Connect with us

90's Metal

Αφιέρωμα στο 90s metal – 1996 Part 1

1

Έφτασε η ώρα να ξεκινήσουμενα ασχολούμαστε και με το 1996 πλέον. Μία χρονιά που οι πειραματισμοί, ιδιαίτερα στον ακραίο χώρο, παρουσίασαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και δημιούργησαν σχολές, ενώ αρκετά μεγάλα συγκροτήματα του κλασικού met­al, του hard rock αλλά και του thrash, βρίσκονταν σε αμηχανία και δοκίμαζαν με επιτυχία ή αποτυχία να προσεγγίσουν άλλους ήχους. Διαβάστε στις επόμενες σειρές, το πρώτο μέρος του αφιερώματος στο 1996, λοιπόν, όπως πάντα με αλφαβητική σειρά και ακούστε το sound­track των παρακάτω δίσκων με τη λίστα μας στο Spotify.

1

ACCEPT – “Preda­tor” (RCA/BMG Ariola)
Το 1996 θα ήταν μια πολύ κομβική χρονιά για τους ACCEPT, αφού θα έκλεινε ένας κύκλος 17 ετών, που ανέδειξε το συγκρότημα σαν ένα από τα πιο πρωτοποριακά και φυσικά ένα από τα σημαντικότερα που «γέννησε» η heavy met­al μουσική. Την χρονιά εκείνη, η ενδέκατη δουλειά τους με τίτλο “Preda­tor”, θα έβαζε έπειτα το group σε μια δισκογραφική χειμερία νάρκη, που τότε μάλλον κανείς δεν ήξερε πως (και αν) θα άλλαζε. Το album θα ήταν το τελευταίο που ηχογράφησαν μέχρι την επαναδραστηριοποίησή τους το 2010, το τελευταίο που θα τραγουδούσε ο Udo Dirkschnei­der και το πρώτο που δεν θα είχε πίσω από την drums τον Ste­fan Kauf­mann, αφού έπρεπε να εγκαταλείψει την ενεργό δράση, λόγω προβλημάτων υγείας. Την θέση του στο δίσκο πήρε ο Michael Cartel­lone (DAMN YANKEES, LYNYRD SKYNYRD), ο οποίος παίζει σε όλα τα τραγούδια εκτός του “Prim­i­tive”. Στο album επίσης στα “Lay It Down”, “It Ain’t Over Yet” και “Prim­i­tive”, τα φωνητικά αναλαμβάνει ο μπασίστας του group, Peter Baltes, ο οποίος στο “Cross­roads”, τραγουδάει μαζί με τον Udo.
Το “Preda­tor” πήρε την σκυτάλη από το προ διετίας album τους, “Death row”, ακολουθώντας την ίδια συνταγή δόμησης του album, έχοντας τραγούδια που ήταν πολύ καλά και άλλα που δεν ξεπερνούσαν την μετριότητα, ευτυχώς ελάχιστα. Το πολύ σημαντικό ήταν ότι οι ACCEPT, στο σύνολο του δίσκου, έδωσαν στο κοινό κομμάτια, που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά που τους έκαναν τόσο διάσημους, και έτσι τα “Hard attack”, “Cross­roads”, “Mak­ing me scream”, “Lay it down”, “Cru­ci­fied”, “Take out the time”, “Don’t give a damn” και φυσικά το “Run through the night”, ένα από τα καλύτερα τραγούδια του group, για τον γράφοντα, θα στέκονταν επάξια στην υπόλοιπη δισκογραφία τους. Οι Baltes, Hoff­mann, Dirkschnei­der και Deaf­fy (ψευδώνυμο της Gaby Hoff­mann, man­ag­er του group), είχαν τον τρόπο να δημιουργούν τραγούδια που αρέσουν μέχρι και το σήμερα. Στο τελικό αποτέλεσμα, σίγουρα βοήθησε και η παραγωγή που είχε γίνει από τον Michael Wagen­er (με συμμετοχές σε δουλειές των ACCEPT, BONFIRE, ALLICE COOPER, DOKKEN, EXTREME, GREAT WHITE, HAMMERFALL, HELLOWEEN, METALLICA και SKID ROW μεταξύ άλλων), και έτσι ο δίσκος μπορεί να ήταν ένας από αυτούς της πρώτης γραμμής, αλλά σίγουρα «έκλεισε» ωραία μια περίοδο της δισκογραφίας των ACCEPT.
Θοδωρής Μηνιάτης

1ANATHEMA — “Eter­ni­ty” (Peaceville Records)
Υπάρχει ένας χαρακτηρισμός, η «Τριάδα της Peaceville», η οποία αναφέρεται σε τρία σπουδαία συγκροτήματα που γέννησε η Αγγλία, τους PARADISE LOST, τους MY DYING BRIDE και φυσικά τους ANATHEMA. Doom/Death σχήματα και τα τρία στα πρώτα τους βήματα, με μόνο τους δεύτερους να μένουν και στην πορεία πιο κοντά στον αρχικό τους ήχο (χωρίς να σημαίνει αυτό ότι και οι MY DYING BRIDE δεν έκαναν τους πειραματισμούς τους), ενώ οι πρώτοι και οι τρίτοι, εκτός από τις πολύ καλού επιπέδου δισκογραφικές δουλειές τους, βρέθηκαν να δοκιμάζουν πράγματα, όχι μόνο μακριά από τον πρώτο τους ήχο, αλλά μακριά και από το ίδιο το Met­al. Οι πρώτοι ανταπεξήλθαν και άντεξαν στον χρόνο, γυρνώντας σιγά σιγά στις καταβολές τους. Οι τρίτοι, οι ANATHEMA, με τους οποίους θα ασχοληθούμε εδώ, είναι από εκείνα τα συγκροτήματα που αγαπήθηκαν αλλά και μισήθηκαν πολύ από το κοινό τους, χάρη σε αυτούς τους πειραματισμούς.
Το “Eter­ni­ty” του 1996, είναι το τρίτο ολοκληρωμένο άλμπουμ των Βρετανών και παράλληλα το πρώτο στο οποίο οι πειραματισμοί του σχήματος άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, απομακρυνόμενοι από τον Doom/Death χώρο και προσθέτοντας στις μελωδίες τους περισσότερα (έως πολλά) πλήκτρα, αλλά και πολλά, αν όχι περισσότερα, καθαρά φωνητικά.
Παράλληλα, είναι το άλμπουμ μετά το οποίο ο ντράμερ τους John Dou­glas, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το συγκρότημα (μέχρι το 1998 οπότε και επανήλθε μια και καλή). Πλήκτρα στο άλμπουμ παίζει ο Les Smith, ενώ στα γυναικεία φωνητικά συναντάμε την Michelle Richfield.
Ασχέτως της εξελίξεως του συγκροτήματος και των μουσικών κατευθύνσεων που αποφάσισαν να πάρουν τα τελευταία χρόνια, το “Eter­ni­ty”, αποτελεί ένα πραγματικά εξαιρετικό άλμπουμ για τον κατάλογο των Άγγλων. Είναι ένα κορυφαίο παράδειγμα του πως οι πειραματισμοί, οι προσθήκες καινούργιων πραγμάτων στη μουσική που παίζει κάθε συγκρότημα, μπορεί να το ανανεώσει και να το κάνει να ακούγεται φρέσκο, γεμάτο καινούργιες ιδέες παρουσιαζόμενες με εκπληκτικό τρόπο προς τέρψιν των ακροατών, αλλά και πόσο εύκολα αυτό μπορεί στην πορεία να οδηγήσει στην πλήρη αλλοίωση. Βέβαια, η έμπνευση των μουσικών είναι δική τους, οι δουλειές που θέλουν να παρουσιάσουν είναι ξεκάθαρη επιλογή τους και έξω από στεγανά και παρωπίδες, η καλή μουσική είναι πάντα καλή μουσική, από όπου και αν προέρχεται και όποιο χώρο και αν υπηρετεί.
Το “Eter­ni­ty”, άνοιξε τον δρόμο για το αριστούργημα που ονομάζεται “Alter­na­tive 4”, άνοιξε παράλληλα το δρόμο και σε άλλα σχήματα που ήθελαν να δοκιμάσουν και αυτά διαφορετικά μονοπάτια στη μουσική τους και σίγουρα είναι ένα μουσικό μνημείο από την Γηραιά Αλβιόνα, που τόσα έχει προσφέρει στην μουσική μας. Ειδική αναφορά, σε ένα άλμπουμ που ακούγεται ολόκληρο από την αρχή ως το τέλος, πρέπει να γίνει στην τριλογία “Eter­ni­ty (Parts I, II και III)”. Όλη η ουσία του συγκροτήματος σε τρία τραγούδια.
Φανούρης Εξηνταβελόνης

1ANCIENT RITES – “Blas­femia eter­nal” (Mas­cot)
Δύο χρόνια μετά το εκπληκτικό ντεμπούτο τους, “The dia­bol­ic ser­e­nades”, οι Βέλγοι μας χάρισαν ένα ακόμα ορισμό του black met­al. Λυσαλλέο κι επιθετικό σε κάθε του στιγμή, με τα drums του, αποθανόντα πέρσι, Wal­ter van Corten­berg να πρωταγωνιστούν σε όλο το δίσκο με τα ξεσπάσματα και τις εναλλαγές ρυθμών να δικαιολογούν γιατί πολλοί τους θεωρούσαν ως τους «SLAYER του black met­al». Και σε αυτό συνηγορούν και οι κιθάρες του Bart Van­der­ey­ck­en που χρωστά πολλά στους King/Hanneman ακόμα και στα τρελαμένα lead θέματα. Αυτά συνδυασμένα με τις καλύτερες μπασογραμμές και ερμηνείες του, ηγέτη τους, Gun­ther Theys δημιουργούν ένα σύνολο που ελάχιστες μπάντες του μαυρομεταλλικού ήχου έχουν προσφέρει στα 90s. Ακόμα και τα folk περάσματα είναι τόσο ενταγμένα που δεν είναι σε μορφή «διαλείμματος» όπως συνηθιζόταν τότε. Αναμφίβολα οι ANCIENT RITES αν ήταν Σκανδιναβοί και δεν κυκλοφορούσαν αυτό το δίσκο από μια μικρή ολλανδική εταιρία, θα είχαν άλλη τύχη. Και ίσως συνέχιζαν τη φρενήρη πορεία που είχαν μέχρι και αυτόν τον δίσκο. Όσοι ζήσαμε εκείνη την εποχή, όμως, τους έχουμε πολύ ψηλά στη συνείδηση μας και είμαστε συναισθηματικά δεμένοι μαζί τους, μιας και ο Gun­ther ερχόταν συχνά στην Αθήνα για να βλέπει την κοπέλα του, κλείνοντας και συναυλίες που άφησαν εποχή. Αλήθεια πόσο απίστευτο είναι το “Total mis­an­thropia” με τις εκπληκτικές εναλλαγές ρυθμών; Όσοι τον αγνοείτε σας προτείνω να τον βιώσετε όπως του αξίζει! Και ίσως αντιληφθείτε γιατί το black met­al ήταν παγκόσμια υπόθεση και όχι μόνο σκανδιναβική όπως θέλουν κάποιοι να παρουσιάσουν. Αναφωνήστε μαζί τους: DO NOT BETRAY OUR FLAME!!!
Λευτέρης Τσουρέας

1

ANGRA – “Holy land” (Ris­ing Sun) 
Κάποιοι καλλιτέχνες χρειάζονται πολλές προσπάθειες για να εξελίξουν τον ήχο τους και να φτάσουν στην κορυφή της καλλιτεχνικής τους δημιουργίας. Άλλοι πάλι το πετυχαίνουν στα πρώτα βήματα της καριέρας τους. Οι ANGRA μετά από ένα καλοδουλεμένο ντεμπούτο, ακούμπησαν την τελειότητα στο δεύτερο μόλις άλμπουμ τους. Τo “Holy land” ήταν αποτέλεσμα της έντονης συνεργασίας των Βραζιλιάνων, που έβγαλαν όλες τους τις επιρροές και όλες τους τις αρετές, σπάζοντας πολλά από τα ταμπού στο pow­er met­al. Πάνω απ’ όλα όμως, οι ANGRA προέταξαν τα Βραζιλιάνικα βιώματά τους τόσο στον ήχο, όσο και στη θεματολογία του δίσκου. Το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα μας έριξε το σαγόνι στο πάτωμα, γράφοντας ιστορία με τις folk καταβολές του, τον λυρισμό του και την ποικιλία των συνθέσεων σε συνδυασμό με την προσθήκη άπειρων μουσικών και οργάνων. Το “Holy land” είναι η γη της Επαγγελίας τόσο για το συγκρότημα όσο και για τους οπαδούς του. Κάθε του τραγούδι είναι μαγευτικό και κάθε του συντελεστής αναδεικνύεται μέσα σε αυτά. Αν υπάρχει ένα αρνητικό, αυτό δεν έχει να κάνει με το μουσικό κομμάτι, αλλά με τους πρώτους τριγμούς στις σχέσεις των μελών, κάτι που ήταν απόρροια της έντασης και της επιμονής τους στην περίοδο της δημιουργίας του άλμπουμ. Όμως για όλους μας που το ακούσαμε την χρονιά που κυκλοφόρησε, ήταν μνημειώδες. Τραγούδια όπως τα “Noth­ing to say”, “Silence and dis­tance” και “Car­oli­na IV” είναι κλάσεις ανώτερα από τα περισσότερα που έγραψαν οι Βραζιλιάνοι έκτοτε. Το ομώνυμο έπος, το εντυπωσιακό “Z.I.T.O.” και το μαγευτικό “Make believe” συμπληρώνουν την εικόνα του καλύτερου δίσκου που έβγαλαν ποτέ οι ANGRA, αλλάζοντας τον χάρτη του pow­er metal. 
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης 

1ANNIHILATOR — “Refresh the demon” (Music for Nations)
Τις περισσότερες φορές, όταν πρόκειται να αναφερθώ σε έναν πάρα πολύ καλό δίσκο, τον οποίο διαδέχτηκε ένας άλλος που ήταν μάπα, με πιάνει μελαγχολία. Μία τέτοια περίπτωση είναι το “Refresh the demon” των ANNIHILATOR. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία απίστευτη — επιστροφή στις ρίζες — στιγμή, όπου ο θρυλικός Jeff Waters δίνει ρέστα τόσο συνθετικά όσο και παιχτικά. Έχοντας πάρει επ’ ώμου την σύνθεση των τραγουδιών, αλλά και την πλήρη ανάληψη των φωνητικών από την προηγούμενη τους δουλειά “King of the kill”, ο Jeff Waters παρουσίασε το 1996 μία ανανεωμένη και αναζωογονητική δουλειά, που το μόνο που έχει να ζηλέψει από τα δύο πρώτα αριστουργήματα των ANNIHILATOR είναι δύο πράγματα. Το πρώτο είναι πως δεν κατάφερε να έχει ένα ολοκληρωμένο δυνατό σύνολο τραγουδιών, καθώς υπάρχουν μία με δύο στιγμές, όπως το τραγούδι “Voic­es and vic­tims” που μένουν πιο πίσω, τουλάχιστον από άποψη ενδιαφέροντος, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Το δεύτερο είναι το ανεκδιήγητο εξώφυλλο του, που δεν μπορώ να φανταστώ τι τους άρεσε σε αυτό και το κράτησαν. 
Φέρνοντας αρκετά ψήγματα στην επιφάνεια από τους PANTERA αλλά και με τις τρομερές κιθαριστικές στιγμές, που είναι αναμενόμενες από την στιγμή που υπάρχει ένας κιθαρίστας του βεληνεκούς του Waters, το “Refresh the demon” είναι μία πολύ καλή στιγμή για την μπάντα, που δυστυχώς έχει φάει λέζα από μεγάλη μερίδα των οπαδών. Και εδώ έρχεται η εξής απορία μου που με κάνει να αναρωτιέμαι και να λέω ότι αν το “Refresh the demon” έχει αντιμετωπίσει αρνητικές κριτικές, στο “Remains”, που είναι όντως χάλια, τι πρέπει να πούμε; 
Δημήτρης Μπούκης

1ANVIL – “Plugged in per­ma­nent” (Mas­sacre)
Τα κατορθώματα του όχι και μακρινού παρελθόντος… Διηγώντας τα να κλαις… Όχι ακριβώς. Όχι για τους ANVIL. Τα 90s είχαν μπει με φούρια για τον Lips και την τρελοπαρέα αφού το “Worth the weight” θεωρώ πως κοίταζε στα μάτια τις late 80s δουλειές τους (“Strength of steel” και “Pound for pound”). Kι έρχεται το έβδομο κατά σειρά άλμπουμ να επιβεβαιώσει την ανάκαμψη των Καναδών και να τους πεισμώσει ακόμα περισσότερο να μην τα παρατήσουν παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο κλασικός met­al ήχος εκείνη την περίοδο. Σε καμία περίπτωση δεν έφερε πληθώρα νέων οπαδών, από την άλλη, όμως, συσπείρωσε τους ήδη υπάρχοντες. Ή την πλειοψηφία αυτών για να είμαστε ακριβοδίκαιοι.
Το “Plugged in per­ma­nent” είναι ένα “θυμωμένο” άλμπουμ, αν μου επιτρέπεται η χρήση της λέξης. “Τσαντισμένο”. Το διαπιστώνεις εύκολα από τον ήχο στα τύμπανα του Robb Rein­er. Γροθιά στο στομάχι. Από το λυσσασμένο παίξιμο του Lips και τα συνεχή solos μέσα στην καρδιά της κάθε σύνθεσης. Από το “Doc­tor Kevorkian” που σου κάνει κεφαλοκλείδωμα με το καλημέρα, από το “αρρωστημένο” “Smokin’ green”, το απόλυτο high­light κατά την ταπεινή μου άποψη του δίσκου, από το “Des­tined for doom” που στην συνείδηση μας καταγράφεται ως μια στιγμή που μπορεί οι ταχύτητες να πέφτουν αισθητά αλλά ανεβαίνει αντιστρόφως το επίπεδο της παράνοιας… Και υπάρχει και συνέχεια. “Face pull” και “Five knuck­le shuf­fle” κλείνουν την μαγική πεντάδα του “Plugged…” δίχως να παραγνωρίζουμε την συμμετοχή των υπολοίπων. Στιβαρό, καλοδουλεμένο, full επιθετικό και αρκούντως μεταλλικό, οι ANVIL εδώ μπορεί να μην κατέχουν την έμπνευση που είχαν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας αλλά έδειξαν θαυμαστή προσαρμοστικότητα στα νέα δεδομένα χωρίς αυτό να σημαίνει εκπτώσεις στην ποιότητα. Στοιχείο που θα τους κατατάσσει παντοτινά στα πιο τίμια σχήματα του χώρου! Και είναι κρίμα που θα έπρεπε να περιμένουν το “The sto­ry of Anvil” doc­u­men­tary προκειμένου να τους μάθει περισσότερος κόσμος…
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

1APOCALYPTICA –“Plays METALLICA by four cel­los” (Mer­cury)
Το μακρινό 1993 οι εκ Φιλανδίας ορμώμενοι τσελίστες Eic­ca Top­pinen, Paa­vo Lötjö­nen, Max Lil­ja και Antero Man­ni­nen σχημάτισαν το κουαρτέτο APOCALYPTICA. Το 1996, ύστερα από έντονη προτροπή ενός υπαλλήλου της Mer­cury που παρακολούθησε μια συναυλία του κουαρτέτου, οι APOCALYPTICA κυκλοφόρησαν το ασυνήθιστο εκ πρώτης όψεως κλασσικό πλέον ντεμπούτο τους “Plays METALLICA by four cel­los”. Οι τέσσερις τσελίστες πίστεψαν πως θα περάσει απαρατήρητο το όλο εγχείρημα αλλά όχι μόνο τα πήγε καλά (χρυσό σε Γερμανία και Πολωνία, πλατινένιο σε Φιλανδία) με συνολικά 1.500.000 πωλήσεις, αλλά έχτισε σχολή και σήμερα ειδικά δεν είναι ασυνήθιστο να ακούμε διασκευές σε μπάντες του βεληνεκούς των METALLICA για έγχορδα, πνευστά, κλασσικά όργανα, a cap­pel­la και ούτω καθ’ εξής. Φανταστείτε πως η «διαφορετική» αυτή διασκευή στην μεγαλύτερη heavy met­al μπάντα του κόσμου ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε πριν την έκρηξη του ιντερνέτ και των κοινωνικών μέσων δικτύωσης απ όπου ένας τσελίστας, τρομπετίστας βασικά ο οιοσδήποτε που παίζει οποιοδήποτε όργανο, μπορεί να έχει εκατομμύρια θεάσεις στην εκάστοτε διασκευή του στο “Mas­ter of pup­pets”. Σαν τους APOCALYPTICA όμως, λίγοι. Είναι όχι μόνο απροσδόκητο (ειδικά στο 1996) αλλά και πρωτόγνωρο το πόσο βαρύ και ξεσηκωτικό ακούγεται το “Enter sand­man” ή το “Har­vester of sor­row” σε τέσσερα τσέλα. Με τις διασκευές τους σ’ ένα άτυπο best of των METALLICA, οι τέσσερις Φιλανδοί έθεσαν ψηλά τον πήχη σε ότι αφορά μια νέα κλασσικότροπη προσέγγιση στη heavy met­al μουσική και τούμπαλιν, όπως και στις δυνατότητες που προσφέρουν κλασσικά όργανα. Εννοείται φυσικά πως αρκετοί ήταν οι οπαδοί που ξίνισαν αλλά ακόμα περισσότερο ξίνισαν οι ελίτ του ωδείου όπου οι APOCALYPTICA φοίτησαν, με αποτέλεσμα να δεχθούν αρκετό κράξιμο. Το κουαρτέτο θα συνεχίσει παίζοντας τις διασκευές τους σε όλο τον κόσμο, στο Rock in Rio αλλά και σε ελληνικό έδαφος. Και από κει και έπειτα, το όνομα τους γιγαντώθηκε και στις επάλξεις τους πέρασαν τραγουδιστές, ντράμερ και άλλοι. Πλέον, οι APOCALYPTICA είναι «μάρκα», κάτι που ξεκίνησε από μερικές απρόσμενα έξυπνες διασκευές για τέσσερα τσέλο.
Φίλιππος Φίλης

1ARCH ENEMY – “Black earth” (Wrong Again)
Οι ARCH ENEMY ή αλλιώς το πνευματικό παιδί του Michael Amott, γεννήθηκαν όταν ο Amott έφυγε από τους CARCASS. Αυτός και ο μικρότερος αδελφός του Christo­pher, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον τραγουδιστή Johan Lii­va (ex- CARNAGE) και τον ντράμερ Daniel Erlands­son. Αυτή η τυπική εισαγωγή αποσκοπεί στο να τονιστεί το όνομα του τραγουδιστή Johan Lii­va και ο λόγος είναι ένας και απλός. Οι ARCH ENEMY υπήρχαν και πριν την Angela Gos­sow. Προφανώς και το συγκρότημα μπήκε για τα καλά στο μάτι της πλειοψηφίας των met­al­heads με το “Wages of sin”, ακολουθώντας έκτοτε μία πορεία που τους έχει αναδείξει ως ένα από τα δημοφιλέστερα συγκροτήματα του χώρου, αλλά υπάρχουν τρία άλμπουμ των ARCH ENEMY που κρύβονται στην σκιά της και μάλιστα αδίκως.
Το ντεμπούτο του συγκροτήματος, με τίτλο “Black earth”, ηχογραφήθηκε στο Stu­dio Fred­man και κυκλοφόρησε από την Wrong Again Records το 1996. Η επιτυχία που σημείωσε στην Ιαπωνία ήταν μεγάλη, βοηθώντας σε αυτό το γύρισμα του video clip για το τραγούδι “Bury me an angel”. Το “Black earth” είναι μια μίξη ευρωπαϊκού death met­al της παλιάς σχολής (ειδικά αυτός ο βαρύς τόνος της κιθάρας που σχεδόν μπαίνει στην περιοχή της διπλής παραμόρφωσης), μελωδικού death met­al, thrash met­al, πολλά solos και μία αίσθηση που θυμίζει αρκετά το “Heart­work” των CARCASS, κάτι που είναι απολύτως λογικό αν σκεφτούμε ότι ο Michael Amott συνέθεσε όλα τα τραγούδια του “Black earth” και πριν από τρία χρόνια ήταν ένας από τους σημαντικούς συντελεστές σύνθεσης τραγουδιών, δίπλα από τον Bill Steer, στο αριστουργηματικό “Heart­work”. Εν κατακλείδι το “Black earth” είναι ένα διαμαντάκι στην δισκογραφία των ARCH ENEMY, που προτείνεται ανεπιφύλακτα στους old school melo death οπαδούς.
Δημήτρης Μπούκης

1ARCTURUS — “Aspera hiems sym­fo­nia” (Ancient Lore Cre­ations)
Το 1996, έμελλε να είναι η γενέθλιος χρονιά (σε επίπεδο ολοκληρωμένων κυκλοφοριών τουλάχιστον) ενός από τα πλέον πειραματιζόμενα σχήματα που γέννησε η Black Met­al σκηνή της Νορβηγίας και όχι μόνο. Οι ARCTURUS, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Aspera hiems sym­fo­nia” συμβάλλοντας έτι περισσότερο στις αλλαγές που είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται εμφανείς σε ολόκληρο το ιδίωμα.
Το “Aspera hiems sym­fo­nia”, είναι ίσως το μοναδικό άλμπουμ των Νορβηγών, στο οποίο, ναι μεν πολλά από τα στοιχεία που χρησιμοποιούν στις μετέπειτα κυκλοφορίες τους είναι σχετικά εμφανή, αλλά είναι πιο εύκολα κατηγοριοποιήσιμο. Φυσικά είναι Black Met­al, όμως είναι συμφωνικό Black Met­al, με αρκετά νεοκλασικά συμφωνικά στοιχεία στις συνθέσεις του, είναι Pro­gres­sive, χωρίς όμως να είναι τόσο προοδευτικό όπως οι διάδοχοι του και φυσικά είναι Avant – garde, χάρη στις συνθετικές του πρωτοτυπίες και τις σπάνιες για την εποχή εναλλαγές μεταξύ καθαρών και Black φωνητικών. 
Αποτελείται από οκτώ συνθέσεις, τρείς εκ των οποίων (τα “Rødt og svart”, “Naar kul­da tar (Frost­nettenes pro­log)” και “Du nor­davind”) είναι επανεκτελέσεις από το ΕΡ τους του 1994 “Con­stel­la­tion”, ενώ οι υπόλοιπες καινούργιες. Οκτώ συνθέσεις άκρως συναισθηματικές, γεμάτες μυστικισμό και ωμή δύναμη, φοβερά riff, ρυθμούς, μελωδίες, ενορχήστρωση, τεχνική, φωνές και σόλο. Ένα άλμπουμ κατά κύριο λόγο σε mid-tem­po ρυθμούς, με μία παραγωγή αρκετά lo-fi, κοντά στα πρότυπα της εποχής, αλλά και πάλι πολύ προσεγμένη. 
Τα πλήκτρα του Sverd είναι κυρίαρχα, τα τύμπανα του Hell­ham­mer (όπως είναι αναμενόμενο) άρτια, οι κιθάρες του August αλλού υπνωτιστικές και αλλού καταιγιστικές, οπωσδήποτε όμως καταπληκτικές, ενώ ο Garm στα φωνητικά, συμβάλει τα μέγιστα στην δημιουργία της παγωμένης ατμόσφαιρας που κουβαλά μαζί της η «Σκληρή Χειμερινή Συμφωνία». 
Το άλμπουμ, προφανώς και δεν απευθύνεται μόνο στο Black Met­al κοινό. Απευθύνεται σε όλους όσους αγαπούν την καλή μουσική, αρκεί να μην φοβούνται τα «άγρια» φωνητικά και σίγουρα αποτελεί ένα κόσμημα για οποιαδήποτε δισκοθήκη.
Φανούρης Εξηνταβελόνης

1ARENA – “Pride” (Ver­glas Music)
Με νωπό το μελάνι της πρώιμης συνθετικής διαύγειας και ένα χρόνο σχεδόν μετά το “Songs from the lions cage”, οι ARENA εφορμούν στην δισκογραφία με το δεύτερο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ που φέρει τον λιτό τίτλο “Pride”. To line up έχει υποστεί τις πρώτες του αλλαγές με τον John Jowitt (IQ, JADIS) να αναλαμβάνει το μπάσο και τον εξαιρετικό Paul Wright­son να βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο. Ηχητικά δεν παρατηρούμε δραστικές αλλαγές, το ύφος της μπάντας παραμένει πάντα εστιασμένο στο neo prog όπως το πρωτοδίδαξαν στο νησί οι τεράστιοι MARILLION (ας μην μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο ντράμερ τους Mick Point­er στο mag­num opus “Script for a jester’s tear” δημιούργησε στην ουσία τους ARENA), που φυσικά με την σειρά τους μεταλαμπάδευσαν στα 80s ότι πρωτοδίδαξαν οι RUSH, GENESIS, YES, PINK FLOYD, ELP, JETHRO TULL, KING CRIMSON, ELOY και τόσοι άλλοι στα ένδοξα 70s.
Το εισαγωγικό “Wel­come to the stage” βάζει τον ακροατή απευθείας στο κλίμα του δίσκου, με την πιο up tem­po σύνθεση του και τους παραλληλισμούς με MARILLION να είναι εμφανέστατοι. Όπως και στο “Songs…” έτσι κι εδώ υπάρχουν τέσσερα μέρη του “Cry­ing for help” ανάμεσα από τα υπόλοιπα κομμάτια η διάρκεια των οποίων –και αν εξαιρέσεις το 4λεπτο “Medusa”- ξεπερνά τα 9 λεπτά. Όπως είναι φυσιολογικό επακόλουθο, το ύφος του “Pride” εμπερικλείει σαγηνευτικές μελωδίες που μπλέκονται σε πλήρη αρμονία με τα επικολυρικά στοιχεία προερχόμενα είτε από τα πλήκτρα του Clive Nolan είτε από την κιθάρα του Kei­th Moore. Παχύς, “απλωμένος” ήχος, ενίοτε με δόσεις βαρύτητας αλλά πάντα με γνώμονα την δημιουργία ατμόσφαιρας που σε παρασύρει σε μία δίνη συναισθημάτων και ηχοχρωμάτων από εκείνες που παρακαλάς να μην τελειώσουν ποτέ. 
Είναι τόσο έκδηλο το πάθος του σχήματος να καταθέσει με κάθε δυνατή σαφήνεια τα διαπιστευτήρια του που ακόμα και η άστοχη επιλογή του “VII” μέρους του “Cry­ing for help” με την a capel­la ερμηνεία του Wright­son φαντάζει σταγόνα στον ωκεανό. Απολαυστικό το “Medusa”, με θαυμαστή, κλιμακούμενη ροή τα εξαίσια “Empire of a thou­sand days” και “Fool’s gold”και ένας επίλογος στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνον του “Solomon” από το ντεμπούτο τους… Η αχαλίνωτη φαντασία που απαντά στο όνομα “Sirens” δύσκολα περιγράφεται με λόγια και συνιστά ένα από τα συγκλονιστικότερα ντοκουμέντα της πρώτης περιόδου των ARENA. Σκέτη απόλαυση! Και τα καλύτερα ήταν καθ’ οδόν… Το “The vis­i­tor” δύο χρόνια μετά το “Pride” θα τους έβαζε μία για πάντα στις καρδιές των απανταχού οπαδών του prog rock… Πολύ μεγάλο κόλλημα… 
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

1

ASPHYX — “God cries” (Cen­tu­ry Media)
Δεύτερο άλμπουμ, μετά το ομώνυμο του ‘94 χωρίς τον θρυλικό Mar­tin Van Drunen, θα κυκλοφορούσαν οι λατρεμένοι μου ASPHYX, μόλις δύο χρόνια μετά, στις 9 Μαΐου του 1996. Αλλαγή σημαντική στη θέση του τραγουδιστή, όπου ο μπασίστας του “Last one on earth”, Ron Van Pol, αντικαθίσταται από τον Theo Loomans. Θα έλεγα μια από τις πλέον υποτιμημένες death met­al φωνές στον Ευρωπαϊκό χώρο τουλάχιστον. Και σίγουρα, εδώ ξεκινά η πλέον υποτιμημένη περίοδος των ASPHYX, με αυτόν πίσω από το μικρόφωνο, τις κιθάρες και το μπάσο. Επίσης, στη θέση του Roel Sanders, ο θρυλικός Bob Bagchus στα τύμπανα, ενώ και ο Eric Daniels είναι εκτός. 
Επί της ουσίας, δεν έχουμε μπάντα προς περιοδεία, αλλά μόνο stu­dio. Όχι ότι μάσησαν ή θα μασήσουν από κάτι τέτοια οι ASPHYX. O Loomans αποδεικνύεται εξίσου “γηπεδικός” με τον πανύψηλο Ολλανδό θρύλο και τα παίρνει όλα επάνω του, μα και αμπάριζα. Αυτό εδώ, όπως και το “On the wings of infer­no”, αποτελούν τα μοναδικά άλμπουμ στην ιστορία των ASPHYX που κυμαίνονται γύρω στη μισή ώρα έκαστο (αυτό εδώ 31 λεπτά, το άλλο 29), σημάδι μιας μπάντας που από τα αργόσυρτα σημεία του πατροπαράδοτου ήχου της, επέλεξε να κάνει μια στροφή. Υλικό που σε πάει “τρένο” μόνο, με ελάχιστες ανάσες. Σαν να έχουν θυμώσει τόσο πολύ με ό,τι στο διάολο τους έτυχε, και να λένε “ε, τώρα θα σας δείξουμε εμείς!”. 
Από το μπάσιμο του ομώνυμου, αγκαζέ με το “It awaits” που είναι 7–8 λεπτά σύνολο (σφαγή!), μέχρι κομμάτια τύπου “My beloved ene­my” και “Frozen soul” (πόσες πιθανότητες οι συνώνυμοι Αμερικάνοι να πήραν το όνομα τους από εδώ; ), που είναι οριακά 4–5 λεπτά και είναι τα μεγαλύτερα του δίσκου, οι ASPHYX δείχνουν δόντια, και κάνουν τη δυσκολία, δύναμη τους. Στα 31 του λεπτά το “God cries” αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα Ευρωπαϊκού death met­al κι εν γένει ένα παλικαρίσιο άλμπουμ. Μαζί με το ομώνυμο του ‘94, και τα δύο επόμενα, συνθέτουν μια περίοδο που όσο υποτιμημένη κι αν είναι, τόσο πλούτο έχει μουσικά για τους πραγματικούς οπαδούς της μπάντας. 
Γιάννης Σαββίδης

1AXEL RUDI PELL – “Black moon pyra­mid” (Steamham­mer)
Κάνουμε συχνά λόγο για σταθερές αξίες και δεδομένη ποιότητα για ορισμένους καλλιτέχνες. Ο Axel Rudi Pell ταιριάζει γάντι σε αυτά καθώς από τη δεκαετία του ‘80 μέχρι και σήμερα κυκλοφορεί σχεδόν ανά δύο χρόνια δίσκους διατηρώντας ένα αξιοζήλευτο ποιοτικό επίπεδο. Τι και αν μετά από κάποιο σημείο όλοι οι δίσκοι ακούγονται ίδιοι και δεν ξεχωρίζεις κομμάτια; Λεπτομέρειες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι γουστάρεις να ακούς τους δίσκους του και αυτό είναι που μετράει στην τελική ανάλυση. Το “Black moon pyra­mid” κατέχει περίοπτη θέση ανάμεσα στις κορυφαίες δισκογραφικές στιγμές του Γερμανού κιθαρίστα και θα λέγαμε ότι δεσπόζει στη λεγόμενη μέση ή δεύτερη περίοδο της solo καριέρας του Pell. 
Με τον Jeff Scott Soto πίσω από το μικρόφωνο και τον σπουδαίο Jorg Michael στα τύμπανα, ο Pell συνθέτει μερικά από τα καλύτερα και πιο διαχρονικά τραγούδια του ενώ δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμασταν ότι το “Black moon pyra­mid” είναι μέσα στα τρία καλύτερα άλμπουμ του Pell…τουλάχιστον, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ. Νομίζω όμως ότι με τραγούδια σαν τα “Get­ting’ dan­ger­ous”, “Fool fool”, “Touch the rain­bow” κτλ. δεν χωρούν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Ακόμη και η συνηθισμένη ή έστω αναμενόμενη σειρά των κομματιών είναι διαφορετική εδώ δημιουργώντας έτσι ένα επιπλέον ερέθισμα περιέργειας (αν όχι, μικρής έκπληξης). Η guest εμφάνιση του Peavy στο προαναφερθέν “Get­ting’ dan­ger­ous” αλλά και τα πρώτα φωνητικά του ίδιου του Pell στη διασκευή του “Hey Joe” (μην ψάχνεστε…είναι μονάχα στην ιαπωνική έκδοση) χρήζουν ιδιαίτερης αναφοράς.
Σάκης Νίκας

1AYREON – “Actu­al fan­ta­sy” (Trans­mis­sion)
Οι AYREON, το πιο γνωστό και αγαπητό εν γένει project του Ολλανδού μουσικοσυνθέτη, παραγωγού και ολότελα οπαδού της μουσικής, Arjen Antho­ny Lucassen, ιδρύθηκαν το 1995 με την κυκλοφορία της πρώτης met­al operas με τον τίτλο “The final exper­i­ment”. Το πρώτο αυτό βήμα του Lucassen, αν και δεν μνημονεύεται ούτε καν στα τοπ 10 της καριέρας του μέχρι σήμερα, ήταν ένα αρκετά καλό πρώτο δείγμα των όσων θα ακολουθήσουν: ένα οπερατικό pro­gres­sive met­al γραμμένο από τον Lucassen αλλά σε εκτέλεση κυρίως από καλεσμένους μουσικούς και τραγουδιστές (ένα επιτελείο σταθερών συναδέλφων και φίλων του που με τα χρόνια θα μεταμορφωθεί σε ένα πραγματικό jet set). Με το “Actu­al fan­ta­sy” του 1996, ο Lucassen δεν είχε βρει ακόμη το προσωπικό του στίγμα και ήταν ακόμη δέσμιος των επιρροών του που ποτέ δεν έκρυβε άλλωστε απλώς, με τα χρόνια, όπως συμβαίνει συνήθως με σοβαρούς μουσικούς, θα ωριμάσει το είδος που ο ίδιος έχτισε. Έτσι λοιπόν, στο “Actu­al fan­ta­sy”, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1996, ακούμε αυτό το οπερατικό prog met­al με αδιαμφισβήτητες επιρροές από PINK FLOYD, THE BEATLES, DEEP PURPLE, ELOY, CAMEL αλλά φυσικά με πιο βαριές κιθάρες και δυνατή παραγωγή. Είναι επίσης το μοναδικό άλμπουμ χωρίς ένα ενιαίο con­cept και το πρώτο του Ολλανδού που πραγματεύεται ιστορίες επιστημονικής φαντασίας (ο ίδιος έχει μια απύθμενη αγάπη για το είδος και είναι αυθεντικός σινεφίλ σπασίκλας, πράγμα που επίσης δεν κρύβει). Είπα πως είναι και το πρώτο με τον σταθερό του συνεργάτη στα τύμπανα Ed War­by (ο οποίος έπαιζε αρχικά στους Ολλανδούς death met­allers GOREFEST); Η συμβολή του War­by είναι πολύ σημαντική εδώ αφού αρχικά ο Lucassen ηχογράφησε ψηφιακά τύμπανα που ο ίδιος θεώρησε ταιριαστό με το «ψηφιακό» con­cept του δίσκου. Ο War­by ωστόσο, που το συζήτησε αργότερα με τον Lucassen, επέμεινε να γράψει εκείνος τα τύμπανα. Ο δίσκος πάντως δεν έγινε αποδέκτης ιδιαίτερης αναγνώρισης και πωλήσεων πράγμα που έδωσε στον Lucassen το απαραίτητο κίνητρο και την ώθηση για να γράψει το άλμπουμ ορόσημο της καριέρας του που θα τον εκτοξεύσει και κρατήσει ενεργό μέχρι και σήμερα: το αριστουργηματικό “Into the elec­tric castle”.
Φίλιππος Φίλης

1BAL SAGOTH – “Starfire burn­ing upon the ice-veiled throne of Ulti­ma Thule” (Cacoph­o­nous)
Έχουμε πει. Τα 90s, είναι η δεκαετία του πειραματισμού στην met­al μουσική. Η δεκαετία που τα είδη αποκτήσανε ένα κάρο παρακλάδια, οι μίξεις διαφορετικών επιρροών ήταν πιο εμφανείς από ποτέ και σε πολλές περιπτώσεις έφταναν τα όρια της… παράνοιας! Της καλώς εννοούμενης παράνοιας. Με το αποτέλεσμα όμως, πολλές φορές να είναι super. Κάτι τέτοιο ισχύει και για αυτούς εδώ τους Βρεττανούς.
Η μπάντα που μισούσαμε όσο καμία όταν μιλάμε για αντιγραμμένες κασέτες στα 90s και ο κύριος λόγος για αυτό ήταν ειδικά αυτός ο δίσκος. Ήθελες να τον αντιγράψεις από φίλο; Ήθελες όμως να έχεις και τους τίτλους των τραγουδιών στο πίσω μέρος; Πάρε μία κόλλα Α4 λοιπόν, για να σου φτάσει. Και μάθε και τον κάθε τίτλο απέξω ασούμε!
Με τα “Starfire burn­ing upon the ice-veiled throne of Ulti­ma Thule” και το “Bat­tle mag­ic” (1998) που το ακολούθησε, οι BAL SAGOTH έχτισαν ένα υπερ-cult θρύλο γύρω από το όνομά τους. Μία αυτοί οι τίτλοι τραγουδιών, μία η μουσική τους, τους έκαναν αγαπητούς τόσο στους πιο ακραίους οπαδούς μαύρων παρακλαδιών (black met­al και σία), όσο όμως και σε όσους αγαπούσαν το επικό και συμφωνικό στοιχείο στη met­al μουσική. Γιατί αυτά ακριβώς συνδυάζανε οι κύριοι Byron Roberts, Chris Maudling και Jon­ny Maudling. Ένα black met­al αναφορές σε CRAFLE OF FILTH και EMPEROR, με το επικό στοιχείο από SUMMONING, αλλά με τεράστια έμπνευση από κλασικούς συνθέτες sound­tracks επικών ταινιών, όπως (και κυρίως) του «δικού μας» κύριου Πολυδούρη. Άλλωστε, στο συγκεκριμένο δίσκο, θα ακούσετε και μελωδίες από το sound­track του “Κόναν” (όχι του “Γιαγκόναν”). Black φωνητικά, επικά φωνητικά, απαγγελίες, ένα πάντρεμα επιρροών, που ειλικρινά, αν μπορούσε να επαναηχογραφηθεί σήμερα με την διαθεσιμότητα και ευκολία πρόσβασης που υπάρχει πλέον σε ορχήστρες, χορωδίες κλπ μέσα από τον υπολογιστή μας, πιστεύω θα μας έπαιρνε τα μυαλά στο δεκαπλάσιο! Από την άλλη, το γεγονός ότι το έκαναν με τα μέσα του τότε, δείχνει ακόμα περισσότερο το όραμα που είχαν ο Roberts και η παρέα του.
Δεν ξέρω πολλούς που ήταν έφηβοι τότε που κυκλοφορούσαν αυτοί οι δύο δίσκοι που δεν τους είχαν τσεκάρει έστω. Αντιθέτως, οι περισσότεροι που ξέρω τους καραγουστάρουν και ας ήταν και είναι ο καθένας σε διαφορετικά met­al μονοπάτια. Ήταν τέτοιο το πάντρεμα και τέτοια η εντύπωση που δημιούργησε όταν κυκλοφόρησε ειδικά αυτό το άλμπουμ, που ήταν δύσκολο να του αντισταθείς όταν ήσουν νέος και ψαχνόσουν σαν τρελός για διαφορετικά και «φρέσκα» (τότε) ακούσματα.
Στα συν, η τίγκα οπαδική εκ μέρους της μπάντας ανάθεση για το εξώφυλλο στο μεγάλο Joe Petag­no, τον άνθρωπο που έχει φιλοτεχνήσει εικονικά εξώφυλλα σχημάτων όπως οι MOTORHEAD πάνω από όλα και HAWKWIND, LED ZEPPELIN και NAZARETH, ως SODOM και MARDUK μεταξύ άλλων. Σεβασμός!
Ένας από τους κορυφαίους συμφωνικούς met­al δίσκους όλων των εποχών και από εκείνα τα άλμπουμ που έδειξαν το δρόμο που ακολούθησαν και φυσικά εξέλιξαν πολλές μπάντες στην πορεία. Έχεις πολλά να πεις τόσο για τον Roberts, όσο και γενικότερα για τη μπάντα, αλλά θα φάμε ξύλο αφού έχουμε και τόσους άλλους δίσκους για να διαβάσετε στο άρθρο. Όσοι το ξέρετε, ευκαιρία είναι να το ξανακούσετε. Όσοι νεότεροι δεν το ξέρετε από την άλλη, αλλά σας αρέσει τόσο το black, όσο και το epic και το συμφωνικό met­al, ευκαιρία να ακούσετε ένα δίσκο που, όπως είπα και πριν, αποτελεί φάρο για την μετέπειτα εξέλιξη του ήχου. Ωραία πράγματα! 
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

1BATHORY — “Blood on ice” (Black Mark Pro­duc­tions)
Το να περικλείσεις αυτόν τον δίσκο σε τετρακόσιες με πεντακόσιες, πάνω-κάτω, λέξεις, είναι πολύ δύσκολη αποστολή. Του αξίζει ένα εκτενές αναφορικό κείμενο, το οποίο, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος, θα κοσμήσει τις ηλεκτρονικές σελίδες του περιοδικού σαν έρθει η κατάλληλη ώρα. Καθώς όμως δε γινόταν να λείπει από το αφιέρωμα στους σπουδαίους δίσκους του 1996, ας γραφτούν λίγες αράδες. Για χρόνια, όλοι είχαν την εντύπωση πως η “Viking” τριπλέτα των BATHORY ήταν αυτή των “Blood, fire, death”, “Ham­mer­heart” και “Twi­light of the Gods”. Λανθασμένα, όμως. Γιατί μπορεί το επικό συναίσθημα να υπήρχε άπλετο στο ομότιτλο κομμάτι του “Blood, Fire, Death” και στο “A fine day to die”, η συνολική εικόνα του άλμπουμ όμως δεν ήταν όμοια με αυτές των “Ham­mer­heart” και “Twi­light of the Gods”. Έτσι, όταν ο Quorthon έβγαλε από το συρτάρι το αναξιοποίητο υλικό που θα έμελλε να μετουσιωθεί στο “Blood on ice”, έβγαλε από το συρτάρι το ουσιαστικά τρίτο (και τυπικά, βάσει χρονολογίας σύνθεσης του εν λόγω υλικού, πρώτο) μέρος μιας από τις σπουδαιότερες τριλογίες που γνώρισε ποτέ η met­al μουσική. Με ενιαίο στιχουργικό περιεχόμενο, εμφανώς επηρεασμένο από τον λογοτεχνικό ήρωα Conan και «ακουμπώντας» στη σκανδιναβική μυθολογία, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτέλεσαν το προσωπικό όραμα του Quorthon και που τον έκαναν έναν από τους μεγαλύτερους επικούς συνθέτες, είναι εδώ. Επικοί παιάνες σαν το “Blood On Ice”, το “The Sword” και το “The Stal­lion”, πομπώδη χορωδιακά αριστουργήματα σαν το “The Lake” και το “The Wood­woman”, μαγευτικές, μεσαιωνικές συνθέσεις σαν το “Man of iron”. Το “Blood on ice” είναι στα σίγουρα το πιο «αφηγηματικό» και κινηματογραφικό άλμπουμ του Σουηδού και αυτό δεν οφείλεται στο con­cept και στη μουσική, μα έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης και οι αρκετές sam­ple, σαν από ταινία, παρεμβολές: Θα ακούσεις τη φύση την ίδια, πουλιά να κελαηδούν, άλογα να καλπάζουν, νερά να τρέχουν, τη φωτιά να καίει, μυστικούς ζωμούς να κοχλάζουν, το μέταλλο να «δουλεύεται». Λες και ζωντανεύει το εκπληκτικό εξώφυλλο του Kris­t­ian Wåh­lin. Λες και μπαίνεις με την σειρά σου σε έναν κόσμο βάρβαρο όσο και μαγικό. Βάρβαρο και μαγικό, όσο αυτό το album. Cry, old crow, cry!
Δημήτρης Τσέλλος

1

BEHEMOTH – “Grom” (Solis­ti­tium)
Οι ΒΕΗΕΜΟΤΗ είναι από εκείνες τις μπάντες που είχαν μια σταθερά ανοδική πορεία και πέρασαν κάμποσα χρόνια μέχρι να πούμε πως κατάφεραν να μπουν στην elite του Ευρωπαϊκού ακραίου met­al ήχου. Άλλοτε με καλύτερες κυκλοφορίες και άλλοτε με λιγότερες καλές, μα πάντα μακριά από το χαρακτηρισμό κακές, κατάφεραν μετά από δέκα και κάτι ψιλά χρόνια να λογίζονται σαν μια μεγάλη μπάντα και δη με την κυκλοφορία του εξαιρετικού “Demigod”. Καλά, με το τεράστιο “The Satanist” πήγαν πραγματικά σε άλλα επίπεδα σαν μπάντα. Μέχρι τότε όμως είχε κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και αρκετές κυκλοφορίες είχαν δει το φως της μέρας, στις οποίες οι Πολωνοί έψαχναν ακόμα τον ήχο τους ώστε να κατασταλάξουν κάπου. Το “Grom” διαδέχτηκε το πολύ καλό ντεμπούτο της μπάντας από το Gdańsk, το “Sven­te­vith (storm­ing near the Baltic)”. Παρόλο που συνεχίζει στο καθαρόαιμο black met­al μονοπάτι του προκατόχου του, διανθίζεται και με αρκετά διαφορετικά στοιχεία. Το επίπεδο σύνθεσης είναι ένα σκαλί πιο πάνω από το ντεμπούτο τους και ο ήχος αναβαθμισμένος, με καλύτερη ποιότητα και περισσότερη καθαρότητα. Οι συνθέσεις κοιτάνε ευθέως προς Νορβηγία μεριά, με medieval σημεία που φέρνουν κατά νου τις πρώτες μέρες των SATYRICON, επικές στιγμές με έντονες ENSLAVED αναφορές, αλλά και στοιχεία που παραπέμπουν στους θρύλους MAYHEM. Υπάρχουν βέβαια και κανά δύο σημεία που πλέον εμείς σήμερα, σαν μετά Χριστόν προφήτες, αναγνωρίζουμε σαν τις πρώτες ενδείξεις της ηχητικής μετεξέλιξης των Πολωνών. Σίγουρα το “Grom” δεν είναι από τις κορυφαίες στιγμές των ΒΕΗΕΜΟΤΗ αλλά αναμφίβολά ήταν ένας σημαντικός δίσκος για την εξέλιξη της μουσικής ταυτότητας του συγκροτήματος. 

Θανάσης Μπόγρης

1

BEWITCHED – “Dia­bol­i­cal des­e­cra­tion” (Osmose)
Ο Black­heim ήταν πολυπράγμων στα mid 90s, έχοντας ως κύρια μπάντα του τους KATATONIA και τους DIABOLICAL MASQUERADE ως side project. Αμφότερα άφησαν εποχή στα mid/late 90s, αλλά κάπου εδώ ο Σουηδός κιθαρίστας θα έβγαζε την αγάπη του σε όλα εκείνα τα σχήματα του 80s σχήματα του κλασικού met­al. Και κάπου εδώ ξεκίνησε και επίσημα η ρετρολαγνεία στον μέγιστο βαθμό με αφετηρία τους ακραίους που προσκύνησαν αυτόν τον δίσκο που έκανε πάταγο. Και σε αυτό βοήθησε στα μέγιστα το γεγονός ότι κυκλοφόρησε και προωθήθηκε με τον καλύτερο τρόπο από την κυριότερη black met­al εταιρία των 90s, τη γαλλική Osmose. Το album αυτό είναι μια ωδή στους MERCYFUL FATE των πρώτων ημερών και ο πρώτος ακραίος δίσκος με ευθείες αναφορές και όχι επιρροές στις μπάντες που διαμόρφωσαν την μουσική κατεύθυνση των black μουσικών στα 90s.

Εκπληκτικό σε ρυθμούς, φωνητικά από τον Black­heim που δένουν άψογα με τις κολλητικές μελωδίες, διαμορφώνοντας ένα τελικό αποτέλεσμα που είναι περισσότερο τραγούδια και όχι απλώς κομμάτια. Και αυτό ακριβώς το γεγονός είναι που έπαιξε καταλυτικό ρόλο ώστε ο δίσκος να θεωρείται ορόσημο για την «past for­ward» πορεία της μουσικής βιομηχανίας που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ένα χρόνο μετά το “Glo­ry to the brave” των HAMMERFALL θα έκανε ακριβώς τον ίδιο πάταγο στους κλασικομεταλλάδες και θα αναρωτιόμαστε πολλοί από τότε «γιατί να προτιμήσω να ακούσω έναν ρετρολάγνο δίσκο από το να ακούσω τον orig­i­nal»; Η απάντηση είναι οι καλοδουλεμένες συνθέσεις και η αίσθηση φρεσκάδας που αναβλύζει κάθε φορά που θα το ακούτε και θα σας παρακινήσει να ανακαλύψετε τις μπάντες των 80s που το καθόρισαν σε όλα τα επίπεδα. Αν σας είναι λίγο, προσπεράστε και μην μπείτε καν στη διαδικασία να ακούσετε τους επόμενους δίσκους τους, γιατί κανένα δεν πιάνει την έμπνευση που είναι σε αυτό το ντεμπούτο, το οποίο ηχογραφήθηκε σε μόλις 3 μέρες! Αυτό κι αν είναι ένδειξη του πόσο αυθόρμητα βγήκε! Ακούστε τον και ίσως αντιληφθείτε πως μπήκε το κλασικό heavy met­al στο black met­al, μακριά από σκοπιμότητες προσέγγισης ευρύτερου κοινού όπως έκαναν μπάντες του είδους που αποσκοπούσαν να γίνουν αρεστοί και «μεγάλοι». Εδώ θα πάρετε μαθήματα αυθορμητισμού από μια κίνηση που ήταν αγνή σαν προθέσεις. Αλλά έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης ακόμα και από τους ίδιους, που δεν κατάφεραν να πείσουν το κοινό τους με τις επόμενες κυκλοφορίες τους.
Λευτέρης Τσουρέας

1

BONFIRE – “Feels like com­ing home” (LZ Records)
Μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση μελέτης είναι η ιστορία των BONFIRE (ή και των CACUMEN όπως ονομάζονταν πιο πριν και ξεκίνησαν από 1972) και το πως μια μπάντα από τη Γερμανία προσπαθεί να πετύχει στην Αμερική αλλά δεν τα καταφέρνει ποτέ, πως αλλάζουν μέλη κάθε τρεις και λίγο, τις περιπέτειες που έχουν με τις δισκογραφικές, τα μέλη που διεκδικούν το όνομα της μπάντας και το πως καταφέρνουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα και να δισκογραφούν ακόμα. Μετρήστε 22 μέλη, 24 διαφορετικές συνθέσεις της μπάντας, 17 στούντιο άλμπουμ, 7 live, 7 συλλογές και πάει λέγοντας. Δεν τα λες και λίγα σχετικά με το όχι και τόσο μεγάλο όνομα που έκαναν, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως άλλα συγκροτήματα με πολύ μικρότερη δισκογραφία απολαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη φήμη και δόξα. Όλα βέβαια έχουν μια εξήγηση, αλλά δεν είναι της ώρας τώρα να κάνουμε το ..ψυχογράφημα αυτής της πολύ συμπαθητικής μπάντας. Πάντως το “Feels like com­ing home” είναι πολύ χαρακτηριστικό άλμπουμ των περίεργων καταστάσεων έλαβαν χώρα στο εσωτερικό της μπάντας και επί της ουσίας, ενώ σηματοδοτεί το reunion των BONFIRE το 1996, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά στην ουσία, η αγγλική ver­sion του άλμπουμ “Glaub dran” των Claus Less­mann και Hans Ziller (οι οποίοι είναι τα μόνα μέλη της μπάντας σε εκείνη τη φάση, με την προσθήκη του drum­mer Dominik Hül­shorst) το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα στην Γερμανική γλώσσα. Δεν έχει τον hard and heavy ήχο που είχε η μπάντα στο παρελθόν της, αλλά μια πιο κιθαριστική clas­sic rock προσέγγιση και προσαρμογή σε μουσικές των sev­en­ties κυρίως, θα έλεγα μια Γερμανική εκδοχή των BAD COMPANY τηρουμένων των αναλογιών βέβαια. Είναι ισομοιρασμένο σε δυναμικές και πιο tem­po στιγμές, και διαφέρει σαφώς σε ότι είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε. Δεν είναι αυτό το δυναμικό come­back που θα περίμενε κάποιος από ένα συγκρότημα που επανέρχεται και αυτοπροσδιορίζεται ξανά. Παρόλα αυτά ακούγεται πολύ ευχάριστα και κυλάει όμορφα στην ακρόαση. Αν δεν έχετε μεγάλη σχέση με τους BONFIRE σίγουρα δεν είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό άλμπουμ τους για να αρχίσετε από αυτό, αλλά από την άλλη εάν θέλετε να ακούσετε μια rock προσεγμένη δουλειά, σας το προτείνω άνετα. Απλά κλείνοντας να συμπληρώσω πως το “Mama” μοιάζει με το αδερφάκι του “Shoot­ing star” των BAD COMPANY , ενώ πολύ ωραία φέρνουν στα μέτρα τους το “I’d love you to want me” την πασίγνωστη σύνθεση του Lobo. Τολμηρό θα έλεγα… 
Δημήτρης Σειρηνάκης

1

CANNIBAL CORPSE — “Vile” (Met­al Blade)
Chris Barnes εκτός CANNIBAL CORPSE. Τη στιγμή που η μπάντα έχει βγάλει τη πιο μεστή της δουλειά και τη προσωπική αγαπημένη του γράφοντος, o front­man σήμα-κατατεθέν του ήχου της πρώτης κλασσικής περιόδου φεύγει. Προτού ο Barnes φύγει, έχουν μείνει τα demos του επόμενου δίσκου με τίτλο “Cre­at­ed to kill”, με εκείνον πίσω από το μικρόφωνο. Ποιος θα γεμίσει τα παπούτσια του χωρίς να μειώσει το μέγεθος της μπάντας; Ποιος θα πάρει “τη μπάλα στα πόδια” να το πούμε ποδοσφαιρικά, όταν αυτή “καίει”; Η απάντηση δεν άργησε να έρθει, από τους σπουδαίους MONSTROSITY.

Πίσω από το μικρόφωνο για τα μνημειώδη “Impe­r­i­al doom” (1992) και “Mil­le­ni­um” (1996) ήταν ένας τύπος που λεγόταν George Fish­er με το προσωνύμιο “Corpseg­rinder” να τον συνοδεύει λόγω της αγάπης του για τον death met­al ύμνο που κατέληξε στον ογκόλιθο του είδους “From beyond” (1991) των MASSACRE. Χωρίς να χάσουν χρόνο, οι λατρεμένοι Κανίβαλοι, μπαίνουν στο ναό που λέγεται Mor­risound stu­dios, με τον Fish­er πίσω από το μικρόφωνο, και με τον Scott Burns πίσω από τη κονσόλα, ηχογραφούν το νέο τους άλμπουμ. Πέμπτο τον αριθμό. Έτσι, στις 20 Μαΐου του ‘96, κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους με τον νέο τραγουδιστή, το εκπληκτικό “Vile”.
Πολλές οι “πρωτιές” γι’ αυτό το άλμπουμ: πρώτο άλμπουμ που οι CANNIBAL CORPSE χρησιμοποίησαν διαφορετικά κουρδίσματα στα έγχορδα (από Μι ύφεση σε Σι ύφεση — με κάποια κομμάτια σε Ρε ύφεση, κάτι το οποίο δυσκόλευε το να παιχτούν κομμάτια από εκεί μέσα ζωντανά), πρώτο death met­al άλμπουμ ΓΕΝΙΚΑ που μπήκε το top 200 του Bill­board στη θέση 151 και τέλος, πρώτο άλμπουμ με το λογότυπο CANNIBAL CORPSE που αναγνωρίζουν οι οπαδοί πλέον, μιας και το προηγούμενο, το είχε σχεδιάσει ο Barnes. Τι άλμπουμ κιόλας…πρώτο κομμάτι ”Devoured by ver­min”, δεύτερο “Mum­mi­fied in barbed wire”, τρίτο κομμάτι “Per­verse suffering”.…ΦΙ-ΛΑ-ΚΙΑ. Ο Fish­er ακούγεται σαν ήρωας σε ταινία δράσης που κλωτσάει τη πόρτα σε ένα δωμάτιο, μπαίνει μέσα, και λέει “γεια σας, ήρθα μάγκες, τι χαμπάρια;”. 
Με τέτοια αυτοπεποίθηση μπήκε και εκείνος στη ζωή όλων των οπαδών των Κανίβαλων. Ούτε από Barnes κατάλαβε, ούτε τίποτα. Τεχνικά μα και καταστροφικά κομμάτια όπως το πιο χαμηλών ταχυτήτων (σχετικά) “Dis­fig­ured”, το πετσόκομμα 101 δευτερολέπτων που λέγεται “Punc­ture wound mas­sacre” ή ακόμα και το πρώτο “instru­men­tal” που έγραψαν ποτέ τους, το δίλεπτο “Relent­less beat­ing”, δείχνουν τη κλάση αυτού του τεράστιου συγκροτήματος, που πάντα βρισκόταν και βρίσκεται στη πρώτη γραμμή από πλευράς δημοτικότητας και αποτελεί εγγύηση ποιότητας. To κλείσιμο με το σαρωτικό “Mono­lith” αποτελεί την γερή επιβεβαίωση αυτού ακριβώς του πράγματος. 
Ο δίσκος θα επανεκδοθεί το 2006, με το DVD “Vile live” ως επιπλέον υλικό, με την εμφάνιση τους στις 3 Φεβρουαρίου 1997 κατά τη διάρκεια της περιοδείας του δίσκου, ενδεικτική της καταστροφικής τους μανίας και της ξεκάθαρης υπεροχής τους έναντι των υπολοίπων.
Γιάννης Σαββίδης

1

CATHEDRAL — “Super­nat­ur­al Birth Machine” (Ear­ache)
Ανέκαθεν πίστευα ότι οι CATHEDRAL δεν πήραν ποτέ αυτό που πραγματικά δικαιούνται από την πίτα του heavy met­al. Παρόλο που ανέκαθεν είχαν πιστό κοινό και ορκισμένους fans, δεν έτυχαν καθολικής αποδοχής και πλέον έχω καταλήξει στο γιατί. 

Το “Super­nat­ur­al Birth Machine” είναι ο τέταρτος κατά σειρά δίσκος των Βρετανών space doom­sters και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1996. Αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μου κάτι σαν ευχή και κατάρα. Και εξηγώ. Η δεκαετία του 1990 και δη το δεύτερο μισό, είναι ίσως από τις πιο σημαντικές για όλο το heavy met­al, το δεύτερο κύμα ας το πούμε έτσι, όπου συνέβησαν πράματα και θάματα, υπήρχε πραγματικός οργασμός υπέροχων δίσκων, πολύ σημαντικές δουλειές, οι οποίες συνήθως παρέσερναν με το hype τους τότε και κάποιες “δευτερεύουσες” κυκλοφορίες να ακουστούν και εν τέλη να αγαπηθούν και να καθιερωθούν. Κάπως έτσι είχα μάθει κι εγώ τους CATHEDRAL γενικά, και το “Super­nat­ur­al…” συγκεκριμένα. Αυτή είναι η ευχή. 
Όσον αφορά τώρα την κατάρα, ξανακούγοντας τον δίσκο για να το φρεσκάρω για το αφιέρωμα, συνειδητοποιώ γιατί ποτέ δεν έγινε τεράστιος. Αρχικά πιστεύω πως αν είχε κυκλοφορήσει ακριβώς όπως είναι, απείραχτος, τα τελευταία 5 χρόνια, όλη αυτή η σκηνή που ακούει στο όνομα “ston­er rock/metal”, θα χτυπούσε παλαμάκια από ενθουσιασμό και θα παρακαλούσαν για ένα live. Θυμάμαι ότι τότε που το είχα πρωτακούσει δεν το είχα καταλάβει, τώρα όμως μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι σίγουρα από τα αγαπημένα μου CATHEDRAL. 
Ένα επίσης πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που ανακαλύπτω, είναι τα σχόλια στο YouTube, και ειδικά από αυτούς που τώρα μαθαίνουν την μπάντα. Και όλο αυτό συνοψίζεται στο “ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΗΞΕΡΑ ΑΥΤΟ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ…;;;”. Πράγμα το οποίο με κάνει να αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε γενικότερα αν υπήρχε ένα YouTube ή κάτι αντίστοιχο τότε. Καλά τα περιοδικά και οι εκπομπές που μαθαίναμε ό,τι μάθαμε, αλλά και πόσα χάσαμε τότε και πόσα αγνοούμε μέχρι σήμερα. Τέλος πάντων, μεγάλη κουβέντα. 
Ο δίσκος κυκλοφόρησε με 2 εξώφυλλα, ένα με τις φάτσες της μπάντας και ένα με την χαρακτηριστική υπέροχη ψυχεδελική τέχνη του Dave Patch­ett. Σε ευχαριστώ αξιότιμε κύριε Lee Dor­ri­an και λοιποί σεσημασμένοι για αυτά που έχετε δώσει. 
Υ.Γ.: Άξιο αναφοράς ότι τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα σχόλια σε YouTube κτλ, αναφέρουν το πόσο ενδιαφέρουσα εμπειρία ήταν η ακρόαση του δίσκου υπό την επήρεια ψυχεδελικών ουσιών, acid, lsd και λοιπές αηδίες.
Υ.Γ..2: Απίστευτη εισαγωγή ενός λεπτού και 18 δευτερολέπτων που ειλικρινά δεν έχει την παραμικρή σχέση ούτε με τον δίσκο ούτε με την μπάντα γενικότερα. CATHEDRAL, τρόλαραν τον κοσμάκη σε επίσημες κυκλοφορίες πριν καν ανακαλυφθεί ο όρος “τρολ”.
Μίμης Καναβιτσάδος

1

CONVERGE — “Peti­tion­ing the emp­ty sky” (Fer­ret)
Το “Peti­tion­ing the emp­ty sky” κυκλοφόρησε από την Fer­ret Records αρχικά σε μορφή 7”-EP με τέσσερα τραγούδια και αργότερα σε CD με έξτρα τέσσερα τραγούδια και δύο χρόνια μετά από την Equal Vision με την προσθήκη τριών τραγουδιών από ζωντανή εμφάνιση των CONVERGE στον ραδιοφωνικό σταθμό WJUL και art­work από τον Aaron Turn­er των ISIS. Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτο τους “Halo in a haystack” και διάφορων EP-sin­gles, διακρίνουμε το όραμα των Αμερικανών CONVERGE να μετουσιώνεται έστω και σε πρώιμο στάδιο σε αυτό που γιγαντώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα hard­core άλμπουμ που βγήκαν στα μέσα των 90s κι αποτέλεσε εφαλτήριο για αρκετά νέα συγκροτήματα που είχαν εντελώς διαφορετικά πράγματα να πουν, περισσότερο συναισθηματικά φορτισμένα και με παίξιμο αρκετά πιο χαοτικό. Πρόκειται για ένα σκοτεινό άλμπουμ, θορυβώδες και άναρχο αλλά κυρίως νευρώδες και με ξεσπάσματα που στο σύνολο του επηρέασε αρκετά τον όλο και αναπτυσσόμενο met­al­core ήχο της εποχής. Μιλάμε για μια περίοδο που ο πειραματισμός στο punk/hardcore δεν είχε ακόμα ένα συσπειρωμένο ρεύμα συγκροτημάτων εκτός από κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, οι NEUROSIS έχουν ήδη σημαντικές κυκλοφορίες στην πλάτη τους και τροφοδοτούν τα πιο ανήσυχα πνεύματα και το under­ground στο σύνολό του βράζει. 

Το εναρκτήριο “The sad­dest day”, σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα του δίσκου, με το κακόφωνο riff του, τα thrashy ξεσπάσματα και τα επιβλητικά beat­down και με τον Jacob Ban­non μέσω των στίχων του να εκφράζει το πως οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν ξεχνούν αυτούς για τους οποίους νοιάζονταν και οτιδήποτε αποτελούσε σημαντικό για αυτούς, επηρεασμένος από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με μια παλιά του φίλη από το σχολείο αφού είχε μετακομίσει σε άλλη πόλη από αυτή που μεγάλωσε. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια των CONVERGE και από τα πιο χαρακτηριστικά της πρώιμης εποχής τους και αναπόσπαστο μέρος των συναυλιών τους για πολλά χρόνια. To “For­sak­en” συνεχίζει στον ίδιο φρενήρη ρυθμό, στο “Alba­tross” τους ακούμε σε πιο ευθύ punk ύφος με μελωδικά/emo περάσματα και μελαγχολική post-hard­core διάθεση η οποία γίνεται ακόμα πιο έντονη στο “Dead”. Τα παιξίματα γίνονται εξίσου ιδιόμορφα και πιο δυσαρμονικά στο “Shin­gles” ενώ στον αντίποδα τους ακούμε αρκετά πιο old-school στο “Buried but breath­ing”. Tο “Farewell note to this city” αποτελεί μία από τις πιο ιντριγκαδόρικες συνθέσεις του δίσκου σε πιο ήπιους τόνος με το κλείσιμο του “Col­or me blood red” να μας επαναφέρει στο ιδιαίτερο met­al­core ύφος των CONVERGE. Σίγουρα η πορεία των CONVERGE έχει αλλάξει δραστικά από τότε, έχοντας κυκλοφορήσει άλμπουμ καλύτερα/επιδραστικότερα/δημοφιλέστερα από το “Peti­tion­ing the emp­ty sky” αλλά δεν παύει να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δουλειές τους και ξεχωριστή για τους παλαιότερους οπαδούς τους. 
Κώστας Αλατάς

1

CORROSION OF CONFORMITY — “Wise­blood” (Colum­bia)
To “Deliv­er­ance” ήταν ένα μεγάλο άλμα για την μπάντα αφού με αυτόν τον δίσκο κατάφεραν να αποκτήσουν την μεγαλύτερη μέχρι τότε δημοτικότητα και γενικότερα παρόλο που υπήρχαν στο προσκήνιο για πάνω από μια δεκαετία, με τον συγκεκριμένο δίσκο απευθύνθηκαν και κατάφεραν να αποκτήσουν πιο ευρύ και πιο μαζικό ακροατήριο.
Ενώ το “Deliv­er­ance” έσκασε σαν κεραυνός στην heavy rock/ met­al σκηνή του 1994, ο διάδοχος του, το “Wise­blood” που θα κυκλοφορήσει δύο χρόνια αργότερα, ήταν κατά κάποιο τρόπο “αναμενόμενος”. Aναμενόμενος όμως όσον αφορά το ηχητικό κομμάτι και μόνο, όπου εδώ και πάλι τα παλικάρια από την Νότια Καρολίνα συνεχίζουν να μας προσφέρουν super heavy rock με εξαιρετικό και πάλι riff­ing, south­ern επιρροές αλλά και παράλληλα SABBATH αναφορές κι ένα groove που επηρέασε δεκάδες μετέπειτα σχήματα τα επόμενα χρόνια.
Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, έτσι στο τελευταίο τους δίσκο για την πολυεθνική Colum­bia την παραγωγή θα αναλάβει και πάλι ο John Custer και εδώ υπάρχει και η μεγάλη συμμετοχή (χωρίς να αναφέρεται επίσημα) του James Het­field στο κομμάτι “Man or Ash” και μάλιστα οι ΜΕΤΑLLICA θα τους πάρουν μαζί τους στην περιοδεία που έκαναν. Επίσης το sin­gle “Drown­ing in a day­dream” θα καταφέρει να φθάσει (χωρίς να κερδίσει όμως) στα Gram­my στην κατηγορία Best Met­al Performance. 

Δυστυχώς στο εμπορικό σκέλος ο δίσκος δεν θα καταφέρει να αποκτήσει τις πωλήσεις που είχε κάνει ο προκάτοχός του (αν και έφτασε στο # 104 του bill­board) και παρόλο που σε σχέση με αυτόν μπορεί να υστερεί (για κάποιους) σε ένα βαθμό, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια πολύ σπουδαία κυκλοφορία για την μπάντα.
Kομματάρες σαν τα “Wish­bone”, “King of the rot­ten”, “Wise­blood”, “Good­bye Win­dows”, “Long whip, big Amer­i­ca”, “Drown­ing in a day­dream”, “The door” και “Βot­tom Feeder(El que come aba­jo)” είναι μερικά από τα πιο σπουδαία κομμάτια που θα βρει κάποιος εδώ μέσα. Όλες οι επιρροές τους, από το south­ern rock, τo hard rock και το heavy met­al ανακατεύονται και πάλι με πολύ επιδέξιο και ικανό τρόπο και μας προσφέρουν ένα από τα καλύτερα albums τόσο της μπάντας όσο και του south­ern met­al ιδιώματος, για την δημιουργία και την καθιέρωση του υπήρξαν και οι ίδιοι ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό συνυπεύθυνοι με τις κυκλοφορίες τους. 
Γιάννης Παπαευθυμίου

1

COUNT RAVEN — “Mes­si­ah of con­fu­sion” (Hell­hound Records)
Οι COUNT RAVEN είναι τόσο σπουδαία μπάντα για το doom met­al, όσο και υποτιμημένη. Θες γιατί κυκλοφόρησαν τους αριστουργηματικούς τους δίσκους σε μια εποχή πολύ δύσκολη για το doom, δηλαδή στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90; Θες γιατί δεν έδειξαν συνέπεια έκτοτε; Θες γιατί η σκανδαλώδης ομοιότητα στη συνθετική νοοτροπία αλλά και στη φωνή του ηγέτη, κιθαρίστα και τραγουδιστή Dan Fondelius με τους Iom­mi και Ozzy αντίστοιχα, αντιμετωπιζόταν εκ του πονηρού από πολύ (άσχετο δυστυχώς) κόσμο; Ό,τι και να ισχύει, το γεγονός παραμένει ένα: οι COUNT RAVEN βάσει υλικού, θα έπρεπε να είναι μεγαλύτεροι. Μετά λοιπόν τα απανωτά αριστουργήματα “Storm warn­ing”, “Destruc­tion of the void” και “High on infin­i­ty”, ήρθε το τελευταίο πόνημα της τριάδας Dan Fondelius/Tommy Eriksson/Christer Pet­ters­son, το “Mes­si­ah of con­fu­sion”. Θεωρητικά και συγκριτικά, το πιο αδύναμο. Πρακτικά και κρίνοντάς το ως αυτόνομη κυκλοφορία, ένα ακόμη κολοσσιαίο άλμπουμ ανόθευτης, μεταλλικής καταδίκης. Ένας ακόμη φόρος τιμής στα “Mas­ter of Real­i­ty” και “Vol. 4”. Ένας δίσκος που αποθεώνει τα 70s και αποθεώνεται από αυτά, πιο βαρύς και από έγκυο, ετοιμόγεννο ιπποπόταμο. Με απόλυτο high­light το κολοσσιαίο έπος “The Viking sea”, που μάλλον άνοιξε την όρεξη του Fondelius και για άλλες τέτοιες συνθέσεις στο μέλλον, μετά την επανασύνδεση του group. Ένα επικό άσμα αλλά υπό διαφορετική ματιά από αυτήν των CANDLEMASS ή των SORCERER επί παραδείγματι. Ένα μεγαλιθικό κομμάτι που θα μπορούσε να φέρει από κοινού με αυτή του Dan, την υπογραφή του τεράστιου Mark Shel­ton. Όχι, δεν περιμέναμε και δεν περιμένουμε από τους COUNT RAVEN να παίξουν επικά, αλλά όταν το κάνουν, υπό το δικό τους πρίσμα, το κάνουν τόσο καλά που δε γίνεται να περάσει ασχολίαστο και απαρατήρητο! Με το “Mes­si­ah of con­fu­sion” ήρθε και το προσωρινό τέλος των Σουηδών, μέχρι να φτάσουμε στο 2009 και το πολύ καλό “Mam­mons war” να τους ξαναβάλει στο κάδρο, να βαρεθούν εκ νέου και να κυκλοφορήσουν πέρυσι μόλις, το ποιοτικό “The sixth storm”. Ελπίζω το επόμενο να μη κυκλοφορήσει το 2031, δεν τους παίρνει και ιδιαίτερα εδώ που τα λέμε.
Δημήτρης Τσέλλος

1

CROWBAR – “Bro­ken glass” (Pave­ment Music)
Μια από τις (πολλές) περιπτώσεις που έχω πάρει επ’ ώμου από την άφιξη μου στο Rock Hard κι έπειτα, είναι αυτή των CROWBAR. Το χαίρομαι ιδιαίτερα διότι είναι περίπτωση που πάντα απαιτεί ειδικό χειρισμό κι από τη στιγμή που επιλέγομαι εγώ να πω τα δικά μου κάθε φορά, με γεμίζει χαρά και τιμή. Περί τιμιότητας του συγκροτήματος τα έχω πει αμέτρητες φορές, περί στ@ρχιδισμού τους επίσης, το μόνο που άλλαζε κατά καιρούς στο συγκρότημα ήταν πέρα από τον ήχο του εκάστοτε δίσκου, κάποια μέλη αλλά και οι συνθήκες που μπορεί να ευνοούσαν λιγότερο ή περισσότερο την κυκλοφορία ανά εποχή. Φτάνουμε στο 1996 και μπορούμε με πολύ μεγάλη βεβαιότητα –βάσει και του τελικού αποτελέσματος προφανώς- να πούμε ότι το “Bro­ken glass” ήταν το σωστό άλμπουμ τη σωστή στιγμή για το συγκρότημα. Από την ίδια θέση έλεγα στο αντίστοιχο αφιέρωμα του 1995 ότι ο προκάτοχος (και τρίτο τους άλμπουμ) “Time heals noth­ing” δεν είναι η ιδανική γνωριμία με το συγκρότημα, ενώ πέρασε και δεν ακούμπησε στην κυριολεξία παρά τα δεδομένα μεγάλα κομμάτια που είχε (όπως κάθε CROWBAR δίσκος δηλαδή έχει τις μεγάλες του στιγμές). Ένα χρόνο μετά, κι ακούγοντας τη διαφορά ποιότητας στο “Bro­ken glass”, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν άλλη μπάντα.
Πρώτη και πολύ βασική αλλαγή που είχαμε ήταν αυτή της αποχώρησης του Craig “Lou­siana Light­ning” Nunen­mach­er από το συγκρότημα. Υπερπαίχτης που έδειξε και μετά την αξία του στους BLACK LABEL SOCIETY, κοινώς μεγάλη απώλεια. Κι όμως η λύση ήρθε εκ των… έσω έξω, καθώς ο επιστήθιος φίλος του Kirk Wind­stein και συνοδοιπόρος του στους DOWN –και κιθαρίστας των EYEHATEGOD- Jim­my Bow­er, έκατσε στο σκαμνάκι των τυμπάνων με θαυμαστά και άμεσα αποτελέσματα μπορώ να πω. Το “Bro­ken glass” από την αρχή «φύσαγε» σαν υλικό, μπορεί ο όρος να φαίνεται αδόκιμος καθώς μιλάμε για αργό, βαρύ κι ασήκωτο άλμπουμ, αλλά αυτό που γίνεται ειδικά στην πρώτη πλευρά του δίσκου είναι ΟΡΙΣΜΟΣ του 10/10 άκοπα, αβίαστα, αβάδιστα. Το εναρκτήριο “Con­quer­ing” δεν ανοίγει μόνο το δίσκο αλλά και πολύ μεγάλη πλειοψηφία (ακόμα και σήμερα) των συναυλιών της μπάντας, σε λιγότερο από 3’ (όπως και το αντίστοιχο άνοιγμα της δεύτερης πλευράς με το φοβερό “Burn your world”) δείχνει ένα νέο πρόσωπο της μπάντας, πιο γκρουβάτο, με πιο καθαρό ήχο, με μεγαλύτερη σιγουριά και με τον Bow­er στα τύμπανα να τα σπάει πραγματικά και να προσθέτει πραγματικό βάθος και όγκο στο τελικό αποτέλεσμα. Η συνέχεια έφερε ύμνους που έμειναν στην ιστορία τους με χρυσά γράμματα.
Ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με την ολότητα των “Like bro­ken glass”, “(Can’t) Turn away from dying”, “Wrath of time be judge­ment” και το καθηλωτικό “Noth­ing”. Μιλάμε για ένα κι ένα το καθένα τους, η παραγωγή ξερή αλλά και ταυτόχρονα αναδεικνύει την βασική αρετή της μπάντας, δηλαδή την υπέρμετρη βαρύτητα τους. O Kirk Wind­stein πιο τσαμπουκαλής από ποτέ στο μικρόφωνο, ο «πολύς» Todd Strange στο μπάσο φαίνεται να βρήκε τον διόσκουρό του στο πρόσωπο του Bow­er, βάλτε και το γεγονός ότι εν έτει ’96 οι περισσότερες μπάντες είχαν την τάση να ελαφρύνουν τον ήχο τους, και καταλαβαίνετε πόσο μεγάλη σημασία είχε σαν δίσκος το “Bro­ken glass”. Το οποίο πηγαίνοντας το παραπέρα, έχει την μερίδα του λέοντος στις προτιμήσεις των οπαδών τους ως ο καλύτερος δίσκος που κάνανε ποτέ (ή ο πιο αναγνωρίσιμος για άλλους). Πράγματι αν παίρναμε μια Αγία Τριάδα δίσκων τους, θα ήταν σίγουρα μέσα μαζί με το ομότιτλο “Crow­bar” και το “Odd fel­lows rest”, χωρίς να αναιρούμε το γεγονός πόσο φοβερούς δίσκους έβγαλαν (και) μετά. Οι CROWBAR πήραν πίσω όσα έχασαν με τη φόρα που τους έκοψε το “Time heals noth­ing” ύστερα από το “Crow­bar” και ήταν έτοιμοι για καλύτερες μέρες. Τίποτα στην καριέρα τους δε θα ήταν ίδιο χωρίς το τρισμέγιστο “Bro­ken glass”.
Άγγελος Κατσούρας

1

CRYPTOPSY — “None so vile” (Wrong Again)
Μετά τον σοκ του “Blas­phe­my made flesh”, ποιος φανταζόταν ότι μόλις 2 χρόνια μετά, οι Καναδοί σφαγείς CRYPTOPSY, θα έφταναν τόσο μακριά. Το πρώτο κομμάτι βέβαια σε μια μεγάλη αλλαγή είναι τα σωστά βήματα προς τα μπρος. Από την Γερμανική Inva­sion Records που είχε στο δυναμικό της τους DEFLESHED, GATES OF ISHTAR και INFESTDEAD ως “αιχμές του δόρατος”, περάσαμε στην Wrong Again records στη Σουηδία, η οποία τότε είχε πάρει τα πάνω της, ξεκινώντας με τους ολόφρεσκους EUCHARIST, IN FLAMES, NAGLFAR και κάποιους κυρίους επ’ ονόματι ARCH ENEMY, που επίσης έκαναν τα πρώτα τους μουσικά βήματα. 
Μέσα σε αυτές τις πολλά υποσχόμενες μπάντες, βρέθηκαν οι CRYPTOPSY, και κατόπιν ηχογραφήσεων από Δεκέμβρη του ‘95 ως Γενάρη του ‘96, στις 3 Ιουλίου του ‘96 παρέδωσαν στην ανθρωπότητα, ένα από τα κορυφαία death met­al άλμπουμ που έχουν βγει ποτέ. Ο τίτλος αυτού; “None so vile”. Το εξώφυλλο που το κοσμεί, έργο ωμής τέχνης στη κυριολεξία: το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή, επί πίνακι όπως ζητήθηκε από την Σαλώμη [τίτλος έργου: “Hero­dias, with head of John the Bap­tist” της Elis­a­bet­ta Sir­ani (1638–1665)]. Η μουσική ξέρετε, καμιά φορά, “προλογίζεται” από το εξώφυλλο που την ”ντύνει” σε μορφή κυκλοφορίας. Ε αυτό το εξώφυλλο, προειδοποιούσε: “άμα ακολουθήσεις τους φρενήρεις ρυθμούς αυτών των παλικαριών, κάπως έτσι θα καταλήξεις”. 
Ξεκινάμε λοιπόν, παρά τη σοφή προειδοποίηση του εξωφύλλου, με άγνοια κινδύνου πατάμε “play”: βρυχηθμός κτήνους και μετά η φράση “I do that rather well, don’t you think;” [παρμένο από το: “The exor­cist III: legion” (1990)]. Πολύ αργά για γυρισμό, μπαίνει το “Crown of horns” και τα κάνει όλα “ίσωμα”! Χαοτικό τεχνικό bru­tal death από τα αρτιότερα του είδους, με τα blast­beats του Flo Mournier να αποτελούν σχολή για κάθε επίδοξο drum­mer του ύφους αυτού. Πάνω από το συνθετικό μακελειό, στέκεται ο κύριος Lord Worm, με τον ακατάληπτο σχεδόν τρόπο που ερμηνεύει τους ποιητικούς σε σημεία στίχους του, χρησιμοποιώντας το λαρύγγι του σαν επιπλέον όργανο στη μουσική της μπάντας. Από εκεί και πέρα, ο ακροατής αφήνεται έρμαιο στις ορέξεις των πεινασμένων Καναδών.
“Slit your guts”…και από κάπου ακούγεται ο Πετρόπουλος να φωνάζει: “ΠΩΣ ΤΟΥΣ ΠΕΤΣΟΚΟΨΕΣ ΕΤΣΙ, ΤΑ ΣΚΑΜΠΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΤΟΣΘΙΑ ΜΟΥ”. Και όχι μόνο με τα ξεσκισματικά του riffs, αλλά και με τα κοψίματα για σεμινάριο (παρατηρούνται επίσης στο “Graves of the fathers” και στο “Dead and drip­ping”), που μαρτυρούν μουσικότητα, δυναμικές, που άμα εμφανίστηκαν σε υψηλό επίπεδο στο “Blas­phe­my made flesh”, εδώ πάνε στρατόσφαιρα! Και τι solos που να με πάρει ο διάολος! Μελωδικά, σχεδόν “γλυκά” σε σημεία, που μαρτυρούν τη κλάση των παικτών που απαρτίζουν ετούτο το συγκρότημα. Μελωδία που ξεπετάγεται με τη μορφή εισαγωγής ΜΕ ΠΙΑΝΟ, στο κομμάτι — γνωριμίας του γράφοντος με το συγκρότημα: “Phobophile”. Όπως προείπαμε, ΠΙΑΝΟ, να παίζει μια πανέμορφα σκοτεινή μελωδία. Έπειτα, το μπάσο, παίζει υποχθόνια το εισαγωγικό riff, προτού το αναλάβουν οι κιθάρες και να ξεκινήσουν το μακελειό. Εθιστικό riff, έρωτας με τη πρώτη αυτιά και αφορμή για να γίνεις οπαδός της μπάντας.
Το μπάσο ειδικά στο “Bene­dic­tive con­vul­sions” ακούγεται τόσο καθαρό και jazzy που σε πωρώνει ακόμα περισσότερο σε κάθε ακρόαση, κολακεύοντας τη διάθεση του κομματιού. Το φινάλε με το “Lich­mistress” (μανούλα μου…), και το “Orgias­tic dis­em­bow­el­ment” (…τα ούλα μου), εδραιώνει τη κυριαρχία των CRYPTOPSY στο τότε νεογνό bru­tal death met­al, και δη στο πιο τεχνικό παρακλάδι του. Νομίζω δε, ότι η τελευταία φράση, παρμένη από το “Evil dead III: army of dark­ness” (1993) που ακούγεται, συνοψίζει πόσο απειλητικό και σπουδαίο είναι τούτο το δημιούργημα: “That’s it, go ahead and run. Run home and cry to mama!”. Τα λέγαμε!
Γιάννης Σαββίδης

1

CRADLE OF FILTH – “Dusk and her embrace” (Music For Nations)
Απλά αριστούργημα! Ίσως ο καλύτερος δίσκος των Βρετανών και αναμφίβολα ένα σημαντικό κεφάλαιο του black met­al. Κι επειδή είναι πολλοί αυτοί που διαχρονικά διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το αν είναι black met­al η μουσική των FILTHs, το “Dusk and her embrace” διακήρυξε με τον πλέον εμφατικότερο τρόπο πως δε χρειάζεται να είσαι Νορβηγός για να διαπρέψεις στο black met­al. Η κυκλοφορία του δίσκου πέρασε από κάμποσα κύματα μέχρι να διατεθεί επίσημα στο κοινό. Τα μισά μέλη του ντεμπούτου την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια από την μπάντα για να σχηματίσουν με τον Dar­ren White (ex-ANATH­E­MA) τους THE BLOOD DIVINE, οι άλλοι μισοί έτρεχαν στα δικαστήρια με την τότε τους εταιρεία Cacoph­o­nous και μετά από την αναγκαστική, για να αποδεσμευτούν, κυκλοφορία του ΕΡ “V empire, or dark faery­tales in phal­lus­tein” ήταν έτοιμοι για το επόμενο βήμα. Και τι βήμα… Εν τέλει βρέθηκαν στην αγκαλιά της Music For Nations και επιτέλους είχαν ανθρώπους για να προωθήσουν την επόμενη δουλειά τους με τη σημασία και την επαγγελματικότητα που της έπρεπε. Η δουλειά που είχε γίνει στις συνθέσεις του “Dusk and her embrace” ήταν τουλάχιστον μνημειώδης. Heavy/thrash riffs, Maid­en-ικές μελωδίες, goth­ic πλήκτρα και ατμόσφαιρες ήταν τα κύρια συστατικά του δίσκου. Παρέα με τα μοναδικά black met­al φωνητικά από τον Dani, το εξαιρετικό drum­ming του Bark­er και μια όμορφη παραγωγή και ήχο, όλα μαζί συνέθεταν ένα μοναδικά ισορροπημένο, συμπαγές και απαστράπτον αποτέλεσμα. Το “Dusk and her embrace” αποτέλεσε μια διαφορετική πρόταση στην ακραίο ήχο, ανέβασε επίπεδο τους FILTHs, έθεσε νέους κανόνες στο παιχνίδι του black met­al και έκανε κόσμο να αγοράζει τα (τουλάχιστον) προβοκατόρικα μπλουζάκια τους, τα οποία έσπερναν εγκεφαλικά σε ανυποψίαστους που τα χάζευαν φορεμένα στο δρόμο…
Θανάσης Μπόγρης

1

DARKTHRONE – “Total death” (Moon­fog Pro­duc­tions)
Ήδη από το προηγούμενο δίσκο “Panz­er­faust” και πρώτο για τη μπάντα στη Moon­fog Pro­duc­tions, είχε διαφανεί ένα σημείο καμπής για το Νορβηγικό ντουέτο. Μην παρεξηγηθώ, το “Panz­er­faust” είναι εξαιρετικό, αλλά αντιλαμβανόσουν αμέσως πως δεν έφερε την αίγλη της προηγούμενης «τριλογίας» της μπάντας, που έμελλε να αποτελέσει άπαξ δια παντός, ακρογωνιαίο λίθο του black met­al οικοδομήματος. Το “Total Death” ήρθε ένα χρόνο αργότερα και η καμπή που προαναφέραμε, εδώ πλέον ήταν ξεκάθαρη. Με έναν «καμένο» και «στεγνωμένο» από ενέργεια, διάθεση και ιδέες Fen­riz, εξαιτίας των αμέτρητων projects στα οποία είχε εμπλακεί εκείνη τη διετία, ο Noc­turno Cul­to προσπάθησε να το πάρει πάνω του, παρόλο που κι αυτός δεν ήταν στο καλύτερο φεγγάρι του. Στιχουργικά, ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως στα μισά κομμάτια συνέδραμαν οι αστέρες της νορβηγικής σκηνής Garm, Ihsahn, Carl-Michael Eide (aka Agres­sor) και Satyr, γράφοντας έκαστος κι από ένα. Συνθετικά, όμως τα πράγματα δεν έλεγες ότι πήγαιναν ρολόι. Ο δίσκος παρόλο που περιείχε κάποιες καλές στιγμές και riffs, τα κομμάτια συνολικά ήταν χλιαρά και χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, δίνοντας ένα αποτέλεσμα το οποίο έφερνε περισσότερο σε μια συλλογή κομματιών που είχαν ξεμείνει από άλλες κυκλοφορίες, παρά σε μια φρέσκια κι εστιασμένη προσπάθεια. Χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, οι DARKTHRONE έπειτα από αυτό το δίσκο έκλεισαν το μαγαζί για σχεδόν τρία χρόνια, μέχρι ο Noc­turno Cul­to να κινήσει και πάλι τα νήματα και οι Νορβηγοί να επιστρέψουν στο κόλπο με το καλό “Rav­ish­ing Grimness”.

Θανάσης Μπόγρης

1

DECORYAH – “Fall-dark waters” (Met­al Blade)
Υπάρχουν δύο τρόποι για να μιλήσω γι’ αυτόν το δίσκο. Ο πρώτος έχει να κάνει με το πώς μου φάνηκε το 1996 που τον είχα ακούσει μόλις είχε βγει. Φινλανδοί, με αντρικά και γυναικεία φωνητικά, ατμοσφαιρικοί, με αρκετά ακουστικά μέρη, χωρίς bru­talιές, post στοιχεία και κινούνταν κοντά στο ύφος των GATHERING και παρομοίων σχημάτων. Συμβόλαιο είχαν στη Met­al Blade, το άλμπουμ ήταν αρκετά καλύτερο από το ντεμπούτο τους, “Wis­dom floats”, τους γούσταρα και τους έβαζα συχνά-πυκνά και στο ραδιόφωνο.

Ερχόμαστε στο 2022. Έχουν περάσει καμία 25ρια χρόνια απ’ όταν άκουσα το “Fall-dark waters” και βάζω να το ξανακούσω για να το θυμηθώ και να γράψω αυτό το κείμενο. Τι άκουσα; Φτάσαμε στο δεύτερο τρόπο για να μιλήσω για το άλμπουμ. Ένα δίσκο με πολύ μέτρια παραγωγή, μέτριο παίξιμο με φάλτσα και στα όργανα, αλλά και στα φωνητικά (ιδιαίτερα στα γυναικεία), πολλή αφέλεια και ερασιτεχνισμό (όχι απαραίτητα άσχημα αυτά τα δύο, αλλά λέμε), πλήκτρα που έχουν ήχο σαν τα όργανα που παίζουν τα μωρά. Γενικότερα, πλέον, νομίζω ότι άκουσα άλλο δίσκο και ειλικρινά δεν έχω καμία διάθεση να τον ξανακούσω. Δεν είναι τυχαίο που έχασαν και το συμβόλαιο που είχαν με τη Met­al Blade κι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο. Όπως βλέπω, επανασυνδέθηκαν το 2019, ελπίζω έχοντας μάθει να παίζουν καλύτερα, ώστε να πάρουν νέα ευκαιρία από εμένα… Μου αρέσει που το πήρα από μόνος μου αυτό το άλμπουμ, για να μου δοθεί η ευκαιρία να το ξανακούσω… Ατυχής επιλογή.
Σάκης Φράγκος

1

DEEP PURPLE – “Purpen­dic­u­lar” (RCA)
Έχουμε τραβήξει πολλά οι φανατικοί οπαδοί των PURPLE όλα αυτά τα χρόνια. Τα πήγαινε-έλα του Gillan, η αβεβαιότητα για το τι μέλλει γενέσθαι με τη μπάντα στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, η ταραχώδης σχέση των Gillan/Blackmore είναι μονάχα μερικά ακανθώδη ζητήματα της πορείας του βρετανικού μεγαθηρίου. Το 1994 όμως το βασικό ερώτημα στα χείλη όλων μας ήταν το εξής: «υπάρχει ζωή μετά τον Black­more»; Η απάντηση θα δινόταν σχεδόν δύο χρόνια μετά και το εκπληκτικό “Purpen­dic­u­lar”. Θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Ο Black­more είναι μακράν ο αγαπημένος μου κιθαρίστας όλων των εποχών και έτσι είχα μία εύλογη ανησυχία τότε για τη νέα δουλειά των PURPLE καθώς μάλιστα ο Ritchie ήταν πάντα ο βασικός συνθέτης της μπάντας. Κάθε δεύτερη σκέψη όμως πήγε περίπατο ακούγοντας το “Purpen­dic­u­lar”…
O Steve Morse έδωσε έναν αέρα ανανέωσης αλλά κυρίως έφερε μαζί του μία θετική αύρα η οποία απουσίαζε εδώ και τουλάχιστον 6–7 χρόνια από τους PURPLE. Οι Gillan/Glover/Lord/Paice έπραξαν ορθώς επιλέγοντας έναν τελείως διαφορετικό κιθαρίστα (και όχι έναν κλώνο του Black­more) ο οποίος μάλιστα μόνο τυχαίος δεν ήταν. Επιπλέον ο Gillan γράφει μερικούς από τους πιο έξυπνους και καυστικούς στίχους εδώ μέσα ενώ και αμιγώς μουσικά το “Purpen­dic­u­lar” αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ενός πειράματος που πέτυχε για τους PURPLE. Τι εννοούμε; Ο δίσκος έχει μεν πολλά τυπικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας της μπάντας αλλά από την άλλη ενέχει και νέα στοιχεία που έφερε μαζί του ο Morse αλλά και οι ίδιοι οι PURPLE «αγκάλιασαν» και δεν δίστασαν να εντάξουν στο studio. 
To “Purpen­dic­u­lar” όχι μόνο πήρε θετικό πρόσημο από όλους τους οπαδούς της μπάντας αλλά θεωρείται, μάλιστα, το τελευταίο πραγματικά κλασικό άλμπουμ των PURPLE ενώ το κομμάτι “Some­times I feel like scream­ing” είναι με μεγάλη άνεση ό,τι καλύτερο έχουν γράψει οι PURPLE από το 1996 μέχρι σήμερα. 
Σάκης Νίκας

1

DEF LEPPARD – “Slang” (Mer­cury)
Ένας από τους πέντε αγαπημένους μου δίσκους όλων των εποχών, είναι το “Pyro­ma­nia”, ενώ λατρεύω ό,τι έχουν κυκλοφορήσει μέχρι και το “Adren­a­l­ize” αλλά και αποσπασματικά κι άλλες δουλειές τους, πιο πρόσφατες. Αυτό που είχα πάθει όμως, όταν άκουσα για πρώτη φορά το “Slang”, δεν το έχω πάθει με άλλο δίσκο… Ένιωσα λες και είχα βρεθεί σ’ ένα ρινγκ και είχα απέναντί μου τον Μοχάμεντ Άλι στα ντουζένια του και με άρχιζε στις γρήγορες. Καταλαβαίνω ότι είχαμε φτάσει στο 1996. “Hys­te­ria” και δίσκοι σαν κι αυτόν, δεν υπήρχαν καν στο χάρτη. Τα γκρουπ του κινήματος που για οποιονδήποτε λόγο ονομάζαμε “hair met­al”, δεν υπήρχαν στο χάρτη ή είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό. Έτσι, οι LEPS έφτασαν σε σημείο να βγάλουν ένα δίσκο χωρίς το κλασικό τους λογότυπο, χωρίς τον Mutt Lange, χωρίς σχεδόν καθόλου δεύτερα φωνητικά (και τρίτα και τέταρτα), με το grunge να είναι στο απόγειο της δόξας του και την pop «τσιχλόφουσκα» να αρχίζει επίσης να ανεβαίνει σε δημοτικότητα. Όταν είσαι ένα σχήμα που έχει πουλήσει δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα, δεν μπορείς να αγνοείς τι συμβαίνει γύρω σου και να σφυρίζεις αδιάφορος. Εν μέσω πολλών προσωπικών προβλημάτων των μελών, μπήκαν στο στούντιο, για πρώτη φορά με τον Vivian Camp­bell στα writ­ing ses­sions σε full length δίσκο, για να βγάλουν το “Slang”. Πολύς κόσμος εκνευρίστηκε επειδή ήταν πολύ πιο pop απ’ ότι περιμέναμε. Άλλοι επειδή είχε grungy στοιχεία (όπως στο “Gift of flesh”). Άλλοι επειδή είχε τέσσερις μπαλάντες. Εγώ εκνευρίστηκα επειδή δεν μου άρεσε σχεδόν κανένα τραγούδι. Τόσο απλά. Ό,τι και να έπαιζαν στο “Slang”, εγώ το έβρισκα και το βρίσκω μετριότατο. Ακόμα και το “Pearl of Eupho­ria”, η πιο LED ZEPPELIN στιγμή τους, που κλείνει το άλμπουμ, οριακά ακούγεται. Άντε να βάλω το “Turn to dust” που θα ήταν ένα καλό b’ side τα περασμένα χρόνια, άντε και το “All I want is every­thing”, παρότι πολύ μελιστάλαχτο και το “Work it out”, το πρώτο sin­gle, έτσι επειδή με πιάσατε στις καλές μου, το “Slang” δεν ακούγεται. Όχι από εκείνους που πιστεύουν ότι οι DEF LEPPARD έπρεπε να είχαν διαλυθεί πριν το “Pyro­ma­nia” και τώρα βρίσκονται στη σπηλιά του Νταβέλη, με το γραφικόμετρο τερματισμένο, αλλά και από τους οπαδούς τους μέχρι εκείνο το άλμπουμ. Μπορεί, σύμφωνα με τα γούστα του καθενός, να έβγαλαν και χειρότερο άλμπουμ από αυτό (που προσωπικά διαφωνώ, αλλά για την κουβέντα, ας το δεχτώ). Μεγαλύτερη απογοήτευση, δεν μπορεί να είχαν νιώσει…

Σάκης Φράγκος

1

DEFYANCE — “Ama­ran­thine” (Self Released)
Αυτά τα αφιερώματα μου αρέσουν κυρίως για έναν συγκεκριμένο λόγο: τις κυκλοφορίες των μεγάλων ή των γνωστών, main­stream καλλιτεχνών τις ξέρεις, τις έχεις ακούσει, τις έχεις λατρέψει, ακόμη-ακόμη τις έχεις απορρίψει σαν ένα άκουσμα που δεν σου άρεσε. Δεν σου είναι άγνωστες θέλω να πω, σε καμία περίπτωση. Μαζί μ’ αυτές όμως, δίνεται η ευκαιρία και σε κάποιες ακόμη να βγουν επιτέλους μπροστά και να κάνουν γνωστό το όνομά τους. Μια τέτοια είναι και το αυτοχρηματοδοτούμενο “Ama­ran­thine” των μικρών θεών DEFYANCE. Που αν κάνω μια γρήγορη δημοσκόπηση εκτός του χώρου των λίγων «άρρωστων» και «καμένων» οπαδών του US pow­er met­al, ακόμη και στις τάξεις των συναδέλφων μου φαντάσου, η συντριπτική πλειοψηφία θα ανασηκώσει τους ώμους γεμάτη άγνοια για το ποιοι είναι και τι έκαναν στην καριέρα τους. USPM λοιπόν σε τούτο το δισκάκι, τόσο καλοπαιγμένο, τόσο εμπνευσμένο, τόσο εκθαμβωτικό σε σημεία, που αβίαστα με ωθεί να ισχυριστώ πως αν το “Ama­ran­thine” είχε κυκλοφορήσει υπό το όνομα των CRIMSON GLORY, των QUEENSRYCHE ή των LETHAL, θα παραμιλούσαμε σαφέστατα πολλοί περισσότεροι, ενώ θα θεωρείτο τώρα ως ένα “must have” για κάθε δισκοθήκη που θέλει να λέγεται ενημερωμένη, τουλάχιστον ως προς τον χώρο αυτόν. Καταπληκτικές μελωδίες, λυρισμός στο ύψιστο επίπεδο, προοδευτική ματιά, μεγάλες ερμηνείες από τον διάττοντα αστέρα Bri­an Har­ring­ton (ο άνθρωπος τραγούδησε εδώ και έκτοτε χάθηκε) που μοιάζει σαν μια pow­er met­al έκδοση του Sebas­t­ian Bach και μια χούφτα απίστευτα τραγούδια, συνθέτουν ένα μωσαϊκό τόσο λαμπρό, που αποκλείεται να μην σε καθηλώσει ώστε να αποτυπώσεις στο μυαλό σου και την τελευταία του λεπτομέρεια. Να βοηθούσε και η παραγωγή λίγο παραπάνω… αλλά δε μας νοιάζει αυτό. Εδώ άλλοι έχουν εταιρείες από πίσω τους και δε μπορούν να πετύχουν σωστό ήχο. Όσο για σένα φίλε power‑ά που κατά τύχη δεν τους έχεις ακούσει αλλά όλα όσα προαναφέραμε περί ‘Ryche και λοιπών δυνάμεων σου προκαλούν ανατριχίλα, να σου πω πως τούτο το διαμάντι μπορεί να συγκριθεί μόνο με albums σαν το ντεμπούτο των JACOBS DREAM. Κατάλαβες τώρα, ναι; Α ρε τιμημένο Knoxville!
Δημήτρης Τσέλλος

1

DEVISER – “Unspeak­able cults” (Mas­cot)
Έπρεπε να περάσουν 7 ολόκληρα χρόνια για να παρουσιάσουν ένα full length album οι συμπατριώτες μας DEVISER. Όταν κυκλοφόρησε ο αντίκτυπος ήταν μεγάλος, αν και κυκλοφόρησε από την Ολλανδική Mas­cot. Αναμφίβολα εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν από τους ορισμούς του ελληνικού heavy/black met­al, το οποίο στα mid 90s είχε αποκτήσει μια ιδιότυπη υπόσταση που αγαπήθηκε παγκόσμια. Μόνο που εδώ τα μαυρομετσλλικά στοιχεία μπλέκονται με τα πλήκτρα και τις gloomy lead κιθάρες του mid 90s ατμοσφαιρικού ήχου, έχοντας ακόμα και ταιριαστά γυναικεία φωνητικά. Η ικανότητα τους να ακροβατούν ανάμεσα σε αυτά τα στοιχεία και να πετυχαίνουν ένα ομοιογενές σύνολο είναι τουλάχιστον αξιοθαύμαστο, αν αναλογιστεί κανείς ανάλογες αποτυχημένες προσπάθειες άλλων σχημάτων εκείνης της περιόδου. Οι εναλλαγές ρυθμών γίνονται με τόσο ομαλό τρόπο που δείχνουν πόσο δουλεμένες είναι οι συνθέσεις, γεγονός που δείχνει ότι ετοίμαζαν πολύ καιρό τις ιδέες τους και σε κανένα σημείο δεν φαίνεται ανέμπνευστο και χωρίς συνοχή στη δομή κάθε κομματιού. Ειδικά στα mid tem­po σημεία του οι μελωδίες είναι αξιοθαύμαστες μακριά από απόπειρες προσέγγισης κοινού εκτός black met­al όπως έκαναν άλλα σχήματα τότε σε μορφή «διαλείμματος». Η παραγωγή στα Prax­is είναι από τις καλύτερες που έχουν γίνει ποτέ στη χώρα μας στον μαυρομεταλλικό χώρο και καταφέρνει σε κάθε του σημείο να είναι ευδιάκριτα όλα τα όργανα με ευκρίνεια που ζηλεύουν άλλες πολυδιαφημισμένες υπερπαραγωγές των mid/late 90s. Είναι σίγουρα ένας δίσκος που σφράγισε τους ίδιους και την ελληνική σκηνή, αλλά η συνέχεια δεν θα ήταν ανάλογη αφήνοντας τον στη λήθη δυστυχώς. Ακούστε τον και ίσως καταλάβετε γιατί στη χώρα μας αγαπήθηκε τόσο πολύ το «δικό μας» black metal.
Λευτέρης Τσουρέας

1

BRUCE DICKINSON — “Skunkworks” (Raw Power)
Skunkworks. Με λίγα λόγια, ένα project, που σκοπό έχει να βοηθήσει μια μικρή ομάδα ανθρώπων να εφαρμόσει κάποιες καινούργιες ιδέες της (παράλληλα και ονομασία εταιρίας κατασκευής οπλικών συστημάτων, αλλά δεν είναι της παρούσης). Καθόλου τυχαίος λοιπόν ο τίτλος του τρίτου προσωπικού δίσκου του πρώην (τότε), τραγουδιστή των IRON MAIDEN, Bruce Dickinson.
Το “Skunkworks”, κυκλοφόρησε το 1996 και οι μουσικοί που συμμετέχουν σε αυτό (Alex Dick­son στις κιθάρες, Chris Dale στο μπάσο, Alessan­dro Ele­na στα τύμπανα), είναι αυτοί που είχε ο Dick­in­son στην περιοδεία του για το “Balls to Picas­so”. Οι μουσικοί αυτοί μπήκαν στο στούντιο, ηχογράφησαν, περιόδευσαν και πήραν την άγουσα από την συνέχεια της προσωπικής μουσικής περιπέτειας του Bruce.
Οι αλλαγές και οι πειραματισμοί που συναντά κανείς σε αυτό το άλμπουμ, ξεκινάνε ήδη από το εξώφυλλο, το οποίο παραπέμπει σε διαφορετικά μουσικά ήδη από αυτά που έχουμε συνηθίσει τον Bruce να εκπροσωπεί. Ο ίδιος θυμάται να πεισμώνει όταν ο μάνατζερ του, του είπε “είσαι Heavy Met­al τραγουδιστής, δεν αλλάζει αυτό, αποδέξου το”.
Έκοψε λοιπόν τα μαλλιά του (ακόμα μια αλλαγή), ίδρυσε τους SKUNKWORKS, γιατί αυτό ήθελε να είναι το όνομα του σχήματος και όχι μόνο το άλμπουμ, άσχετα αν οι δισκογραφικές του το αρνήθηκαν και ξεκίνησε να ηχογραφεί την νέα του, εντελώς διαφορετική δουλειά.
Αν λόγω του ονόματος στο εξώφυλλο, ο ακροατής θα περίμενε να ακούσει κάτι σαν το “Balls to Picas­so” ή άντε κάτι πιο Hard Rock σαν το “Tat­tooed mil­lion­aire”, υπολόγισε λάθος. Το άλμπουμ, έχει μια Alter­na­tive Rock χροιά, έναν Grunge (ένεκα και της εποχής που γράφτηκε και της κατακόρυφης ανόδου αυτου του ιδιώματος) προσανατολισμό, όχι στο ύφος των κυρίαρχων τότε NIRVANA όμως, αλλά πιο κοντά στο ύφος των SOUNDGARDEN, οι οποίοι για τον Bruce, είναι Met­al συγκρότημα.

Το άλμπουμ δεν είναι απογοήτευση αν το δούμε στα πλαίσια και τη λογική που το έγραψε ο Dick­in­son. Είναι ένα πειραματικό άλμπουμ, ένα άλμπουμ στην εποχή του οποίου ο ίδιος ο δημιουργός του προσπαθούσε μάλλον να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό του, να επαναπροσδιοριστεί, όχι μόνο στα μάτια του κοινού, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.
Υπό αυτό το πρίσμα, μακριά από συγκρίσεις με ότι ακολούθησε το “Skunkworks”, τότε αυτός ο δίσκος, είναι ένας ξεναγός, στις σκέψεις και τους προβληματισμούς του Bruce των ’90s.
Φανούρης Εξηνταβελόνης

1

DIMMU BORGIR — “Storm­blåst” (Cacoph­o­nous Records)
“Storm­blåst” ελληνιστί «Θυελλώδης» και πράγματι, το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ των μεγάλων Black Met­allers DIMMU BORGIR, ήταν σκέτη θύελλα από όποια μεριά και να το πιάσει κανείς. Μουσικά; Θύελλες. Αλλαγών στο σχήμα; Θυελλώδεις. Γλωσσικά; Και εδώ θύελλες. Ας δούμε όμως τι είναι όλοι αυτοί οι άνεμοι που πνέουν, γύρω από το κατά τα άλλα πολύ καλό άλμπουμ των Νορβηγών.
Το “Storm­blåst”, κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1996. Πρώτη, γιατί επανακυκλοφόρησε το 2001 από την Cen­tu­ry Media, ενώ επανηχογραφήθηκε εξ ολοκλήρου το 2005, υπό τον τίτλο “Storm­blåst MMV”. 
Αποτελεί το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ των DIMMU BORGIR, του οποίου οι στίχοι είναι γραμμένοι στη μητρική γλώσσα του συγκροτήματος, τα Νορβηγικά, μιας και από το επόμενο άλμπουμ τους και μετά οι στίχοι είναι στα Αγγλικά. Αυτή είναι και η γλωσσική θύελλα που συνοδεύει τον δίσκο. 
Παράλληλα, για πρώτη φορά εδώ βρίσκουμε τον Sha­grath να συμμετέχει στα φωνητικά και να παίζει κιθάρα (αντί των τυμπάνων του “For all tid ”, ενώ είναι η τελευταία φορά που ο Silenoz βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο, εφόσον από το “Enthrone dark­ness tri­umphant” και στο εξής, αφιερώνεται στην κιθάρα του, παραδίδοντας την σκυτάλη των φωνητικών στον Sha­grath. Ο Tjo­dalv από την κιθάρα του ντεμπούτο άλμπουμ μετακομίζει στα τύμπανα, ο Stian Aarstad αναλαμβάνει τα πλήκτρα, ενώ ο μπασίστας Bryn­jard Tris­tan, μετά από αυτόν τον δίσκο, αποχωρεί από το συγκρότημα. 
Η επόμενη «θύελλα», έχει να κάνει με τις συνθέσεις των τραγουδιών. Ο πληκτράς Stian Aarstad, κατηγορήθηκε (και όχι άδικα) ότι το instru­men­tal τραγούδι του δίσκου “Sor­gens Kam­mer”, είναι κλεμμένο από την μουσική ενός παιχνιδιού της Ami­ga, το “Agony”, πράγμα που οδήγησε στο να μην συμπεριληφθεί το εν λόγω κομμάτι στην επανηχογράφηση του 2005, ενώ το ίδιο συνέβη και με το “ Alt lys er svun­net hen”, το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, για το οποίο ο Silenoz κατηγορήθηκε ότι αντέγραψε το “Sacred Hour” των MAGNUM. Παράλληλα, το intro του “Guds for­t­apelse”, δεν είναι άλλο παρά η ενάτη συμφωνία του Dvořák, αλλά εδώ δεν υπήρξαν τουλάχιστον κατηγορίες.
Παρά τις παραπάνω «θύελλες» όμως, το “Storm­blåst” παραμένει ένα σημαντικό άλμπουμ, όχι μόνο για την δισκογραφία των DIMMU BORGIR, αλλά για όλη την Black Met­al σκηνή, η οποία εκείνα τα χρόνια, είχε ήδη ξεκινήσει να αλλάζει. Με πρωτοπόρους τους EMPEROR, στην «μαύρη» μεταλλική σκηνή, είχαν αρχίσει να προστίθενται στοιχεία, που έμελλαν να κάνουν το Black Met­al, ένα από τα πιο αναπτυσσόμενα και ενδιαφέροντα ήδη του Met­al χώρου. Καθαρότερες (έως πεντακάθαρες) παραγωγές, προσθήκες συμφωνικών στοιχείων, προσθήκες ατμοσφαιρικών σημείων, μια γοτθική μελαγχολική ατμόσφαιρα, η οποία είναι έκδηλη σε αυτή την δεύτερη δουλειά των Νορβηγών. Στοιχεία που πρόσθεσαν μία μεγαλοπρέπεια, μία επικότητα και μία λυρικότητα στο είδος, ανοίγοντας το σε ευρύτερα κοινά, κάτι το οποίο ποτέ δεν αποδέχτηκαν οι αυτοαποκαλούμενοι «trve» (πάντα με «V»), οπαδοί του Black, έχοντας φυσικά ως μόνους χαμένους τους ίδιους.
Πέραν των πολύ καλών συνθέσεων (κλεμμένων και μη), η ιστορική προσφορά του “Storm­blåst” σε αυτό το άνοιγμα και αυτήν την εξέλιξη, είναι από μόνη της τόσο σημαντική, που παρά τις όποιες «θύελλες» το συνοδεύουν, το άλμπουμ, είναι εξίσου σπουδαίο, όσο οι αλλαγές που επέφερε. Και αυτό, είναι το σημαντικότερο όλων.
Φανούρης Εξηνταβελόνης

1

DIO – “Angry machines” (May­hem)
Αποτελεί τον ορισμό της άβολης στιγμής για έναν δηλωμένο λάτρη του Ron­nie James Dio, όταν καλείται να καταπιαστεί με μία κυκλοφορία που δεν συγκαταλέγεται στις “χρυσές σελίδες” του. Το λογότυπο είναι εκεί, το περιεχόμενο, ωστόσο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που μας είχε συνηθίσει μέχρι τότε ο μεγαλύτερος κοντός στην ιστορία του heavy met­al. Η προσωπικότητα, το θειικό χάρισμα, η αύρα, η όλη του παρουσία, η φαρδιά πλατιά συμμετοχή του στα αριστουργήματα των RAINBOW και BLACK SABBATH αλλά και σ’ εκείνα του προσωπικού του σχήματος, δεν σηκώνουν –έχω την αίσθηση- την παραμικρή διαπραγμάτευση.
Το “Angry machines”, όμως, ακολουθεί την μοίρα των περισσοτέρων καλλιτεχνών που μεγαλούργησαν στα 70s και 80s… Είναι η απέλπιδα προσπάθεια να “συμμορφωθούν” με τα νέα δεδομένα, να κοιτάξουν κατάματα τη νέα πραγματικότητα προκειμένου να ηχήσουν μοντέρνοι και θελκτικοί ώστε να μην κατηγοριοποιηθούν στην συμπαθέστατη συνομοταξία των δεινοσαύρων. Στην απόπειρα αυτή αποτυγχάνουν. Τα riff του Tra­cy G εκπέμπουν έναν εντονότατο μοντέρνο αέρα που η χροιά του R. J. Dio δυσκολεύεται να την ακολουθήσει κατά πόδας. Το υλικό του έβδομου stu­dio άλμπουμ του διαθέτει μία σκοτεινή προσέγγιση που παραπέμπει βεβαίως στους BLACK SABBATH αλλά παράλληλα και ένα έντονο groove περιτύλιγμα που ξενίζει τον παραδοσιακό θιασώτη του ήχου και του καλλιτέχνη πιο συγκεκριμένα. Η παρουσία του Vin­ny Appice πίσω από το drum kit αποτελεί εγγύηση, ομοίως κι αυτή του μπασίστα Jeff Pil­son των DOKKEN, δεν συνιστούν, ωστόσο, ικανή συνθήκη για να προσδώσουν στο “Angry machines” την ποθούμενη συνθετική ανάταση.
Τα πρώτα δείγματα πτώσης στην απαράμιλλη εκφραστικότητα του R.J. Dio κάνουν δειλά-δειλά την εμφάνιση τους και παρά τον όμορφο επίλογο με την φωνή του υπό την συνοδεία πιάνου στο “This is your life” και τα –οριακά- συμπαθητικά “Stay out of my mind” και “Dou­ble Mon­day”, η αδιάφορη επίγευση που αφήνει η ακρόαση του υπόλοιπου δίσκου δεν λέει να φύγει. Με πόνο ψυχής, πρόκειται για μια κυκλοφορία που δεν προσθέτει απολύτως τίποτα στον μύθο του τεράστιου αυτού ερμηνευτή, γεγονός που μόνο στενάχωρες σκέψεις μπορεί να μας προκαλέσει…
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

1

EIDOLON — “Ζero Ηour” (Geno­cide Recordings)
Οικογενειακή υπόθεση. Όπως λέμε «Οικογενειακή ταβέρνα: Τα δύο αδέρφια». Μιλάμε λοιπόν για τους αδερφούς Drover, τον Glenn και τον Shawn. Με θητεία σε KING DIAMOND, MEGADETH, QUEENSRYCHE, μεταξύ άλλων. Δύο σημαντικούς μουσικούς για τη met­al σκηνή του 21ου αιώνα. Οι EIDOLON ήταν (γιατί δεν υπάρχουν πια) το προσωπικό τους συγκρότημα, που αποτέλεσε την καλύτερη διαφήμιση του ταλέντου τους, ώστε να πετύχουν τα παραπάνω. Και το “Zero Hour”, ήταν ένα πολύ δυναμικό και ευοίωνο ντεμπούτο. Άλλωστε με έναν ήχο κάπου μεταξύ των ANNIHILATOR του “Set the world on fire”, των METAL CHURCH, των NEVERMORE και των FATES WARNING του “No exit”, δε χρειάζεται να προσπαθήσεις και ιδιαίτερα για να πετύχεις ένα καλό αποτέλεσμα, έτσι δεν είναι; Λίγο παραπάνω από τον μέσο όρο να έχεις ταλέντο συνθετικό, και «καθάρισες». Τα μοναδικά μειονεκτήματα που όμως δεν ξεφεύγουν από το επίπεδο του «ψεγαδιού», είναι η απόδοση του τραγουδιστή Bri­an Soulard και η παραγωγή αυτή καθαυτή. Ο Soulard δεν είναι κακός, κάθε άλλο. Έχει μάλιστα και μια χροιά που φέρνει σε αυτή του Ray Alder. Αλλά στερείται περισσοτέρου όγκου και επιπλέον δύναμης στη φωνή του, κάτι που σε μερικά σημεία ίσως χτυπά λίγο άσχημα. Η παραγωγή τώρα, δεν είναι η πρέπουσα για να αναδείξει την ποιότητα της μουσικής, ειδικά τα τύμπανα ακούγονται σαν προγραμματισμένα, ψεύτικα. Βέβαια, αυτά γρήγορα ξεπεράστηκαν και έτσι δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την διαρκή άνοδο της μπάντας και την καθιέρωσή της ως ένα από τα καλύτερα met­al σχήματα του Καναδά, που συναγωνιζόταν στα ίσα σπουδαία ονόματα των Η.Π.Α. Άκουσε τους EIDOLON στα ξεκινήματά τους. Απόκτημα είναι. Κάνε το βρε παιδί μου μόνο και μόνο για το “The gold­en censer”. Δε θυμάμαι άλλον δίσκο που η καλύτερή του σύνθεση να είναι ένα δίλεπτο instru­men­tal ιντερλούδιο. Βάλτο να παίζει και θα δεις μπροστά σου μια κιθάρα, μια κούνια, ένα μωράκι που κοιμάται και… τον Criss Oliva.
Δημήτρης Τσέλλος

1

EYEHATEGOD – “Dopesick” (Cen­tu­ry Media)
Για να ξεκινήσουμε με τα πολύ βασικά, είναι πραγματικά ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ένα οποιοδήποτε συγκρότημα να έχει φτιάξει ένα ολόκληρο είδος και αφού βρίσκει τα πατήματα του στο πρώτο άλμπουμ (“In the name of suf­fer­ing”, 1990) να κυκλοφορεί ένα ΜΝΗΜΕΙΟ σαν το “Take as need­ed for pain” το 1993, και στην ουσία να θεωρείται από όλους ότι δεν μπορεί να ξεπεραστεί με τίποτα. Κι όμως οι… Αντίχριστοι EYEHATEGOD είχαν διαφορετική γνώμη και μετά από πολλά που συνέβησαν πριν βγει ο δίσκος, έβγαλαν ίσως το απόλυτο άλμπουμ όλου του sludge. O λόγος για το θρυλικό “Dopesick”, το οποίο ξαναλέω, είναι ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ να βγει μετά από το “Take as need­ed for pain”. Έχουμε πολύ παρασκήνιο πριν το δίσκο, καθώς στα 3 χρόνια που μεσολάβησαν ύστερα από το ΤΑΝFP, ο τραγουδιστής Mike IX Williams απασχολούταν πολύ με το περιοδικό Met­al Mani­acs, o Jim­my Bow­er ηχογράφησε το “Bro­ken glass” με τους CROWBAR, ενώ κι ο έτερος κιθαρίστας Bri­an Pat­ton όχι απλά δημιούργησε τους SOILENT GREEN (ΜΩΡΗ ΜΠΑΝΤΑΡΑ), αλλά κυκλοφόρησε και το ντεμπούτο “Pussysoul” εν έτει 1995. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι όλοι είχαν επιστρέψει… χαρμανιασμένοι για νέο δίσκο και περιπέτειες, ενώ η γενικά περιπετειώδης φύση των EYEHATEGOD προμήνυε άλλη μια κυκλοφορία με ευτράπελα πέραν του μουσικού μέρους της.
Φανταστείτε λοιπόν μια Cen­tu­ry Media να τους έχει κλείσει στούντιο και φοβερό παραγωγό στο πρόσωπο του Bil­ly Ander­son και η μπάντα να είναι έτοιμη να… διαλύσει όλη τη διαδικασία λόγω του ακόλουθου γεγονότος. Στην προσπάθεια να δημιουργηθεί έξτρα ατμόσφαιρα κατά την ηχογράφηση του αρχικού κομματιού “My name is god (I hate you)”, o Mike Williams θρυμματίζει ένα μπουκάλι στο πάτωμα και… καταφέρνει να κόψει το χέρι του τόσο βαθιά, ώστε να… ποτίσει το πάτωμα με αίμα. Μάλιστα ένα από τα μέλη της μπάντας (δε μάθαμε ποτέ ποιος) έγραψε στο πάτωμα με αίμα την λέξη “HELL” και τη φράση “DEATH TO PIGS”. Πραγματικά ποιος είδε τον ιδιοκτήτη των Side One Stu­dios στη Νέα Ορλεάνη και δεν τον φοβήθηκε εκείνη τη στιγμή, ο οποίος αφού απείλησε να τους πετάξει έξω με τις κλωτσιές, κάλεσε άμεσα τη Cen­tu­ry Media, ρωτώντας αν το συγκρότημα είναι νοητικά ασταθείς χαρακτήρες (τς τς τς… μα πως τόλμησε να το σκεφτεί;) και σε πραγματικά έξαλλη κατάσταση. Τελικά το εν λόγω σημείο όντως ηχογραφήθηκε κι έγραψε τη δική του ιστορία, ενώ αποτελεί όχι απλά σήμα κατατεθέν του “Dopesick” ειδικά αλλά και μιας ολόκληρης μουσικής τάσης γενικά, δείχνοντας πόσο… κατεστραμμένο είδος ήταν, είναι και προφανώς πάντα θα είναι το sludge.
Παρόλα αυτά, όπως έδειξε και ο χρόνος, οι EHG ελάχιστα έμοιαζαν να τους καίγεται καρφί για το οτιδήποτε. Στα 12 κομμάτια του “Dopesick” και σε μόλις λιγότερη των 38’ διάρκεια, ο δίσκος αποτελεί μνημείο βαρύτητας, αντιεμπορικής λογικής, ψυχολογικής καταστροφής (αρρώστια και τα φάρμακα δεν πιάνουν που λέει ένας πολύ καλός φίλος) και φυσικά πειραγμένης νοητικής κατάστασης, δίσκος που Δ‑Ε-Ν πρέπει να ακούσεις Π‑Ο-Τ‑Ε αν δεν είσαι σταθερός χαρακτήρας ή αν έχεις γενικά προβλήματα να σε ταλανίζουν. Στην ιστορία έμεινε και άλλο ένα λάθος που πάντα θα με κυνηγάει όποτε καταπιάνομαι με αγαπημένα άλμπουμ και δεν είναι άλλο από την… αντίστροφη τοποθέτηση των “Metham­phet­a­mine” και “Peace thru war (Thru peace and war)” στο δίσκο, όπου το λάθος αυτό δεν διορθώθηκε ποτέ ούτε και σε μετέπειτα επανεκδόσεις. Ο δίσκος αρχίζει και τελειώνει με τα μεγαλύτερα κομμάτια, κι αν στo “My name is God (I hate you)” η ιστορία έγινε γνωστή, το “Anx­i­ety hang­over” διεκδικεί με πάρα πολλές πιθανότητες το Όσκαρ για ένα από τα πιο… επικίνδυνα άρρωστα κομμάτια όλων των εποχών, ειδικά μέχρι τότε δεν μπορώ να σκεφτώ να έχει γραφτεί κάτι παρόμοιο. Δίσκος όχι για τους ελαφρούς τη καρδία, όχι για ακροατές χωρίς υπομονή και όχι απλά για να περάσεις την ώρα σου.Κι όπως έχει ακουστεί από πολλούς μέσα στα χρόνια, «Το “Reign in blood” του sludge»!

Άγγελος Κατσούρας

1

FALKENBACH — “…en their medh riki fara…” (No Colours Records)
O Vratyas Vakyas (κατά κόσμον Markus Tüm­mers από το Düs­sel­dorf) ήταν ήδη γνωστός στην παγκόσμια under­ground σκηνή από το 1989, όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο του demo. Όταν το 1996 ήρθε το τελευταίο του και έκτο (!) τον αριθμό, λογικά θεώρησε πως ωρίμασαν (επιτέλους) οι συνθήκες για το πρώτο full length album της μπάντας του. Μπάντα ο Θεός να την κάνει, αφού όλα αυτός τα έκανε, με τη βοήθεια ενός σταθερού συνεργάτη με πολλά κουμπιά, που έπαιζε τύμπανα. Έτσι την ίδια χρονιά βγήκε το “…en their medh riki fara…”, που πήρε τον τίτλο του από έναν ομώνυμο στίχο του έπους Hava­mal και που σημαίνει «… και ενδόξως θα πορευθούν…» ή κάπως έτσι. Ντεμπούτο λοιπόν, αλλά εντάξει, σαν demo ακουγόταν και αυτό. Λεπτομέρεια που την αναφέρω για όσους δεν μπορούν να ακούν κάτι λιγότερο (ok, πολύ λιγότερο) γυαλισμένο και προσεγμένο. Α! Ξέχασα να πω, “Falken­bach” σημαίνει «ρυάκι των γερακιών». Πάμε πάλι στο άλμπουμ, όπου μέσα από αυτήν την όχι και τόσο κολακευτική παραγωγή, ξεκινά η πορεία ενός σχήματος που έπαιξε ηρωικό, μαγευτικό, παγανιστικό black met­al, τραγουδισμένο πότε στα Αγγλικά, πότε στα αρχαία Ισλανδικά και Γερμανικά, πότε στα Λατινικά, τόσο καλό και επιδραστικό για τις μελλοντικές «φουρνιές» που θα φτάναμε να δούμε μέχρι και trib­ute στην αφεντιά του Vratyas Vakyas μόλις δέκα (ναι, δέκα) χρόνια μετά! Είναι δεδομένο πως ο «πατέρας» του folk/pagan black ήταν ο Quorthon, αλλά υπήρξαν κάποια συγκροτήματα, κάποιοι καλλιτέχνες, που επηρεασμένοι σε απόλυτο βαθμό από τη μουσική του, έγιναν με τη σειρά τους φωτοδότες σε πλείστα άλλα σχήματα, που κρατούν το ιδίωμα ενεργό και ακμαίο μέχρι σήμερα. Ε, οι FALKENBACH είναι ένας τέτοιος «φανός» και το “…en their medh riki fara…” είναι πιθανότατα ό,τι καλύτερο κυκλοφόρησαν στην καριέρα τους (ο πληθυντικός παραμένει «τρόπος του λέγειν»). Ποτέ δεν έριξαν δραματικά την ποιότητα, πάντα βρίσκονταν ψηλά συνθετικά, όσο προχωρούσαν μέσα στα χρόνια κέρδιζαν σε πολλούς τομείς, αλλά αυτή η πρώιμη, πρωτόλεια βαρβαρότητα-μαγεία του ντεμπούτου, δεν επαναλήφθηκε.

Δημήτρης Τσέλλος

1

FLAMES – “In agony rise” (Self-released)
Για όλους εμάς που οι πρώτες μας συναυλίες ήταν εκείνες των KREATOR, των SODOM, των RUNNING WILD και όλων των γκρουπ της Drakkar Pro­mo­tions, του περίφημου Bog­gi, που έρχονταν αρκετά τακτικά στο «Ρόδον» για συναυλίες στο τέλος της δεκαετίας του ’80, οι Έλληνες thrash­ers, FLAMES, δεν μπορεί παρά να είναι αγαπημένο συγκρότημα, αφού είχαν παίξει sup­port σε αρκετά από εκείνα τα live. Εγώ κιόλας, λόγω του γεγονότος ότι το γκρουπ έκανε πολύ τακτικά πρόβες ελάχιστα μέτρα από το σχολείο που πήγαινα, υπήρξα τακτικός όσο και απρόσκλητος θαμώνας, βλέποντας εκείνους που θαύμαζα στο σανίδι δίπλα στα αγαπημένα μου σχήματα. Τα 90s, ήταν μία περίεργη περίοδος για το γκρουπ. Το “Nomen illi Mors” το γούσταρα πραγματικά πολύ, αφού είχε την απαιτούμενη νεανική ενέργεια από τον Θωμά στα φωνητικά και τον Ηλία στο μπάσο. Το “In agony rise”, από την άλλη, είχε για πρώτη φορά ξένο τραγουδιστή, τον Flo Geb­hard (το ξεπεράσαμε το φιάσκο των 80s με το “Ruskin Arms” και τα μέλη από την Αγγλία – σας παραπέμπω σε παλαιότερα κείμενα για το αφιέρωμα στα άλμπουμ εκείνης της περιόδου), ο οποίος βγάζει μία death met­al χροιά σε σημεία που με ξενίζει, πρέπει να πω. Η αλήθεια είναι ότι το σχήμα ακούγεται λίγο αποπροσανατολισμένο στα δύσκολα mid 90s, κάπου πάει να ακουστεί σαν SEPULTURA, κάπου προσπαθεί να μην ξεφύγει από τα στεγανά του γερμανικού thrash που τιμούσε επί πολλά χρόνια και το τελικό αποτέλεσμα είναι μπερδεμένο. Στα θετικά, οι μικρές διάρκειες των τραγουδιών (από 2,5 έως 3,5 λεπτά) που κάνουν το “In agony rise” πιο com­pact, αλλά και οι ως επί το πλείστον υψηλές ταχύτητες που υπάρχουν. Συνολικά όμως, δεν θα έλεγα ότι είναι στην τριάδα των αγαπημένων μου άλμπουμ τους.

Σάκης Φράγκος

1

GODFLESH – “Songs of love and hate” (Ear­ache)
Έχοντας ξεπεράσει τις προσδοκίες που είχαν οι ίδιοι –αλλά όχι και η εταιρεία τους, Colum­bia Records‑, οι GODFLESH έβλεπαν το “Self­less” του 1994 να γίνεται ο πιο εμπορικά επιτυχημένος τους δίσκος, έχοντας πουλήσει σχεδόν 200.000 αντίτυπα. Θεωρητικά θα έπρεπε να είναι ένα βήμα στο οποίο η καριέρα τους θα πήγαινε ψηλότερα, ωστόσο όταν τους υπέγραψε η Colum­bia είχε πολύ μεγαλύτερες προσδοκίες, έτσι οι πωλήσεις κρίθηκαν απογοητευτικές (!!!) και σε συνδυασμό με το γεγονός της λογοκρισίας που επιβλήθηκε στο βίντεο για το εμβληματικό “Crush my soul”, τα πράγματα τελικά πήραν διαφορετική τροπή. Η Colum­bia με συνοπτικές διαδικασίες τερμάτισε το συμβόλαιο μαζί τους κι αφού πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος του 1995 ως ανενεργοί, οι GODFLESH επέστρεψαν τελικά στην… αγκαλιά της γνώριμης από τα παλιά Ear­ache. Eπίσης παίρνουν την μεγάλη απόφαση για πρώτη φορά να χρησιμοποιήσουν κανονικό ντράμερ κι όχι drum machine. O Bryan Man­tia είναι αυτός που θα αναλάβει να μετουσιώσει αυτή την ιστορική αν μη τι άλλο πρωτιά και η απόφαση πάρθηκε απλά από το γεγονός ότι κατά τη δημιουργία του τέταρτου δίσκου τους, “Songs of love and hate”, ο Justin Broad­rick θεώρησε ότι έχανε σε δυναμικές και groove. O Man­tia λοιπόν ήρθε στο συγκρότημα και μια νέα εποχή ξεκινούσε πλέον.

Η επιλογή του έγινε βάσει του ότι το συγκρότημα ήθελε έναν ντράμερ που θα μπορούσε να παίζει μηχανικά στα πρότυπα του drum machine, αλλά θα είχε και το απαραίτητο συναίσθημα της κινητικότητας σε σχέση με τη στατικότητα μιας μηχανής. Επίσης μια πολύ βασική αλλαγή του δίσκου είναι ότι για πρώτη φορά, οι GODFLESH ακούγονται γενικά πιο «ανθρώπινοι» κι όχι τόσο «μηχανικοί» και όχι μόνο λόγω του Man­tia, αλλά γιατί γενικότερα το “Songs of love and hate” έχει ένα ήχο πιο παραδοσιακά μεταλλικό. Αυτό ήταν ένα γεγονός που ανάγκασε τον τύπο της εποχής να τους αγκαλιάσει για το γεγονός ότι δεν φοβήθηκαν την αλλαγή (για άλλη μια φορά στην καριέρα τους) κι ότι έδειχναν μια πτυχή τους που κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι είχαν μέχρι τότε. Επίσης έγινε αρκετός ντόρος γύρω από το παίξιμο του Man­tia, για τον οποίο τονίστηκε ότι έχει την απαραίτητη τεχνογνωσία χτυπημάτων ώστε να διαχωρίζεται το έργο του από το αντίστοιχο που θα έκανε μια μηχανή. Μάλιστα, το παίξιμο του πέρα από οργανικό και επιθετικό, χαρακτηρίζεται άκρως προσωπικό και θυμωμένο, χωρίς ωστόσο να εκπλήσσει με ρυθμούς που ξεκάθαρα δεν είχαν συναντηθεί ποτέ ξανά σε δίσκο τους. Κι όλα αυτά με συνοδεία το παλμικό μπάσο του G.C. Green.
GODFLESH και έλλειψη πρωτοτυπίας δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν, έτσι απαραίτητο συνοδευτικό του “Songs of love and hate” ήταν το αδερφό του άλμπουμ την επόμενη χρονιά (1997), το “Love and hate in dub” που πρακτικά είναι μια ρεμιξαρισμένη έκδοση του πρότερου, την οποία οι Broadrick/Green αγάπησαν πολύ περισσότερο από το SOLAH καθώς το βρήκαν πολύ «επίπεδο» και «κρύο», ενώ η remix κουλτούρα αποτελούσε ανέκαθεν μέρος της νοοτροπίας τους. Τα δυο τους ακούγονται ΠΑΝΤΑ μαζί για να καταλάβετε και τις διαφορές και το αναφέρουμε εδώ καθώς δεν βρίσκω πρακτικό ειδικό ρόλο αναφοράς στο αντίστοιχο αφιέρωμα του 1997 που θα ακολουθήσει. Για πολλούς οι GODFLESH έχασαν επαφή με τις ρίζες τους εκείνη την περίοδο, ενώ αργότερα κι ο Broad­rick θα δήλωνε ότι η μουσική τους έγινε αμήχανη κι ανασφαλής. Δυστυχώς ο Man­tia αποτέλεσε παρελθόν στη συνέχεια γιατί έγινε μέλος των PRIMUS (αγάπη μόνο) και έτσι οι GODFLESH κατέφυγαν στην λύση του ακόμα πιο υπερπαίχτη Ted Par­sons (SWANS, PRONG, JESU, KILLING JOKE μεταξύ άλλων). Ο πειραματισμός σε μη απόλυτα βιομηχανικούς ήχους συνεχίστηκε λίγο ακόμα μέχρι να βγει το “Hymns” και να διαλύσει τελικά το συγκρότημα, ωστόσο πολλοί αγαπούν αυτή την πιο ανθρώπινη πλευρά των GODFLESH και ειδικά την αντιεμπορική λογική της μπάντας σε δύσκολη στιγμή της καριέρας τους.
Άγγελος Κατσούρας

1

GOREFEST – “Soul sur­vivor” (Nuclear Blast)
Αχ αυτές οι φλασιές που τρώνε οι μπάντες κατά καιρούς και δίνουν μια σε ότι έχτισαν και το γκρεμίζουν συθέμελα… Οι GOREFEST είναι μιλάμε στα ντουζένια τους μετά και την περίοδο και περιοδεία του “Erase”, το οποίο κινούταν μεν σε αυτή τη νεόφερτη τότε “Wolver­ine blues” λογική που προσπαθούσαν όλοι να πιάσουν, εκμεταλλευόμενοι την απήχηση του τρίτου δίσκου των ENTOMBED, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα προφανώς, αν και το “Erase” ήταν ίσως η μόνη ηχηρή και πειστική «απάντηση» στον κορυφαίο δίσκο του 1993. Κι ενώ όλα κυλάνε περίφημα για τους GOREFEST, οι Ολλανδοί αποφασίζουν να κάνουν στροφή 360 μοιρών και να χάσουν ακόμα περισσότερους οπαδούς από όσους έχασαν μετά την κυκλοφορία του “Erase”. O Jan-Chris De Koei­jer μάλιστα το πήγαινε εξ αρχής λίγο πιο μακριά, καθώς ανέφερε ότι ήθελε να… κάνει μαθήματα τραγουδιού. Πάμε πάλι. Ένας από τους μεγαλύτερους φονιάδες στην ιστορία του death met­al πίσω από το μικρόφωνο, με την φωνή που αφαιρούσε το χρώμα από πάνω σου και που σε κατάπινε ζωντανό, ήθελε να κάνει μαθήματα τραγουδιού. ΑΨΟΓΑ! Αλλά όχι με τους GOREFEST, δηλαδή κάπου ώπα! Φυσικά δεν ήταν ο μόνος που είχε τέτοιες διαθέσεις, καθώς όλη η μπάντα είχε την θέληση να αλλάξει στυλ και να τολμήσει το κάτι διαφορετικό.
Έτσι αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής σκέψης στο μυαλό όλων, ήταν το “Soul sur­vivor”. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου εξ αρχής για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο δίσκος ηχητικά. Έχει μαγκιά, έχει τραγουδάρες (και μόνο που αρχίζει με το “Free­dom” δε γίνεται να μην το αγαπάς έστω λίγο), έχει παραγωγάρα και ήχο που αν το βγάζανε 5–10 χρόνια μετά θα είχαν… αφοδευτεί στο τάληρο μια και ήταν σε πέραση, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΓΙΑ GOREFEST! O De Koei­jer όντως έκανε μαθήματα τραγουδιού αλλά ευτυχώς όσα μαθήματα κι αν κάνεις, αν είσαι φύσει και θέσει ούγκανος αυτό δεν φεύγει ποτέ. Έτσι η αγριοφωνάρα του έμεινε ως σήμα κατατεθέν, έστω και λιγότερο δολοφονικός απ’ ότι τον είχαμε συνηθίσει. Η ροκ αύρα του δίσκου είναι διάχυτη, ειδικά τα σόλο του Boudewi­jn Bonebakker προσδίδουν υψηλό επίπεδο, ενώ ο Ed War­by ήταν και παραμένει ο Ed War­by, τώρα αν και γιατί δεν ξέρετε το όνομα του και τι εστί σαν ντράμερ, πολύ απλά τουλάχιστον το Rock Hard δεν πρέπει να το διαβάζετε, ασχοληθείτε με το κρίκετ καλύτερα και το λέω απόλυτα ήρεμα και φιλικά, ενώ σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν όλοι να σας διαβεβαιώσουν ότι το σαβουάρ βιβρ και η διπλωματική προσέγγιση δεν είναι τα ατού μου.
Εν πάσει περιπτώσει, ο δίσκος εμπορικά πάτωσε άσχημα. Το τι ευχολόγια διαφόρων ειδών και γλωσσών έφαγαν δεν λέγεται. Αν στο “Erase” υπήρξε αθόρυβη αποχώρηση σκληροπυρηνικών οπαδών, στο “Soul sur­vivor” είχαμε ηχηρή κατακραυγή, τι ξεπουλημένους τους είπαν, τι προδότες χαρακτηρίστηκαν, τι ντροπή της Ολλανδίας και της Ευρώπης (ας μην ξεχνάμε ότι κανείς από τους υπόλοιπους στο Ολλανδικό Big Four του death met­al – δηλαδή οι ASPHYX, PESTILENCE, SINISTER- δεν έκαναν τέτοια αλλαγή), γενικώς υπήρχε η λογική του «όλα λάθος». Και όχι τίποτα άλλο, αλλά οι GOREFEST σε πρωτοφανή δόση γραψ@ρχιδίνης, δεν έμοιαζαν να νοιάζονται και ιδιαίτερα για όλα αυτά, έχοντας ηθελημένα αποκόψει όλες τις γέφυρες με το death met­al παρελθόν τους. Εμπορικά όπως είπαμε δεν τους βγήκε καθόλου, αλλά τουλάχιστον ακολούθησαν αυτό που τους έλεγε η καρδιά τους, όσο σωστό ή λάθος κι αν κρίνεται εκ των υστέρων. Κακός δίσκος πάντως το “Soul sur­vivor” δεν ήταν με τίποτα, είχε κάτι “Forty shades”, κάτι “Demon seed”, κάτι “Tired moon” και φυσικά το ομότιτλο κομμάτι που ήταν όλα τους εκπληκτικά. Κάποια από τα κομμάτια μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους που έδειχνε ότι ήταν λίγο παγιδευμένοι στο νέο στυλάκι που θεωρούσαν ευέλικτο και τις συνέπειες της επιλογής τους τις πλήρωσαν με τη διάλυσή τους 2 χρόνια μετά.

Άγγελος Κατσούρας

1

GOTTHARD – “G” (BMG)
Να ακόμα ένα πολύ – πολύ καλό άλμπουμ από τους Ελβετούς φίλους μας, οι οποίοι το 1996, ροκάρουν θαυμάσια με το “G” μια κυκλοφορία γεμάτη ηλεκτρικές κιθάρες, ρυθμούς, ρεφρέν, δύναμη, καθαρό ήχο και ωραίες συνθέσεις. Εδώ μας βγάζουν πολύ φανερά τις επιρροές που είχαν τότε στη μουσική τους από AC/DC, LED ZEPPELIN, WHITESNAKE, SCORPIONS, BON JOVI (τα “Let it be”, “Father is that enough?”, “Sweet lit­tle rock n roller” θα έπρεπε να ήταν κανονικά τραγούδια από το “New Jer­sey”, το “Hole in one”, “Lay down the law” έρχονται κατευθείαν από το “Slip of the tongue”) και φυσικά KROKUS αφού και εδώ ο Chris Von Rorh κάνει τα κουμάντα του! Κεφάτο άλμπουμ από την αρχή μέχρι τέλους, είναι δεδομένο πως είναι από τα πιο ευχάριστα ακούσματα που μπορείτε να επιλέξετε από την δικογραφία του 1996 και να απολαύσετε. Όπως έχουμε ξαναπεί, η συγκεκριμένη μπάντα άργησε να βγει και δεν έκανε ποτέ κάτι που δεν έκαναν άλλοι πριν από αυτή, δεν έκανε το μεγάλο όνομα, αλλά έχει μια πολύ αξιοσημείωτη πιστότητα, ποιότητα, συνέπεια και συνέχεια σε ότι έκανε, μα και ένα επίπεδο στη μουσική της αξιοζήλευτο. Πιστέψτε με, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από κανέναν Άγγλο, Γερμανό ή Αμερικάνο. Είσαι στο αμάξι, δεν έχεις κέφια; Βάλε το “G” και θα σου φτιάξει το κέφι στο λεπτό! 
Δημήτρης Σειρηνάκης

1

GRAVE — “Hat­ing life” (Cen­tu­ry Media)
Δύσκολα τα πράγματα για τους αγαπημένους μου εκ Σουηδίας μακελάρηδες GRAVE. Με την φυγή Sand­strom για τους ENTOMBED, καλούνται να προχωρήσουν, με τον Ola Lind­gren στη φωνή, εκτός από τις ρυθμικές κιθάρες. Το γκρουβάτο δημιούργημα του “Soul­less” προ διετίας, δείχνει το δρόμο και έτσι, το 1996, στις 25 Μαρτίου, με παραγωγή Tomas Skogs­berg, κυκλοφορούν το “Hat­ing life” από την Cen­tu­ry Media. Αναφορά στη κομματάρα από το μνημείο “Into the grave”, ας περάσουμε στο δια ταύτα ωστόσο! 
Μπάσιμο με απόσπασμα από το “Hell­rais­er III: hell on earth (1992)”: “Shall we begin?”. Και αρχίζει, με το “Worth the wait”. Οι GRAVE πάθανε MACHINE HEAD με τα φωνητικά του Ola να θυμίζουν Robb Fly­nn εκείνης της περιόδου, με τα γκάζια αυτού και του “Red­ness” μόνο, να μας θυμίζουν τι μπάντα ακούμε. Γκρουβάτο προς mid-tem­po το άλμπουμ, με τα “Restrained” και “Win­ternight” φερ’ ειπείν, να ακούγονται λες και βγήκαν ή από το “Burn my eyes” ή το “The more things change”. Αυτό που κάνει περίεργη τουλάχιστον εντύπωση είναι πως ο όγκος στα φωνητικά, παύει να υφίσταται, και έχει αντικατασταθεί από αυτού του τύπου τα φωνητικά. Χώρια το εξώφυλλο, που πάντα μου χτυπούσε άσχημα, γιατί αφενός μεν, ήταν ακαλαίσθητο, αφετέρου δε η απουσία του κλασσικού λογοτύπου αντικατεστημένου με αυτό το φτηνό…πράγμα (δε θα βρίσω αφεντικό, ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΗ), αν μη τι άλλο, προδιαθέτουν αρνητικά. 
Πήγαν εδώ οι κύριοι να “γκρουβάρουν” τσαχπίνικα, χωρίς να είναι τόσο καλοί σε αυτό (όσο οι ENTOMBED φερ’ ειπείν), ειδικά σε σχέση με το να σφυροκοπούν σύμφωνα με τις διδαχές του ήχου που πρώτοι υπηρέτησαν και υπηρετούν. Πως να το κάνουμε ρε παιδί μου, κάποιες μπάντες το έχουν, κάποιες άλλες όχι! Για να μη μας δίνεται και η εντύπωση ότι ό,τι μπαίνει σε αυτό το αφιέρωμα, είναι φοβερό/διαμάντι και τα τοιαύτα, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα απλά συμπαθές προς καλό άλμπουμ. 32 λεπτά όλα κι όλα, κυλάει προς τιμήν του όμορφα, είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα, όχι στις καλύτερες στιγμές των GRAVE ΕΠ’ ΟΥΔΕΝΙ. Και προς απόδειξη αυτού, η επιστροφή τους μετά από 6 χρόνια στο πιο πατροπαράδοτο ήχο τους. Τα υπόλοιπα, είναι ιστορία.
Γιάννης Σαββίδης

1

GRAVE DIGGER – “Tunes Of War(GUN Records)
Στο αφιέρωμα που είχαμε κάνει για τα albums του 1995, το κείμενο μου για το “Heart Of Dark­ness”, τελείωνε κάπως έτσι: «Οι GRAVE DIGGER ακολουθούσαν μια συνταγή που ήταν άκρως επιτυχημένη με τραγούδια που ξεχείλιζαν από θέληση ακρόασης από τον κόσμο, θέτοντας τις βάσεις για την επόμενη χρονιά από την οποία και μετά, άλλαξε όλη τους η καριέρα».
Το 1996 λοιπόν το θεματικό “Tunes Of War”, κατάφερε να κάνει ακριβώς αυτό, να αλλάξει όλη την υπόλοιπη πορεία του group. Στιχουργικά θα ήταν η πρώτη από τις 3 σε σύνολο δισκογραφικές δουλειές τους, που θα αναφέρονταν στους αγώνες που έκαναν οι Σκοτσέζοι εναντίον των Άγγλων. Μουσικά θα έπαιρνε με ωραίο τρόπο την σκυτάλη από τα προηγούμενα δυο albums τους “The reaper” το 1993 και “Heart of dark­ness” το 1995, «κρατώντας» όλα τα «αέρινα» και ξεσηκωτικά σημεία και τις τραχείς και στακάτες συνθέσεις που εμπεριέχονταν σε αυτές τις δουλειές, που ήταν βασισμένες κυρίως, στις πιο heavy met­al φόρμουλες της Γερμανικής σκηνής. Σε αυτά όμως κατάφεραν αφενός να «μπολιάσουν» με ωραίο τρόπο και πιο Ευρωπαϊκά pow­er met­al μέρη, δίνοντας έναν άκρατο δυναμισμό και «όγκο» σε κάθε σύνθεση, αφετέρου όμως, που ήταν και το πιο σημαντικό τελικά, έγραψαν τραγούδια, τα οποία άμεσα απέφεραν τέτοια εμπορική επιτυχία, που όλοι, ειδικά εκείνη την χρονιά, ασχολούνταν μαζί τους. Οι μεγαλύτεροι, ηλικιακά αναγνώστες, θα θυμούνται τον παροξυσμό που υπήρχε στο Ελληνικό κοινό, με τραγούδια όπως τα “Scot­land unit­ed”, “The dark of the sun”, “Killing time” και φυσικά το “Rebel­lion (The Clans Are March­ing)”, ένα από καλύτερα κομμάτια που έχουν οι GRAVE DIGGER στην δισκογραφία τους, σε όποιο met­al club και να ακούγονταν τότε.
Οι GRAVE DIGGER είχαν την έμπνευση να γράψουν και να συνθέσουν τραγούδια που έγιναν γρήγορα διαχρονικά, και έτσι με αφορμή το γεγονός ότι με το “Tunes of war”, «μπήκαν» σε κάθε σπίτι, αφού το album διαδόθηκε γρήγορα, έκαναν μια άλλη καριέρα από εκείνη την χρονιά και μετά, κυκλοφορώντας μέχρι και σήμερα πολύ καλές δουλειές που αρέσουν.
Θοδωρής Μηνιάτης

 

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece