί μου να νομίζουν ότι η ηρωίνη είναι σωστή. Αλλά ερχόντουσαν αρκετοί να με συγχαίρουν, λέγοντας μου ότι είναι φτιαγμένοι, ότι ακριβώς δεν ήθελα να συμβεί». Ο Layne έκλεισε τα μάτια του για πάντα στις 5 Απριλίου του 2002, ακριβώς την ίδια μέρα που είχε πεθάνει ο Kurt Cobain των NIRVANA το 1994, βυθίζοντας σε θλίψη εκατομμύρια οπαδούς και προσυπογράφοντας το (προσωρινό ευτυχώς) τέλος των ALICE IN CHAINS!

Δεν έχει σημασία αν και πόσο άρεσε ή έγινε σημαντικός αυτός ο δίσκος, καθώς αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθενός και στο γούστο (ή την έλλειψη αυτού) που (δεν) υπάρχει. Σημασία (πρέπει να) έχει ότι ήταν η τελευταία φορά που ακούσαμε τη φωνή ενός από τα πλέον αστείρευτα ταλέντα στην ιστορία της μουσικής, ενός ανθρώπου που και στην πιο ερειπιώδη κατάσταση του, μπορούσε να προσφέρει μεγαλείο με την ασύγκριτη φωνάρα του και που υπήρξε υπόδειγμα καλλιτέχνη και παράδειγμα προς αποφυγή για τον τρόπο που έζησε και αποφάσισε να φύγει. Λίγα χρόνια αργότερα, τον Layne βρήκε εκεί ψηλά και ο πρώην μπασίστας του συγκροτήματος, Mike Starr, ο οποίος έφυγε από επίσης υπερβολική δόση στις 8 Μαρτίου του 2011 στο σπίτι του στο Salt Lake City. Οι ALICE IN CHAINS έκλεισαν ένα σημαντικό κεφάλαιο τότε, παίρνοντας την γενναία απόφαση πρακτικά να διαλύσουν έχοντας δυο σερί άλμπουμ στο νούμερο 1, ενώ θα μπορούσαν να έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Η επιστροφή τους καθαρά για να τιμήσουν την μνήμη του εκλιπόντα Layne Sta­ley τους έβγαλε ακόμα πιο αλώβητους κι ευτυχώς συνεχίζουν να ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω μας. Ωστόσο, κακά τα ψέματα, πάντα θα υπάρχει κάτι που θα λείπει για να είναι ολοκληρωμένο το παζλ του πιο τίμιου reunion στην ιστορία της μουσικής.

Άγγελος Κατσούρας

 

ANATHEMA — “The silent enig­ma” (Peaceville)

Το 1995 είναι μια πολύ κρίσιμη στιγμή για τους ANATHEMA και την μελλοντική τους πορεία. Είναι το χρονικό σημείο όπου οι μπάντες της Βρετανικής Αγίας Τριάδας αρχίζουν και χαράζουν η καθεμιά τον δικό της δρόμο, MY DYING BRIDE και PARADISE LOST κυκλοφορούν ίσως τους καλύτερους δίσκους τους και οι ANATHEMA μας δίνουν το δεύτερο full length τους, το τεράστιο “The silent enig­ma”. Έχουν προηγηθεί 2 EP και το ντεμπούτο “Ser­e­nades” με πιο ξεκάθαρη doom/death μορφή, μια πολύ σημαντική αλλαγή όμως στο line up θα αποδειχθεί καθοριστική για την συνέχεια. Ο τραγουδιστής Dar­ren White αποχωρεί από την μπάντα για να σχηματίσει τους THE BLOOD DIVINE (παίρνοντας μαζί του και το “Rise Pan­theon Dreams”, όπως ήταν να ονομαστεί αρχικά το “The silent enig­ma”) και η μπάντα αποφασίζει να μην ψάξει για καινούριο τραγουδιστή αλλά να αναλάβει αυτόν τον ρόλο ο κιθαρίστας Vin­cent Cavanagh (ο οποίος είναι το μοναδικό μέλος που ήταν μέσα σε όλα, από την αρχή μέχρι την πρόσφατη ανακοίνωση διάλυσης).

Γνώρισα και αγάπησα τους ANATHEMA κατά την “Eternity”/“Alternative 4” εποχή τους, όταν όμως είδα ότι έχουν κι ένα δίσκο που λέγεται “The silent enig­ma”, αλήθεια σκέφτηκα ότι με τόσο υπέροχο τίτλο αποκλείεται να μην είναι καλό. ΠΡΟΦΑΝΏΣ και είχα απόλυτο δίκιο.

Τα φωνητικά του Vin­cent είναι κάτι ανάμεσα σε doom και death, όχι τόσο bru­tal όσο του Dar­ren όμως, τα αδέρφια Cavanagh βάζουν περισσότερη μελωδία σε όλα τα τραγούδια εδώ, ενώ η αποπνικτική και ψυχοπλακωτική ατμόσφαιρα απλώνεται απειλητικά και στα 9 κομμάτια που έχει ο δίσκος, σε ένα track list από το οποίο προκύπτουν αβίαστα μερικά από τα αγαπημένα μου ANATHEMA τραγούδια.

“Rest­less obliv­ion” (το καλύτερο κομμάτι των ANATHEMA κατά Κωστή ευαγγέλιον), “Sun­set of the age” που πολύ αγαπούσε μια ψυχή από το παρελθόν, το ομώνυμο “The silent enig­ma” και φυσικά το υπέροχα οδυνηρό “A dying wish”.

1995, σε ευχαριστώ τόσο πολύ για αυτά που μας έδωσες.

Μίμης Καναβιτσάδος

 

ANTHRAX – “Stomp 442” (Elek­tra/Warn­er)

Υπάρχει μια στιγμή στην καριέρα ενός μεγάλου γκρουπ που όλα γίνονται λάθος, έτσι ξεκινάνε, έτσι εξελίσσονται κι έτσι καταλήγουν στο τέλος. Για τους μεγάλους ANTHRAX, η στιγμή αυτή ήταν ότι ακολούθησε την κυκλοφορία του κορυφαίου “Sound of white noise” το 1993. Ένα άλμπουμ που ήταν το πρώτο τους χωρίς τον Joey Bel­ladon­na, ωστόσο η τότε έλευση του John Bush των ARMORED SAINT (ο οποίος είχε «φτύσει» δις τους METALLICA στα mid ‘80s), έδωσε νέα ώθηση στο συγκρότημα και ο δίσκος πήγε τρομερά καλά, καθώς και χρυσός έγινε, αλλά και έφτασε μέχρι το νούμερο 7 του Bill­board! Οι ANTHRAX άλλαζαν τον ήχο τους χωρίς να είναι πλέον ΜΟΝΟ ΘΡΑΣ (από το “Per­sis­tence of time” του 1990 είχαν φανεί τα σημάδια), αλλά δεν άνοιξε μύτη καθώς η ποιότητα του δίσκου δεν το επέτρεπε. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι στραβές, καθώς ο κιθαρίστας Dan Spitz φεύγει από το συγκρότημα για να γίνει… ωρολογοποιός (αν είναι δυνατόν) και το συγκρότημα συνεχίζει ως κουαρτέτο για πρώτη φορά. Το συγκρότημα αποφασίζει να εμπιστευτεί τους Butch­er Broth­ers για την παραγωγή του δίσκου (Phil και Joe Nico­lo κατά κόσμον) με την επιλογή τότε να προβληματίζει, και όπως αποδείχθηκε όχι άδικα, ενώ τις lead κιθάρες ανέλαβε ο Char­lie Benante.

Μάλιστα, ο ντράμερ/κύριος συνθέτης της μπάντας, ενέταξε στο συγκρότημα και τον κιθαρίστα Paul Crook, ώστε να βοηθήσει στις ηχογραφήσεις προσφέροντας πρόσθετα leads, ενώ η μεγάλη χείρα βοηθείας ήρθε από τον ίδιο τον Dime­bag Dar­rell (αδερφικές οι σχέσεις ANTHRAX/PANTERA και δη με τον συγχωρεμένο), ο οποίος έβαλε κι αυτός το χεράκι του κατά τις ηχογραφήσεις και τον ακούμε μεταξύ άλλων στα “King size” και “Rid­ing shot­gun”, ενώ ήταν παρών για να δίνει και συμβουλές και τη γνώμη του. Ο δίσκος που ονομάστηκε “Stomp 442” ξένισε αρχικά καθώς το… εξώφυλλο (ο θεός να το κάνει) εμφάνιζε μια τεράστια μπάλα απορριμάτων με έναν άνθρωπο να κάνει μπάνιο γυμνός δίπλα της, κι όχι μόνο δε βλεπόταν, αλλά λογοκρίθηκε κιόλας λόγω του τύπου που ήταν γυμνός και μάλιστα η εταιρεία Wall­mart –τεράστιος διανομέας στην Αμερική- αρνήθηκε να το διανέμει, ακριβώς λόγω αυτής της εικόνας. Ένα εξώφυλλο που αρχικά είχε σχεδιαστεί για τον τότε δίσκο του Bruce Dick­in­son, “Laugh­ing in the hid­ing bush”, o οποίος στη συνέχεια ονομάστηκε “Balls to Picas­so”, με τον μεγάλο Βρετανό κοντό να μη μπορεί να το πληρώσει εκείνη την εποχή (!;) και τελικά να καταλήγει στους ANTHRAX. Το εξώφυλλο οδήγησε πολύ κόσμο στο να εκφράσει απόψεις τύπου «ο δίσκος είναι μια μπάλα σκ@τ@».

Το “Stomp 442” έχανε τη σύγκριση με το “Sound of white noise” από τα αποδυτήρια, μόνος διασωθείς ο John Bush που στα φωνητικά έχει κάνει τρομερή δουλειά (άντε και λίγο ο Benante που παίζει κάτι φοβερούς ρυθμούς ώρες ώρες). Δίσκος-όνειδος για το μέγεθος του συγκροτήματος, δεν είναι ότι είναι κακός αλλά αδιάφορος, ανέμπνευστος και κουραστικός ξεκάθαρα. Κάτι πάει να γίνει στην αρχή, που οκ ένα κέφι βγαίνει, μην είμαστε ισοπεδωτικοί, αλλά ισοπεδωτικοί ήταν μια ζωή οι ANTHRAX σε ότι είχαν κάνει ως τότε και μιλάμε για τέτοια διαφορά ποιότητας, που χτύπησε τρομερά άσχημα και πολλοί τους θεώρησαν ήδη τελειωμένους. Το να ακούς τους ANTHRAX να μην παίζουν αποκλειστικά γρήγορα δεν ήταν το πρόβλημα, καθώς είχε επαναληφθεί με ποιότητα, το να τους ακούς όμως σαν βλαχοαμερικανάκια σε σημεία και το να αγκαλιάζουν ένα ψευτοεναλλακτικό ήχο, ε όχι, δε μπορούσε να γίνει ανεκτό. Δίσκος που θα μπορούσε (υπό πολλές συνθήκες) να ανήκει στη δισκογραφία των PRONG ή των HELMET (οι οποίοι βέβαια θα το έκαναν πολύ καλύτερα) και πάλι δε θα ήταν ανεκτός. Μεγάλο χαμένο στοίχημα, τροχοπέδη στην καριέρα τους και απαρχή εποχής αβεβαιότητας που τους συνόδευσε για πολλά χρόνια, κι αν είναι δυνατόν, το επόμενο άλμπουμ (“Vol­ume 8:The threat is real”) ήταν ακόμα χειρότερο!

Άγγελος Κατσούρας

 

ARENA – “Songs from the lion’s cage” (Ver­glas Music)

Οι λάτρεις των πρώιμων MARILLION τους έχουν/έχουμε (εξυπακούεται) πολύ ψηλά στην συνείδηση τους. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, όσο κι αν τους αγαπώ παθολογικά, δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να συμβιβαστεί με μία πολύ προσεγμένη μεν, κόπια τους δε. Ευτυχώς, οι ARENA ποτέ δεν λειτούργησαν –αν και θα μπορούσαν εύκολα- κατ’ αυτό τον τρόπο. Κυρίως γιατί είχαν όραμα. Οι βάσεις, οι επιρροές, οι κινητήριες γραμμές, το εναρκτήριο λάκτισμα, ήταν όλα εκεί. Μην ξεχνάμε πως ο ντράμερ Mick Point­er, ο ιθύνων νους μαζί με τον κημπορντίστα Clive Nolan, υπήρξε μέλος των ηρώων από το Sur­rey με τον γίγαντα –κυριολεκτικά και μεταφορικά- Fish και ηχογράφησε μαζί τους το EP “Mar­ket square heroes” αλλά και το παντοτινό διαμάντι “Script for a jester’s tear”. Ως εκ τούτου, μονόδρομος η συνέχιση της βαριάς κληρονομιάς του παρελθόντος.

Δεν θα αρκούσε όμως κάτι τέτοιο. Απαιτούνταν ένα νέο ξεκίνημα, μία διέξοδος που θα τόνωνε την αυτοπεποίθηση ενός μουσικού που ουσιαστικά εκδιώχθηκε από τους πρώην συνοδοιπόρους του με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να προοδεύσει και να ακολουθήσει τους φυσικούς νόμους της εξέλιξης των υπολοίπων. Λογότυπο, εξώφυλλο, παραγωγή, συνθέσεις, άπαντα σε τελετουργική αρμονία. Η πλάση καλωσορίζει εκείνους που με τους προϋπάρχοντες IQ και PENDRAGON (μέλος τους επίσης ο Nolan), θα δώσουν το φιλί της ζωής σε ξεχασμένους, “σκονισμένους” ήχους από το παρελθόν και θα τους επαναφέρουν στη μνήμη μας. Όχι αναμασώντας αλλά φιλτράροντας την ουσία. Και κάπως έτσι συνεχίστηκε η παράδοση. Μέσω του neo prog που μπήκε στον χάρτη και εξαιτίας άλμπουμ όπως το ντεμπούτο των ARENA, “Songs from the lion’s cage”.

Το εισαγωγικό “Out of the wilder­ness” δίνει το στίγμα του τι θα επακολουθήσει. Εμφατικά. Και με την μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στην περίσταση. Απολαυστικό και εξόχως επικό το δεκάλεπτο “Val­ley of the kings”. Η οργανική κατά τα ¾ τετραλογία “Cry­ing for help”, επιμελώς “απλωμένη” στην παλέτα του δίσκου προσφέρει πλούσια ηχοχρώματα, το μελωδικό “Jeri­cho” αναδεικνύει τις ικανότητες του τραγουδιστή John Car­son, στο “Midas vision” ο κιθαρίστας Kei­th More προκαλεί απανωτές ανατριχίλες με τα ευφάνταστα solos του, κάτι που βεβαίως συμβαίνει καθ’ ολοκληρία του “SFTLC”… Και οδεύουμε προς το κλείσιμο της αυλαίας… Στο 14λεπτο “Salomon”. Όπου δεχόμαστε τα τελειωτικό χτύπημα… Ο λυρισμός ξεπερνά κάθε πρόβλεψη, οι ARENA λειτουργούν ως μία καλοκουρδισμένη μηχανή παραγωγής συναισθημάτων ανίκανων να ξεφτίσουν στον χρόνο και πιστοποιούν το αδάμαστο του συνθετικού τους οίστρου… Δίσκος κόσμημα, πολύτιμος σύντροφος για κάθε περίσταση και ιδανικό ξεκίνημα μιας λαμπρής –μέχρι και σήμερα- πορείας!

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

AT THE GATES — “Slaugh­ter of the soul” (Ear­ache)

Υπάρχουν άλμπουμ τεράστια, υπάρχουν και άλμπουμ που απλά άλλαξαν το met­al ή τουλάχιστον είχαν τόσο δυνατή επίδραση που δημιούργησαν ολόκληρα κινήματα και νέους μουσικούς προσανατολισμούς. Το melod­ic death met­al που γνωρίζουμε σήμερα, δεν θα ήταν ποτέ αυτό που είναι τώρα αν δεν υπήρχαν οι AT THE GATES και το “Slaugh­ter of the soul”. To “Slaugh­ter of the soul”, με το “The gallery” των DARK TRANQUILLITY και το “Jester race” των IN FLAMES, που κυκλοφόρησε το επόμενο έτος, είναι οι τρεις θεμέλιοι λίθοι του σουηδικού melod­ic death met­al και του ήχου που αποτέλεσε τον πυρήνα του, γνωστός και ως ήχος του Gothen­burg. Κάθε μπάντα με τις διαφοροποιήσεις της και την δική της ταυτότητα. Ήταν όμως το “Slaugh­ter of the soul” το άλμπουμ που είχε την μεγαλύτερη επίδραση και επηρέασε έναν τεράστιο αριθμό συγκροτημάτων. Μεγάλο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα του “Slaugh­ter of the soul”, έπαιξε η μεταγραφή του συγκροτήματος από την Peaceville στην Ear­ache Records, καθώς η Ear­ache έδωσε τον διπλάσιο χρόνο στους AT THE GATES για την ηχογράφηση του δίσκου, κάτι που τους απελευθέρωσε δημιουργικά και τους έδωσε τον χρόνο για να δουλέψουν περισσότερο επάνω στις συνθέσεις τους. Συνθέσεις που είχαν ως βάση το “Ter­mi­nal spir­it dis­ease” και τις εξέλιξαν στο πιο τέλειο κράμα μελωδικών heavy riffs σε death/trash περιβάλλον.

Όμως η ωριμότητα που έδειξε το συγκρότημα ήταν συνολική, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Οι στίχοι του Lind­berg αποσπάστηκαν από την φανταστική θεματολογία και έγιναν πιο κυνικοί και μισανθρωπικοί, επικεντρωμένοι σε θέματα όπως η παρακμή της κοινωνίας και η αντι-θρησκεία. Το “Slaugh­ter of the soul” είναι μία από αυτές τις στιγμές, που μία μπάντα ότι κάνει στην δημιουργία ενός άλμπουμ, έχει απόλυτη επιτυχία. Από την μεταγραφή σε νέα δισκογραφική, την επιτυχημένη εισαγωγή στοιχείων των επιρροών τους από ston­er-rock μπάντες όπως οι OBSESSED, οι TROUBLE και οι PENTAGRAM, την στιχουργική προσέγγιση των τραγουδιών, την συμμετοχή του Andy LaRocque στο “Cold”, έως τις σαράντα παρακαλώ προσπάθειες, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, που ο Lind­berg είπε το μυθικό πλέον “Go” στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού, έβαλαν από ένα λιθαράκι στην κυκλοφορία ενός ιστορικού δίσκου. Ακόμα και η διάλυση της μπάντας που ακολούθησε λίγο μετά, έβαλε τους AT THE GATES και το “Slaugh­ter of the soul” σε ένα μυθικό επίπεδο και τους έθεσε ως σημείο αναφοράς για ένα κίνημα που χρωστάει σχεδόν τα πάντα σε αυτούς.

Δημήτρης Μπούκης


 
AYREON – “The final exper­i­ment” (Trans­mis­sion)

Το 1992, ο Ολλανδός μουσικός Arjen Antho­ny Lucassen έφυγε από την πρώτη του μπάντα, τους VENGEANCE, και άρχισε να χτίζει το μέλλον του ως σόλο μουσικοσυνθέτης. Όπως όλοι μάλλον γνωρίζετε, αυτό το γεγονός αποτέλεσε το εφαλτήριο για το τεράστιο project που ονομάζεται AYREON. Το 1993, ο Lucassen θα κυκλοφορήσει το ανεπίσημο ντεμπούτο του ως σόλο καλλιτέχνης με τον τίτλο “Pools of sor­row, waves of joy” το οποίο όμως δεν είχε αντίκτυπο, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται τελικά στην δισκογραφία του. Στις 27 Οκτώβρη 1995 ωστόσο κυκλοφορεί το πραγματικό ντεμπούτο των AYREON, “The final exper­i­ment”, που έβαλε τον Lucassen επίσημα στο χάρτη. Και εδώ ακούμε τα βασικά μουσικά και στιχουργικά μοτίβα των AYREON: μίξη συμφωνικού met­al με βαριές κιθάρες και παραδοσιακό prog στα χνάρια των PINK FLOYD και με αρκετές αναφορές στους THE BEATLES με τους οποίους ο Ολλανδός έχει μια σταθερή εμμονή. Πάνω απ όλα όμως, συναντάμε εδώ μια ροκ όπερα που ακολουθεί στα χνάρια των “Tom­my” και “Jesus Christ super­star”, των THE WHO και του Andrew Lloyd Web­ber αντίστοιχα, έργα που αναπόφευκτα ακούμε ως βασικές επιρροές όταν μιλάμε για AYREON και άλλα project (όπως εκείνα του Neal Morse). Τα συμφωνικά, πομπώδη πλήκτρα κυριαρχούν και οι συνθέσεις είναι σε γενικές γραμμές πολύπλευρες, οπερατικές, και φιλόδοξες (συνολική διάρκεια 71 λεπτά – όχι παίζουμε!). Μιλάμε για ένα καλό ντεμπούτο που μόνο του στέκεται αρκετά καλά αλλά σε σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία των AYREON προφανώς και βρίσκεται χαμηλά στη τελική κατάταξη. Από το “The final exper­i­ment” ξεχωρίζουν τρία κομμάτια (τα οποία όλος τυχαίως διάλεξε ο Lucassen για το καταπληκτικό live άλμπουμ “Ayre­on uni­verse” του 2018), τα “Pro­logue”, “Dream­time” και “Merlin’s will”. Όσον αφορά το στιχουργικό κομμάτι, μιλάμε για έναν con­cept δίσκο με τις κλασσικές αναφορές στο τέλος του κόσμου και τον θανάσιμο εθισμό της ανθρωπότητας στην τεχνολογία (θέμα που θα τελειοποιήσει ο Lucassen με την “For­ev­er” μυθολογία και το αριστουργηματικό “Into the elec­tric cas­tle”). Όπως μας έχει μάθει επιπλέον, ο ίδιος έχει αναλάβει τα περισσότερα όργανα καθώς και την παραγωγή ενώ τον πλαισιώνουν ένα σωρό καλεσμένοι μουσικοί και φυσικά γύρω στους δέκα τραγουδιστές που ζωντανεύουν τους χαρακτήρες του con­cept. Οι καλεσμένοι του προέρχονται κυρίως από την Ολλανδική «γειτονιά», όπως ο τρομερός Edward Reek­ers που ακούμε επίσης στα “Actu­al fan­ta­sy”, “Into the elec­tric cas­tle”, και στο “Uni­ver­sal migra­tor part 1: the dream sequencer. Δεν θα αργήσει να επεκταθεί και αποκτήσει έναν σαφώς διεθνή χαρακτήρα το project και διάσημες φωνές όπως οι Han­si Kursch, Rus­sell Allen και James LaBrie θα δημιουργήσουν σταθερούς δεσμούς με τον Lucassen. Ας μη ξεχνάμε όμως πως όλα ξεκίνησαν με αυτό το καλό ντεμπούτο που έθεσε τα πρώτα θεμέλια ενός πολύ αγαπημένου μουσικού project.

Φίλιππος Φίλης

 

BAL SAGOTH — “A black moon broods over Lemuria” (Cacoph­o­ny)

Να είμαστε σωστοί και δίκαιοι. Oι BAL SAGOTH, για όσους μεγαλώσαμε στα 90s, έχουν πρώτα και πάνω από όλα μείνει χαραγμένοι στη μνήμη μας για έναν βασικό λόγο: τους τεράστιους τίτλους των τραγουδιών τους και τις πανδύσκολες στιγμές που μας είχαν προσφέρει όταν προσπαθούσαμε να τους χωρέσουμε όλους στο πίσω μέρος της κασέτας, επιστρατεύοντας συνήθως κάποια έξτρα κόλλα χαρτιού. Το να τους θυμάσαι απέξω, ήταν σχεδόν εκτός συζήτησης, γιατί τότε κάτι γινότανε με μερικούς. Τώρα, ούτε καν!

Φυσικά και θυμόμαστε τη μπάντα και για αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο τους, που θα του βάλουμε την ταμπέλα “epic”, αλλά με ένα πολύ-πολύ γενικό πλαίσιο, καθώς αυτό ήταν κυρίως η ατμόσφαιρα που έδιναν και όχι τόσο το είδος αυτό καθαυτό που έπαιζαν. Αλλά όλα αυτά, στα “Starfire…” (έλα, συμπληρώστε το υπόλοιπο εσείς), “Bat­tle mag­ic” και “The pow­er cos­mic”, τα 3 πιο χαρακτηριστικά 90s άλμπουμ τους. Όχι στο ντεμπούτο τους, το “A black moon broods over Lemuria”, για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ.

Ναι, τα πλήκτρα ήταν πάντα σημαντικότατος παράγοντας στη μουσική αυτών των Άγγλων. Αλλά στο ντεμπούτο τους ήταν πολύ διαφορετικά από ότι στη συνέχεια. Και αυτό γιατί η μουσική τους εδώ ήταν ένα sym­phon­ic black­ened death met­al, με αρκετά doom περάσματα, ένας ήχος που είχε όλα τα στοιχεία της “σκοτεινής” πλευράς της Αγγλικής σκηνής εκείνης της περιόδου. Τα bru­tal και τα black φωνητικά εναλλάσσονται, φέρνοντας στο μυαλό τους CRADLE OF FILTH (ή το ανάποδο, αφού στην ουσία αυτές οι μπάντες ξεκίνησαν την ίδια περίοδο και με παρόμοιο ήχο, αφού και μουσικά είναι κοντά στα ντεμπούτα τους), ενώ τα σημεία που φλερτάρουν με το doom, θα θυμίσουν ατμόσφαιρες από ANATHEMA και PARADISE LOST εκείνης της εποχής. Κοινός παρανομαστής σε όλα αυτά τα σχήματα (και όχι μόνο), ήταν τότε ένας άνθρωπος ονόματι Robert Magoola­gan (γνωστότερος με το ψευδώνυμο Mags), ο οποίος δουλεύοντας στο Acad­e­my Stu­dio του West York­shire, είχε συνεργαστεί με όλες αυτές τις μπάντες στο ξεκίνημά τους, είτε σαν παραγωγός, είτε σαν μηχανικός, δημιουργώντας έτσι ένα συγκεκριμένο ήχο, επιτρέποντας τη χρήση του όρου “Αγγλικής σχολής” για αυτό το παρακλάδι του met­al τότε. Χοντρικά, από το 1993 μέχρι και το 1997, είτε μέσα από demos, είτε EPs, είτε δίσκους, ο άνθρωπος δούλεψε με ANATHEMA, CRADLE OF FILTH, MY DYING BRIDE (με αυτούς δουλεύει ακόμα), PRIMORDIAL, HECATE ENTHRONED, SOLSTICE, PARADISE LOST και DECEMBER MOON μεταξύ άλλων. Οπότε καταλαβαίνετε πολύ καλά τι λέω εδώ.

Το “A black moon broods over Lemuria” λοιπόν, είναι το ντεμπούτο των BAL SAGOTH. Ένας πιο πρωτόλειος δίσκος μεν, με όλες τις παθογένειες ενός ντεμπούτου (ηχογραφημένο σε μόλις 2 εβδομάδες… άλλες εποχές), αλλά αρκετά διαφωτιστικός για τη συνέχεια και την ιδιαιτερότητα αυτής της μπάντας. Εννοείται δεν είχαν βρει ακόμα τον ήχο τους, όμως με την ευκαιρία αυτού του κειμένου, έκατσα να τον ακούσω μετά από αρκετά χρόνια είναι η αλήθεια και από τη μία ξαναθυμήθηκα άλλες εποχές (όπως γενικά παθαίνουμε όλοι με αυτό το αφιέρωμα), από την άλλη δεν μπορώ να παραγνωρίσω το πόσο καλός είναι για την εποχή του. Ειδικά αυτά τα “Dream­ing of Atlantia spires” και “Witch-storm” (με τα απαγγελτά φωνητικά που περιέχει να είναι επίσης προπομπός για το εγγύς μέλλον τους). Θα βάλω και το “Into the silent cham­bers of the Sap­phire­an throne – Val­ley of silent paths”, έτσι, για τον τίτλο και του δείγματος του τι θα επακολουθήσει, ειδικά δύο δίσκους μετά.

Μόνο ωραίες αναμνήσεις από αυτό το σχήμα. Πραγματικά. Είτε μέσω χαβαλέ με φίλους, είτε μουσικά. Χαλάλι οι χαλασμένες κασέτες.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

BENEDICTION – “The dreams you dread” (Nuclear Blast)

Οι πολυαγαπημένοι μου BENEDICTION για 6η συνεχή χρονιά εν έτει 1995 φρόντιζαν να κυκλοφορήσουν κάτι καινούργιο, ολοκληρώνοντας ένα απίστευτο σερί αρχομένης από το 1990. Έτσι τα “Sub­con­scious ter­ror” (1990), “The grand lev­el­er” (1991), “Dark is the sea­son” (EP, 1992), “Tran­scend the Rubi­con” (1993, TO μεγαλείο) και “The grotesque/Ashen epi­taph” (EP, 1994), ερχόταν να διαδεχθεί το νέο τους δημιούργημα με τίτλο “The dreams you dread”. To συγκρότημα μετά την φυγή του Ian Trea­cy πρόλαβε να αλλάξει δυο φορές ντράμερ. Έτσι στο EP του 1994 έπαιξε ο Paul Brooks (τυμπανικός τιτάνας και μόνο για την αρχή στο “The grotesque” αξίζει να μνημονεύεται αιώνια, γύρισμα από άλλο πλανήτη), και στη συνέχεια τη θέση του πήρε ο μόλις 16 ετών τότε (!) Neil Hut­ton! H ηλικία φυσικά δεν εμπόδισε τον νεαρό τότε ντράμερ να μπει στο Rhythm Stu­dio μαζί με το συγκρότημα το Φεβρουάριο του 1995 και να αφήσει άπαντες άναυδους με το παίξιμό του. Ένα παίξιμο δυνατό και με πολύ γεμάτο ήχο, που ταίριαζε γάντι στο νέο ήχο των Βρετανών βετεράνων. Ο οποίος ήχος εδώ που τα λέμε, ήταν κάτι που δεν περίμενε κανείς εκείνη την εποχή. Σε αντίθεση με τον πρότερο (αν)έντιμο βιο τους, οι BENEDICTION δημιούργησαν ένα καθαρά mid tem­po δίσκο.

Mid tem­po με την πλήρη έννοια του όρου, καθώς μιλάμε για ένα αργόσυρτο ως και έρπον στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ. Υπό συνθήκες, αυτό θα ήταν καταστροφή για οποιαδήποτε μπάντα. Έλα όμως που οι τρελάρες Βρετανοί το προσάρμοσαν τόσο όμορφα στον ήχο τους που τους πήγε γάντι και δεν ήταν λίγοι αυτοί που βρήκαν αυτή τη στροφή ιδανική κι άκρως ενδιαφέρουσα. Φυσικά πολύ μεγάλη μερίδα οπαδών (και εχθρών) βρήκαν την κατάλληλη αφορμή να τους στήσουν στον τοίχο, αλλά ως μέγιστοι «σας γράφουμε εκεί που δεν πιάνει η μελάνη» που ήταν μια ζωή (τεράστια όργια και έξω καρδιά άτομα, μπορούν να σε στείλουν στον τάφο από το γέλιο που θα βγάλεις), δεν ίδρωσε το αυτί τους, αλλά αντίθετα είναι και ο αγαπημένος δίσκος του κιθαριστικού δίδυμου Dar­ren Brookes/Peter Rew(insky). Ο δε αγαπημένος μου Βρετανός τραγουδιστής (μετά τον Tony Mar­tin), εδώ πέρα παραδίδει μαθήματα έκφρασης. Ο Dave Ingram πραγματικά παίρνει το παιχνίδι πάνω του και γεμίζει τόσο πολύ τα τραγούδια με την βαθιά και θεατρική του σε σημεία ερμηνεία. Η γλυκιά γκαρίλα του βέβαια σύμφωνα με πάρα πολλούς επικριτές της εποχής, θύμιζε έντονα την αντίστοιχη του Mark “Bar­ney” Green­way των NAPALM DEATH (και πρώτου τραγουδιστή των BENEDICTION βεβαίως βεβαίως!) αλλά ουδόλως μας πειράζει!

Ατραξιόν του δίσκου φυσικά το εναρκτήριο ΘΕΪΚΟ “Down on whores (Leave them all for dead)”, μια μάζα από ριφφ που έρχεται κατά πάνω σου και θέτει το τέμπο του δίσκου εξ αρχής. Ένα τέμπο που «ξεφεύγει» μόνο στο κορυφαίο “Cer­ti­fied…?” και το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει το “The dreams you dread”. To σύνολο είναι κορυφή ότι και να λέγανε διάφορες Κασσάνδρες και πέραν του φοβερού διδύμου “Path of the serpent”/”Saneless the­o­ry” που προηγούνται του ομότιτλου κομματιού, προσωπικά μπορώ να ακούω σε συνεχή λούπα τα αρχικά ριφφ των “Soul­stream” και “Denial” σε λούπα μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Μιλάμε για ασύλληπτο όγκο και ριφφάρες που δε σταματάνε καθόλου στα 45’ που διαρκεί ο δίσκος. Ένας δίσκος που πήρε αρκετά χρόνια να εκτιμηθεί από μεγάλη μερίδα οπαδών, αλλά που είναι αναντίρρητα μια κορυφαία στιγμή και πλέον δεν λείπουν σχόλια τύπου «ο καλύτερος BENEDICTION δίσκος» ή «η πιο ώριμη στιγμή της καριέρας τους». Κι αν το πρώτο δεν ισχύει γιατί το “Tran­scend The Rubi­con” είναι τοπ 5 Ευρωπαϊκών προτύπων του είδους, το δεύτερο σκέλος ισχύει και ποτέ ξανά οι BENEDICTION δεν ακούστηκαν έτσι. Δυο φορές στη συνέχεια μέχρι να βγει το “Grind bas­tard” το 1998, περιόδευσαν με τους DEATH, μετά από επιθυμία του ίδιου του Chuck Schuldin­er, ο οποίος πέρασε τέλεια μαζί τους και οι ίδιοι μέχρι σήμερα το θεωρούν μέγιστη τιμή λέγοντας «δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά από το να σου λέει αυτός ο άνθρωπος ότι του έλειψαν οι φίλοι του και θέλει να μας ξαναδεί».

Take the eyes, take the head, leave them all for dead!

Άγγελος Κατσούρας

 

BLACK SABBATH – “For­bid­den” (I.R.S.)

Τι εποχή και τι άλμπουμ κι αυτό. Τώρα, όλα τα πράγματα, φαντάζουν πολύ πιο απλά, αλλά αν ταξιδέψουμε νοερά πίσω στο 1995, φανταστείτε με τι προδιάθεση υποδέχθηκαν οι οπαδοί των BLACK SABBATH, ένα άλμπουμ που ξεκινώντας από το εξώφυλλο, δεν είχε το γνωστό λογότυπό τους και είχε καρτούν, ενώ την παραγωγή είχε κάνει ο Ernie C, κιθαρίστας των BODY COUNT και στο “The illu­sion of pow­er” συμμετείχε ο Ice‑T. Πιστεύετε ότι προκαταβολικά, για τον μέσο οπαδό των SABBATH, αυτά τα στοιχεία, δεν ήταν αρκετά για να τον κάνουν να αγνοήσει (στην καλύτερη) ή να κράξει το άλμπουμ, χωρίς καν να το ακούσει;

Βρισκόμασταν σε μία περίοδο, που το κλασικό met­al, περνούσε δύσκολες στιγμές και δεν ήταν καθόλου δημοφιλές, οπότε η I.R.S. επέμεινε να αναλάβει την παραγωγή του νέου δίσκου των SABBATH, ο Ernie C, για λόγους που μόνο η ίδια κατάλαβε, τη στιγμή που η σύνθεση του δίσκου, ήταν αυτούσια με αυτή του “Tyr”, ενός άλμπουμ που ήταν πραγματικά πάρα πολύ καλό. Δηλαδή, Tony Mar­tin στα φωνητικά, Cozy Pow­ell στα ντραμς, Neil Mur­ray στο μπάσο, Geoff Nichols στα πλήκτρα και φυσικά ο Tony Iom­mi. Το “For­bid­den”, γράφτηκε και ηχογραφήθηκε σε πολύ λίγες μέρες, λες και το γκρουπ βιαζόταν να το βγάλει, για να απαλλαγεί από το συμβόλαιο με την I.R.S. (διόλου περίεργο) και στη συνέχεια να επανενωθεί με κάποιον από τους προηγούμενους τραγουδιστές, προφανώς τον Ozzy, όπως κυκλοφορούσαν πολύ έντονα φήμες εκείνη την περίοδο. Νιώθω ότι είναι πολύ περίεργη η επιλογή να ξεκινήσει το άλμπουμ με το “The illu­sion of pow­er”, που έχει guest τον Ice‑T και ξέρετε τι με ενοχλεί περισσότερο; Σίγουρα όχι η rapαριστή απαγγελία του τραγουδιστή των BODY COUNT, αλλά όλο το υπόλοιπο κομμάτι και κυρίως τα φωνητικά του Mar­tin, που ενώ όλοι γνωρίζουμε τις δυνατότητές του, ήταν υποχρεωμένος να προσπαθεί να κάνει φωνητικά που δεν τις αναδεικνύουν.

Συνολικά το άλμπουμ, είναι αδύναμο, σίγουρα το χειρότερο της περιόδου με τον Mar­tin (που μας έδωσε πολύ ωραίους δίσκους, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν περισσότερο μετά από αρκετά χρόνια) και από τις πιο αδύναμες στιγμές της παρέας του Iom­mi, με αρκετές κακές κριτικές, ίσως πιο πολλές από κάθε άλλο άλμπουμ τους (όση σημασία κι αν έχει αυτό). Σε προσωπικό επίπεδο, μου ακούγεται βιαστικό και αυτό που με ενοχλεί, είναι η απουσία μελωδικών γραμμών που θα αναδείκνυαν το ταλέντο του Mar­tin, ενώ έχω και αρκετές ενστάσεις για την παραγωγή, χωρίς αυτό όμως να είναι ο τομέας που καταδικάζει τον δίσκο. Έπρεπε να φτάσουμε στο κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το “Kiss of death”, για να ακούσουμε μέρος των δυνατοτήτων αυτού του line-up, ενώ οι καλές στιγμές, είναι μετρημένες (“Get a grip” ή το bluesy “Sick & tired”). Δεν μου κάνει καμία εντύπωση που είχα να το ακούσω καμία εικοσαριά χρόνια. Όταν το επισκέφθηκα εκ νέου για να γράψω αυτές τις αράδες, θυμήθηκα καλά για ποιους λόγους δεν μου άρεσε…

Σάκης Φράγκος

 

BLIND GUARDIAN – “Imag­i­na­tions from the oth­er side” (Vir­gin)

Το πέμπτο άλμπουμ των Γερμανών, στο πέρασμα του χρόνου φαντάζει σαν την κορυφή ενός βουνού. Από την μια, την βλέπεις ως το απόγειο της καριέρας τους. Από την άλλη βέβαια, είναι η αρχή μιας κατηφορικής πορείας, όπως το βλέπουν όλοι που λατρεύουν τους BLIND GUARDIAN από τα πρώτα τους άλμπουμ και τους έβλεπαν να προοδεύουν, να εκσυγχρονίζονται, δίχως να κάνουν εκπτώσεις στο speed met­al που εκπροσωπούσαν μέχρι τότε. Είναι σίγουρα ένας μεταβατικός δίσκος από την επιθετική στάση των πρώτων τεσσάρων, προς περισσότερο συμφωνικούς δρόμους, με όγκο, ατελείωτα over­dubs και πιο πομπώδη έπη. Το ατμοσφαιρικό “A past and future secret” που όταν κυκλοφόρησε σε sin­gle, πριν βγει ο δίσκος μας έκανε να απορούμε για το ύφος του άλμπουμ, με την αίσθηση πως συνοδεύονται από κλασική ορχήστρα και μια μεγαλειώδη παραγωγή. Όταν έφτασε όμως ο ολοκληρωμένος δίσκος, ανοίγει με το ομώνυμο επτάλεπτο, καταιγιστικό τραγούδι που δίνει το στίγμα και ακολουθεί η ομοβροντή του “I’m alive” που διαλύει το σβέρκο μας και δένει με τον προκάτοχό του. Τα lead στις κιθάρες είναι άπειρα, με τον Andre Olbrich να ζωγραφίζει στα σόλο, στα ρεφραίν, στις στροφές αλλά και με γεμίσματα. Τα ρυθμικά μέρη του Mar­cus Siepen είναι καταπληκτικά, δουλεμένα ώστε να δίνουν όγκο, όσο και να προσθέτουν ριφ, μελωδία και με κάποιον μαγικό τρόπο να μην υπερκαλύπτουν την φωνή του Han­si Kursch. Ο τελευταίος, ακούγεται πιο δουλεμένος από ποτέ και η φωνή του σαν να έχει βαθύνει. Τέλος ο Thomas Stauch παίζει τα πιο απαιτητικά τύμπανα της καριέρας του στον πιο pro­gres­sive, sym­phon­ic, speed met­al δίσκο της μπάντας. Το παίξιμό του, όχι μόνο απογειώνει το “Imag­i­na­tions…” αλλά και ανοίγει νέους ορίζοντες για τους GUARDIAN. Βέβαια πολλά από τα παραπάνω, οφείλονται στην παραγωγή του Flem­ming Ras­mussen με τον Δανό να μας δίνει την πιο άρτια δουλειά του. Ακούγοντας ύμνους όπως το “The script for my requiem” (ποιος θυμάται τον πανζουρλισμό στο «Ρόδον» εκείνη την χρονιά;) ή το πανέμορφο “Mordred’s song” και το κλασικό “Bright eyes” ανακαλύπτεις ένα συγκρότημα με νέο όραμα, που γνωρίζει όμως πώς να το πραγματοποιήσει. To “Anoth­er holy war” επαναφέρει τις ταχύτητες σε επίπεδα F1. Αν δεν ήταν τετράλεπτο, θα χάναμε τον drum­mer στα σίγουρα. Και όπως αρμόζει σε ένα αριστούργημα, ολοκληρώνεται με το “And the sto­ry ends”, ίσως το καλύτερο ανάμεσα σε ίσα. Με τα κοψίματα και τις εναλλαγές του ρυθμού να τρελαίνουν. Το “Imag­i­na­tions from the oth­er side” δεν έχει την αναγνώριση στον υπόλοιπο κόσμο που έτυχε στην Ευρώπη, κάτι που δεν μειώνει την αξία του και την σημασία του για την πορεία του συγκροτήματος. Έκτοτε οι BLIND GUARDIAN από «πολλά-υποσχόμενοι» μετατράπηκαν σε ηγέτες του Γερμανικού ήχου και παντοτινοί φύλακες του Συμφωνικού metal.

Γιώργος “I’m alive” Κουκουλάκης

 


BON JOVI – “These days” (Mer­cury)

Το πρώτο μισό αυτής της δεκαετίας ήταν και το αποκορύφωμα καριέρας για το συγκρότημα. Είχε προηγηθεί ο πιο άρτιος δίσκος τους και όταν ξαναέσμιξαν για να δουλέψουν στον διάδοχο του “Keep the faith” τόσο η μουσική πραγματικότητα, όσο και η δική τους ψυχοσύνθεση είχαν αλλάξει. Οι BON JOVI γράφουν ένα ακόμα ώριμο άλμπουμ, διαφοροποιημένο, πιο μελαγχολικό και επιβεβαιώνουν την φόρμα τους. Τραγούδια όπως το “Hey God”, το “Some­thing to believe in” και το “Damned” επιτρέπουν στον Richie Samb­o­ra να φανερώσει την στροφή που έκανε στο πιο south­ern blues rock, κάτι που πήγε ακόμα παραπέρα στο δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ αργότερα. Προσέξτε το σόλο του στο εξαιρετικό “Some­thing for the pain” για παράδειγμα και το γενικότερο κλίμα του δίσκου. Υπάρχει μια πιο γήινη αισθητική, με τον Jon Bon Jovi να αφουγκράζεται την επικαιρότητα και να γράφει στίχους με λιγότερα σιρόπια και κάπως πιο σκοτεινή θεματολογία. Μπορεί οι μπαλάντες του δίσκου να είναι λιγότερο πετυχημένες απ’ ό,τι στο παρελθόν, όμως το “This ain’t a love song” τα πήγε καλά, σε σχέση με το “(It’s hard) Let­ting you go” και το (bonus) “Bit­ter wine”. Με τον Hugh McDon­ald να επιστρέφει μετά το “Run­away” στο μπάσο, το συγκρότημα προσέθεσε αρκετά μέρη με χάλκινα πνευστά και ορχήστρα, δίνοντας επιπλέον ατμόσφαιρα. Περισσότερο λόγω της αλλαγής πλεύσης στις ΗΠΑ, το “These days” δεν έφτασε τα εμπορικά ύψη των προηγούμενων, όμως στην Αγγλία έγινε 4 φορές πλατινένιο και σάρωσε τα πάντα με αποκορύφωμα τις 3 (!!!) sold-out βραδιές στο γήπεδο του Wem­b­ley και τους VAN HALEN στη θέση του sup­port στην Ευρώπη! Επιπλέον το “These days” ως τραγούδι, είναι από τα καλύτερά τους και κοντά στο “Some­day I’ll be Sat­ur­day night” που είχαν βάλει στο “Cross road”. Έχετε προσέξει το καταπληκτικό ριφ στο μέσο ενός ακουστικού τραγουδιού όπως το “My gui­tar lies bleed­ing in my arms” και πείτε μου μετά ποιος έγραφε έτσι. Για κάποιους είναι το καλύτερό τους άλμπουμ (για μένα είναι το προηγούμενο), ασχέτως όμως με αυτό μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους rock δίσκους της δεκαετίας που πατάει στην παράδοση του χώρου, ενώ ήταν απόλυτα σύγχρονος για την εποχή του και εξίσου διαχρονικός σε αξία. Οι BON JOVI για άλλη μια φορά έδωσαν μαθήματα για το πώς να εξελίσσεις τον ήχο σου, διατηρώντας της προσωπικότητά σου, έχοντας αρχίσει να απομακρύνονται από το εφηβικό glam που τους έκανε γνωστούς και δείχνοντας τον δρόμο της επιτυχίας για δεύτερη δεκαετία. Όχι απλά επιβίωσαν, αλλά παρέμειναν στην κορυφή. Α, και η παραγωγή του Peter Collins είναι α‑π-ί-σ-τ-ε-υ-τ‑η.

Γιώργος “Damned” Κουκουλάκης

 


CANCER
– “Black faith” (East­West)

Δύσκολοι καιροί για πολλές μπάντες η περίοδος 1993–1995, αλλαγές επί αλλαγών στο σκεπτικό και τον ήχο και έτσι, οι Βρετανοί τιτάνες CANCER δεν έλειψαν από την λαίλαπα ανακατατάξεων με τον τρόπο τους. Το συγκρότημα παρά την φυγή του «πολύ» James Mur­phy μετά την κυκλοφορία του μνημείου “Death shall rise” το 1991, είδε τον Bar­ry Sav­age να παίρνει την θέση του και παρότι σχεδόν φαινομενικά ακατόρθωτο να φτάσουν τα δυο πρώτα τους άλμπουμ (ντεμπούτου thrash-όλεθρου “To the gory end” συμπεριλαμβανομένου το 1990), μπόρεσαν και κυκλοφόρησαν το επίσης κορυφαίο “The sins of mankind” το 1993, ξανά από τη Vinyl Solu­tion (ακριβώς, την εταιρεία που έβγαλε το θρυλικό ντεμπούτο των BOLT THROWER, “In bat­tle there is no law” το 1988). Παραγωγός τότε ήταν ο Simon Efe­mey ο οποίος μάλιστα είχε δουλέψει και με τους PARADISE LOST, ενώ στη συνέχεια οι CANCER βγήκαν σε περιοδεία ως sup­port των μεγάλων (ΝΑΙ, ΜΕΓΑΛΩΝ) CEREBRAL FIX («Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα φάση»). Τα προβλήματα άρχισαν όταν ο ντράμερ Carl Stokes στούκαρε με τη μηχανή του με ένα φορτηγό της British Tele­com (!!!) και έτσι το συγκρότημα έφερε στη θέση του τον… Nicholas Bark­er (πριν καν εισχωρήσει στους CRADLE OF FILTH), ο οποίος μάλιστα εκείνη την εποχή ανήκε και στους CEREBRAL FIX!

Το 1994 οι CANCER αφήνουν την Vinyl Solu­tion για να υπογράψουν με την πολυεθνική East­West έχοντας μάλιστα παγκόσμια διανομή, από τις πρώτες κάφρικες μπάντες που το κατάφεραν σε αδιανόητα μεγάλη στιγμή που δεν απόλαυσαν πολύ μεγαλύτερες σε όνομα μπάντες. Πάλι με παραγωγό τον Simon Efe­mey, μπήκαν στα Great Lin­ford Stu­dios στο Mil­ton Keynes, ο οποίος μιξαρίστηκε στο στούντιο των PINK FLOYD, Brit­ta­nia Row Stu­dios (!!!) και ο τίτλος του ήταν “Black faith”. Το 4ο άλμπουμ του συγκροτήματος κατάφερε με σχετική άνεση να διχάσει τους πάντες, ξεκινώντας από το επιεικώς ανεκδιήγητο εξώφυλλο (ΠΟΥ ΠΑΣ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ Γ@ΜΩΤΟ;), για να μη σχολιάσουμε καν την απουσία του ιερού παραδοσιακού λογότυπου τους. Η σύνθεση που δεν άλλαξε σε σύγκριση με το “The sins of mankind” (John Walk­er: Κιθάρες, φωνητικά, Bar­ry Sav­age: Κιθάρες, Ian Buchanan: Μπάσο, Carl Stokes: τύμπανα), δεν θύμιζε σε τίποτα την μπάντα που έβαζε φωτιά και λαύρα σε κάθε δίσκο της ως thrash/death ολοκαύτωμα, και μάλιστα ο δίσκος έλαβε χαρακτηρισμούς όπως «Heart­work των φτωχών», ή «Black album κατώτερης κατηγορίας», καθώς και γενικούς καυτηριασμούς ότι οι CANCER προσπάθησαν να μιμηθούν έναν ήχο που δεν τους πήγαινε, αντιγράφοντας συγκροτήματα που έκαναν επιτυχία σε ανάλογες περιστάσεις με τα δικά τους άλμπουμ.

Μέχρι και ψευτο-indus­tri­al/al­ter­na­tive περάσματα θα βρείτε μέσα και σίγουρα το άλμπουμ ήταν ότι κατώτερο παρουσίασαν ως τότε. Δεν είναι και τόσο πολύ ξέκωλο ώστε να μην ακούγεται, αλλά η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Αν το έβγαζαν οι ALICE IN CHAINS εκείνη την εποχή με τα προβλήματα που είχαν ας πούμε, θα μπορούσε να είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ, το “Black faith” όμως πέρασε και δεν ακούμπησε, και όχι μόνο αυτό, αλλά το 1996 και αφού περιόδευσαν έχοντας ως sup­port μια ανερχόμενη Σουηδική μπάντα ονόματι… MESHUGGAH, οι οποίοι τους έκαναν τα ανείπωτα κάθε βράδυ επί σκηνής (στεγνό καθάρισμα σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες), αποφάσισαν να διαλύσουν, επικαλούμενοι «έλλειψη πίστης από άτομα-κλειδιά στην βιομηχανία και ύψιστες μ@λ@κίες της εταιρείας». Το χειρότερο είναι ότι επέστρεψαν ακόμα χειρότεροι μεταξύ 2003–2006 με το EP “Cor­po­ra­tions” (2004) και το δίσκο “Spir­it in flames” (2005) όπου αν το “Black faith” είναι μέχρι ενός σημείου ανεπαρκές, εκεί μιλάμε για τραγωδία πραγματική. Στα μείον του “Black faith” τα φωνητικά του Walk­er που κάποτε ανέπνεε κι έβγαινε οξύ από το στόμα και στο δίσκο θυμίζει ξεδοντιασμένο λιοντάρι, ενώ δεν ξέρω τι όνειρο είδαν αλλά «εκτέλεσαν» στην κυριολεξία και το “Space truckin’” των DEEP PURPLE! Λάθος άλμπουμ τη λάθος στιγμή και φυσικά λογική διάλυση εκείνη την εποχή.

Ευτυχώς τη στιγμή που μιλάμε και κυριολεκτικά από το πουθενά, επέστρεψαν το 2018 με το τρομερά καλό “Shad­ow gripped” του 2018 (δεν το πίστεψε κανείς ότι ήταν τόσο σούπερ) και το ΕΡ “Ball­cut­ter” το 2019. Μακάρι να είχαν βγει αυτά τα άλμπουμ αντί του “Black faith” τότε, ωστόσο αν το ακούσετε χωρίς να ξέρετε περί ποιάς πάλαι ποτέ μπαντάρας πρόκειται, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να το εκτιμήσετε.

Άγγελος Κατσούρας

 

CARCASS — “Swan­song” (Ear­ache)

Οι λατρεμένοι CARCASS το ‘95 βρίσκονται σε ένα σημείο, που πιθανώς όταν ξεκινούσαν, ούτε οι ίδιοι δεν το φαντάζονταν. Της εμπορικής καταξίωσης, με όλα τα βλέμματα να είναι στραμμένα πάνω τους. Μετά το σαματά του αριστουργηματικού “Heart­work” προ διετίας, το air­play του ομώνυμου κομματιού και του “No love lost”, είχε έρθει η ώρα, οι χειρούργοι εκ Liv­er­pool, να πάρουν μια απόφαση: ή θα επαναλάβουν το ίδιο μοτίβο, εκμεταλλευόμενοι τη κεκτημένη ταχύτητα του, ή θα πάνε “αλλού”. Τι από τα δύο επέλεξαν; Η απάντηση, είναι κάπου στη μέση. Και δίνεται στα 49 λεπτά του πέμπτου πονήματος της μπάντας, με τίτλο “Swan­song”. Υπ’ όψιν, ενδιάμεσα, έχει αποχωρήσει από τη μπάντα, ο κιθαριστικός παρτενέρ του Bill Steer (και άρρηκτα συνδεδεμένος με την δεύτερη φάση της μπάντας) Michael Amott, για να αντικατασταθεί από τον Car­lo Regadas.

Πατώντας λοιπόν το “play”, διαπιστώνουμε με ευκολία ορισμένα πράγματα. Κατ’ αρχάς, η βρώμικη και τζαμαριστή διάθεση της μπάντας, που είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται από το “Heart­work”, σε κομμάτια όπως το “Keep on rot­ting in a free world” (έμμεση αναφορά στον γνωστό ύμνο του Neil Young), το “Black­star” (κρατήστε το όνομα στο μυαλό σας, έχει σημασία) ή το προσωπικό μου αγαπημένο “Child’s play” (τι riff-άρα μα τον Τουτατή!), γίνεται ακόμα εμφανέστερη, και αναπόσπαστο στοιχείο του χαρακτήρα τους. Εκμεταλλευόμενοι τον όγκο της παραγωγής της εποχής τους, οι CARCASS διασκεδάζουν με τους εαυτούς τους, αφήνοντας τα χειρουργικά κατά μέρος, και πιάνοντας πιο προσωπικά μα και κοινωνικοπολιτικά θέματα (“Gen­er­a­tion hexed”, “Rock the vote”, “I don’t believe a word”). Δεν παραλείπουν ωστόσο, να δείχνουν τη σύνδεση με την mid-tem­po πλευρά της μπάντας που έγραψε το “Necroti­cism” και το “Heart­work” με κομμάτια όπως το “Room 101” και “Polar­ized”. Το άλμπουμ κλείνει κυκλικά, με το στακάτο “Go to hell” να γυμνάζει για τελευταία φορά το σβέρκο του ακροατή.

Το “Swan­song”, εμπορικά, πήγε καλά. Ωστόσο, προβλήματα με την Columbia/Sony, οδήγησαν σε καθυστέρηση του δίσκου, και εν τέλει βγήκε από την Ear­ache. Τα ίδια προβλήματα οδήγησαν και στη πρώτη διάλυση της μπάντας, χωρίς καν αποχαιρετιστήρια περιοδεία (ως είθισται) και πριν καν βγει το άλμπουμ προς τα έξω. Ο Jeff Walk­er θα έφτιαχνε τους BLACKSTAR (σας είπα ότι θα είχε σημασία αυτό το όνομα), ο Bill Steer τους FIREBIRD. Έτσι, ο τίτλος αποδείχθηκε προφητικός, αλλά όχι απόλυτα αληθινός, μια και οι CARCASS μετά από 17 χρόνια, θα επέστρεφαν στα πράγματα, συναυλιακά πρώτα, μα και δισκογραφικά. Αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία…

Γιάννης Σαββίδης

 

CATHEDRAL — “The car­ni­val bizarre” (Ear­ache)

Μια πολύ ιδιαίτερη μπάντα που αγαπούν οι πιστοί οπαδοί της αλλά σέβονται και δίνουν εύσημα όσοι ασχολούνται με doom, ston­er και psy­che­del­ic rock/metal. Φυσικά μιλάμε για τους CATHEDRAL, οι οποίοι το 1995 κυκλοφορούν τον 3ο τους δίσκο με τίτλο “The Car­ni­val Bizarre”. Είχα γράψει παλιότερα σε άλλη στήλη του περιοδικού για το “The guess­ing game” ότι οι κριτικοί το είχαν χαρακτηρίσει σαν το mag­nus opus των CATHEDRAL και είχα πει ότι εγώ προσωπικά θα διάλεγα άλλο ως αγαπημένο. Έφτασε λοιπόν η στιγμή να μιλήσουμε για το αγαπημένο μου!

Ο υπέροχος κύριος που ακούει στο όνομα Lee Dor­ri­an (antiracist, antifas­cist και… veg­an!) είναι ανέκαθεν ο βασικός ύποπτος για όλη την παράνοια των CATHEDRAL, με άξιο συμπαραστάτη τον εξίσου παρανοϊκό Gar­ry Jen­nings, έχουν πλέον αφήσει πίσω τους τις grind μέρες τους και τις NAPALM DEATH καφρίλες τους και πηγαίνουν την μουσική τους ένα βήμα μπροστά από εκεί που σταμάτησε το “The ethe­re­al mir­ror”, δίνοντάς μας τον πιο σφιχτό και ολοκληρωμένο δίσκο των CATHEDRAL.

Τα mid tem­po κομμάτια είναι σαν να ξεπήδησαν από κάποιο “Mas­ter Of Real­i­ty” ενώ τα low tem­po αν τραγουδούσε κάποιος με τη χροιά, ας πούμε κάποιου Mes­si­ah, θα έμπαιναν στο ίδιο ψηλό ράφι με τους CANDLEMASS. Κλασικός Dor­ri­an με τα σήμα κατατεθέν φωνητικά του, ρεσιτάλ απλότητας αλλά ποιότητας στα riff και τα solo του Jen­nings, περίεργα sam­ples, key­boards και mel­lotron διάσπαρτα σε σημεία αλλά χωρίς να καίγονται από πολυχρησία, και όλα αυτά δένονται και σερβίρονται υπέροχα από την πορωτική γκρούβα των νεοεισερχόμενων στην μπάντα Leo Smee και Bri­an Dixon σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα.

Μαγική λέξη αυτή η γκρούβα! Στα 10 κομμάτια του “The Car­ni­val Bizarre” (συν ένα ενδέκατο bonus track στην Ιαπωνική έκδοση) θα βρεις τον ορισμό της από τους ειδικούς.

Μίμης Καναβιτσάδος

 

CLUTCH — “Clutch” (East­West)

Δεν ξέρω αν το δεύτερο ομότιτλο άλμπουμ των CLUTCH είναι το καλύτερό τους, είναι όμως σίγουρα το ιστορικότερο, καθώς αποτελεί το δισκογραφικό τους big bang. Πρόκειται για την αρχή των πάντων, το σημείο όπου οι punk καταβολές τους αναμειγνύονται με το stoner/blues χαρμάνι του νότου (αν και κατάγονται από την βορειοανατολική πολιτεία του Mary­land). Είναι ο δίσκος που μπερδεύονται οι groovy κιθάρες του Tim Sult με το funky μπάσο του Dan Maines, το πληθωρικό drum­ming του Jean-Paul Gaster με την εμβληματική φωνή του Neil Fal­lon. Και οι τέσσερις τους καταφέρνουν μέσα από μια ποικιλία συνθέσεων να παρουσιάσουν μια πρώτη ιδέα για το ποιοι θα είναι στη συνέχεια οι CLUTCH. Φανταστείτε τον Fal­lon με την παρέα του να κάθονται γύρω από ένα δρύινο βαρέλι, κι ενώ κατεβάζουν το ένα Jack μετά το άλλο, να αποφασίζουν πως θα κατακτήσουν την διεθνή μουσική σκηνή, διότι αυτό ακριβώς θα συμβεί τις επόμενες δεκαετίες. Εκτός από το πειραματικό “Jam Room” του 1999, η δισκογραφική πορεία του συγκροτήματος θα εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα επίπεδα, αφού ο ήχος τους κρύβει μέσα αυτό το κάτι που ψάχνει ο καθένας μας (κι ας προερχόμαστε από διαφορετικές μουσικές αναφορές).

Νίκος Ζέρης

 


CONCEPTION – “In Your Mul­ti­tide”
(Noise Records)

Θυμάμαι σαν τώρα την «τρέλα» που επικρατούσε το 1993 με την δεύτερη δουλειά των CONCEPTION “Par­al­lel minds”, μια από τις καλύτερες που έχει γνωρίσει το power/progressive ιδίωμα. Εκείνα τα χρόνια, αλλά και για πολλά μετά, ειδικά το “Roll the fire” ήταν σταθερά σε κάθε playlist ενός dj σε met­al club, αλλά και σε κάθε μέσο επικοινωνίας heavy met­al μουσικής. Το group έχοντας τότε πια μια πολύ σταθερή μουσική ταυτότητα, θέλησε δυο χρόνια μετά να επαναλάβει αυτό που είχε κάνει. Έτσι στα ράφια των δισκοπωλείων κυκλοφορεί η τρίτη δουλειά τους με τίτλο “In your mul­ti­tude”. Όπως και η προηγούμενη, έτσι και αυτή είχε ένα άκρως «τραβηχτικό» εξώφυλλο, που άμεσα σου κέντριζε το μάτι. Οι πιο παλιοί θα θυμούνται ότι το album είχε κυκλοφορήσει σε δυο εκδόσεις εκτός αυτής σε CD. Η μια ήταν όλος ο δίσκος σε βινύλιο και η άλλη είχε το cd και ένα 12’ σε gate­fold εξώφυλλο που ανοίγοντας το, «πεταγόταν» μια μάσκα. Σίγουρα mar­ket­ing-ίστικα αρκετά ωραίες κινήσεις.

Μουσικά και συνθετικά, το album ακολούθησε την επιτυχημένη συνταγή του προηγούμενου, με συνθέσεις που είχαν την ηχητική ταυτότητα του σχήματος. Ειδικά τα πρώτα 3 τραγούδια “Under a mourn­ing star”, “Mis­sion­ary man” και “Ret­ro­spect”, ήταν λες και το “Par­al­lel Minds” συνεχιζόταν να ακούγεται από τα ηχεία. Από το “Guilt”, τέταρτο τραγούδι και μετά, το συγκρότημα όμως αποφάσισε να γείρει ελαφρώς την ζυγαριά προς την πιο pro­gres­sive πλευρά του, παρά στο σχεδόν ισόποσο μουσικά μοίρασμα που είχε η προηγούμενη προσπάθεια τους. Οι δυνατές και πιο έντονες μουσικά στιγμές, είχαν ελαφρώς μειωθεί, δίνοντας την θέση τους σε πιο ατμοσφαιρικές και αργές, με έμφαση σε περισσότερη μελωδία, παρά σε δυναμισμό, συνθέσεις, κάτι ίσως αρκετά λογικό, αφού αλλιώς θα αναφερόμασταν σε ένα “Par­al­lel Minds No 2”, κάτι που σαφώς οι ίδιοι δεν νομίζω να ήθελαν. Κράτησαν τα όμορφα δομημένα και σωστά τοποθετημένα, σε κάθε σύνθεση, κιθαριστικά ριφ και solos, τις ωραίες «γέφυρες» σε κάθε τραγούδι και μπολιάζοντας τα με την εξαιρετική ερμηνεία του Roy Khan σε κάθε στιγμή του album, δίνοντας του ακόμα περισσότερα cred­its τότε, δημιούργησαν ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Το πολύ σημαντικό ήταν ότι όλες οι συνθέσεις, έδειχναν μια σαφή εξέλιξη του group, όπως βεβαίως, εκείνοι την ένιωθαν. Αυτός ήταν ίσως και ένας από τους λόγους που μέχρι και σήμερα, το album, ακούγεται πάρα πολύ ευχάριστα, και από οπαδούς που δεν έχουν την τόσο υπέρμετρη αγάπη για το pro­gres­sive met­al, αλλά αρέσκονται και σε πιο δυναμικά ιδιώματα. Απόδειξη του πόσο διαχρονικό παραμένει.

Θοδωρής Μηνιάτης

CROWBAR – “Time heals noth­ing” (Pave­ment)

Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι την εποχή εκείνη (1995), οι Αμερικάνοι μάστορες του sludge CROWBAR (όπως και οι διόσκουροι τους EYEHATEGOD, που μαζί καρπώνονται τις ρίζες του ήχου), ήταν από τα βαρύτερα αλλά και ταυτόχρονα πιο απεχθή και δυσκολοχώνευτα συγκροτήματα του πλανήτη. Ένας άκρως αντιεμπορικός ήχος που καθόταν στο λαιμό του καθενός και με όχι ιδιαίτερα μεγάλες προοπτικές για καριέρα (πως τα φέρνει βέβαια η εταίρα η ζωή, πλέον αμφότεροι απολαμβάνουν την μεγαλύτερη δημοτικότητά τους, 25 και βάλε χρόνια μετά και έχουν αναγνωριστεί πλήρως για την προσφορά τους). Το ντεμπούτο των CROWBAR, “Obe­di­ence thru suf­fer­ing” το 1991, απέτυχε παταγωδώς να πουλήσει στοιχειωδώς και να έχει οποιαδήποτε προώθηση, όμως στο δεύτερο ομότιτλο τους άλμπουμ (“Crow­bar”, 1993), μπήκαν τα μεγάλα μέσα, δια χειρός Phil Ansel­mo (PANTERA), o οποίος ως αδερφικός φίλος του ηγέτη/κιθαρίστα/τραγουδιστή Kirk Wind­stein, έκανε την παραγωγή του δίσκου και τους βοήθησε όσο μπορούσε. Μάλιστα, το συγκρότημα κάνοντας και δυο βίντεο κλιπ τότε για τα “All I had (I gave) και “Exis­tence is pun­ish­ment”), άρχισε να απολαμβάνει δειλά-δειλά air­play από το MTV. Ήταν σίγουρα σε καλύτερη μοίρα απ’ ότι με το ντεμπούτο τους και παρότι θεωρούνταν μια under­ground μπάντα, είχαν αρχίσει να αποκτούν έναν μικρό και σταθερό πυρήνα οπαδών.

Τώρα το πώς ο μικρός πυρήνας έφτασε στο να πουλήσει το “Crow­bar” 100.000 αντίτυπα εκείνη την εποχή, και μάλιστα χωρίς και καμία ιδιαίτερη προώθηση από πλευράς Pave­ment Music, το λες και θαύμα, αλλά CROWBAR είσαι, γεννήθηκες για τα δύσκολα που γίνονται εύκολα και τούμπαλιν. 1995 λοιπόν κι έρχεται η ώρα του τρίτου δίσκου ονόματι “Time heals noth­ing”. Ένα άλμπουμ αρκετά περισσότερο ηχητικά προς τον ήχο του “Obe­di­ence thru suf­fer­ing”, έχοντας και κάτι ψήγματα από το πιο groove ήχο του “Crow­bar”. Eνδιάμεσα, το συγκρότημα είχε αρχίσει να λαμβάνει ακόμα περισσότερη προσοχή και πόλος έλξης αποτέλεσε το βίντεο των PANTERA για το “I’m bro­ken”, όπου ο Ansel­mo φοράει μπλουζάκι τους στα μισά πλάνα (και μπλούζα EYEHATEGOD στα άλλα μισά, αυτό θα πει αδερφική υποστήριξη). Έτσι οι CROWBAR σιγά σιγά έβγαιναν στο αφρό, παραμένοντας ωστόσο ένα αουτσάϊντερ σε κάθε περίπτωση. Το “Time heals noth­ing” φυσικά και δεν είναι το ίδιο σούπερ με τον προκάτοχο του, όπως και με τον διάδοχο του (“Bro­ken glass”, 1996, για πολλούς το καλύτερο άλμπουμ της μπάντας). Ωστόσο το πάλεψαν τίμια και κανείς δε μπορούσε να τους προσάψει ούτε εμπορικό ήχο, όπως και ούτε εφησυχασμό και έλλειψη βαρύτητας, σε αντίθεση με το τι πίστευαν διάφοροι εχθροί της εποχής.

Η σύνθεση ήταν ίδια, με τον Wind­stein σε κιθάρα και φωνητικά να πλαισιώνεται από τους Matt Thomas (lead κιθάρες), τον υπερμεγέθη μπασίστα Todd Strange (τι μορφή θεέ μου) και τον παιχταρά Craig Nunen­mach­er στα τύμπανα (πριν μπει μετά στους BLACK LABEL SOCIETY και αποκτήσει το τιμητικό προσωνύμιο “Louisiana light­ning” διά στόματος Zakk Wylde). Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα Ultra­son­ic Stu­dios της Νέας Ορλεάνης και την παραγωγή έκανε το ίδιο το συγκρότημα, με το δίσκο να τα πηγαίνει σχετικά καλά, χωρίς ωστόσο να επαναλάβει την επιτυχία του “Crow­bar”. Έχει κομμάτια-συνώνυμα της ιστορίας τους όπως τα “No more can we crawl”, “Embrac­ing empti­ness”, “Numb sen­si­tive”, έχει ένα ξερό ήχο που το κάνει διαφορετικότερο από οτιδήποτε έχουν κάνει, αλλά για να είμαστε πλήρως ειλικρινείς, πλην του ντεμπούτου τους, δεν είναι καλύτερο από κανένα άλλο άλμπουμ της μπάντας. Υπήρξε μια επανέκδοση του με σχετικά πιο «φιλικό» στο μάτι εξώφυλλο από την Spit­fire (το οποίο είναι πιο χάλια από το κανονικό, ήθελε προσπάθεια αυτό) και μετά την περιοδεία του δίσκου και πριν την ηχογράφηση του “Bro­ken glass”, o Νunen­mach­er παραιτήθηκε και τη θέση του πήρε ο κιθαρίστας των EYEHATEGOD, Jim­my Bow­er. Το “Time heals noth­ing” υποφέρει υπό το βάρος της λοιπής δισκογραφίας τους και δε θα το συνιστούσα ως πρώτη επιλογή για γνωριμία με τη μπάντα.

Υ.Γ.: Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο Wind­stein κράτησε τις κομματάρες για το ντεμπούτο των DOWN, “NOLA” (Α‑ΦΑΚΙΝΓΚ-ΞΕΠΕΡΑΣΤΟ) που κυκλοφόρησε λίγο μετά, έχοντας γράψει το “Rehab” και το “Jail” μεταξύ άλλων, συγχωρεμένος σε κάθε περίπτωση.

Άγγελος Κατσούρας

 


CROWN OF THORNS — “The burn­ing” (Black Sun)

Η ιστορία μας ξεκινάει στο Troll­hät­tan της Σουηδίας στα 1990. Εκεί, ένα τσούρμο αλητάμπουρες, θα ξεκινήσουν παίζοντας νεογνό μελωδικό death met­al. Μιλάμε για μια εποχή που δικαιολογούσε και τα δύο συνθετικά του ο όρος ΑΥΣΤΗΡΑ. Οι τύποι ονομάστηκαν CROWN OF THORNS και από τα δύο πρώτα demo τους (“For­ev­er Heav­en Gone” (1993), “For­get the light” (1994) ), επέδειξαν μια βαθιά thrash ροπή, και τάση να πετάνε τα πάντα μέσα, και για κάποιο λόγο μετά να πετυχαίνει. Με τα πολλά και με τα λίγα, οι τύποι καταλήγουν στα Berno stu­dios για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του 1995. Ο τίτλος αυτού; “The burning”.

Από τις πρώτες νότες του melodeath μακελειού που λέγεται “Of good and evil”, στη σφαγή με black επίστρωση των “Souli­cide-demon knight” και “God­less”, στο εμπνευσμένο προφανώς από τον Tolkien “The lord of the rings”, οι CROWN OF THORNS δέρνουν και δεν σταματούν μέχρι ο σβέρκος να γίνει τοματοπελτές Pumaro (η κριτική περιέχει τοποθέτηση προιόντος)! Το δε “I crawl”, επιδεικνύει την πιο μελαγχολική πτυχή της μπάντας, με μια γλυκιά μελωδία που ανοίγει το κομμάτι και ένα αισθητά πιο μελαγχολικό riff­ing, παρά τα λυσσασμένα blast­beats που ακολουθούν, που φέρνουν μέχρι και Αμερικάνικες death met­al μπάντες κατά νου. Κομμάτια σαν το “For­ev­er heav­en gone” ζέχνουν Αμερική επίσης, αλλά είναι παιγμένα με τη γνωστή Ευρωπαϊκή φινέτσα. Μιλώντας για φινέτσα, να σου το “Earth­born”, που θα μπορούσαν άνετα να το είχαν γράψει σε σημεία οι DISSECTION.

Το “Nev­erend­ing dream” όπως και το “Night of the swords” αποτελούν κομμάτια — θάνατο για κάθε συναυλία, καθώς είναι ατόφια thrash με αρκετή μελωδία για να σου κολλήσει στο μυαλό! Διαφορετική πτυχή παρουσιάζει το “Can­dles” που σε στοιχειώνει με τη κύρια μελωδία του και τον εμβατηριακό του ρυθμό σχεδόν, Τέλος το άλμπουμ κλείνει με το καταιγιστικό “For­get the light” που ξεχνάς το φως και τα πάντα όλα! 6 λεπτά σκότους και ξύλου, στο πιο ίσως black met­al κομμάτι του δίσκου!

Το ντεμπούτο των CROWN OF THORNS στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, καθώς μέσα στα 45 λεπτά του πείθει, παίρνει κεφάλια, και προετοιμάζει το έδαφος για μια ακόμα καλύτερη κυκλοφορία με το όνομα αυτό (“Eter­nal death”), και μια λαμπρή καριέρα μακελέματος και πετσοκόμματος με το όνομα THE CROWN μια ανάσα πριν τη στροφή του 2000.

Γιάννης Σαββίδης


DARKTHRONE – “Panz­er­faust” (Moon­fog)

Ένα χρόνο μετά το “Tran­sil­van­ian hunger”, που τους έφερε σε ρήξη με την, μέχρι τότε εταιρία τους, Peaceville, οι Νορβηγοί επιλέγουν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις με αυτό το δίσκο. Επιλέγουν την εταιρία του Satyr των συμπατριωτών τους SATYRICON και βάζουν στις σημειώσεις του δίσκου ότι δεν είναι ούτε ναζί ούτε έχουν σχέση με την πολιτική, ρετσινιά που τους δόθηκε λόγω της αναγραφής του “Norsk arisk black met­al” στον προηγούμενο δίσκο. Το “Panz­er­faust” είναι ένας μεταβατικός δίσκος, μιας και όλα τα όργανα θα τα ηχογραφούσε μόνος του ο Fen­riz στο τετρακάναλο τους (Necro­hell stu­dios).  Ηχητικά ακολουθεί την γνωστή prim­i­tive ηχητική τους και οι αναφορές στους πρώιμους CELTIC FROST είναι εξόφθαλμες στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου. Ο Noc­turno Cul­to θα έκανε μόνο τα φωνητικά σε ένα αποτέλεσμα που ικανοποίησε μεν τους οπαδούς τους, αλλά ως ένα βαθμό τους προβλημάτισε για την έμπνευση που είχαν για να το γράψουν – πέρα από τις αναφορές στους CELTIC FROST, «δανείστηκαν» ιδέες στο “Quin­tes­sence” και από το project των STORM των Satyr/Fenriz/Kari Rues­lat­ten! Επίσης εδώ είναι και ο δεύτερος και τελευταίος δίσκος που θα συνεισφέρει στιχουργικά ο Varg Vikernes, που δεν έπαψε ποτέ να είναι φίλος με το δίδυμο των DARKTHRONE! Αξιοσημείωτο είναι το στοιχείο της ταχύτητας που διαπνέει όλο το δίσκο εκτός από τα αργόσυρτα “Behold­ing the throne of might” και “The hordes of Neb­u­lah” – ποιος θα πίστευε ότι 9 χρόνια μετά θα παρουσιαζόταν αυτό το κομμάτι από τους SATYRICON με τον Noc­turno Cul­to στα φωνητικά μπροστά στο πολυπληθές κοινό του Wack­en; Αναμφίβολα ο δίσκος αυτός έδειξε τους DARKTHRONE να μην φιλτράρουν τις επιρροές τους στο βαθμό που είχαν κάνει μέχρι τότε, γεγονός που ξεκινά μια νέα περίοδο της μπάντας, της οποίας η ηχητική προσδιόρισε όσο καμία άλλη τον όρο «true Nor­we­gian black metal».

Λευτέρης Τσουρέας

 

DARK TRANQUILLITY — “The gallery” (Osmose)

Πάκα, τουκουτουκου, τουκουτουκου, τουκουπα… σκάσιμο, riff, κραυγή… “We are the out­stretched fin­gers that seize and hold the wind”… και κάπως έτσι κερδάς (sic) από τα αποδυτήρια!

Κάποιοι δίσκοι, μπορεί να μην θεωρούνται οι καλύτεροι μίας μπάντας, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να είναι από τους σημαντικότερους μίας περιόδου, ενός είδους. Και το “The gallery” δεν είναι (για τους περισσότερους) ο καλύτερος δίσκος των D.T., αλλά είναι ο ένας εκ των τριών δίσκων που αποτελούν την ιερή τριάδα του melod­ic death met­al όπως αυτό μας το σύστησε το Γκέτεμποργκ στα μέσα των 90s. Μαζί με τα “The Jester race” των IN FLAMES και φυσικά το αξεπέραστο “Slaugh­ter of the soul” των AT THE GATES, είναι οι τρεις δίσκοι που όρισαν ένα ολόκληρο ιδίωμα, που μέσα από πολλές παραλλαγές και μεταμορφώσεις, υπάρχει δυνατό και σήμερα.

Την εποχή που ο πρώτος δίσκος ήταν λίγο πιο… γενικός και “έμοιαζε με τους τάδε” παρά είχε προσωπικότητα πέραν στιγμών, οι DARK TRANQUILLITY δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση. Ασχέτως αν το “Sky­dancer” είχε αρκετά σημάδια, δεν προμήνυε με τίποτα το “The gallery”. Όπως, για να είμαστε ειλικρινείς, κανένα άλμπουμ των D.T. δεν προμήνυε το επόμενο, μέχρι τουλάχιστον και το “Haven”, που οι αλλαγές από δίσκο σε δίσκο ήταν πολύ έντονες.

Ο πρώτος δίσκος με τον Mikael Stanne στα φωνητικά (αφού στο ντεμπούτο τους τα φωνητικά είχε αναλάβει ο Anders Friden των IN FLAMES… και το αντίστροφο ως γνωστόν), είναι και ο πιο σημαδιακός για την πραγματική αρχή της καριέρας τους και που τους έβαλε στην ελίτ του νεοσύστατου ουσιαστικά, αλλά ταχέως ανερχόμενου melod­ic death met­al. Και όχι άδικα! Η μαγκιά και των τριών “μεγάλων” του είδους, είναι ότι ο καθένας είχε και το δικό του ήχο, τις δικές του πινελιές, τα δικά του χαρακτηριστικά. Και αυτά των D.T. ήταν οι τρομερές εναλλαγές από τα full επιθετικά στα λυρικά ή ατμοσφαιρικά ή min­i­mal σημεία. Αυτή η εναλλαγή στη διάθεση μέσα στο ίδιο κομμάτι, είναι κάτι που είχαν και έχουν. Και αυτό είχε φανεί από το ντεμπούτο τους. Αλλά εδώ το πήγαν πρώτη φορά παραπέρα και το έκαναν πιο δικό τους, δίνοντας τα πρώτα σοβαρά δείγματα της ιδιαίτερης… συνθετικής κουλτούρας τους. Μετά φυσικά το απογείωσαν. Η ποικιλία αυτού του δίσκου είναι από τα χαρακτηριστικά του. Και η ικανότητα της μπάντας να προσαρμόζεται επιτυχώς στο κάθε τι που ήθελε να υποστηρίξει μουσικά. Είτε με τα black­ened riffs, είτε με τα τίγκα μελωδικά leads, είτε με τα πειραματικά περάσματα, είτε με αυτά τα τόσο κολλητικά Σουηδικά μελαγχολικά περάσματα. Και το έδειξαν με τη μία. Ξεκινάς με “Pun­ish my heav­en” που σε πιάνει από το λαιμό και στο ίδιο κομμάτι έχεις αυτό το υπέροχο out­ro που έχει αλλάξει τελείως διάθεση. Συνεχίζεις με κόμματο “Silence and the fir­ma­nent with­drew” (δεν είναι τυχαίο ότι μετά από πολλά χρόνια το είχαν επαναφέρει στα setlist τους στην περιοδεία για το “Con­struct”) με έναν άλλο παντελώς χαρακτήρα, πιο λυρικό και μετά να και το “Eden­spring” με τα πάντα όλα μέσα (εκτός από πατάτες). Και κάπως έτσι συνεχίζει και όλος ο δίσκος. Τα γυναικεία φωνητικά, που μόνο ξένα δεν είναι για τη μπάντα, αφού τα είχαν και στο “Sky­dancer”, υπάρχουν και εδώ, στο ομότιτλο κομμάτι, στο ΕΠΟΣ ΕΠΩΝ που ακούει στο όνομα “Lethe” (και θα στοιχειώνει για πάντα την ατμόσφαιρα με τον ίδιο τρόπο όπως όταν το πρωτάκουσα), αλλά και στο κομμάτι που κλείνει το δίσκο, το “… of melan­choly burn­ing” φυσικά. Kαι δίνουν το κάτι παραπάνω ακόμα, σε αυτό το ήδη ποικιλόμορφο δημιούργημα.

Το “The gallery” δεν είναι αντικειμενικά ο καλύτερος δίσκος των D.T. (τουλάχιστον για τους περισσότερους). Δεν είναι το πιο εμπορικό δημιούργημά τους. Είναι όμως ο πιο σημαντικός δίσκος τους στη δημιουργία και διαμόρφωση ενός ολόκληρου μουσικού ιδιώματος που μας έδωσε δισκάρες. Και αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο. Ναι, στο “Mind’s I” το πήγαν ακόμα παραπέρα, στο “Pro­jec­tor” ισοπέδωσαν ότι υπάρχει, μετέπειτα έβγαλαν επίσης δισκάρες και σε όλη αυτήν την πορεία επηρέαζαν τις εξελίξεις στο χώρο τους, ναι τα πάντα όλα. Το “The gallery” είναι όμως ο δίσκος του “Lethe”, του “Pun­ish my heav­en”, του “Silence…”, o δίσκος με το εξώφυλλο του Wahlin (έπρεπε να βρω χώρο για τον αγαπητό), ο ένας εκ των τριών δίσκων που χωρίς αυτούς το melod­ic death met­al και η σχολή του Γκέτεμποργκ μπορεί και να ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό. Συγκίνηση.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

DEATH — “Sym­bol­ic” (Road­run­ner)

Πως τα φέρνει καμιά φορά η ζωή, ε; Σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα γράφω όχι μια αλλά δύο φορές για τον λατρεμένο μου Chuck Schuldin­er και για τον ίδιο ακριβώς δίσκο. Τούτη τη φορά, υπό ένα διαφορετικό πρίσμα. Γυρίζουμε στα 1995, όπου κατά τη προσφιλή του συνήθεια πλέον να παίζει αυστηρά με ses­sion παίκτες, o Chuck, αποφασίζει να διατηρήσει τον drum­mer — μηχανή Gene Hoglan από το “Indi­vid­ual thought pat­terns”, να προσθέσει τον Bob­by Koe­ble στις κιθάρες, και να συμπληρώσει στο μπάσο τον Kel­ly Con­lon. Ο προσανατολισμός του, μετά την τεχνική στα πλαίσια του ακραίου προσέγγιση του “Indi­vid­ual thought pat­terns”, με το ογκώδες αποτέλεσμα, θα ήταν ξεκάθαρα πιο μελωδικός και με περισσότερο βάρος στο pro­gres­sive σκέλος της μουσικής του, όπως αυτό είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από το “Human” και έπειτα.

Έτσι, το “Sym­bol­ic” όταν βγήκε στις 21 Μαρτίου 1995, από την Road­run­ner, μας παρουσίασε ένα ολοκαίνουργιο κεφάλαιο, επίσης εξαιρετικής ποιότητας όπως ο προκάτοχός του. Από το εισαγωγικό riff του ομώνυμου κομματιού, ο ακροατής καταλαβαίνει πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συμβατικό death met­al άλμπουμ. Παράλληλα όμως, έχουμε να κάνουμε με ένα δίσκο, με έντονη heavy met­al προσβασιμότητα, με κάθε κομμάτι να έχει ένα ή έστω πολλά σημεία που σου κολλάνε σαν τσίχλα στο μυαλό, παρά το τεχνοκρατικό πανηγύρι που γίνεται εντός του δίσκου. Είτε αυτό είναι το μελωδικό solo στο “1,000 eyes”, είτε το ακουστικό άρπισμα στο πρόλογο του ρεφρέν στο “Crys­tal moun­tain”, είτε τόσο το ρεφρέν όσο και το μεσαίο μελωδικό μέρος του “Sacred seren­i­ty”.… Αφήστε το, όλο το δίσκο θα πω πάλι.

Και στο “Sacred seren­i­ty” να σταθούμε λίγο παραπάνω, μια και οι στίχοι του έχουν γραφτεί για πρώτη φορά, για τα ζώα (σε διόρθωση παράλειψης του προηγούμενου σχετικού κειμένου, ευχαριστώ Ανδρέα!). Γνωστός φιλόζωος άλλωστε, ο Schuldin­er, δεν γινόταν να το αφήσει απέξω από τις θεματικές που τον απασχολούν στα πλαίσια αυτού του δίσκου. Οι οποίες αφορούν τόσο κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, όσο και τον ίδιο τον άνθρωπο και ζητήματα εμπιστοσύνης, αντίληψης των καταστάσεων και των βιωμάτων του. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, σε τι μεστότητα υλικού στιχουργικού (πέρα από μουσικού) αναφερόμαστε. Ένα ώριμο διαμάντι του ακραίου ήχου (ακόμα και αν τσινάνε οι πιουρίστες, εκεί εντάσσεται), το οποίο αποτέλεσε άλλο ένα κόσμημα στη δισκογραφία των DEATH.

Το δε κλείσιμο του, με τίτλο “Peren­ni­al quest” είναι ένα οκτάλεπτο υγρό όνειρο κάθε προοδευτικού συγκροτήματος, κάθε μελλοντικά “μελωδικού death met­al” συγκροτήματος αλλά και κάθε συγκροτήματος γενικότερα, με το κλείσιμο να μπορούσε να φτιάξει χρυσές μπαλάντες. Αλλά ο δημιουργός του, αποφάσισε να τα κάνει όλα ένα κομμάτι που δεν αγγίζεται, απλά. Και ο μοναδικός τρόπος που θα μπορούσε να κλείσει αυτό το κείμενο, σαν το μήνυμα Του, από τον άλλο κόσμο:

“Those that stood beside me I’m glad you understand”

Γιάννης Σαββίδης

 

DEFTONES — “Adren­a­line” (Mav­er­ick)

Τα μέλη των DEFTONES έπαιζαν μαζί από πιτσιρικάδες, επηρεασμένοι από την thrash met­al σκηνή και το hardcore/punk των 80’s καθώς κι από αρκετά μουσικά ρεύματα εκτός του ακραίου ήχου όπως το new wave, hip-hop, reg­gae κλπ. Έχοντας έντονη συναυλιακή δραστηριότητα χωρίς να έχουν κάποια επίσημη δουλειά άρχισαν να εμφανίζονται εκτός του Sacra­men­to που ήταν η βάση τους, όπως στο Los Ange­les και στο San Fran­cis­co με συγκροτήματα όπως οι KORN οι οποίοι έκαναν κι αυτοί τα πρώτα τους βήματα ενώ πραγματοποίησαν μία περιοδεία με μία από τις μεγαλύτερες επιρροές τους, τους BAD BRAINS και τους MONSTER MAGNET. Σε ένα από αυτά τα live, τους άκουσαν από τη Mav­er­ick, νεοσύστατη εταιρεία με την Madon­na να είναι μια εκ των ιδρυτών και τους υπογράφει.

Οι DEFTONES μπαίνουν στο Bad Ani­mal Stu­dio στο Seat­tle με παραγωγό τον Ter­ry Date (PANTERA, PRONG, SOUNDGARDEN) και ηχογραφούν σχεδόν εξολοκλήρου live τα τραγούδια που έπαιζαν ήδη αρκετό καιρό. Επιρροές από συγκροτήματα της εποχής όπως οι HELMET, PANTERA και SMASHING PUMPKINS μπορεί να διακρίνονται και το nu-met­al να μην είχε εδραιωθεί ακόμα ως το απόλυτο next-big-thing αλλά αυτή η αίσθηση παρακμής, απομόνωσης και μηδενισμού που έβγαζαν μουσικά και κυρίως στιχουργικά οι DEFTONES με το “Adren­a­line” αποτέλεσαν μαζί με τo ομώνυμο ντεμπούτο των KORN τα επιδραστικότερα άλμπουμ του ιδιώματος αν και οι DEFTONES γρήγορα κινήθηκαν δισκογραφικά σε διαφορετικά μονοπάτια. Τα μέλη των DEFTONES ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους καθώς και οι επιρροές που έφερναν, με τις heavy κιθάρες να οφείλονται στο met­al back­ground του Stephen Car­pen­ter, με φοβερό groove από τον Abe Cun­ning­ham στα τύμπανα, chill μπασογραμμές από τον Chi Cheng και τον τραγουδιστή Chi­no Moreno από κει που ακούγεται τόσο εύθραυστος να τσιρίζει την επόμενη στιγμή γεμάτος απόγνωση.

Σε τραγούδια όπως το “Bored” ακούγεται τόσο στον κόσμο του με τον Ter­ry Date να τον αφήνει ελεύθερο να εκφραστεί και να μπαίνει όποτε θέλει στο τραγούδι, να διαλύει το μικρόφωνο και να συνεχίζει να ηχογραφεί με αυτό και γενικότερα ένα αίσθημα καλλιτεχνικής ελευθερίας υπήρχε καθ’ όλη τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Ο Chi­no Moreno ήταν επίσης αυτός που έφερνε τις DEPECHE MODE και THE CURE επιρροές ενώ δήλωνε έντονα επηρεασμένος κι από το H.R. των BAD BRAINS, στοιχεία που αναπτύχθηκαν στις μετέπειτα κυκλοφορίες των DEFTONES κάτι που ισχύει και για το ίδιο το “Adren­a­line” μιας και σε αυτό υπάρχουν ψήγματα σχεδόν όλων των στοιχείων που λατρέψαμε στο μέλλον από τους ίδιους. Αυτή η πιο heavy και τσαντισμένη πλευρά των DEFTONES λατρεύεται από αρκετούς οπαδούς τους κι ας ακούγεται άγουρη. Δεν είναι τυχαίο πως τραγούδια όπως τα “Root”, “Engine No. 9” και φυσικά το “7 Words” που ο Moreno ουρλιάζει σε βαθμό παραμόρφωσης εκφράζοντας την τσαντίλα του για τους πάντες και τα πάντα τα συναντούμε μέχρι και σήμερα στις συναυλίες τους. To “Adren­a­line” κυκλοφόρησε στις 3 Οκτωβρίου 1995, με μία συσκευή αναρρόφησης για μωρά να δεσπόζει στο εξώφυλλο και το άλμπουμ να φτάνει στην 23η θέση στα Heat­seek­ers Albums chart και να περιοδεύουν ασταμάτητα συμμετέχοντας στην περιοδεία με τους LIFE OF AGONY και ANTHRAX, με τον Ozzy Osbourne και τους KORN, τους WILL HAVEN, τους MAN WILL SURRENDER και HUMAN WASTE PROJECT και φυσικά σε αυτή με τους PANTERA και WHITE ZOMBIE. Έκαναν επίσης ένα πέρασμα από την ταινίας“The Crow: City of angels” και συμπεριλήφθηκαν στο αντίστοιχο sound­track με το “Teething” και ο Chi­no Moreno συμμετείχε στη διασκευή του “Wicked” του Ice Cube, στο “Life is peachy” των KORN.

Κώστας Αλατάς


DEICIDE – “Once upon the cross” (Road­run­ner)

Σωτήριον (ή όχι;) έτος 1995 και κοντά στο Πάσχα εκείνης της περιόδου, σκάει σαν το πλέον βλάσφημο αντίποινο το τρίτο –και τελευταίο αρχι-κορυφαίο- άλμπουμ των DEICIDE. Ο τίτλος δεν φέρει και πολλά περιθώρια λανθασμένων ερμηνειών… “Once upon the cross” λοιπόν, το εξώφυλλο εμφανίζει μια φιγούρα που αναπαριστά τον Εσταυρωμένο, τυλιγμένη σε σεντόνι, με τα σημάδια από τα καρφιά σε χέρια και πόδια ορατά και αίματα να καλύπτουν όλο το σώμα. Οι DEICIDE έχουν κάνει ένα πολύ μεγάλο διάλειμμα ειδικά για εκείνη την εποχή, μετά το “Legion” που κυκλοφόρησε το 1992! 3 χρόνια για εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο διάστημα και ειδικά στο death met­al. Από την εποχή που ξεπήδησε το “Legion” και τέλειωσε μια για πάντα τον ανταγωνισμό του ποιος θα ήταν ο πιο ακραίος (κανείς δεν τόλμησε κάτι αντίστοιχο, αλλά και να το έκανε, μάλλον η σύγκριση θα ήταν εναντίον του), βγήκαν πάρα πολλά διαμάντια στο είδος. Οι DEICIDE λοιπόν για πρώτη φορά αντί να θέτουν το βήμα που οι άλλοι ακολουθούσαν, είχαν κάτι να αποδείξουν και πως μπορούσαν ακόμα να είναι επίκαιροι και μεγαλειώδεις. Το παρελθόν τους επέτρεπε άνεμο αισιοδοξίας και όλοι περίμεναν να δουν πόσο πιο ακραίοι θα ακουστούν από τον προκάτοχο του “Once upon the cross”.

Κι όμως οι DEICIDE τους έπιασαν όλους στον ύπνο. Στα μάτια μου, έπαιξαν σωστά το παιχνίδι του να γράψουν ένα δίσκο πλήρως πιο αντιληπτό και «προσβάσιμο» (για τα δικά τους δεδομένα πάντα) και να συνεχίσουν να έχουν μεγάλη ποιότητα στο υλικό τους. Όχι, το “Once upon the cross” δεν είχε ούτε τη λύσσα και τη thrash-ίλα του ομότιτλου αξεπέραστου ντεμπούτου τους, ούτε και την τεχνική και απίστευτη ακρότητα του “Legion”. Ήταν ένας πλήρως πιο ευθύς δίσκος, με μια παραγωγή που δεν τόνιζε τον όγκο όσο τα δυο προηγούμενα άλμπουμ, αλλά ήταν αρκετά καθαρή για να προκρίνει την ΣΟΒΑΡΗ (το τονίζουμε γιατί κατά καιρούς έχουν ακουστεί ΟΙ βλακείες) πλευρά της μουσικής τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ πολύ στακάτο, που έδινε βάση στην απλότητα των δομών και που και τα 9 κομμάτια είναι το λιγότερο μνημειώδη. Μάλιστα, για πολλούς το “Once upon the cross” αποτελεί ένα από τα τελευταία μεγάλα άλμπουμ όλου του είδους, που ουδείς επανέλαβε στην πορεία (προσωπικά το θεωρώ μέλος της Αγίας Τριάδας που έκλεισε την χρυσή εποχή του death met­al μαζί με το “Dom­i­na­tion” των MORBID ANGEL και το “Pierced from with­in” των SUFFOCATION, καθώς βγήκαν με απόσταση 35 ημερών μεταξύ τους). Όσο για τα κομμάτια καθ’ αυτά…

Το ομότιτλο κομμάτι που ξεκινάει το δίσκο είναι πλέον θρυλικό, δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστεί και να μην προκαλέσει δέος. Η απλότητα στα riff και η κάπως καθαρότερη άρθρωση του Glen Ben­ton, δίνουν το έναυσμα για πολλές επαναλήψεις του δίσκου. Το “Kill the Chris­t­ian”, το “They are the chil­dren of the under­world”, το “Behind the light thou shall rise” ή το “Christ denied” είχαν κι έχουν θέση σε οποιοδήποτε δίσκο τους και όλου του είδους. Ο πολιορκητικός κριός όμως ακούει στο όνομα “When Satan rules his world”, μιλάμε για το τελευταίο ΤΕΡΑΣΤΙΟ riff (μαζί με το αρχικό του “Dawn of the angry” των MORBID ANGEL) στην ιστορία του είδους, Τ‑Ι-Π-Ο-Τ‑Α μετά δεν ακούστηκε ίδιο όπως αυτό. Ο δίσκος πήγε πάρα πολύ καλά φυσικά, οι DEICIDE σε μια εποχή που το είδος έφθινε επικίνδυνα βγήκαν πάλι στον αφρό και φυσικά άφθαρτοι, όσο κι αν κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν για έλλειψη ακρότητας σε σχέση με τα δυο πρώτα άλμπουμ. Ο Glen Ben­ton ακόμα και σήμερα έχει πολύ ευχάριστες αναμνήσεις από την ηχογράφηση και το θεωρεί επαγγελματικό αποτέλεσμα, ενώ ο Steve Asheim τόνιζε πάντα πως η τελική έκδοση του δίσκου (28’ διάρκεια μόλις) ήταν προϊόν της δικής τους πρωτοβουλίας να παίξει τα κομμάτια πιο αργά.

«Το “Once upon the cross” είναι πολύ αργό, ζωντανά παίζουμε αυτά τα τραγούδια πολύ πιο γρήγορα. Για την ακρίβεια πάντα τα παίζαμε πιο γρήγορα απ’ ότι στο δίσκο, καθώς όταν πήγαμε για την ηχογράφηση το ’94 και τα έπαιξα στην ταχύτητα που τα είχαμε προβάρει, καταλήξαμε να έχουμε με τον ίδιο αριθμό κομματιών, υλικό μόλις 22’. 22’ δεν μπορούν να φτιάξουν ένα δίσκο, έτσι επανηχογράφησα τα κομμάτια σε πιο ελεγχόμενο ρυθμό (!!!!!!!) ώστε να φτάσουμε τα 30’» (που και πάλι δεν τα έφτασαν) όπως δήλωνε τότε ο Asheim. Κοινώς αυτό που ακούσαμε (και προσκυνήσαμε, Θεέ μου συγχώρα με) στο “Once upon the cross”, είναι μια μπάντα που έκανε ότι μπορούσε για να ακουστεί «Αργή» και συμβιβάστηκε τρόπον τινά ώστε να έχει ποσότητα υλικού που θα μπορούσε να κυκλοφορήσει. Και μετά μας λέτε να μην κάνουμε συγκρίσεις ή να μη θεωρούμε τους DEICIDE Α και Ω του είδους. Το πώς κατέληξαν στην πορεία μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας μετά το “Once upon the cross” το διέκριναν όλοι, οι οπαδοί με πόνο και οι (πάμπολλοι) εχθροί με περίσσεια χαρά. Ωστόσο ο δίσκος αυτός σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας χρυσής εποχής, όπου οι DEICIDE έβγαλαν τρεις δίσκους που το 95% όλων εκεί έξω θα ήθελε να έχει στο ενεργητικό του, κι αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να τους το πάρει ποτέ κανείς.

Άγγελος Κατσούρας


DIABOLOS RISING – “Blood, vam­pirism and sadism (Kron‑H)

Το δεύτερο album του project των Mika Lut­ti­nen (IMPALED NAZARENE) και του δικού μας The Μagus (NECROMANTIA) είναι εμφανέστατα πιο ολοκληρωμένο από το ντεμπούτο τους, “666”, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν από την Osmose. Η γαλλική εταιρία έφτιαξε ένα sub label στα mid 90s για να «υποδεχτεί» τέτοιες κυκλοφορίες, που ήταν εκτός extreme met­al και μέσω αυτού κυκλοφόρησε και αυτό το album. Κάθε μέρος του αποτελεί έναν μικρόκοσμο με βάση το beat και τα syn­the­siz­er, είτε οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, είτε είναι πιο πειραματικοί αγγίζοντας το ambi­ent. Στo “Satan­ic pro­pa­gan­da (S.N.T.F. Ris­ing)” θα είχαν την τιμή να συμμετέχει στα φωνητικά και ο Cronos των, τότε επανασυνδεδεμένων, VENOM. Μάλιστα γι’ αυτό το κομμάτι γυρίστηκε και video clip που έκανε air­play και στο Headbanger’s ball  του MTV και κυκλοφόρησε και σε βιντεοκασέτα. Το indus­tri­al στοιχείο σε αυτό το δίσκο παίρνει μια ιδιότυπη μορφή, γεγονός που δείχνει σε μεγάλο βαθμό τις αρετές που είχε το δίδυμο σαν συνθέτες. Είναι ένα από τα album που έδειξε ότι οι μουσικοί που δραστηριοποιούνταν στο χώρο του black met­al στα early/mid 90s, είχαν ακούσματα και συνθετικές ανησυχίες που ξέφευγαν από τα στενά όρια του μεταλλικού κόσμου. Και όταν τα στοιχεία αυτά έβγαιναν έξω είχαν αποτελέσματα σαν αυτόν τον ιδιόμορφο δίσκο, που όμοιό του δεν θα συναντήσετε.

Λευτέρης Τσουρέας


DISMEMBER – “Mas­sive killing capac­i­ty” (Nuclear Blast)

Σε μια δεκαετία ορόσημο για το death met­al, οι Σουηδοί DISMEMBER άφησαν και αυτοί για τα καλά το στίγμα τους, κυκλοφορώντας κάποιες πολύ αντιπροσωπευτικές δουλειές για το συγκεκριμένο είδος. Μια από αυτές είναι και το τρίτο τους άλμπουμ, το κλασικό πλέον “Mas­sive killing capac­i­ty”. Ένας δίσκος που βρήκε τους DISMEMBER σε μια λιγότερο straight­for­ward προσέγγιση σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους, καθώς οι Σουηδοί εξελίσσουν τον ήχο τους αφού εντάσσουν αρκετά μελωδικά στοιχεία, επηρεασμένοι ενδεχομένως από τη σκηνή του Gothen­burg , ενώ και τα riffs ακούγονται πιο groovy και πιασάρικα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που με βάση τα παραπάνω στοιχεία κατηγόρησαν τους DISMEMBER για ξεπούλημα. Τρίχες κατσαρές, απαντώ εγώ. Στο “Mas­sive killing capac­i­ty” οι DISMEMBER παρουσιάζουν έναν συνθετικό οίστρο καθώς εμπλουτίζουν την μουσική τους με νέα στοιχεία, ενώ παράλληλα διατηρούν αυτήν την death n’ roll χροιά που μπορεί να μην είναι τόσο έντονη όσο στις πρώτες δουλειές τους, αλλά είναι εκεί. Εξάλλου οι κακές παρέες (ENTOMBED) δεν κόβονται εύκολα. Τα πάντα σε αυτόν τον δίσκο είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Εμβληματικό εξώφυλλο, ογκώδης παραγωγή και πάνω από όλα πολύ καλές συνθέσεις. Τραγούδια που χαρακτηρίζονται από τα πολύ μελωδικά solos, χωρίς να χάνουν στο ελάχιστο σε τραχύτητα και δύναμη. Και αν υποθέσουμε ότι το εναρκτήριο “I saw them die”είναι το πιο αδύναμο (λέμε τώρα…) κομμάτι του δίσκου, από εκεί και πέρα τα πράγματα απογειώνονται κυριολεκτικά. Η μια κομματάρα διαδέχεται την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς. Δεν νομίζω ότι κάποιος οπαδός του είδους να μείνει ασυγκίνητος ακούγοντας το ομώνυμο κομμάτι, το “Frozen fields” , το ταχύτατο “Wardead” ή ακόμα και το πιο πιασάρικο “Col­lec­tion by blood” με το εθιστικό riff του. Το groove που λέγαμε παρουσιάζεται πιο έντονο στα “Hal­lu­ci­ge­nia” και “Cas­ket gar­den”, με μια ελαφριά εσάνς από PANTERA, πάντα όμως μέσα από το πρίσμα των DISMEMBER. Όσο για τον επίλογο που ανήκει στο “”Life – Anoth­er shape of sor­row” δεν θα είναι υπερβολή αν πω ότι μιλάμε για ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ οι DISMEMBER με τις απίστευτες εναλλαγές στο ρυθμό του. Και βέβαια να αναφέρουμε ότι εδώ θα βρείτε το φανταστικό “Nenia”, ένα από τα δύο instru­men­tal που έχουν γράψει ποτέ οι DISMEMBER (το άλλο είναι το “Phan­toms (of the oath)” από το “The God that nev­er was” του 2006) αποδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι οι Σουηδοί είναι πολύ μεγάλοι παίχτες. Ξεπούλημα είπατε; Είπαμε, τρίχες κατσαρές.

Θοδωρής Κλώνης

 

DISSECTION — “Storm of the light’s bane” (Nuclear Blast)

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Στο αποψινό επεισόδιο θα σας μιλήσουμε για τον καλύτερο black met­al δίσκο στην ιστορία της ανθρωπότητας και της μουσικής, αυτής της ζωής, όλων των προηγούμενων αλλά και των επόμενων.

Είχα ένα όνειρο, να εξαιρεθεί αυτός ο δίσκος από το παρόν αφιέρωμα και να αποδοθούν οι τιμές που του πρέπουν σε ξεχωριστό άρθρο, κάτι το οποίο προφανώς και ποτέ δεν είπα στον Φράγκο διότι το άκυρο που θα τσιμπούσα θα ήταν πανηγυρικό, άσχετα αν έχω απόλυτο δίκιο (σ. Φράγκου: Θα πας μπροστά παιδί μου εσύ. Βουλωμένο γράμμα διαβάζεις!!!). “Storm Of The Light’s Bane”, DISSECTION, Νοέμβριος του 1995. Ακολουθεί οπαδικό παραλήρημα:

Λοιπόν. Αυτός ο δίσκος είναι μέσα στους (μετρημένους) εκατομμυριοακουσμένους δίσκους της ζωής μου. Θυμάμαι πιτσιρικάς, πριν το ακούσω, έβλεπα παιδιά να φοράνε το μπλουζάκι με το υπέροχο εξώφυλλο του γίγαντα Necrolord και σκεφτόμουν, φίλε, αυτό πραγματικά μοιάζει πολύ επικίνδυνο. Αυτό που δεν ήξερα ακόμα, είναι ότι αυτός ο δίσκος θα μου άνοιγε μουσικούς ορίζοντες πέρα από τη φαντασία μου και θα επαναπροσδιόριζε τις απόψεις μου για το πως γράφεται και παίζεται το metal.

Κάθε φορά που το βάζω να παίξει, παθαίνω ακριβώς το ίδιο απόλυτο σοκ όπως την πρώτη φορά που τόλμησα να πατήσω το play. Ολοκληρωτικό ρίγος σε όλο το κορμί, ο ορισμός του “πάγωσε όλη η ψυχή μου”. Οι έννοιες χειμώνας, παγωνιά, σκοτάδι, αποκτούν ψυχική υπόσταση, σε τυλίγουν και σε καταλαμβάνουν χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό. Και για το όνομα των θεών, είσαι ακόμα στο intro! Έχουν περάσει πάρα μόνο λίγα δευτερόλεπτα…

Αλήθεια θα μπορούσα να γράψω από ένα κατεβατό για το κάθε κομμάτι ξεχωριστά, αλλά ήδη καταχρώμαι χώρο και χρόνο πολύτιμο. Οι DISSECTION ήταν ο Jon Andreas Nodtvei­dt. Μια μουσική ιδιοφυΐα που με τα λάθη της προσωπικής του ζωής (ας μην επεκταθούμε σε αυτά, είναι γνωστά) κατάφερε να διχάσει και να κριθεί αυστηρά. Μεγάλη κουβέντα ο διαχωρισμός προσωπικής και μουσικής ζωής. Παρόλα αυτά όμως, κανένας δεν μπορεί να του στερήσει το μεγαλείο της κληρονομιάς που άφησε, τρεις δίσκους, αλλά αριστουργήματα.

“Night’s blood”, “Where dead angels lie”, “Thorns of crim­son death” (ενδεικτικά αυτά, δεν υστερούν τα υπόλοιπα) αποτελούν διαμάντια ολόκληρου του met­al μας και είναι από τα πιο ολοκληρωμένα black met­al — και όχι μόνο — κομμάτια. Πραγματικά, πάντα γυρνάει στο μυαλό μου η ίδια σκέψη όταν τα ακούω. Δηλαδή πάει μια μέρα ο Jon στο στούντιο και λέει στους υπόλοιπους “παιδιά, ακούστε λίγο τι σκέφτηκα χθες”, και τους παίζει αυτές τις μελωδίες. Τους παίζει τη μελωδία του “Where dead angels lie”, και λέει, έγραψα και αυτούς τους στίχους. Ρε φίλε, πλάκα μας κάνεις; Αποκλείεται να τα σκεφτεί κοινός ανθρώπινος νους αυτά. Αποκλείεται. Πιο πιθανό θα ήταν να παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Εωσφόρος και να του τα έδωσε. Έτσι, ναι.

Δεν νομίζω να καταφέρει κανένας να φτάσει ποτέ το μεγαλείο του “Storm of the light’s bane”. Όλοι το ξέρουν αυτό όμως, γι’ αυτό και κανένας δεν το προσπάθησε. Αυτή είναι η κορυφαία στιγμή του Black Met­al, η κορυφαία στιγμή του ίδιου του Jon και από τις κορυφαίες ολόκληρου του αφιερώματος στο 1995. Τελικά Σάκη Φράγκο ίσως έπρεπε να κάνουμε όντως ξεχωριστό άρθρο για αυτό. Δεν έχω γράψει ούτε τα μισά από αυτά που ήθελα και του αξίζουν…

Μίμης Καναβιτσάδος


DOKKEN – “Dys­func­tion­al” (Colum­bia)

Νομίζω ότι ο τίτλος του δίσκου αντικατοπτρίζει απόλυτα το sta­tus της κλασικής σύνθεσης των DOKKEN. Μιλάμε για μία μπάντα που μεγαλούργησε στη δεκαετία του ‘80 όντας μόνιμα σε μία κατάσταση τσακωμών, διαφωνιών και έντονου παρασκηνίου που οδήγησε τελικά στη διάλυση. Στις αρχές του 1993 ο Don Dokken κάλεσε στο σπίτι του τον Jeff Pil­son προκειμένου να γράψουν μαζί μερικά τραγούδια για το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του Don μετά το πετυχημένο “Up from the ash­es”. Στην προσπάθεια του Don να εξασφαλίσει συμβόλαιο για την κυκλοφορία του δίσκου, τέθηκε επί τάπητος το θέμα του reunion των DOKKEN. Μάλιστα, ήταν ο θρυλικός John Kalod­ner εκείνος που σχεδόν απαίτησε την επανασύνδεση προκειμένου να κυκλοφορήσει ο δίσκος από τη Sony. Ουσιαστικά, λοιπόν, ο Don δεν είχε και πολλές εναλλακτικές παρά το γεγονός ότι και ο Lynch δεν ήταν ενθουσιασμένος με την όλη προοπτική.… Απλώς, ήταν πολλά τα λεφτά.

Το “Dys­func­tion­al” κυκλοφόρησε αρχικά στην Ιαπωνία στα τέλη του 1994 με διαφορετική μίξη, λιγότερα τραγούδια, άλλο εξώφυλλο και τίτλο απλώς το όνομα της μπάντας. Όταν ο υπόλοιπος κόσμος άκουσε το άλμπουμ μετά από λίγους μήνες ήταν φανερό ότι εδώ είχαμε ένα διαφορετικό σύνολο τραγουδιών που δεν θύμιζαν το κλασικό 80ς ύφος των DOKKEN. Ωστόσο, κατά έναν περίεργο λόγο το “Dys­func­tion­al” σε «κέρδιζε» συν τω χρόνω αφού οι συνθέσεις ήταν πολύ δουλεμένες από την πλευρά της δομής και ενορχήστρωσης αν και φαινόταν ότι ο Lynch μπήκε απλώς στο stu­dio για να ηχογραφήσει τα solos και κάποια ρυθμικά μέρη…ως εκεί. Η μοντέρνα προσέγγιση του Don, με τις νεο-ψυχεδελικές αναφορές και τις BEATLES επιρροές χαρακτηρίζουν το “Dys­func­tion­al” σαν ένα περίεργο αλλά και αξιοσημείωτο άλμπουμ που για κάποιο λόγο θέλεις να το ακούς σε τακτική βάση. Τουλάχιστον, αυτή είναι η προσωπική μου άποψη για ένα δίσκο που πούλησε αξιοπρεπώς για τα δεδομένα των mid-90s αλλά απείχε πολύ από τις ένδοξες μέρες των 80s.

Σάκης Νίκας

 


DOWN
— “Nola” (Elek­tra Records)

Βρισκόμαστε στο 1991 και οι Phil Ansel­mo και Pep­per Keenan, αρχίζουν να μοιράζουν μερικά demo σε γνωστούς, φίλους και οπαδούς χωρίς να αποκαλύπτουν ότι είναι δικό τους υλικό. Τους ζητάνε απλά να πουν την γνώμη τους, αν τους αρέσει ή όχι. Οι δυο τους θα δουλέψουν μέχρι το 1993 δέκα κομμάτια, πριν ο Keenan “πεταχτεί” στους CORROSION OF CONFORMITY για να γράψει το εκπληκτικό “Deliv­er­ance” (1994). Εν πολλοίς ο άγνωστος μέχρι τότε δίσκος είναι έτοιμος. Μόνο οι λεπτομέρειες και τα υπόλοιπα μέλη μένουν, ώστε το μεγαλειώδες “Nola” να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά.

Καλοκαίρι του ’94 και στο στούντιο συνοδεύουν τους Ansel­mo και Ken­nan, οι κύριοι Jim­my Bow­er και Kirk Wind­stien. Όλοι τους εξέχοντες πρεσβευτές του southern/sludge/stoner ιδιώματος, ο καθένας από το δικό του μετερίζι. Και δεν μιλάμε για τίποτα μπαντούλες. Για τους CORROSION OF CONFORMITY τα έχουμε πει και παλιότερα (διαβάστε περισσότερα εδώ), ενώ οι CROWBAR και οι EYEHATEGOD, αν και δεν θέλουν συστάσεις, αρκεί να πούμε ότι πρόκειται για τους πρωτοπόρους της ston­er και ακραίας sludge σκηνής αντίστοιχα.

Στα Ultra­son­ic Stu­dios έμελλε να γραφτεί ένας από τους πιο αγαπημένους δίσκους του ελληνικού κοινού, το οποίο, κακά τα ψέματα, τον ανακάλυψε μετά την άδοξη διάλυση των PANTERA. Όχι άδικα βέβαια, αφού δίσκοι όπως “Cow­boys from Hell” (1990), “Vul­gar Dis­play of Pow­er” (1992) και “Far Beyond Dri­ven” (1994) είχαν μείνει για αρκετό καιρό στο repeat του met­al οπαδού. Πριν είκοσι έξι χρόνια λοιπόν, κυκλοφορεί ο δίσκος που πάντρεψε το τραχύ ston­er με το μελωδικό βλαχο-south­ern. Που συγκέντρωσε κάτω από την σκέπη του όλη την σκηνή της Νέας Ορλεάνης, και που δικαίως φέρει και στο όνομα του το αρκτικόλεξο New Orleans (N.O.), Louisiana (LA).

Για το μουσικό σκέλος τι να σχολιάσει κανείς; Μιλάμε για ένα άλμπουμ που δεν διανοείσαι να προσπεράσεις κάποιο κομμάτι, και που όσο πλησιάζει το τέλος του, τόσο δυναμώνει η έξαψη και η πώρωση των κομματιών. Το “Nola” είναι μια αχανής έκταση που σε όλο το μήκος και το πλάτος της ακούγονται πιασάρικα riffs, ογκωδέστατες και ρυθμικές κιθάρες, καθώς σε δονούν μανιασμένα τύμπανα, ενώ φυσικά αντιλαλεί η τιτανοτεράστια φωνή του Phil Ansel­mo. Αλλά αρκετά με τα λόγια. Όλοι γνωρίζουμε τι εστί “Nola”. Απλά πατήστε το play.

Νίκος Ζέρης

 

EDGUY — “Sav­age poet­ry” (self-released)

Σίγουρα, ούτε ο ίδιος ο αγαπημένος Tobias Sam­met δεν θα μπορούσε να φανταστεί το τι θα επακολουθήσει τα επόμενα χρόνια και σε τι τεράστια ύψη θα φτάσει η δημοτικότητά του, όταν έκανε το… baby step του, με το “Sav­age poet­ry”, πίσω στο 1995. Ένας δίσκος που τώρα, αν είναι ντεμπούτο, αν είναι απλά demo, τι είναι, ανάθεμα και αν μπορώ να πω με βεβαιότητα. Θεωρητικά, είναι ντεμπούτο, γιατί για demo είναι πολύ μεγάλο. Από την άλλη, το κυκλοφόρησαν μόνοι τους και υπέγραψαν στην AFM για το “King­dom of mad­ness” που βγήκε δύο χρόνια μετά. Και συν ότι το επαναηχογράφησαν και το κυκλοφόρησαν ξανά το 2000 μέσω της AFM. Ας το πάρουμε λοιπόν σαν το πρώτο βήμα, γενικά και αόριστα, αφού άκρη δεν βγαίνει.

Οι εποχές που το pow­er met­al ήταν στα φόρτε του και οι νέες μπάντες ξεπηδούσαν από παντού. Ο νεαρός, τότε, Tobias Sam­met, δεν μπορούσε να μείνει στην απέξω και έτσι δημιουργεί τη μπάντα τους, τους EDGUY και μας παρουσιάζεται μέσα από αυτό το άλμπουμ 9 pow­er met­al τραγουδιών, εμπνευσμένα από τον “νονό” του είδους, τον μέγιστο Kai Hansen, κάτι που είναι ευδιάκριτο ειδικά σε μερικές αλλαγές σημείων του άλμπουμ. Ακόμα και ο τρόπος που χρησιμοποιεί τη φωνή του φέρνει σε Hansen πολλές φορές. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον 17χρονο-18χρονο Tobias. Από την αρχή πάντως, είναι ευδιάκριτος ο λυρισμός στα τραγούδια του, κάτι που δεν εγκατέλειψε ποτέ στη δισκογραφική του καριέρα. Και το ότι έχει την ικανότητα να γράφει εξαιρετικές μελωδικές, είπε να το δείξει από την πρώτη του απόπειρα. Γιατί ναι, δεν μιλάμε για δισκάρα εδώ, αλλά απλά για ένα τίμιο άλμπουμ και αρχή μίας πορείας, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει τραγούδια που αξίζουν και με το παραπάνω, όπως για παράδειγμα το εναρκτήριο “Key to my fate”, ή η (κλασικά εκείνη την εποχή) μπαλάντα με πιάνο και φωνή “Sands of time”, για να αναφέρω δύο. Και σου βγάζει ακούγοντάς το αυτήν την… αθωότητα της εποχής μουσικά. Που οι περισσότεροι μεγάλοι τώρα αστέρες ήταν τότε παιδάκια και έκαναν τα πρώτα τους βήματα, κοιτώντας τις αφίσες στο δωμάτιό τους, σκεπτόμενοι απλά να παίξουν ότι αγαπάνε.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως αυτού του δίσκου, είναι ότι στα τύμπανα δεν θα βρούμε τον Felix Bohnke, drum­mer τους από το 1998 και μέχρι και σήμερα, αλλά τον Dominik Storch, στην μία και μοναδική εμφάνισή του σε δίσκο τους. Και αυτή είναι ουσιαστικά η μόνη αλλαγή μέλους στην ιστορία αυτής της μπάντας. Δεν το λες και λίγο.

Το “Sav­age poet­ry” δεν είναι δισκάρα, δεν θα μνημονεύεται για πολλούς λόγους, δεν έχει εκείνα τα τραγούδια που “θα μείνουν”. Είναι όμως η αρχή κάτι πολύ μεγάλου. Η γέννηση της μουσικής οντότητας του Tobias Sam­met, των EDGUY και κυρίως των AVANTASIA.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

ELDRITCH – “Seeds of rage” (Inside Out Music)

Αδίκως ‑αλλά δυστυχώς πλειοψηφικά- η αναφορά και μόνο στα πεπραγμένα του ιταλικού prog/power μόνο ευχάριστους συνειρμούς δεν επιφέρει. Είναι εξόχως ενοχλητικό να υποβαθμίζεται εδώ και τόσα χρόνια ο κομβικός ρόλος και η πολυεπίπεδη προσφορά του στο μεταλλικό οικοδόμημα. Κάτι που εντοπίζεται κυρίως στην προφορά των αγγλικών, στην –σε ορισμένες περιπτώσεις εκτεταμένη- χρήση των πλήκτρων και στην εν γένει πιο μελωδική προσέγγιση από το αναμενόμενο. Βέβαια αν κάποιος αρέσκεται σε αμιγώς heavy/epic ακούσματα, τότε σαφώς οι TΙΜE MACHINE, οι LABYRINTH, οι ELDRITCH, οι DGM και λοιπές δυνάμεις, οπωσδήποτε βρίσκονται εκτός κάδρου.

Το “Seeds of rage” ως πρώιμο ηχητικό επιστέγασμα εκείνης της αλησμόνητης κασέτας με τίτλο “Pro­mo tracks ‘93”, αποτελεί την πρωτόλεια εικόνα του άμεσου μέλλοντος. Συνεπώς, όσο και αν η έλξη των πρώτων δίσκων ενός καλλιτέχνη αποτελεί φετίχ για τον “βαμμένο” οπαδό, οι Λιβορνέζοι ELDRITCH έδειξαν τις πραγματικές τους δυνατότητες με τα “Head­quake” και “El Nino”. Και αφού πέρασαν τα 00s προσπαθώντας να βρουν την πυξίδα τους στο χάρτη, οι τελευταίες τους κυκλοφορίες είναι πραγματικά ποιοτικές και στο ακηδεμόνευτο πνεύμα του prog/power του παρελθόντος. Ομολογώ πως ακούγοντας το ντεμπούτο τους μετά από αρκετά χρόνια, ένα κύμα αβάσταχτης μελαγχολίας με κυρίευσε. Δεν θα το εντόπιζα ως συναίσθημα παραδοχής για το πώς πέρασαν τα χρόνια, πόσο μεγαλώσαμε κ.ο.κ. αλλά περισσότερο ως ενδυνάμωση της σχέσης του οπαδού με την μουσική που λάτρεψε και εξακολουθεί να λατρεύει. Όντως η παραγωγή δεν διεκδικεί –με τα σημερινά δεδομένα- δάφνες ποιότητας, αλλά εκεί έγκειται το λάθος. Οφείλουμε να κρίνουμε το έργο με τα μάτια της εποχής. Και η εποχή καταδείκνυε ένα σχήμα με όνειρα και φιλοδοξίες, ενθουσιασμό και λαχτάρα να αποδείξει στον κόσμο πως ο ντόρος που είχε πραγματοποιηθεί σε under­ground επίπεδο, μόνο τυχαίος δεν ήταν.

Από το μπάσιμο του “Incur­ably ill” μέχρι και το ακροτελεύτιο “Blind promise” και μέσα σε 50 περίπου λεπτά, οι ELDRITCH ξεδιπλώνουν ένα καθ’ όλα σεβαστό μέρος του συνθετικού ταλέντου τους, ντύνουν ακόμα και τις πιο “βατές” για το ιδίωμα στιγμές, με όμορφα ακουστικά σημεία, πολύτιμες ανάσες για τον in your face άτυπο διαγωνισμό του κιθαρίστα Simone και του πληκτρά Smirnoff. Χαρακτηριστικό δείγμα pro­gres­sive met­al εκείνης της περιόδου το “Seeds of rage”, με έναν άγουρο αλλά με δεδομένες προοπτικές εφ’ όσον θα προσπαθούσε να αναδείξει περισσότερο την προσωπικότητα του, Ter­ence Holler, καταφέρνει να προσφέρει ακόμα και σήμερα απλόχερα χαμόγελα ικανοποίησης.

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

ELECTRIC WIZARD – “Elec­tric wiz­ard” (Rise Above Records)

Δυόμιση σχεδόν δεκαετίες μετά την πανηγυρική γέννηση της μεταλλικής ολότητας, δύσκολα θα μπορούσε να στοιχηματίσει κανείς ότι από τα σπλάχνα της Γηραιάς Αλβιώνας θα ξεπηδούσε κάποιος άξιος συνεχιστής της υπέρλαμπρης Iom­mi-κής εποποιΐας. Μπορεί μεν οι CATHEDRAL να είχαν κάνει την αρχή αλλά μέχρι την έλευση του θριαμβευτικού “The car­ni­val bizarre”, φάνταζε τόσο δειλή ώστε να αμφισβητήσει ανοικτά τον πυρήνα των doom συγκροτημάτων που βασίλευαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού όσο και στον ευρωπαϊκό Βορρά.

Στο παραθαλάσσιο πλην όμως μουντό και απομονωμένο Dorset (Νότια Αγγλία γαρ), η σπίθα της αλλαγής των συσχετισμών ξεκίνησε το 1993 όταν ο κιθαρίστας Jus Oborn άφησε στην άκρη τις light death met­al ονειρώξεις των LORD OF PUTREFACTION, THY GRIEF ETERNAL και ΕTERNAL και αποφάσισε να ξεκινήσει τους ELECTRIC WIZARD έχοντας στο πλευρό του τον μπασίστα Tim Bagshaw και τον Mark Green­ing στα drums. Όσο κι αν συγκερασμός του “Elec­tric Funer­al” με το “The wiz­ard” στο όνομα της μπάντας λειτουργούσε πάνω κάτω ως πρόγευση για το τι ακριβώς θα ακολουθούσε, η κυκλοφορία του ομώνυμου ντεμπούτου της το 1995 μέσα από την Rise Above Records του Lee Dor­ri­an, έσπευσε να κάνει σαφώς πιο ξεκάθαρα τα πράγματα.

Το μουσικό τοπίο που θεμελιώνουν στο πρώτο τους άλμπουμ βρίσκει εν τέλει τους ELECTRIC WIZARD ακόμα ως «κοινούς θνητούς» και πλήρως αγκιστρωμένους στο καλούπι του αγνού, βαρύγδουπου, πεντατονικού doom met­al. Τα ψήγματα μεγαλείου και πρόθεσης για το step-up είναι όμως και αρκετά και ευδιάκριτα. Μόλις άλλωστε (σου τα) σκάει το “Stone mag­net” φτύνοντας μαυρίλα και μισανθρωπική μιζέρια με το τρίπτυχο “no hope, no future, no fuckin’ job” να σου τρυπάει υστερικά τα συκώτια, παίρνεις αμέσως πρέφα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να την βγάλεις καθαρή. Φυσικά, τα μονολιθικά riffs του Oborn αναλαμβάνουν και στη συνέχεια ηγεμονικό ρόλο φανερώνοντας την δύναμη και τις Iom­mi-κές τους καταβολές μέσα από άσματα σαν το “Mourn­ing prayer” και στο occult-ική συνουσία του “Devi’s bride” και δίνοντας παράλληλα επιβλητικό ρεσιτάλ σε ακατέργαστα διαμάντια με χαρακτηριστικότερο όλων το δολοφονικό “Black butterfly”.

Όχι βέβαια πως και οι υπόλοιποι δυο πάνε πίσω. Ίσα ίσα που του δίνουν και καταλαβαίνει, με τον Green­ing να διατηρεί ένα στιβαρό και υπνωτικό tem­po που παίρνει την ανιούσα στο ψυχεδελικό/ambient σάλτο του “Moun­tains of Mars”, τον Bagshaw να ακολουθεί κατά πόδας στο “Behe­moth” και όλοι μαζί να ανοίγουν ύπουλα την κάνουλα των κανναβικών αναθυμιάσεων στο ομώνυμο κομμάτι-έπος του άλμπουμ, έτσι ώστε αυτές να εξελιχθούν σε αναπόσπαστο μέρος του κοσμικού τους οπλοστασίου στην συνέχεια.

Παρεξηγημένο για ορισμένους, εγωϊστικά προβλέψιμο και μέτριο για κάποιους λίγους αλλά τεράστιας σημασίας για τους περισσότερους, το “Elec­tric wiz­ard” προλείανε όσο χρειαζόταν το έδαφος ώστε η βρετανική μπάντα να αναδείξει την πραγματική της αξία στην συνέχεια και να εξασφαλίσει μια για πάντα τιμητική θέση στο stoner/doom πάνθεον. Περιέχει μάλιστα κομμάτια που αν τυχόν κατάφερναν να βρουν θέση στο συναυλιακό setlist της μπάντας σήμερα, θα μας έκαναν με χαρά και άνεση να μουσκέψουμε τα σώβρακα μας.

Κανείς όμως φυσικά και δεν περίμενε, ούτε και μπορούσε να φανταστεί τον εκκωφαντικό, όσο και εξυψωτικό όλεθρο που θα ακολουθούσε στα επόμενα δυο τους άλμπουμ. Μάλλον ούτε και οι ίδιοι εδώ που τα λέμε.

Πάνος Δρόλιας

 

ELEGY — “Lost” (T&T Records)

Το 1995 βρήκε τους συμπαθέστατους Ολλανδούς σε μεγάλα κέφια, να ηχογραφούν και να κυκλοφορούν τον άξιο διάδοχο των “Labyrinth of dreams” και “Suprema­cy”. Είναι γνωστό πως το pro­gres­sive met­al, όπως ΔΥΣΤΥΧΩΣ (το τονίζω αυτό, και δεν είναι φταίξιμο των ιδίων, αυτοί μια χαρά έκαναν τα πάντα) επικράτησε, το δημιούργησαν οι DREAM THEATER όχι εννοείται με το ντεμπούτο τους, μα με το “Images and words”. Οι ELEGY όμως, εξίσου παλιές καραβάνες με το Θέατρο (1986 αυτοί, 1985 οι άλλοι), δεν τους χρειάζονταν ως «οδηγούς» για να βρουν το νόημα της ζωής. Το δικό τους pro­gres­sive met­al, κατά το ήμισυ τουλάχιστον, είχε εμφανέστατες pow­er met­al, hard rock και neo­clas­si­cal καταβολές. Όπως καταλαβαίνεις, σε μια περίοδο που οι κλώνοι των DREAM THEATER ξεπετάγονταν ο ένας μετά τον άλλον και προσπαθούσαν (επί ματαίω οι περισσότεροι) να κοπιάρουν το “Images and words”, οι Ολλανδοί αντλούσαν επιρροές από το “When dream and day unite”, τους RAINBOW, τον Malm­steen και έπαιζαν “pig in the mid­dle” στη προπόνηση με τους επίσης σύγχρονούς τους SHADOW GALLERY και ROYAL HUNT. Το “Lost” είναι ένας δίσκος που θυμίζει περισσότερο το “Labyrinth of dreams” παρά το “Suprema­cy”, με τη διπλή κιθαριστική επίθεση των Henk van der Laars και Gilbert Pot και τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Eduard Hov­in­ga στη φωνή να συναγωνίζονται για το ποιος θα εντυπωσιάσει περισσότερο. Για τον τελευταίο, φαντάσου έναν τραγουδιστή στο επίπεδο του John Arch, αλλά με ακόμη ισχυρότερη και πιο ακροβατική φωνή. Άκουσε τι γίνεται σε κομμάτια σαν το “Span­ish Inqui­si­tion” και ξαναμιλάμε, όταν βέβαια συνέλθεις από το σοκ. Αυτό έμελλε να είναι και το τελευταίο άλμπουμ των ELEGY με αυτή τη σύνθεση. Η συνέχεια θα έβρισκε τον Hov­in­ga στους PRIME TIME (τσέκαρε), στους MOTHER OF SIN και σε guest εμφανίσεις, τα ίχνη του πολύ καλού πληκτρά Ger­rit Hager και του Gilbert Pot να χάνονται (αυτός έκανε ένα πέρασμα από τους HELIOSAGA) και τους εναπομείναντες Mar­tin Hel­man­tel, Dirk Bru­inen­berg και Henk van de Laars να επιστρατεύουν τον Βρετανό Ian Par­ry και να κυκλοφορούν το καλύτερο ίσως άλμπουμ της καριέρας τους, το “State of mind”. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Εσύ, αν θες να ακούσεις πραγματικό, δυναμικό, τεχνοκρατικό met­al α’ διαλογής, και αγνοείς ως τώρα το “Lost”, πάτα play…χθες.

Δημήτρης Τσέλλος

 


EXTREME – “Wait­ing for the punch­line” (A&M)

Τεράστια απογοήτευση ύστερα από τρία πετυχημένα –τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά- άλμπουμ. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 σχεδόν όλα τα συγκροτήματα (κυρίως) από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού προσπαθούσαν να προσαρμοστούν όσο γινόταν καλύτερα στα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί από την άνοδο του εναλλακτικού ήχου και του grunge στην Αμερική. Τα πράγματα ήταν δύσκολα για τις hard rock μπάντες που έβλεπαν τη δημοτικότητά τους στο ναδίρ αντιμετωπίζοντας ξεκάθαρα τον κίνδυνο της εξαφάνισης. Οι EXTREME δεν αποτέλεσαν εξαίρεση και μεταξύ μας δεν τους άξιζε καλύτερη τύχη μετά την κυκλοφορία του χειρότερου τους δίσκου.

Ναι, καταλαβαίνω ότι η πίεση από την εταιρεία ήταν μεγάλη και ότι η μπάντα έκανε το καλύτερο δυνατό. Άλλωστε η ποιότητα και μόνο του Nuno Bet­ten­court και του Gary Cherone είναι αδιαμφισβήτητη. Όμως το αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών και των περιστάσεων. Με μία λιτή και ξερή παραγωγή που δεν θύμιζε σε τίποτα τον ογκώδη ήχο των τριών προηγούμενων κυκλοφοριών, συνθέσεις που μπαλανσάριζαν ανάμεσα σε έναν εναλλακτικό ήχο με funk στοιχεία και Zep­pelin-ικές αναφορές και την κιθάρα του Nuno να προσπαθεί να σώσει τα προσχήματα, το “Wait­ing for the punch­line” αποτυγχάνει παταγωδώς. Η προσπάθεια των EXTREME να ακουστούν επίκαιροι δεν τους βγαίνει αβίαστα και έτσι η μίξη τραγουδιών που θυμίζουν πότε JANE’S ADDICTION και πότε PEARL JAM (με ολίγον τι από το παρελθόν των EXTREME λόγω funk προσανατολισμού) κρίνεται ανέμπνευστη και αποτυχημένη. Η διάλυση ήλθε λίγους μήνες μετά…

Σάκης Νίκας

 

FAITH NO MORE — “King for a day… fool for a life­time” (Slash/Reprise)

Oι FAITH NO MORE ήταν το σχήμα που ειδικά στην χώρα μας πολλοί λάτρευαν να μισούν την εποχή που έβγαζαν τα αριστουργήματά τους στην σειρά. Αυτή η κοντόφθαλμη κριτική δεν είχε να κάνει τόσο με την μουσική τους, αλλά με το γεγονός ότι στην διασκευή του “War Pigs” άλλαξαν σε μια συναυλία τους τον δεύτερο στίχο που λέει “Just like witch­es and black mag­ic” σε “Just like us, they hate Black Sab­bath”. Aυτό ταυτόχρονα θεωρήθηκε ιεροσυλία συν το γεγονός ότι στις αρχές των 90’s, εμφανίσθηκε το funk met­al ιδίωμα, κατηγοριοποιώντας κάποιοι και τους FAITH NO MORE σε αυτό.

Στα της μπάντας τώρα, ήδη από τον προηγούμενο δίσκο “Angel dust” είχαν αποφασίσει να την πάνε αλλού την βαλίτσα, μουσική χωρίς περιορισμούς και όρια μιας και οι επιρροές του ήταν ήδη πάρα πολλές. Το met­al, η soul, η pop, η jazz, η coun­try, το punk, όλα αυτά τους προκαλούσαν το ενδιαφέρον και όλα αυτά με άριστη δεξιοτεχνία κατάφερναν να τα βάλουν και να τα “δέσουν” όλα μαζί σε ένα δίσκο.

Η κατεύθυνση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να δυσανασχετήσει ο κιθαρίστας Jim Mar­tin (ο πιο met­al από όλους τους υπόλοιπους στην μπάντα), με αποτέλεσμα να απολυθεί από το σχήμα τον Νοέμβριο του ‘93 απλά με ένα fax. Eπίσης, οι σχέσεις του με τον τραγουδιστή Mike Pat­ton ήταν άθλιες, δεν μιλιόντουσαν για χρόνια και σύμφωνα με μετέπειτα δηλώσεις μελών του σχήματος λέγεται ότι ο Pat­ton τον μισούσε πραγματικά.

Mετά την απομάκρυνση του Mar­tin, για την θέση του κιθαρίστα είχαν αρχικά προταθεί οι Justin Brod­er­ick (GODFLESH) και Geordie Walk­er (KILLING JOKE) οι οποίοι και αρνήθηκαν την θέση. Έτσι όταν ήρθε η ώρα για το “King for a day….fool for a lifetime”o Pat­ton θα φέρει μόνο για της ηχογραφήσεις, τον κιθαρίστα Trey Spru­ance, του παράλληλου του project ΜR. BUNGLE. Για τις ανάγκες της περιοδείας θα προσλάβουν τον road­ie τους Dean Menta.

H υπόλοιπη μπάντα φαίνεται να τα έχει βρει μεταξύ της και με παραγωγό τον Andy Wal­lace, θα μπει στα Bearsville stu­dios στην Νέα Υόρκη για να δημιουργήσει ένα από τα καλύτερα τους album που πήγε και πολύ καλά εμπορικά τόσο σε Βρετανία (# 5 στα album charts) όσο και σε Αμερική ( #31 στα album charts).

Κομμάτια σαν τα “Get out”, “Dig­gin’ the grave” (το πρώτο sin­gle), “Evi­dence” (το τρίτο sin­gle), το παρανοϊκό και πολύ αγαπημένο μου “Τhe gen­tle art of mak­ing ene­mies”, “Star A.D”, “Richocet” (το δεύτερο sin­gle), είναι μερικά μόνο από τα καλύτερα κομμάτια αυτού του αριστουργήματος. Άλλοτε heavy, άλλοτε soul, pop , “περίεργοι”, οι FAITH NO MORE προσέφεραν ένα τεράστιο αριστούργημα , ένα από τα τρία καλύτερα albums της καριέρας τους και ένα από τα καλύτερα albums της δεκαετίας του 90.

Η περιοδεία για τον δίσκο θα ξεκινήσει από την Βρετανία, θα συνεχίσει στην Αμερική και στην Ευρώπη το καλοκαίρι, η μπάντα θα παίξει σχεδόν παντού, περιόδευσαν στην Ιαπωνία, Αυστραλία και Βραζιλία και τους βλέπουμε να παίζουν σε δεκάδες σχήματα μαζί, μερικά από τα οποία ήταν οι DANZIG, BAD RELIGION, LIMP BIZKIT, FILTER, Ozzy Osbourne, PARADISE LOST, MEGADETH.

To crossover αυτό της μπάντας έμελλε τα επόμενα χρόνια να επηρεάσει μελλοντικά σχήματα όπως οι SYSTEM OF A DOWN και δεκάδες άλλα. Ακόμα και σήμερα οι συνθέσεις του δίσκου διατηρούν την μαγεία τους και ακούγονται φρέσκες και αναλλοίωτες όπως και πριν από 26 χρόνια. Αλλά αυτό δεν κάνουν τα “μεγάλα” albums;

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

FEAR FACTORY — “Deman­u­fac­ture” (Road­run­ner)

Είναι κάποια άλμπουμ που ορίζουν τον ήχο και τον χαρακτήρα ενός συγκροτήματος. Για τους FEAR FACTORY αυτό το άλμπουμ ήρθε μόλις στη δεύτερη ολοκληρωμένη τους δουλειά με το “Deman­u­fac­ture”, δύο χρόνια μετά το ντεμπούτο τους “Soul of a new machine” στο οποίο οι death met­al καταβολές, τα grind ξεσπάσματα και οι indus­tri­al χροιά ήταν διάχυτα. Τα γεγονότα που συνέβησαν στο Los Ange­les στο πρώτο μισό των 90’s, όπως η έξαρση της βίας και η εξέγερση στους δρόμους για τον ξυλοδαρμό του Rod­ney King, η δίκη του O.J. Simp­son και τα ακραία φυσικά φαινόμενα, έδιναν την εικόνα μιας μητρόπολης που κατέρρεε και από τα συντρίμμια θα έπρεπε να φτιαχτεί κάτι καινούριο και αυτό ακριβώς εκφράζει και ο τίτλος του άλμπουμ. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που ηχογραφούσαν στα Chica­go Trax, μέρος που στο παρελθόν είχαν ηχογραφήσει δουλειές τους οι MINISTRY και οι SKINNY PUPPY, με παραγωγό τον Col­in Richard­son (NAPALM DEATH, CARCASS, BOLT THROWER) δυστυχώς αυτή η συνεργασία δεν ευδοκίμησε με τη μεταξύ τους «ψύχρα» να γίνεται αισθητή και στην ηχογράφηση με αποτέλεσμα να «μετακομίσουν» στη Νέα Υόρκη και στα Bearsville Stu­dios, με τους BON JOVI και FAITH NO MORE να ηχογραφούν τα “These days” και “King for a day… Fool for a life­time” στα διπλανά δωμάτια. Εκεί ζητούν τη βοήθεια του Rhys Ful­ber των FRONTLINE ASSEMBLY ο οποίος εκτός από τα πλήκτρα αναλαμβάνει και τη μίξη μαζί με τον Greg Reely και το “Deman­u­fac­ture” αρχίζει να παίρνει τη μορφή που είχαν οραματιστεί οι FEAR FACTORY.

To μετα-αποκαλυπτικό στοιχείο του δίσκου ενισχύθηκε όταν κατά τη διάρκεια της μίξης και του sound-edit στα Enter­prise Stu­dio το συγκρότημα έβλεπε σε μία τεράστια οθόνη μπροστά από την κονσόλα ταινίες όπως τα “Bladerun­ner”, “Ter­mi­na­tor”, “Apoc­a­lypse now” και “Robo­cop” ή έπαιζε “Street fight­er” και “Mor­tal Com­bat”, με το “Zero sig­nal” να συμπεριλαμβάνεται στο sound­track της ταινίας του τελευταίου. Το “Deman­u­fac­ture” αποτέλεσε ένα ρηξικέλευθο άλμπουμ προκαλώντας αίσθηση από τη μέρα της κυκλοφορίας του τον Ιούνιο του 1995. Ο επιβλητικός κοφτός ήχος της κιθάρας του Dino Cazares γίνεται ένα με το μηχανικό drum­ming του Ray­mond Her­rera ο οποίος τον ακολουθεί πιστά, με τις death met­al ρίζες τους να έχουν μία πιο indus­tri­al χροιά πλέον, με έντονη χρήση sam­ples και key­boards αλλά νιώθοντας την ίδια στιγμή το συγκρότημα να εκτονώνεται χωρίς να αποκόπτεται εντελώς από το death met­al παρελθόν του. Αυτή η εξωστρέφεια είχε αρχίσει από το remix EP του “Fear is the mind­killer” και την έκθεσή τους με την tech­no σκηνή όταν είχαν βρεθεί στην Ευρώπη αλλά αυτός που ξεχωρίζει με την πρόοδο του είναι ο Bur­ton C. Bell ο οποίος βρυχάται με απόλυτη άρθρωση και επιθετικότητα και την αμέσως επόμενη στιγμή τραγουδάει με καθαρή και βαθιά φωνή και μελωδικότητα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το “Repli­ca” το οποίο γυρίστηκε και video-clip καθώς και στη διασκευή στο “Dog day sun­rise” των HEAD OF DAVID, βραχύβιο συγκρότημα του Justin Broad­rick των GODFLESH και άμεση επιρροή του Bur­ton C. Bell. Η δημοτικότητά τους εκτοξεύτηκε κατακόρυφα και βρέθηκαν να περιοδεύουν στις Η.Π.Α. με τους MEGADETH, KORN και FLOTSAM AND JETSAM, με τον Ozzy Osbourne, τους IRON MAIDEN και τους BLACK SABBATH στις Η.Π.Α. και στον Καναδά και στην Ευρώπη ως head­lin­ers με τους MANHOLE και DRAIN ενώ εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα fes­ti­val σε ολόκληρη την υφήλιο όπως τα Mon­sters Of Rock, Dynamo Open Air, Big Day Out, Roskilde και φυσικά το Ozzfest. Τον Bur­ton C. Bell την ίδια χρόνια μάλιστα τον «τσίμπησε» ο τεράστιος Geezer But­ler για το project του G/Z/R και το άλμπουμ “Plas­tic plan­et”. To “Deman­u­fac­ture” είναι από τα άλμπουμ που μόνο από τα σπάργανα των 90’s θα μπορούσε να κυκλοφορήσει και παραμένει άφθαρτο και επιδραστικό μέχρι και σήμερα.

Κώστας Αλατάς

 

FIGHT — “A small dead­ly space” (Sony/Epic)

Έχουν περάσει ήδη πέντε χρόνια από τη τελευταία δισκογραφική δουλειά του Rob Hal­ford με τους JUDAS PRIEST (“Painkiller”) και δύο από τη νέα αρχή του με τους FIGHT (“War of words”). Ο μεγάλος front­man έδειχνε να διαγράφει σιγά-σιγά τις περασμένες, ένδοξες μέρες του με τους υπόλοιπους «Ιερείς» και να αφοσιώνεται στις επιταγές της σύγχρονης (τότε) σκηνής. Κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελε να κάνει για να «ανανεωθεί», μένοντας παράλληλα στους JUDAS PRIEST, αλλά τα γεγονότα τον οδήγησαν στην έξοδο. Για το “War of words” τα έχουμε πει πολλές φορές. Η αξία του είναι τέτοια που εξαρχής δεν σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και στη πορεία, με τη πάροδο των ετών, «μεγάλωσε» καλά και έφτασε να θεωρείται από τις πραγματικά καλές δισκογραφικές δουλειές του Rob. Το “A small dead­ly space” όμως, απέτυχε να το διαδεχτεί. Όχι, δεν (πρέπει να) αποτελεί πρόβλημα η ακόμη πιο σύγχρονη οπτική του. Εντάξει, καταλαβαίνω, υπάρχει κόσμος εκεί έξω που δεν ανέχεται να ακούει τη φωνή του Hal­ford να «πατά» επάνω σε «βιομηχανικό» met­al ήχο, όπου ακούς από PANTERA μέχρι FEAR FACTORY, KORN και ALICE IN CHAINS. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους, που δεν έχουμε θέμα με το είδος και κοιτάμε αποκλειστικά την αξία και τη ποιότητα των συνθέσεων, το “A small dead­ly space” αποτελεί μια «γκρίζα», μη πω «μαύρη», σελίδα, στο βιβλίο των «Hal­ford πεπραγμένων». Εξαιρουμένου του “Beneath the vio­lence” που ανοίγει τον δίσκο (το μοναδικό πραγματικά αξιόλογο κομμάτι, και αυτό γιατί είναι γεμάτο JUDAS PRIEST ιδέες) η συνέχεια είναι απογοητευτική. Με τον Mark Chaussee στη δεύτερη κιθάρα στη θέση του Russ Parish (γνωστού εδώ και χρόνια από τους STEEL PANTHER) και τους υπόλοιπους (Tilse, Jay, Travis) στα πόστα τους, η μπάντα του Hal­ford θα μπορούσε απλά να συνεχίσει στο ύφος του “War of words” και να καταθέσει άλλον έναν εξαιρετικό δίσκο. Αντ’ αυτού, θέλησε όχι να πειραματιστεί ακόμη περισσότερο, αλλά να ανέβει στο τραίνο του μοντέρνου met­al της εποχής, όταν αυτό βρισκόταν εν κινήσει. Αποτέλεσμα; Έχεις δει σε κάποια έργα (κυρίως west­ern) κάποιους που χάνουν την ισορροπία τους και εκτοξεύονται από το βαγόνι, κουτρουβαλώντας και τσακίζοντας ό,τι κόκκαλο υπάρχει; Ε, κάπως έτσι τσακίστηκαν και οι FIGHT.

Δημήτρης Τσέλλος

 

FIREHOUSE – “3” (Epic/Sony)

Στο ντεμπούτο τους, είχαν γράψει ένα “All she wrote”, ένα “Overnight sen­sa­tion”, ένα “Don’t treat me bad” και από μπαλάντες, το “Love of a life­time”. Οι FIREHOUSE συνέχισαν στο “Hold your fire” με τα “Reach for the sky” ή το “When I look into your eyes”. Στο “3”, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Φάνηκε έντονα το γεγονός ότι άργησαν να εμφανιστούν στο προσκήνιο, αφού το 1990 που κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, τα μεγάλα συγκροτήματα του hard rock/hair met­al, όπως θέλετε πείτε το, είχαν ήδη γίνει τεράστια. Το 1995, το grunge ήδη είχε σχεδόν αφανίσει όλα τα γκρουπ που έπαιζαν σ’ αυτό το στυλ και όσοι δεν είχαν κλείσει το μαγαζί, είχαν φροντίσει να αλλάξουν ύφος και να προσαρμοστούν στα δεδομένα της εποχής. Οι FIREHOUSE, αποφάσισαν να κινηθούν στην αντίθετη κατεύθυνση από τους περισσότερους, στρεφόμενοι σε πιο soft/pop μονοπάτια, ξεκινώντας από την παραγωγή. Δεν υπάρχει edge κι αυτό γίνεται αντιληπτό από το “Love is a dan­ger­ous thing”, που ανοίγει το δίσκο, ενώ έχουν και στιγμές, όπως το “Try­ing to make a liv­ing” (λέτε να αναφέρεται στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν στη μουσική βιομηχανία;) ακούγονται και αρκετά funky σημεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τον δίσκο αυτόν, το μόνο που θυμούνται οι οπαδοί τους, είναι οι δύο μπαλάντες, “Here for you” και “I live my life for you”, που κι αυτές είναι ελάχιστα εφευρετικές σε ότι αφορά τον τίτλο, αλλά και τη μουσική, αφού όλο και θυμίζουν τις προηγούμενες επιτυχίες τους. Δεκτή κάθε προσπάθεια πειραματισμού, μόνο που από εμένα, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι «όχι».

Σάκης Φράγκος

 

FLOTSAM AND JETSAM – “Drift(MCA Records)

Οι FLOTSAM AND JETSAM το 1995, είχαν ήδη 9 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας στη σκηνή, με 4 δουλειές, εκ των οποίων οι δυο πρώτες “Dooms­day for the receiv­er” το 1986 και “No place for dis­grace” το 1988, θα αποτελούν για πάντα δίσκους-μνημεία στην ευρύτερη heavy met­al σκηνή, και προσωπικά θεωρώ ότι θα τους «στοιχειώνουν» για πάντα.

Το 1995 λοιπόν, κυκλοφορούν την πέμπτη δουλειά τους με τίτλο “Drift”, τρίτη στην σειρά στην ίδια εταιρία και τελευταία σε αυτή, αφού στην επόμενη θα ξαναγύριζαν σε αυτή που τους ανέδειξε. Στο “Drift”, το συγκρότημα, θέλησε να προσθέσει και κάποια άλλα μουσικά είδη στα τραγούδια του. Κράτησε το ύφος και στυλ δόμησης της σύνθεσης των τραγουδιών που είχε παρουσιάσει στις προηγούμενες δουλειές, αφήνοντας πίσω όμως τις πιο thrashy καταβολές, επιλέγοντας να παίξει πιο straight met­al μουσική σε πιο μοντέρνο μουσικό μοτίβο, βάζοντας και κάποια indus­tri­al, grunge και alter­na­tive στοιχεία που σίγουρα οι οπαδοί δεν είχαν συνηθίσει να ακούν από το συγκρότημα. Τότε αρκετά groups είχαν κάνει κάποιες αλλαγές στον ήχο τους, κάτι που και οι FLOTSAM AND JETSAM ακολούθησαν.

Έτσι ενώ το εναρκτήριο “Me”, είχε την μουσική τους σφραγίδα, τα υπόλοιπα τραγούδια είχαν περίσσιο groove, αναμεμιγμένο με τα προαναφερθέντα μουσικά είδη που, ναι μεν δεν ηχούσαν άσχημα, απείχαν όμως σε ηχητικό σύνολο από ότι είχε ήδη παρουσιαστεί στο παρελθόν. Το “Drift”, είχε πορωτικά ριφ, δυναμικά ρεφραίν, ξεσηκωτικό feel­ing και για άλλη μια φορά έναν Eric A.K που από μικροφώνου, απέδιδε όσο καλύτερα γινόταν την κάθε σύνθεση, «κρατώντας» όλη την δουλειά. Το album όμως, απευθυνόταν σε πιο ανοιχτόμυαλους ακροατές, παρά σε πιο φανατικούς με τα προηγούμενα albums, οπαδούς. Αν άκουγες το δίσκο απερίσκεπτα, χωρίς συγκρίσεις, ίσως να ανακάλυπτες τραγούδια που θα σου έκαναν, άμεσα το κλικ και θα τα θεωρούσες αξιόλογα, αλλά μέχρι εκεί. Παρέμεινε άλλος ένας, στην μέχρι τότε καριέρα τους, που μάλλον δίχασε τους φανατικούς τους οπαδούς, αλλά θεωρώ πως κέρδισε άλλους, ίσως πιο μικρούς τότε ηλικιακά, που είχαν εντρυφήσει σε τραγούδια με πιο πολλές παραμορφώσεις στην κιθάρα και πιο «βαρύ» ήχο. Παρόλα αυτά, αν μη τι άλλο, δεν επηρέασε το group στην μετέπειτα καριέρα του.

Θοδωρής Μηνιάτης

 

FOO FIGHTERS — “Foo Fight­ers” (Capi­tol)

Οι FOO FIGHTERS άρχισαν να παίρνουν μορφή λίγους μήνες μετά την αυτοκτονία του Κurt Cobain τον Απρίλιο του ‘94, η οποία ουσιαστικά σηματοδότησε το άδοξο τέλος στην πορεία των ΝΙRVANA. Παρόλο που υπήρχαν προτάσεις στον Dave Grohl να πάει σε κάποια άλλη μπάντα και ήταν πολύ κοντά να συμμετέχει στους ΗΕARTBREAKERS του Τοm Pet­ty, o ίδιος αποφάσισε να προχωρήσει μπροστά και να χαράξει την δική του πορεία στην post NIRVANA καριέρα του.

Είχε ήδη γράψει κάποιες δικές του συνθέσεις κι αφού ήταν αρχικά ιδιαίτερα επιφυλακτικός, διάλεξε το όνομα FOO FIGHTERS ώστε το όνομα να παραπέμπει σε μπάντα και να αποκρύπτεται το γεγονός ότι αυτός μόνος του ήταν πίσω από αυτή την one man band ουσιαστικά. Για να το κάνει πράξη, θα μπει στα Robert Lang stu­dios του Seat­tle από τις 17 έως τις 23 του Οκτωβρίου του 1994 , θα παίξει και θα ηχογραφήσει όλα τα όργανα μόνος του και θα έχει καλεσμένο τον Greg Dul­li (AFGHAN WHIGS) μόνο για να παίξει κιθάρα στο κομμάτι “X- Sta­t­ic”. Oι οκτώ από τις 12 συνθέσεις που ηχογραφήθηκαν, υπήρχαν σε demos του Grohl αρκετά χρόνια πριν. Οι υπόλοιπες τέσσερις νέες συνθέσεις γράφθηκαν μετά από τον θάνατο του Kurt Cobain και ήταν τα “Χ- sta­t­ic”, “Wat­ter­shed”, “I’ll stick around” και “This is a call”. Και οι τέσσερις από αυτές τις πολύ ωραίες πραγματικά συνθέσεις, έχουν έντονο το NIRVANA άρωμα μέσα τους. Μάλιστα οι δύο τελευταίες θα κυκλοφορήσουν και σαν singles(από τα τέσσερα συνολικά που θα βγάλει ο δίσκος).

Όταν οι ηχογραφήσεις τελείωσαν, ο Dave Grohl έδωσε κασέτες σε διάφορους φίλους του για να πάρει γνώμες. Όμως όλο αυτό τράβηξε το ενδιαφέρον των δισκογραφικών εταιριών, και ξαφνικά θα υπογράψει με την Capi­tol. Αμέσως θα δημιουργηθεί μια μπάντα ώστε να μπορεί να βγει στην σκηνή και να αποδώσει το υλικό. Τα μέλη θα ήταν ο κιθαρίστας Pat Smear (tour­ing κιθαρίστας των ΝΙRVANA που συμμετείχε επίσης και στο “ΜΤV Unplugged”) και το rhythm sec­tion των SUNNY DAY REAL ESTΑTE Νate Mendel και William Gold­smith. Όλοι τους, εκτός τους drum­mer, William Gold­smith, παραμένουν στην μπάντα μέχρι σήμερα.

Η αλήθεια είναι ότι όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος στις 04/07/1995 απέσπασε πολύ θετικές κριτικές από παντού, ήταν ακόμα πολύ φρέσκια και έντονη η απουσία των ΝΙRVANA από το προσκήνιο και επιπλέον και εμπορικά, ο δίσκος είχε εξαιρετική αποδοχή αφού κατάφερε να φτάσει στο # 23 στην Αμερική και στο #3 στην Βρετανία. Ήταν ένα εξαιρετικό ντεμπούτο, μπορεί να έφερνε αναμνήσεις από το παρελθόν του Dave Grohl, αλλά νομίζω ότι το πιο σημαντικό πέρα από τον δίσκο καθ’ αυτόν, ήταν ότι εδραίωσε το όνομα FOO FIGHTERS και έσωσε αυτοπεποίθηση στον Grohl για να συνεχίσει το όραμα του, με τα αποτελέσματα όλης αυτής της πορείας της μπάντας αλλά και όλα τα θαυμάσια που κατά καιρούς κάνει ο ίδιος, να τα απολαμβάνουμε τα τελευταία 25 χρόνια.

Tέλος, στην περιοδεία του δίσκου ήμασταν κοντά να τους απολαύσουμε στο Rock of Gods στην Φρεαττύδα το 1996, αλλά η συναυλία ακυρώθηκε (σύμφωνα με την ανακοίνωση της διοργάνωσης) λόγω τραυματισμού του Grohl την προηγούμενη ημέρα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

GAMMA RAY – ”Land of the free” (Noise)

Σωτήριον έτος 1995 και ο νονός του pow­er met­al αφήνει παρακαταθήκη το τρίτο και μνημειώδες άλμπουμ για το είδος, ”Land of the free” αυτή την φορά με το προσωπικό του σχήμα τους GAMMA RAΥ. O Kai Hansen ή αλλιώς και όχι άδικα ”νονός του pow­er” είναι ο άνθρωπος που το όρισε, μέσω των HELLOWEEN φυσικά, κυκλοφορώντας μαζί τους τρεις υπέροχους δίσκους και 2 από τους πιο σημαντικούς στο ιδίωμα και όχι μόνο. Εν συνεχεία έκανε πράξη το ”I want out” που φώναζε στο ”Keep­er.… II”, έφτιαξε το δικό του σχήμα, τους GAMMA RAY ένα χρόνο και κάτι μετά την φυγή του, κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικό ντεμπούτο και 2 ακόμα πολύ καλούς σε γενικές γραμμές δίσκους με τον Ralf Scheep­ers στα φωνητικά. Έδωσε την ευκαιρία έτσι στον εαυτό του να βρει τα πατήματά του, να βγάλει τα γούστα του, να πειραματιστεί και γενικά να νιώσει πλήρως απελευθερωμένος και άνετος συνθετικά και στιχουργικά. Το βασικότερο όμως από όλα ήταν το γεγονός πως πλέον ένιωθε χαρούμενος με αυτό που έκανε και αυτό είναι κάτι που για τον άνθρωπό και μουσικό Kai Hansen είναι το πιο σημαντικό από όλα. Έτσι πολύ απλά μετά και την φυγή του ψηλού (Scheep­ers) που το είχε καημό να γίνει Hal­ford στην θέση του Hal­ford, κάτι που δυστυχώς για εκείνον δεν του έκατσε καθώς η θέση ως γνωστόν κατελήφθη από τον Owens, o Hansen αναλαμβάνει τα φωνητικά και γράφει τον υπερδίσκαρο ”Land of the free”. Το βασικό όπως είπαμε είναι πως περνάει καλά και το ευχαριστιέται όσο δεν πάει, έχει βρει ακριβώς πως θέλει να κινηθεί και καταφέρνει να γράψει έναν εκπληκτικό δίσκο από την αρχή ως το τέλος, αποτελούμενο από δέκα υπέροχες συνθέσεις και τρία ιντερλούδια. Μεταξύ μας ακόμα και αν υπήρχαν σε αυτό τον δίσκο μόνο τα ”Rebel­lion in dream­land”, ”Land of the free”, ”Man on a mis­sion”, ”Gods of deliv­er­ance”, ”Abyss of the void” και πάλι δισκάρα θα τον λέγαμε. Πόσο δε μάλλον, όταν δίπλα σε αυτά στέκουν κάτι ”All of the damned”, ”Sal­va­tion call­ing”, ”Time to break free”, ”Farewell” και φυσικά το ”After­life” που ήταν αφιερωμένο στον αδικοχαμένο, φίλο και συνοδοιπόρο του Hansen στους HELLOWEEN Ingo Schwicht­en­berg. Σε αυτά να προσθέσουμε και τις συμμετοχές των πάντα πολύ καλών φίλων του Kai, Michael Kiske και Han­si Kursch που χαρίζουν τις φωνές τους τόσο τραγουδώντας ντουέτο με τον Hansen όσο και κάνοντας δεύτερα φωνητικά στο άλμπουμ, αλλά και την βοήθεια του μουσικού και παραγωγού Sascha Paeth που έπαιξε τα πολύ στοχευμένα πλήκτρα και βοήθησε ως τεχνικός ήχου. Εκπληκτική φυσικά και η αψεγάδιαστη παραγωγή της τριάδας των Char­lie Bauer­feind, Kai Hansen και Dirk Schlächter. Θέλετε να πούμε και άλλα; Νομίζω πως δεν χρειάζεται! Πατάτε το play και απολαμβάνετε έναν από τους κορυφαίους δίσκους κατ’ εμέ όχι μόνο του 1995 αλλά γενικότερα του heavy met­al, ανεξαρτήτως ιδιώματος. Δυο χρόνια μετά οι GAMMA RAY και ο Kai Hansen θα κυκλοφορήσουν ένα ακόμη μεγαλειώδη δίσκο το ”Some­where out in space” που θα πάρει και αυτός δικαιολογημένα την θέση του δίπλα στα ”Keep­ers… I&II” και ”Land of the free”, μεγαλώνοντας έτσι ακόμα περισσότερο των μύθο του ”νονού του pow­er”, αλλά αυτά στο αφιέρωμα του 1997 όταν έρθει η ώρα. Προς ώρας είπαμε…

”Voic­es are call­ing from some­where below
Melt­ing on the east­ern shore
Rain is falling down on me,
Been wait­ing for eternity…
I’ll be there!
Free­dom for us all!”

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

 

THE GATHERING – “Mandylion” (Cen­tu­ry Media)

To 1993 ήταν καταστροφική χρονιά για το «ολλανδικό θαύμα» και η μπάντα έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή, αφήνοντας πίσω την πρώτη τους περίοδο που είχε ξεκινήσει το 1989. Από τις audi­tion που έστησαν προσπάθησαν να βρουν τον καλύτερο συνδυασμό αντρικών και γυναικείων φωνητικών. Η επιλογή της Anneke van Gies­ber­gen τους οδήγησε στην απόφαση να έχουν μόνο γυναικεία φωνητικά για τις ιδέες που είχαν ήδη ετοιμάσει. Στα demos τους η ηχητική τους κατεύθυνση διαφέρει κατά πολύ από την αντίστοιχη που τους δόθηκε στις δύο βδομάδες του Ιουνίου στα Wood­house stu­dios με παραγωγούς τους Sig­gi Bemm και Walde­mar Sorych­ta. Στις 22 Αυγούστου που κυκλοφόρησε το “Mandylion” έκανε πάταγο και μια νέα εποχή ξεκινούσε για την σκληρή μουσική. Η θέση της front­woman θα έβρισκε το αρχέτυπό της στην 22χρονη Anneke όπως και τα pho­to ses­sions. Βέβαια οι πρώτοι που είχαν front­woman ήταν οι ΤΗΕ 3rd AND THE MORTAL, αλλά σε main­stream επίπεδο εκείνοι που άλλαξαν τα πάντα ήταν αυτή η παρέα από το Nijmegen. O ήχος του δίσκου είναι ο τυπικός «Cen­tu­ry Media ήχος» και ακόμα και οι ίδιοι αποδέχονταν την ταμπέλα “4AD met­al” που τους είχαν δώσει για να τους προσδιορίσει. Οι DEAD CAN DANCE και οι COCTEAU TWINS μαζί με τους PINK FLOYD είναι κύριες επιρροές τους σε αυτό τον πολύπλευρο δίσκο, στον οποίο συνυπάρχουν το καταιγιστικό “Eleanor” με το ambi­ent “Mandylion” και το ονειρικό “Sand and mer­cury”. Κακά τα ψέματα, η επιτυχία τους στηρίχτηκε στο “Strange machines”,  ένα sin­gle που είναι το πιο γνωστό τους κομμάτι, για το οποίο είχε γυριστεί και video clip, αλλά δεν αξιοποιήθηκε, μιας και το group δεν ήταν ευχαριστημένο με το αποτέλεσμα. Κανείς δεν ξέρει πως θα ηχούσαν αυτές οι συνθέσεις αν κατέληγαν οι συνθέσεις στα χέρια άλλης εταιρίας! Τα demos που υπάρχουν διαθέσιμα εδώ και 15 χρόνια δείχνουν ότι ο ξερός και δυνατός ήχος των Wood­house μάλλον δεν ταιριάζουν στο ύφος που ήταν γραμμένα. Αλλά η ιστορία γράφτηκε και το “Mandylion” είναι ένας κομβικός δίσκος όχι μόνο για τους THE GATHERING, αλλά για το σύνολο της σκληρής μουσικής.

Λευτέρης Τσουρέας

GRAVE DIGGER – “Heart of dark­ness” (GUN Records)

Το 1995 οι GRAVE DIGGER είχαν ήδη στις πλάτες τους 11 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, με albums που εξυμνούσαν την χώρα προέλευσης τους. Στα 3 πρώτα προτίμησαν να «κινηθούν» σε πιο κλασσικές heavy met­al φόρμουλες, ενώ στο “The reaper” του 1993 (το “Stronger than ever” σαν DIGGER είναι εκτός συναγωνισμού) πρόσθεσαν και κάποια, πιο pow­er met­al στοιχεία της τότε εποχής στον ήχο τους. Έτσι σιγά, σιγά είχαν φτιάξει το μουσικό στυλ που ήθελαν να έχουν, και το 1995 κυκλοφορούν την πέμπτη (αν εξαιρέσουμε το “Stronger than ever”) ή αλλιώς την έκτη (αν το συμπεριλάβουμε) album τους, “Heart of dark­ness”, τίτλος που δανείστηκαν από την ομώνυμη νουβέλα του Joseph Conrad.

Όσοι είχαν ακούσει τις προηγούμενες δουλειές τους, ήξεραν πάνω κάτω τι να περιμένουν ηχητικά και το group δεν χάλασε κανένα χατίρι, αφού δεν υπήρχαν ηχητικές διαφορές. Για ακόμα μια δουλειά ο ακροατής θα άκουγε «αέρινα», ξεσηκωτικά και πορωτικά σε πληθώρα τραγούδια, που όντας βασισμένα στα πιο κλασικά heavy met­al στοιχεία της Γερμανικής σκηνής, «μπόλιαζαν» με όμορφο τρόπο και με πιο δυναμικά μέρη, δημιουργώντας ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Το album στιχουργικά ήταν πιο «σκοτεινό» με θεματολογία που ασχολιόταν με το μίσος, το θάνατο, την προδοσία κλπ. Όπως και στα προηγούμενα albums τους, συνθετικά όμως, οι τραχείς και στακάτες συνθέσεις με κύριο χαρακτηριστικό τις πολύ ωραίες μελωδίες και το ηχητικό τσαγανό είχαν και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο, σε όποιο tem­po και να ήταν η κάθε μια. Τα έξυπνα τοποθετημένα ριφ που, μπορεί να μην είχαν εναλλαγές, ήταν όμως άκρως πορωτικά και ξεσηκωτικά, άμεσα σου «ανέβαζαν» την διάθεση και έτσι δεν γινόταν να σε αφήσουν αδιάφορο. Οι GRAVE DIGGER ακολουθούσαν μια συνταγή που ήταν άκρως επιτυχημένη με τραγούδια που ξεχείλιζαν από θέληση ακρόασης από τον κόσμο, θέτοντας τις βάσεις για την επόμενη χρονιά από την οποία και μετά, άλλαξε όλη τους η καριέρα.

Θοδωρής Μηνιάτης

 

GRIP INC. – “Pow­er of inner strength” (SPV)

Όταν κυκλοφόρησε το “The pow­er of inner strength” δεν έκανε τον πάταγο που δικαιούται. Υπήρξε κάποια κινητικότητα, ορμώμενη από την παρουσία του Dave Lom­bar­do, όμως το μέγεθος και την προοδευτική του τάση, λίγοι τα αγκάλιασαν τότε. Οι GRIP INC. ήταν το πνευματικό παιδί του Πολωνού κιθαρίστα Walde­mar Sorych­ta, του πιο δραστήριου παραγωγού της Cen­tu­ry Media εκείνη την εποχή και καρπός της συνεργασίας του με τον διάσημο drum­mer, στο πειραματικό σχήμα των VOODOO CULT του Philip Boa. Με την προσθήκη και του Gus Cham­bers, μετατράπηκαν σε ένα εκρηκτικό μίγμα επιθετικού, μοντέρνου και αντι-συστημικού thrash που δεν βασιζόταν στην ταχύτητα, αλλά την ένταση σε κιθάρες και φωνή, πλαισιωμένη από την τεχνική του Lom­bar­do στα τύμπανα. Το 1995 άλλωστε, το thrash είχε περισσότερο groove και έντονα hard­core στοιχεία, κάτι που αντανακλάται και στον ήχο των GRIP INC. Υπάρχουν απίστευτα τραγούδια (“Cleanse the seed”, “Mon­ster among us” και το “Guilty of inno­cence” που χτίζει βήμα-βήμα την ένταση) που δημιουργούν την μοναδική ταυτότητα των GRIP INC. λες κι έπαιζαν μαζί χρόνια, παρόλο που αυτό ήταν το ντεμπούτο τους. Το “Hostage to Heav­en” είναι πλέον κλασικό, μάλλον το πιο πιασάρικο, αν και σκληρό κομμάτι τους. Μπορεί να υποδαυλίζεται από το mid-tem­po ύφος των SLAYER, όμως τόσο η στεγνή κι επιθετική φωνή του Cham­bers, όσο και η διαφορετική κιθαριστική προσέγγιση του Sorych­ta κάνουν τους GRIP INC. μοναδικούς. Αφήστε που οι Αμερικάνοι ήταν και σε άθλια φάση εκείνα τα χρόνια. Οδοστρωτήρας, όπως και το καταστροφικό “Heretic war chant”, τεχνικό όπως το “Sav­age seas”! Έχουμε κι έναν Lom­bar­do που παίζει πιο μεστά, με περισσότερες τεχνικές από αυτές που έδωσε στους SLAYER και μια παραγωγή διαμαντένια που βοηθά όλους να λάμψουν. Με λίγα λόγια, μια τιτάνια δουλειά.

Γιώργος “Ostra­cized” Κουκουλάκης

 

Tags: , , , , , , , , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece