Banner Top
Banner Content

Με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, κλείνουμε και το αφιέρωμα στο 1995, το πρώτο μέρος του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ και το δεύτερο μέρος του, εδώ. Πάντα με αλφαβητική σειρά και για πρώτη ίσως φορά με τόσες ελληνικές κυκλοφορίες, αλλά και με κλασικά άλμπουμ, άλμπουμ που βγήκαν από καλλιτέχνες με λίγη έμπνευση, με ιδιώματα που είτε αναπτύσσονταν τότε, είτε βρίσκονταν σε παρακμή, με λίγα λόγια, απ’ όλα έχει ο μπαξές!!! Ώρα να έχετε, να διαβάζετε και όπως πάντα, στο τέλος του κειμένου, ακολουθεί ενδεικτική Spo­ti­fy λίστα.

Διαβάστε το πρώτο μέρος.

Διαβάστε το δεύτερο μέρος.

VINCE NEIL – “Carved in stone” (Warn­er Bros)

To 1995 πρέπει να ήταν και να είναι η χειρότερη χρονιά στη ζωή του Vince Neil. Ο τραγουδιστής των MOTLEY CRUE βιώνει την ασθένεια της κόρης του Sky­lar, την βλέπει να αργοσβήνει και παράλληλα αποφασίζει να γράψει νέα μουσική. Η Sky­lar φεύγει από τη ζωή και ο Neil είναι μέσα στα χάπια και τα αντικαταθλιπτικά. Μία κόλαση από την οποία θα αργήσει να βγει ο τραγουδιστής καθώς ούτε το reunion με του άλλους τρεις αλητάμπουρες θα τον κάνει να νιώσει καλύτερα.

Στα του άλμπουμ. Δε νομίζω ότι ο δίσκος είναι άξιος ανάλυσης. Είναι ένα πολύ κακό άλμπουμ. Από όλες τις απόψεις. Κακά τραγούδια, ακόμα πιο κακή παραγωγή, μία μίξη rock και hip hop, με τραγικά αποτελέσματα. Μοναδική εξαίρεση το τραγούδι για την αγαπημένη του κόρη! Μία κατάθεση ψυχής ενός πατέρα προς το αγγελούδι του που χάθηκε τόσο γρήγορα από τη ζωή. Στίχοι που σου δένουν κόμπο το στομάχι… Αξίζει να του δώσετε μία ακρόαση διαβάζοντας τους στίχους… Ο Vince Neil έχει δηλώσει πως κανένας δεν ήταν έτοιμος να ακούσει έναν τέτοιο δίσκο εκείνη την εποχή. Το θεωρούσε πρωτοτυπία και πως αν είχε κυκλοφορήσει κάπου στα μέσα του 2000 θα είχε πουλήσει για πλάκα 15.000.000 αντίτυπα.

Μεταξύ μας, νομίζω πως δεν θα πούλαγε ούτε το 1/3. Αλλά ας είναι, δεν υπάρχει λόγος να «κράξω» τον λατρεμένο μου Vince. Αν είστε οπαδοί και γουστάρετε, ακούστε το και αγοράστε το. Αν πάλι όχι, το “Skylar’s song” αξίζει της προσοχής σας! Για εκείνο το αγγελούδι που έχασε τη μάχη με τον καρκίνο…

Ντίνος Γανίτης

 

OLD MAN’S CHILD — “Born of the flick­er­ing” (Hot Records)

Ηχογραφημένο τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1995, το “Born of the flick­er­ing” είναι το ντεμπούτο άλμπουμ των Νορβηγών Black­sters OLD MAN’S CHILD. Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει ένα Demo το 1994, το “In the shades of life”, ο Galder των DIMMU BORGIR πίσω από το μικρόφωνο, στις κιθάρες και τα πλήκτρα, τότε με το ψευδώνυμο Gru­som, σε συνεργασία με τον Tjo­dalv (τότε κιθαρίστα των DIMMU BORGIR, στα δύο πρώτα άλμπουμ τους) στα τύμπανα, ενώνουν τις δυνάμεις τους με τους Aldrahn (THORNS) επίσης στα φωνητικά, Gonde (VESTIGE OF VIRTUE) στο μπάσο και Jar­dar στις κιθάρες για την κυκλοφορία του πρώτου ολοκληρωμένου τους δίσκου.

Με το δεύτερο κύμα του Νορβηγικού Black Met­al να έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις αλλά και φανατικό κοινό, οι OLD MAN’S CHILD έρχονται διατηρώντας ένα «σατανικό» στιχουργικό υπόβαθρο να γίνουν μέλος αυτού που αποκαλούμε μελωδικό Black Metal.

Προφανώς και η παραγωγή ενός Black Met­al άλμπουμ εκείνης της εποχής, εσκεμμένα δεν είναι υψηλού επιπέδου αλλά παράλληλα, υπάρχουν πολλά όμορφα μελωδικά τμήματα που δεν ξεχωρίζουν αρκετά λόγω της παραγωγής του. Αν και δεν είναι στο επίπεδο κάποιων μεταγενέστερων κυκλοφοριών του συγκροτήματος, αυτό το άλμπουμ ξεχωρίζει σίγουρα σε σύγκριση με πολλές σύγχρονές του κυκλοφορίες. Τόσο όσον αφορά την ατμόσφαιρα όσο και τη σύνθεση τραγουδιών, το “Born of the Flick­er­ing” έχει μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο Black Met­al από αυτήν που έκαναν οι περισσότεροι άλλοι καλλιτέχνες του είδους τότε.

Αν κάτι διαχωρίζει ευκρινώς  τους  OLD MAN’S CHILD  από την πλειοψηφία του νορβηγικού Black Met­al του 1995, είναι η χρήση τυπικών Ηeavy Μetal riff και σόλο. Ο Galder, είχε πάντα έναν εξαιρετικό τρόπο με τις μελωδίες και την χρήση τους και αυτό φαίνεται και εδώ.

Όσον αφορά τα τραγούδια επιμέρους, τα “Born of the flick­er­ing”, “On through the desert storm” και “Chris­t­ian death”, με τα Death Met­al γρυλίσματα αναμεμειγμένα με τα τυπικά φωνητικά του Βlack Μetal, τα κάνει να ξεχωρίζουν από μία κυκλοφορία λίγο υποτιμημένη, λίγο κατώτερη της υπόλοιπης καριέρας του σχήματος, όμως και αυτή με την δική της σπουδαιότητα και θέση στο ιδίωμα.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

 

ON THORNS I LAY – “Sounds of beau­ti­ful expe­ri­ence” (Holy Records)

Η Holy Records, στα μέσα των 90s, έχει για τα καλά απλώσει τα δίχτυα της στην Ελληνική under­ground σκηνή. Μία από αυτές τις μπάντες που είχε στο ρόστερ της ήταν οι Αθηναίοι ON THORNS I LAY. Το ντεμπούτο τους ήταν το “Sounds of beau­ti­ful expe­ri­ence”, ένα αμάλγαμα death/doom με goth­ic υφές. Παρόλο που ο ήχος, δεν κολάκευε το συγκεκριμένο ύφος, κατάφεραν να κερδίσουν περίοπτη θέση στην εποχή της άνθησης του extreme ήχου στα μέρη μας. Γενικά, στο δίσκο υπάρχουν αρκετές εναλλαγές σχεδόν στα πάντα. Είτε αυτά είναι τα φωνητικά, τα οποία κατά το πλείστον είναι σε death φόρμες, αλλά με αρκετά καθαρά (τα οποία υστερούν όμως), είτε στις κιθάρες, στις οποίες ακούμε αρκετά ξεσπάσματα, αλλά και αργόσυρτα lead riffs υπό τη συνοδεία πλήκτρων. Μπορεί ο δίσκος, υπό την αύρα του Γιώργου Ζαχαρόπουλου aka Magus και του Ευθύμη Καραδήμα (NIGHTFALL), να έβαλε τους ON THORNS I LAY στα εφηβικά ακούσματα μας, ωστόσο καθαρά υποκειμενικά, η μπάντα «ανήκει» στο ύφος που παίζει στις μέρες μας. Το “Sounds of beau­ti­ful expe­ri­ence” έχει όμως την εκτίμηση μου, για… νοσταλγικούς λόγους!

Γιώργος Δρογγίτης

 

OPETH – “Orchid” (Peaceville)

Για κάποιον σαν εμένα που δεν είχε πολλές παρτίδες με το grunge στη ζωή του τα 90s τα οποία κατακλύστηκαν από την συγκεκριμένη σκηνή ήταν η περίοδος που ανακάλυπτα πολλά πράγματα στην μουσική που μου αρέσει και αγαπώ. Ένα από αυτά προφανώς και ήταν οι OPETH και το ντεμπούτο τους ”Orchid”, το οποίο θεωρώ ίσως ως έναν από τα πιο ενδιαφέροντα ντεμπούτα κατά το δεύτερο αυτό μισό της δεκαετίας των 90s. Ένα άλμπουμ που μπορεί να μην είναι ο κορυφαίος δίσκος της ζωής τους, ούτε καν στην πεντάδα τους για τον γράφοντα τουλάχιστον, όμως είναι ένα εξαιρετικό ντεμπούτο και ένας από τους καλύτερους τρόπους για να μας συστηθούν. Κατά βάση αυτό που μου κίνησε το ενδιαφέρον και το πιο σημαντικό, κατ’ εμέ, στο ”Orchid” είναι η pro­gres­sive δομή και ο συνδυασμός των 70’s και ψυχεδελικών στοιχείων της μουσικής των Σουηδών με τα ακραία μέτρα του black και του death, που είναι ‑θεωρητικά πάντα- η βάση τους στο πρώτο τους αυτό άλμπουμ. Οι OPETH λοιπόν σε αυτό το εξαιρετικό ξεκίνημα τους απευθύνονταν ξεκάθαρα σε ανοιχτά μυαλά και αυτιά. Καθώς μέσα στα black και death δεδομένα του δίσκου σε καθηλώνουν με ακουστικές κιθάρες, καθαρά κατά τόπους φωνητικά, πιάνο, μπόλικη jazz διάθεση και φυσικά τον pro­gres­sive μανδύα που θα τους ακολουθήσει σε όλη τους την πορεία μέχρι και σήμερα, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε χωρίς. Είναι πραγματικά κρίμα νομίζω που κατά την πορεία της μέχρι τώρα καριέρας τους, κατά βάση ο Mikael Aker­feldt δηλαδή όντας το μόνο μέλος που έχει παραμείνει στην σύνθεση της μπάντας, ξεχνάνε αρκετά αυτό το πολύ καλό ντεμπούτο. Για τον απλό λόγο πως τραγούδια σαν τα ”In mist she was stand­ing”, ”For­est of Octo­ber”, ”Under the weep­ing moon” και ”Twi­light is my robe” είναι κρίμα να μην μας τα θυμίζουν ως σχήμα πού και που δίνοντας τους χώρο είτε στα live τους, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο θα μπορούσαν να τιμούν το ντεμπούτο τους.

Το ”Orchid” λοιπόν κατά την εκτίμηση μου είναι από τα άλμπουμ που επιβεβαιώνουν την γνωστή ρήση ”η αρχή είναι το ήμισυ του παντός” καθώς είναι ένα άλμπουμ που οδήγησε σε μια εκπληκτική πορεία με αρκετές αλλαγές μεν, αλλά με την ίδια προοδευτική λογική δε μέχρι και το ”Water­shed”, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά. Από εκεί και κάτω μπορεί να χάθηκε η μαγεία και η έκπληξη από την μουσική τους αλλά σίγουρα με τις βάσεις που είχαν βάλει δεν μπορούσε να χαθεί το όνομα των OPETH. Δικαίως και μπράβο τους για αυτό, έστω και αν δεν μου κεντρίζουν έκτοτε και τόσο πολύ το ενδιαφέρον, χωρίς να σημαίνει αυτό πως δεν τους παρακολουθώ. Κλείνοντας να πω πως όποιος δεν έχει έρθει σε επαφή με το ντεμπούτο των Σουηδών pro­gres­sive met­allers, κάτι που το θεωρώ δύσκολο για ανθρώπους που γουστάρουν το prog ως κεντρική ιδέα στην μουσική, να το πράξουν άμεσα, μόνο να κερδίσουν έχουν.

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

 

THE ORGANIZATION – “Savor the fla­vor” (Met­al Blade)

Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά. Οι ORGANIZATION, όπως έχουμε πει στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος στο 1993, είναι ουσιαστικά οι DEATH ANGEL χωρίς τον Mark Osegue­da, τον τραγουδιστή τους, που μετά το “Act III” και το σοβαρό τους ατύχημα με το tour bus, αλλά και το διωγμό τους από τη Gef­fen (και διάφορα άλλα γεγονότα), αποφάσισε να πάει στη Νέα Υόρκη και να σταματήσει να ασχολείται με τη μουσική. Ο κιθαρίστας, Rob Caves­tany ανέλαβε τα φωνητικά και το ύφος των ORGANIZATION, ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό των DEATH ANGEL. Δηλαδή, το τεχνικό και πολύ ιδιόμορφο thrash είχε κάνει πέρα και είχε αφήσει χώρο σε αρκετά έως πολύ πειραματικά πράγματα. Κι αν το ομώνυμο ντεμπούτο, μου είχε αφήσει μία θετική γεύση, το “Savor the fla­vor” ποτέ δεν μου έκατσε καλά. Ούτε και τώρα που το επισκέφθηκα εκ νέου για να γράψω τούτες τις αράδες.

Είναι προφανές ότι στην Αμερική αλλά και στον κόσμο όλο εκείνη την περίοδο, ελάχιστοι ασχολούνταν με το thrash met­al, οπότε το άλμπουμ αυτό, έχει μία σαφή alter­na­tive χροιά, με διάφορα punk (“The draught”) αλλά και funk στοιχεία που υπήρχαν διάσπαρτα και στο ντεμπούτο. Το μεγάλο πρόβλημα, ήταν πως οι συνθέσεις, με την εξαίρεση ίσως του “The chase”, δεν σου έμεναν στο μυαλό, περνούσαν και δεν ακουμπούσαν. Ελάχιστες εκλάμψεις και δεν είναι τυχαίο πως δεν έβγαλαν άλλο δίσκο, παρά ο Caves­tany αργότερα έκανε τους SWARM (όταν και είχα ξεκινήσει αλληλογραφία μαζί του). Το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, το “By the time”, είναι αρκετά καλό, πάντως, αλλά για τους μύστες, που ακούνε τους δίσκους ολόκληρους και δεν «κλέβουν», αν έχουν λίγη υπομονή, μετά το τέλος του, μπορούν να ακούσουν μία πραγματικά καλή διασκευή στο κλασικό “Do it again” των STEELY DAN. Κλείνω με μία υποσημείωση. Ουσιαστικά η εταιρία τους, είναι η Unsafe Unsane Record­ings και τη διανομή τους είχε αναλάβει η Met­al Blade. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρισκόταν μόνο ως CD εισαγωγής κι –ευτυχώς- η πολύ ακριβή τιμή του (σε συνδυασμό με τα πολλά χρήματα που είχα δώσει για το ντεμπούτο τους, χωρίς να ανταποκρίνεται η αξία του), με απέτρεψαν από το να το αγοράσω. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Σάκης Φράγκος

OZZY OSBOURNE – “Ozzmo­sis” (Epic)

Όλοι μιλούσαν για το τέλος της καριέρας του Οzzy το 1995, σε σημείο που το “Live & loud” θεωρείτο η τελευταία του δουλειά. Πλέον του “No more tours”, η επανασύνδεση που επιχειρήθηκε με τους BLACK SABBATH, δεν έγινε ποτέ. Όμως ο ίδιος είχε άλλα σχέδια και παρά την αποτυχημένη συνεργασία με τον Steve Vai και τον Bob Dais­ley, που δεν μετουσιώθηκε σε δίσκο, επανεκκίνησε την διαδικασία με τον Zakk Wylde. Μάλιστα, υπήρχαν αρκετές αχρησιμοποίητες ιδέες από το “No more tears” τις οποίες ολοκλήρωσαν. Ανάμεσά τους ήταν η εξαιρετική μπαλάντα “Old L.A. tonight” που κλείνει το άλμπουμ, το “Tomor­row” που εύκολα έμπαινε στο προηγούμενο άλμπουμ και το πρώτο sin­gle το “Per­ry Mason”.

To “Ozzmo­sis” εκτός από συνθετική ομάδα, άλλαξε στην πορεία τόσο το line-up όσο και την ομάδα παραγωγής. Εν τέλει ο Michael Bein­horn ολοκλήρωσε το έβδομο προσωπικό άλμπουμ του Prince of Dark­ness χτίζοντας ένα σκοτεινό, πιο σκληρό και πιο «αναλογικό» ήχο. Για άλλη μια φορά, ο Ozzy πιάνει τον παλμό της εποχής, με αρκετά τραγούδια σε σκοτεινό, εσωστρεφές πνεύμα, ενώ ακόμα και τα πιο δυνατά, δεν ήταν γρήγορα για να συγκριθούν με παλιότερα όπως το “I don’t want to change the world” ή το “Mir­a­cle man” για παράδειγμα.

Το “I just want you”, γραμμένο από τον Jim Val­lance (βλ. Bryan Adams), είναι ένα καθαρόαιμο pop τραγούδι, που έγινε πιο σκληρό με την παραγωγή, όπως και το “Ghost behind my eyes”, που φανερώνει την αγάπη του Ozzy για τους BEATLES. Η μέση του δίσκου, είναι και η κορυφή, με “Thun­der under­ground” (ριφάρα γραμμένη από τον Geezer στην πιο SABBATH στιγμή του δίσκου), “See you on the oth­er side” (κλασικό και με την συμβολή του Lem­my στους στίχους) και “Tomor­row” (o Zakk ροκάρει σε στυλ ALICE IN CHAINS). Το “Denial” μπορεί να είναι αχρείαστο, ενώ το “My lit­tle man” (γραμμένο για τον γιο του, τον Jack) όπως και το “Aimee” που έμεινε απέξω αρχικά (για την μεγάλη κόρη του / μπήκε στην επανέκδοση) είναι πολύ προσωπικά και δεν κρίνονται.

Μπορεί στο τέλος να έπαιξε τα τύμπανα ο Deen Cas­trono­vo, που ενδιάμεσα είχε αντικαταστήσει τον Randy Castil­lo, ενώ ο Zakk Wylde έδειχνε έτοιμος να μπει στους GUNS N’ ROSES όσο το αφεντικό σκεφτόταν να αποσυρθεί, αλλά στο τέλος γύρισε στο σχήμα. Στο μπάσο όμως, δεν επέστρεψε ο Mike Inez, αλλά ο νεο-αποχωρήσαντας (ξανά) από τους BLACK SABBATH, Geezer But­ler. Βέβαια, αυτός ο δίσκος, τον έβγαλε από το τρυπάκι της συνταξιοδότησης (πάνε 25 χρόνια και βάλε) αν και χρειάστηκαν 6 ολόκληρα χρόνια για να κυκλοφορήσει τον επόμενο.

Γιώργος “Tomor­row” Κουκουλάκης

PARADISE LOST — “Dra­con­ian times” (Music for Nations)

Το 1995, έμελλε να είναι ένα σημαδιακό έτος για το ένα από τα λεγόμενα «τριάδα της Peaceville» συγκροτήματα. Από τους πρωτοπόρους της Doom/Death Met­al σκηνής, γεννήτορες ενός υποείδους, αυτού του Goth­ic Met­al. Βασική επιρροή για όλα τα πρώτα συγκροτήματα της αρχής αυτού του ιδιώματος αλλά και όσων το εκπροσώπησαν και συνεχίζουν να το υπηρετούν μέχρι σήμερα. Οι ρίζες που οι ίδιοι φύτεψαν με το εκπληκτικό άλμπουμ τους “Goth­ic” του 1991, απέδωσαν τους καρπούς τους με το “Icon” του 1993, για να φτάσουν στην πλήρη καρποφορία τους το έτος 1995.

Ένα άλμπουμ σταθμός στην ιστορία όχι μόνο της μεγάλης τετράδας από το Hal­i­fax του Ηνωμένου Βασιλείου, ούτε καν στην ιστορία του Goth­ic met­al μόνο, αλλά σε ολόκληρη την ιστορία του Met­al, ανεξαρτήτως είδους, κατηγορίας, ταυτότητας. Ένα άλμπουμ που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της μελαγχολίας, της επιβλητικής, σκοτεινής ατμόσφαιρας, όλου του Γοτθικού μεγαλείου που ρέει σε κάθε δευτερόλεπτο των 48:55 λεπτών διάρκειάς του.

Το 1995, οι PARADISE LOST, χάρισαν στον κόσμο το “Dra­con­ian times”.

Με χαρακτηριστικό τους την αλλαγή ύφους σε κάθε άλμπουμ τους, οι LOST από το “Goth­ic” και εξής έδειχναν την κατεύθυνση που ήθελαν να ακολουθήσουν. Με την ατμόσφαιρα να κυριαρχεί και κύριο συναίσθημα αυτό της απόγνωσης, προχώρησαν στο επίσης πολύ καλό “Shades of God”, αλλάζοντας τα Death φωνητικά με πιο ήπια, αλλά εξίσου επιθετικά. Κρατώντας ότι έκριναν καλύτερο από τις δύο αυτές κυκλοφορίες, προσφέρουν σαν φυσική εξέλιξη του σχήματος το θεόρατο “Icon”, το οποίο τους σύστησε στις πλατιές μάζες του κόσμου, σκορπίζοντας απλόχερα σκοτάδι στο πέρασμα του.

Και εκεί που θα έλεγε κανείς ότι δεν πάει παραπάνω το ταβάνι, αποφάσισαν να το ανατινάξουν, βάζοντας σε ένα αποστακτήρα όλα τα παραπάνω άλμπουμ και παίρνοντας το απόσταγμα, κατόρθωσαν να φτάσουν σε ύψη δυσθεώρητα και κορυφές απάτητες, ακόμα και για τους ίδιους πια.

Φυσική συνέχεια ίσως του “Icon”, το “Dra­con­ian times”, βρίσκει τους PARADISE LOST με μία αλλαγή στη σύνθεσή τους, καθώς αποχώρησε ο αρχικός ντράμερ της μπάντας Matthew Archer, για να αντικατασταθεί από τον Lee Mor­ris, τον δεύτερο μακροβιότερο ντράμερ στην ιστορία του συγκροτήματος, το οποίο μόνο στην θέση πίσω από τα τύμπανα έχει οποιεσδήποτε αλλαγές στο line-up του.

Παρότι άμεσος συγγενής και διάδοχος του “Icon”, το “Dra­con­ian times” και πάλι ηχητικά δεν είναι ίδιο με τον προκάτοχό του. Ακόμα και στο απόγειο της επιτυχίας τους, οι σπουδαίοι Βρετανοί δεν σταματούν να εξελίσσονται, να μεταβάλλονται.

Τα φωνητικά του Nick Holmes μαλακώνουν ακόμα περισσότερο, γενόμενα πλέον σχεδόν καθαρά, αλλά διατηρώντας την επιβλητικότητά τους. Τα τραγούδια γίνονται ακόμα πιο μελωδικά, ίσως πιο απαλά στην ακρόασή τους. Παρά τις όποιες αλλαγές όμως, όλη η βαρύτητα, όλη η σκοτείνια δεν υποχωρεί. Ίσα ίσα. Η κιθάρα του Greg Mack­in­tosh, με τον τόσο χαρακτηριστικό τόνο της, το τόσο αναγνωρίσιμο ύφος της που θα το ξεχώριζε κανείς εύκολα ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, δημιουργεί και πάλι την σήμα κατατεθέν ατμόσφαιρα που συνοδεύει τους LOST από γενέσεως τους. Οι στίχοι του Nick για άλλη μία φορά δεν χαρίζονται στον ακροατή. Τον προβληματίζουν, τον βάζουν σε σκέψεις, τον μεταβάλλουν με κάθε ακρόαση.

Αν πρέπει να ξεχωρίσει κανείς κάποια τραγούδια από αυτό το άλμπουμ, η δουλειά του είναι εύκολη. Ξεκινάει από το “Enchant­ment”, για να συνεχίσει με τα “Hal­lowed land”  και “The last time”, να απογειωθεί με το “For­ev­er fail­ure”, να προχωρήσει στα “Once solemn”, “Shad­owk­ings”, “Elu­sive cure”,  “Yearn for change” και “Shades of God” και να κλείσει το ταξίδι του με τα “Hands of rea­son”, “I see your face” και “Jad­ed”.

Είναι το “Dra­con­ian times” το καλύτερο άλμπουμ των PARADISE LOST; Αντικειμενικά, ναι (τουλάχιστον ως τώρα). Ξένισε (και ίσως ακόμα ξενίζει κάποιους) με την κυκλοφορία του; Επίσης ναι. Άλλωστε οι αλλαγές είναι ίδιον των τολμηρών. Οι υπόλοιποι, απλά φοβούνται την αλλαγή, μένουν στάσιμοι και τα ακροατήριά τους το ίδιο. Και οι Βρετανοί ποτέ δεν φοβήθηκαν να τολμήσουν. Από το θαυμάσιο εξώφυλλο μέχρι την άψογη, σχεδόν κρυστάλλινη παραγωγή, το “Dra­con­ian times” από της κυκλοφορίας του αποτέλεσε, συνεχίζει και θα συνεχίσει να αποτελεί σημείο αναφοράς. Δείγμα του τι μπορούν να καταφέρουν όσοι πειραματίζονται, δοκιμάζουν, αλλάζουν, προσπαθούν και δεν επαναπαύονται σε πρόσκαιρες δάφνες αλλά κυνηγάνε το απόλυτο, σε μονοπάτια που δεν διαβαίνει εύκολα κανείς.

Hail the Shadowkings.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

PINK CREAM 69 – “Change” (Epic)

Ότι γράφει ο τίτλος. Ο Andi Deris έχει αποχωρήσει για τους HELLOWEEN και στα «παπούτσια» του μπαίνει ο David Read­man. Ο ήχος της μπάντας αλλάζει και από εκείνο το ηλεκτρισμένο hard rock, το συγκρότημα κάνει μία μίξη του grunge και του παλιού του ήχου με αποτέλεσμα να ακούγεται κάτι τελείως απροσάρμοστο για τα δεδομένα της εποχής! Οι PINK CREAM 69 ήταν ένα συγκρότημα που είχε ταυτότητα, που μέσα από τρεις δίσκους κατάφερε να δημιουργήσει μία πολύ μεγάλη βάση οπαδών, κυρίως στον ευρωπαϊκό χάρτη, αλλά δεν είναι αυτό που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση. Το  “Change” ήταν ένα άλμπουμ το οποίο δίχασε έως και απομάκρυνε αρκετούς οπαδούς της μπάντας. Δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν της μπάντας. Θα ρωτήσει κάποιος «Μα καλά τόσο κακό άλμπουμ είναι;». Η αλήθεια είναι πως όχι. Δεν είναι κακό άλμπουμ, είναι διαφορετικό, ήταν κάτι καινούργιο και φυσικά εκείνο τον καιρό μη αποδεκτό. Βέβαια, δε νομίζω πως οι απόψεις του κόσμου έχουν αλλάξει, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι κακό άλμπουμ. O Read­man ακούγεται αρκετές φορές σαν ο κλώνος του Chris Cor­nell, αλλά όσο και να μου αρέσουν οι SOUNDGARDEN δε μπόρεσα ποτέ μου να χωνέψω πως οι PINK CREAM 69 έβγαλαν ένα δίσκο τόσο πολύ κοντά, ηχητικά πάντα, στην πάντα του Cor­nell. Από μένα είναι ξεκάθαρο το «ΟΧΙ». Και ο λόγος είναι αυτός που ανέφερα παραπάνω. Η μπάντα έπαιζε ένα ηλεκτρισμένο hard rock. Και στο “Change” αυτό έχει πάει περίπατο. Την αμαρτία μου θα την πω όμως. Το “Yes­ter­days” είναι ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑ!

ΥΓ. Το κείμενο αφορά τα προσωπικά μου γούστα και μόνο. Για να είμαστε αγαπημένοι!

Ντίνος Γανίτης

PSYCO DRAMA — “The illu­sion” (Mas­sacre Records)

Όταν κάνουμε την ανασκόπηση των περασμένων ετών, συνήθως προσπαθούμε να κρατάμε μια ισορροπία και να γράφουμε τόσο για τους γνωστούς στο ευρύ κοινό καλλιτέχνες και τους δίσκους που απολαμβάνουν ευρείας αναγνώρισης, όσο και για κάποια «κρυφά διαμάντια», που όμως η αξία τους είναι τέτοια που σου απαγορεύει να τα αγνοήσεις. Από τα βουνά του Col­orado και συγκεκριμένα από το Col­orado Springs, μας ήρθε το 1995 ένα ακόμη εξαίσιο δείγμα βατού, στρωτού, μελωδικού US pro­gres­sive met­al, που φλερτάρει έντονα, για να μην πω ξεδιάντροπα, με το pow­er met­al. Κάπως ετεροχρονισμένα είναι η αλήθεια, αφού αυτό ακριβώς το στυλ του προοδευτικού μετάλλου ήταν από τα καλύτερα εξαγώγιμα προϊόντα των Η.Π.Α πριν το 1992 — 1993, όταν οι DREAM THEATER κυκλοφόρησαν το “Images and words” και χωρίς να το θέλουν, του κατάφεραν το πρώτο μεγάλο πλήγμα (το δεύτερο το κατάφερε ο Wil­son αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Στα των PSYCO DRAMA λοιπόν! Λυρικό US power/prog ή prog/power (διαλέγεις τον ανάλογο προσδιορισμό ανάλογα τα δικά σου γούστα και χωρίς επιφύλαξη) από αυτό που αποθεώνεται σε δίσκους σαν το “Winner/Loser” των TITAN FORCE (συντοπίτες γαρ), με τις αναλόγου αξίας κρυστάλλινες ερμηνείες από τη θεία φωνή του Corey Brown, γνωστού επίσης από τους BALANCE OF POWER και MAGNITUDE 9. Και μπορεί οι Her­cules Cas­tro και Bart Bar­let­tano (κιθάρες), Bri­an Dail (μπάσο) και MacKen­zie Kerr (τύμπανα) να μην είχαν να επιδείξουν τίποτα ως τότε και να μην έκαναν και κάτι το ιδιαίτερο μετά, αλλά εδώ είναι οπωσδήποτε «συνάδελφοι» άξιοι και δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από καθιερωμένα ονόματα του χώρου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από δυνατή εταιρεία, αλλά για έναν εντελώς ανεξήγητο λόγο, από το 1996 (πρώτη επανέκδοση) ως και σήμερα δεν έχει γνωρίσει ούτε μια επανακυκλοφορία, με αποτέλεσμα να αλλάζει χέρια η αυθεντική του έκδοση για μεγάλα ποσά. Τουλάχιστον αυτό είναι κάτι που δεν έρχεται σε αντιδιαστολή με τη μουσική του αξία, η οποία είναι εξίσου μεγάλη. Για την ιστορία, να σημειωθεί εδώ πως σε καιρούς που όλες οι πρωτεμφανιζόμενες μπάντες ήθελαν να «πιάσουν την καλή» στοχεύοντας φυσικότατα και σε οικονομικές απολαβές, πέραν της όποιας φήμης, οι PSYCO DRAMA έδωσαν το πρώτο τους live δωρεάν στην στρατιωτική βάση Fort Car­son, η οποία βρίσκεται στην ευρύτερη γενέτειρά τους περιοχή, μπροστά στο προσωπικό και στις οικογένειες αυτού. Είπες κάτι περί πρωτοτυπίας και τιμιότητας;

Δημήτρης Τσέλλος

THE QUILL — “The Quill” (Megarock Records)

Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος στο κίνημα του vin­tage rock, είχαμε ξαναβρεί τους THE QUILL με τη δισκάρα “Voodoo Car­a­van”. «Δισκάρα»; Τι πάει να πει «δισκάρα»; Τώρα που το έγραψα, νομίζω πως δε χρειαζόταν. Αυτό εννοείται, όταν έχουμε να κάνουμε με κάποια κυκλοφορία τούτων εδώ των Σουηδών! Οι δεύτεροι μεγαλύτεροι καταχραστές στην ιστορία του σκληρού ήχου, οι οπαδοί του “ston­er”, βάπτισαν τους THE QUILL “ston­er” μπάντα, προφανέστατα μην έχοντας επισκεφτεί έστω και μια φορά την επίσημη σελίδα τους στο MySpace και μην έχοντας διαβάσει μια συνέντευξή τους κάπου, όπου περιγράφουν τη μουσική τους ως “groovy hard/heavy rock”. Παρένθεση: εδώ θα στεναχωρήσω τον αρχισυντάκτη μου, μα οι πρώτοι είναι μακράν οι prog­sters που ό,τι ακούγεται περισσότερο τεχνικό από «φα-σολ-λάδα» και έχει σχετικά “out of the box” νοοτροπία θέλουν να το οικειοποιούνται, κοτσάροντας χαζά τσιτάτα δίπλα τύπου “think­ing man’s met­al” — λες και όλα τα άλλα είδη είναι για χαζούς. Κλείνει η παρένθεση. (σ. αρχισυντάκτου: Ναι, αλλά δεν έβαλες την παρένθεση, σε… παρένθεση). Με γνώμονα λοιπόν τη χρονολογία κυκλοφορίας του ντεμπούτου τους, οι THE QUILL μπορούν να υπερηφανεύονται πως μαζί με τρεις, τέσσερεις, άντε πέντε (;) ακόμη μπάντες, ήταν από τους πρωτεργάτες του όλου vin­tage κινήματος, πριν καν αυτό «εκραγεί» και εξελιχθεί στο ποιοτικότερο ίσως, βάσει αριθμού κυκλοφοριών και ποιότητας αυτών, «κίνημα» όλων των εποχών. Μπροστάρης τους, ο καταπληκτικός Mag­nus Ekwall, ο οποίος με περίεργο τρόπο πήρε τις φωνές του Chris Cor­nell, του Doo­gie White και του Ray Gillen για να φτιάξει τη δική του και να τραγουδήσει ένα μουσικό μείγμα από BLACK SABBATH, DEEP PURPLE, LED ZEPPELIN και SOUNDGARDEN. Heavy rock υψηλών οκτανίων, με θεσπέσια riffs από τον Chris­t­ian Carls­son, τον Anders Haglund να σε ταξιδεύει πίσω στον χρόνο με το Ham­mond B3 και το Fend­er Rhodes πιάνο του και τους Roger Nils­son και George “Jolle” Atlag­ic να χτυπούν στο «Δόξα Πατρί». H αρχή μιας σπουδαίας δισκογραφικής παρουσίας, της οποίας το τελευταίο, ως τώρα, κεφάλαιο, απολαύσαμε με το φετινό “Earth­rise”. Το είπα και στην αρχή, δε χρειάζονται πολλά λόγια. Μιλάμε για ένα από τα “buy or die” της τιμώμενης χρονιάς.

Δημήτρης Τσέλλος

RAGE – “Black in mind” (G.U.N.)

Δίχως να το γνωρίζουν ακόμα και οι ίδιοι, οι RAGE βρισκόταν ήδη στην χρυσή τους περίοδο. Από το “Trapped!” κι έπειτα, η ανοδική τους πορεία συνεχιζόταν με γοργούς ρυθμούς, σαν την στρουθοκάμηλο που την κυνηγάνε. Είχαν πλέον κυκλοφορήσει 8 ολοκληρωμένα άλμπουμ, σε μόλις 10 χρόνια και μάλιστα τα 2 τελευταία τους, έδειχναν ένα συγκρότημα που εξελίσσεται και παίρνει φόρα. Παράλληλα, το “The miss­ing link” και η συλλογή “10 years in rage” παρουσίαζαν τον Peavy Wag­n­er με μια πιο σκληρή και βραχνή φωνή, να τραγουδά πιο επιθετικά, όπως άρμοζε στις πιο ογκώδεις συνθέσεις του. Μπορεί τα παραπάνω να είχαν μεγαλώσει τις προσδοκίες, όμως λίγοι μπορούσαν να φανταστούν πόσο άρτιο θα ήταν το επόμενό τους άλμπουμ. Φανταστική παραγωγή, μοντέρνες κιθάρες, απίστευτο drum­ming, εναλλαγές ρυθμού και τα πιο κολλητικά ρεφραίν που είχαν γράψει ποτέ. 

Πλέον, μετά την αποχώρηση του Man­ni Schmidt, υπάρχουν δύο κιθαρίστες με τον ένα να είναι ο αδερφός του Chris Efthimi­adis, για χρόνια drum­mer του σχήματος και τον άλλο να είναι ο Sven Fis­ch­er. Οι δυο τους, είχαν συμβάλλει στις επανηχογραφήσεις του “10 years in rage” και πλέον ήταν έτοιμοι να συμβάλλουν στην εκτόξευση της μπάντας του Peavy. Όποιος μάλιστα είχε βρεθεί στο Ρόδον, τον Μάρτιο του ’95, πριν κυκλοφορήσει το άλμπουμ, κατάλαβαν την δυναμική και την ενέργεια των RAGE. 

Αρκεί να διαβάσουμε έναν-έναν τους τίτλους των τραγουδιών κι αμέσως συνειδητοποιούμε ότι πρόκειται για τον πιο κλασικό δίσκο των RAGE.  Αυτός ο δίσκος, ο πρώτος τους σε νέα δισκογραφική στέγη, ήταν απλά άρτιος. Επιθετικά κομμάτια για ανελέητο head­bang­ing (“Sent by the Dev­il”, “A spi­der’s web”, “The icecold hand of mis­ery”, “For­ev­er”), πιο midtem­po ύμνοι (“The crawl­ing chaos”, “Alive but dead”), σκοτεινές μπαλάντες (“All this time”) και ένα 10άλεπτο έπος αντίστοιχο του “The miss­ing link” (“In a name­less time”).

Πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε, πως στο “Black in mind” προσθέτουν και για πρώτη φορά ορχήστρα, κάτι που τους οδήγησε αργότερα στο πρωτοποριακό “Lin­gua Mor­tis”, όταν άλλοι ακόμα ονειρευόταν να παντρέψουν το met­al με συμφωνικές ορχήστρες. 

Γιώργος “Sent by the dev­il” Κουκουλάκης

RAINBOW – “Stranger in us all” (BMG)

Μερικά άλμπουμ είναι από την μοίρα τους ταγμένα, όσο καλά και εάν είναι,  να μείνουν για πάντα αν όχι στην αφάνεια, σίγουρα πάντως μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και την ευρύτερη αναγνώριση. Τέτοια περίπτωση είναι αυτό εδώ, το “Stranger in us all” το οποίο ναι μεν είναι ένα πάρα πολύ καλό δείγμα δουλειάς, από την άλλη οι μισοί οπαδοί των RAINBOW δείχνουν να το αγνοούν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όμως, η αλήθεια να λέγεται, ο κόσμος εκείνα τα χρόνια είχε πραγματικά κουραστεί με τα τερτίπια των Gillan και Black­more στους DEEP PURPLE, το παραδοσιακό hard rock ουσιαστικά ήταν σε …διωγμό από τα νέα μουσικά ρεύματα και το “Stranger in us all” μουσικά ομολογουμένως δεν είχε και τίποτα νέο να μας δώσει. Βέβαια εμείς οι παραδοσιακοί τύποι, ούτε θέλαμε, ούτε περιμέναμε νεοτερισμούς από την μπάντα του Man In Black. Το άλμπουμ περιέχει στο σύνολο του πολύ καλές συνθέσεις, έξυπνες ιδέες και τραγούδια, εξαιρετικό παίξιμο από όλους τους μουσικούς Doo­gie White, Paul Mor­ris, Greg Smith και John O’Reil­ly, αλλά προσωπικά (αν και ένθερμος οπαδός του) βρίσκω πως είναι ολίγον αποπροσανατολισμένο ηχητικά ως προς το που θέλει να πάει. Θέλει να μοιάσει λίγο στην εποχή του “Ris­ing”, θέλει να πάει προς πιο Turn­er μονοπάτια; Είναι κάπως μετέωρο ανάμεσα, με τον Doo­gie White όμως να είναι ο μοναδικός τραγουδιστής στην ιστορία της μπάντας που έχει την απολαυστική ικανότητα να γεφυρώνει εξαιρετικά τους δύο αυτούς κόσμους… Επίσης τα drums μοιάζουν ακόμα και σήμερα αδύναμα και σε αυτό δεν φταίει το παίξιμο του John O’Reil­ly, αλλά η τελική μίξη. Αν είχαμε πιο στιβαρό ήχο, θα μιλούσαμε για άλμπουμ επικών διαστάσεων διότι οι συνθέσεις είναι μια και μια. Αλλά είπαμε… Όπως και να έχει το πράμα, αν μια μέρα με βάζατε να κάνω ένα best of των RAINBOW από εδώ σίγουρα τα “Wolf to the moon”, “Black mas­quer­ade”  (τι έπος είναι αυτό…), “Too late for tears” (αυτό θα το έβαζα δίπλα στο αδερφάκι του, το “Lost in Hol­ly­wood”) και “Ariel” θα είχαν δεδομένα θέση δίπλα σε όλα τα άλλα κλασσικά τους. Από εκεί και πέρα δυο προσωπικές ενστάσεις. Η επανάληψη του “Still I’m sad” έστω και με στίχους δείχνει κουραστική εμμονή, όπως και το “Hall of the moun­tain king” το οποίο και αυτό νομίζω δεν έχει να προσφέρει τίποτα σπουδαίο. Γενικά και συμπερασματικά: Είναι έγκλημα μερικοί να επιμένουν μόνο σε συγκεκριμένα άλμπουμ όπως πχ το “Ris­ing” και είκοσι χρόνια μετά να μην έχουν ανακαλύψει αυτό εδώ το διαμάντι…

Δημήτρης Σειρηνάκης

RAMMSTEIN – “Herzeleid” (Motor Music)

Δεν ξέρω πόσοι κατάφεραν να ακούσουν το “Herzeleid” και τους RAMMSTEIN το 1995, αλλά χρειάστηκε να περάσουν 3 χρόνια για να πέσουν στα δικά μου χέρια. Μιλάμε άλλωστε για περίοδο δίχως ίντερνετ και κοινωνικά δίκτυα βέβαια, όπως και μηδενική ραδιοτηλεοπτική κάλυψη αυτής της μουσικής στη χώρα μας τότε (αυτό εξακολουθεί). Πάντως το ντεμπούτο των Γερμανών, όποιος το άκουσε εκείνη την εποχή, ήταν σαν να έσκαγε μπουνιά στα μούτρα του, χωρίς να το περιμένει. Όταν σου συμβαίνει κάτι τέτοιο συνήθως είναι συνδυασμός τόσο των συνθέσεων, όσο και του ήχου. Στον πρώτο τομέα αυτό έρχεται με την μονοδιάστατη προσέγγιση των Γερμανών, την πίστη τους στα 4/4 και την στρατιωτική τους προσήλωση στα απλά ριφ και τους Γερμανικούς στίχους. Στον δεύτερο, είναι ο σύγχρονος, στιβαρός ήχος στις κιθάρες, τα ψυχρά αλλά γεμάτα τύμπανα και την ογκώδη παραγωγή, μαζί με την βαρύτονη φωνή του Lin­de­mann. Ένας συνδυασμός που σκοτώνει.

Ο μύθος λέει πως τόσο ο παραγωγός (Jacob Hell­ner), όσο και ο μηχανικός ήχου (Ronald Prent) βρισκόταν στην Ελλάδα για διακοπές, όταν τους κάλεσαν να το αναλάβουν αφού το συγκρότημα δεν ήταν ευχαριστημένο από τις αρχικές ιδέες του Herlof­s­son. Μάλιστα δοκίμασαν πολλές εκδοχές στην μίξη μέχρι να καταλήξουν σε αυτή που τελικά μας έδωσαν. Υπάρχει μια κάποια αθωότητα στις συνθέσεις, όμως στο σύνολό του, το “Herzeleid” ήταν σεισμικών διαστάσεων. Τραγούδια που έγραψαν ιστορία, με τα 7 από τα 11 να θεωρούνται χαρακτηριστικά του ύφους που καθιέρωσαν. Εξαιρετικό λοιπόν για ένα συγκρότημα που μαζί έπαιζε μόνο λίγους μήνες σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, όπως αυτό τις Ανατολικής Γερμανίας, ακόμα και μετά την επανένωση. Τα “Wohlt ihr das Bett in Fla­men sehen?”, “Das alte Leid”, “Du riechst so gut”, “Asche zu asche”, “Heirate mich” και “Ramm­stein” έχουν μια διαχρονική αξία. Ακόμα και το “See­man” (το πρώτο sin­gle και αυτό που μας δείχνει τον Till να χτυπά ρυθμικά με την γροθιά του το πόδι του, κάτι που έγινε σήμα κατατεθέν) παρόλο που θυμίζει έντονα τις Αμερικάνικες neo-grunge μπάντες (βλ. CREED) φέρει την σφραγίδα των RAMMSTEIN.

Εργοστασιακό, βιομηχανικό, ογκώδες met­al, έστω κι εναλλακτικό, το “Herzeleid” δεν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, παρά μόνο 3 χρόνια αργότερα. Τόσο το τραγούδι “Weiss­es Fleisch” (White meat) όσο και η φωτογραφία του (απαίσιου) εξωφύλλου, σε συνάρτηση με το «στρατιωτικό» τους στυλ και την χρήση της Γερμανικής γλώσσας, έμελλε να ωθήσει κάποιους να τους χαρακτηρίσουν φασίστες, κάτι τελείως άσχετο που πολεμούν (με τον δικό τους σαρκαστικό τρόπο) μέχρι και σήμερα.

Γιώργος “Der Meis­ter” Κουκουλάκης

RΙΟΤ — “The brethren of the Long House” (Sony Records)

Το «πείραμα» της αλλαγής του ήχου των RIOT από το “in your face” USPM των γιγαντιαίων “Thun­der­steel” και “The priv­i­lege of pow­er”, προς έναν σαφέστατα πολύ πιο “hard rock ori­ent­ed” με το “Night­break­er”, είχε στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Ο Mike DiMeo πατούσε πια πολύ γερά στα πόδια του, οι Reale/Flyntz είχαν τέτοια «χημεία» που σου έδιναν την εντύπωση πως ζούσαν και ανέπνεαν στο ίδιο σώμα, ο νεοφερμένος Pete Perez είχε δείξει τα πρώτα δείγματα του τεράστιου ταλέντου του, συνεργαζόμενος άψογα με τον Bob­by Jar­zombek. Τι πιο λογικό λοιπόν, από το να συνεχιστεί αυτή η πορεία, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι, αλλά όχι ακριβώς, αν λέγεσαι Mark Reale. Εσύ, ήθελες πάντα να ωθείς τα πράγματα ένα βήμα παρακάτω. Όταν λοιπόν είδες την αριστουργηματική ταινία «Ο τελευταίος των Μοϊκανών», συγκλονίστηκες τόσο πολύ, που θέλησες να γράψεις το δικό σου sound­track, εμπνευσμένο από τους Αμερικανούς ιθαγενείς και να τους το αφιερώσεις. Το φαινομενικά δυσαναπλήρωτο κενό του Jar­zombek, το κάλυψες με τον ερχομό του John Macalu­so, ενός drum­mer-φαινομένου, που ακουγόταν πιο “Rondinel­li” και από τον ίδιο τον Rondinel­li. Στράφηκες προς δυο μεγάλες σου αγάπες για να βρεις έμπνευση, το βρετανικό hard rock μέσω των RAINBOW, των THIN LIZZY και του Gary Moore και την κελτική παραδοσιακή μουσική. Προς τούτο, διασκεύασες το θρυλικό πια “The Gael” του Dougie MacLean βασιζόμενος στην εκδοχή του OST της ταινίας «Ο τελευταίος των Μοϊκανών», το “Out in the fields” των Moore/Lynott και ένα παραδοσιακό αμερικανικό τραγούδι, το “Shenan­doah”. Έδωσες πολύ χώρο στον Mike DiMeo και άφησες τον Perez να ξεσαλώσει στο μπάσο, κάτι που σου επεστράφη διπλό και τρίδιπλο. Και έγραψες μεγάλα, σπουδαία τραγούδια: ένα “Glo­ry call­ing” που ήρθε και διεκδίκησε την πρωτιά στα αγαπημένα μας «εναρκτήρια» όλων των εποχών, έστω κι αν μάλλον την έχασε. Ένα “Rain”, που η ομορφιά του χρωστούσε πολλά στο “Rain­bow eyes”. To ανθεμικό “Wound­ed heart”, το Blood of the Eng­lish” που απαντούσε στο υποθετικό ερώτημα «πως θα ακούγονταν οι BAD COMPANY αν συνέθεταν δίσκο με τους THIN LIZZY»… Έτσι όπως πάει, θα γράψω ατόφια την track­list. Για όλους τους οπαδούς των RIOT, συγκαταλέγεται στις καλύτερες στιγμές της μπάντας, ενώ για κάποιους από αυτούς, «χτυπάει» και τις πρώτες πέντε θέσεις, σε μια ΑΨΕΓΑΔΙΑΣΤΗ δισκογραφία. Για τον οποιονδήποτε έχει αυτιά που λειτουργούν σωστά και ακούει μουσική με αυτά, είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους ολόκληρης της δεκαετίας του ’90. Γιατί; Επειδή το “The brethren of the Long House” είναι ένα συγκλονιστικό άλμπουμ. Τόσο απλά.

Δημήτρης Τσέλλος

ROYAL HUNT – “Clown in the mir­ror” (Teichiku Records/Rondel Records)

Το θυμάμαι σαν τώρα. Στον ημιώροφο στη Σωκράτους, ο συγχωρεμένος ο Βαγγέλης να μου δίνει το “Mov­ing tar­get” και το ζωντανά ηχογραφημένο “1996” των ROYAL HUNT, που μόλις είχαν αποκτήσει διανομή στην Ελλάδα και να μου λέει: «άκου αυτά κι επειδή ξέρω τα μουσικά σου γούστα, θα παραμιλάς». Και η αλήθεια είναι ότι παραμιλάω μέχρι και σήμερα… Γιατί το λέω αυτό, ενώ πρέπει να μιλήσω για το “Clown in the mir­ror”; Επειδή οι δύο πρώτοι δίσκοι των ROYAL HUNT, δεν είχαν διανομή στην Ευρώπη και μόνο μετά το “Para­dox”, τους επανακυκλοφόρησε η SPV. Ήμασταν τυχεροί όμως, διότι είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε από το ΜΥΘΙΚΟ “1996” τις εκτελέσεις πολλών τραγουδιών τους και να γνωρίζουμε την πλήρη αξία τους.

Στο δεύτερο άλμπουμ των Δανών (τότε ήταν αμιγώς Δανέζικη μπάντα οι ROYAL HUNT), στα φωνητικά ήταν ο Hen­rik Brock­mann, ο οποίος δεν είχε κακή φωνή, αλλά τα τραγούδια με τον DC Coop­er, πραγματικά απογειώνονται. Το ίδιο και με την καλύτερη παραγωγή του “1996”, παρότι live. Έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε τα “Wast­ed time”, “On the run”, “Ten to life”, η μπαλάντα “Clown in the mir­ror” και το απίστευτο “Epi­logue” που κλείνει όχι μόνο το δίσκο, αλλά παραδοσιακά σχεδόν όλες τις συναυλίες των ROYAL HUNT, είναι εξαιρετικά τραγούδια, φοβερά δείγματα neo­clas­si­cal power/progressive, καθοδηγούμενα από τον μαέστρο Andre Ander­sen. Μοναδικό «μελανό» σημείο στο δίσκο (πέρα από την παραγωγή και τα φωνητικά που είναι απλά ικανοποιητικά), είναι το “Body­guard”, το οποίο είναι ο προπομπός του “Step by step”, ενός τραγουδιού που δεν θα έπρεπε να υπάρχει στο τέλειο –κατά τ’ άλλα- “Mov­ing tar­get”. Συνολικά, ένα βήμα πάνω από το “Land of bro­ken hearts”, μας βροντοφώναζαν «ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ», αλλά με διανομή μόνο στην Ιαπωνία και την Αμερική, μας ήταν κομματάκι δύσκολο να τους ακούσουμε. Δεν πειράζει, το κάναμε έστω κι ετεροχρονισμένα.

Σάκης Φράγκος

RUNNING WILD – “Mas­quer­ade” (Noise Records)

Το 1995 έγινε κάτι αναπάντεχο για τα δεδομένα των RUNNING WILD. Μέχρι εκείνη την χρονιά, η μοναδική φορά που κυκλοφόρησαν δύο διαδοχικά άλμπουμ με το ίδιο line up ήταν στα “Brand­ed and exiled” και “Under Jol­ly Roger”. Έκτοτε και σε κάθε τους νέο άλμπουμ, το μόνο σταθερό μέλος της μπάντας δεν ήταν άλλο από τον ηγέτη της, τον Rolf Kas­parek. Έχοντας κυκλοφορήσει έναν χρόνο πριν το μεγαλειώδες “Black hand inn”, o Kas­parek βρήκε την χρυσή φόρμουλα και κράτησε το ίδιο line up στο “Mas­quer­ade”, που αποτελούταν από τους Thi­lo Her­man στις κιθάρες, τον Thomas Smuszyn­s­ki στο μπάσο και τον Jorg Michael στα ντραμς. Στιχουργικά το “Mas­quer­ade” επικεντρώνεται σε ένα θέμα, όπου ο καπετάνιος το συνέχισε στα “Rival­ry” και “Vic­to­ry” ως con­cept. Το θέμα είναι η παγκόσμια μάχη μεταξύ του καλού και του κακού, κάτι που πάντα υπήρχε στην μουσική των RUNNING WILD και ας ήταν καμουφλαρισμένο από την πειρατική θεματολογία τους. Μην ξεχνάμε πως στο εξώφυλλο του “Pile of skulls”, πίσω από τα κρανία υπάρχουν τρία σύμβολα που απεικονίζουν την θρησκεία, την εξουσία και τον πόλεμο και στο “Mas­quer­ade”, οι τρεις άντρες που εμφανίζονται στο εξώφυλλο, πετώντας τα προσωπεία τους, αντικατοπτρίζουν τον ίδιο συμβολισμό ως τα τρία μεγαλύτερα κακά που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος. Μουσικά τώρα, το “Mas­quer­ade” είναι το πιο λυσσασμένο άλμπουμ που έβγαλαν ποτέ και σου δίνεται η εντύπωση ότι όταν το ηχογραφούσαν έπρεπε να έδωσαν το 1000% της ενέργειας τους. Το ομώνυμο τραγούδι, το “Lions of the sea”, το “Wheel of doom” και το “Under­world” είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια του άλμπουμ και από αυτά που σου δίνουν την εντύπωση ότι η μπάντα του Kas­parek δάγκωνε σίδερα. Η ταχύτητα, τα ξερά riff και η αγριάδα του “Mas­quer­ade”, κατατάσσουν τον δίσκο ως ένα ακόμα εξαιρετικό σημείο αναφοράς του συγκροτήματος, στην χρυσή του εποχή που σιγά σιγά έφτανε στο τέλος της.

Δημήτρης Μπούκης

SACRED REICH — “Heal” (Met­al Blade)

Επιστροφή στην Met­al Blade για τους SACRED REICH, μετά το διάλειμμα στην Hol­ly­wood για το “Inde­pen­dent”. Επιστροφή επίσης στις μικρές διάρκειες για το θρυλικό συγκρότημα από το Phoenix της Ari­zona, με τα 33 λεπτά να είναι η συνολική διάρκεια του δίσκου, έναντι των 47 λεπτών του προκατόχου του. Εν αντιθέσει με την γκρούβα του προκατόχου, έχουμε επίσης το πιο αμιγώς hard­core feel­ing του δίσκου που έρχεται στο προσκήνιο. Αυτό σημαίνει περισσότερο ξύλο σαφώς, ενισχύοντας την crossover πτυχή των SACRED REICH, σε κομμάτια όπως το “Blue suit, brown shirt” και το “Break through”, με την αντίστοιχη SAB­BATH-ική γκρούβα στο ομώνυμο. Πράγματα που τα μαθαίνει ο κόσμος στο τέλος του ‘95 (αρχές ‘96, συγκεκριμένα Φεβρουάριο λένε άλλες πηγές), μέσω της Met­al Blade.

Σε κομμάτια όπως το “Low” και “Don’t”  φαίνεται η απτή επιρροή των PANTERA στον ήχο των συμπατριωτών τους. Το δε “Ask Ed” αγκαζέ με το “Jason’s idea” δείχνει το πηγαίο χιούμορ του συγκροτήματος, σε συνδυασμό με την τζαμαριστή φύση της μπάντας. Η διασκευή στο “Who do you want to be?” των OINGO BOINGO, ενός new wave σχήματος που έδρασε το διάστημα ‘79 — ‘95, δείχνει τη βαθιά ριζωμένη punk και hard­core νοοτροπία των SACRED REICH, που είχαν καταστήσει χρόνια πίσω σαφές πως δεν ακούνε μόνο met­al μέσα στο “31 fla­vors” που κατονόμασε σωρεία μπαντών εκτός του συγκεκριμένου φάσματος. Το “I don’t care” στα καπάκια με το “The pow­er of the writ­ten word” μαρσάρουν φουλ κι ενώ διαλύουν σβέρκους, οδηγούν το δίσκο στο φινάλε του και σε ένα μεγάλο διάλειμμα από τη δισκογραφία για τους SACRED REICH.

Ένας ακόμα αξιοπρεπές άλμπουμ σε ζόρικα χρόνια για το κλασσικό thrash. Οι Αμερικανοί, θα διαλυθούν το 2000. Το 2007, θα επανέλθουν στην ενεργό δράση, μα θα παραμείνουν αυστηρά συναυλιακό συγκρότημα, μέχρις ότου πάρουν την απόφαση, να βγάλουν το πολύ καλό “Awak­en­ing” το 2019, διατηρώντας ωστόσο μια αναγνωρισιμότητα στους κόλπους της σκηνής, παρότι ποτέ δεν έγιναν τόσο μεγάλοι σε δημοτικότητα/απήχηση όσο ενδεχομένως μπορούσαν.

Γιάννης Σαββίδης

SAINT VITUS – “Die heal­ing” (Hell­hound Records)

Μετά την κυκλοφορία του “C.O.D.” το 1992 και την αντίστοιχη περιοδεία του δίσκου την επόμενη χρονιά, οι τεράστιοι πατέρες του Aμερικάνικου doom, SAINT VITUS, είδαν τον Σουηδό τραγουδιστή τους Chris­t­ian “Chri­tus” Lin­der­son να αποχωρεί και βρίσκονταν σε τέλμα. Μάλιστα είχε γραφτεί ένα άλμπουμ με ακυκλοφόρητο υλικό το οποίο όμως ποτέ δεν έμελλε να κυκλοφορήσει και η μπάντα το παράτησε επίσημα. Όλα αυτά με τη μπάντα να το ηχογραφεί σαν τρίο, με τον κιθαρίστα Dave Chan­dler να αναλαμβάνει και τα φωνητικά και τη μόνιμη ρυθμική βάση της μπάντας στο πλάϊ του, δηλαδή τον μπασίστα Mark Adams και τον ντράμερ Arman­do Acos­ta (μεγάλη η χάρη Σου, αξέχαστε). Και κάπου εκεί γίνεται η μεγάλη ανατροπή και ο αρχικός τραγουδιστής του συγκροτήματος, ο θεός Scott Rea­gers, επιστρέφει στο συγκρότημα μετά από διαβουλεύσεις που κράτησαν αρκετό καιρό, με τον όρο ότι αυτός θα ήταν ο τελευταίος δίσκος της μπάντας και αντίστοιχα η περιοδεία που θα ακολουθούσε θα ήταν επίσης η τελευταία τους, ώστε όπως δήλωσε, «να ολοκληρωθεί ο κύκλος των πραγμάτων» που αφορούσαν το συγκρότημα. Και κάπως έτσι τα πράγματα παίρνουν διαφορετική τροπή και τελικά το υλικό που είχε ηχογραφηθεί και παρατηθεί, επαναπροσαρμόζεται στο στυλ του Rea­gers και το συγκρότημα πετάει για τη Γερμανία άμεσα.

Εκεί και στα γνώριμα Music Lab Berlin στο Βερολίνο, οι SAINT VITUS ετοιμάζουν τον δίσκο που πήρε τον τίτλο “Die heal­ing”, με έναν μεγάλο γνώριμο του μεταλλικού κοινού, δηλαδή τον Har­ris Johns στην παραγωγή (ή αλλιώς τον άνθρωπο που παρήγαγε ένα από τα δυο κορυφαία Ευρωπαϊκά άλμπουμ όλων των εποχών, δηλαδή το “Agent orange” των SODOM) (σ. Σάκη Φράγκου: από τη στιγμή που επιβίωσα αφότου διάβασα κι αυτό, είμαι παλικάρι!!!). Μάλιστα, η δουλειά του με τους SODOM ήταν αυτή ακριβώς που τράβηξε την προσοχή του Dave Chan­dler, και θέλησε να τον εμπιστευτεί για την παραγωγή. Μετέπειτα, ο Chan­dler χαρακτήριζε τον δίσκο ως τον καλύτερο ηχητικά στην πρώτη φάση της μπάντας, ενώ αρκετά χρόνια μετά το πήγαινε παραπέρα λέγοντας ότι χάρη(ς) και στον Johns, ήταν το καλύτερο συνολικά άλμπουμ που έκαναν ποτέ οι SAINT VITUS. Μια άποψη που έχουν και πάρα πολλοί οπαδοί της μπάντας μάλιστα, η οποία είναι εντυπωσιακή δεδομένου του τι δίσκοι είχαν προηγηθεί από το συγκρότημα και που καταδεικνύει την μεγάλη αξία του “Die heal­ing”. Αρκετοί θεωρούν ότι είναι γενικά το τελευταίο SAINT VITUS άλμπουμ, προφανώς μην λογίζοντας τα δυο άλμπουμ της επανασύνδεσης τους με τον Scott “Wino” Wein­rich. Και ποιος μπορεί να τους αδικήσει όταν όντως η ποιότητα τους κακά τα ψέματα δεν ήταν όπως την πρώτη εποχή του ιερού συγκροτήματος.

Το “Die heal­ing” έχει μέσα κομματάρες που στο στόμα του Rea­gers έχουν μεγαλοποιηθεί τα μάλα, με το αρχικό δίδυμο των “Dark world”/”One mind” (με το δεύτερο να γυρίζεται και σε βίντεο κλιπ) να αποδεικνύουν ότι η μεγάλη φανέλα χρόνια και συνθήκες δεν κοιτάει, ενώ και η χαρακτηριστική στοιχειωτική φωνάρα του Rea­gers ακουγόταν καλύτερη από ποτέ, με αυτό το γνώριμο ηχητικό «πάγωμα» των αισθήσεων όταν προσπαθεί να φωνάξει λίγο περισσότερο και την ξεχωριστή θεατρικότητα που δεσπόζει σε κομμάτια όπως το επιβλητικό “Sloth”. Δυστυχώς ότι αρχίζει όμορφα δεν τελειώνει πάντα το ίδιο όμορφα, κι έτσι ο Rea­gers 10 μέρες αφού άρχισε η περιοδεία του δίσκου, άφησε το συγκρότημα που αναγκάστηκε να ακυρώσει την υπόλοιπη περιοδεία και να διαλύσει οριστικά μέσα στο 1996. Ακόμα και αυτή η αρνητική εξέλιξη πάντως, δεν αποδείχθηκε ικανή ούτε να αφαιρέσει κάτι από την αξία του “Die heal­ing”, αλλά ούτε και η διάλυση άφησε να ξεχαστεί η υπόσταση και το έργο των SAINT VITUS μέσα στις δεκαετίες, δείγμα του πόσο σεβασμό είχαν και πόσο μεγάλη υστεροφημία απέκτησαν μετέπειτα. Πλέον ο Rea­gers είναι εδώ και 6 χρόνια ξανά στο συγκρότημα, οι SAINT VITUS είναι ενεργοί, ζουν και βασιλεύουν όπως τους αρμόζει, το “Die heal­ing” παραμένει ακατέβατο δεκάρι και όλοι στο τέλος είμαστε ευχαριστημένοι!

Άγγελος Κατσούρας

SAVATAGE – “Dead win­ter dead” (Edel)

Το συγκρότημα ήταν άκρως παραγωγικό εκείνα τα χρόνια, κυκλοφορόντας το ένατο δίσκο του, σε 12 χρόνια, ενώ ενδιάμεσα συνεχώς περιόδευε. Σκεπτόμενοι πόσα σημαντικά είχαν συμβεί ενδιάμεσα όλα αυτά τα χρόνια (αλλαγές μελών, ο θάνατος του Criss Oli­va, η απόσυρση του Jon Oli­va, αλλαγές δισκογραφικής) αλλά και πόσο χρονοβόρες ήταν οι παραγωγές εκείνα τα χρόνια, είναι πραγματικά αξιοσέβαστη η προσήλωσή τους. Βέβαια, ως σωστός μαέστρος, ο Paul O’Neill ήταν μεθοδικός και δημιουργικότατος, ενώ έδινε παράλληλα και κίνητρο στην έμπνευση του Jon Oli­va για να οδηγεί συνεχώς σε πιο μεγάλες περιπέτειες τους SAVATAGE. Μπορεί το “Streets” να ήταν η πρώτη rock opera που έγραψαν και κυκλοφόρησαν, όμως το “Dead win­ter dead” ήταν πιο περιπετειώδες, πιο θεατρικό και σίγουρα πιο καινοτόμο. Για πρώτη φορά οι SAVATAGE βάζουν τόσα έγχορδα και τόσο πιάνο, τόσες εισαγωγές και τόσα instru­men­tal μέρη για να ντύσουν την ιστορία που διαδραματίζεται τον χειμώνα του Γιουγκοσλαβικού πολέμου, όπως τον βιώνουν τρεις διαφορετικοί πρωταγωνιστές από αντίπαλες παρατάξεις.

Το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύει πως λιγότερη προσοχή έδωσαν όμως στα τραγούδια, σε σχέση με το con­cept και την θεατρική διάθεση. Λίγες είναι οι εκρηκτικές στιγμές του δίσκου που πραγματικά αξίζουν, με τα “I am” και το “Dead win­ter dead” να είναι ένα σκαλί κάτω με τα “Starlight” “Doesn’t mat­ter any­way” να ξεχωρίζουν εύκολα. Ευτυχώς τα μπαλαντοειδή “Now what you see”, “This isn’t what we meant” και “This is the time” έχουν αυτή την χαρακτηριστική ομορφιά των SAVATAGE. Βέβαια οι χορωδίες και τα πολυ-επίπεδα φωνητικά δίνουν μεγαλύτερο βάθος, όπως και τα έγχορδα που προσέθεσαν. Για μένα το διαμάντι του δίσκου είναι το “One child” με την μελαγχολική του διάθεση, αλλά και το κολλητικό ρεφραίν.

Εύκολα θα χαρακτήριζα το “Dead win­ter dead” ως το «demo των TRANS-SIBERIAN ORCHESTRA» αφού πάνω σε αυτό το μοτίβο και την επιτυχία του “Christ­mas Eve” πάτησε ο Paul O’Neill για να τους δημιουργήσει. Είναι άλλος ένας υπέροχος δίσκος για τους SAVA-fans, ο πρώτος επίσημα για τον Chris Caf­fery και τον Jeff Plate, αυτός της επιστροφής του Jon Oli­va, αυτός με το αστέρι του Al Pitrel­li να αντικαθιστά τον Alex Skol­nick αυτός που έδειξε στους δημιουργούς του, την δυνατότητα να πετύχουν εμπορικά με διαφορετικό τρόπο.

Γιώργος “Not what you see” Κουκουλάκης

SAXON – “Dogs Of War” (Vir­gin Records)

Το 1995 οι SAXON είχαν ήδη στις πλάτες τους περίπου 17 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, με δουλειές που θα μνημονεύονται για πάντα από όλους τους οπαδούς, και ήταν ένα σχήμα που δεν είχε να αποδείξει το οτιδήποτε σε κάποιον. Επίσης ήταν και θα είναι μέχρι να σταματήσουν να παίζουν μουσική, ένα από τα συγκροτήματα που κάθε του κυκλοφορία είναι μια πολύ σημαντική είδηση για όλο το heavy met­al ιδίωμα. 

Την χρονιά εκείνη λοιπόν, 3 έτη μετά την κυκλοφορία του “For­ev­er free”, το “Dogs of war”, ήταν η δωδέκατη δουλειά τους, η οποία δεν είχε συνθετικές διαφορές από τα προηγούμενα δυο albums τους που το συγκρότημα ξαναέγινε πιο heavy σχετικά με την περίοδο 1984–1988. Ήταν άλλωστε πολύ γνωστό ότι τα μέλη του group έχουν πάντα μια μοναδική ικανότητα να συνθέτουν  τραγούδια που θα έχουν διάρκεια στον χρόνο, όντας αξιομνημόνευτα. Έτσι οι SAXON για ακόμα ένα δίσκο, δεν πειραματίστηκαν, έγραψαν τραγούδια που είχαν αρχή, μέση και τέλος, συνδυάζοντας αρμονικά το met­al στοιχείο με ευφάνταστες μελωδίες και παράλληλο άκρατο δυναμισμό. Και στο “Dogs of war” υπήρχε πληθώρα, στακάτων συνθέσεων, με άκρως πορωτικά κιθαριστικά ριφ και solos, μνημειώδη ρεφραίν που σου «έμεναν» άμεσα τραγουδώντας τα συνεχώς και σε ξεσήκωναν σε κάθε ακρόαση. Για μια ακόμα δουλειά, οι συνθέσεις δεν είχαν καμία πολυπλοκότητα, βασίζονταν σε ένα κύριο ευφάνταστο ριφ και την υπόλοιπη σύνθεση να «χτίζεται» πάνω εκεί, και το πολύ σημαντικό και συνάμα χαρμόσυνο, ήταν ότι η πλειοψηφία των συνθέσεων έσφυζε από έναν απίστευτο ηχητικό τσαμπουκά, δείγμα του μοναδικού ταλέντου που πάντα είχαν. Το συγκρότημα, έπραξε ότι ακριβώς ήξερε να κάνει καλά, «μένοντας» πιστό στις μουσικές αρχές του, χαρίζοντας στον οπαδό, εκτός από άλλο ένα εκπληκτικό εξώφυλλο, τραγούδια όπως τα “Burn­ing wheels”, “Big twin rolling (com­ing home)”, “Hold on”, “The great white buf­fa­lo”, “Demo­li­tion alley”, “Give it all away” και “Yesterday’s gone” τα οποία μαζί με το υπέρ κλασσικό ομώνυμο, επιβεβαίωσαν για ακόμη μια φορά, την φήμη και την αίγλη που είχαν αποκτήσει.

Το “Dogs of war” θα ήταν το τελευταίο άλμπουμ του συγκροτήματος με τον κιθαρίστα Gra­ham Oliv­er, στη σύνθεση του, αφού απολύθηκε με την κατηγορία ότι προσπάθησε να πουλήσει ηχογραφήσεις παλιότερων ζωντανών εμφανίσεων του συγκροτήματος, χωρίς οι υπόλοιποι να το γνωρίζουν. Ίσως το μόνο μελανό σημείο στο δίσκο.

Θοδωρής Μηνιάτης

SCANNER — “Men­tal reser­va­tion” (Mas­sacre Records)

Είμαι σίγουρος 100% πως δε χρειάζεται να μιλήσω για τα προ του “Men­tal reser­va­tion” τεκταινόμενα των SCANNER. Τόσο το “Hyper­trace” όσο και το “Ter­mi­nal Earth” είναι ζωντανά μνημεία μιας ολόκληρης σκηνής, αυτής του ευρωπαϊκού power/speed. Και τα χαρακτηρίζω «ζωντανά», γιατί είναι τέτοιος ο ήχος τους και τέτοιο το ύφος και το στυλ των συνθέσεων, που δεν τα αγγίζει ο χρόνος, δε γερνούν, δεν παρακμάζουν! Ξέρεις όμως τι έγινε με το “Men­tal reser­va­tion”; Ό,τι έχει συμβεί αναρίθμητες φορές σε τούτα τα 50+ χρόνια της ζωής του «σκληρού ήχου». Μπήκε αυτογκόλ! Ο κιθαρίστας και ηγέτης των Γερμανών από το Gelsenkirchen της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, ο Axel Julius, μια κατά τ’ άλλα σημαντικότατη προσωπικότητα του κεντροευρωπαϊκού μετάλλου, άλλαξε ολόκληρη τη μπάντα που είχε θριαμβεύσει προηγουμένως. Και αν μεταξύ “Hyper­trace” και “Ter­mi­nal Earth” υπήρξε μόνον η αλλαγή του Michael Knoblich με τον S.L Coe η οποία δεν επηρέασε το σχήμα, εδώ ήρθαν τα πάνω-κάτω. Τα νέα μέλη δεν ανταποκρίνονται στα υψηλά stan­dards του group, η παραγωγή δε βοηθά, η μπάντα αποπνέει μια αίσθηση… σύγχυσης και κατά συνέπεια το νέο τότε άλμπουμ, αν και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί «αδύναμο» ή «μέτριο», να φαντάζει το μικρό, καχεκτικό αδερφάκι των δύο πρώτων. Κακά τα ψέματα, το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης σε αυτό, φέρουν δύο παράγοντες: Αφενός ο ίδιος ο Julius, ο οποίος δείχνει ντεφορμέ και αφαίρεσε από την μπάντα του το έντονο speed met­al στοιχείο (πχ το “Warp 7” κατατροπώνει μόνο του ολόκληρο το “Men­tal reser­va­tion”) και το έστριψε προς πιο μελωδικούς, europow­er δρόμους, αφετέρου ο Leszek Szpigiel, που δυστυχώς δε δύναται να σταθεί ως ίσος προς ίσο όχι μόνο με τους προκάτοχούς του, αλλά και γενικά δεν ταιριάζει με το ύφος του άλμπουμ. Και το περίεργο είναι πως, πιθανότατα, αν ο Julius κυκλοφορούσε έναν ακόμη speed met­al δίσκο, να ταίριαζε καλύτερα! Συμπερασματικά, τόσο αυτοί που λάτρεψαν τους SCANNER στα δύο πρώτα έπη, όσο και εμείς που τους μάθαμε με το επόμενο, πολύ καλό “Ball of the damned”, όταν έρχεται η ώρα να μιλήσουμε για το “Men­tal reser­va­tion”, κάπου αισθανόμαστε άβολα και θέλουμε να…αλλάξουμε συζήτηση. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως η πρώτη περίοδος του group τελειώνει το 1996, εδώ έχουμε την πιο αδύναμη προσπάθεια των Γερμανών η οποία και πάλι, στο τέλος της ημέρας κρίνεται αξιολογότατη. Και εντάξει, το “Into a brave man’s mind” είναι ύμνος.

Δημήτρης Τσέλλος

SENTENCED — “Amok” (Cen­tu­ry Media)

All the tears and the fears and the lies and the cries and the… Amok! Κανονικό όμως με αυτό το άλμπουμ!

Όπως με πολλές μπάντες τότε, ελέω και της έλλειψης inter­net και επομένως της πολύ πιο περιορισμένης πρόσβασης στη γνώση και την ανακάλυψη σχημάτων, έτσι και με τους αγαπημένους SENTENCED, η γνωριμία μας (των περισσοτέρων) έγινε με το “Amok”. Το τρίτο άλμπουμ τους μεν, αλλά το πιο κλασικό που έβγαλαν ποτέ. Καλύτερο ή όχι, είναι θέμα γούστου. Αλλά το “Amok” είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς στη δισκογραφία του σχήματος. Ο δίσκος που τους έβγαλε από το σωρό των doom/death-death met­al σχημάτων της εποχής και τους έφερε στην επιφάνεια. Επειδή τότε τα άκουσα τη στιγμή που βγαίνανε, “Amok” και “Tales from the thou­sand lakes” (από τα παιδιά προφανώς), τα έχω σαν “ξαδερφάκια”, ασχέτως των διαφορών τους, αφού άλλωστε έχουν και μόλις 6 μήνες διαφορά. Όπως άλλωστε και τις μπάντες, αφού αυτό το “Sen­tenced ή Amor­phis”, υπήρχε για χρόνια. Και τα δύο είναι ισάξια μνημεία του melod­ic doom/death, ή όπως αλλιώς θέλει να το πει ο καθένας και σε μεγάλο βαθμό έβαλαν και τα δύο τρελές βάσεις για το πως παίζεται το είδος, έκαστο με τα δικά του τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Το “Amok”, αφού για αυτό μιλάμε τώρα, είναι τεράστιος δίσκος. Τεράστιος. Ακόμα και σήμερα είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ από SENTENCED και παρόλο που αυτή η προσέγγιση της μπάντας δεν κράτησε καθόλου (στην ουσία μόνο γι’ αυτό το άλμπουμ), όσο και αν μου αρέσουν τα περισσότερα από τα μετέπειτα και όσο και αν εκτίμησα στην πορεία περισσότερο τα πρώτα (ειδικά το “North from here”), εδώ τα πάντα είναι λες και εναρμονίστηκαν τα άστρα. Η αγάπη των Φινλανδών για τους IRON MAIDEN είναι διάχυτη στο δίσκο, οι επιρροές τους από τις πιο καθαρές death met­al μέρες τους επίσης, αλλά μαζί και ο λυρισμός που είχε αρχίσει να γίνεται ολοένα και εντονότερος τόσο στην πατρίδα τους, όσο και στη Σουηδία. Πάρε τα όλα, ρίξε τα στη μαρμίτα και βγάλε μία δισκάρα, έτσι για να γουστάρουμε.

Η αλήθεια είναι ότι έχοντας ακούσει αρχικά το “Nepenthe” μόνο, μέσω των κλασικών κασετών με συλλογές που έφτιαχναν γνωστοί και φίλοι εκείνη την εποχή, ξαδέρφια, μεγαλύτερα αδέρφια κλπ κλπ, δεν περίμενα το σύνολο αυτού του δίσκου. Και η παλέτα της δημιουργίας των SENTENCED εδώ, είναι μακράν η πιο ποικίλα που είχαν ποτέ σε άλμπουμ τους. Πολλές φορές είναι σαν να ακροβατούν στα όρια μεταξύ ειδών και επιρροών, όμως το κάνουν τόσο σωστά, που το γενικότερο σύνολο ακούγεται εξαιρετικό και καλύπτει όλη τη γκάμα των οπαδών τους, δηλαδή και τους πιο “κάφρους” που γούσταραν κυρίως τα death met­al χρόνια τους, αλλά και αυτούς που προτιμούν την μετέπειτα πορεία τους. Είναι σαν ο δίσκος που τέμνει το παρελθόν με το μέλλον του σχήματος και τους μαζεύει όλους γύρω του. Και πως μπορεί να μην είναι; Η ισορροπία της μελωδίας, του λυρισμού, της groove-ας, των up tem­po και των πιο “μαύρων” στιγμών, του πιο “κάφρικου” και του πιο heavy met­al-άδικου, του πιο rock-άδικου σε πολλά σημεία… ένας αχταρμάς στη θεωρία, μία μαγεία στην πράξη!

Η φωνή του Taneli Jar­va, στο κύκνειο άσμα του με το σχήμα, έρχεται να αποτελέσει το συνδετικό κρίκο όλου αυτού του περίεργου και μαζί τόσο ελκυστικού εγχειρήματος και να μας δώσει τραγούδια που κάποια μπήκαν στο πάνθεον της δισκογραφίας τους και κάποια στο πάνθεον της δεκαετίας γενικότερα. Εκτός αν υπάρχει κάποιος που θεωρεί το “Nepenthe” κομμάτι που δεν ανήκει στο πάνθεον των 90s. Να ‘ναι καλά και αυτές οι ΑΓΙΕΣ βιντεοκασέτες του Met­al Invad­er, οι “Fire and ice”. Μέτριο κομμάτι δεν υπάρχει ούτε για πλάκα. Στο κάθε κομμάτι θα βρεις και κάτι που θα σε κρατήσει και σε κάθε ένα θα είναι και κάτι διαφορετικό, δείγμα της ποικιλίας του δίσκου, αλλά και της ποιότητάς του. Προσωπικά έχω τα δικά μου “κολλήματα”, όπως άλλωστε όλοι μας και αν πρέπει να βάλω μία τετράδα (όχι τριάδα… μην γίνεστε βάναυσοι), αυτή θα είχε τα “For­ev­er lost” εννοείται (το πως ξεκινάει και πως εξελίσσεται αυτό το κομμάτι, αλλά και τόσο τίγκα MAIDEN δισολία, είναι επικών διαστάσεων), “Moon mag­ick” (το intro του, ακόμα και σήμερα, με σκοτώνει), το “The gold­en streams of Lap­land” που κλείνει ιδανικά το άλμπουμ και φυσικά το “Nepenthe”, που κασέτα ή όχι, χιλιοπαιγμένο ή όχι, είναι το καταραμένο τόσο εθιστικό. Όχι ότι δεν χωράει εκεί το “The war ain’t over” φυσικά ή το “Dance on the graves” ή το “New age mes­si­ah”… όλος ο δίσκος θα μπορούσε να είναι. Αλλά έτσι για την κουβέντα, έβαλα μόνο τέσσερα τραγούδια που στην ουσία πιάνουν και όλο το εύρος της συνθετικής μαεστρίας των SENTENCED σε αυτό το άλμπουμ.

Το “Amok” το λατρεύω. Τόσο απλά. Και οι SENTENCED έβγαλαν κάποια εξαιρετικά άλμπουμ στη συνέχεια, κάποια λιγότερο καλά, όμως αυτό το τόσο περίεργο πάντρεμα που πέτυχαν εδώ, προσωπικά, δεν το πέτυχαν ποτέ ξανά. Είναι η εποχή της μαγείας από τον Βορρά και αυτό το άλμπουμ είναι μία από τις κορυφές της οροσειράς της.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

SEPTICFLESH – “Έσοπτρον” (Holy Records)

Και κάπου τον Ιούνιο του 1995, οι πολυαγαπημένοι Αθηναίοι SEPTICFLESH, κυκλοφορούν τον 2ο full length δίσκο τους, με τον ελληνικό τίτλο “Έσοπτρον”. Οι αφοί Αντωνίου και ο Σωτήρης Βαγενάς ρίχνουν σχετικά τις ταχύτητες, σε σχέση με το ντεμπούτο τους “Mys­tic places of dawn” (1994) και γίνονται πιο ατμοσφαιρικοί και πιο μελωδικοί. Στην ολότητα του το άλμπουμ σφύζει από σκοτεινό ρομαντισμό και μυστικιστικές μελωδίες, με αρκετές «θεατρικές» στιγμές. Ο Σωτήρης κλέβει τη παράσταση με τα ανεπανάληπτα lead riffs του, τα οποία ακόμα και τώρα, 26 χρόνια μετά, μαγεύουν τα αυτιά του ακροατή. Χαρακτηριστικές στιγμές το ομώνυμο τραγούδι, το “Ice cas­tle”, αλλά κυρίως το “Burn­ing phoenix”, τα οποία θεωρώ τα πιο αξιομνημόνευτα, ενός καθολικά πολύ καλού δίσκου. Τα πολλά ιντερλούδια δίνουν ένα ιδιαίτερο ύφος στον δίσκο, καθιστώντας τον ως έναν τρόπον τινά con­cept δίσκο. Το “Έσοπτρον” ήταν η αρχή μίας τριάδας δίσκων, της πιο σκοτεινής περιόδου της πολυετούς καριέρας των SEPTICFLESH.

Γιώργος Δρογγίτης

 

SHADOW GALLERY – “Carved in stone” (Magna Carta)

Για τους SHADOW GALLERY τα έχουμε πει πολλάκις στο Rock Hard και συνεχίζουμε να τα λέμε και να κρατάμε επαφή με το γκρουπ μέχρι και πολύ πρόσφατα. Οι Έλληνες επίσης δεν ξεχνάνε αφού οι SG ήταν πάντοτε ένα πολύ αγαπημένο γκρουπ των Ελλήνων οπαδών που απέκτησε ένα cult sta­tus ειδικά με το “Tyran­ny” που τους ανέβασε στο πάνθεον του συμφωνικού power/progressive. Πιο πριν όμως η μπάντα έκανε ένα πρώτο, μικρότερο, μπαμ με το “Carved in stone”, δίσκο που με μεγάλη δυσκολία θα τοποθετούσα κάτω απ’ τον διάδοχο γιατί είναι, πρωτίστως, η πρώτη επαφή που είχα με τη μπάντα αλλά και γιατί το θεωρώ μουσικά ένα δεκάρι ακατέβατο. Επιπλέον, με το μοναδικό τους pro­gres­sive met­al, που συνδύαζε άψογα το US pow­er με έναν διάχυτο λυρισμό (ιδιαίτερα χάρη στην αγγελική φωνή του αδικοχαμένου Mike Bak­er), η μπάντα προσέθετε το λιθαράκι της στην υστεροφημία του pro­gres­sive met­al στα 90s, όταν κυριαρχούσε το grunge και η heavy met­al μουσική άρχισε να σβήνει. Οι SG επιπλέον είναι και αντιπροσωπευτική μπάντα του Magna Car­ta line-up στα 90s με εξαιρετικές prog μπάντες όπως οι ENCHANT και τα διάφορα project των DREAM THEATER (EXPLORER’S CLUB, LTE). 

Το “Carved in stone” λοιπόν, είναι το δεύτερο άλμπουμ των Αμερικάνων που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Ήταν και το πρώτο του κιθαρίστα και πληκτρά Gary Wehrkamp που έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος. Εδώ επίσης κάνει την πρώτη και μοναδική του εμφάνιση στα τύμπανα ο Kevin Sof­fera, τη θέση του οποίου θα πάρει το 1997 ο Joe Nevo­lo. Δυστυχώς, δεν ακολούθησε κάποια περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, κάτι που συνέβαλε στην παραμονή τους σε πιο under­ground φάση. Ο δίσκος έχει μια σαφώς πιο χαλαρή δομή από το “Tyran­ny” με τα πέντε ιντερλούδια που σπάνε τη δομή, όπως και κείνο το αχρείαστο hid­den track (που αρχίζει όταν ακούγεται το χτύπημα στη πόρτα) μετά το εικοσάλεπτο “Ghost­ship”, αλλά προσωπικά δεν με ενοχλούν αυτές οι λεπτομέρειες. Θα μου πείτε, γιατί συγκρίνεις συνέχεις με το “Tyran­ny”; Ε, γιατί είναι υπόδειγμα ενός ΤΕΛΕΙΟΥ δίσκου και για αρκετούς το “Carved in stone” μπορεί να πάσχει σε σύγκριση. Όχι όμως για μένα. Και χωρίς τον δεύτερο δίσκο τους, δεν θα είχαμε μάλλον το “Tyran­ny”. Κοιτώντας πίσω στη καριέρα και μικρή δισκογραφία των SHADOW GALLERY, ειλικρινά νιώθω ευγνώμων για κάθε δίσκο τους ξεχωριστά και για την συνολική τους προσφορά στη μουσική. Don’t ever cry, just remember…

Φίλιππος Φίλης 

SIEGES EVEN – “Sophis­ti­cat­ed” (Under Siege)

Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, για να βγάλω άκρη και να επικοινωνήσω με τους ήρωες της εφηβείας μου. Τους SIEGES EVEN, τους λάτρεψα με το “A sense of change”, έναν από τους απόλυτους δίσκους λυρικού pro­gres­sive met­al όλων των εποχών και η αλήθεια είναι ότι σε μία επίσκεψή μου στο Μόναχο, όπου είναι και η έδρα τους, τους πέτυχα να παίζουν live, σε μία στάση μετρό!!! Ό,τι να ‘ναι, δηλαδή! Όταν βγήκε το “Sophis­ti­cat­ed”, έγινε αυτό που λένε first day buy. Έστω και από mailorder διότι δεν θυμάμαι να βρισκόταν στην Ελλάδα, τουλάχιστον μόλις βγήκε. Με είχε εξιτάρει το απλοϊκό εξώφυλλο με το ανθρωπάκι (ίσως το μοναδικό εξώφυλλο που θα μπορούσα να φτιάξω ο ίδιος!!!) και ήμουν περίεργος για το πώς θα ηχούσε. Μην ξεχνάμε ότι από το τεχνικό thrash των δύο πρώτων δίσκων, άλλαξαν εντελώς ύφος (και τραγουδιστή, μην το ξεχνάμε). Τώρα, άλλαξαν και κιθαρίστα (ήρθε ο Wolf­gang Zenk) και τραγουδιστή (πίσω από το μικρόφωνο ήταν ο Greg Keller, αλλά ο προκάτοχός του, Jogi Kaiser, είχε στιχουργική συνεισφορά).

Η αλλαγή ήταν για μία ακόμη φορά σχεδόν κοσμογονική. Άφθονα jazz περάσματα, μπόλικο met­al, τεχνική από άλλο πλανήτη και υψηλές ταχύτητες σε πολλά τραγούδια. Τεράστια τραγούδια, το εναρκτήριο “Reporter” (σπουδάζοντας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο, ακουγόταν το «τραγούδι» μου, κιόλας!!!), το “Dream­er”, που είναι το μοναδικό που κρυφοκοιτάζει το “A sense of change” μουσικά, το “As the world moves on”, το υπεραγαπημένο μου και μέσα στην τριάδα των αγαπημένων μου κομματιών από το γκρουπ, “Water the bar­ren tree” με την επική κορύφωση κι ένα από τα πιο τεχνικά σημεία που ΔΕΝ έχουν παιχτεί από τους SPASTIC INK ή τους WATCHTOWER. Ο δίσκος κλείνει με το “The more, the less”, που είναι ότι πιο ξεφυγεμένο έχουν γράψει ποτέ, σ’ ένα δίσκο που έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το απλοϊκό εξώφυλλο.

Ναι, δεν έχει τον λυρισμό του “A sense of change”, έχει όμως (μαζί με το “Uneven” που ακολούθησε κι έχει την ίδια σύνθεση και για πρώτη φορά παρουσίασαν κάτι παρόμοιο από δίσκο σε δίσκο) μία διαφορετική ταυτότητα, για μένα εξίσου υψηλή ποιότητα, ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ παίξιμο και συνθέσεις πολύ ξεχειλωμένες από τη μία, ταυτόχρονα όμως με ευκρινή δομή ακόμα και ρεφρέν!!! Δίσκος που ακούω οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, δίσκος που γουστάρω από την αρχή μέχρι το τέλος, παρότι πάνω από αυτά βάζω το “A sense…” και το “The art of nav­i­gat­ing by the stars”.

Σάκης Φράγκος

SINISTER — “Hate” (Nuclear Blast)

Ένα δύσκολο έργο που έχεις να επιτελέσεις σαν συγκρότημα που ξεκινάει εμφατικά, είναι να ξεπεράσεις το πρώτο σου δίσκο. Το πρώτο σοκ στο μουσικό κόσμο που φέρει το όνομα σου. Για τους υπερηχητικούς και ιπτάμενους Ολλανδούς SINISTER, αυτό είχε όνομα “Cross the styx”. Ένα μόλις χρόνο μετά, το προσωπικό αγαπημένο του γράφοντος “Dia­bol­i­cal sum­mon­ing” ήρθε και σάρωσε ό,τι άφησε το ντεμπούτο και ακόμα περισσότερα. Κάπου εδώ, διαφαίνεται το επιπλέον δύσκολο έργο της μπάντας. Να ξεπεράσει τη δυάδα πλέον των φανταστικών δίσκων της, ενώ όλη η Ολλανδία έχει ήδη βγάλει τις καλύτερες δουλειές της στο είδος. Οι ASPHYX τα αθάνατα “The rack”/”Last one on earth”/”Asphyx”, οι PESTILENCE τα “Malleus maleficarum”/”Consuming impulse”/”Testimony of the ancients”/”Spheres”, οι GOREFEST τη φονική τριπλέτα “Mindlock”/”False”/”Erase”. Το ημερολόγιο, γράφει 7 Ιουλίου 1995 και από τη Nuclear Blast βγαίνει το πολυπόθητο τρίτο άλμπουμ των SINISTER, με τον απλό τίτλο “Hate”, ηχογραφημένο για δεύτερη σερί φορά στα TNT stu­dios στο Gelsenkirchen της Γερμανίας.

Η σινεματική εισαγωγή που ξεκινάει με τη πόρτα που ανοίγει, δίνει στο ακροατή να καταλάβει πως εδώ έχει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Αρχίζουν οι ψαλμωδίες, οι επικλήσεις σε αρχαίους δαίμονες, βοήθεια μας! Για να μπουν τα αθάνατα blast­beats του “Await­ing the Absu” και να διαλύσουν ό,τι υπάρχει. Ένα από τα πιο πλήρη κομμάτια που έγραψαν ποτέ οι Ολλανδοί, με Αμερικάνικης κλάσης κοψίματα, με γκάζια, με πόνο και φόνο για όλη την οικογένεια. Τα φωνητικά του Mike Van Mas­trigt, στη τελευταία του παράσταση πριν φύγει για τους HOUWITSER και το δικό τους ντεμπούτο “Death…but not buried” (1999), γίνονται συνώνυμα της πρώτης εποχής των SINISTER, προσδίδοντας το κάτι που χρειάζονταν αυτά τα τραγούδια για να γίνουν κλασσικά. Ο δε μετέπειτα front­man, τότε drum­mer Aad Kloost­er­waard, παραδίδει σεμινάρια δυναμικών τόσο σε αυτό το επτάλεπτο έπος, όσο και στον υπόλοιπο δίσκο. Τι να πούμε δηλαδή για το σαρωτικό “Embod­i­ment of chaos”, με την υπέροχη εισαγωγάρα του και το φοβερό πέρασμα του μπάσου που προσθέτει ένα άλλο χρώμα στο κομμάτι;

Οι ταχύτητες πέφτουν ελαφρώς στο “Art of the damned”, δίνοντας χώρο στις κιθάρες να κεντήσουν riff-άρες αλλόκοτες, σαν τους στίχους των SINISTER ένα πράγμα! Το “Unseen dark­ness” όπως και το “18th cen­tu­ry hell­fire” στρώνουν το δρόμο για πολλά παραπάνω γκάζια, παρότι στέκονται κάπου στη μέση, με αρκετά mid-tem­po περάσματα. Το κλασσικό πλέον και αγαπημένο από το δίσκο “To mega the­ri­on” (666!), σαρωτικό και υπερηχητικό επικαλείται τα αρχαία πνεύματα του κακού σαν άλλος Mumm-Ra ο Παντοτινός με το τελευταίο ρεφρέν να κλείνει το κομμάτι απότομα. Σαν να σου λέει το αμίμητο “θα υπάρξει και επόμενη φορά”. Τα καταστροφικά “The cursed may­hem” (τι ρεφρενάρα διάολε…) και “The blood­feast” αναλαμβάνουν να συνθλίψουν τελευταία φορά το κρανίο του ακροατή ο οποίος 40 σχεδόν λεπτά μετά από το play αναρωτιέται τι στο διάολο ήταν αυτό που πέρασε και του έκανε τη σπονδυλική στήλη σμπαράλια από το κοπάνημα.

To “Hate” συνοψίζει το μεγαλείο της πρώτης περιόδου των SINISTER, και κλείνει άθελα του μια πρώτη εποχή, με τη συνέχεια να παραμένει σοβαρή, με τα άλμπουμ να κυμαίνονται άνω του αξιόλογου και στη συντριπτική πλειοψηφία της άνω του πολύ καλού. Το line up θα παρέμενε ασταθές, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ωστόσο, αυτό δε πτόησε ποτέ τους Ολλανδούς μακελάρηδες, που πάντοτε βρίσκονταν στις επάλξεις για να παραδώσουν ποιότητα.

Γιάννης Σαββίδης

SINNER – “Bot­tom line” (No Bull Records)

Οι SINNER ποτέ δεν υπήρξαν εμπορικά μία δημοφιλής μπάντα. Ακόμη και αμιγώς καλλιτεχνικά να το δούμε, οι Γερμανοί απευθύνονται σε ένα περιορισμένο ακροατήριο της κεντρικής Ευρώπης (κυρίως) ενώ υπολείπονται σαφέστατα σε ποιότητα από το έτερο σχήμα του Mat Sin­ner, τους PRIMAL FEAR. Ωστόσο, από το συγκεκριμένο άλμπουμ και μέχρι το 2003 οι SINNER ξεκίνησαν μία ανοδική πορεία η οποία θεωρείται από τη βάση των οπαδών τους σαν το καλύτερο κεφάλαιο της καριέρας τους. Προσωπικά, όχι μόνο συμμερίζομαι τη συγκεκριμένη άποψη αλλά θεωρώ ταυτόχρονα το ”Bot­tom line” σαν το πιο παραγνωρισμένο άλμπουμ εκείνης της οκταετίας. Καταλαβαίνω όμως και το λόγο…

Βλέπετε το “Bot­tom line”, σε αντίθεση με τους επόμενους δίσκους ως το 2003, είναι κάπως άνισο και χωρίς συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα. Βέβαια, ο Sin­ner πάντα αρέσκονταν δίπλα στα heavy met­al κομμάτια να πετάει 2–3 hard rock συνθέσεις καθώς έχει και τέτοιες επιρροές (κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με τις κυκλοφορίες της AFM). Ωστόσο, όταν μένει πιστός σε heavy met­al μονοπάτια (π.χ. σε κομμάτια όπως το “All men are heroes” ή το “Mer­cy killer”) τότε το αποτέλεσμα είναι θετικό. Και μην ξεχνάμε ότι εδώ παίζουν κιθάρα οι Nau­mann και Bey­rodt που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της χημείας των PRIMAL FEAR εδώ και δεκαετίες. Νομίζω ότι όλοι οι φίλοι του παραδοσιακού τευτονικού ήχου αξίζει να δώσουν μία ευκαιρία στο “Bot­tom line” το οποίο, η αλήθεια είναι, ότι δεν βρίσκεται και εύκολα στις μέρες μας σε φυσικό προϊόν. Τα καλύτερα πάντως έρχονταν για τους SINNER από το επόμενο άλμπουμ και μετά.

Σάκης Νίκας

SIX FEET UNDER – “Haunt­ed” (Met­al Blade)

Βρισκόμαστε εν έτει 1993 και ο τραγουδιστής (ή βόρβορος, ότι σας βολεύει) των CANNIBAL CORPSE, Chris Barnes, αποφασίζει να ξεκινήσει ένα side project μαζί με τον κιθαρίστα των OBITUARY, Allen West. Το όνομα του συγκροτήματος; SIX FEET UNDER, μια ασχολία που θα λάμβανε χώρο αποκλειστικά όταν οι δυο τους θα είχαν ελεύθερο χρόνο από τις κύριες μπάντες τους. Στο πλευρό τους είχαν τον θρυλικό μπασίστα Ter­ry But­ler (ναι, αυτόν που μαζί με τον ντράμερ Bill Andrews έφαγαν όλες τις κατάρες του κόσμου γι’ αυτό που έκαναν στον Chuck Schuldin­er στην περιοδεία του “Spir­i­tu­al heal­ing” των DEATH) και τον ντράμερ Greg Gall. Side project είπαμε αλλά μόνο τέτοιο δεν έμελλε να καταλήξει, καθώς οι εξελίξεις προλαβαίνουν τις σκέψεις τους, και έτσι μετά την επεισοδιακή εκδίωξη του Barnes από τους CANNIBAL CORPSE το 1995, οι SIX FEET UNDER γίνονται κύρια ασχολία και βάζουν μπροστά άμεσα την δραστηριοποίηση τους, όπως και την  κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου, ονόματι “Haunt­ed”. Να σημειωθεί εδώ ότι παρά τον διωγμό του από τους CANNIBAL CORPSE, o Barnes παρέμεινε στην Met­al Blade με τις καλύτερες των σχέσεων με τον ηγέτη της Bri­an Slagel, ο οποίος μάλιστα συνέβαλλε και στην παραγωγή του “Haunt­ed” μαζί με τον «πολύ» Scott Burns!

To “Haunt­ed” ενώ δεν το περίμενε προφανώς κανείς, ήταν ένα μνημειώδες ντεμπούτο και δυστυχώς, κακά τα ψέματα, οι SIX FEET UNDER δεν έβγαλαν ποτέ ξανά στην πορεία ανάλογης ποιότητας δίσκο (παρότι στα 90s όλες τους οι δουλειές είναι συνώνυμο τελειότητας). Με τον Allen West ως κύριο συνθέτη, ο ήχος στην ουσία ήταν OBITUARY με τα φωνητικά του Barnes, αντί για τον τιτάνα John Tardy. Groove μέχρι τελικής πτώσεως κοινώς, σαν να ακούγεται ως μια μίξη της ξηρότητας του “The end com­plete” και της πιο μοντέρνας λογικής του “World demise” των OBITUARY. Δίσκος που χαρακτηρίζεται από ενέργεια και από τραγουδάρες όπως το εναρκτήριο “The ene­my inside”, τα κορυφαία και «χορευτικά» “Beneath a black sky”/”Human tar­get”, το γκαζάτο “Suf­fer­ing in ecsta­sy” και το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει το δίσκο. Φυσικά και θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο αρχι-hit “Lycan­thropy”, το οποίο μέχρι και σήμερα θεωρείται το trade­mark-και για πολλούς καλύτερο- κομμάτι όλης της καριέρας τους, το οποίο δίνει τον τόνο για το τι εστί το συγκρότημα, ενώ ακούγεται λες και κάποιος πυροβολάει προς πάσα κατεύθυνση. Σίγουρα ένα από τα πλέον κορυφαία και αξιομνημόνευτα κομμάτια της δεκαετίας του ’90 ανεξαρτήτως είδους. Ποιος όμως ήταν τελικά ο αντίκτυπος της κυκλοφορίας και πως αντιμετωπίστηκε το συγκρότημα;

To “Haunt­ed” χαιρετήθηκε με πολλή θέρμη κατά την κυκλοφορία του και πάρα πολλοί το εξέλαβαν ως μια προσωπική «νίκη» του Barnes έναντι των CANNIBAL CORPSE, η φωνή του τη διετία ’94-’95 ήταν στην καλύτερη της φόρμα (συμπεριλαμβανομένου και του απόλυτου Καννιβαλο-δίσκου “The bleed­ing”) και ακουγόταν συν τοις άλλοις αρκετά ανανεωμένος. Τα riffs ακούγονται θεόρατα, η ρυθμική βάση των Butler/Gall έχει κάνει τρομερή δουλειά, η παραγωγή των Slagel/Burns είναι άκρως ιδανική και έτσι το “Haunt­ed” θεωρείται ως ένα από τα τελευταία κορυφαία άλμπουμ στην ιστορία του death met­al γενικότερα. Προφανώς δε θα έλειπαν και οι φωνές αντίρρησης, καθώς αρκετοί το χαρακτήρισαν ασφαλές, φλώρικο, μη κάφρικο γενικότερα και θεωρούσαν ότι είναι κηλίδα στην ιστορία του Barnes ειδικότερα στον ακραίο ήχο. 26 χρόνια μετά έχει το σεβασμό ακόμα και σκληροπυρηνικών κάφρων (οι οποίοι τους γύρισαν την πλάτη δυο χρόνια μετά στο “Warpath”) και λογίζεται από την συντριπτική πλειοψηφία ως η καλύτερη (ή για άλλους μοναδική καλή) δουλειά του συγκροτήματος. Ο Barnes έπαιρνε τρόπον τινά την εκδίκησή του από τους CANNIBAL CORPSE, οι οποίοι είχαν ήδη προβεί στην αλλαγή τραγουδιστή με τον αγαπητό George “Corpseg­rinder” Fish­er και έτσι ξεκινούσε μια εποχή για της αναγνώρισης για τους SIX FEET UNDER, που μελλοντικά θα αυξανόταν ραγδαία!

Άγγελος Κατσούρας

SKID ROW – “Sub­hu­man race” (Atlantic Records)

Κάποια άλμπουμ δεν κατάφεραν ποτέ όχι μόνο να συγκινήσουν τους οπαδούς μιας μπάντας αλλά και να απογοητεύσουν σε μεγάλο βαθμό με το τελικό αποτέλεσμα. Όσο και αν κάποιοι εθελοτυφλούν, οι SKID ROW υπήρξαν κομμάτι του τρίτου και τελευταίου κύματος του Hair Met­al κινήματος με δύο τεράστιους δίσκους στο ενεργητικό τους την περίοδο 1989–1991. Το 1994, όταν οι SKIDS αποφάσισαν να ξεκινήσουν την προετοιμασία του επόμενου (τότε) δίσκου τους, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα τόσο για το ιδίωμα όσο και για το ίδιο το συγκρότημα αφού οι σχέσεις των μελών είχαν πιάσει πάτο και ειδικά οι Rachel Bolan & Snake Sabo δεν ήθελαν να βλέπουν τον Sebas­t­ian Bach. Η εταιρεία όμως ζητούσε νέο δίσκο και το man­age­ment πρότεινε τον Bob Rock για παραγωγό ο οποίος ήταν μεν φημισμένος αλλά δεν γνώριζε τίποτα από SKID ROW. Και αυτό φάνηκε από τις πρώτες μέρες των ηχογραφήσεων…

Ο Rock ήθελε η μπάντα να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της εποχής και ο Bach να σταματήσει τις περίφημες τσιρίδες του. Το αποτέλεσμα; Απογοητευτικό τόσο από πλευράς παραγωγής (ξερή στα τύμπανα και με έναν χαμηλοκουρδισμένο, sludgy ήχο στις κιθάρες) όσο και από πλευράς έμπνευσης. Ακόμη και οι ελάχιστες “φωτεινές” στιγμές του δίσκου (“My ene­my”, “Breakin’ down”, “Eileen”) χάνονται στη…μετάφραση αφού είναι ολοφάνερο ότι οι SKIDS προσεγγίζουν το όλο εγχείρημα τελείως διεκπεραιωτικά. Αργότερα, μάλιστα, θα μαθαίναμε ότι οι Snake & Bolan είχαν περιορίσει στο min­i­mum την επικοινωνία με τον Bach ο οποίος πάντως είναι μακράν ο MVP του “Sub­hu­man race” με συγκλονιστική, σε σημεία, ερμηνεία. Ακόμη και από το εξώφυλλο ήταν ολοφάνερο ότι οι SKID ROW είχαν φτάσει στο τέλος μιας εποχής ή αν προτιμάτε στην ολοκλήρωση ενός άκρως επιτυχημένου κύκλου. Από το σημείο αυτό και μετά, τίποτα δεν θα ήταν ίδιο για τους SKIDS…

Σάκης Νίκας

SKY OF AVALON – “Pro­logue to the sym­phon­ic leg­ends” (Zero Corporation/ Sky Productions)

Σε αντίθεση με την δεκαετία του ’80 και τις τύπου Hen­drix αναζητήσεις του, ο Γερμανός μάγος της εξάχορδης θεάς (και ενίοτε, επτάχορδης) Uli Jon Roth, την δεκαετία του ’90, επέστρεψε στον κόσμο της κλασικής μουσικής,. Μετά τους ELECTRIC SUN, έγραψε τέσσερεις συμφωνίες (!), εκ των οποίων η πρώτη, με τίτλο “Europa ex fav­il­la” έκανε πρεμιέρα στο Βέλγιο το 1993 και προβλήθηκε στην γερμανική τηλεόραση. Η παραγωγή έγινε σε συνεργασία με την Συμφωνική Ορχήστρα των Βρυξελλών και έφερε τίτλο “Sym­phon­ic rock for Europe”, παρουσιάζοντας ένα πρωτοποριακό for­mat συνεργασίας ορχήστρας, rock μουσικών και τραγουδιστών και κλασικής χορωδίας.

Ο κιθαρίστας πέρασε τα επόμενα χρόνια στο στούντιο του κοντά στο Tun­bridge Wells, στην Αγγλία, γράφοντας και ηχογραφώντας νέα μουσική. H επιτυχία του “Sym­phon­ic rock for Europe” έφερε τον Uli στην θέση να διεκδικείται από τουλάχιστον έξι δισκογραφικές εταιρείες στην Ιαπωνία. Αποφάσισε τελικά να υπογράψει με την Zero Cor­po­ra­tion, όμως δεν μπόρεσε να τηρήσει τη συμφωνηθείσα προθεσμία για ένα ολοκληρωμένο νέο άλμπουμ και αποφασίστηκε αμοιβαία να ανοίξει ο κύκλος “Sym­phon­ic Leg­ends” με ένα σύντομο “teas­er” περίπου 32 λεπτών. Αυτό ήταν το “Pro­logue to the sym­phon­ic leg­ends (Sky of Avalon)”.

Πρόκειται για μία κανονική όπερα σε δομή και ενορχήστρωση, διάρκειας λίγο παραπάνω από 30 λεπτά. Προσέξτε: δεν είναι μία rock opera, ούτε νεοκλασσικό metal…είναι όπερα με την συμμετοχή ηλεκτρικών οργάνων, όπως κιθάρα, μπάσο και πλήκτρα, όλα παιγμένα από τον Roth, o οποίος μεταξύ άλλων επιμελήθηκε την παραγωγή, τις μουσικές συνθέσεις, τους στίχους και το art­work που είναι η ελαιογραφία του με όνομα “Pega­sus rising”.

Τον συντροφεύουν ο Roger Smith (πρώτος τσελίστας) και ο Steve Bent­ley-Klein (πρώτος βιολιστής). Στα φωνητικά συμμετέχει η σοπράνο Leono­ra Gold και οι Michael Flex­ig (πρώην τραγουδιστής των ZENO, το συγκρότημα του αδελφού του Uli, Zeno Roth) και Tom­my Heart (τραγουδιστής των Γερμανών hard rock­ers FAIR WARNING). Όλοι αυτοί ερμηνεύουν με την βοήθεια μιας τριακονταμελούς ορχήστρας, αγγίζοντας το ύφος των Puc­ci­ni, Toscani­ni, Mahler και Grieg, αλλά και συνθέτες μιούζικαλ όπως ο Andrew Lloyd Webber.

Με το project “Sky of Aval­on”, o υπέρ-ταλαντούχος καλλιτέχνης φιλοδοξούσε να εκδώσει τα κομμάτια κλασικής μουσικής που είχε συνθέσει, χρησιμοποιώντας ως κύριο όργανο την Sky Gui­tar, ένα δικό του con­cept ηλεκτρικής κιθάρας που ξεκίνησε το 1983 και την έχει χρησιμοποιήσει σε ό,τι έχει κυκλοφορήσει έκτοτε. Θεματολογικά, η όπερα έχει να κάνει με τον Αρθουριανό μύθο και την διαρκή αναζήτηση του «Δισκοπότηρου της Συνείδησης». Οι κύριοι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι μια αρχαία φυλή εκλεκτών από διάφορες περιοχές του διαστήματος, γνωστοί ως “The Knights Of The Deep”. Η Μοίρα αποφάσισε να στείλει μερικούς από τους ιππότες στην Γη για να βοηθήσει τους ανθρώπους και να προσπαθήσει να αποτρέψει την αυτοκαταστροφή τους. Για να ολοκληρώσουν αυτή την αποστολή οι ιππότες πρέπει να συμμετέχουν στην ανθρώπινη εμπειρία, με όλες τις δοκιμασίες της, γιατί ο Νόμος του Σύμπαντος δεν επιτρέπει καμία άλλη μορφή παρέμβασης. Αυτή η αναζήτηση, μέσα από πολλά διαφορετικά χρονικά πλαίσια και ενσαρκώσεις, πρέπει τελικά να τους οδηγήσει στο Δισκοπότηρο της Συνείδησης, το οποίο οφείλουν να συνενώσουν ξανά. Αν αποτύχουν, η ανθρωπότητα θα είναι καταδικασμένη.

Με την κυκλοφορία του, το “Pro­logue to the sym­phon­ic leg­ends (Sky of Aval­on)” έκανε τεράστια επιτυχία στην Ιαπωνία, πηγαίνοντας μέχρι το νο. 2 του διεθνούς ρεπερτορίου και πουλώντας 60.000 αντίτυπα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του. Στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε το 1998. O Roth προσπαθεί εδώ να δημιουργήσει έναν δικό του μύθο, μουσικά και οπτικά, κάνοντας αυτό που αγαπάει περισσότερο από όλα: να παίζει με ορχήστρα και με την συμμετοχή rock μουσικών, προκειμένου να αποκρυσταλλώσει αυτό που ο ίδιος θεωρεί το αυθεντικό «συμφωνικό rock».

Κώστας Τσιρανίδης

SKYCLAD — “The silent whales of lunar sea” (Noise Records)

Το “The silent whales of lunar sea”, είναι το πέμπτο άλμπουμ των Βρετανών folk Met­allers SKYCLAD. Για την ακρίβεια, είναι το πέμπτο άλμπουμ σε πέντε χρόνια γι’ αυτήν την πολύ αγαπημένη μπάντα από το New­cas­tle. Οι τέσσερις δίσκοι που προηγήθηκαν του “The silent whales of lunar sea”, αποτελούν σίγουρα σημεία αναφοράς στην καριέρα των SKYCLAD, μιας και κυριολεκτικά, ήταν το ένα καλύτερο από το άλλο, με αποκορύφωμα θα λέγαμε τον προκάτοχο, “ Prince of the pover­ty line”.

Πέμπτη κυκλοφορία σε πέντε χρόνια όμως συνεπάγεται και κάποια κούραση, κάποια φθορά. Και η φθορά δυστυχώς έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνιση της σε αυτήν την δουλειά του σχήματος.

Το άλμπουμ δεν είναι κακό, δεν είναι από αυτά τα οποία θα χαρακτήριζε κανείς ανάξιο λόγου. Όμως, έχοντας μόλις ένα χρόνο πριν, κυκλοφορήσει αυτό που για πολλούς αποτελεί την κορυφαία δουλειά τους, οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Και ειδικά όταν τα συγκρίσιμα μεγέθη απέχουν μεταξύ τους, ο πιο αδύναμος, ίσως και να χάνει ακόμα περισσότερο.

Τα τραγούδια είναι λιγότερο ενδιαφέροντα από οποιονδήποτε προηγούμενο δίσκο των SKYCLAD. Ο Steve Ram­sey βγάζει μια αίσθηση απουσίας έμπνευσης. Ο Mar­tin Walkyi­er δείχνει να έχει γίνει πιο «εσωστρεφής». Το δε “Still spin­ning shrap­nel”, ίσως να είναι το πιο αδύναμο open­er άλμπουμ του συγκροτήματος, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δυστυχώς για την μπάντα όμως, τα κακά δεν έχουν να κάνουν μόνο με την απουσία μεγάλης έμπνευσης ή καθαρά με τη μουσική της. Ακόμα και οι μέχρι τότε αψεγάδιαστες παραγωγές που προσέφερε στο  σχήμα ο Kevin Rid­ley και θα συνέχιζε να προσφέρει στο μέλλον, εν προκειμένω είναι δυστυχώς κακή. Δεν είναι απαστράπτουσα, δεν είναι ιδιαίτερη, δεν ανυψώνει τις μέτριες συνθέσεις ώστε να τις αλλάξει επίπεδο.

Η μουσική στο “The silent whales of lunar sea”, δεν είναι καθόλου αυτό που περιμένει ο ακροατής. Δεν έχει πολλά φλάουτα, βιολιά και ακουστικές κιθάρες, ούτε στίχους για Δρυίδες ή μαγικά δάση. Η Pow­erίζουσα αισθητική του, ηχεί ξένη στα αυτιά των οπαδών τους. Και ίσως καμιά φορά, ο πειραματισμός να μην αποδίδει τα αναμενόμενα.

Μία μικρή λεπτομέρεια: αν τον τίτλο του δίσκου, “The silent whales of lunar sea”, τον προφέρει κανείς με συγκεκριμένη Αγγλική ή Αυστραλιανή προφορά, αυτό που ακούγεται στον προφορικό λόγο, είναι: “The silent wails of luna­cy”. Έξυπνο…

Φανούρης Εξηνταβελόνης

SLASHS SNAKEPIT — “Its five oclock some­where” (Gef­fen)

Eδω έχουμε την πρώτη δουλειά του Slash εκτός των GUNS N’ ROSES. To album που κυκλοφόρησε στις αρχές του ‘95 από την Gef­fen ήταν κομμάτια που είχε συνθέσει ο κιθαρίστας μετά το τέλος της τεράστιας περιοδείας των “Use your Illu­sions”. Τα κομμάτια αυτά τα είχε συνθέσει στο garage του νέου του σπιτιού στο L.A και εκεί εκτός από τον Matt Sorum με τον οποίο έκανε πιο στενή παρέα και έπαιζε μαζί του για πλάκα, συνήθιζαν να περνούν ο ΜIke Ιnez (ALICE IN CHAINS) αλλά και ο Gil­by Clarke. Οι τρεις GUNS τζάμαραν και ηχογραφούσαν κάθε βράδυ, χωρίς να ξέρουν που θα καταλήξει όλο αυτό το υλικό. Όταν κάποια στιγμή το έβαλαν στον Axl να το ακούσει, έδειξε απροκάλυπτα ότι δεν του προκαλούσε κανένα ενδιαφέρον το υλικό.

Όμως ο Slash, εξ αρχής, όλες αυτές τις συνθέσεις τις έγραψε για να περνά καλά, χωρίς να τον απασχολεί για το μέλλον της μπάντας του. Μάλιστα όπως αναφέρει ο ίδιος, τα κομμάτια στα οποία έγραψε ο ίδιος τους στίχους (στα υπόλοιπα υπεύθυνος είναι ο τραγουδιστής Eric Drover) απευθύνονται όλα σε ένα πρόσωπο (ποιος να ήταν άραγε!), εκείνη την εποχή κανείς δεν το κατάλαβε και χρησιμοποίησε τον δίσκο ως μια ευκαιρία για να διώξει από πάνω του όλα όσα ένιωθε ότι τον καταπίεζαν.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε και τα πήγε καλά και εμπορικά φθάνοντας το ένα εκατομμύριο σε πωλήσεις, ο Slash θα προσλάβει όμως τους Bri­an Tichy και James Lomen­zo από τoυς PRIDE AND GLORY του Ζakk Wylde και με το Gil­by Clarke επίσης στην line up (οι Mike Inez και Μatt Sorum αδυνατούσαν  να ακολουθήσουν)  θα περιοδεύσει στην Αμερική, Ευρώπη, Ιαπωνία και Αυστραλία. Θα κυκλοφορήσει επίσης δύο sin­gles από τον δίσκο τα “Beg­gars & hang­ers on” και “Good to be alive”. 

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Slash όλη αυτή η εμπειρία των συναυλιών με τους SNAKEPIT ήταν υπέροχη. Δεν υπήρχαν δράματα όπως αναφέρει και τον βοήθησε να ανακαλύψει εκ νέου τι ήταν αυτό που του άρεσε να κάνει. Ήταν μια πραγματική ενδοσκόπηση μιας και τα δυο τελευταία χρόνια ένοιωθε ότι είχε χάσει τον εαυτό του. Ο Slash το μοναδικό πράγμα που ήθελε ήταν απλώς να ανεβαίνει πάνω στην σκηνή και να παίζει, τα υπόλοιπα τον έφθειραν σαν άτομο και συναισθηματικά και ψυχολογικά τον κούραζαν αφάνταστα.

Συνολικά το πρώτο album των SLASH’S SNAKEPIT ήταν ένα ζόρικο hard rock album που έφερε πάνω του όλη την σφραγίδα τους ταλαντούχου κιθαρίστα και αυτό το καταλαβαίνει κανείς από την πρώτη νότα. Ο δίσκος διαθέτει από πίσω του την ομάδα των GUNS N’ ROSES (Mike Clink- παραγωγή, ηχογραφημένο στα record Plant και Con­way record­ing stu­dios με Micheal Bar­bi­ero και Steve Thomp­son  για την μίξη) και με συμμετοχές και από τους Duff McΚa­gan και Dizzy Reed, όλος ο καλός ο κόσμος δηλαδή εκτός από τον «αχώνευτο». Τέλος ο δίσκος έφτασε στο #70 στην Αμερική και στο #15 στην Βρετανία και απέσπασε θετικές κριτικές από παντού.

Γιάννης Παπαευθυμίου

SODOM – “Mas­quer­ade in blood” (Steamham­mer)

Περίεργη ιστορία ετούτο εδώ το άλμπουμ. Το “Mas­quer­ade in blood” είναι το έβδομο άλμπουμ των  Γερμανών πολεμάρχων SODOM κι έχει αρκετές ιδιαιτερότητες. Κυκλοφόρησε μόλις ένα χρόνο μετά το “Get what you deserve” και σε αρκετούς έδωσε την εντύπωση της προχειρότητας. Δεν είναι ακριβώς όμως έτσι τα πράγματα, καθώς ο Andy Brings, κιθαρίστας της μπάντας στα δύο προηγούμενα άλμπουμ αλλά και στο live “Marooned”, αποχώρησε στις αρχές της χρονιάς και ο Angel­rip­per θέλησε γρήγορα να αποκαταστήσει την τάξη. Αντικαταστάτης του, ο ταλαντούχος αλλά και αυτοκαταστροφικός Dirk Strahlmeier (R.I.P. 2011). Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1995 και ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να διχάζει τους οπαδούς. Πολύ punk ήχος για τους παραδοσιακούς οπαδούς, πολύ thrash γι’ αυτούς που λάτρεψαν την punk κατεύθυνση του “Get what you deserve”. Ως συνήθως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Το “Mas­quer­ade in blood”ακούγεται σαν η φυσική συνέχεια του προκατόχου του που όμως φέρνει την ωμότητα και τραχύτητα του “Tap­ping the vein”. Μπερδεμένο αποτέλεσμα; Ίσως την εποχή που κυκλοφόρησε, ναι. Σήμερα όμως, ακούγοντας το άλμπουμ, συνειδητοποιεί κανείς πόσο πραγματικά καλό ήταν.  Η πολεμική ατμόσφαιρα που είχε μειωθεί κάπως στο προηγούμενο άλμπουμ, επανέρχεται εντονότερη. Συμπαγής δίσκος και με εξαιρετική παραγωγή από τον ίδιο τον Angel­rip­per,  περιλαμβάνει κάποια πολύ καλά κομμάτια, όπως το ομώνυμο, το “Gath­er­ing of minds”, τα ωμά “Scum”και “Man­tel­mann”  και τα φανταστικά “Peacemaker’s law” και “Mur­der in my eyes”. Το “Fields of hon­our” βρωμάει και ζέχνει MOTORHEAD από μακριά, θυμίζοντας εποχές “Bet­ter off dead”  κι ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τη μία από τις δύο αγαπημένες μπάντες του Angel­rip­per (ναι, η δεύτερη είναι αυτή που φαντάζεστε!), όσο για τη διασκευή στο “Let’s break the law” των ANTI-NOWHERE LEAGUE , κουμπώνει ιδανικά στο όλο κλίμα του δίσκου.  Η απόδοση της μπάντας είναι εξαιρετική, με τον Angel­rip­per να αποτελεί για μια ακόμη φορά σταθερή αξία, τον Strahli να ακούγεται ιδανικός αντικαταστάτης του Brings, ενώ ο Atom­ic Steif για μια ακόμη φορά είναι ΤΙΤΑΝΙΟΣ πίσω από τα τύμπανα. Δυστυχώς το line up του δίσκου αυτού αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβιο καθώς ο Strahli εκδιώχθηκε λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τα ναρκωτικά και τον οδήγησαν μάλιστα και στην σύλληψή του από τις αρχές, ενώ και ο Atom­ic Steif αποχώρησε κάτω από ένα πέπλο μυστηρίου. Παρόλα αυτά, εκτιμώ ότι το “Mas­quer­ade in blood” είναι ένα παρεξηγημένο όσο και υποτιμημένο άλμπουμ που αξίζει πολλά περισσότερα από όσο νομίζετε.

Θοδωρής Κλώνης

STEEL PROPHET — “The God­dess prin­ci­ple” (Brain­storm Division)

Έχουν περάσει ήδη έξι χρόνια από το 1983, τη χρονολογία σύστασής του και είχαν ήδη ηχογραφηθεί τρία demos. Ένα εξ αυτών, το “Inner Ascen­dance” του 1989 (το οποίο είχαν περιποιηθεί ιδιαιτέρως ο Bill Metoy­er με τον Joe Floyd), συγκαταλέγεται στα καλύτερα demos όλων των εποχών ανεξαρτήτου ιδιώματος και κοντράρει στα ίσα πάμπολλους offi­cial δίσκους μεγάλων συγκροτημάτων. Κι όμως, ο Ατσάλινος Προφήτης (για τον οποίο μιλάμε) από το Mid­dle­town του Con­necti­cut έπρεπε να περιμένει άλλα έξι ολόκληρα χρόνια για να κάνει την επίσημη «πρώτη» του, με το “The God­dess prin­ci­ple”. Ένα album που και αυτό στην ουσία demo ήταν, γι’ αυτό και η «φτωχή» του (για «κανονική» κυκλοφορία) παραγωγή. Τι τα θες όμως, τι τα γυρεύεις… Η ουσία πάντα θα βρίσκεται στις συνθέσεις και υπό αυτό το πρίσμα, οι STEEL PROPHET του “The God­dess prin­ci­ple” εξακολουθούν να είναι «από άλλον πλανήτη»! Ο κιθαρίστας Steve Kachin­sky δεν πτοήθηκε από την αποτυχία του να αντικαταστήσει τον Vic­tor Ardui­ni στους FATES WARNING (προτιμήθηκε ο Frank Aresti ως γνωστόν) και θέλησε να τιμήσει τη μπάντα του φίλου του Jim Math­eos, αφού οι φιλίες δε χαλάνε για τέτοια ζητήματα. Έτσι, συνέχισε από εκεί που έμειναν το “The spec­tre with­in” και το “Awak­en the Guardian”, προσθέτοντας τη δική του, προσωπική ταυτότητα που περιείχε ακόμη και doom ή και thrash met­al στοιχεία. Μαζί του σε αυτό το εγχείρημα, ο Hora­cio Col­menares των NEW EDEN στην άλλη κιθάρα, οι Vince Den­nis (το θηρίο των BODY COUNT) και John Taras­cio στο rhythm sec­tion και Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Rick Mythi­asin στο μικρόφωνο. Θεάρεστο pow­er met­al, με καταπληκτικές Maid­en μελωδίες, τεχνοκρατική αντίληψη, φωνητικά στην Στρατόσφαιρα και “white”, θεολογική στιχουργική άποψη, από ένα σχήμα τόσο ικανό μουσικά, όσο και «εκτός κλίματος» της εποχής του. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που οι STEEL PROPHET όχι απλά δε γνώρισαν επιτυχία στις Η.Π.Α, αλλά δε μπορούσαν να βρουν μια θέση sup­port έστω, σε κάποιο τοπικό club, κάτι που δεν έγινε ούτε στη πορεία, κι ας διαδεχόταν η μια δισκάρα την άλλη… Όχι ότι στην Ευρώπη θα στρώνονταν χρυσά χαλιά να περπατήσει επάνω τους η μπάντα, αφού αυτό το USPM δύσκολα θα το καταλάβαινε ο μέσος οπαδός των GAMMA RAY ή των STRATOVARIUS (δε μειώνω τα groups αυτά, είναι απλά εντελώς διαφορετικοί κόσμοι), αλλά όπως και να ’χει, για παραδοσιακό met­al μιλάμε, στη Γηραιά Ήπειρο το «έδαφος» ήταν πολύ πιο «πρόσφορο». Υπάρχει ακόμη χρόνος να διορθωθεί αυτή η αδικία, άραγε; Νομίζω ναι!

Δημήτρης Τσέλλος

STRAPPING YOUNG LAD – “Heavy as a real­ly heavy thing” (Cen­tu­ry Media) 

Το 1993 ο κόσμος γνωρίζει για πρώτη φορά έναν άγνωστο ως τότε τραγουδιστή, ονόματι Devin Townsend. Ο Καναδός ψυχασθενής της καρδιάς μας επιλέχθηκε από έναν υπέρμετρα –τότε- τολμηρό Steve Vai, ώστε να τραγουδήσει στο τρίτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του μέγιστου βιρτουόζου της κιθάρας, ονόματι “Sex & reli­gion”. O Townsend μετά και την περιοδεία του δίσκου μέσα στο 1994, θεώρησε ότι έγινε «μουσική πόρνη» ατόμων που τον εκμεταλλεύονταν και μετά από μια περιοδεία ως κιθαρίστας των THE WILDHEARTS, αποφάσισε να τραβήξει το δικό του μουσικό μονοπάτι. Μέσα στη χρονιά, έλαβε τηλεφώνημα από εκπρόσωπο της Road­run­ner, η οποία είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να ακούσει τα demo που είχε ετοιμάσει, με το υλικό τελικά να απορρίπτεται από τους ανώτερους της εταιρείας, χαρακτηριζόμενο ως «απλά θόρυβος». Την ίδια απόρριψη έλαβε κι από την Rel­a­tiv­i­ty Records, την εταιρεία στην οποία κυκλοφόρησε το “Sex & reli­gion”, η οποία δεν είδε εμπορική προοπτική στη μουσική του. Μέχρι που μαζί του επικοινώνησε η Cen­tu­ry Media η οποία του ανέφερε απλά ότι «θέλουμε να μας προσφέρεις μερικά ακραία άλμπουμ» και του πρόσφερε ένα γενναίο συμβόλαιο πέντε δίσκων. Μετά λοιπόν την περιοδεία του με τους THE WILDHEARTS, o Townsend βάζει μπροστά τη νέα εποχή της καριέρας του, ονομάζοντας το σχήμα STRAPPING YOUNG LAD!

To “Heavy as a real­ly heavy thing” είναι το ντεμπούτο των SYL που κυκλοφόρησε το 1995. Ή μάλλον το ντεμπούτο του ίδιου του Devin, καθώς στο δίσκο ακούμε αποκλειστικά τον ίδιο να παίζει τα πάντα, εκτός από τα τύμπανα στα οποία έχει συνδράμει ένα drum machine. Φυσικά είχε τη βοήθεια κάποιων συγκεκριμένων καλεσμένων, άλλων που έγιναν αναπόσπαστο μέρος της μπάντας όπως ο Jed Simon στις κιθάρες, και άλλων που δεν μακροημέρευσαν αλλά βοήθησαν σημαντικά, όπως ο ντράμερ Andrew White, o επίσης ντράμερ Chris Byes, ο πληκτράς Chris Mey­ers, ο μπασίστας Ash­ley Scrib­n­er και ο κιθαρίστας Mike Sudar, ενώ έξτρα βοήθεια στον προγραμματισμό των τυμπάνων έδωσε ο Greg Price. O Townsend χωρίς να το θέλει, γέννησε μια νέα μουσική τάση, ενώ υποθέτω ότι βγάζοντας τον θυμό του από τη μουσική βιομηχανία, δεν ήξερε πόσο προφητικό θα αποδεικνυόταν το ρεφρέν του εναρκτήριου “S.Y.L.”  όπου αναφέρει γεμάτος σιγουριά “I am the com­ing of a new age and I will nev­er fall”. Πόσα ήξερες αλλά δεν το πίστευες ούτε ο ίδιος πόσο ακριβής θα ήσουν. Το ντεμπούτο των SYL λοιπόν είναι μια ξεκάθαρη in your face indus­tri­al meets death meets thrash meets groove λαίλαπα με έναν ήχο που είναι έτοιμος να σε συνθλίψει.

Ο δίσκος μπορεί αρχικά να μην αναγνωρίστηκε και να έχει πατώσει εμπορικά στο πρώτο εξάμηνο, με μόλις 143 κόπιες να έχουν πουληθεί, αλλά οι διθυραμβικές κριτικές που έλαβε το «έσπρωξαν» μελλοντικά σε πολύ καλύτερη μοίρα, η οποία προφανώς και ενισχύθηκε από το επόμενο SYL μνημείο, ονόματι “City”, το 1997. Ο Andy Stout του Aγγλικού Met­al Ham­mer τόνισε ότι «είναι ένα από τα πιο ενοχλητικά άλμπουμ που θα ακούσετε για πολύ καιρό». Ο ίδιος ο Devin πάντως ανέκαθεν εξέφραζε την αποστροφή του, είτε αναφέροντας ότι έχει μόνο δυο καλά κομμάτια, (προφανώς εννοώντας το “S.Y.L.” και το “In the rainy sea­son”), ότι η παραγωγή είναι φτωχή και η όλη ηχογράφηση δυσάρεστη, προσθέτοντας ότι «είναι απλά μια συλλογή από demo που επαναμιξαρίστηκαν». Στην επανέκδοση του 2006 όταν η Cen­tu­ry Media ανέφερε ότι πρόκειται για την αναγέννηση ενός κλασικού δίσκου που όρισε ένα είδος, ο Townsend απάντησε λακωνικότατα «μ@λ@κίες δισκογραφικών εταιρειών». Παρόλα αυτά, αν και ημιτελές στα μάτια του, το άλμπουμ αυτό έμελλε να είναι η αρχή που στήριξε την πολυσχιδή καριέρα του, ενώ βρισκόταν στο μάτι του κυκλώνα της μάχης του με την διπολική του διαταραχή και τα ναρκωτικά που έπαιξαν αμφότερα μέγιστο ρόλο στον ήχο των SYL μελλοντικά. Η νέα εποχή είχε έρθει. Και ήταν αναμφισβήτητα μια νέα εποχή πραγματικότητας ολομόναχος!

Άγγελος Κατσούρας

STRATOVARIUS — “Fourth dimen­sion” (T&T)

Πριν μιλήσουμε για το “Fourth dimen­sion” πρέπει να γυρίσουμε έναν χρόνο πίσω, στο  1994, όταν οι STRATOVARIUS ολοκλήρωσαν την περιοδεία του εξαιρετικού “Dream­space” και ετοιμάζονταν για την δημιουργία του “Fourth dimen­sion”. Το “Twi­light time” ήταν το άλμπουμ όπου ξεκίνησε το συγκρότημα να δείχνει ότι προορίζεται να γίνει ένας εκ των κύριων πρωταγωνιστών στο euro pow­er met­al στερέωμα και το “Dream­space” έσκασε με τέτοιον τρόπο, που ήρθε να επισφραγίσει την δυναμική των αγαπημένων Φινλανδών. Ήταν αυτή η στιγμή που ο ηγέτης και βασικός συνθέτης του συγκροτήματος Timo Tolk­ki, κατάλαβε πως πρέπει να αλλάξει ορισμένα πράγματα, για να δώσει στην μπάντα του αυτή την μικρή ώθηση που χρειαζόταν για να πετάξει. Έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του την αναγνώριση που επιζητούσε ως ένας νέος gui­tar hero και βλέποντας πως οι απαιτήσεις στα φωνητικά μέρη αυξάνονταν κατακόρυφα, πήρε την απόφαση να αφοσιωθεί πλήρως στις κιθάρες των STRATOVARIUS, αφήνοντας την θέση του τραγουδιστή κενή. Μία θέση που ήρθε να καλύψει επάξια ο Timo Kotipelto.

Πέντε μήνες χρειάστηκαν για να ολοκληρωθούν οι ηχογραφήσεις του “Fourth dimen­sion”, το τελευταίο άλμπουμ που αποτελούταν αποκλειστικά από Φινλανδούς μουσικούς, καθώς είναι ο τελευταίος δίσκος για τον πληκτρά Antti Iko­nen, που αντικαταστάθηκε από τον Σουηδό Jens Johans­son, όπως επίσης τελευταίος και για τον drum­mer Tuo­mo Las­si­la, που την θέση του πήρε ο Jorg Michael. Το πρώτο τραγούδι που βγήκε ως video clip και προάγγελος του “Fourth dimen­sion” δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τον κομμάταρο “Against the wind”, που κυκλοφόρησε και ως b’ side στο sin­gle “Wings of tomor­row” (μπορεί να ήταν τραγούδι από το “Dream­space”, αλλά κυκλοφόρησε αργότερα από το “Fourth dimen­sion”, κυρίως για την ελληνική αγορά, με την προσδοκία να γίνει ύμνος της Εθνικής μπάσκετ για το Eurobas­ket 1995, κάτι που τελικά συνέβη μία και μοναδική φορά στον εναρκτήριο αγώνα της). Μουσικά το “Fourth dimen­sion” πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα από το “Dream­space” και φανερώνει την κατεύθυνσή που θα ακολουθούσε το συγκρότημα, μία μαγική πορεία που ξεκίνησε από το “Twi­light time” και που έκανε τους STRATOVARIUS συγκρότημα-ηγέτη στο euro-pow­er, δημιουργώντας κυριολεκτικά μία νέα ολόκληρη σχολή, με άπειρα συγκροτήματα που επηρεάστηκαν και εμπνεύστηκαν από τον ήχο τους. Συγκινήθηκα ανάθεμά σας.

Δημήτρης Μπούκης

SUFFOCATION – “Pierced from with­in” (Road­run­ner)

Οι SUFFOCATION (όπως και οι MALEVOLENT CREATION) ήταν οι μεγάλοι «άτυχοι» το 1993, όταν είδαν το δεύτερο τους άλμπουμ “Breed­ing the spawn” να έχει την αντίστοιχη μοίρα του “Still­born” των MALEVOLENT CREATION. Δηλαδή την έλλειψη bud­get από πλευράς Road­run­ner και την αδυναμία της εταιρείας να υποστηρίξει το άλμπουμ, με αποτέλεσμα μια καταστροφική παραγωγή από τον άσημο Paul Bagin και συνολικό αποτέλεσμα ένα δίσκο-κηλίδα όχι μόνο για το συγκρότημα αλλά και για όλο το death met­al συνολικά εκείνη την εποχή (μακράν το χειρότερο άλμπουμ του είδους από μεγάλη μπάντα). Ευτυχώς μετά την κυκλοφορία του τα πράγματα βελτιώθηκαν (δε γινόταν μάλλον να βαλτώσουν και περισσότερο) και η πρώτη αρχική είδηση που (θα έπρεπε να) φέρει χαμόγελο, είναι η φυγή του Mike Smith και η έλευση του υπερ-παίχτη και τυμπανικού καταστροφέα, Doug Bohn, με αποτέλεσμα αυτού που λέω χρόνια, ότι οι SUFFOCATION για πρώτη φορά είχαν ντράμερ. Καλό, χρυσό παιδί ο Mike, ωραίος τύπος γενικά, αλλά αυτό το ξύλινο παίξιμο του δεν αντεχόταν με καμία Παναγία. Το δεύτερο ευχάριστο είναι ότι αυτή τη φορά το συγκρότημα έχει το bud­get και τις σωστές συνθήκες ηχογράφησης και έτσι επιστρέφουν στο ναό του death met­al (Mor­risound Record­ing, Tam­pa, Flori­da) για να δημιουργήσουν το τρίτο τους άλμπουμ.

To τρίτο και μεγαλύτερο ευχάριστο και μάλλον το σημαντικότερο, είναι η επιστροφή του αρχιερέα του death met­al όσον αφορά τις παραγωγές, δηλαδή του Scott Burns. Ο οποίος με το μαγικό του χέρι δίνει στο δίσκο –που ονομάστηκε “Pierced from with­in”- μια άλλη υπόσταση, η οποία τουλάχιστον συνολικά καταφέρνει το πλέον ακατόρθωτο, να ξεπεράσει το συναίσθημα που έβγαζε το πρωτόγονο ντεμπούτο τους “Effi­gy of the for­got­ten”. To “Pierced from with­in” όμως είναι γενικότερα το ανώτερο άλμπουμ (προσοχή, άλμπουμ, όχι κυκλοφορία) των SUFFOCATION, καθώς συνθετικά είναι απλησίαστο και το παικτικό τους επίπεδο σε συνδυασμό με την παραγωγάρα, το φτάνουν σε στρατόσφαιρα τελικού αποτελέσματος. Η μεγάλη διαφορά όμως είναι στο σκαμνάκι και τα δέρματα. Αυτά που έχει κάνει ο Doug Bohn εδώ πέρα είναι απερίγραπτα, ο άνθρωπος γεννήθηκε να φέρνει την καταστροφή σε κάθε κατέβασμα μπαγκέτας. Μιλάμε για Δ‑Υ-Ν-Α-Μ‑Η χτυπημάτων όσο ελάχιστες φορές στην ιστορία, γυρίσματα που προκαλούν πανικό, η δίκαση κλαίει σε κάθε του ομοβροντία, ένας γεννημένος δολοφόνος που βγήκε στη γύρα να σκορπίσει όλεθρο. Χάρη στο παίξιμο του, γεννήθηκαν κομμάτια αναπόσπαστα μέρη των συναυλιών τους αλλά και κοσμήματα όλου του είδους γενικότερα, όπως το εναρκτήριο ομότιτλο, το θρυλικό “Thrones of blood” και το καθηλωτικό “Brood of hatred” με ρυθμό-κόλαση ξεκάθαρα.

Όλα τα παραπάνω συνέβαλαν στο να γίνει άμεσα αποδεκτό το “Pierced from with­in” από τους οπαδούς, πολλοί εκ των οποίων σίγουρα δεν πίστευαν ότι οι SUFFOCATION μπορούν να επιστρέψουν τόσο καταστροφικοί μετά το σκόπελο του “Breed­ing the spawn”. To “Pierced from with­in” θεωρείται από πολλούς στην Αγία Τριάδα –μαζί με το “Once upon the cross” των DEICIDE και το “Dom­i­na­tion” των MORBID ANGEL που αμφότερα κυκλοφόρησαν πολύ κοντά χρονικά- των δίσκων που είναι οι τελευταίοι ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ δίσκοι στην ιστορία του death met­al και πως τίποτα μετά το 1995 δεν ακούστηκε όπως παλιά (ορθότατη άποψη παρότι μας πικραίνει εμάς τους οπαδούς του είδους, παρά τις συνεχείς ποιοτικότατες κυκλοφορίες κάθε χρόνο). Στο “Pierced from with­in” ξεκινάει και η αγαπημένη «συνήθεια» των SUFFOCATION να επανηχογραφούν τα κομμάτια του “Breed­ing the spawn” με ήχο που θεωρούν ότι θα έπρεπε να έχουν εξ αρχής οι συνθέσεις, έτσι εδώ έχουμε το ομότιτλο κομμάτι επανηχογραφημένο, ενώ έχουμε και επανεκτέλεση του “Syn­thet­i­cal­ly revived” μέσα από το EP “Human waste”. Ένα από τα κορυφαία κάφρικα άλμπουμ όλων των εποχών, κόντρα στα προγνωστικά της εποχής που τους θεωρούσαν καμένο χαρτί και γενικά ξοφλημένους και που μαζί με το επόμενο ΕΡ “Despise the sun” σηματοδοτούν το κορυφαίο δίδυμο κυκλοφοριών στην ιστορία τους. Με μια λέξη: ΤΣΙΜΕΝΤΟΛΙΘΟΣ!

Άγγελος Κατσούρας

SYMPHONY X – “The damna­tion game” (Inside Out Music)

Πρώτος δίσκος των SYMPHONY X με διανομή στην Ευρώπη, πρώτος δίσκος με τον Rus­sell Allen στα φωνητικά (δηλαδή πρώτος με κανονικό τραγουδιστή και ΤΙ τραγουδιστή αλήθεια), πρώτος δίσκος του σχήματος που αγόρασα όταν βγήκε, ψάχνοντας για καλό neo­clas­si­cal pro­gres­sive met­al. Μπορώ να πω άσχημα λόγια για το “The damna­tion game”; Προσοχή, μιλάμε για τον –προσωπικά- δεύτερο χειρότερο (;;;) δίσκο του συγκροτήματος, που έχει βγάλει όμως τέτοια αριστουργήματα, ώστε τον όγδοο σε προσωπική κατάταξη δίσκο τους, άλλοι τον κοιτάνε με κυάλια!!!

Κατ’ αρχάς, περιέχει ένα από τα κορυφαία τραγούδια τους, το εννιάλεπτο “The edge of for­ev­er”, που πρέπει να το έβαζα κάθε εβδομάδα στη ραδιοφωνική μου εκπομπή, όταν ξεκινούσα πριν από σχεδόν 26 χρόνια. Ένα τραγούδι-προπομπός ανάλογων επών, που άλλα ήταν λίγο καλύτερα, άλλα λίγο χειρότερα, αλλά η δομή του τραγουδιού με την ακουστική εισαγωγή και την κορύφωση, ακολουθήθηκε στους επόμενους δίσκους και μας χάρισε μοναδικές στιγμές, επίσης. Παρόμοιο τραγούδι είναι το “A winter’s dream” (εντάξει, όλοι καταλαβαίνουμε ότι είναι ένα τραγούδι χωρισμένο σε δύο μέρη), με το δεύτερο μέρος του (“The ascen­sion”) να έχει παρουσιαστεί με άλλες βελτιωμένες μορφές σε επόμενες δουλειές του σχήματος.

Παρότι η παραγωγή δεν το κολακεύει το “The damna­tion game”, είναι καλύτερη από το ομώνυμο ντεμπούτο τους και ακόμα κι έτσι, ξεχωρίζουν και οι παιχτικές ικανότητες των μελών τους αλλά και τραγουδάρες όπως το ομώνυμο που ανοίγει το δίσκο, το “Dressed to kill” και το “The haunt­ing”, που μαζί με τα προαναφερθέντα, δημιουργούν έναν πυρήνα εξαίσιων δειγμάτων neo­clas­si­cal power/prog met­al, ακριβώς σαν αυτό που ζητούσα να ακούσω αγοράζοντάς του. Που να φανταζόμουν ότι εκείνη τη στιγμή, έμπαινα στα σαλόνια του Champion’s League; Κι επειδή πάντα το λέω, αν ασχολιόμουν ποτέ σοβαρά με τη μουσική, είχα συγκρότημα και δεν ήμουν χαβαλές, θα ήθελα να έπαιζα σ’ ένα σχήμα που θα έπαιζε ακριβώς σαν τους SYMPHONY X. Το απόλυτο σχήμα που συνδυάζει τον heavy ήχο, με την τεχνική. Και το “The damna­tion game” ήταν η σπίθα που θα οδηγούσε σ’ έναν από τους απόλυτους δίσκους όλων των εποχών. Το ανυπέρβλητο “Divine wings of tragedy”.

Σάκης Φράγκος

SYRIS — “Syris” (Shark Records)

Είναι κάποια συγκροτήματα, που δε χρειάζονται πολλές προσπάθειες για να κατακτήσουν τις καρδιές των οπαδών του ιδιώματος που υπηρετούν. Δεν ξέρω αν αυτό το συμπέρασμα είναι μόνο δικό μου, και πιθανότατα δεν είναι, αλλά θεωρώ πως δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Πως συνδέεται τώρα με την περίπτωση των SYRIS, από το Illi­nois; Εύκολα. Το αμερικανικό pow­er met­al δεν έχει «επιφανειακούς» ακροατές. Δεν είναι europow­er (πικρή αλήθεια, αλλά αλήθεια το δίχως άλλο), για να μείνει ο οπαδός σχετικά στην επιφάνεια και να ασχολείται με τους μεγάλους και γνωστούς του είδους, άντε και τους «συγγενείς» αυτών. Ο USPM οπαδός, είναι από τους καλύτερους «δύτες» της πιάτσας, και βουτά βαθιά. Πολύ βαθιά. Και σε μια από αυτές τις καταδύσεις του θα έβρισκε, στα μεγάλα εκείνα βάθη, να τον κοιτά τούτο το άλμπουμ. Πρόκειται περί ενός μικρού αριστουργήματος, που έχει φτάσει να είναι εξαιρετικά δυσεύρετο και ακόμη και σήμερα εκθειάζεται στις συζητήσεις μεταξύ των «μυστών» του χώρου. Καλοί, μελετηροί μαθητές της αμερικανικής σχολής οι SYRIS, καταθέτουν έναν δίσκο σαφέστατα επηρεασμένο από τα πριν από αυτούς «θηρία», αλλά που θα μπορούσε να ξεκινήσει τη δική τους επιδραστική κληρονομιά. Αυτό, αν οι εποχές ήταν διαφορετικές, πιο «φιλικές» για τη μουσική τους και τα πράγματα στο μέλλον είχαν διαφορετική κατάληξη, αφού οι SYRIS δέχτηκαν μέχρι και το χτύπημα της σχεδόν ολικής αλλαγής στην σύνθεσή τους. Τουλάχιστον, ο drum­mer Sean Brown μπορεί να έμεινε μόνος και έρημος, αλλά δεν το έβαλε κάτω και με καινούργιους συμπαίκτες κυκλοφόρησε έναν ακόμη δίσκο μεγατόνων, το “Unseen forces” του 1998, που εννοείται και αυτός πήγε «άκλαφτος». Για το οποίο βέβαια θα μιλήσουμε όταν έρθει η ώρα, αφού προέχει η νιοστή ακρόαση του “Syris” και του θεάρεστου pow­er met­al του. Αν μέχρι σήμερα δηλώνεις άγνοια αλλά συγκαταλέγεσαι σε αυτούς που ξυπνούν με QUEENSRYCHE και HEIR APPARENT, συνεχίζουν τη μέρα τους με STEEL PROPHET και κοιμούνται με APOLLO RA, τότε δεν πρέπει να περιμένεις άλλο.

Δημήτρης Τσέλλος

TAD MOROSE — “Sender of thoughts” (Black Mark Production)

Όταν ακούμε το όνομα TAD MOROSE, αυτόματα το συνδέουμε με πρώτης διαλογής pow­er met­al, που κοντράρει στα ίσα μεγάλους του είδους και θυμίζει τον τιτάνιο ήχο της απέναντι όχθης του Ατλαντικού. Και όμως, οι Σουηδοί με τον Kris­t­ian Andrén στο μικρόφωνο μάγεψαν ΚΑΙ τον χώρο του pro­gres­sive, δημιουργώντας δύο μικρά διαμαντάκια: το ντεμπούτο τους “Leav­ing the past behind” και τούτην εδώ τη διάδοχή του κατάσταση. Αλλά ας τα δούμε λίγο από πιο κοντά τα πράγματα. Το pro­gres­sive met­al των TAD MOROSE χαρακτηρίζει κατ’ αρχάς το γεγονός πως προσπαθούν εξαρχής να βρουν τον δικό τους ήχο, χωρίς να προβαίνουν σε επαίσχυντες αντιγραφές καθιερωμένων καλλιτεχνών και χωρίς να έχουν τάσεις βερμπαλιστικές και φλύαρες. Μολονότι τεχνικά κρίνονται πολύ παραπάνω από απλά «επαρκείς», δε θέλουν να τραβήξουν την προσοχή του ακροατή κάνοντας επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων, αλλά ποντάροντας σε μια λυρική όσο και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Δεδομένη είναι η αγάπη της μπάντας για σχήματα όπως οι CRIMSON GLORY, οι QUEENSRYCHE και οι SAVATAGE, ακόμη πιο δεδομένη η ηγετική παρουσία του κιθαρίστα Chris­ter Ander­s­son (μοναδικού εναπομείναντος μέλους από τότε μέχρι και σήμερα) και καθόλου αμελητέα η συνεισφορά του πληκτρά Fredrik Eriks­son, αφού αυτός ευθύνεται για τη δημιουργία της ατμόσφαιρας που περιγράψαμε πιο πριν. Οι TAD MOROSE έχουν έμπνευση, έχουν υλικό, το “Sender of thoughts” έχει μεγάλη διάρκεια και προς το τέλος, σου επιφυλάσσει και μια διασκευή στο κλασσικότερο των κλασσικών “Gates of Baby­lon”, όπου φάνηκε περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή, ότι η μπάντα είναι για πολλά περισσότερα και χρειαζόταν αλλαγή τραγουδιστή. Ο Kris­t­ian Andrén δεν είναι Urban Breed, το ξέρουμε όλοι αυτό, παρουσιάζεται σαφέστατα βελτιωμένος σε σχέση με το ντεμπούτο του group, αλλά το συνθετικό επίπεδο περίπου «φωνάζει» πως θέλει άλλον τραγουδιστή. Δε θα αργούσε λοιπόν η ώρα που ο μικρός θεός Urban Breed θα προσχωρούσε στο group και θα τους ωθούσε στο να αλλάξουν το ύφος τους και να αποθεώσουν ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα. Δυστυχώς για τους δύο πρώτους δίσκους, ήταν τέτοιο το εκτυφλωτικό φως της αίγλης των αντίστοιχων μεγάλων της Breed εποχής, που μοιραία «κρύφτηκαν» μόνοι τους στο υπέροχο σκότος που οι ίδιοι δημιούργησαν. Εκεί είναι ακόμη το “Sender of thoughts”. Ψάξτο.

Δημήτρης Τσέλλος

TANKARD – “The tankard” (Noise Records)

Το έβδομο άλμπουμ από τους Γερμανούς μπεκρούλιακες TANKARD που έφερε και το όνομα τους στον τίτλο, ήταν ένας δίσκος με πολλές ιδιαιτερότητες. Πρώτος δίσκος της μπάντας ως τετράδα, και έτσι θα συνέχιζαν από εδώ και πέρα, καθώς ο κιθαρίστας Axel Katz­mann αποφάσισε να αποχωρήσει καθώς τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την αρθρίτιδα τον εμπόδιζαν να είναι συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις του στη μπάντα. Πρώτος δίσκος επίσης όπου συστηνόμαστε με τον ντράμερ Olaf Zis­sel, θέση που κατέχει μέχρι και σήμερα. Πρώτος δίσκος όμως, όπου πέραν του τίτλου του άλμπουμ και του εξωφύλλου, δεν υπάρχει καμία αναφορά στη μπύρα! Όχι, οι TANKARD δεν έγιναν ξαφνικά “σοβαρή” μπάντα, εξάλλου υπάρχει το απίστευτο “Fuck Christ­mas” στον δίσκο για να επιβεβαιώσει το αντίθετο. Εκείνη την εποχή όμως οι TANKARD είχαν δημιουργήσει ένα βραχύβιο, όπως αποδείχτηκε, side project, τους TANKWART, όπου εκεί εξωτερίκευαν τις αλκοολικές τους ανησυχίες. Στιχουργικά λοιπόν, το “The tankard” παρουσιάζει μια άλλη πλευρά της μπάντας, περισσότερο ευαισθητοποιημένη, δείχνοντας ότι έχουν και άλλα πράγματα να πουν εκτός από την κατάποση μπύρας και να κάνουν χαβαλέ. Μουσικά ο δίσκος κυμαίνεται στα ίδια σταθερά επίπεδα που μας έχουν συνηθίσει. Εντάξει, ποτέ οι TANKARD δεν κατάφεραν να σπάσουν την Αγία Τευτονική Τριάδα των SODOM, KREATOR και DESTRUCTION, πάντα όμως βρίσκονταν ακριβώς πίσω τους. Και το “The tankard” πιστοποιεί αυτό ακριβώς, καθώς μας παρουσιάζεται μια μπάντα εργατική και με αγάπη σε αυτό που κάνει, δηλαδή να παίζει old school thrash met­al. Ο δίσκος ξεφεύγει από τα τυπικά TANKARD καλούπια, αυτό όμως δεν τον κάνει λιγότερο ποιοτικό. Οι πιο παραδοσιακοί οπαδοί δυσκολεύονται ακόμα να το χωνέψουν το συγκεκριμένο άλμπουμ καθώς η μπάντα παρουσιάζεται πιο σοβαρή και με πιο ραφιναρισμένο ήχο που προσωπικά μου θυμίζει τους συμπατριώτες τους RAGE και κάπου μπορώ να δικαιολογήσω όσους ξένισε το άλμπουμ αυτό.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάποιες πολύ καλές στιγμές μέσα, όπως τα “Grave new world”, “Close encounter”, και βέβαια το “Fuck Christ­mas”. Συνολικά είναι μια αξιόλογη προσπάθεια που ξεφεύγει από τις πεπατημένες, καθιστώντας το, ίσως, το πιο σοβαρό και ώριμο άλμπουμ των TANKARD, με ό,τι καλό ή κακό συνεπάγεται αυτό.  Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε ότι το “The tankard” ήταν το τελευταίο άλμπουμ της μπάντας με την Noise Records, κλείνοντας με αυτόν τον τρόπο την πολύχρονη συνεργασία τους.

He was fuckin’ born in August anyway …

Θοδωρής Κλώνης

THE ELYSIAN FIELDS – “Ade­lain” (Unisound Records)

Το “Ade­lain” είναι το περίφημο ντεμπούτο των Αθηναίων THE ELYSIAN FIELDS, το οποίο έβαλε κατευθείαν στον «χάρτη» της άνθησης του Ελληνικού extreme met­al της εποχής, τη μπάντα των Διόσκουρων Bill και Michael, THE ELYSIAN FIELDS. Μελωδικό death/black met­al που πατούσε πάνω στο γενικό ήχο/ύφος της Ελληνικής under­ground σκηνής. Η μπάντα καταπιάνεται κυρίως με το σκοτάδι, με νοσταλγικό ύφος και μπόλικο συναίσθημα. Όχι απαραίτητα δακρύβρεκτο, αφού πέρα από τις πανέμορφες μελωδίες των πλήκτρων και του πιάνου, τα black met­al ξεσπάσματα, σε mid και up tem­po, δεν είναι λίγα. Γενικά, ο δίσκος είναι γεμάτος riffs, σε διάφορες ταχύτητες, από doom σε black met­al και τούμπαλιν, με αρκετά ευφάνταστα lead riffs. Τα φωνητικά θα έλεγα ότι είναι σε black­ened death met­al φόρμες, άριστα συνδεδεμένα με το ύφος κάθε στιγμής των τραγουδιών. Τα drums, αν και λίγο «πλαστικά», εξυπηρετούν στο έπακρο τον σκοπό τους. Κατ’ εμέ όμως, τη παράσταση κλέβουν τα πλήκτρα, τα οποία ούτως ή άλλως, όπως αποδείχτηκε και στη μετέπειτα πορεία της μπάντας, είναι το χαρακτηριστικό που τους έκανε να ξεχωρίζουν. Σίγουρα το τραγούδι που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση από τον δίσκο, είναι το θρυλικό πλέον “I of for­ev­er”, χωρίς όμως τα υπόλοιπα να υστερούν. Το “Ade­lain” είναι άλλο ένα μικρό διαμαντάκι, εκείνης της «ρομαντικής» εποχής των mid 90s, όπου αρκετές μπάντες του ακραίου ήχου ξεπήδησαν, με μοναδικούς δίσκους, που λησμονούνται ακόμα και στις μέρες μας.

Γιώργος Δρογγίτης

TEA PARTY — “The edges of twi­light” (EMI)

Τι να πεις για αυτήν εδώ την μπάντα και ειδικότερα για αυτόν εδώ τον τρίτο δίσκο τους που ήταν αυτός που τους σύστησε σε ένα πιο διευρυμένο κοινό και αυτός που έβαλε για τα καλά τους Καναδούς στον χάρτη. Η αλήθεια είναι ότι το μουσικό περιεχόμενο που βρίσκουμε εδώ μέσα ήταν πολύ πλούσιο και σίγουρα τους άξιζε η πιο ευρεία αναγνώριση από αυτή που τελικά απέκτησαν.

H μπάντα εδώ διατηρεί σαν κύρια τους επιρροή τους LED ΖΕPPELIN αλλά δεν μένει εκεί μόνο, μιας και στον δίσκο περιέχονται 31 διαφορετικά μουσικά όργανα που το σχήμα μάζεψε από τις χώρες που επισκέφτηκε στην περιοδεία του δίσκου τους “Splen­dor Soils”.

To eth­nic χρώμα και οι ανατολίτικες επιρροές είναι διάσπαρτες σε κάθε σπιθαμή των συνθέσεων και μέσα από τις έμπειρα χέρια των τριών μελών τους μας προσφέρουν ένα μαγικό αποτέλεσμα, το μέγιστο αριστούργημά τους, που παραμένει ακόμα και σήμερα είκοσι έξι χρόνια μετά, το ίδιο φρέσκο άκουσμα όσο και τότε που κυκλοφόρησε.

Τέσσερα sin­gles επιλέχθηκαν από τον δίσκο, όλα τους εξαιρετικά είναι η αλήθεια. Το πρώτο to “Fire in the head” είναι και αυτό που ανοίγει το album μας φανερώνει τις επιρροές των ΖΕPPELIN, όμως εδώ υπάρχει καθαρή καλλιτεχνική επιρροή και όχι αντιγραφή. Αυτή ήταν και η μεγάλη ικανότητα των ΤΕΑ PARTY, να εμπνέονται από μουσικές που αγαπούσαν και να τις μπόλιαζαν στην μουσική τους με σκοπό να δημιουργήσουν και να εξελίσσουν την δική τους μουσική ταυτότητα.

Το “Τhe Bazaar” ήταν το δεύτερο sin­gle και αυτή η ανατολίτικη αύρα του σε συνδυασμό με τον hard rock χαρακτήρα του βασικού του riff σε γραπώνει και σε αφήνει να ξεφύγεις από την “μαγεία” του. Το video για το ”Bazaar” έγινε στην Τουρκία και έμειναν εκεί πέντε μέρες και έκαναν παρέα με ντόπιους μουσικούς, έμαθαν μερικές τεχνικές μουσικών οργάνων και επισκεφθήκαν και τοπικά μαγαζιά με παραδοσιακά όργανα.

Το “Shad­ows on the moun­tain­side” είναι ένα κομμάτι και αυτό επηρεασμένο από την folk κληρονομιά των μεγάλων ΖΕP’s, η αισθαντική φωνή του Jeff Mar­tin και οι ακουστικές κιθάρες μας γαληνεύουν και μας μαγεύουν ταυτόχρονα.

To “Sis­ter Awake” είναι άλλο ένα από τα τραγούδια που ξεχωρίζουν και εδώ που τα ethnic/tribal στοιχεία παντρεύονται με το hard rock αριστοκρατικά, σε ένα κομμάτι κόσμημα που πρέπει να ακούσει όποιος δεν το έχει κάνει μέχρι τώρα. Έξι σχεδόν λεπτά απόλυτης τελειότητας!

Πέρα από τα παραπάνω κομμάτια, υπάρχουν επίσης πολλά σπουδαία tracks εδώ, ενδεικτικά αναφέρω τα “Turn the limp down low”, “Com­ing home”, “Silence”, “The bad­ger”, “Cor­re­spon­dences” και “Walk with me”, το τελευταίο με την συμμετοχή του Roy Harper.

Με το “The edges of twi­light” οι ΤΕΑ PARTY τράβηξαν την προσοχή ευρύτερου κοινού και πολλών μουσικόφιλων ανά τον κόσμο και επίσης είχαν την τύχη να εμφανισθούν σε μεγάλα fes­ti­vals σε όλον τον κόσμο.

Γιάννης Παπαευθυμίου

THEATRE OF TRAGEDY — “The­atre of tragedy” (Mas­sacre)

Όταν μιλάμε για 90s και μπάντες που σημάδεψαν έναν ήχο και ταυτόχρονα έδειξαν το δρόμο για την ύπαρξη αρκετών ακόμα που πήγαν να τους πλησιάσουν (και κάποιων, λέγε με MACBETH, που μόνο που δεν τους πήραν και τις πραγματικές ταυτότητες και τα ονόματα στα επίπεδα αντιγραφής), δεν γίνεται να μην αναφέρουμε τους THEATRE OF TRAGEDY. Μία μπάντα που μπορεί τα εσωτερικά της προβλήματα (ερωτικά και μη, αλλά δεν μας ενδιαφέρουν εδώ) να μην της επέτρεψαν να πάει ακόμα ψηλότερα, όμως, πρόλαβε, στα “ντουζένια”, να μας δώσει δύο δίσκους-μνημεία του goth­ic met­al και gothic/doom/death met­al και να κάνει το “beau­ty and the beast” στα φωνητικά μόδα που λέμε.

Οι περισσότεροι εξ ημών (συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος), τους μάθαμε είναι η αλήθεια μέσω του πρώτου εκ των δύο μνημείων τους, του “Vel­vet dark­ness they fear”. Ενός δίσκου που αποτελούσε ξεχωριστή και μοναδική, τότε, εμπειρία, αλλά η ώρα του δεν έχει έρθει ακόμα για την ανάλυση-αποθέωση. Όμως, η ανακάλυψη του σχήματος εκεί στα mid 90s, μας έφερε και στην ακρόαση του ντεμπούτου τους, “The­atre of tragedy”, το οποίο είχε κυκλοφορήσει μόλις ένα χρόνο πριν το “Vel­vet…” και όχι μόνο έδειχνε ήδη το δρόμο του δεύτερου δίσκου τους, αλλά ήταν και αυτό πάρα μα πάρα πολύ καλό.

Το ομότιτλο ντεμπούτο λοιπόν των Γερμανών, είναι ο προάγγελος του δεύτερου μουσικά και στιχουργικά, σε μία πιο “ωμή” (σε πολλά εισαγωγικά) έκδοση, με πολύ λιγότερα (ελάχιστα βασικά) πλήκτρα, έχοντας φυσικά το πιάνο σταθερό. Το δίδυμο της Liv Kris­tine Espe­naes στα γυναικεία φωνητικά και του “βόθρου” Ray­mond I. Roho­nyi στα αντρικά, σε μαγνήτιζε, λόγω του πόσο ωραία έδεναν οι φωνές τους. Είχες από τη μία τη Liv, που σε στιγμές έμοιαζε τόσο νεανικά αθώα και… “παιδάκι” (με την καλή έννοια πάντα), να είναι η beau­ty και από την άλλη, το beast, που ερχότανε να διαλύσει κάθε σημάδι αθωότητας και αγνότητας. Και μαζί τους, αυτή η περίεργη (πάντα για την εποχή) μίξη του doom, του doom/death, με πιο κλασσικότροπες νοοτροπίες και αναγεννησιακές σε στιγμές, σε ένα συνδυασμό που αν ήσουνα οπαδός αυτών των “σκοτεινών” μονοπατιών της μουσικής μας, σε γράπωνε και κόλλαγες. Βάλε και τους στίχους του Roho­nyi (ο απόλυτος ιθύνων νους της μπάντας) που ήταν γραμμένοι σε ένα δικό τους συνδυασμό mid­dle και mod­ern Eng­lish και έδεσε το γλυκάκι (ένα cheese­cake παρακαλώ, με φράουλα). 

Ένα άλμπουμ λυρικό, γεμάτο ατμόσφαιρα, παρά την απουσία των πλήκτρων, με τις κιθάρες να μην riff-άρουν και πολύ, αλλά να είναι συνοδεία των φωνητικών γραμμών και με το μπασοτύμπανο να είναι τόσο-όσο για να δημιουργούν τη βάση και τη σταθερότητα για να ξεδιπλωθεί το όραμα του Roho­nyi. Ναι, μιλάμε για ντεμπούτο, όμως αυτό το ντεμπούτο, δείχνει μία μπάντα που ξέρει ακριβώς τι και πως ήθελε να παίξει και απλά στο δεύτερο άλμπουμ της το τερμάτισε! Και αυτό φαίνεται σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο “A ham­let for a sloth­ful vas­sal”, το πιο ατμοσφαιρικό “Mire”, το λίγο από όλα του δίσκου “Dying – I only feel apa­thy” και φυσικά στην απόλυτη ανατριχιαστική στιγμή του (το αγαπημένο μέχρι και σήμερα), το “A dis­tance there is”, το οποίο παρεμπιπτόντως, είναι και το μόνο κομμάτι που η μουσική και οι στίχοι δεν είναι του Roho­nyi, αλλά ανήκουν στην Liv και τον Lorentz Aspen, τον πληκτρά του σχήματος. Ακόμα θυμάμαι που το είχαν παίξει και live τότε στο Athens Open Air, είχε πέσει και ο ήλιος και ήταν μαγική στιγμή. Μαγικό live γενικότερα, αλλά ειδικά αυτό ήταν το κάτι άλλο, με τη φωνή της Liv να στοιχειώνει για τα καλά το χώρο, ασχέτως που όταν βγήκαν αρχικά στη σκηνή υπήρξαν πάρα πολλές αντιδράσεις, ειρωνείες κλπ (να τα θυμόμαστε όπως ήταν τα πράγματα ε… όχι όπως βολεύει μετά από χρόνια), οι οποίες ευτυχώς σταμάτησαν πολύ γρήγορα γιατί η μπάντα τις έκανε να σταματήσουν. Μία Liv που εννοείται παρουσιάστηκε με αυτό το δίσκο και αποτέλεσε με την αξία της και δικαιωματικά τη μία από τις 3 ιέρειες αυτού του χώρου μαζί φυσικά με την αρχι-ιέρεια Kari Rues­lat­ten και την Anneke van Giersbergen.

Το ομότιτλο ντεμπούτο των THEATRE OF TRAGEDY δεν είναι “Vel­vet…”, δεν είναι “Aegis”, είναι όμως μία εξαιρετική αρχή μίας μπάντας που όσο γρήγορα ανέβηκε και μας έδωσε δίσκους-μνημεία, τόσο γρήγορα χάθηκε επίσης. Η μουσική όμως μένει και τέτοιοι δίσκοι κάνουν τα 90s τόσο ιδιαίτερα και λατρεμένα.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

THERAPY? — “Infer­nal love” (A&M)

Tο “Trou­blegum” που κυκλοφόρησε το 1994 ήταν το τεράστιο break­through για την μπάντα, έβγαλε επτά sin­gles, τα πέντε από αυτά μπήκαν στο top 30 των Uk charts και γενικότερα το όνομα των ΤΗΕRAPY? εκτοξεύτηκε από εκείνον τον δίσκο.

Το δύσκολο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να μπορέσεις να κυκλοφορήσεις τον επόμενο σου δίσκο την στιγμή που όλα τα φώτα είναι στραμμένα πάνω σου. Οι Ιρλανδοί στο “Ιnfer­nal love” αποφασίζουν να αλλάζουν πλεύση, κυκλοφορώντας ένα  δίσκο με πιο σκοτεινές συγχορδίες και πιο αργούς ρυθμούς, με τα punk στοιχεία να έχουν σχεδόν εξαλειφτεί από τις νέες συνθέσεις.

Επιπλέον εδώ θα συνεργαστούν με τον DJ David Holmes , επιχειρώντας να δώσουν μια πιο ατμοσφαιρική/ ambi­ent ατμόσφαιρα στα νέα τους τραγούδια. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι το σχήμα επιχειρούσε να παρουσιάσει κάτι το διαφορετικό από τον προκάτοχο του. 

Τα τρία sin­gles που κυκλοφόρησαν συνέχισαν την επιτυχία της μπάντας. Το “Loose” θυμίζει ΑFGHAN WIGHS, το “Stοries” δεν παρεκκλίνει αρκετά από το γνώριμο ύφος τους και επιπλέον η εξαιρετική “διασκευή” τους στο “Diane” των Αμερικάνων θρύλων ΗUSKER DU, αγαπήθηκε πολύ από το κοινό τους και αποτελεί μέχρι και σήμερα μόνιμο κομμάτι στο set list τους. Εδώ η εκτέλεση με φωνητικά και cel­lo (από τον Mar­tin Mc Car­rick των ΤΗIS MORTAL COIL) προσδίδει επιπλέον πόντους στο διαφορετικό ηχόχρωμα που επιχειρούν στο “Infer­nal love”.

Κομμάτια σαν το “Bow­els of love” μοιάζουν επηρεασμένα από τους ΒΑD SEEDS του Νick Cave, ενώ το “Me Vs you” έχει αυτό το ambi­ent χρώμα. Οι πιο σκοτεινές στιγμές υπερτερούν παρόλο που και εδώ υπάρχουν “τυπικά” THERAPY? κομμάτια σαν το ομώνυμο, το “Epilep­sy”, το “Mis­ery”, και το “30 sec­onds” που μπορεί να κλίνει ένα “dark”  κατά βάση δίσκο αλλά εδώ ξεκάθαρα δηλώνουν “ότι υπάρχει φως στο τούνελ”.

Ο δίσκος παρόλες τις ανάμεικτες κριτικές που δέχθηκε στην εποχή του, παραμένει μέχρι και σήμερα από τα αγαπημένα και πιο σπουδαία albums της μπάντας και εμπορικά αν αυτό λέει κάτι τα πήγε μια χαρά. Προσπάθησαν να μην βγάλουν άλλο ένα “Trou­blegum 2” και το κατάφεραν είναι η αλήθεια. Προσωπικά τους επιβραβεύω.

Γιάννης Παπαευθυμίου

THUNDER – “Behind closed doors” (EMI)

Αυτό το τρίτο, το δύσκολο, το σημαντικό το άλμπουμ. Είναι αυτό που πρέπει να σε καθιερώσει, ή στην περίπτωση των THUNDER που έκανα το μπαμ με το ντεμπούτο τους, αυτό το τρίτο άλμπουμ, έπρεπε να τους απογειώσει. Καμία πίεση δηλαδή.

Πέραν της πίεσης όμως, το 1995, ήταν μια περίοδος που μόνο για μελωδικά hard rock τραγούδια δεν έκανε. Ο κόσμος απολάμβανε την εσωστρεφή grunge και στον πιο σκληρό ήχο, υπήρχε μια τάση προς στεγνά και ψυχρά τραγούδια. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν άφησε τους Βρετανούς ανεπηρέαστους, με αποτέλεσμα το “Behind closed doors” να είναι κάπως διπρόσωπο και να υστερεί σε σχέση με τα προηγούμενα δύο διαμάντια τους.

Τα παραπάνω λόγια, δεν πρέπει να σας αποτρέψουν να το αποκτήσετε όμως. Κι αυτό διότι το “Behind closed doors” περιέχει 4 από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Το απίστευτο “Riv­er of pain”, το μελαγχολικό “Cas­tles in the sand”, το χορευτικό “Stand up” και το βαρύ “Moth to the flame”. Μιλάμε για διαχρονικούς ύμνους για τους φίλους των THUNDER και τραγούδια που μας συγκινούν ακόμα και σήμερα.

Ο μπασίστας Mikael Hoeglund ήρθε για να αντικαταστήσει τον Mark Luck­hurst, όμως έμελλε να είναι και το τελευταίο του άλμπουμ με το συγκρότημα. Στην καλλιτεχνική επιμέλεια ήταν και πάλι ο Storm Thorg­er­son (PNIK FLOYD) ο οποίος είχε ήδη αναλάβει το “Laugh­ing on judge­ment day” και αποτέλεσμα ήταν αυτό το μοντέρνο, σκοτεινό και παιχνιδιάρικο εξώφυλλο. Μάλιστα το CD είχε και κίτρινη πλαστική διάφανη θήκη.

Εμπορικά, η μεγαλύτερη αστοχία ήταν το ότι κυκλοφόρησε, σχεδόν 6 μήνες μετά που το ολοκλήρωσαν, σε μια εποχή που η μουσική τάση συνέχιζε να αλλάζει και μάλιστα ενάντια στο ύφος των THUNDER, ιδιαίτερα στην Αμερική, όπου μάλιστα δεν κυκλοφόρησε καθόλου από την ΕΜΙ. Σε σχέση με το μεγάλο κόστος παραγωγής, η εταιρία τους απογοητεύτηκε από τις πωλήσεις, παρότι το “Behind closed doors” έφτασε μέχρι το νούμερο 5 στα Βρετανικά charts.

Γιώργος “Moth to the flame” Κουκουλάκης

 

TROUBLE – “Plas­tic green head” (Bul­let Proof Records)

O πιο γλυκός μεταλλικός μπελάς είχε ήδη αλλάξει ρότα εν έτει 1992 και αυτό αποτυπώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο ασύγκριτο πέμπτο άλμπουμ των TROUBLE, “Man­ic frus­tra­tion”. Το εν λόγω άλμπουμ εξερευνώντας πιο ψυχεδελικά ηχοτόπια αλλά και εισάγοντας λίγο ανώτερης ταχύτητας άσματα σε σχέση με τις πιο ξερές πρώιμες doom ημέρες τους, αγαπήθηκε άμεσα από οπαδούς αλλά και ανθρώπους που δεν είχαν και ιδιαίτερη σχέση με το συγκρότημα ως τότε. Αυτό βέβαια δεν αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις του “Man­ic frus­tra­tion” καθώς παρά το μεγαλύτερο «άνοιγμα» αγοράς που είχαν αποκτήσει από το προηγούμενο ομότιτλο άλμπουμ τους το 1990 και όντας στο δυναμικό της Def Amer­i­can του Rick Rubin –που προφανώς έκανε και τις παραγωγές στα δυο άλμπουμ,- τελικά δεν κατάφεραν να το μετουσιώσουν και εμπορικά, και έτσι μοιραία ήρθε ο τερματισμός της σχέσης τους με την εταιρεία μετά και την περιοδεία του δίσκου.  Όταν σκέφτεσαι ότι στον κατά πολλούς κορυφαίο τους δίσκο δεν τα πήγαν τόσο καλά, ε, τότε λες ότι ήταν γραφτό να μην είναι ποτέ ικανοί να κάνουν το επόμενο βήμα που θα τους ανέβαζε ακόμα περισσότερο στην συνείδηση του κόσμου, διότι πολύ απλά ούτε λόγος για σχέση λιγότερο από λατρείας από τους πιστούς τους οπαδούς του παρελθόντος.

Οι TROUBLE λοιπόν βρίσκονται σε κατάσταση που δεν έχουν εταιρεία, αλλά έρχεται εκείνη τη στιγμή μάλλον από το πουθενά η Music For Nations να τους προσφέρει δισκογραφική στέγη και έτσι αφού βρίσκουν και παραγωγό στο πρόσωπο του ανερχόμενου τότε Vin­cent Wojno, ετοιμάζουν το έκτο τους άλμπουμ ονόματι “Plas­tic green head” το οποίο θα κυκλοφορήσει σε διανομή από την Bul­let Proof Records μαζί με την Music For Nations στην Ευρώπη και από την Cen­tu­ry Media στην Αμερική. Ας είμαστε ειλικρινείς όσο κι αν λατρέψαμε όσο ελάχιστες αξίες της ζωής τους TROUBLE. To “Plas­tic green head” ήταν ένα καλό άλμπουμ το οποίο όμως δεν είχε ΚΑΜΙΑ σχέση με το παρελθόν τους. Ναι το πνεύμα του συγκροτήματος ήταν εκεί, ναι η πρόθεση είναι καλή και μάλιστα συνεχίζει εν μέρει το ύφος του “Man­ic frus­tra­tion” (με τη σύγκριση να έχει χαθεί από τα αποδυτήρια ωστόσο), αλλά είναι πως λέμε «το πνεύμα είναι πρόθυμο, η δε σαρξ όχι». Έτσι οι TROUBLE δυστυχώς ακούγονται κουρασμένοι, όχι το ίδιο εμπνευσμένοι όπως παλιά και ξεκάθαρα εκτός εποχής (όχι ότι ήταν ποτέ εντός των εξελίξεων να λέμε την αλήθεια). Από την άλλη, ο δίσκος έχει φάει απίστευτη λέζα σε σημείο που πολλοί να νομίζουν ότι έχουμε να κάνουμε με πατάτα.

Προφανώς δεν μιλάμε για επίπεδο “Deman­u­fac­ture”, “Burnt offer­ings”, “Slaugh­ter of the soul”, “Storm of the light’s bane”, “Sym­bol­ic”, “Land of the free” και “Dra­con­ian times” εν έτει 1995, αλλά δεν μιλάμε και για ανεκδιήγητη πατάτα τύπου “The X‑Factor”, “Stomp 442”, “The tankard” και άλλων λοιπών άλμπουμ της χρονιάς που έχετε ήδη διαβάσει σε προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Η κατάσταση πάντως βελτιώθηκε με την επανέκδοση του 2007 από την Escapi Music μαζί με DVD από εμφάνιση τους στο Αμβούργο της Γερμανίας το 1996, όπου τα κομμάτια του δίσκου ακούγονται απείρως καλύτερα. Το “Plas­tic green head” έκλεινε το πρώτο κεφάλαιο της εποχής των TROUBLE με αβεβαιότητα, με το συγκρότημα να μένει ανενεργό παρότι όχι διαλυμένο, ενώ η αξία του σαν άλμπουμ εκτιμήθηκε πολύ περισσότερο όταν κυκλοφόρησαν τα δυο επόμενα άλμπουμ τους, “Sim­ple mind con­di­tion” (2007) και “The dis­tor­tion field” (2013), από τα οποία σε κάθε περίπτωση το “Plas­tic green head” είναι απείρως ανώτερο. Ας πούμε είναι το δικό τους “No prayer for the dying”, χειρότερο από ότι προηγήθηκε, καλύτερο από ότι ακολούθησε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία και στις δυο περιπτώσεις. Με την πρόσφατη απώλεια του εμβληματικού τραγουδιστή τους Eric Wag­n­er, ο χαρακτήρας του κειμένου γίνεται πιο επίπονος και αποκτάει μεγαλύτερη σημασία.

Άγγελος Κατσούρας

ΤΥΚΕΤΤΟ – “Shine” (Gestrichen Records)

Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας τόσα χρόνια να λέει πως η δεκαετία του 1990 ήταν πολύ κακή όσον αφορά το hard rock. Οι μεγάλες μπάντες ναι μεν υπήρχαν αλλά σε ρόλο κομπάρσου και οι μικρότερες έφευγαν από τη σκηνή με ελαφρά πηδηματάκια. Οι ΤΥΚΕΤΤΟ ήταν από τα συγκροτήματα που το πάλεψαν. Αν και κυκλοφόρησαν ένα πάρα πολύ καλό ντεμπούτο και ένα εξίσου καλό δεύτερο άλμπουμ, δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν house­hold όνομα, που θα τους επέτρεπε να μην αγχώνονται και ιδιαίτερα εκείνη την εποχή. Το 1995 κυκλοφόρησαν την τρίτη τους δουλειά με τίτλο “Shine”. Μία δουλειά που εμένα προσωπικά μου αρέσει αρκετά, έως πάρα πολύ και να πω και την αμαρτία μου το προτιμώ από το “Strength in num­bers”. Το “Shine” είναι πιο τσαμπουκαλεμένο άλμπουμ ρε παιδί μου, έχει μεγαλύτερη δόση αλητείας και μυρωδιάς της ασφάλτου. Οι LED ZEPPELIN επιρροές τους επιμεταλλώνονται και αποκτούν σοβαρή υπόσταση όταν αυτές γίνονται ένα με τις επιρροές από AEROSMITH και WHITESNAKE της μεσαίας περιόδου, με το αποτέλεσμα να είναι απολύτως εκρηκτικό. Δεν λέω πως το άλμπουμ είναι ακατέβατο δεκάρι, επ’ ουδενί δεν είναι τέτοιο, αλλά είναι ένα άλμπουμ το οποίο ακούγεται ευχάριστα όποια στιγμή και αν επιλέξεις να σου κρατήσει συντροφιά. Άλλωστε, όπως μας αρέσει να λέμε εμείς οι λάτρεις των 80s, «Τα 80s σταμάτησαν το 1995». Δόξα και τιμή λοιπόν!

Ντίνος Γανίτης

UFO — “Walk on water” (SPV)

Το “Walk on water” είναι το αποτέλεσμα ίσως του πλέον ανύποπτου και πιο ξεχασμένου reunion όλων των εποχών. Οι U.F.O ξανά με τον M. Schenker και όλη την σύνθεση της χρυσής τους περιόδου: Pete Way, Paul Ray­mond, Andy Park­er και φυσικά τον Phil Mogg.  Όσο γρήγορα βρέθηκαν μαζί όλοι άλλο τόσο γρήγορα ξανάφυγε ο Γερμανός κιθαρίστας και για να μας αποτρελάνει επιστρέφοντας μετά από μερικά χρόνια για να φτιάξουν τα “Covenant” και “Sharks”  και φυσικά να ξαναφύγει.. (έλεος κάπου δηλαδή). Ηχητικά το “Walk on water” θα μπορούσε να είναι μια φυσιολογική συνέχεια του “Obses­sion” από το 1978, με την διαφορά ότι η καθαριστική δουλειά του Schenker είναι πιο λίγο κοντά στον ήχο της εποχής που ήταν με τους McAuley Schenker Group. Δηλαδή κάπως λιγότερο επιθετική και περισσότερο μελωδική και νομίζω ότι αυτό πρέπει να ήταν δασκάλεμα από το κρυφό μέλος των U.F.O. τον παραγωγό τους Ron Nevi­son, o οποίος φρόντισε το άλμπουμ να έχει έναν κρυστάλλινο hard rock ήχο,  και απέφυγε εντέχνως αλλά σαφώς να του δώσει μια μοντέρνα προσέγγιση που θα τους έκανε να ακούγονται παράταιροι. To “Walk on water” είναι καλό άλμπουμ, έχει όμορφα τραγούδια, έχει την λάμψη της μπάντας, έχει την επιθετικότητα που πάντα είχαν, έχει όμως και τις μελωδίες που τους έκαναν αγαπητούς. Κορυφαία του στιγμή το “Pushed To The lim­it” που πραγματικά εδώ έχουμε μια από τις κορυφαίες στιγμές του Schenker, πραγματικά καλά τραγούδια σαν το  “Venus”, Dream­ing of sum­mer”, “Α Self-made man” και γενικά μπορεί να μην κέρδισαν πολλούς νέους οπαδούς, μα ικανοποίησαν στο έπακρο τις προσδοκίες όσων περιμέναν το επόμενο τους βήμα.  Το συγκεκριμένο άλμπουμ για την ιστορία της μπάντας είναι σημείο καμπής διότι αν και δεν χάθηκαν δισκογραφικά στα 80s, πέρασαν πραγματικά από χίλια μύρια κύματα, έπεσαν όσο χαμηλά μπορούσαν από άποψη δημοτικότητας, αλλά για έναν θαυμαστό, και ακατανόητο ίσως, λόγο κατάφεραν να επιβιώσουν. Εάν δεν έχει τύχει να το ακούσετε το “Walk on water”, ακόμα και τώρα δώστε του την ευκαιρία και θα δείτε ότι δεν θα σας απογοητεύσει καθόλου…

Δημήτρης Σειρηνάκης  

UGLY KID JOE – “Men­ace to sobri­ety” (Mer­cury)

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι το EP “As ugly as they wan­na be”, των UGLY KID JOE, εξαιτίας του “Every­thing about you” και του εξωφύλλου με τον πιτσιρικά που κάνει κωλοδάχτυλο, θα έφτανε σε σημείο να γίνει το πρώτο EP που θα γινόταν πλατινένιο, πουλώντας πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα; Και το “America’s least want­ed”, ναι, αυτό με τη διασκευή στο “Cats in the cra­dle”, πούλησε τα διπλάσια!!! Ποιες ήταν οι επόμενες κινήσεις των UKJ, σε μία μουσική βιομηχανία που αυτό το κράμα χιούμορ και heavy met­al, έδειχνε να μην έχει πολύ μέλλον; Πήραν τον Shan­non Larkin στα τύμπανα (αυτόν που παίζει στους GODSMACK τώρα, ντε) και σκλήρυναν τον ήχο τους. Πραγματικός heavy ήχος, που χρωστά πολλά στους BLACK SABBATH (δεν είναι τυχαίο ότι στο θρυλικό άλμπουμ διασκευών των SABS, είχαν διασκευάσει το “N.I.B.” με πολύ μεγάλη επιτυχία), με τον χαρισματικό Whit­field Crane, να μην είναι απλά ένας μορφονιός με ωραία φωνή, αλλά να δείχνει το ταλέντο του απλόχερα, σε σημείο που να μοιάζει μία μίξη του Axl Rose και του Mike Patton!!!

Τα δύο πρώτα sin­gle, το “Tomorrow’s world” και το “Milkman’s son” (ιδιαίτερα αυτό), τα επισκέπτομαι αρκετά τακτικά και ήταν εξαιρετικά δείγματα γραφής, αλλά το “Men­ace to sobri­ety”, δεν έχει μόνο χιτάκια, μα και “funky” τραγούδια όπως το “C.U.S.T.”, το “V.I.P.” που είναι πιο RED HOT CHILI PEPPERS εκείνης της εποχής (δεν είναι τυχαίο φαίνεται, ότι ο Gggarth που τους είχε κάνει παραγωγή, είχε δουλέψει και με τους RHCP πριν από εκείνους), αλλά και το πιο μπαλαντοειδές “Cloudy skies” και το πολύ βαρύ “10/10”. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ποτέ δεν είχαν από την εταιρία τους το back up που τους άξιζε, μόνο και μόνο αναλογιζόμενοι τα εκατομμύρια των πωλήσεων που είχαν κάνει προηγουμένως και αυτή η στάση της Mer­cury, τους έκανε να ιδρύσουν δική τους εταιρία. Θέλετε κι άλλον ένα λόγο που τους γούσταρα πολύ και σ’ αυτή τους την περίοδο; Όταν βγήκαν περιοδεία, δεν έπαιζαν το “Every­thing about you”, μόνο και μόνο για να δείξουν ότι δεν είναι μπάντα one-hit-won­der και ότι έχουν κι άλλο υλικό που αξίζει να παίξουν και να το ακούσει το κοινό. Είπατε κάτι;

Σάκης Φράγκος

ULVER – “Bergtatt” (Head Not Found)

Η δεύτερη γενιά του νορβηγικού black met­al είχε αυτή τη χρονιά εξαιρετικούς δίσκους, οι οποίοι αναθεωρήσανε τα βασικά στοιχεία του ήχου της σκηνής. Ένα από αυτά είναι και το ντεμπούτο των ULVER, οι οποίοι είχαν δείξει με τον καλύτερο τρόπο τις δυνατότητες τους με το “Vargnatt” demo δυο χρόνια πριν και με το split με τους συμπατριώτες τους MYSTICUM το 1994. Αν και προορισμένο να κυκλοφορήσει σαν split με το “First spell” των GEHENNA, τελικά η μικρή νορβηγική εταιρία του Met­al­lion (SLAYER fanzine) διάλεξε να το κυκλοφορήσει αυτόνομα. Χωρισμένο σε 5 μέρη με θεματολογία παρμένη από τους θρύλους της Νορβηγίας, το album αυτό όρισε την μεταστροφή της νορβηγικής σκηνής από τον αποκρυφισμό και την σατανιστική θεματολογία. Το folk στοιχείο είναι έντονο με τα «διαλείμματα» των ακουστικών κιθάρων, γεγονός που θεώρησαν πολύ ως προπομπό του “Kveldssanger”, το οποίο κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά και ήταν εξ ολοκλήρου ενορχηστρωμένο με ακουστικές κιθάρες. Πολλοί εσφαλμένα θεωρούν ότι το “Bergtatt” ήταν η αρχή της τριλογίας που ολοκληρώθηκε με το “Nat­tens madri­gal” το 1997, το οποίο άφησε σύξυλη την Cen­tu­ry Media που το κυκλοφόρησε. Δεν υπήρχε σχέδιο για τριλογία, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει, μιας και το “Bergtatt” λειτούργησε αυτόνομα με τα εκπληκτικά καθαρά φωνητικά του ηγέτη τους, Garm, στο εναρκτήριο πρώτο μέρος και στις φοβερές μελωδίες που διαπνέουν κάθε στιγμή του. Ένα μεγάλο μέρος του λεγόμενου post black met­al χρωστάει πολλά ηχητικά σε αυτόν τον δίσκο και η καριέρα της MYRKUR είναι απόλυτα βασισμένη στον ηχητικό σχεδιασμό του “Bergtatt”. Παραμένει για τους παλιούς οπαδούς των ULVER ως το καλύτερο album τους, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας καριέρας πολύπλευρης και πολυδιάστατης ως σήμερα.

Λευτέρης Τσουρέας 

UNANIMATED – “Ancient God of evil” (No Fashion)

Μετά το ντεμπούτο τους “In the for­est of the dream­ing dead” το 1993 και με την ποιότητα του να στρέφει τα βλέμματα του κόσμου πάνω τους, οι Σουηδοί UNANIMATED χωρίς να το γνωρίζουν, έμελλε να παίξουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη όλου του μελωδικού death/black ήχου και ειδικά στα ear­ly to mid 90s. Αφού φεύγουν από την Pave­ment που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους, θα υπογράψουν στην άσημη No Fash­ion Records για τη δημιουργία του δεύτερου άλμπουμ τους. Εν τέλει την 1η μέρα του Μαρτίου του 1995, κυκλοφορούν το αξεπέραστο “Ancient God of evil” και έκτοτε 26 χρόνια μετά, ο συγκεκριμένος δίσκος έχει αναφερθεί σε κάθε δυνατή ευκαιρία ως ένα από τα κορυφαία άλμπουμ στο είδος του, στη χρονιά που κυκλοφόρησε και στο σύνολο όλου του Σουηδικού ήχου. Από το πορφυρό εξώφυλλο με τον γνώριμο ανάποδο σταυρό που λιτά απεικονίζει τα πιστεύω τους, μέχρι τις 9 συνθέσεις του (8 και ένα ορχηστρικό, το πανέμορφο “Mireille” στη μέση του δίσκου) και τα 39’ διάρκειας του, το “Ancient God of evil έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο λατρείας μέσα στις δεκαετίας και να χαρακτηριστεί από πάρα πολλούς ως Instant classic.

Το εκτελεστικό κρεσέντο του “Ancient God of evil” τέμνει τους DISSECTION και τους AT THE GATES ισόποσα και με τον αέρα υπεροχής του παιξίματος όλων στο δίσκο, με το κιθαριστικό δίδυμο των Jonas Mellberg/Johan Bohlin σε έξαρση και τη ρυθμική βάση των Richard Cabeza/Peter Stjarn­vind (με θητεία σε DISMEMBER/ENTOMBED αντίστοιχα) σε μέγιστα κέφια, προετοιμάζουν το έδαφος ώστε ο κορυφαίος Micke Jans­son στα φωνητικά να βγάλει υπέρμετρο πόνο στιχουργικά και να βάλει το κερασάκι στην τούρτα ενός από τους πλέον εκφραστικούς δίσκους στην μεταλλική ιστορία. Κάθε κομμάτι από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει απάτητη κορυφή, αλλά με τρόπο μαγικό, το καθένα εξυπηρετεί και το σύνολο άψογα, σε βαθμό που να απορείς πως στο καλό κατέληξαν όλα μαζί στον ίδιο δίσκο. Το εναρκτήριο “Life demise” έχει αλλάξει ζωές πραγματικά, ως πρώτη γνωριμία πολλών με το συγκρότημα, το κομμάτι που κλείνει το δίσκο, δηλαδή το “Die alone”, σηματοδοτεί για πολλούς το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον Σουηδικό ήχο γενικά, και τον Ευρωπαϊκό ήχο γενικότερα, αθάνατα δίδυμα όπως των “Eye of the greyhound”/”Oceans of time” ή 
“The depths of a black sea”/”Ruins” παγώνουν τις αισθήσεις, ενώ η ολότητα των “Dead calm” και “Dying emo­tions domain” προσφέρουν ασύγκριτη πληρότητα στον μέσο ακροατή.

Δυστυχώς παρότι ο δίσκος έμελλε να αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα σύνολα των οπαδών ανεξαρτήτως προτιμήσεων και η αύρα του και επιρροή του να αποτελούν μέχρι σήμερα αντικείμενο προς συζήτηση, δεν βοήθησε τίποτα από τα παραπάνω στο να έχει καλή διανομή και εμπορική απήχηση. Αποτέλεσμα αυτού η πρώτη έκδοση του CD πλέον να πωλείται στην καλύτερη των περιπτώσεων 50–80 ευρώ σε όχι και τόσο σούπερ κατάσταση, όπου εκεί θέλετε μεγάλο διψήφιο νούμερο για να το αγοράσετε. Εν μέρει αποδόθηκε δικαιοσύνη με τις επανεκδόσεις του από την Regain Records αρχικά το 2008 και από την Cen­tu­ry Media μόλις πέρυσι, αλλά σε δίκαιο κόσμο, οι UNANIMATED ούτε για πολλά χρόνια θα έμεναν ανενεργοί, ούτε και θα είχαν πατώσει εμπορικά. Από την άλλη, κράτησαν την αγάπη και το ενδιαφέρον των οπαδών μέσα στα χρόνια όπως και την υστεροφημία τους, ενώ την ώρα που θα διαβάζετε το κείμενο, θα έχει κυκλοφορήσει το πολυαναμενόμενο τέταρτο full length τους με τίτλο “Vic­to­ry in blood”. Λίγες φορές ένα άλμπουμ έχει ηχήσει τόσο καθηλωτικό και τόσο αψεγάδιαστο όσο το “Ancient God of evil”, στο σύνολο του μεταλλικού ήχου, ενώ για το ακραίο ειδικά παρακλάδι του, έχουμε να κάνουμε ξεκάθαρα με σημείο αναφοράς που πρέπει να λατρεύεται μέχρι τελικής πτώσεως.

Άγγελος Κατσούρας

URIAH HEEP – “Sea of light” (SPV)

Τη δεκαετία του ’80 οι URIAH HEEP ήταν από τις μπάντες που βρίσκονταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τη μία ανακοίνωναν την διάλυσή τους, την άλλη την επιστροφή τους. Άλλαζαν εταιρίες, μέλη και τραγουδιστές ευκολότατα, άλλαζαν ήχο και προσανατολισμό, προσπαθούσαν να βρουν την εμπορική επιτυχία, μάταια όμως. Η αλήθεια είναι πως για όλους όσους εξακολουθούσαν να τους ακολουθούν και δεν αδιαφόρησαν για όλα τα παραπάνω (δικαίως ως ένα βαθμό) η μπάντα πάντα είχε να προσφέρει καλές στιγμές, καλά τραγούδια, καλά άλμπουμ. Το λάθος απλά ήταν πως και αυτοί προσπάθησαν να κάνουν την μουσική τους πιο προσιτή προς το ευρύ κοινό του ραδιοφώνου, αλλά δεν ήταν η μπάντα που θα το κατάφερνε όσο και εάν προσπαθούσε, όσο και αν τα άλμπουμ εκείνης της περιόδου είναι όντως καλά έως και πολύ καλά θα έλεγα. Ερχόμενος ο Bernie Shaw από τους GRAND PRIX κ.α. θα ήταν ένα αποφασιστικό βήμα όπως θα αποδειχτεί μελλοντικά ως το προς να βρουν μια βασική ισορροπία στον τομέα των φωνητικών και σιγά σιγά το συγκρότημα να αρχίσει να αποκτά εμπιστοσύνη πάλι στον εαυτό του. Τρίτο άλμπουμ λοιπόν το “Sea of light” με τον συμπαθέστατο Shaw και οι URIAH HEEP θα κάνουν μια λογική στροφή πια στα γνώριμα λημέρια τους, δηλαδή σε πιο prog διαδρομές εμπλουτισμένες με τις ωραίες τους μελωδίες. Δεν είναι πως το άλμπουμ αυτό του 1995, είναι κάποιος ακρογωνιαίος λίθος της rock μουσικής. Είναι όμως σημαντικό για τους ίδιους, διότι ξαναβρίσκουν σε αυτό την ουσία της ύπαρξής τους, αποδέχονται την φύση τους και το που ανήκουν. Τα στοιχεία των καλύτερων τους χρόνων επανέρχονται και οι ομοιότητες με το παρελθόν τους (πχ. “Demons and wiz­ards”, “The magi­cian’s birth­day”) είναι φανερές. Είναι μια επιστροφή την οποία αποδέχεται και το σύνολο των οπαδών τους, αφού εκείνα τα χρόνια δεν θα μπορούσαμε καν να μιλήσουμε ότι θα προσέλκυαν νέους, 1995 θυμάστε τι γίνονταν τότε; Το άλμπουμ έχει πολύ καλές στιγμές (μην ξεχνάτε ότι ο βασικός του συνθέτης Ken Hesnley, έχει προ πολλού φύγει), και τραγούδια όπως τα “Against all odds”, “Time of rev­e­la­tion”, “Mis­tress of all time”, “Love in silence” όχι μόνο είναι στο ύφος και στο ύψος των περιστάσεων αλλά νομίζω πως στέκονται σχεδόν επάξια δίπλα στα αντίστοιχα της δεκαετίας του εβδομήντα. To “Sea of light” πλησιάζει πολύ ηχητικά τις καλές εποχές της μπάντας, είναι καθόλα αξιόλογο και σήμερα είναι μια ευκαιρία για όσους δεν το έχουν ακούσει να το ανακαλύψουν και όσοι το έχουμε στα ράφια της δισκοθήκης μας να το ακούσουμε ξανά.

Δημήτρης Σειρηνάκης

VADER — “De pro­fundis” (Croon)

3 ολόκληρα χρόνια μετά το “The ulti­mate incan­ta­tion” (αν αυτό δε σας φαίνεται πολύ, σκεφτείτε, πως οι μπάντες της σειράς τους ήταν σύνηθες να έβγαζαν σε συνεχόμενες χρονιές δίσκους — άντε με δύο χρόνια διαφορά το πολύ!) οι Πολωνοί θεοί του σεξ και του καράτε VADER, έπρεπε να κάνουν δύο πράγματα. Αφενός μεν να διαχειριστούν το να μην έχουν δισκογραφική στέγη ίδιου βεληνεκούς και αφετέρου, να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στην μεγάλη επιτυχία του ντεμπούτου τους, που σε πλαίσιο Ευρωπαϊκού death met­al έκανε όλα τα κεφάλια από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού να γυρίσουν προς τη μικρή και ηρωική Πολωνία. Έχοντας κερδίσει και χρόνο με το φονικό live “The dark­est age – live ‘93” (μανούλα μου…τα ούλα μου…) και το EP “Soth­is” (αμφότερα το ‘94), οι VADER μπαίνουν στα Mod­ern Sound stu­dios το Μάιο του ‘95, για να βγουν στις 5 Ιουλίου της ίδιας χρόνιας, μέσω της άσημης Croon records, με το δεύτερο τους πόνημα, με τίτλο “De profundis”.

Κεραυνός στην εισαγωγή, κεραυνός εν αιθρία για το Ευρωπαϊκό death met­al, ακόμα και για τους πλέον αισιόδοξους οπαδούς του! Το μπάσιμο του κλασσικού και λατρεμένου “Silent empire” δείχνει μια μπάντα που ναι μεν έχει ρίξει τις διάρκειες, αλλά δε τσιγκουνεύεται τις αλλαγές σε tem­po, προτού πάρει κεφάλια, με τον θρυλικό επιβήτορα των δερμάτων Doc, να απασφαλίζει το “πολυβόλο” και να αρχίζει να βάλλει κατά ριπάς! Σφηνάκι 116 δευτερολέπτων (στα πρότυπα του “Necro­pho­bic” των αρχόντων του ακραίου SLAYER) ακολουθεί ασάλιωτα, με το “An act of dark­ness” που δεν αφήνει περιθώρια ούτε για ανάσες, ούτε για έλεος. Όπως πρέπει δηλαδή! Μικρό fun fact: το εν λόγω κομμάτι, κυκλοφόρησε σε sin­gle πριν τη κυκλοφορία, και σαν b‑side, είχε διασκευή στο “Ι feel you” των DEPECHE MODE (από το “Songs of faith and devo­tion” του ‘93)! Πάμε πάλι: διασκευή σε τέτοιο συγκρότημα, από death met­al μπάντα του σκοτωμού, εν έτει ‘95. Πολλά κιλά “καμπανέλια”. Κλείνει η παρένθεση, προχωράμε στο γκρουβάτο και σαρωτικό “Blood of kingu” που έρχεται και δένει με το “Incar­na­tion”. Αμφότερα, ανεβασμένα από τεχνικής άποψης σε σχέση με το ντεμπούτο. Άλλο που το δεύτερο, στο δεύτερο μισό του, ανάβει τα αίματα για τα καλά, διαλύοντας τα πάντα!

Και τώρα πάμε στα κομμάτια που ήταν ήδη γνωστά από το “Soth­is” EP: το ομώνυμο που μοιράζεται ακριβώς μεταξύ υπερταχείας που σε συνθλίβει, και επιβλητικού. αργόσυρτου σχεδόν, για τα δεδομένα της μπάντας, παιξίματος. Το έτερο είναι το “Vision and the voice”, που ο Doc πραγματικά παρά την ανελέητη ομοβροντία του, κάνει κάτι γυρίσματα και παίζει κάτι πανέξυπνα θέματα, που προσθέτουν φοβερά στο συνολικό αποτέλεσμα. Αμφότερα, μαρτυρούν τη αλλαγή επιπέδου της μπάντας, που ερχόταν, και φυσικά κολακεύονται. Και στη μέση, το καταστροφικό “Revolt” (πίσω και σας φάγαμε!) και το πολυποίκιλο “Of moon, blood, dream and me”, το οποίο παρά το εμφανές γκάζι του, δείχνει ένα άλλο πρόσωπο των VADER, που ξέρουν να ελιχθούν μεταξύ διαφορετικών ταχυτήτων, προσδίδοντας έτσι μια άλλη πτυχή και πρωτίστως δυναμική στο υλικό τους. Το κλείσιμο με το “Reborn in flames” δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το εάν διαδέχθηκαν επάξια το ντεμπούτο.

Με το “De pro­fundis”, μια από τις πλέον σπουδαίες μπάντες του Ευρωπαϊκού ακραίου ήχου, είχε μόλις εδραιώσει τη θέση της ανάμεσα στους συνοδοιπόρους της. Από εκεί και έπειτα, η πορεία για τους VADER θα συνεχίσει να είναι ανοδικότατη με εξαιρετικούς δίσκους να έπονται, που είναι δικό τους κείμενο έκαστος (και πολύ “χορταστικό” κιόλας!). Ωστόσο, παρότι δεν θα έπιαναν πάντα τέτοιες κορυφές, η δισκογραφία των Πολωνών, είναι αξιοζήλευτης ποιότητας και συνέπειας.

Γιάννης Σαββίδης

VAN HALEN – “Bal­ance” (Warn­er)

Το τεράστιο ψέμα τις δεκαετίας του ‘90, ήταν και είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό η άποψη πως το heavy met­al και το hard rock είχαν πέσει και δεν υπήρχαν σοβαρές κυκλοφορίες, κάτι που επικράτησε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό από τα μέσα των 90s και έπειτα. Ευτυχώς όμως με κάτι τέτοια αφιερώματα θυμούνται κάποιοι που ξεχνούν και σε κάποιο βαθμό μαθαίνουν και κάποιοι που δεν είχαν την τύχη να ζήσουν από κοντά εκείνη την περίοδο. Όσο αναφορά την άποψη μου επί του θέματος φυσικά και με μια κουβέντα μπορώ να πω: ”τρίχες!”. Κύριοι στα 90s βγήκαν απλά πολλοί μεγάλοι δίσκοι για τον σκληρό ήχο και γαλουχήθηκαν γενιές και γεννήθηκαν ιδιώματα, δίνοντας και μια φρέσκια πνοή στον ήχο. Επίσης, πολλά κλασικά σχήματα του χώρου έκαναν υπέροχες δουλειές και τεράστιες επιτυχίες κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης 10ετίας, ώρα καλή φυσικά οι τεράστιοι VAN HALEN, με δυο υπέροχους δίσκους. Το σχήμα, που κατά την ταπεινή μου γνώμη, είχε την τύχη να έχει ως ιδρυτή και ηγετική μορφή του των κορυφαίο κιθαρίστα που έχει εμφανιστεί, και αυτό το στηρίζω όχι απαραίτητα στην εκπληκτική τεχνική του αλλά στο γενικότερο πακέτο του ως μουσικού. Ο πρώτος από τους δυο υπέροχους δίσκους των Αμερικανών hard rock­ers προφανώς και ήταν το τρομακτικά επιτυχημένο και εμπορικά ”For unlaw­ful car­nal knowl­edge” του 1991, αυτό όμως που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το δεύτερο, το εξίσου εξαιρετικό και υπέρ-επιτυχημένο από όλες τις πλευρές ”Bal­ance”. Όταν μιλάμε για εμπορική επιτυχία στην περίπτωση των VAN HALEN να εξηγούμε πως συζητάμε για ένα άλμπουμ που καρφώθηκε στο νούμερο 1 του Bill­board 200, βρέθηκε μέσα στην 10αδα σχεδόν σε όλα τα charts του υπόλοιπου κόσμου και φυσικά πούλησε μερικά εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

Το ”Bal­ance”, για πολλούς αλλά και για τον γράφοντα ήταν δυστυχώς η τελευταία δουλειά των VAN HALEN με τον Sam­my Hagar, αλλά ευτυχώς αυτή η υπέροχη και τεράστια συνεργασία με τον εξαιρετικό μουσικό/τραγουδιστή/performer ήταν όσο καλή της άρμοζε. Έχοντας στην κορυφή έναν Eddie Van Halen να μαγεύει και να ερεθίζει τα ώτα μας με τα φανταστικά τσαλίμια του στην ταστιέρα της εξάχορδης θεάς, αλλά και ένα rhythm sec­tion μοναδικό, με τον μέγα Alex Van Halen στα τύμπανα και τον γίγαντα Michael Antho­ny στο μπάσο, που ήξερε με τον καλύτερο τρόπο πώς να πλαισιώνει και να χτίζει πάνω τον μουσικό καμβά του γκρουπ. Τόσο απλά λοιπόν στο ”Bal­ance” βρίσκει κανείς τα πάντα: ένα υπέροχο εναρκτήριο τραγούδι ”The sev­enth seal” που προτάθηκε και για Gram­my, 4 ακόμα εξαιρετικά sin­gle που βοήθησαν τα μέγιστα και αυτά στην επιτυχία του δίσκου καταλαμβάνοντας υψηλότατες θέσεις στα αντίστοιχα charts sin­gles και λαμβάνοντας σημαντικό air­play από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Αυτά ήταν τα ”Not enough” με την συμμετοχή του αδελφικού φίλου του Eddie, Steve Lukather των TOTO στα φωνητικά, το ”Ams­ter­dam” που σκοπό είχε να τιμήσει την χώρα καταγωγής των αδελφών Van Halen, το ”Don’t tell me (what love can do)”, δηλαδή την περιγραφή της συνεργασίας και της σχέσης του Sam­my Hagar με τα αδέλφια Van Halen και ουχί ένα τραγούδι για την αγάπη όπως φαινομενικά πιστεύει κάποιος, και το ‘Επος ”Can’t stop lov­ing you”, το οποίο με τα pop στοιχεία του αποτίνει φόρο τιμής στον Ray Charles και το τραγούδι του ”I Can’t stop lov­ing you”. Δεν είναι όμως μόνο αυτά, καθώς πέρα από τα τραγούδια που κέρδισαν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους, υπάρχουν και τα μικρά ή μεγάλα διαμαντάκια που κυκλοφορούν στο ”’Bal­ance”. Ως τέτοια νομίζω πως πρέπει να λογίζονται το instru­men­tal ”Balu­chi­teri­um” που συμπεριλήφθηκε μόνο στην έκδοση του CD και όχι στο LP, το κιθαριστικό όργιο ”After­shock” και το υπέροχο κλείσιμο του άλμπουμ ”Feel­in”’. Κλείνω λοιπόν λέγοντας πως όποιος γουστάρει να θυμηθεί ή να γνωρίσει ένα υπέροχο hard rock δείγμα των 90s και μάλιστα από ένα εκ των κορυφαίων σχημάτων του είδους το οποίο διέθετε τον μεγαλύτερο κιθαρίστα (κατά την ταπεινή μου άποψη όπως προείπα) δεν έχει παρά να ακούσει το ”Bal­ance” των μεγάλων VAN HALEN. Αν πάλι δεν είναι αυτό το στυλ του ας βρει κάτι στα δικά του γούστα μέσα από το αφιέρωμα του Rock Hard στο 1995, να είστε σίγουροι πως από όλα τα καλά έχει ο μπαξές της εν λόγω χρονιάς.

Παναγιώτης “The unknown force” Γιώτας

VARATHRON – “Walpur­gis­nacht” (Unisound Records)

Oι VARATHRON είναι από τις πιο παλιές καραβάνες της ακραίας εγχώριας σκηνής και μαζί με τους ROTTING CHRIST και τους NECROMANTIA, διαμόρφωσαν τον ήχο που απέκτησε το διεθνές trade­mark “Ηel­lenic black met­al”. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας των 80s είχαν δημιουργήσει αίσθηση με τα demo τους στον under­ground χώρο και όταν ήρθε η ώρα του ντεμπούτου τους “His majesty at the swamp”, η μπάντα έλαμψε, με το δίσκο να θεωρείται ακόμα και σήμερα ως ένα από τα κορυφαία και πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα του ελληνικού black met­al. Το “Walpur­gis­nacht” που το διαδέχτηκε ήταν ακόμα μια κορυφαία δουλειά της μπάντας και ένα ακόμα διαμάντι της ελληνικής ακραίας μουσικής. Συνεχίζοντας στο μοτίβο του “His majesty at the swamp”, οι VARATHRON εδώ προσέθεσαν μελωδίες στα κομμάτια και ακολουθώντας μια πιο συμφωνική προσέγγιση στα πλήκτρα (σε πολλά σημεία), σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά riffs τους, αλλά και τις σκόρπιες ακουστικές κιθάρες, συνέθεσαν ένα σκοτεινό και συνάμα μυστηριακό σκηνικό. Αν εξαιρέσουμε το “The Dark Hills”, το οποίο ξεφεύγει και φέρνει περισσότερο σε goth­ic rock (χωρίς να είναι καθόλου άσχημο), όλα τα υπόλοιπα κομμάτια αγκαλιάζουν τον ακροατή με την μελαγχολική τους αύρα και τον ταξιδεύουν. Κορυφαίες στιγμές του δίσκου τα “Cas­siopeia’s ode”, “Birthrise of the graven image” και “Some­where beyond seas”. Στα τελευταία δύο μάλιστα από τα προαναφερθέντα κομμάτια συναντάμε και το Σωτήρη Βαγενά των SEPTICFLESH να προσθέτει πανέμορφες πινελιές στα σόλο.

Θανάσης Μπόγρης

VED BUENS ENDE – “Writ­ten in waters” (Mis­an­thropy)

Με έναν δίσκο-ορόσημο για τον όρο avant garde black met­al, η τριάδα Carl Michael Eide/Vicotnic/Scoll έφερε τα πάνω κάτω στη νορβηγική σκηνή μαζί τα ντεμπούτα των FLEURETY και ARCTURUS, που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά. Ένα χρόνο μετά το “Those who caress the pale” demo, στο οποίο η μαυρομεταλλική ηχητική ήταν ξεκάθαρη, εδώ ξεπερνούν τα όρια των ηχητικών διαχωρισμών στα είδη της μουσικής με μοναδικό τρόπο. Οι VOIVOD είναι η μπάντα που λατρεύουν και γι’ αυτό το όνομά τους ξεκινά από V, όπως και οι VIRUS, το group – συνέχεια τους όταν διέλυσαν πρώτη φορά το 1997. Από τους Καναδούς πρωτομάστορες του τεχνικού thrash, πήραν τις αρχετυπικές δυσαρμονίες και τις εμπλούτισαν με τρόπο που κανένα άλλο συγκρότημα δεν έχει τολμήσει να κάνει με κάθε λογής tem­po που μπορεί να γίνει με μπάσο, κιθάρα και drums. Τα καθαρά φωνητικά του drum­mer Carl Michael δεσπόζουν και οδηγούν τα μη-μαυρομεταλλικά  μέρη του δίσκου, ενώ στα εμβόλιμα black met­al αναλαμβάνει o κιθαρίστας Vicot­nic και τα γυναικεία φωνητικά είναι εκπληκτικά! Το μπάσο του Skoll πρωταγωνιστεί σε κάθε στιγμή του δίσκου, επιβεβαιώνοντας γιατί θεωρείται η παραγωγή του ως σημείο αναφοράς λόγω του διαχωρισμού των οργάνων. Ελάχιστες μπάντες στην σκληρή μουσική έχουν καταφέρει με μόνο ένα demo και έναν full length δίσκο να έχουν τόσο μεγάλο αντίκτυπο όσο οι VED BUENS ENDE, έχοντας και ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα! Η επιρροή τους είναι καταλυτική στην εξέλιξη όσων πειραματίστηκαν στο black met­al, γεγονός που αναγνωρίζεται από πάρα πολλά συγκροτήματα που εμπνεύστηκαν από την ατμόσφαιρα, την μελαγχολία και την δυσαρμονική rif­fολογία τους.

Λευτέρης Τσουρέας

VIRGIN STEELE – “The mar­riage of heav­en and hell, Part Two” (Noise / T&T)

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε, σχεδόν ενστικτωδώς, ότι η δεκαετία του ‘90 ήταν δύσκολη και σκληρή για τον παραδοσιακό ήχο. Φυσικά, αυτό ισχύει ειδικά για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού αλλά αμελούμε συχνά ότι ορισμένα συγκροτήματα όχι μόνο τα πήγαν περίφημα εκείνη την εποχή αλλά ξεπέρασαν μάλιστα και τους εαυτούς τους! Και μπορεί οι οπαδοί των VIRGIN STEELE να ξαφνιάστηκαν με το πρώτο πόνημα της αγαπημένης τους μπάντας στη δεκαετία του ‘90 (παρεμπιπτόντως, πολύ αξιόλογη κυκλοφορία το “Life among the ruins”) αλλά δεν περίμεναν με τίποτα αυτό που θα ερχόταν τα επόμενα χρόνια. Εγώ, τουλάχιστον, δεν πίστευα αυτό που άκουγα το 1994 με το πρώτο μέρος του “The mar­riage of heav­en and hell” και σίγουρα ανυπομονούσα να ακούσω και τη συνέχεια την επόμενη χρονιά…και όχι μόνο αυτό καθώς ο DeFeis σε συνεντεύξεις του τόνιζε ότι όλα αυτά ήταν μέρος μιας τριλογίας!

Το δεύτερο μέρος της ιστορίας είναι εξίσου συγκλονιστικό και σε σημεία καλύτερο σε σχέση με το «αδερφάκι του» αν και προσωπικά τα προσεγγίζω σαν ένα ολοκληρωμένο con­cept και έτσι δεν μπορώ καν να μπω στη διαδικασία σύγκρισης. Ο συνθετικός οίστρος του DeFeis είναι εξωπραγματικός και ειλικρινά συγχωρέστε μου την υπερβολή αλλά εδώ ο ηγέτης των VIRGIN STEELE καταθέτει το αριστούργημα ολόκληρης της καριέρας του ξεπερνώντας ακόμη και δίσκους ορόσημα όπως τα “Noble sav­age” και “Guardians of the flame”. Μιλάμε για ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο αφού εδώ γινόμαστε κοινωνοί μιας απίστευτα εμπνευσμένης φάσης για τον David DeFeis με το λυρικό στοιχείο να βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τους heavy met­al ύμνους που περιέχονται στο δίσκο. Είναι η αποθέωση του…barbaric, roman­tic heavy met­al ήχου όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος ο DeFeis τη μουσική των VIRGIN STEELE. “Vic­to­ry is mine”, “A sym­pho­ny of steele”, “Emalaith”, “Twi­light of the gods” είναι μονάχα κάποια από τα αψεγάδιαστα τραγούδια του δίσκου. Αν θα έπρεπε να βρω ένα μονάχα αρνητικό είναι ότι εδώ ακούμε για τελευταία φορά σε ένα stu­dio άλμπουμ τον σπουδαίο Joey Ayvaz­ian ο οποίος υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της μπάντας από την αρχή της πορείας της. Η περιοδεία που ακολούθησε πέρασε από τη χώρα μας και θα τη θυμόμαστε για πάντα…

Σάκης Νίκας

VITAL REMAINS – “Into cold dark­ness” (Peaceville)

Για πολύ κόσμο που τους γνώρισε μετέπειτα, οι Αμερικάνοι death­sters VITAL REMAINS από το Prov­i­dence του Rhodes Island, ήταν η μπάντα του Tony Lazaro (κιθάρες) και του Dave Suzu­ki (επίσης κιθάρες και πρωτύτερα τύμπανα), ενώ αρκετοί μελλοντικοί ακροατές τους συνέδεσαν με την παρουσία για μια επταετία του Glen Ben­ton των DEICIDE, ο οποίος χάρισε τη φωνή του στα “Dechris­tian­ize” (2003) και “Icons of evil” (2007). Η αλήθεια όμως είναι ότι η μπάντα ήταν ανέκαθεν πνευματικό παιδί και προϊόν δημιουργίας του κιθαρίστα Paul Fly­nn, από το σχηματισμό τους το 1988 μέχρι το γεγονός της τελικής μορφής που λάβανε όταν ξεκίνησαν να ηχογραφούν τα άλμπουμ τους, και ειδικά μετά τα δυο πρώτα του θρυλικά demo, “Reduced to ash­es” (1989) και “Excru­ci­at­ing pain” (1990). Εκεί οι VITAL REMAINS αποκτούν μια πιο σταθερή σύνθεση που με αργά βήματα οδηγεί στην κυκλοφορία του τρομερού τους ντεμπούτου “Let us pray” το 1992 με τον Fly­nn και τον Lazaro να μοιράζονται τις κιθάρες και τα συνθετικά cred­its, τον Jeff Gruslin τα φωνητικά και τον Joe Lewis το μπάσο. Έχοντας υπογράψει τότε στην Deaf Records, η οποία ήταν θυγατρική της Peaceville Records, είδαν το ντεμπούτο τους να αγκαλιάζεται ιδιαίτερα στους under­ground κύκλους και το momen­tum έδειχνε υπέρ τους.

Χρειάστηκε να συμπληρωθούν σχεδόν τρία χρόνια για να ακουστούν ξανά νέα τους, ώσπου ήρθε το δεύτερο χτύπημα, που είναι και αυτό που μας αφορά στο αφιέρωμα, με το “Into cold dark­ness” και με μοναδική προσθήκη στην προϋπάρχουσα σύνθεση αυτή του Rick Cor­bett στα τύμπανα σαν μόνιμου μέλους (να μην παραλείψουμε να αναφέρουμε τα δεκάδες μέλη που έχουν περάσει από τις τάξεις τους ειδικά για συναυλιακές συνθήκες). Σε αντίθεση με πολλές μπάντες που μαλάκωναν τον ήχο τους και ειδικά σε σχέση με το πιο αργόσυρτο ντεμπούτο “Let us pray”, το “Into cold dark­ness” είναι ένα πολύ γρηγορότερο και βαρύτερο άλμπουμ από τον προκάτοχο του, με την ακρότητα να έχει προ(σ)χωρήσει σε πολύ υψηλά επίπεδα και την ατμόσφαιρα των συνθέσεων να έχει ενισχυθεί πολύ σημαντικά. Το λαρύγγι του Gruslin παρέμενε τρομακτικό, η κιθαριστική επίθεση των Flynn/Lazaro ανελέητη ενώ και η ρυθμική βάση των Lewis/Corbett ήταν καθοριστική στο τελικό αποτέλεσμα. Ειδικά ο τελευταίος σας νεότερη προσθήκη ανέβασε πολύ το επίπεδο του δίσκου και μέσα σε όλα αυτά, το “Into cold dark­ness” έμελλε να είναι το μικρότερο σε διάρκεια άλμπουμ τους, με 41’ διάρκειας.  Μάλιστα αυτή τη φορά έδειξαν και τις επιρροές τους, αρχικά με τη διασκευή του “Dethroned emper­or” των CELTIC FROST.

Σε μετέπειτα επανεκδόσεις του δίσκου, είχαμε ως μπόνους την διασκευή στο “Count­ess Batho­ry” των VENOM από ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής, με τις δυο διασκευές να είναι αμφότερες καλοπαιγμένες και να τους δίνουν έξτρα πόντους. Τραγουδάρες όπως το εναρκτήριο “Immor­tal cru­sade” ή το διόσκουρο “Under the moon’s fog” που το ακολουθεί έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, ενώ το τελειωτικό δίδυμο των “Descent into hell”/”Angels of blas­phe­my” καταδεικνύει γιατί πολλοί οπαδοί προτιμούσαν αυτή την πιο πρώιμη περίοδο τους από την περίοδο μεγαλύτερης αναγνώρισης τους μελλοντικά και ειδικά της εποχής Ben­ton στο συγκρότημα. Οι VITAL REMAINS κατάφεραν να κοντράρουν το ντεμπούτο τους που αρκετοί ακόμα και σήμερα θεωρούν αξεπέραστο με ένα δίσκο πιο ακραίο σε κάθε δυνατό κομμάτι και σύγκριση και κέρδισαν κατά πολύ την εκτίμηση όλο και περισσότερου κόσμου. Πολλοί πιστεύουν ότι με πιο συχνά δισκογραφικά βήματα ενδιάμεσα, θα είχαν πολύ μεγαλύτερο όνομα, ενώ φτάνοντας το 2022 σύντομα, συμπληρώνουμε 15 χρόνια χωρίς δίσκο τους και με την τύχη τους να αγνοείται. Ένα συγκρότημα που σίγουρα υπηρέτησε τον ήχο του πολύ πιο κιμπάρικα και ποιοτικά από πολλές μεγάλες μπάντες του χώρου και που στην επονομαζόμενη ως τελευταία μεγάλη χρονιά του είδους, έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στο να μπουν στις χρυσές σελίδες της death met­al ιστορίας.

Άγγελος Κατσούρας

VOIVOD – “Nega­tron” (Hyp­not­ic)

Η φυγή του Snake μετά την κυκλοφορία του “The out­er lim­its” το 1993, έφερε μεγάλο προβληματισμό στους οπαδούς των VOIVOD. Ας μην ξεχνάμε ότι ήδη στο εν λόγω άλμπουμ δεν συμμετείχε ο Blacky στο μπάσο κι έτσι η μισή από τη θρυλική σύνθεση του παρελθόντος, δεν ήταν πλέον μέρος της μπάντας. Οι Pig­gy και Away έπρεπε να πάρουν σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της μπάντας και έτσι μέσα στο 1994, επιστρατεύουν τον μπασίστα και τραγουδιστή Eric Forrest,με παρελθόν στους LIQUID INDIAN, LUST και THUNDER CIRCUS. Έτσι για πρώτη φορά οι VOIVOD θα ηχογραφήσουν σαν τρίο και τι τρίο, μια σύνθεση και εποχή που θα ήταν άκρως ξεχωριστή και που ο ήχος τους θα ανανεωνόταν ριζικά και θα τους έφερνε σε μια ομαλότερη του αναμενομένου μετάβαση. Ο For­rest με την «σκαμμένη» και άκρως δυνατή φωνή του, φέρνει μοιραία έναν πολύ βαρύτερο και τσιτωμένο δίσκο στο συγκρότημα, με το συνθετικό δίδυμο της μπάντας να προβαίνει σε ριζική αλλαγή ήχου και το άλμπουμ που τελικά θα προκύψει να είναι ότι πιο άγριο και τσιτωμένο έκαναν μετά τα δυο πρώτα άλμπουμ τους, ενώ για πολλούς αποτελεί γενικότερα την πιο ούγκανη στιγμή της μπάντας και γι’ αυτό πολλοί εξήραν την αλλαγή αυτή βάσει χρονολογίας.

Φτάνουμε λοιπόν στο 1995, όπου οι VOIVOD κυκλοφορούν το κατ’ εμέ (το ξέρω ότι είμαι μειοψηφία) κορυφαίο άλμπουμ τους, ονόματι “Nega­tron”. Κορυφαίο ακριβώς λόγω της προσαρμοστικότητας του For­rest –που πήρε το προσωνύμιο Ε‑Force στο συγκρότημα- και του ήχου που βγήκε συνολικά, με το ξύλο (συγνώμη ΤΟ ΞΥΛΟ) που πέφτει εδώ μέσα να είναι σθεναρό, έντονο και άκρως μεταδοτικό. Ο τρόπος με τον οποίο σκάει το “Insect” σαν εναρκτήριο κομμάτι, οι καθαρά indus­tri­al ρυθμοί μέσα από τον πάντα προσωπικό ήχο των Καναδών και η φωνή του For­rest κάνουν τα πάντα ίσωμα από την αρχή, η κραυγή του σκίζει το φράγμα του ήχου, ο Pig­gy έχει γράψει τα πιο διαστροφικά του riff, ενώ και ο Away παίζει πιο δυνατά από ποτέ και οι VOIVOD δεν ακούγονται σαν σχεδόν 35άρηδες που ήταν (ο For­rest ήταν μόλις 25) αλλά πολύ νεότεροι με το συνολικό αποτέλεσμα. Ο δίσκος όσο πάει γίνεται πιο εθιστικός σε διάφορους ρυθμούς ταχυτήτων, ενώ μερικά από τα κορυφαία τους κομμάτια έχουν συμπεριληφθεί εδώ μέσα. Το έρπον “Project X”, το εφιαλτικό ομότιτλο κομμάτι, τα καθηλωτικά “Real­i­ty?” και “Cos­mic con­spir­a­cy” με άπλωμα δομών που δεν μας είχαν συνηθίσει, ενώ του δίσκου ηγείται το δίχως άλλο κορυφαίο κομμάτι του “Nega­tron” κι από τα κορυφαία της καριέρας τους.

Ο λόγος για το εξαίσιο “Nanoman”, το οποίο ακόμα κι από τον αρχικό ρυθμό στα τύμπανα θα είχε μείνει για πάντα χαρακτηριστικό, πόσο μάλλον για όλο του το σύνολο σαν κομμάτι που είναι συνώνυμο της λέξης ΡΥΘΜΟΣ. Μάλιστα βγήκε σαν sin­gle μέσα στο 1996, όπου τα 2 b‑sides του, “Ero­sion” και “Vor­tex” συμπεριλήφθηκαν μελλοντικά και στη συλλογή “Kro­nik” το 1998, αλλά και σε επανεκδόσεις του “Nega­tron” μελλοντικά. Οι VOIVOD πέρασαν το εμπόδιο της αλλαγής τραγουδιστή με τον πλέον ιδανικό τρόπο, κατάφεραν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της εποχής όπου οι ήχοι βάραιναν όλο και περισσότερο και να βγάλουν ένα άλμπουμ που πάρα πολλοί θα ήθελαν να έχουν δημιουργήσει, αλλά στο τέλος μόνο το λογότυπο των VOIVOD θα μπορούσε να φέρει. Η φόρα την οποία είχαν από την κυκλοφορία του “Nega­tron” αποτυπώθηκε και στις συναυλίες της περιοδείας, όπου έβγαζαν τρελή ενέργεια και τα φώτα όλων έπεφταν πάνω στον νεοφερμένο For­rest, που ήταν φοβερός επί σκηνής κι έμοιαζε να δίνει εκ νέου ζωή στο συγκρότημα. Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής πήρε εξιτήριο και με τη σειρά του χειρούργησε άπαντες στο πέρασμά του!

Άγγελος Κατσούρας

W.A.S.P. – “Still not black enough” (Raw Pow­er / Castle)

Ο Black­ie είναι μια πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα. Κανείς δεν ξέρει αν ήταν έτσι από μικρός ή αν του βγήκε στην πορεία λόγω της onstage απόπειρας δολοφονίας του της οποίας ξεκάθαρη συνέπεια ήταν η αγοραφοβία. Το σίγουρο είναι ότι αυτό επηρέασε πάρα πολύ και τη δημιουργική του έκφραση κι από εκεί που ήταν μέσα στη χαρά του sex drugs and rock n’ roll γύρισε τη θεματολογία του και έκφραση αυτής ήταν ο μουσικός ογκόλιθος που ακούει στο όνομα “The crim­son idol”. Ένα από τα καλύτερα con­cept album στην ιστορία της μουσικής μας που θα μπορούσε να είναι μέχρι και αυτοβιογραφική για τον Black­ie Law­less των WASP. Μάλιστα όπως έγινε γνωστό υπήρχε η σκέψη να το κυκλοφορήσει ως προσωπική κυκλοφορία και όχι ως μέρος του συγκροτήματος αλλά τελικά ξέρουμε όλοι ποια άποψη υπερνίκησε. Η ίδια ακριβώς σκέψη υπήρχε και για την διάδοχη κυκλοφορία των WASP “Still not black enough” για το οποίο γράφουμε εδώ λόγω του αφιερώματος στο 1995.

Είναι το 6ο άλμπουμ του συγκροτήματος και κυκλοφόρησε στις 10 Ιουνίου 1995. Ο λόγος που και αυτό το άλμπουμ βγήκε τελικά με το συγκρότημα και όχι ως σόλο άλμπουμ ήταν το heavy περιεχόμενο. Από πολλούς θεωρείται η συνέχεια του “Crim­son idol” ωστόσο δεν μπορεί να συγκριθεί σε επιτυχία με τον προκάτοχό του. Με τα θέματα στιχουργικά να κινούνται γύρω από τις προσωπικές εμπειρίες του Black­ie Law­less, όπως ο θάνατος της μητέρας του και οι προσωπικές του κρίσεις αγγίζει τον ακροατή σε πολλά επίπεδα. Η εμπορική του επιτυχία ωστόσο πολύ περιορισμένη μιας και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί επάξιος διάδοχος του “…Idol”. Όσον αφορά τα charts έφτασε μόλις στη θέση 40 στο Σουηδικό chart και θέση 52 στο Βρετανικό. Σίγουρα όχι το σημαντικότερο άλμπουμ στην καριέρα του συγκροτήματος αλλά το κατώφλι για μια πιο σκοτεινή περίοδο του συγκροτήματος με πιο βαριά θεματολογία πιο σύνθετες συνθέσεις.

Έλενα Μιχαηλίδου

Y&T – “Musi­cal­ly Incor­rect” (Music For Nations)

Το 1995 οι Y&T, 4 χρόνια μετά την διάλυση τους, αποφασίζουν να ξανά ενώσουν τις δυνάμεις τους με το ίδιο line up και να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Το αποτέλεσμα της επανένωσης ήταν η δέκατη δουλειά τους στην σειρά με τίτλο “Musi­cal­ly incor­rect”, που πήρε την σκυτάλη από την ενάτη δουλειά τους που είχε τίτλο “Ten” (Δέκα). Ο τίτλος του δίσκου αλλά και το εξώφυλλο με τα δυο μικρά παιδιά να κλείνουν τα αυτιά τους, αν μη τι άλλο από θέμα mar­ket­ing, ήταν πολύ έξυπνες κινήσεις.

Βέβαια ακούγοντας το δίσκο, ο οπαδός ίσως πίστεψε μετά, ότι μπορεί να το είχαν κάνει και επίτηδες, θέλοντας να δώσουν ένα μήνυμα πως ηχούσε η τότε νέα τους δισκογραφική προσπάθεια, πριν βεβαίως την ακούσεις. Δυστυχώς το album δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν τους, αφού άφησαν τις hard rock καταβολές τους και επιδόθηκαν κυρίως σε συνθέσεις που είχαν κατά κόρον πιο κλασσική rock ή blues χροιά. Ανά στιγμές άκουγες κάποια ηχητικά μέρη και στοιχεία της περιόδου, πριν την διάλυση, αλλά και πάλι ήταν μετρημένα στα δάχτυλα. Εκτός από δυο-τρεις συνθέσεις, οι υπόλοιπες ήταν σε mid tem­po ρυθμούς, χωρίς όμως καμία συνθετική σπιρτάδα που να θύμιζε το συγκρότημα που είχε γράψει τόσο μοναδικά τραγούδια στο παρελθόν.

Μετά την πρώτη ακρόαση όλου του δίσκου, εκτός των ελαχίστων εξαιρέσεων, κανένα τραγούδι δεν μπορούσες να το ακούσεις ολόκληρο, με το «επόμενο», να γίνεται το αγαπημένο σου κουμπί στο κοντρόλ. Ήταν πολύ κρίμα να ακούς από το συγκρότημα άνευρες συνθέσεις που βεβήλωναν το πεντάγραμμο. Ευτυχώς η συνέχεια δεν ήταν η ίδια, οπότε μάλλον το “Musi­cal­ly incor­rect”, ήταν μια κακή παρένθεση. 

Θοδωρής Μηνιάτης

 

 

 

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • Theo Nt / Birds Of Vale / The Ruckus Habit live at #sixdogs - Τρίτη 31 Μαΐου
  • 5/31/2022-21:0
  • 5/31/2022-0:0
  • sixdogs
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/image002.jpg
  • Ο Theo Nt είναι μια από τις φωνές που ξεχωρίζουν για την δυναμική και την πολύ χαρακτηριστική χροιά της. Διατηρώντας πάντα την ψυχή του καθαρή ξεκινά τα δισκογραφικά του μονοπάτια με τον ομώνυμο ψυχεδελικό δίσκο/project ‘Dead Poets Society’ (2012) ενώ στη συνέχεια παίρνει πολύ καλές κριτικές για το δίσκο με το trip hop/alt rock project \'Hold And Release\' (2017). Ως σόλο artist έχει κυκλοφορήσει διάφορα βιωματικά τραγούδια όπως το \'Lost A Friend\',\'Embroidery’ και το \'Strange Little Girl\' τα οποία θα αποτελούν μέρος του debut προσωπικού του alt rock/grunge άλμπουμ με επιρροές από την γλυκόπικρη ποίηση και το εναλλασσόμενο γίγνεσθαι. Το debut album ήρθε το 2019 με το ’The Mermaid’. Ένα κράμα Chris Cornell/Jeff Buckley. Θα ήταν αδιανόητο να παραλείψουμε τα 2 Χριστουγεννιάτικα τραγούδια, Merry Christmas και Always Christmas in my heart, που έχει δημοσιεύσει παίρνοντας άριστες κριτικές. Μέχρι τώρα ο Theo Nt έχει δώσει στο φως πέριπου 40 τραγούδια στα όποια έχει ανάλαβει εξολοκλήρου την παραγωγή και σύνθεση στο προσωπικό του στούντιο λαμβάνωντας αξιόλογες κριτικές και θέση στα ραδιόφωνα ανά τον κόσμο. Το τελευταίο του single ‘Wobbly Wheel’ είναι πιο heavy εξερευνώντας ακόμη περισσότερο τον ήχο της Seattle σκήνής. Βαριές κιθάρες, δυνάτοι ρυθμοί, άριστες δυναμικές και μια φωνή που σου μένει για τα καλά στο κεφάλι. The mafia: Drums: Panos Georgakopoulos Bass: John Gkoufas Gtr: Rush Nobo Vox: Theo Nt Website: https://www.theont.com/mymusic FB: https://www.facebook.com/theontmusic/ Insta: https://www.instagram.com/theontartist/ Spotify: shorturl.at/pyBNW YT: https://www.youtube.com/watch?v=A0ybCytDOGM Birds Of Vale Οι Birds of Vale είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης δύο φίλων να παίξουν rock n\' roll. Η μπάντα δημιουργήθηκε στο τέλος του 2019 στην Αθήνα, και το 2020 ξεκίνησε την ηχογράφηση του πρώτου της double-single στα Suono Studios με παραγωγό τον Άλεξ Μπολμπαση. Στα τέλη του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε το κομμάτι Devil in και λίγο αργότερα το δεύτερο single, Beautiful Girl. H μουσική τους έχει βαθιά τις βάσεις της στον 70\'s heavy blues/rock n roll ήχο, ο οποίος αναμειγνύεται με μια σύγχρονη πινελιά. Αυτή την περίοδο βρίσκονται στο studio, όπου ηχογραφούν το πρώτο full-length τους. Instagram: https://instagram.com/birds_of_vale Facebook: https://facebook.com/birdsofvale Spotify: https://spoti.fi/3sFV9Iw YouTube: https://bit.ly/3wl4iIJ The Ruckus Habit Είναι η συνήθεια του σαματά! Τέσσερα παιδιά από τα Νότια της Αθήνας που μπορούν να κρατήσουν ξύπνιο εσένα και τους γείτονές σου ακόμα και αν προβάρουν πέντε τετράγωνα μακριά. Γεννηθέντες το 2012, είναι γνωστοί κυρίως για τα πολλά ντεσιμπέλ που παράγουν, για τα δεμένα κιθαριστικά τους θέματα, για τις επιθετικές μπασογραμμές, για το δυνατό drumming και τα εμπνευσμένα από τις καθημερινές ανθρώπινες επαφές lyrics τους. Όλα τα παραπάνω, τυλιγμένα προσεκτικά μέσα σε ένα alternative indie rock περιτύλιγμα συνθέτουν τους Ruckus Habit. Μία βόμβα έτοιμη να σκάσει προκαλώντας έντονο ερεθισμό στο ακουστικό σου σύστημα. Τους έμαθες το 2012 όταν άκουσες το Little Cherrypie. Τους αγάπησες το 2013 με το Inebriated Ballad. Ερωτεύτηκες μαζί τους το 2014 με το Edinburgh Lights και έκλαψες με το Another Song to Waste. Το 2016 πήγες στον πόλεμο μαζί τους με το Dive Bomb. Το 2017 σε γύρισαν από τους νεκρούς με το Defibrillator και το Herbert. Μέχρι που το 2020 σε κέρδισαν με το Trust. Με το νέο δίσκο να σου χτυπάει την πόρτα, ανεβαίνουν στην σκηνή για να προκαλέσουν ατελείωτο σαματά. Facebook: https://www.facebook.com/theruckushabit Instagram: https://www.instagram.com/theruckushabit/ YouTube: https://www.youtube.com/c/TheRuckusHabit Spotify: https://open.spotify.com/artist/2QGiohXliSoW6zw0ynR8if...
  • 0
  • IGNITE
  • 6/2/2022-0:0
  • 6/2/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/279086487_497976152022020_8604515058174316992_n.jpg
  • IGNITE EΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ HARDCORE PUNK LIVE SHOW ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΝ CLUB! Special guests: My Turn & Skybinder Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 21.00. Τιμές εισιτηρίων : 20e ( προπώληση), 22e (ταμείο). Σημεία προπώλησης - RHYTHM RECORDS ( Εμ. Μπενάκη 74, Εξάρχεια ) - OLD SCHOOL ( Σολωμού 13-15,Εξάρχεια ) - FULL MOON ( Θεμιστοκλέους 42, Εξάρχεια ) και FULL MOON ( Νορμανού 7, Μοναστηράκι). Fb event: https://www.facebook.com/events/1415245095587640/ Οι IGNITE σχηματίστηκαν το 1993 στο Orange County, California. Το 1994 ηχογραφούν το πρώτο full length cd με τίτλο Scarred for Life για να ακολουθήσουν τα Family (1995), Call on my Brothers ( 1995), A Place Called Home (2000), και το Our Darkest Days (2006), A War against You (2016), Ignite (2022). Στα 20 και πλέον χρόνια της μουσικής τους διαδρομής, οι IGNITE κατάφεραν να διαδώσουν το melodic hardcore punk σε περισσότερες απο 40 χώρες σε Ευρώπη, Ασία, Βόρεια και Νότια Αμερική καθώς και τα βαθύτερα κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα που οι ίδιοι πιστεύουν και μεταδίδουν μέσω των στοίχων τους. Οι IGNITE υποστηρίζουν ενεργά οργανισμούς όπως Earth First, Doctors without Borders, Sea Shepherd, Pacific Wildlife.
  • 0
  • ACCEPT live in Athens Gagarin 205
  • 06/02/2022-0:0
  • 06/02/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/281121181_1183179759174407_6935568833817644724_n.jpg
  • Οι ACCEPT, οι θρύλοι του heavy metal από τη Γερμανία, επιστρέφουν στην Ελλάδα το 2022! Το συγκρότημα θα παίξει το νέο άλμπουμ "Too Mean To Die" και τα κλασικά ACCEPT στις 2 Ιουνίου 2022 στην Αθήνα (Gagarin 205) και στις 3 Ιουνίου 2022 στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theater)!  Οι ACCEPT θα παίξουν καταπληκτικά, μην αφήσετε έξω τις κλασικές επιτυχίες τους όπως τα "Balls to the Wall", "Fast as a Shark", "Metal Heart" και άλλες. Το συγκρότημα κυματίζει τη σημαία του κλασικού μέταλ εδώ και δεκαετίες και με το τελευταίο του άλμπουμ, "Too Mean To Die", ανακοινώνει για άλλη μια φορά περήφανα ότι θα επιστρέψει επιτέλους στις ευρωπαϊκές σκηνές με τη συνηθισμένη οδική τους ενέργεια γεμάτη ακαταμάχητη δύναμη. Το ACCEPT δεν χρειάζεται εισαγωγή! Είναι γνωστοί ως δημιουργοί του δικού τους μουσικού είδους – «Teutonic rock». Εδώ και σαράντα χρόνια, χάρη στα δυνατά riff και τα μοναδικά φωνητικά, οι ACCEPT κατακτούν τις καρδιές των ακροατών σε όλο τον κόσμο. Τα άλμπουμ τους "I'm a Rebel", "Restless and Wild" και "Balls to the Wall" πήραν τις θέσεις που τους αναλογούν στις χρυσές συλλογές πολλών μουσικόφιλων και το λαμπρό άλμπουμ "Blind Rage" (2014) πήρε την 1η θέση. στα γερμανικά και ευρωπαϊκά charts, ενώ το "The Rise Of Chaos" (2017) κατείχε την 3η θέση. Αμέτρητες περιοδείες έχουν εδραιώσει τη φήμη των ACCEPT ως ένα από τα καλύτερα live συγκροτήματα στο είδος του heavy metal. Το συγκρότημα υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά φεστιβάλ, πέτυχε χρυσή θέση στις Ηνωμένες Πολιτείες και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα των άλμπουμ τους. Ο δέκατος έκτος δίσκος των ACCEPT, "Too Mean To Die", σηματοδότησε το πέμπτο άλμπουμ για τον Αμερικανό τραγουδιστή Mark Tornillo ως μέλος του συγκροτήματος. Ηχογραφήθηκε στην πρωτεύουσα της παγκόσμιας μουσικής Νάσβιλ των ΗΠΑ. Η παραγωγή και η μίξη του τελευταίου άλμπουμ έγινε ξανά από τον Βρετανό παραγωγό Andy Sneep, ο οποίος έχει συνεργαστεί με τους MEGADETH και τους JUDAS PRIEST. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με το άλμπουμ "Too Mean To Die" οι ACCEPT θα εδραιώσουν μόνο την κατάταξη των κορυφαίων του είδους τους, επομένως είναι απλά απαράδεκτο να χάνετε την ευκαιρία να ακούσετε τις αγαπημένες σας επιτυχίες και τα καλύτερα τραγούδια από τον νεότερο δίσκο! Τα λόγια τα λένε όλα, γιατί το "The Best Is Yet To Come" δεν είναι μόνο ένα εξαιρετικό τραγούδι από τον νέο δίσκο, αλλά συνοψίζει επίσης την τρέχουσα κατάσταση - τα πράγματα μπορούν μόνο να γίνουν καλύτερα. Δύο απίστευτες παραστάσεις ανεβαίνουν στις 2 Ιουνίου 2022 στην Αθήνα (Gagarin 205) και στις 3 Ιουνίου 2022 στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theater)!Band’s official website: Οι Degenerate Mind θα είναι οι special guests για το live των Accept στην Αθήνα! https://www.acceptworldwide.com/ Εισιτήρια: http://eventation.gr/
  • 0
  • NICK MASON | THESSALONIKI
  • 6/3/2022-19:30
  • 6/6/2022-0:0
  • Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed-5.jpg
  • Ο Nick Mason, εμβληματικός ντράμερ των Pink Floyd, έρχεται μαζί με το συγκρότημά του για να δώσει δύο μοναδικές συναυλίες σε Θεσσαλονική κι Αθήνα παραδίδοντας μαθήματα σπουδαίας ροκ ιστορίας. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων ο θρυλικός μουσικός αναμένεται να παρουσιάσει δύο φαντασμαγορικά οπτικοακουστικά shows, που όμοιά τους ελάχιστα έχουμε δει στη χώρα μας.O Nick Mason είναι ένας από τους σπουδαιότερους ροκ μουσικούς όλων των εποχών, καθώς συμμετείχε ως ντράμερ αλλά και συνθετικά σε όλους τους δίσκους των εμβληματικών Pink Floyd οι οποίοι καθόρισαν με τον ήχο τους τις στιγμές ολόκληρων γενιών μουσικόφιλων. Μέσα από την πορεία του στην σπουδαία 55χρονη καριέρα του ο Nick Mason έγινε ένας από τους επιδραστικότερους ντράμερ της σύγχρονης μουσικής ιστορίας μας. To set το οποίο θα παρουσιάσει στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας περιοδείας του θα περιλαμβάνει τις λαμπρότερες στιγμές της δισκογραφίας του κι ένα πρωτοποριακό οπτικοακουστικό show που λαμβάνει διθυράμβων κι αποθεωτικών κριτικών στο εξωτερικό.Στο set της περιοδείας των Nick Mason's Saucerful Of Secrets κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι μουσικές στιγμές από τα πρώτα χρόνια των Pink Floyd μέχρι και το άλμπουμ του 1972 "Obscured by Clouds", συμπεριλαμβανομένου του επικού "Echoes". Οι Nick Mason's Saucerful Of Secrets απαρτίζονται από τους - Nick Mason, Gary Kemp, Guy Pratt, Lee Harris και Dom Beken.Το συγκρότημα, προεξάρχοντος του Nick Mason έχει δώσει πολλές sold out συναυλίες, φέρνοντας στο νου κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις τις οποίες οι Pink Floyd χάρισαν στο κοινό τους στα 60's. Οι Έλληνες fans ανήκουν στους τυχερούς που θα μπορέσουν να απολαύσουν επί σκηνής έναν εμβληματικό μουσικό, συνοδεία του συγκροτήματός του, σε μια βραδιά που θα ανασύρουν διάφορους Pink Floyd κρυμμένους θησαυρούς από τη σπουδαία τους καριέρα. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων θα γίνουμε κοινωνοί του έργου μιας μουσικής ιδιοφυΐας. "...ήταν το μεγαλύτερο και το πιο ζωντανό show που έζησα ποτέ, ήταν μια υπενθύμιση για το μεγαλείο των Pink Floyd… Αν κάποιος έχει το ελάχιστο ενδιαφέρον για τους Pink Floyd, σίγουρα δεν πρέπει να χάσει αυτό το show… Μια εμπειρία που σίγουρα θα σας συναρπάσει…"Michael Hann, Financial Times "... Ο ήχος ήταν τρομερός, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και μαγευτική, αναμειγνύοντας διάφορα αρχέγονα στοιχεία της ροκ σκηνής… Ήταν ένα σύνολο που σου προκαλεί δέος και νοσταλγία ενώ σε κάνει να αναρωτηθείς αν η ροκ μουσική έχει τελικά αλλάξει καθόλου από τα μακρινά 60's…"Neil McCormick, The Daily Telegraph Πληροφορίες:Τα εισιτήρια ξεκινούν από 45€ H προπώληση της συναυλίας στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων διεξάγεται μέσω του: www.viva.gr Η προπώληση της συναυλίας στο Θέατρο Δάσους διεξάγεται μέσω του:www.ticketmaster.grΤηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535 Επικοινωνία:[email protected]
  • 0
  • Absinthe Green live at An Club
  • 06/03/2022-0:0
  • 06/03/2022-0:0
  • An Club (Σολωμού 13 Εξάρχεια)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/AG-AN-Poster-FINAL-WEB.png
  • Absinthe Green live at An Clubwith special guests Beyond Perception, Scream Collision and Negative Contrast Το Σάββατο 4 Ιουνίου έρχονται οι εκρηκτικοί Absinthe Green για πρώτη φορά στα πάτρια εδάφη για να σαρώσουν τη σκηνή του An Club με ακυκλοφόρητα κομμάτια από το ντεμπούτο τους άλμπουμ, “Οf Love and Pain”. Μαζί τους μοιράζονται τη σκηνή οι βετεράνοι groove metallers Beyond Perception, οι melodic metallers Scream Collision, ενώ το live ανοίγουν οι ατμοσφαιρικοί progressive rock/metallers Negative Contrast σε μια βραδιά που σίγουρα θα μείνει αξέχαστη. Σάββατο 4 Ιουνίου 2022An Club (Σολωμού 13 Εξάρχεια)Είσοδος: 8€ - Ώρα Έναρξης: 20:00 Εισιτήρια προπωλούνται: OldSchool (Σολωμού 13-15), Monsterville (Αγ. Ειρήνης 13) ______________________________________ Absinthe Green Οι Absinthe Green αποτελούν το πνευματικό δημιούργημα της μουσικού, συνθέτη και παραγωγού Ειρήνης “Absinthe Green”. H Absinthe έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό παίζοντας μπάσο για διεθνείς metal μπάντες όπως οι Γερμανοί Enemy Of The Sun καθώς και για τους Έλληνες dark metallers RandomWalk, μεταξύ άλλων. Η ολοκλήρωση των τραγουδιών για το ντεμπούτο άλμπουμ συνέβη παράλληλα με την επιστροφή της στην Ελλάδα στα τέλη του 2019, όπου η Absinthe πλαισιώθηκε από τον Harry Mason στα drums, με τον οποίο συνεργάστηκαν παλαιότερα στους RandomWalk και αργότερα από τον Villy Pirris στο μπάσο, και τον Mike Dervos στην κιθάρα, δημιουργώντας τους Absinthe Green ως full μπάντα. Το άλμπουμ τους “Of Love and Pain” θα κυκλοφορήσει το Φθινόπωρο και είναι ένα μείγμα των μουσικών επιρροών της Absinthe καθώς και προσωπικών της εμπειριών. Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από τον Hiili Hiilesmaa, γνωστός για τις παραγωγές του σε HIM, The 69 Eyes, Amorphis, Moonspell και Sentenced μεταξύ άλλων, και συνδυάζει pop στοιχεία με επιθετικές κιθάρες, δυνατά και groovy τύμπανα και μια ποικιλία φωνητικών που έχουν την δυνατότητα να προσελκύσουν ένα ευρύτερο μουσικό κοινό. Links:Website: https://absinthegreen.com/Facebook: https://www.facebook.com/absinthegreenmusicBandcamp: https://absinthegreen.bandcamp.com Beyond PerceptionΟι Beyond Perception είναι ένα Groove Metal συγκρότημα από την Αθήνα και δημιουργήθηκαν το 2004.Το πρώτο τους άλμπουμ “The Final Descend” κυκλοφόρησε το 2008, απο την Casket Music Corpo Records UK. Το 2010 ακολουθεί το δεύτερο άλμπουμ τους “Blood & Whiskey”, μέσω της ανεξάρτητης DSN Music, και το 2014 κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ “Anthem For The Wasted”. Το συγκρότημα υπέγραψε νέο δισκογραφικό συμβόλαιο με την Turkey Vulture Records/Universal Music Group Distribution. Μετά από δύο χρόνια το συγκρότημα ηχογραφεί το τέταρτο άλμπουμ τους “Vital Ground”, ενώ ακολουθεί η υπογραφή νέου δισκογραφικού συμβολαίου με την ελληνική ανεξάρτητη δισκογραφική Ikaros Records. Από το 2004, οι Beyond Perception κατάφεραν να παίξουν σε πολλές συναυλίες σε όλη την Ευρώπη και μοιράστηκαν τη σκηνή με καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι Annihilator, Spiritual Beggars, Rotting Christ και άλλους. Links:Facebook: https://www.facebook.com/beyondperceptionofficialBandcamp: https://beyondperceptionofficial.bandcamp.com/ Scream Collision Οι Scream Collision ιδρύθηκαν τέλη του 2017. Ξεκίνησαν να παίζουν διασκευές από την Rock, Hard Rock αλλά και Metal μουσική σε διάφορες μουσικές σκηνές. Το 2019 ήταν η ώρα για να δημιουργήσουν την δική τους μουσική και κυκλοφορήσαν το πρώτο τους single με τίτλο “Rolling A Dice”. Έπειτα ξεκίνησαν να δουλεύουν τα κομμάτια για τον πρώτο τους δίσκο.Το πρώτο τους άλμπουμ “Memories” κυκλοφόρησε στις 21 Μαΐου του 2021 από την Wormholedeath Records. Links:Facebook: https://www.facebook.com/screamcollision/Bandcamp: https://screamcollision.bandcamp.com Negative Contrast Οι Negative Contrast, έχοντας αξιοποιήσει την περίοδο της πανδημίας για να δημιουργήσουν και να κυκλοφορήσουν το EP “Outcast” κι έχοντας σερβίρει πρόσφατα το πρώτο τους επίσημο video clip, επιστρέφουν στη σκηνή του An Club για να δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα σε μια δυνατή βραδιά! Η μπάντα από την Αθήνα που δημιουργήθηκε στο τέλος του 2016, κινείται στο φάσμα του ατμοσφαιρικού progressive rock/metal. Μετά από μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις το 2018, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 2019. Το 2020 και κατά την Covid εποχή συμπεριλήφθηκαν σε δυο συλλογές μαζί με πολλούς εγχώριους καλλιτέχνες όπως οι SixForNine, Message In Α Cloud και Skags. Πρωτοχρονιά του 2022 επιστρέφουν στη δισκογραφία με τη κυκλοφορία του “Outcast” EP να σηματοδοτεί τη νέα μουσική εποχή που έχει ήδη ξεκινήσει και τη Selene να κάνει την πρώτη της εμφάνιση πίσω από το μικρόφωνο δίνοντας νέα πνοή με τις ερμηνείες της, ενώ τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορούν και το πρώτο επίσημο video clip τους για το ομώνυμο τραγούδι. Links:Facebook: https://www.facebook.com/NegativeContrastBandcamp: https://negativecontrast.bandcamp.com/ Facebook Event: https://www.facebook.com/events/446311793966757*poster by Graphic No Jutsu: https://www.facebook.com/GraphicnoJutsu An Club Info:-Official Website: https://www.anclub.gr/- Facebook: https://www.facebook.com/AnClubofficial/- Instagram: https://www.instagram.com/an_club/
  • 0
  • NICK MASON | ATHENS
  • 6/4/2022-19:30
  • 6/4/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed-5.jpg
  • Ο Nick Mason, εμβληματικός ντράμερ των Pink Floyd, έρχεται μαζί με το συγκρότημά του για να δώσει δύο μοναδικές συναυλίες σε Θεσσαλονική κι Αθήνα παραδίδοντας μαθήματα σπουδαίας ροκ ιστορίας. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων ο θρυλικός μουσικός αναμένεται να παρουσιάσει δύο φαντασμαγορικά οπτικοακουστικά shows, που όμοιά τους ελάχιστα έχουμε δει στη χώρα μας.O Nick Mason είναι ένας από τους σπουδαιότερους ροκ μουσικούς όλων των εποχών, καθώς συμμετείχε ως ντράμερ αλλά και συνθετικά σε όλους τους δίσκους των εμβληματικών Pink Floyd οι οποίοι καθόρισαν με τον ήχο τους τις στιγμές ολόκληρων γενιών μουσικόφιλων. Μέσα από την πορεία του στην σπουδαία 55χρονη καριέρα του ο Nick Mason έγινε ένας από τους επιδραστικότερους ντράμερ της σύγχρονης μουσικής ιστορίας μας. To set το οποίο θα παρουσιάσει στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας περιοδείας του θα περιλαμβάνει τις λαμπρότερες στιγμές της δισκογραφίας του κι ένα πρωτοποριακό οπτικοακουστικό show που λαμβάνει διθυράμβων κι αποθεωτικών κριτικών στο εξωτερικό.Στο set της περιοδείας των Nick Mason's Saucerful Of Secrets κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι μουσικές στιγμές από τα πρώτα χρόνια των Pink Floyd μέχρι και το άλμπουμ του 1972 "Obscured by Clouds", συμπεριλαμβανομένου του επικού "Echoes". Οι Nick Mason's Saucerful Of Secrets απαρτίζονται από τους - Nick Mason, Gary Kemp, Guy Pratt, Lee Harris και Dom Beken.Το συγκρότημα, προεξάρχοντος του Nick Mason έχει δώσει πολλές sold out συναυλίες, φέρνοντας στο νου κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες εμφανίσεις τις οποίες οι Pink Floyd χάρισαν στο κοινό τους στα 60's. Οι Έλληνες fans ανήκουν στους τυχερούς που θα μπορέσουν να απολαύσουν επί σκηνής έναν εμβληματικό μουσικό, συνοδεία του συγκροτήματός του, σε μια βραδιά που θα ανασύρουν διάφορους Pink Floyd κρυμμένους θησαυρούς από τη σπουδαία τους καριέρα. Την Παρασκευή 3 Ιουνίου στο Θέατρο Δάσους και το Σάββατο 4 Ιουνίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων θα γίνουμε κοινωνοί του έργου μιας μουσικής ιδιοφυΐας. "...ήταν το μεγαλύτερο και το πιο ζωντανό show που έζησα ποτέ, ήταν μια υπενθύμιση για το μεγαλείο των Pink Floyd… Αν κάποιος έχει το ελάχιστο ενδιαφέρον για τους Pink Floyd, σίγουρα δεν πρέπει να χάσει αυτό το show… Μια εμπειρία που σίγουρα θα σας συναρπάσει…"Michael Hann, Financial Times "... Ο ήχος ήταν τρομερός, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και μαγευτική, αναμειγνύοντας διάφορα αρχέγονα στοιχεία της ροκ σκηνής… Ήταν ένα σύνολο που σου προκαλεί δέος και νοσταλγία ενώ σε κάνει να αναρωτηθείς αν η ροκ μουσική έχει τελικά αλλάξει καθόλου από τα μακρινά 60's…"Neil McCormick, The Daily Telegraph Πληροφορίες:Τα εισιτήρια ξεκινούν από 45€ H προπώληση της συναυλίας στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων διεξάγεται μέσω του: www.viva.gr Η προπώληση της συναυλίας στο Θέατρο Δάσους διεξάγεται μέσω του:www.ticketmaster.grΤηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535 Επικοινωνία:[email protected]
  • 0
  • EVANESCENCE 05.06.2022 Θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη
  • 06/05/2022-19:0
  • 06/05/2022-0:0
  • Θέατρο Πέτρας, Πετρούπολη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/EVAN-SUPPORT-EVENT.webp
  • Oι Εvanescence ζωντανά στην Αθήνα! Οι Evanescence στην Αθήνα! Tο συγκρότημα της Amy Lee επιστρέφει για μια μοναδική συναυλία στις 5 Ιουνίου 2022 στο Θέατρο Πέτρας στην Πετρούπολη. Ένα από τα πιο επιτυχημένα συγκροτήματα της σύγχρονης μουσικής, οι Evanescence έχουν κατορθώσει να διαγράψουν μια σημαντικότατη καριέρα επί δύο δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων έχουν πουλήσει πάνω από 25.000.000 δίσκους και έχουν βοηθήσει να φτάσουν στο ευρύ κοινό είδη μουσικής όπως το gothic rock και το nu metal. Η συνταγή της επιτυχίας τους βασίζεται στην επική και ταυτόχρονα σαγηνευτική φωνή της Amy Lee και την ικανότητά τους να γράφουν μεγάλα hits που κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα του σκληρού ήχου, από την μπαλάντα ως το συμφωνικό metal. Οι Evanescence έκαναν το 2003 ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα όλων των εποχών με το “Fallen”, μέσα από το οποίο κυκλοφόρησαν 4 singles που πλέον θεωρούνται κλασικές επιτυχίες του σύγχρονου ροκ ήχου (“Bring Me To Life”, “My Immortal”, “Going Under”, “Everybody’s Fool”). Ο δίσκος ανέβηκε στις κορυφές των charts σε πολλές χώρες, έγινε 7(!) φορές πλατινένιος, πούλησε περισσότερα από 17.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως, ήταν ένα από τα μόλις 8 άλμπουμ στην ιστορία που έμειναν για πάνω από ένα έτος στο Top50 του Billboard και τους απέφερε 2 βραβεία Grammy και άλλες 4 υποψηφιότητες! Η συνέχεια ήταν εξίσου πετυχημένη, με το “Open Door” του 2006 να φτάνει και αυτό στο νο1 του Billboard και χάρη σε τραγούδια όπως τα “Lithium” και “Call Me When You’re Sober” να πουλάει πάνω από 5.000.000 αντίτυπα παγκοσμίως! Το 2011 έφτασαν και πάλι στο νο1 του Billboard για τρίτη συνεχόμενη φορά με το ομώνυμο άλμπουμ τους, μέσα από το οποίο ξεχώρισε το “My Heart Is Broken”. Το 2017 ακολούθησε το “Synthesis”, ένας δίσκος με reworks σε παλαιότερο υλικό τους. Την φετινή άνοιξη οι Evanescence κυκλοφόρησαν το 5ο άλμπουμ τους με τίτλο “The Bitter Truth”, το πρώτο με καινούργιο υλικό μετά από μια δεκαετία. Στη συναυλία τους στο Θέατρο Πέτρας την Κυριακή 5 Ιουνίου θα μας παρουσιάσουν ζωντανά ένα best-of από το σύνολο της καριέρας τους, ερμηνεύοντας όλες τις μεγάλες επιτυχίες τους! H προπώληση του fan club θα ξεκινήσει την Τρίτη 5 Οκτωβρίου στις 10:00 Η γενική προπώληση θα ξεκινήσει την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου στις 10:00 Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα. ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ 38 ευρώ (early bird), 43 ευρώ, 46 ευρώ VIP 1: 326 ευρώ VIP 2: 186 ευρώ Evanescence Pit Soundcheck Package (VIP1) Ένα εισιτήριο Γενικής Εισόδου VIP δυνατότητα νωρίτερης εισόδου στο συναυλιακό χώρο Πρόσβαση στο soundcheck των Evanescence Συμμετοχή σε συζήτηση με τους Evanescence για τον νέο δίσκο τους The Bitter Truth Αποκλειστικό αντικείμενο με αυτόγραφο της μπάντας (2) ειδικά κατασκευασμένα VIP merchandise αντικείμενα Δυνατότητα αποκλειστικής αγοράς merchandise Official soundcheck πλαστικοποιημένου αναμνηστικού Πολύ περιορισμένη διαθεσιμότητα Evanescence VIP Tour Package (VIP2) Ένα εισιτήριο Γενικής Εισόδου VIP δυνατότητα νωρίτερης εισόδου στο συναυλιακό χώρο (2)ειδικά κατασκευασμένα VIP merchandise αντικείμενα Δυνατότητα αποκλειστικής αγοράς merchandise Πλαστικοποιημένο αναμνηστικό Early Entry Περιορισμένη διαθεσιμότητα Η προπώληση των εισιτηρίων γίνεται μέσω του δικτύου του www.viva.gr, Οι πωλητές των εισιτηρίων χρεώνουν έξοδα διαχείρισης ανάλογα με το τιμολόγιό τους.
  • Για την εξυπηρέτηση του κοινού της συναυλίας των Evanescence, την Κυριακή 5/6/2022, η γραμμή 700 της ΟΣΥ, από το Θέατρο Πέτρας προς το σταθμό Μετρό Ανθούπολης, θα είναι διαθέσιμη κάθε 10 λεπτά από τις 23.00 μέχρι τις 00.10. Τελευταίο δρομολόγιο του Μετρό Ανθούπολης θα είναι στις 00.31. Πληροφορίες: www.detoxevents.gr, 2109636489
  • 0
  • Release Athens 2022 Bauhaus, The Jesus and Mary Chain & dEUS Τετάρτη, 8 Ιουνίου Πλατεία Νερού, Φάληρο
  • 6/8/2022-0:0
  • 6/8/2022-0:0
  • ΠΛΑΤΕΙΑ ΝΕΡΟΥ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/bauhaus-poster-2022.jpg
  • BAUHAUSΤα 4 αυθεντικά μέλη, Peter Murphy, Daniel Ash, Kevin Haskins και David J ξαναφέρνουν στη ζωή μία μπάντα-σύμβολο για το Gothic Rock και όχι μόνo!Οι Bauhaus αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη μουσική σκηνή σχεδόν από το ξεκίνημά τους, το 1978 στο Northampton της Αγγλίας. Βλοσυροί και, ταυτόχρονα, εκθαμβωτικοί, έδωσαν στην post-punk εποχή έναν ακόμα πιο δυσοίωνο ήχο αλλά και ένα ευρύτερο καλλιτεχνικό όραμα, πραγματικοί καινοτόμου. Ήταν rock με ισχυρές δόσεις glam, funk, new wave, avant-garde, με επιρροές ακόμα και από το Reggae / Dub ρεύμα.Εκλεκτικοί, εξωστρεφείς, εξερευνούσαν τα πάντα! Δεν έμοιαζαν με τίποτα που υπήρξε τη στιγμή που εμφανίστηκαν, αλλά ούτε και μετά.THE JESUS & MARY CHAINΤα αδέλφια William και Jim Reid άρχισαν να ηχογραφούν στην κρεβατοκάμαρά τους στο East Kil bride, μια πόλη 10 χλμ. Μακριά απ’τη Γλασκόβη, βάζοντας στο ίδιο καζάνι τις μεγάλες τους επιρροές: από τους Ramones, τους Velvet Underground και το punk γενικότερα μέχρι τις Shangri-Las, τις Ronettes, τους Beach Boys και καθετί που αναγνωρίζουμε ως την ποπ του Phil Spector.Στη δισκογραφία μπήκαν με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο, αφού το “Psychocandy” (1984) δίκαια θεωρείται μια απ’τις κορυφαίες στιγμές των μουσικών 80s, ενώ το ίδιο μπορεί κανείς να ισχυριστεί και για το “Dark lands” (1987) που έδειξε το δρόμο για αυτό που μερικά χρόνια αργότερα θα μαθαίναμε ως shoe gaze. Tα “Automatic” (1989), “Honey’s Dead” (1992), “Stoned & Dethroned” (1994), “Munki” (1998) που ακολούθησαν μέχρι να κλείσει ο πρώτος κύκλος της μπάντας αλλά και το επίπεδο του “Damage and Joy” που κυκλοφόρησαν το 2017, τοποθετούν τους Jesus & Mary Chainστη μικρή λίστα με τα πιο επιδραστικά σχήματα των τελευταίων 40 χρόνων.
  • View this email in your browser To Release Athens υποδέχεται τους Cradle of Filth και τους Dead Daisies, την Παρασκευή 15 Ιουλίου στο Κλειστό Φαλήρου. Μαζί, θα πλαισιώσουν τους μεγάλους Judas Priest σε ένα εκρηκτικό heavy rock show!Οι Cradle of Filth μετράνε σχεδόν 30 χρόνια καριέρας. Το extreme ηχητικό αμάλγαμα από black metal, gothic, symphonic ήχους, με λογοτεχνικές αναφορές σε καθετί μακάβριο και τρομακτικό, τους επιτρέπει να παραμένουν στην πρώτη γραμμή και πλέον να κάνουν την επανεκκίνηση προς μια νέα πορεία, γεμάτοι ορμή και επιθυμία για νέα καλλιτεχνικά ύψη. Με κλασικούς δίσκους - όπως τα "Dusk... and Her Embrace" (1996), "Cruelty and The Beast" (1998), το EP "From the Cradle to Enslave" (1999) και "Midian" (2000) - ανέβηκαν στο θρόνο του black metal, ενώ το "Existence Is Futile", του 2021, τους χαρίζει μια νέα νιότη, γνωρίζοντας την αποθέωση από τους οπαδούς και τους κριτικούς, με τη νεοφερμένη Annabelle Iratni στα πλήκτρα και τα δεύτερα φωνητικά. Οι Cradle Of Filth συνεχίζουν στον ρόλο των πρεσβευτών της σκοτεινής πλευράς του metal, εξερευνώντας τις άμορφες φρίκες που παραμονεύουν στις σκιές της ανθρωπότητας, με μια σφοδρή επιθυμία για καθετί αισθησιακά γκροτέσκο και τον Dani Filth να εξακολουθεί να εξιστορεί ένα αιματοβαμμένο παραμύθι και να σκηνοθετεί τη δική του ταινία τρόμου, βάζοντας την ιδανική μουσική υπόκρουση! Follow Cradle of Filth:Official siteFacebookInstagramYouTube To rock' n’ roll είναι το ταξίδι και όχι ο τελικός προορισμός. Με έξι δίσκους και ατέλειωτες περιοδείες στο ενεργητικό τους, το supergroup των Dead Daisies έρχεται να επιβεβαιώσει το αυτονόητο: Το rock δεν θα πεθάνει ποτέ! Η φωνάρα του Glenn Hughes, ανέβασε τη μπάντα σε άλλο επίπεδο. Μια μεγάλη προσωπικότητα, ο Βρετανός μπασίστας και τραγουδιστής ηγήθηκε των funk rockers, Trapeze, μεγαλούργησε στους Deep Purple και συνεργάστηκε με μύθους όπως οι Black Sabbath και Gary Moore, μεταξύ δεκάδων ακόμα! Mε αφετηρία τον κλασικό rock ήχο των 70s και 80s και ένα lineup που αποτελείται από εξαιρετικούς μουσικούς, οι Dead Daisies είναι μία πραγματικά απολαυστική μπάντα επί σκηνής! Η τωρινή σύνθεση τους, εκτός από τον Ηughes, περιλαμβάνει τους Doug Aldrich, David Lowy (ο ιδρυτής της μπάντας) και Dean Castronovo, με θητεία πλάι σε ονόματα όπως Whitesnake, Dio, Journey, Bad English, Red Phoenix και Mink. Follow Dead Daisies:Official siteFacebookSpotify Η προπώληση συνεχίζεται προς 45€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 100€. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στο χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες, αναμνηστικό δώρο.Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα τρία διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό:1. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Manowar, Rotting Christ, Rhapsody Οf Fire (22/6/22, Πλατεία Νερού) + προς 75€ (κέρδος 15€)2. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Sabaton, Blind Guardian, Epica (21/7/22, Πλατεία Νερού) προς 75€ (κέρδος 15€)3. Judas Priest, Cradle of Filth, Dead Daisies (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) + Slipknot, Sepultura & more tba (23/7/22, Πλατεία Νερού) προς 90€ (κέρδος 15€)Διάθεση εισιτηρίων:Τηλεφωνικά στο 11876Online στα releaseathens.gr / viva.grΦυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot ΤεχνόποληςΌλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.grTo 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλώσιμα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • THE RUCKUS HABBIT/ STILL DUSK/WORLDS IGNITED
  • 6/17/2022-20:0
  • 6/17/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/Still-Dusk-Ruckus-Habit-banner-1.jpg
  • THE RUCKUS HABIT/ STILL DUSK/ WORDS IGNITED Την Παρασκευή 17 Ιουνίου στο Remedy Live Club(Κουντουριώτου 9, Νέο Ηράκλειο) τρεις ανερχόμενες μπάντες μοιράζονται την ίδια σκηνή. The Ruckus Habit Είναι η συνήθεια του σαματά! Τέσσερα παιδιά από τα Νότια της Αθήνας που μπορούν να κρατήσουν ξύπνιο εσένα και τους γείτονές σου ακόμα και αν προβάρουν πέντε τετράγωνα μακριά. Γεννηθέντες το 2012, είναι γνωστοί κυρίως για τα πολλά ντεσιμπέλ που παράγουν, για τα δεμένα κιθαριστικά τους θέματα, για τις επιθετικές μπασογραμμές, για το δυνατό drumming και τα εμπνευσμένα από τις καθημερινές ανθρώπινες επαφές lyrics τους. Όλα τα παραπάνω, τυλιγμένα προσεκτικά μέσα σε ένα alternative indie rock περιτύλιγμα συνθέτουν τους Ruckus Habit. Μία βόμβα έτοιμη να σκάσει προκαλώντας έντονο ερεθισμό στο ακουστικό σου σύστημα. Τους έμαθες το 2012 όταν άκουσες το Little Cherrypie. Τους αγάπησες το 2013 με το Inebriated Ballad. Ερωτεύτηκες μαζί τους το 2014 με το Edinburgh Lights και έκλαψες με το Another Song to Waste. Το 2016 πήγες στον πόλεμο μαζί τους με το Dive Bomb. Το 2017 σε γύρισαν από τους νεκρούς με το Defibrillator και το Herbert. Μέχρι που το 2020 σε κέρδισαν με το Trust. Με το νέο δίσκο να σου χτυπάει την πόρτα, ανεβαίνουν στην σκηνή για να προκαλέσουν ατελείωτο σαματά. STILL DUSK Οι Still Dusk είναι ένα alternative hard rock/metal σχήμα που δημιουργήθηκε το Νοέμβριο του 2018 στην Αθήνα. Μετά από κάποιες αλλαγές στα μέλη της το βασικό line-up διαμορφώθηκε ως εξης: Yannis Kemenides(guitars), Elijah June(bass), Ina Damianidou(vocals), Ioanna Ev(drums). Έχουν εμφανιστεί σε διαφορες σκηνές της Αθήνας όπως το bums, an club, remedy, temple. Αυτήν την περίοδο δουλεύουν τα δικά τους κομμάτια τα οποία θα κυκλοφόρησουν σύντομα. Οι Worlds Ignited είναι μια τριμελής μπάντα από την Αθήνα, και δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2018. κινούνται στα Alternative/Nu Metal μουσικά μονοπάτια εμπνευσμένοι από μπάντες όπως Breaking Benjamin, Chevelle, Dark new day κ.α. Τα ιδρυτικά μέλη των Worlds Ignited είναι ο Ανδρέας Ψυχαλής(Guitar - Vocals) και ο Φοίβος Ανδριόπουλος(Drums) καθώς μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους Single με τίτλο "The Dark" τον Νοέμβριο του 2018 ο Πάνος Σκέντζος(Bass - B.Vocals) ολοκλήρωσε το τριμελές σχήμα. Τον Νοέμβριο του 2020, η μπάντα κυκλοφορεί και το δεύτερο Single της με τίτλο "All this time". Το εισιτήριο κοστίζει 6 ευρώ και οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00.
  • 0
  • Release Athens Festival 2022: Manowar, Rotting Christ, Rhapsody Of Fire, Meden Agan την Tετάρτη 22 Ιουνίου 2022 στην Πλατεία Νερού
  • 6/22/2022-0:0
  • 6/22/2022-0:0
  • Πλατεία Νερού
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/282169858_4940618782658098_8370508697225889080_n-1.jpg
  • Την Tετάρτη 22 Ιουνίου 2022, οι βασιλιάδες του metal, Manowar, επιστρέφουν στο Release Athens! Η ακλόνητη αφοσίωση των Ελλήνων Manowarriors τους φέρνει ξανά στην Πλατεία Νερού σε μια υπερπαραγωγή άνευ προηγουμένου, με μια "killer" setlist γεμάτη αθάνατα κλασικά τραγούδια και ένα ειδικό δώρο μόνο για τους Έλληνες οπαδούς. Μαζί τους, οι σπουδαίοι Rotting Christ, σε μία αποκλειστική εμφάνιση στην Ελλάδα για το 2022. "Είμαστε ενθουσιασμένοι που θα παίξουμε ξανά στην Ελλάδα και θα μοιραστούμε το φόρο τιμής μας προς το θαυμαστό παρελθόν και την κουλτούρα της χώρας. Η υποδοχή στο Release Athens 2019 ήταν φανταστική και μας οδήγησε να τιμήσουμε εκ νέου τον Όμηρο και τα έπη του, όπως σχεδιάζαμε χρόνια" είπε ο ίδιος ο Joey De Maio στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα. Οι Manowar θα παρουσιάσουν το "The Revenge Of Odysseus”, εμπνευσμένο από την "Οδύσσεια", ως φυσική συνέχεια του κλασικού “Achilles, Agony and Ecstasy in Eight Parts” μέσα από το “The Triumph Of Steel” που κλείνει τα 30 χρόνια. Το νέο τραγούδι ηχογραφήθηκε στη χώρα μας με καλεσμένους τους σπουδαίους ηθοποιούς μας, Κώστα και Κωνσταντίνο Καζάκο, οι οποίοι υποδύθηκαν τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο αντίστοιχα. Τίμησαν το ομηρικό έπος καθώς το απέδωσαν σε Αρχαία Ελληνικά, σε μετάφραση του Σάκη Τόλη των Rotting Christ! Η περιοδεία με τίτλο, "CRUSHING THE ENEMIES OF METAL ANNIVERSARY TOUR ’22", θα γιορτάσει τις επετείους έξι εμβληματικών δίσκων! Τραγούδια που ενώνουν και εμπνέουν, μέσα από ένα ηχητικό και οπτικό υπερθέαμα! 40ή επέτειος του "Battle Hymns" 35ή επέτειος του "Fighting The World" 30ή επέτειος του "The Triumph Of Steel" 20ή επέτειος του "Warriors Of The World" 15η επέτειος του "Gods Of War" 10η επέτειος του "The Lord Of Steel" Ελάχιστες μπάντες του metal άντεξαν στο χρόνο όσο οι Rotting Christ. Μετρώντας ήδη 33 χρόνια ιστορίας και πάνω από 2.000 shows σε ολόκληρο τον κόσμο, εξακολουθούν να γνωρίζουν την αποθέωση οπουδήποτε εμφανίζονται και να θεωρούνται ως ένα από τα επιδραστικότερα συγκροτήματα του είδους τους. Με 13 albums στο ενεργητικό τους, ενώ το 14ο ετοιμάζεται ήδη, έχουν εξερευνήσει κάθε πτυχή του ατμοσφαιρικού metal. Έχτισαν τον μύθο τους, δημιουργώντας έναν ιδιόρρυθμο και άκρως αναγνωρίσιμο ήχο, με κλασικούς δίσκους όπως τα "Thy Mighty Contract:, "Non Serviam", "Theogonia", "Triarchy Of The Lost Lovers", "A Dead Poem", "The Heretics". Παράλληλα, οι ασταμάτητες headline περιοδείες και οι συμμετοχές τους σε μεγάλα φεστιβάλ έχουν δημιουργήσει έναν μεγάλο πυρήνα φανατικών οπαδών, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που συνεχώς αυξάνεται βλέποντας μια μπάντα να εξελίσσεται και να αναζητά συνεχώς νέους εκφραστικούς δρόμους, παραμένοντας σύγχρονη και ουσιαστική μέχρι σήμερα. Η συνύπαρξή τους με τους Manowar στο lineup της 22ης Ιουνίου στο Release Athens 2022, αποτελεί φυσική συνέχεια της συνεργασίας του Σάκη Τόλη, μετά από πρόσκληση του Joey DeMaio, στο νέο τραγούδι των βασιλιάδων του metal, "The Revenge Of Odysseus", το οποίο θα αποτελέσει δώρο στους Έλληνες fans, αλλά και του αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσα σε δύο πραγματικά μεγάλες metal μπάντες. Οι Rhapsody Of Fire, δημιουργήθηκαν το 1993 στην Τεργέστη και με το ντεμπούτο τους, το ρηξικέλευθο "Legendary Tales" (1997), καθόρισαν τι σημαίνει συμφωνικό power metal παίρνοντας έμπνευση από τις ενορχηστρώσεις της κλασικής και κινηματογραφικής μουσικής καθώς και επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Helloween και οι Blind Guardian. Το αποτέλεσμα ήταν πρωτοποριακό και μαζί με την υπέροχη αφήγηση που συνοδεύει τους δίσκους τους, δημιούργησαν ολόκληρους κόσμους που λάτρεψαν οι οπαδοί του fantasy, και όχι μόνο. Μόνο οι πρώτες τέσσερις κυκλοφορίες τους ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο πωλήσεις και πολύ σύντομα έγιναν ένα από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά ονόματα της metal σκηνής. Και πως να μη γίνουν, φυσικά, με μια πλειάδα σπουδαίων δίσκων ("Symphony of Enchanted Lands", "Dawn of Victory", "Power of the Dragonflame" κτλ.) και με μια σειρά τραγουδιών που έχουν μείνει κλασικά (“Flames of Revenge”, “Emerald Sword”, “Queen of the Dark Horizon”, “Reign of Terror” κτλ.). Οι Rhapsody Οf Fire επιστρέφουν στο Release Athens έχοντας μόλις κυκλοφορήσει τον 13ο δίσκο της καριέρας τους, το "Glory for Salvation", που βρίσκει τους συνεπείς βετεράνους Ιταλούς σε μεγάλη φόρμα και δίκαια ενθουσίασε κοινό και κριτικούς.
  • Η προπώληση συνεχίζεται προς 45 ευρώ. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 115 ευρώ. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στον χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες, αναμνηστικό δώρο. Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα δύο διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό: 1. Manowar, Rotting Christ & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) + Judas Priest & more tba (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ) 2. Manowar, Rotting Christ & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) + Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ) Διάθεση εισιτηρίων: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα www.releaseathens.gr / www.viva.gr Φυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot Τεχνόπολης Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr To 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • OVER THE WALL FESTIVAL 2022
  • 6/25/2022-0:0
  • 6/26/2022-0:0
  • ΕΛΜΕΠΑ (πρώην ΤΕΙ)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/frst003.png
  • Μετά από 2 χρόνια αποχής λόγω covid-19 , το Over The Wall Festival επιστρέφει δυναμικά στις 25 και 26 Ιουνίου, με Headliners τους Exciter και τους Mystery του Άγγελου Περλεπέ.Δυο μπάντες με πολυετή παρουσία και ιστορία στο χώρο της μουσικής. Το φεστιβάλ θα διεξαχθεί στο ΕΛΜΕΠΑ (πρώην ΤΕΙ) και θα εμφανιστούν οι Γερμανοί Night Laser, οι Crimson Fire, οι Serpent lord, οι Passengers In Panic καθώς και δύο τοπικές μπάντες , οι Everdie από την Ιεράπετρα και οι Ηρακλειώτες Legacy . Οι τιμές των εισιτηρίων διαμορφώνονται ως εξής : πρώτη μέρα 16 €, δεύτερη μέρα 22 € και εισιτήριο διημέρου 32 €. Τα εισιτήρια διατίθενται ηλεκτρονικά από το 123tickets.gr. Το φετινό καλοκαίρι προβλέπεται καυτό και όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο OVER THE WALL...
  • 0
  • 1000mods ζωντανά στη Θεσσαλονίκη! Special Guests: Bonzai
  • 6/28/2022-20:0
  • 6/28/2022-0:0
  • ΘΕΑΤΡΟ ΚΗΠΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/1000mods_bonzai_live_2022_banner.jpg
  • ★ 1000mods Having risen from smokey basements to packed arenas, children of the now-legendary Greek underground heavy rock scene of the mid 00’s, 1000mods can be considered no less than the most successful Greek rock band of the past decade. It was September of 2011, when "Super Van Vacation" paved the way. The debut full length album of the Greek heavy rock rollercoaster had it all: Heavy low-end guitars, laid-back groovy-as-fuck rhythm section and trippy vocal lines, resulting in what is now considered to be a classic for the European heavy rock scene, as well as a game-changer for Greek rock music which would never be the same again. Bands and fans came and go but 1000mods stood strong, following their dream, leading by example and inspiring an entire generation of musicians. Their second album, titled "Vultures" (2014), continued the "Super Van Vacation" legacy, consisting of some of the band’s most thick grooves to date, as well as the elements that would later be used as raw material for the creation of their unique personalized sound. A sacred pact was cast in stone: The Greek scene would take over and 1000mods would lead the way to it! Praised by fans, as well as by heavy traffic music media outlets around the globe, their third release "Repeated Exposure To…" (2016) was considered by many as a masterpiece of the heavy rock scene, and is strongly rumored to be one of the albums that changed the face of European heavy rock music, once and for all. With an ever-growing fan base all around the globe, taking repeatedly European, US and Australian soil by force, due to their relentless touring schedule (having also participated in the biggest European rock & metal festivals), armed with dedication and non-stop commitment, the Greek rock quartet is fairly considered to be the new-found power of the European (some say "worldwide") rock scene. Being extraordinarily explosive on stage and always delivering material of high quality on record, as far as both songwriting and sound production is concerned, it’s no surprise that 1000mods have managed to create a core of die-hard fans that only grows bigger day-by-day. …Year 2020 changes it all. Their highly anticipated fourth full length album "Youth of Dissent" produced by legend Matt Bayles (Pearl Jam, Mastodon, Isis, Soundgarden etc) breaks the spacetime continuum and achieves the impossible: 1000mods meet their childhood heroes, by performing a time travel to the glorious 90’s, when fused elements of punk rock and heavy metal, changed the face of music industry and lead to the legendary grunge rock explosion. Primitive, original and inspiring, the songwriting of their new release not only is their best to date, but also appears to be inevitably leading to their mighty breakthrough. The best is yet to come... Discography: Albums (2020) Youth of Dissent (2016) Repeated Exposure To... (2014) Vultures (2011) Super Van Vacation EPs & Singles (2012) Valley of Sand (2007) Blank Reality (2009) Liquid Sleep Splits (2010) 1000mods vs Wight ★ Bonzai Τον Φεβρουάριο του 2019 οι Bonzai κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Seeds to Roots. Προσπερνώντας την ξεκάθαρη αναφορά του τίτλου στο όνομα της μπάντας, ερχόμαστε σε επαφή με έναν "γεμάτο" δίσκο, έτοιμο να μας χαρίσει ένα πενηντάλεπτο αγνού heavy rock 'n' roll, διανθισμένου με stoner, fuzz και ψυχεδελικές αναφορές. Ερχόμενοι στα συναυλιακά, οι Bonzai έχουν μοιραστεί τη σκηνή με σημαντικά ονόματα του χώρου και συμμετείχαν την ίδια χρονιά σε δύο από τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ της Ελλάδας, το "Street Mode" και το "Los Almiros". Εν μέσω πανδημίας, ήταν από τις ελάχιστες μπάντες του heavy rock ιδιώματος με συναυλιακή παρουσία στα "Long Beach Festival" & "Mammothfest", ενώ το 2022 τους βρίσκει έτοιμους να αναπληρώσουν το χαμένο έδαφος, κάνοντας την αρχή με μια τεράστια συναυλία εντός έδρας, συνοδεύοντας τους 1000mods. ---------------------------------------- Η συναυλία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Street Mode Live Sessions, τμήμα του 3ου Φεστιβάλ Καλοκαιριού 2022 του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συμπαραγωγή: Street Mode & Made of Stone.
  • Ώρα Προσέλευσης: 20:00 | Ώρα Έναρξης: 21:15 Τιμές Εισιτηρίων: Από 11€ Σημεία Προπώλησης: · Viva.gr (Πανελλαδικά) · Καταστήματα Wind (Πανελλαδικά) · Πολυχώρος WE · Nephilim Metal Musicstore · Rover Bar *Αυστηρά περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων, συστήνεται η έγκαιρη προσέλευση. ----------------------------------------
  • 0
  • SEPTICFLESH ζωντανά στη Θεσσαλονίκη! Special Guests: Μ3ΜΦ1Σ
  • 7/2/2022-20:0
  • 7/2/2022-0:0
  • | ΘΕΑΤΡΟ ΚΗΠΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/septicflesh_memfis_live_2022_banner.jpg
  • Από τους πιο συνεπείς και επιτυχημένους πρεσβευτές του ελληνικού metal σε όλο τον πλανήτη, οι Septicflesh παρουσιάζουν τα μεγάλα hit τους μαζί με νέο υλικό από το album τους “Modern Primitive” που μόλις κυκλοφόρησε! Μαζί τους στην σκηνή οι Μ3ΜΦ1Σ, η αγαπημένη groove 'n' heavy rock μπάντα της Θεσσαλονίκης. ★ Septicflesh Οι Septicflesh δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '90 από τον Σπύρο Αντωνίου (γνωστός και ως Seth Siro Anton): φωνητικά/μπάσο, Χρήστος Αντωνίου: κιθάρα και Σωτήριος Βαγενάς (γνωστός και ως Σωτήρης Ανουννάκη Β.): κιθάρα/καθαρά φωνητικά. Το ντεμπούτο Ep κυκλοφόρησε το 1991, με τίτλο “Temple of The Lost Race”. Το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ “Mystic Places of Daw” κυκλοφόρησε το 1994 και ακολούθησε το “EΣΟΠΤΡΟΝ” που κυκλοφόρησε το 1995. Με την κυκλοφορία του “Ophidian Wheel” το 1997, παρουσιάστηκε με τη Ναταλία Ρασούλη, καθώς το συγκρότημα προχωρούσε προς ένα πιο συμφωνικό στυλ. Το “A Fallen Temple” (κυκλοφόρησε το 1998) συνεχίστηκε στην ίδια μουσική κατεύθυνση. Το 1999 κυκλοφόρησε το “Revolution DNA”, ακολουθούμενο από το Sumerian Daemons το 2003, και τα δύο άλμπουμ σε παραγωγή του Fredrik Nordström. Αν και η δημοτικότητα του συγκροτήματος μεγάλωνε, τα μέλη του συγκροτήματος αποφάσισαν να διαλυθούν, προκειμένου να επικεντρωθούν σε άλλα προσωπικά έργα και στόχους. Αλλά αυτό δεν ήταν το τέλος της ιστορίας… Μετά από μια επανένωση, το συγκρότημα επέστρεψε με το άλμπουμ “Communion” το 2008, και πάλι με τον Fredrik Nordström στο τιμόνι της παραγωγής. Από εκείνο το σημείο και μετά, το συμφωνικό στοιχείο (σε σύνθεση Χρήστου Αντωνίου, που έχει Μεταπτυχιακό στη Σύνθεση/Ενορχήστρωση) ενσωματώθηκε πλήρως στη δομή των τραγουδιών, με τη συνεργασία της Filmharmonic Orchestra of Prague. Στη συνέχεια ακολούθησε το “The Great Mass” (2011) με παραγωγό τον Peter Tägtgren, το “Titan” (2014) με παραγωγό τον Logan Mader και το “Codex Omega” (2017) με παραγωγό τον Jens Bogren. Το 2020, η ηχογράφηση του επικού και πλήρως ενορχηστρωμένου Live στο Μεξικό με τίτλο “Infernus Sinfonica MMXIX”, κυκλοφόρησε σε CD/LP/DVD/Blu-Ray. Οι Septicflesh ένωσαν τις δυνάμεις τους με τους δίσκους Nuclear Blast και τώρα είναι η ώρα για την επόμενη φάση στην ιστορία του συγκροτήματος, με ένα νέο άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Για άλλη μια φορά ο Jens Bogren είναι υπεύθυνος για τη μίξη και παραγωγή ήχου. Ο Seth Siro Anton, που είναι και υπεύθυνος για την οπτική αισθητική του συγκροτήματος, έχει δημιουργήσει ένα πραγματικά έντονο εξώφυλλο και artwork. Το συγκρότημα ανέπτυξε περαιτέρω τον μοναδικό του ήχο που συνδυάζει τη συμφωνική/soundtrack μουσική με το Death Metal. Εκτός από τη συνεχή συνεργασία με την Filmharmonic Orchestra of Prague, το συγκρότημα χρησιμοποίησε μια πλήρη χορωδία ενηλίκων, μια πλήρη παιδική χορωδία και μια ποικιλία έθνικ οργάνων. Δισκογραφία: Albums (2022) Modern Primitive (2020) Infernus Sinfonica MMXIX (2017) Codex Omega (2014) Titan (2011) The Great Mass (2008) Communion (2003) Sumerian Daemons (1999) Revolution DNA (1998) A Fallen Temple (1997) Ophidian Wheel (1995) Esoptron (1994) Mystic Places Of Dawn (1991) Forgotten Paths EPs & Singles (2022) A Desert Throne (2022) Neuromancer (2022) Hierophant (2020) The Vampire From Nazareth (1998) D.N.A. Choronzone (1991) Temple Of The Lost Race ★ Μ3ΜΦ1Σ Δημιουργημένοι το 2012 από μουσικούς με εμπειρία και ιστορία στο χώρο του ακραίου ήχου (Psycho Choke, Vain Velocity, Less Than Human, Nature’s) οι Μ3ΜΦ1Σ πειραματίζονται και βαδίζουν σε νέα μονοπάτια και αχαρτογράφητες περιοχές. Groovy ρυθμοί, alternative rock / metal αισθητική, ethnic στοιχεία και ο ελληνικός στίχος διαμορφώνουν τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό χαρακτήρα του συγκροτήματος. Σκληρός ήχος, απαλές μελωδίες, γκάζι και τσαμπουκάς δένονται μαζί με ένα παράξενα γλυκό και σκοτεινό συναίσθημα που προκαλούν οι πικροί στίχοι. Χωρίς να περιορίζονται αυστηρά σε κάποιο συγκεκριμένο μουσικό είδος και βάζοντας σε πρώτο πλάνο την αίσθηση ελευθερίας και δημιουργίας κάτι πηγαίου και αυθεντικού, οι Μ3ΜΦ1Σ αποτελούν μία από τις πολύ πρωτότυπες και δυνατές παρουσίες της ανεξάρτητης rock σκηνής της χώρας. Η ένταση που διακρίνει το σχήμα στα live του, τα καθιστά μία ανεπιφύλακτη και εγγυημένη πρόταση για τους απανταχού μουσικόφιλους και την κάθε εμφάνιση τους, μία εμπειρία, την οποία δεν πρέπει να χάσει κανείς! Το 2014 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας “Όπως Αλλάζουν Οι Εποχές” και την άνοιξη του 2017 “Ο Ιχνηλάτης Που Κυνηγούσε Το Θάνατο” ενώ με την έναρξη της πανδημίας στην χώρα μας αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους στούντιο άλμπουμ με τίτλο “Το Σκοτάδι Εντός Μου” ως σύμμαχο και πηγή δύναμης στις μέρες απομόνωσης που ακολούθησαν. Το τελευταίο τους πόνημα είναι μια κατάδυση στα κρυμμένα μυστικά του εσωτερικού μας κόσμου, και έρχεται να ρίξει φως στις αιτίες και τους λόγους που βαραίνουν τις ψυχές μας. Σκοτεινό και επιθετικό όσο ποτέ, αναδύεται από τα ηχεία χωρίς κομψούς τρόπους, χωρίς κανόνες και χωρίς περιορισμούς. Ένα ιδιαίτερα σκληρό άλμπουμ που θα το εκτιμήσουν καλύτερα όσοι έχουν παλέψει με τον εαυτό τους και έχουν έρθει αντιμέτωποι με την άσχημη πλευρά τους. Οι Μ3ΜΦ1Σ εύχονται όλη αυτή η εσωτερική διεργασία να μας βγάλει δυνατότερους, αρτιότερους και καλύτερους. Δισκογραφία: Albums (2020) Το Σκοτάδι Εντός Μου (2017) Ο Ιχνηλάτης Που Κυνηγούσε Το Θάνατο (2014) Όπως Αλλάζουν Οι Εποχές ---------------------------------------- Η συναυλία πραγματοποιείται στα πλαίσια του Street Mode Live Sessions, τμήμα του 3ου Φεστιβάλ Καλοκαιριού 2022 του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συμπαραγωγή: Street Mode & Made of Stone.
  • Ώρα Προσέλευσης: 20:00 | Ώρα Έναρξης: 21:30 Τιμές Εισιτηρίων: Από 11€ Σημεία Προπώλησης: · Viva.gr (Πανελλαδικά) · Καταστήματα Wind (Πανελλαδικά) · Πολυχώρος WE · Nephilim Metal Musicstore · Rover Bar *Αυστηρά περιορισμένος αριθμός εισιτηρίων, συστήνεται η έγκαιρη προσέλευση. Εισιτήρια www.viva.gr/tickets/music/septic-flesh-live-sti-thessaloniki-ft-memfis
  • 0
  • Under The Sun Festival 2022 9 & 10 Ιουλίου Cariocas Beach Bar – Παραλία Σχίνου
  • 7/9/2022-0:0
  • 7/10/2022-0:0
  • Cariocas Beach Bar – Παραλία Σχίνου
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/unnamed-3.jpg
  • LINE UP: 1000mods, Nightstalker, Naxatras, Deaf Radio, Puta Volcano, Godsleep, we.own.the.sky, Honeybadger, Loud Silence, The Lobsters ▶ Διατίθεται περιορισμένη ποσότητα εκπτωτικών διήμερων και μονήμερων εισιτηρίων. Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.viva.gr/tickets/music/under-the-sun-cariocas-rock-festival-2022/ Το Under The Sun Cariocas Rock Festival 2022, είναι γεγονός! Μετά την διετή παύση της πανδημίας, το πιο #hot καλοκαιρινό φεστιβάλ επιστρέφει. Οι λάτρεις του rock ήχου θα έχουν και πάλι την ευκαιρία να απολαύσουν τους κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους, σε μία σειρά από συναυλίες-ορόσημο, που θα διαρκέσουν ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο, πάνω στην παραλία του Σχίνου και κάτω από τον ήλιο που λούζει το Cariocas Beach Bar! Μια υπέροχη εμπειρία στο πιο θρυλικό beach bar της χώρας. Με σύμμαχο τη θάλασσα και την ατμόσφαιρα εμποτισμένη με καλοκαιρινά feelgood vibes, συναυλιακοί rock ήχοι θα δονούν τον αέρα αντηχώντας στα Γεράνια όρη που αποτελούν μέρος τους επιβλητικού φυσικού σκηνικού του κόλπου του Σχίνου. Το φαγητό, το ποτό και μία σειρά από δραστηριότητες που θα συμπεριλαμβάνονται στο φεστιβάλ, θα είναι εκεί για να προσφέρουν μια βιωματική εμπειρία, που όσοι έζησαν τα προηγούμενα χρόνια περιγράφουν ως μοναδική και άκρως ξεχωριστή. Το Under The Sun είναι το Rock Festival της καρδιάς μας και φέτος επιστρέφουμε στην ενεργό δράση στην δυναμικότερη μέχρι στιγμής edition του! Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ: Πάνω σε έναν ειδυλιακό κόλπο στο γραφικό ψαροχώρι του Σχίνου Κορινθίας βρίσκεται ένα απομονωμένο, χειροποίητο beach bar με κληρονομιά τόσο αποστωμωτική, όσο και η ομορφιά του τοπίου που το περιτριγυρίζει. To Cariocas Beach Bar αποτελεί εδώ και δύο δεκαετίες ένα μοναδικό πόλο έλξης για όσους αρέσκονται στις ξεχωριστές αποδράσεις από την καθημερινότητα, και στην εξωσυστημική, underground διασκέδαση. Με διεθνούς φήμης DJs, συγκροτήματα και καλλιτέχνες από την ελληνική hip hop, pop, reggae και surf rock μουσική σκηνή, ανεξάρτητες μπάντες, ομάδες κρουστών και εναλλακτικούς τραγουδοποιούς μεταξύ άλλων, το Cariocas Beach Bar έχει φιλοξενήσει πολυάριθμες εκδηλώσεις που πολλές φορές ξεκινούν από την ανατολή με την έναρξη των προετοιμασιών τους και σβήνουν το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, αφήνοντας αναμνήσεις που παραμένουν ανεξίτηλες στον χρόνο. ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ: Οι Cariocas είμαστε όλοι μαζί μία μεγάλη οικογένεια με 24 χρόνια μαγικής πορείας σε ένα προορισμό ιδανικό για όλη την οικογένεια. Η αγάπη μας για την genuine rock μουσική μας πηγαίνει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, αφού ήδη από την δεκαετία του ‘80 σκληροί και εναλλακτικοί ήχοι «βασάνιζαν» τα μεγάφωνα στα ηχοσυστήματα των clubs που διατηρούσαμε στην Αττική όπως το El Maroco στο Λαγονήσι και ο Θρυλικός “Νονός” στην πλατεία Δάφνης, ο οποίος λειτουργεί μέχρι και σήμερα ως Τex Mex εστιατόριο, αποτελώντας ένα από τα δημοφιλέστερα sports bar clubs, στέκια της Αθήνας. Αυτό όμως που διατηρείται αναλλοίωτο στην κουλτούρα μας, είναι εκείνο το στοιχείο που αγαπήσαμε από μικροί, ο τρόπος που μεγαλώσαμε: Το surfing culture και οι μουσικές που το συνοδεύουν, είναι για εμάς τρόπος ζωής. Με εναρκτήριο έναυσμα ένα από τα μεγαλύτερα και ποιοτικότερα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής στη χώρα μας, το Διεθνές Φεστιβάλ της Οδύσσειας, το Cariocas Beach Bar ανοίγει φέτος για τρίτη φορά τiς πόρτες του στο Under The Sun Rock Festival, που αποτελεί και τη πρώτη μας διοργανωτική αναζήτηση σε έναν ήχο που μας μεγάλωσε. Τον ήχο που σήμερα μας θεριεύει: Τη stoner metal και rock μουσική που κατοικοεδρεύει στην κορυφή των προτιμήσεών μας, ήδη από την δεκαετία του ‘70! ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΜΑΣ: Αυτός ο νέος κύκλος που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2018 με το πρώτο Under The Sun Rock Festival έχει στόχο να εντάξει στον πυρήνα του οράματός μας τη μουσική που αγαπήσαμε και μας σημάδεψε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Αποτελεί ένας φόρο τιμής αλλά και μία σπίθα αναμένη από ενθουσιασμό για τον ηλεκτρικό ήχο και όλα αυτά που εκφράζει από την γέννησή του μέχρι σήμερα: Την ελευθερία, την έκφραση, την αλληλεγγύη, την ανύψωση, την μαζική συσπείρωση, το δικαίωμα να αγαπάς τον εαυτό σου… Έλα να ζήσουμε μαζί το Under the Sun Rock Festival 2022!
  • ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ UNDER THE SUN: W: www.underthesun.gr FB.: https://www.facebook.com/underthesunrockfestival IG: https://www.instagram.com/underthesunfest
  • 0
  • Release Athens 2022 / Judas Priest, Cradle Of Filth, The Dead Daisies - 15/7/22, Κλειστό Φαλήρου
  • 7/15/2022-0:0
  • 7/15/2022-0:0
  • στο Κλειστό Φαλήρου (Tae Kwon Do)
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/JudasDAY-e1644314697834-1.jpg
  • Ημερομηνία: Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022 Οι πόρτες ανοίγουν: 17:00 Τιμές εισιτηρίων: από 45€ Σημεία Προπώλησης: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα www.viva.gr / www.releaseathens.gr Φυσικά σημεία: Kαταστήματα Reload, Καταστήματα Wind, Ευριπίδης, πολυχώρος Yoleni‘s (Σόλωνος 9, καθημερινά 8:00-00:00, Σάββατο 9:00-00:00, Κυριακή 10:00-20:00) και Viva Spot Τεχνόπολης (μέσα στον χώρο της Τεχνόπολης, είσοδος από οδό Περσεφόνης, Δευτ-Σαβ 11:00-19:00) Το 2020, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας.
  • 0
  • PLACEBO | Τετάρτη 20 Ιουλίου, Θέατρο Γης, Θεσσαλονίκη
  • 7/20/2022-0:0
  • 7/20/2022-0:0
  • Θέα τρο Γης – Θεσσαλονίκη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/unnamed-6.jpg
  • Το Rockwave είναι ο εμβληματικός μουσικός θεσμός της χώρας. Αφουγκράζεται την ανάγκη των ανθρώπων να βγουν έξω, να ερωτευτούν, να χορέψο υν, να τραγουδήσουν, να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστο ύν. Ξέρει πόσο πολύ έλειψαν σε όλους οι αγαπημένες συνήθειες: τα πάρτι, οι βραδιές με φίλους, τα ταξίδια και φυσικά, οι ζωντανές συναυλίες που φωτίζουν τα νυχτερινά αστικά τοπία και δίνουν ζωή και ρυθμό στο ελληνικό καλοκαίρι. Το Rockwave ζει στον παλμό της πόλης. Δεν μας αφήνει ποτέ! Τώρα, το Rockwave βγαίνει μπροστά και τολμά. Σαν αιώνιος έφηβος Όπως ξέρει να κάνει εδώ και δεκαετίες. Επιμένει. Ξεδιπλώνεται. Ανοίγεται στο κέντρο της Αθήνας. Το Rockwave έρχεται στην Τεχνόπολη, στo κέντρο της πόλης με μια σειρά συναυλιών, τα Rockwave Nights. Όλα είναι γιορτή. Μία γιορτή εκτονωτικά λυτρωτική, όπω ς η μουσική των PLACEBO Placebo (λεξικό: εικονικό φάρμακο), Placebo (μουσικό λεξικό: βρετανικό εναλλακτικό ριζοσπαστικό συγκρότημα που από το 1994 ταράζει τα μουσικά ύδατα παγκοσμίως). Μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα στο Rockwave Festival του 1999, οι Placebo έχουν μοιραστεί κι άλλες αξέχαστες εμφανίσεις με το ένθερμο ελληνικό κοινό επιστρέφοντας τη λατρεία που τους δείχνει σταθερά για παραπάνω από είκοσι χρόνια. Τώρα, το συγκρότημα επιστρέφει στην Ελλάδα στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Γης στη Θεσσαλονίκη και 21 Ιουλίου στην Αθήνα στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων σε μία πολύ ξεχωριστή Rockwave Night! Οι Placebo είναι μία από τις επιδραστικές alternative ροκ μπάντες των τελευταίων 20 χρόνων με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 13 εκατομμύρια μέχρι σήμερα. Kέρδισαν επάξια τη θέση τους στη βρετανική μουσική ιστορία με έξι κορυφαία \"top 10\" άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και μέσα από συνεργασίες με μουσικούς θρύλους όπως οι David Bowie, Robert Smith και Michael Stipe. Το ομότιτλο πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος έφερε μια ισχυρή αλλαγή στη βρετανική μουσική, επιδρώντας αντιθετικά με την Britpop που εκείνη την εποχή κυριαρχούσε εμπνέοντας μια γενιά συγκροτημάτων να τους ακολουθήσει. Δώδεκα μήνες μετά το πρώτο τους single («Br uise Pristine») κυκλοφόρησαν το «Nancy Boy» που έγινε πλατινένιο, δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές και σημάδεψε την μετέπειτα πορεία τους. Placebo - Nancy Boy (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=PBxuq_eWW94 Το σκοτεινά σαγηνευτικό δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο «Without You I\'m Nothing» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το άλμπουμ περιλάμβανε το Top 5 single «Pure Morning» και το εμβληματικό «Every You Every Me». Η πορεία του δίσκου απογειώθηκε όταν oι Placebo ερμήνευσαν ζωντανά, παρέα με τον David Bowie, το «20th Century Boy» στα BRIT Awards το 1999. Placebo - Every You Every Me (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=OMaycNcPsHI Το 2000 κυκλοφόρησαν το κορυφαίο electro-punk-pop τρίτο άλμπουμ τους, «Black Market Music». Οι αφοσιωμένοι οπαδοί των Placebo σε όλες τις ηπείρους συσπειρώθηκαν και οδήγησαν τα «Taste In Men», «Slave To The Wage» και το «Special K», στο Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου και των διεθνών charts. Ακολούθησε το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο «Sleeping With Ghosts», που κυκλοφόρησε το 2003, αναδείχθηκε διπλά πλατινένιο στη Γαλλία, πλατινένιο στη Γερμανία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το single «The Bitter End» έγινε μία από τις κορυφαίες επιτυχίες της καριέρας των Placebo, ένα από τα δύο τραγούδια (μαζί με το Every You and Every Me) που σχεδόν πάντα παίζουν σε κάθε live τους. «Meds», το πέμπτο άλμπουμ ήρθε το 2006. Πούλησε πάνω από 1,1 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο και έγινε πλατινένιο σε Γερμανία και Γαλλία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το άλμπουμ «Battle For The Sun» των Placebo με παραγωγό τον Dave Bottrill, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2009. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό, ζωντανό, δυναμικό και ριζοσπαστικό έργο που σηματοδότησε μια νέα εποχή για το συγκρότημα. Παρέμειν αν για δύο βδομάδες στην πρώτη θέση του European Bill board Chart, ενώ βρέθηκαν στο νούμερο 1 στα charts 10 χωρών και στο Top 5 στα charts σε άλλες 20 χώρες. Στα MTV European Music Awards του 2009 κέρδισαν το Best Alternative Award, εδραιώνοντας τη θέση τους ως μία από τις κορυφαίες live rock μπάντες παγκοσμίως. Το «Loud Like Love», που κυκλοφόρησε το 2013, ήταν το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους με παραγωγό τον Adam Noble και βρήκε τη μπάντα να περιοδεύει σε όλο τον κόσμο, σε μια περιοδεία με πάνω από 1 εκατομμύριο θεατές σε Αυστραλία, Λατινική Αμερική, Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ασία. Οι Placebo γιόρτασαν την επέτειο των 20 χρόνων τους με την κυκλοφορία του retrospective album τους, «A Place For Us To Dream» στις 7 Οκτωβρίου 2016, καθώς και με την κυκλοφορία του EP με τίτλο «Life\'s What You Make It» που περιείχε 6 νέα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του single «Jesus\' Son» και της διασκευής του «Life\'s What You Make It» των Talk Talk. Λίγο μετά την κυκλοφορία του album, ακολούθησε η επική παγκόσμια περιοδεία τους, με τίτλο «20 Years of Placebo» που συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια του 2017. Το Σεπτέμβριο του 2021 οι PLACEBO επέστρεψαν και μοιράστηκαν με τους χιλιάδες φίλους τους το πρώτο νέο τους single «Beautiful James». Οι Placebo ξανά σε έξαψη! Ο καινούργιος δίσκος «Never Let Me Go» έφτασε μέχρι το #3 στο αγγλικό top-10 UK Albums (OCC) και είναι το πρώτο άλμπουμ των Placebo που το καταφέρνει αυτό! Οι Placebo έχουν μπει στο αγγλικό top-10 έξι φορές στην καριέρα τους, και η τελευταία φορά ήταν με το Battle for The Sun που το 2009 είχε φτάσει μέχρι το νούμερο 8.Ο Brian Molko και ο Stefan Olsdal, έσκαψαν πολύ βαθιά για να ανάψουν τη ζωοδότρα φλόγα για το εξαιρετικά αγωνιώδες όγδοο άλμπουμ τους. Με τον τίτλο «Never Let Me Go», το άλμπουμ ικανοποιεί την σχεδόν ωμή διάθεσή τους για αυτό-έκφραση αλλά ταυτόχρονα αναζητά μια οργισμένη σύνδεση με τον κόσμο των \'20s. Εκεί που όλοι βρίσκουμε τον εαυτό μας - καθώς έρπουμε έξω από τη δυστοπία της πανδημίας σε ένα νέο τοπίο μισαλλοδοξίας, διαχωρισμού, τεχνολογικού κορεσμού και επαπειλούμενης οικο-καταστροφής. Σήμερα, το 2022, η ταυτότητα των Placebo είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή στο μέσο της καριέρας τους, βάζοντας μπροστά τόσο τα παγκόσμια ζητήματα όσο και τις δικές τους δημιουργικές ανάγκες. Οι Placebo δεν μπορούν πλέον να επαναπαύονται στη δόξα του παρελθόντος. Όπως έχει πει ο Molko, «όλα έχο υν να κάνουν με τον πόνο του κόσμου, αυτή τη σιωπηλή κραυγή που βρίσκεται παντού...»... «κάθε ακροατής ανακαλύπτει τη δική του προσωπική ιστορία στα τραγούδια μας». Παρόλα αυτά υπάρχει οργή στην καρδιά του «Never Let Me Go» που όμως ποτέ δεν μεταφράζεται σε πολεμική, αλλά σπινθηρίζει αισθητά από την παράνοια και τις αδικίες της σύγχρονης ζωής. Πλευρές όπως ο ναρκισσιστικός καθρέφτης του Instagram ή η online μισαλλοδοξία, η συνεχής καταπάτηση και της ελάχιστης ιδιωτικότητας, το αναλώσιμο της ανθρώπινης ζωής, η αστυνομική βαρβαρότητα και η φυλετική ανισότητα. Placebo - Happy Birthday In The Sky (Official Visualiser) https://www.youtube.com/watch?v=sRYLFVOY1RI Ο Molko απεχθάνεται να μιλά ευθέως. Αλλά όταν το κάνει, χτυπά στην καρδιά, είναι σκληρός αλλά είναι αληθινός. Μιλά καθαρά και έντονα, όσο ποτέ μέχρι τώρα. Και ο Olsdal νιώθει την ανάγκη να σχολιάσει: «Ο Μπράιαν έχει 300 διαφορετικές ιδέες στο κεφάλι του, η σκέψη του τρέχει με ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Υπάρχουν τόσα πολλά στους στίχους του αυτή τη φορά, που σας μεταφέρουν σε τόσα πολλά διαφορετικά μέρη – μερικά πολύ σκοτεινά, αλλά υπάρχει και αγάπη και ελπίδα. Βλέπω πολλή από την αλήθεια του, και την αλήθεια μας».
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Γενική είσοδος: 48 ευρώ Golden Area (περιορισμένος χώρος μπροστά στη σκηνή): 88 ευρώ Τα εισιτήρια ROCKWAVE FESTIVAL 2020 | PLACEBO εξακολουθούν να ισχύουν για τις νέες συναυλίες των PLACEBO στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοχοι εισιτηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα εισιτήριά τους για την ημέρα της επιλογής τους. Για τα ηλεκτρονικά εισιτήρια οι οδηγίες θα αποσταλούν μέσω e-mail από τις Viva & Hunter Agency. Τα φυσικά εισιτήρια (hard copy tickets) μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατευθείαν για την είσοδο στο χώρο της συναυλίας της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Ηλεκτρονικά Δίκτυο viva.gr Θεσσαλονίκη: https://www.viva.gr/tickets/music/placebo-thessaloniki Αθήνα: https://www.viva.gr/tickets/music/rockwave-nights-placebo Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni\'s) Φυσικά Σημεία Προπώλησης Hunter Agency Πανεπιστημίου 42, Αθήνα Ωράριο Λειτουργίας (έως 21/4) Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη: 10.30 – 14.30 Παρασκευή: 16.00 – 20.00 Σάββατο: 10.30 – 16.00 Δευτέρα: Κλειστά Stereodisc Record Shop Αριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη Ωράριο Λειτουργίας Δευτέρα - Παρασκευή: 10:30 - 21:00, Σάββατο 10:00 - 18:00 Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ Τριανδρία, Θεσσαλονίκη ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ Δήμου Αθηναίων Πειραιώς 100 - Γκάζι, Αθήνα
  • 0
  • RELEASE ATHENS 2022 / SABATON, BLIND GUARDIAN, EPICA
  • 7/21/2022-0:0
  • 7/21/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/download-2.jpeg
  • Sabaton Oι θηριώδεις Sabaton είναι, χωρίς αμφιβολία, μία από τις πιο σκληρά εργαζόμενες μπάντες του πλανήτη. Προοδεύοντας ακατάπαυστα, συνεχίζουν να κατακτούν κάθε μουσικό πεδίο μάχης, «ισοπεδώνοντας» τα πάντα στο πέρασμά τους ως μια ανίκητη πολεμική μηχανή του heavy metal! Είκοσι χρόνια μετά το ξεκίνημά τους, στο Falun της Σουηδίας, έχουν καταφέρει ήδη να πετύχουν όσα χρειάζεται μια μπάντα για να θεωρείται κλασική, έχοντας αποκτήσει έναν αληθινό “στρατό” που αριθμεί εκατομμύρια αφοσιωμένους οπαδούς σε ολόκληρο τον κόσμο. Πλατινένιοι δίσκοι, headline shows στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, sold-out περιοδείες σε Βόρεια και Νότια Αμερική, Αυστραλία και Ασία. Πλέον, έχουν αλλάξει επίπεδο, γεμίζοντας αρένες και χαρακτηριζόμενοι ως ένα από τα κορυφαία metal live acts της εποχής μας, προσφέροντας στο κοινό ένα επικό show, με ένα φαντασμαγορικό stage set, κάθε φορά που εμφανίζονται. Blind Guardian Οι θρυλικοί Blind Guardian δεν χρειάζονται συστάσεις. Για πολλούς, παραμένουν η επιτομή του heavy metal, μουσικά και αισθητικά. Επιδραστικοί για πάνω από 30 χρόνια, ανακαλύπτουν συνεχώς εκ νέου τους εαυτούς τους. Κάθε δίσκος είναι για αυτούς ένα ακόμα magnus opus! Αγαπημένοι του ελληνικού κοινού και κορυφαίοι εκπρόσωποι του progressive-power metal, αγαπούν τη μελωδία αλλά και τα επιθετικά riffs, κατορθώνοντας να ηχούν πάντα μοντέρνοι και μεγαλοπρεπείς. Τη δισκογραφία των Γερμανών Βάρδων πολλοί ζηλεύουν αλλά ελάχιστοι κατέχουν. "Imaginations From The Other Side", "Nightfall In Middle-Earth", "A Night At The Opera", "Tales From The Twilight World", "Somewhere Far Beyond" είναι μερικοί κλασικοί δίσκοι τους. Κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, έχουν περιοδεύσει ασταμάτητα και δίκαια τους συνοδεύει ο χαρακτηρισμός τους ως μία από τις πιο τελειομανείς μπάντες του κόσμου επί σκηνής. Η ατμόσφαιρα που δημιουργούν είναι μοναδική. Ποιος δεν θέλει να την ξαναζήσει και ποιος δεν θα ανατριχιάσει όταν βρεθεί να τραγουδάει, μαζί με όλο τον κόσμο γύρω του, το "The Bard's Song (In The Forest)". Epica Oι Epica πλησιάζουν τα 20 χρόνια ζωής και παραμένουν μια σταθερή υπερδύναμη για το symphonic metal! Από το ντεμπούτο τους, "The Phantom Agony" (2022) και το εμβληματικό "Design Your Universe" του 2009, που τους πήγε σε άλλο επίπεδο, μέχρι το εξαιρετικό φετινό, "Ωmega", η θεϊκή φωνή της Simone Simons "κοντράρεται" με την σφοδρότητα του ηγέτη της ολλανδικής μπάντας, Mark Jansen, με μνημειώδη αποτελέσματα. Η μουσική τους εξελίσσεται και μαζί γιγαντώνεται το κοινό τους. Ένα επικό αμάγαλμα ορχηστρικής ομορφιάς, progressive κομψότητας και επιθετικών riffs που οδηγεί σε έναν κολοσσιαίο ήχο. Το "Ωmega" είναι ακριβώς αυτό και μαζί ένας δίσκος ενότητας και αγάπης μεταξύ των μελών. Το 13λεπτο "Kingdom of Heaven pt 3 - The Antediluvian Universe" είναι από τα πιο συγκινητικά και φιλόδοξα τραγούδια τους, το φινάλε μιας μεταφυσικής τριλογίας!
  • Η προπώληση ξεκινά προς 45 ευρώ.Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.Επίσης, διατίθενται περιορισμένα VIP εισιτήρια, προς 100 ευρώ. Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές: Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους, οpen-bar, προτεραιότητα πρόσβασης στον χώρο, ιδιωτικό parking, ξεχωριστές τουαλέτες.Ταυτόχρονα, είναι διαθέσιμα πλέον τρία διαφορετικά διήμερα εισιτήρια για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ημέρες του Release Athens 2022, κερδίζοντας ένα σημαντικό ποσό:1. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Manowar & more tba (22/6/22, Πλατεία Νερού) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)2. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Judas Priest & more tba (15/7/22, Κλειστό Φαλήρου) προς 75 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)3. Sabaton, Blind Guardian & more tba (21/7/22, Πλατεία Νερού) + Slipknot & more tba (23/7/22, Πλατεία Νερού) προς 90 ευρώ (κέρδος 15 ευρώ)Τα εισιτήρια που έχουν ήδη προπωληθεί ισχύουν κανονικά. Με την ολοκλήρωση των ανακοινώσεων για τις heavy metal ημέρες του Release Athens 2022, οι κάτοχοί τους θα ενημερωθούν για όλες τις επιλογές που θα έχουν.Διάθεση εισιτηρίων:Τηλεφωνικά στο 11876Online στα releaseathens.gr / viva.grΦυσικά σημεία: Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot ΤεχνόποληςΌλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.grTo 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα "Release The Earth From Plastic". Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Περισσότερα, σύντομα.
  • 0
  • Rockwave Nights, Πέμπτη 21 Ιουλίου, Τεχνόπολη
  • 7/21/2022-0:0
  • 7/21/2022-0:0
  • Θέα τρο Γης – Θεσσαλονίκη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/unnamed-7.jpg
  • Το Rockwave είναι ο εμβληματικός μουσικός θεσμός της χώρας. Αφουγκράζεται την ανάγκη των ανθρώπων να βγουν έξω, να ερωτευτούν, να χορέψο υν, να τραγουδήσουν, να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστο ύν. Ξέρει πόσο πολύ έλειψαν σε όλους οι αγαπημένες συνήθειες: τα πάρτι, οι βραδιές με φίλους, τα ταξίδια και φυσικά, οι ζωντανές συναυλίες που φωτίζουν τα νυχτερινά αστικά τοπία και δίνουν ζωή και ρυθμό στο ελληνικό καλοκαίρι. Το Rockwave ζει στον παλμό της πόλης. Δεν μας αφήνει ποτέ! Τώρα, το Rockwave βγαίνει μπροστά και τολμά. Σαν αιώνιος έφηβος Όπως ξέρει να κάνει εδώ και δεκαετίες. Επιμένει. Ξεδιπλώνεται. Ανοίγεται στο κέντρο της Αθήνας. Το Rockwave έρχεται στην Τεχνόπολη, στo κέντρο της πόλης με μια σειρά συναυλιών, τα Rockwave Nights. Όλα είναι γιορτή. Μία γιορτή εκτονωτικά λυτρωτική, όπω ς η μουσική των PLACEBO Placebo (λεξικό: εικονικό φάρμακο), Placebo (μουσικό λεξικό: βρετανικό εναλλακτικό ριζοσπαστικό συγκρότημα που από το 1994 ταράζει τα μουσικά ύδατα παγκοσμίως). Μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα στο Rockwave Festival του 1999, οι Placebo έχουν μοιραστεί κι άλλες αξέχαστες εμφανίσεις με το ένθερμο ελληνικό κοινό επιστρέφοντας τη λατρεία που τους δείχνει σταθερά για παραπάνω από είκοσι χρόνια. Τώρα, το συγκρότημα επιστρέφει στην Ελλάδα στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Γης στη Θεσσαλονίκη και 21 Ιουλίου στην Αθήνα στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων σε μία πολύ ξεχωριστή Rockwave Night! Οι Placebo είναι μία από τις επιδραστικές alternative ροκ μπάντες των τελευταίων 20 χρόνων με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 13 εκατομμύρια μέχρι σήμερα. Kέρδισαν επάξια τη θέση τους στη βρετανική μουσική ιστορία με έξι κορυφαία \"top 10\" άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και μέσα από συνεργασίες με μουσικούς θρύλους όπως οι David Bowie, Robert Smith και Michael Stipe. Το ομότιτλο πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος έφερε μια ισχυρή αλλαγή στη βρετανική μουσική, επιδρώντας αντιθετικά με την Britpop που εκείνη την εποχή κυριαρχούσε εμπνέοντας μια γενιά συγκροτημάτων να τους ακολουθήσει. Δώδεκα μήνες μετά το πρώτο τους single («Br uise Pristine») κυκλοφόρησαν το «Nancy Boy» που έγινε πλατινένιο, δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές και σημάδεψε την μετέπειτα πορεία τους. Placebo - Nancy Boy (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=PBxuq_eWW94 Το σκοτεινά σαγηνευτικό δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο «Without You I\'m Nothing» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το άλμπουμ περιλάμβανε το Top 5 single «Pure Morning» και το εμβληματικό «Every You Every Me». Η πορεία του δίσκου απογειώθηκε όταν oι Placebo ερμήνευσαν ζωντανά, παρέα με τον David Bowie, το «20th Century Boy» στα BRIT Awards το 1999. Placebo - Every You Every Me (Official Music Video) https://www.youtube.com/watch?v=OMaycNcPsHI Το 2000 κυκλοφόρησαν το κορυφαίο electro-punk-pop τρίτο άλμπουμ τους, «Black Market Music». Οι αφοσιωμένοι οπαδοί των Placebo σε όλες τις ηπείρους συσπειρώθηκαν και οδήγησαν τα «Taste In Men», «Slave To The Wage» και το «Special K», στο Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου και των διεθνών charts. Ακολούθησε το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο «Sleeping With Ghosts», που κυκλοφόρησε το 2003, αναδείχθηκε διπλά πλατινένιο στη Γαλλία, πλατινένιο στη Γερμανία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το single «The Bitter End» έγινε μία από τις κορυφαίες επιτυχίες της καριέρας των Placebo, ένα από τα δύο τραγούδια (μαζί με το Every You and Every Me) που σχεδόν πάντα παίζουν σε κάθε live τους. «Meds», το πέμπτο άλμπουμ ήρθε το 2006. Πούλησε πάνω από 1,1 εκατομμύρια αντίτυπα σε ολόκληρο τον κόσμο και έγινε πλατινένιο σε Γερμανία και Γαλλία και χρυσό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το άλμπουμ «Battle For The Sun» των Placebo με παραγωγό τον Dave Bottrill, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2009. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό, ζωντανό, δυναμικό και ριζοσπαστικό έργο που σηματοδότησε μια νέα εποχή για το συγκρότημα. Παρέμειν αν για δύο βδομάδες στην πρώτη θέση του European Bill board Chart, ενώ βρέθηκαν στο νούμερο 1 στα charts 10 χωρών και στο Top 5 στα charts σε άλλες 20 χώρες. Στα MTV European Music Awards του 2009 κέρδισαν το Best Alternative Award, εδραιώνοντας τη θέση τους ως μία από τις κορυφαίες live rock μπάντες παγκοσμίως. Το «Loud Like Love», που κυκλοφόρησε το 2013, ήταν το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους με παραγωγό τον Adam Noble και βρήκε τη μπάντα να περιοδεύει σε όλο τον κόσμο, σε μια περιοδεία με πάνω από 1 εκατομμύριο θεατές σε Αυστραλία, Λατινική Αμερική, Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ασία. Οι Placebo γιόρτασαν την επέτειο των 20 χρόνων τους με την κυκλοφορία του retrospective album τους, «A Place For Us To Dream» στις 7 Οκτωβρίου 2016, καθώς και με την κυκλοφορία του EP με τίτλο «Life\'s What You Make It» που περιείχε 6 νέα κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του single «Jesus\' Son» και της διασκευής του «Life\'s What You Make It» των Talk Talk. Λίγο μετά την κυκλοφορία του album, ακολούθησε η επική παγκόσμια περιοδεία τους, με τίτλο «20 Years of Placebo» που συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια του 2017. Το Σεπτέμβριο του 2021 οι PLACEBO επέστρεψαν και μοιράστηκαν με τους χιλιάδες φίλους τους το πρώτο νέο τους single «Beautiful James». Οι Placebo ξανά σε έξαψη! Ο καινούργιος δίσκος «Never Let Me Go» έφτασε μέχρι το #3 στο αγγλικό top-10 UK Albums (OCC) και είναι το πρώτο άλμπουμ των Placebo που το καταφέρνει αυτό! Οι Placebo έχουν μπει στο αγγλικό top-10 έξι φορές στην καριέρα τους, και η τελευταία φορά ήταν με το Battle for The Sun που το 2009 είχε φτάσει μέχρι το νούμερο 8.Ο Brian Molko και ο Stefan Olsdal, έσκαψαν πολύ βαθιά για να ανάψουν τη ζωοδότρα φλόγα για το εξαιρετικά αγωνιώδες όγδοο άλμπουμ τους. Με τον τίτλο «Never Let Me Go», το άλμπουμ ικανοποιεί την σχεδόν ωμή διάθεσή τους για αυτό-έκφραση αλλά ταυτόχρονα αναζητά μια οργισμένη σύνδεση με τον κόσμο των \'20s. Εκεί που όλοι βρίσκουμε τον εαυτό μας - καθώς έρπουμε έξω από τη δυστοπία της πανδημίας σε ένα νέο τοπίο μισαλλοδοξίας, διαχωρισμού, τεχνολογικού κορεσμού και επαπειλούμενης οικο-καταστροφής. Σήμερα, το 2022, η ταυτότητα των Placebo είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή στο μέσο της καριέρας τους, βάζοντας μπροστά τόσο τα παγκόσμια ζητήματα όσο και τις δικές τους δημιουργικές ανάγκες. Οι Placebo δεν μπορούν πλέον να επαναπαύονται στη δόξα του παρελθόντος. Όπως έχει πει ο Molko, «όλα έχο υν να κάνουν με τον πόνο του κόσμου, αυτή τη σιωπηλή κραυγή που βρίσκεται παντού...»... «κάθε ακροατής ανακαλύπτει τη δική του προσωπική ιστορία στα τραγούδια μας». Παρόλα αυτά υπάρχει οργή στην καρδιά του «Never Let Me Go» που όμως ποτέ δεν μεταφράζεται σε πολεμική, αλλά σπινθηρίζει αισθητά από την παράνοια και τις αδικίες της σύγχρονης ζωής. Πλευρές όπως ο ναρκισσιστικός καθρέφτης του Instagram ή η online μισαλλοδοξία, η συνεχής καταπάτηση και της ελάχιστης ιδιωτικότητας, το αναλώσιμο της ανθρώπινης ζωής, η αστυνομική βαρβαρότητα και η φυλετική ανισότητα. Placebo - Happy Birthday In The Sky (Official Visualiser) https://www.youtube.com/watch?v=sRYLFVOY1RI Ο Molko απεχθάνεται να μιλά ευθέως. Αλλά όταν το κάνει, χτυπά στην καρδιά, είναι σκληρός αλλά είναι αληθινός. Μιλά καθαρά και έντονα, όσο ποτέ μέχρι τώρα. Και ο Olsdal νιώθει την ανάγκη να σχολιάσει: «Ο Μπράιαν έχει 300 διαφορετικές ιδέες στο κεφάλι του, η σκέψη του τρέχει με ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Υπάρχουν τόσα πολλά στους στίχους του αυτή τη φορά, που σας μεταφέρουν σε τόσα πολλά διαφορετικά μέρη – μερικά πολύ σκοτεινά, αλλά υπάρχει και αγάπη και ελπίδα. Βλέπω πολλή από την αλήθεια του, και την αλήθεια μας».
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Γενική είσοδος: 48 ευρώ Golden Area (περιορισμένος χώρος μπροστά στη σκηνή): 88 ευρώ Τα εισιτήρια ROCKWAVE FESTIVAL 2020 | PLACEBO εξακολουθούν να ισχύουν για τις νέες συναυλίες των PLACEBO στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οι κάτοχοι εισιτηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα εισιτήριά τους για την ημέρα της επιλογής τους. Για τα ηλεκτρονικά εισιτήρια οι οδηγίες θα αποσταλούν μέσω e-mail από τις Viva & Hunter Agency. Τα φυσικά εισιτήρια (hard copy tickets) μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατευθείαν για την είσοδο στο χώρο της συναυλίας της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Ηλεκτρονικά Δίκτυο viva.gr Θεσσαλονίκη: https://www.viva.gr/tickets/music/placebo-thessaloniki Αθήνα: https://www.viva.gr/tickets/music/rockwave-nights-placebo Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni\'s) Φυσικά Σημεία Προπώλησης Hunter Agency Πανεπιστημίου 42, Αθήνα Ωράριο Λειτουργίας (έως 21/4) Τρίτη – Τετάρτη – Πέμπτη: 10.30 – 14.30 Παρασκευή: 16.00 – 20.00 Σάββατο: 10.30 – 16.00 Δευτέρα: Κλειστά Stereodisc Record Shop Αριστοτέλους 4, Θεσσαλονίκη Ωράριο Λειτουργίας Δευτέρα - Παρασκευή: 10:30 - 21:00, Σάββατο 10:00 - 18:00 Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp ΘΕΑΤΡΟ ΓΗΣ Τριανδρία, Θεσσαλονίκη ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ Δήμου Αθηναίων Πειραιώς 100 - Γκάζι, Αθήνα
  • 0
  • Rockwave Festival 2022 | Social Distortion, Amenra + more Acts T.B.C.
  • 07/22/2022-0:0
  • 07/22/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/rockwave-social-distortion-e1647339562534.jpg
  • Είναι γεγονός, οι Social Distortion στην Ελλάδα! Ένα χρόνιο απωθημένο και κρυφό όνειρο για τους fans τους στην Ελλάδα αλλά και διαρκές ζητούμενο για τον ίδιο το θεσμό του Rockwave Festival θα πραγματοποιηθεί επιτέλους στις 22 Ιουλίου στο Τerra Vibe. Μαζί τους οι Amenra, το συγκρότημα φαινόμενο με τη συγκλονιστική σκηνική παρουσία. Το ROCKWAVE FESTIVAL επιστρέφει! Σε έναν κόσμο που αλλάζει, σε ένα κύμα αβεβαιοτήτων, σε μια ρευστή και περίπλοκη πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το αύριο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε ήδη. Εκείνο όμως που παραμένει πολύτιμη σταθερά, φιλόξενο καταφύγιο στην ευμετάβλητη ζωή μας δε ν είναι τίποτα άλλο παρά η τέχνη και ιδίως η ΜΟΥΣΙΚΗ, η πιο κοινωνική και μαζική μορφή τέχνης. Η τέχνη της συναναστροφής, της συνύπαρξης και του μοιράσματος εμπειριών και συναισθημάτων. Η τέχνη που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά μεταξύ τους, που μοιράζει απλόχερα συγκινήσεις που μένουν στο χρόνο και ανεξίτηλες στιγμές που θυμάσαι για πάντα. Έτσι, το Rockwave επιστρέφει για να θυμίσει τις λυτρωτικές ιδιότητες της ΜΟΥΣΙΚΗΣ και μάλιστα της αυθεντικής, καλής μουσικής. Αγνό, απλό, πιστό στις αξίες του, με τους δικούς του όρους και κανόνες, τιμά τις μουσικές του ρίζες, αφιερώνεται στις απαρχές μιας εποχής που επηρέασε όλη τη μουσική πορεί α. Άλλωστε, και το ίδιο ως πρωτοποριακός καλλιτεχνικός θεσμός σφράγισε τη συναυλιακή κουλτούρα στην Ελλάδα χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Επιστρέφει λοιπόν, ένα φεστιβάλ για τους αληθινούς λάτρεις της μουσικής, για τους παθιασμένους μουσικόφιλους. Ένα φεστιβάλ που θέλει να μιλήσει στην ψυχή σου, να σου χαρίσει αγνή, απλή, καθαρή χαρά. Να θυμίσει την καταγωγή και τη γένεση της ροκ μουσικής. Να μην αφήσει να ξεχάσουμε τους αληθινά πρωτοπόρους, αυτούς που πρώτοι χάραξαν νέα μονοπάτια και άνοιξαν το δρόμο για τους επόμενους. Εν αρχή ην η μουσική! Social Distortion «Ness is one of the most underrated pure songwriters in rock» – Los Angeles Times Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι τα έχεις καταφέρει στο μουσικό στερέωμα: Έχε ις παραμείνει στο επίκεντρο για τέσσερεις δεκαετίες με τους δικούς σου όρους, τον δικό σου χρόνο, τους δικούς σου κανόνες και όλο αυτό το διάστημα καταφέρνεις να αυξάνεις/ μεγαλώνεις/ επεκτείνεις την επιρροή σου. Κάθε άλμπουμ σου είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Σε έχει καλέσει στη σκηνή ο ίδιος ο Bruce Springsteen, επειδή θέλει να παίξει μαζί σου ένα από τα τραγούδια σου. Έχεις περάσει καλές και άσχημες στιγμές, όμορφες και τραγικές ημέρες, αλλά κάθε βράδυ δίνεις το 100% του εαυτού σου και κάθε πρωί ξυπνάς κεφάτος, έτοιμος να ξανανέβεις στη σκηνή και να τα δώσεις όλα. Αυτή είναι η σύντομη εκδοχή της ιστορίας των Social Distortion – στην πλήρη έκδοση της θα ήταν μια τηλεοπτική μίνι-σειρά 10 επεισοδίων που θα την έβλεπες με κομμένη την ανάσα. Τα τελευταία 40 χρόνια, οι νονοί του punk από το Orange County της California έχουν δημιουργήσει έναν δικό τους χαρακτηριστικό ήχο, ένα είδος hard rockabilly/punk που πλαισιώνεται με τους βιωματικούς στίχους του Mike Ness. Ο χαρακτηριστικός φλογερός ήχος απ' τις κιθάρες τους, οι μοναδικές μελωδίες τους και η αξεπέραστη βραχνάδα του Ness είναι στοιχεία που παραμένουν αναλλοίωτα από το 1982 μέχρι και σήμερα. Την ίδια διαχρονικότητα διατηρούν και οι ιστορίες ανεκπλήρωτου έρωτα, απώλειας και άλλων βιωμάτων του Ness. «Ακούω αρκετά συχνά τον κόσμο να μου λέει "Φίλε η μουσική σου με βοήθησε να ξεπε ράσω τις δύσκολες στιγμές" κι εγώ απαντώ "Και εμένα τ ο ίδιο"», αναφέρει ο Ness. Οι Social Distortion κατάφεραν να κατακτήσουν αρκετές πρωτιές από τα πρώτα βήματα της σταδιοδρομίας τους. Το "Another State of mind" από τον πρώτο τους δίσκο, "Mommy's Little Monster" ήταν ενα από τα λίγα punk κομμάτια που έπαιζε το MTV. Η καταξίωση όμως ήρθε μέσα από το κλασσικό πλέον ομώνυμο τρίτο άλμπουμ τους που περιείχε τις μεγάλες επιτυχίες Story of my life, Ball & Chain, καθώς και την κλασική διασκευή του Ring of Fire του Johnny Cash. Ανάλογη ήταν η συνέχεια και με τον επόμενο δίσκο "Somewhere Between Heaven and Hell" με τα singles Bad Luck και When She Begins να ξεχωρίζουν. Και φυσικά οι επιτυχίες συνεχίστηκαν και με τα επόμενα δύο άλμπουμ τους, «White Light, White Heat, White Trash» και «Sex, Love and Rock 'n' Roll». Κομμάτια όπως τα I Was Wrong, Don't Drag Me Down, Reach for the Sky, Don't Take Me for Granted καθώς και η εκπληκτική διασκευή του Under my thumb των The Rolling Stones, να είναι από τα πιο αγαπημένα των fans. Μόλις κυκλοφόρησε το "Hard Times and Nursery Rhymes" (που ο Ness επιμελήθηκε την παραγωγή για πρώτη φορά) κατέκτησε την 4η θέση στη λίστα «Top 200» του Billboard, θέση στην οποία κανένα άλλο άλμπουμ τους δεν είχε φτάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Την εβδομάδα της κυκλοφορίας του, το άλμπουμ βρισκόταν στην κορυφή #1 της κατηγορίας «Independent Album» και στη δεύτερη θέση #2 της «Rock/ Alternative Album» κατηγορίας. Περιέχει όλα τα στοιχεία σήμα κατατεθέν των Social D, την χαρακτηριστική τους μίξη από punk, blues, rock 'n roll και country αλλά ταυτόχρονα ξεπερνά τα όρια του γνώριμου ήχου τους. Για αυτό και η μουσική τους απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό κάθε ηλικίας το οποίο συνεχώς διευρύνεται. «Βλέπω κόσμο που μας ακολουθεί από το Mommy's Lit tle Monster να φέρνει τα παιδιά του στις συναυλίες μας αλλά και νέα παιδιά να φέρνουν τους γονείς τους σε αυτές» τονίζει ο Ness. Οι Social Distortion και ο Ness διανύουν πλέον την τέταρτη δεκαετία ύπαρξης τους έχοντας καταφέρει κάτι το αδιανόητο για τον χώρο του punk. Να μην «καούν». Αυτό οφείλεται καθαρά στην αυθεντικότητά τους ως συγκρότημα. Οι fans τους γνωρίζουν ότι η μπάντα και ο Ness βασίζονταν πάντα σε αυτήν – αυθεντικός ήχος, αυθεντικό όραμα, αυθεντικές ιστορίες παρανόμων, αυτοκίνητα και κιθάρες, πράγματα που αντέχουν και στ ο πέρασμα του χρόνου αποκτούν μεγαλύτερη αξία. Αυτές τις ημέρες θα βρεις τον Ness σε δυο μέρη: στη σκηνή να τα δίνει όλα με τους Social Distortion ή να τριγυρνά στους δρόμους, τα παζάρια και τα second hand μαγαζιά ψάχνοντας για vintage αντικείμενα όπως κιθάρες, ενισχυτές, ραδιόφωνα και μηχανές από μια εποχή που η γνησιότητα και η διάρκεια στο χρόνο ήταν αξίες ανεκτίμητες. Από την άλλη πλευρά η επιρροή τους σε νεότερες μπάντες όπως οι Green Day, Pearl Jam, The Offspring και Volbeat είναι εμφανής. Δεν είναι πλεονασμός ότι πολλοί τους χαρακτηρίζουν ως τους Rolling Stones του hardcore/punk. «Life goes by so fast You only wanna do what you think is right Close your eyes and it's past Story of my life» Amenra Ένα από τα συναρπαστικότερα συγκροτήματα του ακραίου εναλλακτικού ήχου έρχεται να ξορκίσει τους εσωτερικούς μας δαίμονες στο Rockwave. Ζόφος. Αυτή η λέξη περιγράφει τον ήχο και την ατμόσφαιρα των Βέλγων post-metal AMENRA. Η μουσική τους είναι προσιτή και ακραία ταυτόχρονα - δεν είναι ακραία μόνο λόγω του θορύβου και της παραμόρφωσης, αλλά κυρίως επειδή μπορεί να κάνει κάποιον να γονατίσει - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Προκαλεί ακραία συναισθήματα έως ότου έρθει η κάθαρση, η λύτρωση. Το ίδιο συμβαίνει και στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Ο Colin H. van Eeckhout γονατιστός, στο βάθος της σκηνής, με την πλάτη στο κοινό, ουρλιάζει στο σκοτάδι, η φωνή του πνίγεται από τις κιθάρες, αλλά επιμένει, αντέχει. Αντηχεί τις σκέψεις όλων, τον πόνο, τη θλίψη, όποιο σκοτεινό συναίσθημα πνίγει τους θεατές, εκφράζει ό,τ ι θέλουν να βγάλουν από μέσα τους. Κάποια στιγμή σηκώνεται και στρέφεται στο κοινό. Βγαίνει στο φως. Ο πόνος είναι ακόμη εδώ αλλά είναι λιγότερο οξύς. Κάθαρση και Λύτρωση. Οι Amenra δημιουργήθηκαν το 1999 στη Δυτική Φλάνδρα στην πόλη Kortrijk, όταν ο τραγουδιστής Colin H. van Eeckhout και ο κιθαρίστας Mathieu Vandekerckhove εγκατέλειψαν το hardcore συγκρότημα Spineless γιατί ήθελαν να γράψουν μουσική με «περισσότερη καρδιά και ψυχή». Από τότε βάζουν καρδιά και ψυχή σε κάθε νότα, κάθε λέξη και εικόνα αλλάζοντας την πορεία της ζωής των ανθρώπων. «Έχουμε μια ιστορία να αφηγηθούμε και είναι πάντα η ίδια. Πάντα γράφω για τον πόνο της ζωής. Πάντα χρησιμοποιώ τις προσωπικές εμπειρίες ως αναφορά για να μιλήσ ω όσο πιο αληθινά και ειλικρινά μπορώ, από καρδιάς. Προσπαθώ να λυγίσω το σκοτάδι στο φως.... Από την αρχή, η πρόθεσή μας με τα Mass άλμπουμ ήταν να δημιουργήσουμε μια πλατφόρμα για αναστοχασμό, μια βάση για ενδοσκόπηση. Εκείνη τη στιγμή που γονατίζεις και κάνεις ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις» Η μουσική ταυτότητα των Amenra είναι ένα μείγμα doom metal, sludge metal, post-metal και hardcore punk ενώ παράλληλα μία βαθιά πνευματικότητα διαπνέει τους στίχους τους. Οι ατμοσφαιρικές ζωντανές τους εμφανίσεις έχουν χαρακτηριστεί ως "entrancing communions", μία συναρπαστική κοινωνία όσων συμμετέχουν, μια εμπειρία μέθεξη. Το 2021 κυκλοφόρησαν το "< em>De Doorn" την πέμπτη full length δουλειά τους – η πρώτη που δεν εντάσεται στo πλαισιο των "Mass" κυκλοφοριών τους. Το "De Doorn" που σημαίνει αγκάθι γράφτηκε στα φλαμανδικά, την μητρική τους γλώσσα σαν μία πράξη απελευθέρωσης και αποκαλύπτει περισσότερο από όλα τα άλμπουμ τους το αληθινό πρόσωπο τους, αποτελεί την πιο γνήσια έκφρασή τους. Αρχικά γράφτηκε ως μέρος των περίφημων "Fire Rituals" που το συγκρότημα διοργάνωσε στη Γάνδη. Ερμήνευσαν τα τραγούδια γύρω από ένα τεράστιο ξύλινο γλυπτό μέσα στο οποίο οι θεατές είχαν ρίξει προσωπικά αντικείμενα ανθρώπων που είχαν χάσει ή και σημειώματα με «οδυνηρές» για αυτούς λέξεις ̵ 1; φράσεις. Όλα αυτά από τα οποία ήθελαν να απαλλαγούν. Ένα τελετουργικό εξαγνισμού, μια προσπάθεια να ανακουφιστεί η ψυχή, να απαλύνει τον πόνο της απώλειας. Μέσα από τη μουσική. «Η πρωτοποριακή μουσική τους είναι ακραία με κάθε δυνατό τρόπο: ηχητικά, συναισθηματικά και πνευματικά» όπως έγραψε ο Remfry Dedman στον The Independent. Η εμπειρία της ζωντανής εμφάνισης τους στο Rockwave festival θα είναι αποκαλυπτική! "I'm torn from you, I'm your old wound Your old wound Mother mine Sing me to sleep tonight To all I ever loved It's a solitary reign" Ακολουθήστε το Rockwave Festival στο facebook: https://www.facebook.com/rockwavefestival Social Distortion links: http://www.socialdistortion.com/ https://www.facebook.com/socialdistortion https://www.instagram.com/socialdistortion/ https://twitter.com/SocialD1 https://www.youtube.com/channel/UCa-TUmJpU-jaz4gNtNR9G3g https://open.spotify.com/artist/16nn7kCHPWIB6uK09GQCNI?autoplay=true https://www.deezer.com/us/artist/2129?autoplay=true Amenra links: https://amenra.bandcamp.com/ https://www.facebook.com/churchofra https://www.instagram.com/amenra_official/?hl=en https://amenra-official.tumblr.com/?fbclid=IwAR1FnzBvaszST8uy88g2AKcpyvxwD7-69elRkWxoZymZD0bi1sWlNPKRjrY https://open.spotify.com/artist/0N1jE1EIrhZjvQSfuLupUu https://www.deezer.com/us/artist/170152?autoplay=true
  • ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει Τιμές Εισιτηρίων Προπώληση: 44 ευρώ Τιμή Ταμείου: 50 ευρώ Σημεία Προπώλησης Ηλεκτρονικά: viva.gr & hunteragency.gr Τηλεφωνικά: 11876 Σε όλα τα Viva Spots (Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni's) Δίκτυο Public Public on line: http://tickets.public.gr/ Kαταστήματα Public https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp Σημείωση: Μετά την ανακοίνωση όλων των προγραμματισμένων εκδηλώσεων του Rockwave Festival 2022, οι κάτοχοι εισιτηρίων και voucher των αναβληθέντων εκδηλώσεων του Rockwave Festival 2020 & 2021 θα έχουν τη δυνατότητα της αντικατάστασης των εισιτηρίων τους για την ημέρα της επιλογής τους. Αναλυτικές οδηγίες θα ανακοινωθούν σύντομα. Για περισσότερες πληροφορίες, φωτογραφικό υλικό σε υψηλή ανάλυση και πλήρη δημοσιογραφική κάλυψη απευθυνθείτε στην Ηρώ Παστρικού στο [email protected]
  • 0
  • RELEASE ATHENS 2022 / Slipknot Sepultura + more tba στην Πλατεία Νερού
  • 7/23/2022-0:0
  • 7/23/2022-0:0
  • Πλατεία Νερού
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/05/download-3.jpeg
  • Slipknot Aπό την πρώτη στιγμή που οι Slipknot συστήθηκαν στο κοινό, ήταν ολοφάνερο πως ο πλανήτης δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο! Η προκλητική εννεαμελής “συμμορία” από την Iowa των ΗΠΑ, κατέκτησε τα πάντα με κλασικούς δίσκους και, κυρίως, με τα όσα κάνει πάνω στη σκηνή. Εκεί δεν υπάρχει τίποτα και κανείς που να μπορεί να συγκριθεί μαζί της. Ταυτόχρονα, άλλαξαν για πάντα το χάρτη του σκληρού ήχου και απέκτησαν μεμιάς εκατομμύρια πιστούς οπαδούς, απλώνοντας το σκοτάδι και την οργή με κλασικούς δίσκους, όπως τα "Ιowa", "Vol.3: (The Subliminal Verses)" και το καταπληκτικό "We Are Not Your Kind" που βρέθηκε ψηλά σε κάθε λίστα με τους κορυφαίους δίσκους τoυ 2019. Επιστρέφουν στη χώρα μας, μετά από πολλά χρόνια, φέρνοντας στο Release Athens το εκπληκτικό show τους, σε μία φεστιβαλική εμπειρία επικών διαστάσεων που όμοιά της δεν έχουν ξαναδεί οι πιστοί Maggots! Άλλωστε, τα λόγια του Corey Taylor είναι ξεκάθαρα και δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση: “We don’t play shows. We start wars.” Στις 23 Ιουλίου 2022, στην Πλατεία Νερού, θα υποστούμε μια ηχητική επίθεση σε κάθε μας αίσθηση. Τραγούδια όπως τα “People = Shit”, “Surfacing”, “Duality”, “Wait and Bleed”, “Unsainted”, “Disasterpiece”, “Before I Forget”, “Psychosocial” απλά σου υπενθυμίζουν τον λόγο που είναι αδύνατον να χάσεις αυτή τη βραδιά! Sepultura Tίποτε δεν θα ήταν ίδιο στην παγκόσμια σκηνή του σκληρού ήχου αν δεν είχαν υπάρξει οι Sepultura! Για περισσότερα από 30 χρόνια βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, παραμένοντας πρωτοπόροι και επιδραστικοί. Ξεκινώντας από το thrash και το death metal και στη συνέχεια πειραματιζόμενοι και με το groove και alternative metal, χάραξαν τη δική τους πορεία ως μια μπάντα που απλά δεν έχει όμοιά της. Με περισσότερα από 20 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως είναι, με διαφορά, η πιο επιτυχημένη metal μπάντα στην πατρίδα τους. Μνημειώδη albums - όπως τα “Beneath the Remains” (1989), “Arise” (1991), “Chaos A.D.” (1993), “Roots” (1996) - δεν έχουν χάσει ίχνος από την μεγαλοπρεπή σφοδρότητα τους μέχρι σήμερα και αποτελούν σημεία αναφοράς και βασική επιρροή για αμέτρητες νέες μπάντες! Οι ζωντανές εμφανίσεις τους είναι πραγματικά εκρηκτικές. Με τους «παλιούς» Andreas Kisser (κιθάρα, φωνητικά) και Paulo Xisto Pinto Jr. (μπάσο) ως κινητήρια δύναμη, παρέα με τη… δύναμη της φύσης που ονομάζεται Derrick Leon Green (φωνή) και τον «τσιμεντένιο» Eloy Casagrande (drums), οι Sepultura βρίσκονται σε τρομερή φόρμα και η τελευταία μέρα του Release Athens 2022 θα ξεκινήσει με μια κραυγή: “Roots, Bloody Roots!”
  • Ημερομηνία: Σάββατο 23 Ιουλίου 2022 Οι πόρτες ανοίγουν: 17:00 Τιμές εισιτηρίων: Η προπώληση συνεχίζεται προς 60 ευρώ. Οι επόμενες φάσεις της προπώλησης θα ανακοινωθούν στην πορεία. Προπώληση εισιτηρίων: Τηλεφωνικά στο 11876 Online στα releaseathens.gr / viva.gr Φυσικά σημεία: Καταστήματα Public, Wind, Media Markt, Ευριπίδης, Yoleni’s και Viva Spot Τεχνόπολης. Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr To 2022, το Release Athens στέλνει σε όλους τους φίλους της μουσικής το μήνυμα “Release The Earth From Plastic”. Σε όλες τις ημέρες του φεστιβάλ – και όπου αυτό είναι δυνατό – θα χρησιμοποιηθούν βιοδιασπώμενα / ανακυκλούμενα υλικά και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Ας ξεκινήσουμε όλοι να κάνουμε έστω τα πρώτα βασικά βήματα ώστε να προστατεύσουμε το περιβάλλον και να βελτιώσουμε τη ζωή μας.
  • 0
  • CHANIA ROCK FESTIVAL
  • 7/31/2022-0:0
  • 8/1/2022-0:0
  • – Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, Χανιά
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/04/Chania-Rock-Festival-2022-general-photo-1.jpg
  • Το Chania Rock Festival, ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ της Νότιας Ευρώπης και, φυσικά, της Ελλάδας, το οποίο ακόμα και τα καλοκαίρια της πανδημίας και του lockdown διεξήχθη κανονικά, τηρώντας όλα τα ισχύοντα μέτρα, γιορτάζει φέτος τα 20α του γενέθλια. Είκοσι απρόσκοπτα χρόνια, με μεγάλες μουσικές στιγμές στο όμορφο νησί της Κρήτης και στα μαγευτικά Χανιά, τον απόλυτο προορισμό για διακοπές, που τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει και ο απόλυτος συναυλιακός προορισμός. Ο εορτασμός αυτής της επετείου, δεν θα μπορούσε παρά να περιλαμβάνει μερικά σπουδαία ονόματα από τη διεθνή κι εγχώρια rock σκηνή, που θα εμφανιστούν στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, στα Χανιά. Headliners την 31η Ιουλίου, είναι οι θρυλικοί SISTERS OF MERCY, οι αδιαμφισβήτητοι ηγέτες του σκοτεινού rock και ολόκληρης της gothic και dark κουλτούρας, ένα από τα σημαντικότερα σχήματα της post punk σκηνής και ίσως το μεγαλύτερο όνομα που έχει εμφανιστεί ποτέ στο Chania Rock Festival και στο νησί της Κρήτης γενικότερα. Έχοντας κυκλοφορήσει μια σειρά κλασικών δίσκων και ακόμα πιο κλασικών τραγουδιών που έχουν μείνει ανεξίτηλα στο χρόνο, όπως τα “Temple of love”, “More”, “Vision thing”, “This corrosion” και τόσα άλλα, οι αγαπημένοι SISTERS OF MERCY θα έρθουν να «ταρακουνήσουν» για τα καλά το νησί. Με το εντυπωσιακό light show τους, την εμβληματική φιγούρα του τραγουδιστή τους, Andrew Eldritch και τα βαριά beats του Doktor Avalanche, του drum machine, που δίνει το ρυθμικό υπόβαθρο από τη μέρα που δημιουργήθηκαν, οι SISTERS OF MERCY θα έρθουν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεση που είχαν δώσει δύο χρόνια πριν, αλλά μας χάλασε τα σχέδια η πανδημία. Να δώσουν μία αξέχαστη συναυλία στο Chania Rock Festival. Την ίδια μέρα, θα εμφανιστεί ένας από τους σημαντικότερους, πιο ανήσυχους, αλλά και πιο επιδραστικούς Έλληνες καλλιτέχνες. Ένας τραγουδιστής, συνθέτης και ποιητής, ο οποίος με τις Τρύπες, δημιούργησε το μεγαλύτερο και πιο επιτυχημένο ελληνικό rock σχήμα, με καυστικό στίχο και «κοφτερή» μουσική. Ο λόγος για τον τεράστιο Γιάννη Αγγελάκα, ο οποίος όταν αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αποφάσισε να συνδυάσει τη rock κουλτούρα με το έντεχνο, το ρεμπέτικο, αλλά και την παραδοσιακή μουσική, χωρίς να φοβάται τη σύμπραξη μουσικών οργάνων που μέχρι πρότινος θεωρούνταν «αταίριαστα». Σε μια δυστοπική εποχή και μετά από σχεδόν τρία χρόνια (κατά τα οποία ετοίμασαν τον καινούργιο τους δίσκο με τον τίτλο "Έχω κέφια"), ο Γιάννης Αγγελάκας παίρνει τη μπάντα του, τους 100°C, και βγαίνουν ξανά στο δρόμο, που θα τους οδηγήσει ξανά στη σκηνή του Chania Rock Festival, ύστερα από 8 ολόκληρα χρόνια! Την 1η Αυγούστου, έχουμε τον εκ νέου ερχομό του Blaze Bayley, πρώην τραγουδιστή του μεγαλύτερου –ίσως- heavy metal σχήματος, των IRON MAIDEN, 8 χρόνια ύστερα από την ισοπεδωτική του εμφάνιση στο Chania Rock Festival. Αυτή τη φορά, μάλιστα, θα έχει ένα ειδικό set, αφού για τελευταία φορά θα παρουσιάσει αποκλειστικά τραγούδια από την περίοδο που ήταν frontman στους IRON MAIDEN, μία εμπειρία που απαγορεύεται να χάσει οποιοσδήποτε λάτρης της σκληρής μουσικής. Ο Bayley, έχει μακρά μουσική καριέρα από το 1984 με τους WOLFSBANE, μέχρι και σήμερα με τη σόλο μπάντα του, αλλά η περίοδος που τον στιγμάτισε, είναι από το 1994 μέχρι το 1999, όπου κλήθηκε να αντικαταστήσει τον ανυπέρβλητο Bruce Dickinson στους IRON MAIDEN, ένα εγχείρημα που θεωρητικά ήταν αδιανόητο, κατάφερε όμως να το φέρει εις πέρας και ακόμα και τώρα αντιμετωπίζεται με υπερβολική συμπάθεια από τους οπαδούς του σχήματος, ενώ φημίζεται και για τις γεμάτες ενέργεια ζωντανές του εμφανίσεις. Όσοι ήταν παρόντες πριν από 8 χρόνια, μπορούν να το επιβεβαιώσουν… Τις επόμενες εβδομάδες θα ανακοινωθούν κι άλλοι καλλιτέχνες, συνολικά πέντε κάθε μέρα, που είναι βέβαιο ότι θα ανεβάσουν ακόμα περισσότερο τη θερμοκρασία στο νησί και θα είναι αντάξια της επετείου των 20 ετών του Chania Rock Festival. Και φέτος, μόνο Κρήτη, μόνο Χανιά!
  • Πάνω από την μουσική βρίσκεται η υγεία όλων μας, η συναυλία θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τα ισχύοντα υγειονομικά πρωτόκολλα. Online Εισιτήρια: https://www.chaniarockfestival.gr/en/tickets https://www.facebook.com/ChaniaRockFestival https://www.instagram.com/chaniarockfestival
  • 0
  • 1000MODS | Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022
  • 9/10/2022-19:30
  • 4/15/2022-0:0
  • Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/02/unnamed.png
  • Το Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου οι 1000mods επιστρέφουν στην Τεχνόπολη, μετά την ιδιαίτερη περσινή τους εμφάνιση, με ένα live όπως παλιά. Το συγκρότημα στοιβάζει τους ενισχυτές του, για να παρουσιάσει τον τελευταίο αριστουργηματικό του δίσκο Youth of Dissent για πρώτη φορά όπως του αρμόζει. Από τα υπόγεια της underground ελληνικής σκηνής, οι 1000mods μπόλιασαν τις Vidage μουσικές τους επιρροές δημιουργώντας το ηχόχρωμα του Super Van Vacation, που έμελλε να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους ροκ δίσκους των τελευταίων 10 ετών. To επόμενο μουσικό ταξίδι τους έκρυβε τριπαριστά και ψυχεδελικά Vultures που ξεχύθηκαν από τα πορτοκαλί ηχεία τους και γύρισαν όλη την Ευρώπη, η οποία υποδέχθηκε μια από τις πιο ανερχόμενες μπάντες του ήχου τους. Το Repeated Exposure to… έμελλε να επιβεβαιώσει ότι οι 1000mods είναι οι μπροστάρηδες της ελληνικής σκηνής στρέφοντας τα βλέμματα όλων πάνω τους. Το συγκρότημα περιόδευσε το 2019 σε Αμερική και Αυστραλία, δίνοντας κάποια από τα πιο σημαντικά shows της πορείας του. To Youth of Dissent συνέπεσε με τις αλλαγές που έφερε η πανδημία στη ζωής μας, παρουσιάζοντας μας τους Mods πιο ώριμους και κατασταλαγμένους από ποτέ, βρίσκοντας αστείρευτη έμπνευση στα αγαπημένα τους 90s και στο Seattle. Οι διθυραμβικές κριτικές κι οι επαναλαμβανόμενες ακροάσεις του Youth of Dissent έκαναν ακόμη πιο έντονη την ανυπομονησία μας να δούμε και πάλι τα Χιλιομόδια πάνω στη σκηνή. Για αυτό, το βράδυ του Σαββάτου της 10ης Σεπτεμβρίου θα βρισκόμαστε όλοι στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων για την ηλεκτρισμένη συναυλιακή επιστροφή των 1000mods. Λίγους μήνες πριν, το Super Van του συγκροτήματος θα γυρίσει για ακόμη μια φορά την Ευρώπη, ταξιδεύοντας σε 31 πόλεις της, ξεκινώντας την περιοδεία του στις 29 Απριλίου στο Λονδίνο. ΠληροφορίεςΕισιτήρια γενικής εισόδου 15 ευρώΣημεία Προπώλησηςwww.highpriority.grwww.viva.gr Για περισσότερες πληροφορίες: [email protected]
  • 0
  • Οι θρυλικοί Jethro Tull σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για δύο μοναδικές εμφανίσεις.
  • 9/22/2022-0:0
  • 9/23/2022-0:0
  • Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών, Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/06/unnamed.png
  • Jethro Tull Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη Την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου οι θρυλικοί Jethro Tull θα εμφανιστούν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Μονής Λαζαριστών 2022 και την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ "Στη Σκιά των Βράχων 2022", επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά γιατί θεωρούνται από τα σημαντικότερα ροκ συγκροτήματα όλων των εποχών, βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή τους στον σκληρό ήχο. Οι ιστορικοί ύμνοι των Βρετανών, θα ηχήσουν για άλλη μια φορά σε Θεσσαλονίκη κι Αθήνα κάνοντάς μας να ανυπομονούμε για τις δύο πολύ μεγάλες συναυλίες του Σεπτέμβρη. Ορμώμενοι από το Blackpool της Αγγλίας, οι Jethro Tull ξεκινούν το μουσικό τους ταξίδι στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Σήμερα, με 60 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως, περισσότερα από 21 άλμπουμ μεταξύ των οποίων 11 χρυσά και 5 πλατινένια και με περισσότερες από 3,000 live εμφανίσεις σε 40 χώρες, οι Jethro Tull έχουν χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο σημαντικά και εκκεντρικά progressive rock συγκροτήματα του 20ου αιώνα. Στο κέντρο της σκηνής ξεχωρίζει η εμβληματική περσόνα του Ian Anderson, ο οποίος παίρνει τον ρόλο του ηγέτη του γκρουπ. Με μια καλλιτεχνική ευφυΐα που ξεχώρισε ήδη από τα πρώτα βήματα της μπάντας, ο Anderson τολμά να βάλει το φλάουτο σαν βασικό όργανο στη μηχανή των Jethro Tull, κάνοντάς το παράλληλα σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος. Στα πρώτα τους δισκογραφικά χρόνια ξεπηδά το blues ντεμπούτο τους This Was (1968), το οποίο διαδέχεται το Stand Up (1969), αλλά και το Benefit (1970), ο δίσκος προπομπός που μας προετοιμάζει για το magnum opus τους, Aqualung (1971). Τα λόγια περιττεύουν για αυτό το αριστούργημα το οποίο θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές ροκ κυκλοφορίες όλων των εποχών. Η progressive rock, περήφανη για τα άξια τέκνα της, βρίσκει μια για πάντα στο Locomotive Breath και το Hymn 43 τους ύμνους που θα τραγουδηθούν από χιλιάδες fans παγκοσμίως. Μέσα από μια μουσική πορεία 5 δεκαετιών, ο ήχος των Jethro Tull ταξίδεψε από τα blues και τη jazz, την progressive αλλά και την ορθόδοξη rock, μέσα από τα folk ηχοτόπιά τους. Πέρασαν σχεδόν 2 δεκαετίες δισκογραφικής ανομβρίας, μέχρι τη φετινή θριαμβευτική επιστροφή των Jethro Tull με το Τhe Zealot Gene που επιβεβαίωσε ότι το συγκρότημα συνεχίζει να κρατά ψηλά το Άγιο Δισκοπότηρο της ροκ, ποτίζοντας μας εθιστικές μελωδίες κι εξαιρετικούς στίχους. Η μπάντα που λατρεύτηκε από τους Steve Harris και Bruce Dickinson, Eddie Vedder, Nick Cave, John Myung, Marcus Siepen και Joe Bonamassa, έρχεται σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα για δυο ιστορικές συναυλιακές συγκυρίες που περιμέναμε χρόνια. Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών και Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη, ο Ian Anderson κι η σπουδαία παρέα του θα μας συντροφεύσουν σε 2 μοναδικά ροκ ταξίδια με υπόκρουση τις κορυφαίες στιγμές των Jethro Tull.
  • Πληροφορίες: Τα εισιτήρια ξεκινούν από 42€ Η προπώληση διεξάγεται μέσω του: www.ticketmaster.gr Τηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster: 211 19 81 535
  • 0
  • Como Esta Events presents CARPENTER BRUT
  • 10/1/2022-0:0
  • 10/1/2022-0:0
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/Carpenter-Brut-560x785-1.jpg
  • ΣΑΒΒΑΤΟ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Como Esta Events presents CARPENTER BRUT Ο Carpenter Brut για πρώτη φορά στην Ελλάδα! Τέσσερα χρόνια μετά την περιοδεία Leather Patrol με 130 παραστάσεις σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο στο ενεργητικό του, ο Carpenter Brut ξαναβγαίνει στον δρόμο με το δεύτερο μέρος της δεύτερης τριλογίας του: την περιοδεία Leather Terror Tour. Ο Γάλλος superstar φτάνει στη χώρα μας με το πολυσυζητημένο production που τον ακολουθεί σε όλες του τις ευρωπαϊκές εμφανίσεις: εντυπωσιακά φώτα, laser show, video wall, δυνατές μελωδίες και πολλά synths σε ένα show που θα αφήσει ιστορία. Μαζί του οι SIERRA.
  • Τιμή εισιτηρίου: προπώληση 25 ευρώ, ταμείο 30 ευρώ Σημεία προπώλησης: ΤICKET SERVICES – online: www.ticketservices.gr, call center: 2107234567, εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39 (οι τηλεφωνικές και οι online αγορές περιλαμβάνουν χρέωση υπηρεσίας 5% επί της τιμής του εισιτηρίου)
  • 0
  • THERION | LEVIATHAN II TOUR 2022 | Σάββατο 10 Δεκεμβρίου | PIRAEUS CLUB ACADEMY - LOULOU IS PRESENT
  • 12/10/2022-0:0
  • 12/10/2022-0:0
  • Piraeus club academy105 Piraeus Ave. & Vitonos Athens
  • https://rockhard.space/wp-content/uploads/2022/03/unnamed-6.jpg
  • https://www.therion.se https://www.youtube.com/channel/UCOZMj62eTEiZl8NWPNQdo7Q https://www.facebook.com/therion ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝΗ προπώληση εισιτηρίων θα ξεκινήσει την Τρίτη 1 ΜαρτίουΤιμές ΕισιτηρίωνΠροπώληση: 25 ευρώΤιμή Ταμείου: 28 ευρώΣημεία ΠροπώλησηςΗλεκτρονικά: viva.grΤηλεφωνικά: 11876Σε όλα τα Viva Spots(Καταστήματα Wind, Public, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Yoleni's)Δίκτυο PublicPublic on line: http://tickets.public.gr/ Kαταστήματα Publichttps://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp PIRAEUS CLUB ACADEMY | LouLou is PresentΠειραιώς 105ΑθήναΤηλ.: 210 3458 898More infowww.piraeusclubacademy.gr www.loulouispresent.gr Η συναυλία θα διεξαχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις κατά την περίοδο της εκδήλωσης.
  • 0


  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece