Connect with us

Somewhere back in time

A day to remember… 10/3 [GARY MOORE]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”After hours” – Gary Moore
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1992
ΕΤΑΙΡΙΑ: Virgin – Charisma
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Gary Moore – Ian Taylor
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες, Lead φωνητικά – Gary Moore
Πλήκτρα, Πιάνο – Tommy Eyre
Μπάσο – Bob Daisley / Will Lee / Andy Pyle / Johnny B. Gaydon
Τύμπανα – Graham Walker / Anton Fig
Τρομπέτα – Martin Drover
Σαξόφωνο – Frank Mead / Nick Payn / Nick Pentelow
Horns – The Memphis Horn
Δεύτερα φωνητικά – Linda Taylor / Carol Kenyon
Oboe – Richard Morgan
Συμμετοχές:
Κιθάρες, Φωνητικά – B.B. King ”Since I met you baby”
Κιθάρες – Albert Collins ”The blues is alright”, ”Once in a blue mood”

Έχω εκφράσει πολλάκις την αγάπη μου και το δέσιμό μου με τον τεράστιο Gary Moore τόσο μέσα από κείμενα στο rockhard.gr όσο και μέσα από το διαδικτυακό ραδιόφωνο μας. Έτσι και αλλιώς ο, δυστυχώς μακαρίτης, Ιρλανδός γητευτής της εξάχορδης, είναι ένας από τους ελάχιστους κιθαρίστες που έχουν καταφέρει να καταπιαστούν με τόσα πολλά μουσικά είδη κατά την διάρκεια της τεράστιας διαδρομής και καριέρας του. Όσο για την αξία και την επιδραστικότητα του νομίζω πως δεν χρειάζεται να κουράσω με τις προσωπικές μου απόψεις, θα παραθέσω απλά αυτολεξεί την απάντηση που είχε δώσει ο Don Airey στον Σάκη Φράγκο σε συνέντευξη του για το rockhard.gr. Στην ερώτηση λοιπόν του Σάκη, ”Έχεις δουλέψει με πάρα πολλούς μουσικούς. Με ποιον είχε περισσότερη πλάκα να δουλεύεις, ποιος ήταν ο πιο δύσκολος άνθρωπος και με ποιον θα ήθελες να δουλέψεις ακόμα και τώρα;”, το βασικότερο μέρος της απάντησης του γίγαντα των πλήκτρων Airey ήταν: ”Θα έλεγα όμως, ότι ο πιο εξαιρετικός καλλιτέχνης που έχω δουλέψει, ήταν ο Gary Moore. Δεν μπορείς να διανοηθείς το ταλέντο που είχε. Ήταν μία πολύ ταραγμένη προσωπικότητα ως αποτέλεσμα της ιδιοφυΐας του, σε σημείο που να είναι δύσκολο να βρίσκεσαι δίπλα του μερικές φορές. Ο συνθετικός του οίστρος, οι στίχοι του και η φωνή του, αρκούσαν για να τον τοποθετήσουν στους κορυφαίους. Αν προσθέσεις όμως και το παίξιμο της κιθάρας… Ήταν ο καλύτερος που έχω ακούσει στη ζωή μου. Όλα αυτά σ’ ένα πακέτο. Απίστευτο. Όταν ήθελε, κιόλας, ήταν κι ένας πολύ αστείος τύπος”.

Κάπου εδώ και αφού είπαμε τόσο εγώ όσο και ο Don Airey δύο λόγια για τον Gary Moore, πάμε στο κυρίως μενού του σημερινού κειμένου. Το οποίο και είναι η περίοδος που ο Moore μαγεύει τον κόσμο με τα blues του. 2 χρόνια μετά το εκπληκτικό ”Still got the blues”, για το οποίο είχα μιλήσει σχετικώς στην 30ή του επέτειο, έρχεται το εξαιρετικό ”After hours” που πλέον είναι η σειρά του να πιάσει τα τριάντα. Αυτό μαζί με τον προκάτοχο του έμελλε να είναι 2 από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ της καριέρας του Ιρλανδού κιθαρίστα αλλά και τα 2 κορυφαία της blues περιόδου του. Στο ”After hours” λοιπόν ο Moore απλά συνεχίζει να μας μαγεύει με τον τρόπο με τον οποίο παίζει τα blues, ορίζοντας τον έτσι ως έναν από τους κορυφαίους κιθαρίστες στο είδος, έστω και αν καταπιάστηκε πολύ αργότερα στην καριέρα του με αυτό, και αν τελικά δεν ακολουθούσε απλά τις μανιέρες του είδους. Έβαζε όπως πάντα την δική του πινελιά κρατώντας τα χαρακτηριστικά του παιξίματος του. Η καθαρή και δυναμική παραμόρφωση του δεν τον άφησε ούτε στα blues, παρέμεινε, όπως και το πιο hard rock-άδικο παίξιμο του, ήταν πάντα εδώ για να τον κάνουν να ξεχωρίζει, ήταν πάντα εδώ για να μεταδοθούν στους επόμενους προσφέροντας μια ηχητική ανανέωση στον ήχο των blues. Άλλωστε αυτά ήταν πράγματα που τον ξεχώριζαν σε σχέση με άλλους πολύ μεγάλους κιθαρίστες του είδους νέγρους ή λευκούς, όπως οι B.B.King, Albert King, Freddie King, Jimmy Rodgers, Johnny Winter, John Mayall, Eric Clapton, Stevie Ray Vaughn, Peter Green κλπ. Με κάποιους δε εξ αυτών κατάφερε και να συνεργαστεί στην καριέρα του παντρεύοντας την φρεσκάδα του με την κλασική αύρα αυτών. Στο ”After hours” θα τον συντροφέψουν σε δυο τραγούδια δυο από τους μεγάλους της σχολής των blues: ο κολοσσός B.B. King στην υπέροχη και χορευτική σύνθεση του Moore ”Since I met you baby” και ο ”The Master of the Telecaster” ή και ”The Ice Man” Albert Collins στο φανταστικό εξίσου χορευτικό ”The blues is alright”, σύνθεση ενός άλλου μεγάλου των blues του Milton Campbell ή ”Little Milton” όπως ήταν περισσότερο γνωστός.

Υπέροχο είναι και στα ίδια up tempo δεδομένα το ”Don’t You Lie to Me (I get evil)” σύνθεση που ανήκει στον Tampa Red, κατά κόσμον, Hudson Whittaker, στον οποίο ανήκει και η πρώτη εκτέλεση. Υπάρχουν άλλες δυο συνθέσεις που δεν ανήκουν στον Moore, το ”Key to love” που ανήκει σε έναν από τους μεγάλους λευκούς των blues των John Mayall, το οποίο μάλλον είναι και κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ως filler μιας και αδυνατεί να μείνει στο αυτί του ακροατή, και το ”Jumping at shadows” του Βρετανού blues-ίστα Duster Bennett, το οποίο μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως ο Moore το αναδεικνύει ακόμα περισσότερο με το δικό του μοναδικό στυλ, άλλωστε είναι ένα τραγούδι που συνήθιζε να το συμπεριλαμβάνει και στις live εμφανίσεις του. Οι υπόλοιπες έξι συνθέσεις του δίσκου ανήκουν εξ ολοκλήρου στον Gary Moore και είναι όλες τους εξαιρετικές. Οι δυναμική δε του παιξίματος του Moore στα up tempo ”Cold day in hell” και ”Only fool in town” νομίζω πως έκτοτε αποτελούν σεμιναριακού επιπέδου μαθήματα για μετέπειτα επίδοξους blues – ίστες. Οι άλλες ναι μεν μπορεί να λογίζονται στην λογική των power ballads όμως η φωνή και το μεθυστικό παίξιμο του Moore είναι τέτοια που απλά σε μαγνητίζουν. Το ”Story of the blues” είναι υπέροχο και φέρνει πολύ στην τεράστια επιτυχία ”Still got the blues”, κινούμενο σε πιο καθαρές blues φόρμες, όπως και το ”Nothing’s the same” που κλείνει τον δίσκο, το οποίο μπορεί να είναι πιο σβηστό σε δυναμικές όμως εξίσου υπέροχο. Η αναφορά στα τραγούδια του δίσκου κλείνει με τα ”Separate ways” και ”The hurt inside” που θα μπορούσε να πει κανείς πως παντρεύουν κάπως τα blues με την πιο hard rock προσέγγιση του παρελθόντος του Ιρλανδού καλλιτέχνη, μιας και τα δυο τους έχουν μια έντονη ”Empty rooms” αύρα.
Όπως και στο ”Still got the blues” τον Gary Moore συνοδεύουν και πάλι πολλοί καλοί του φίλοι και τεράστιοι μουσικοί όπως οι μπασίστες Andy Pyle, Will Lee, Bob Daisley, οι ντράμερ Graham Walker, Anton Fig, o πληκτράς – πιανίστας Tommy Eyre. Επίσης και μια πλειάδα από πολύ γνωστούς μουσικούς πνευστών, όπως οι σαξοφωνίστες Nick Pentelow, Nick Payne, o τρομπετίστας Martin Drover και μέλη της ορχήστρας πνευστών THE MEMPHIS HORNS.

Η εξαιρετική παραγωγή του Gary Moore και του Ian Taylor βοηθάει τα μέγιστα στο υπέροχο τελικό αποτέλεσμα, όλα τα όργανα έχουν τον χώρο τους και την θέση τους, οι φωνές και οι πολυφωνίες ακούγονται στην ένταση και στα σημεία που πρέπει και η κιθάρα του Moore, που είναι και ο μεγάλος πρωταγωνιστής μαζί με την φωνή του φυσικά, είναι εκεί που πρέπει πάντα χωρίς να καπελώνει απολύτως τίποτα. Πηγαίνοντας για το κλείσιμο να πούμε πως το ”After hours” ήταν μια πανάξια φυσική συνέχεια του ”Still got the blues”, το οποίο έδωσε στίγμα σε πολλούς νέους ανθρώπους να δουν τα blues με μια διαφορετική, πολύ πιο φρέσκια ματιά και στάθηκε μαζί με τον προκάτοχο του φάρος για πολλούς επίδοξους μελλοντικά κιθαρίστες στο είδος. Επίσης ήταν και αυτό μια πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία, μπήκε στη δεκάδα σχεδόν σε όλα τα charts του κόσμου και οδήγησε σε μια τεράστια και παγκοσμίως επιτυχημένη περιοδεία, εδραιώνοντας πλέον τον Gary Moore ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα blues κιθαριστών – καλλιτεχνών στον κόσμο.

Did you know that:

  • Η επιτυχία του ”After hours” στα charts ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι πλασαρίστηκε στην 1η θέση της Σουηδίας και της Ελβετίας, στην 2η σε Δανία, Νορβηγία και Γερμανία , στην 3η σε Ελλάδα και Ολλανδία, αλλά και στην 4η σε Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Όσον αφορά δε το UK charts αυτή η 4η ήταν η υψηλότερη θέση που είχε καταλάβει δίσκος του καλλιτέχνη ως τότε. Όμως και εκτός Ευρώπης δεν τα πήγε και άσχημα μιας και έφτασε στην 8η θέση στην Αυστραλία και στην 9η στην Ιαπωνία. Μόνο στο billboard 200 της Αμερικής δεν είχε τόσο μεγάλη επιτυχία όσο το ”Still got the blues” μιας και ναι μεν μπήκε και εκεί αλλά όχι σε μεγαλύτερη θέση, έφτασε μέχρι το 145.
  • Στην remastered έκδοση του 2002 συμπεριλήφθηκαν 5 bonus συνθέσεις. Αυτές ήταν τα ”All time low” (extended version) και ”Movin’ on down the road” που βρισκόντουσαν αρχικά στα single του ”Cold day in hell” το πρώτο σε μια μικρότερη εκδοχή του από αυτήν εδώ και στου ”Story of the blues” το δεύτερο. Ωραίες συνθέσεις και οι 2 που ανήκουν στον Moore, με το 2ο ίσως να άξιζε να μπει και στο άλμπουμ. Τα ”Woke up this morning” και ”Don’t start me talkin”’ τα οποία δεν είχαν ξανακυκλοφορήσει ως τότε και διασκευάζει με πανέμορφο τρόπο ο Ιρλανδός. Για την ιστορία, το πρώτο είναι του τεράστιου B.B. King και το δεύτερο του Sonny Boy Williamson. Το τελευταίο εξ αυτών ”Once on a blue mood” επίσης δεν είχαμε ακούσει μέχρι τότε και νομίζω πως ήταν κρίμα μιας και ήταν ένα πολύ ωραίο instrumental. Το οποίο μάλλον και γράφτηκε εν ήδη τζαμαρίσματος από τους Moore, Lee, Wig, Eyre, έχοντας τον Albert Collins για παρεούλα του Moore στις κιθάρες.
  • Για την προώθηση του άλμπουμ γυρίστηκαν τρία τραγούδια σε video clip, αυτά ήταν τα ”Cold day in hell”, ”Separate ways” και ”Story of the blues”. Ως single επίσης εκτός από αυτά τα τρία κυκλοφόρησαν και τα ”Only fool in town” , ”Since I met you baby / The Hurt inside”.
  • Η τρέλα του Moore να δοκιμάζει διαφορετικά μουσικά πράγματα ήταν γνωστή γενικά, αυτός που έδωσε την αρχική ιδέα και οδήγησε τον Moore να ακολουθήσει αναπάντεχα για όλους μας το 1990 των δρόμο των blues ήταν ο συχνά πυκνά συνεργάτης και φίλος του Bob Daisley. Ακούγοντας λοιπόν τον Moore ένα βράδυ, να κάνει ζέσταμα στο καμαρίνι του παίζοντας blues, κατά την περίοδο της περιοδείας του ”After the war”, ο Daisley τον προέτρεψε αστειευόμενος να κάνει έναν ολόκληρο δίσκο με blues και να αλλάξει τελείως το ύφος του. Όπως και τελικά έγινε με αρχή το ”Still got the blues”, τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Somewhere back in time

A day to remember… 6/8 [MESHUGGAH]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Nothing” – MESHUGGAH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2002
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Fredrik Thordendal
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Jens Kidman
Κιθάρες – Fredrik Thordendal
Κιθάρες – Mårten Hagström
Drums – Tomas Haake

Βρίσκομαι στη ευχάριστη θέση να σας μιλήσω σήμερα για μια από τις πιο μοναδικές μπάντες που έβγαλε ποτέ η Σουηδία. Κανείς δεν ακούστηκε έτσι πριν από αυτούς, αλλά και όσοι φτιάχτηκαν επηρεαζόμενοι τα μάλα από το υλικό τους (μετέπειτα το ονομάσαμε και djent – βλέπε κείμενο για PERIPHERY), ουδείς έπιασε αυτό το groove όπως οι MESHUGGAH. Μια ιδιότυπη αίσθηση του groove βασισμένη στη πολυρρυθμία και τους αντισυμβατικούς ρυθμούς που κινούσαν με έναν δικό τους τρόπο τον ακροατή. Κάτι που ξεκίνησε από το τεχνικό thrash του “Contradictions collapse” (1991), άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά με το μεταβατικό “None” EP (1994), ενώ δίσκοι που προσδιόρισαν το ύφος τους απόλυτα, θεωρούνται τα “Destroy erase improve” (1995) (ΠΟΝΟΣ), “Chaosphere” (1998) (ΦΟΝΟΣ). Η πορεία δείχνει να είναι μόνο ανοδική για τους Σουηδούς πιονέρους.

Στη στροφή της χιλιετίας, ετοιμάζουν το επόμενο, τέταρτο τους χτύπημα. Εξυπακούεται παραγωγή από τους ίδιους με τον Fredrik Thordendal να αναλαμβάνει χρέη μηχανικού ήχου. Συν τοις άλλοις, είναι η πρώτη κυκλοφορία που πειραματίστηκαν με τον ήχο 8χορδης. Γράψανε το δίσκο σε χαμηλοκουρδισμένες 7χορδες έτσι ώστε να ταιριάζει τονικά με τον ήχο μιας 8χορδης. Και σε αντίθεση με αυτό που ισχυρίζονται εδώ κι εκεί διάφοροι, η αλήθεια είναι πως ενώ έκαναν μια συνεργασία με την Nevborn για 8χορδες κιθάρες τότε, οι κιθάρες αυτές είχαν πρόβλημα στο σετάρισμά τους και ήταν αδύνατον να ηχογραφηθούν (μη ξεχνάμε, πρωτότυπο τότε, άλλες αντικειμενικές δυσκολίες). Έτσι κατέληξαν στη πρώτη λύση που αναφέραμε.

Ποιο το αποτέλεσμα αυτού; Στις 6 Αυγούστου του 2002 (σαν σήμερα δηλαδή) το άλμπουμ με τίτλο “Nothing”. Ο δίσκος που είχε το δύσκολο έργο να διαδεχθεί τη προαναφερθείσα δυάδα αριστουργηματικών δίσκων, για πολλούς υπέφερε στο τομέα της παραγωγής. Προσωπικά μιλώντας (μια και κάποιες παραγωγές είναι θέμα γούστου), θα τη πω “ιδιαίτερη”, ειδικά όσον αφορά τις κιθάρες. Και επειδή εγώ, είμαι εγώ, το “ιδιαίτερη” αποτελεί κομπλιμέντο του τύπου “κάτι που ξεχωρίζει”. Με το μπάσιμο του “Stengah” και του “Rational gaze”, ακούς μια πιο χαμηλών ταχυτήτων πτυχή των MESHUGGAH καθώς κάποια μελωδικά περάσματα και solos μπαίνουν στο παιχνίδι πιο έντονα. Ένταση πανταχού παρούσα, βεβαίως-βεβαίως. Ωστόσο με ένα κάπως διαφορετικό προσωπείο να το πούμε έτσι. Όλα τα σήματα κατατεθέντα είναι εκεί, παρόλο που οι MESHUGGAH δεν ήθελαν να κάνουν τον ίδιο δίσκο δεύτερη φορά.

Εντύπωση κάνουν τα “Closed eye visual” (7,5 λεπτά διάρκεια) και “Nebulous” (6,5 λεπτά διάρκεια) ως τα πιο περιπετειώδη κομμάτια του δίσκου με πιο παραδοσιακές progressive αναφορές κατά τη διάρκεια τους. Εκεί ακούμε θα έλεγε κανείς μια πιο στρωτή πλευρά των MESHUGGAH. Σοφά θα έλεγε κανείς τοποθετούνται το μεν περίπου στη μέση και το άλλο περίπου στο τέλος για να ξεχωρίσουν μέσα στη ροή του δίσκου. Μια ροή που σου δίνει μια αίσθηση του ομοιόμορφου ή ενός κοινού μοτίβου που ακολουθείται μέχρι εκείνα τα δύο σημεία, ή τα σημεία όπου σολάρουν οι κιθάρες με το τρόπο τους (“Glints collide” και “Organic shadows” φερ’ ειπείν). Σκοπός είναι η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργούν αρπίσματα/μελωδίες όπως του “Perpetual black second” που σε κάνουν να κοιτάς δεξιά αριστερά μήπως κάτι παραμονεύει. Ο Tomas Haake οργανώνοντας αυτό το χάος ρυθμικά, αποδεικνύει γιατί είναι ένας από τους σπουδαιότερους drummers που είδε ποτέ η ανθρωπότητα, και ένας από τους πλέον ρηξικέλευθους μια και επινόησε τη “πολυρρυθμία” που ακούμε τη τελευταία 20ετία κατά κόρον.

Πίσω στα του ήχου, ο δίσκος έγινε μίξη σε δύο μέρες και το mastering σε μια. Ο λόγος; Η συμμετοχή τους στο Ozzfest του 2002 αλλά και η κοινή περιοδεία με TOOL. Κάποιος θα πει πως η βιασύνη δεν είναι καλός σύμβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά αυτό δεν έβλαψε τη δημοφιλία της μπάντας επ’ ουδενί. Απόδειξη πως όσο περνούν οι δίσκοι τα τελευταία 20 χρόνια από τη κυκλοφορία του “Nothing” τόσο οι Σουηδοί γεμίζουν και μεγαλύτερους χώρους. Και αυτό μόνο κέρδος τους είναι. Ποιο το αντίκτυπο του “Nothing”, εκτός του ότι είναι ο πιο πολυσυζητημένος δίσκος της καριέρας τους πιθανότατα; Χμ, θα έλεγα ότι είναι μια πιο ώριμη και μεστή πτυχή των MESHUGGAH ως εκείνο το σημείο, ένα κομβικό σημείο πειραματισμού που πέτυχε, αλλά και που τους οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στο επόμενο βήμα στη τόσο σπουδαία τους καριέρα.

Did you know that?

– Εντύπωση έκανε (ειδικά στον γράφοντα που ήταν η πρώτη του απτή επαφή με τους MESHUGGAH), το ότι δεν είχαμε πουθενά στίχους, οι τίτλοι κομματιών ήταν πάνω στο CD, ενώ υπήρχε ειδικό multimedia section στο CD (πρωτόγνωρα πράγματα τότε, απειροελάχιστες μπάντες τα είχαν) με στίχους και λοιπές πληροφορίες που βρίσκαμε στο booklet υπό κανονικές συνθήκες.

– Στην επανηχογράφηση του “Nothing” (2006), χρησιμοποιήθηκαν οι signature 8χορδες της Ibanez που μόλις είχαν πάρει σαν χορηγία οι Thordendal/ Hagström. Ήταν τόσο ικανοποιημένοι με τον ήχο τους, που αποφάσισαν να διορθώσουν αυτό το οποίο τους άφησε ανικανοποίητους στο “Nothing”. Τα τύμπανα επανηχογραφήθηκαν με triggers, ενώ τα φωνητικά απλά τους δόθηκαν επιπλέον δραματικά εφέ. Επίσης, μόνο δύο κομμάτια αλλάχθηκαν σημαντικά ως προς τις δομές. Το “Nebulous” έγινε πιο αργό, ενώ το “Obsidian” έγινε διπλάσιο σε διάρκεια σχεδόν.

– Ας μιλήσουμε τώρα για τα video clip για το “Rational gaze”. Ναι, διαβάσατε σωστά, δεν έκανα τυπογραφικό. Τα video clip, συγκεκριμένα ΤΡΙΑ video clip για ΈΝΑ κομμάτι. Το πρώτο, μια επαναλαμβανόμενη ασπρόμαυρη ακολουθία εικόνων. Το δεύτερο, σκηνοθετημένο από τον Torbjörn Oyesvold, έδειχνε σε ένα πρασινομπλέ περιβάλλον την μπάντα να παίζει με πολλά video εφέ που προστέθηκαν στη συνέχεια. Το τρίτο με τίτλο “Mr. Kidman Delirium Version” δεν ήταν ακριβώς επίσημο. Ήταν απλώς ο Jens Kidman με μια κάμερα χειρός να υποδύεται τους συμπαίκτες του φορώντας διαφορετικές περούκες! Τι παλικάρι είσαι εσύ ρε αγόρι μου…

Γιάννης Σαββίδης

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 1/8 [W.A.S.P.]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“The Crimson Idol” – W.A.S.P
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1992
ΕΤΑΙΡΙΑParlophone
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣBlackie Lawless, Mikey Davis, Ross Robinson, Ian Cooper
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Blackie Lawless – Φωνητικά, ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα

Frankie Banali – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Bob Kulick – Κιθάρα
Doug Aldrich – Κιθάρα
Stet Howland – Τύμπανα

Η.Π.Α, δεκαετία του ’80. Ο τόπος και ο χρόνος της παντοκρατορίας του Hard Rock, του Heavy Metal και ειδικότερα του αλήτικου, «μπάσταρδου» τέκνου τους, αυτού που για δική μας ευκολία αλλά και για να το περιγράψουμε/προσδιορίσουμε καλύτερα, ονομάσαμε Hard ‘n’ Heavy. Της μουσικής των φανταχτερών ρούχων που συνδυάζονταν με τα δερμάτινα, τα jeans και παντός είδους σιδερικά, του βαψίματος, των μεγάλων χτενισμάτων, των φαντασμαγορικών shows στα πελώρια στάδια. Αρένες που γεμάτες από έφηβους, πάλλονταν κάθε βράδυ σχεδόν υπό τους ήχους και τους ρυθμούς τραγουδιών με θεόρατα hooks, εκτυφλωτικά leads και riffs που σε άρπαζαν σαν την πιο δυνατή, σφιχτή μέγγενη. Ναι, των αρένων, αλλά και των υγρών, μικρών clubs του L.A, εκεί όπου κυριαρχούσε η άκρατη έμπνευση και βάδιζε χεράκι-χεράκι με την ακολασία. Ο τόπος και ο χρόνος των συγκροτημάτων που λάτρευαν ισόποσα τους KISS, τους VAN HALEN, τα blues αλλά και τους JUDAS PRIEST.

Οι W.A.S.P του Blackie Lawless τα έζησαν όλα αυτά στο έπακρο, όντας από τους πιο αναγνωρίσιμους εκπροσώπους της σκηνής εκείνης. Ακραίοι, προκλητικοί, μισητοί στην PMRC, σε κάθε αρτηριοσκληρωτική οργάνωση, στους γονείς και στον θείο που πολέμησε στην Κορέα, «ζούσαν» από και για κάθε τέτοια αντίδραση. Αυτό τους έδινε έμπνευση. Αυτό τους «έθρεφε». Κάποια στιγμή όμως, ο Ψηλός ξύπνησε αλλαγμένος. Φαίνεται πως οι σκέψεις προς μια πιο «σοβαρή» στροφή που ήδη τον ταλάνιζαν (“The headless children”), τον κυρίευσαν ολοκληρωτικά και θέλησε να τις μετατρέψει σε ένα δικό του, προσωπικό manifesto. Μπάντα στην ουσία δεν υπήρχε, είχε μπει στον «πάγο», οπότε του δινόταν η ευκαιρία να γράψει κάτι που θα ήταν κατά δικό του. Οι οπαδοί όμως δεν τον άφησαν, ήθελαν νέο W.A.S.P δίσκο και τον ήθελαν τώρα. Έτσι, συνέβη ό,τι είχε συμβεί τρία χρόνια νωρίτερα με έναν άλλον σπουδαίο εκπρόσωπο του shock metal, τον Lizzy Borden και το “Master of disguise”. Αυτό που θα έπρεπε να έχει λογότυπο “Blackie Lawless”, θα είχε τελικά λογότυπο “W.A.S.P”.

Το concept που θα αποτελούσε το καινούργιο «πρόσωπο» του συγκροτήματος, απλό, πάντα επίκαιρο, δραματικό και εν προκειμένω, σχεδόν περιγραφικό και αυτοβιογραφικό: η πραγματική ζωή ενός rock star, μέσα από τα μάτια του ιδίου. Η θέλησή του να πετύχει, η άνοδος, η καταξίωση, ο κόσμος που απλώνεται στα πόδια του, η δόξα, οι παντός είδους πειρασμοί, οι παγίδες, και εν τέλει η πτώση, από την αδυναμία να σηκωθεί όλο αυτό το βάρος σε ώμους νεαρούς, χωρίς την απαιτούμενη πείρα, αλλά και βοήθεια/καθοδήγηση… Δεν ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό το σενάριό του, το είχαμε δει έναν χρόνο πριν στο “Streets: a rock opera” των SAVATAGE και φυσικά στο θρυλικό “Tommy” των THE WHO, το οποίο ήταν και η μεγάλη επιρροή του “The Crimson Idol”. Θρυλείται δε, πως το τελικό “ok” δόθηκε από τον ίδιο τον Pete Townsend.

Ο Jonathan Aaron Steel, μεγάλωσε σε μια τυπική, μεσοαστική αμερικανική οικογένεια. Ήταν ένας ακόμη νεαρός, που προσπαθούσε να φτάσει τον μεγάλο του αδερφό, Michael, στα μάτια των γονιών του, του William και της Elizabeth. Γιατί ενώ ο Michael θεωρείται υπόδειγμα παιδιού, ο Jonathan είναι το «μαύρο πρόβατο» της οικογενείας Steel και όταν δεν περνά σχεδόν απαρατήρητος, δέχεται την κριτική, την αμφισβήτηση και την κακομεταχείριση από τους γονείς του. Ευτυχώς, υπάρχει ο μεγάλος αδερφός που όχι μόνο τον αγαπά και τον στηρίζει, αλλά πιστεύει και σ’ αυτόν και του λέει με κάθε ευκαιρία πως είναι γεννημένος για «μεγάλα πράγματα».

Δυστυχώς, όταν ο δεκατετράχρονος Jonathan πάσχιζε όσο ποτέ να κερδίσει την αγάπη και την αναγνώριση των γονιών του, ο Michael σκοτώνεται σε τροχαίο, χτυπημένος από έναν μεθυσμένο οδηγό. Το πλήγμα για τον μικρό, τεράστιο. Ο Jonathan, νιώθοντας ότι έχασε τον μόνο αληθινό φίλο και στήριγμα που είχε ποτέ, περιπλανιέται στους δρόμους, ανακαλύπτοντας τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και τις εφήμερες σχέσεις. Μια μέρα, ενώ τριγυρνά μεθυσμένος, βλέπει σε μια βιτρίνα μια κατακόκκινη κιθάρα, την οποία και κλέβει, σπάζοντας το τζάμι. Η κιθάρα αυτή, έμελλε στο εξής να είναι η μόνη του διέξοδος, ο μόνος τρόπος μέσω του οποίου θα μπορούσε να εκφραστεί αλλά και το μοναδικό του εφόδιο, ώστε να βγάζει χρήματα. Έτσι, άρχισε σιγά-σιγά να ονειρεύεται πως θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας μουσικός και φέρνει τον εαυτό του νοερό πρωταγωνιστή στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, όπως τα είδωλά του.

Οι περιπλανήσεις του Jonathan θα τον φέρουν στο Hollywood, στο γραφείο του “Chainsaw” Charlie, προέδρου της μεγαλύτερης δισκογραφικής εταιρείας, όπου και του δίνεται ένα συμβόλαιο. Το ταλέντο του αλλά και η βοήθεια από την εταιρεία του και τον manager του, τον ικανότατο Alex Rodman (the best manager money can buy, όπως ακούγεται χαρακτηριστικά να αποκαλείται), θα τον φέρουν πολύ γρήγορα σε συνεχή ανοδική πορεία κι ας είναι μόλις δεκαοχτώ ετών. Tότε είναι που θα συναντήσει μια μυστηριώδη τσιγγάνα, η οποία θα του πει πως θα πετύχει όλα του τα όνειρα, αλλά θα του δώσει και μια πολύ περίεργη, δυσοίωνη προφητεία για το μέλλον. Η πορεία προς την καταστροφή έχει ήδη ξεκινήσει, απλά κανείς, πόσο μάλλον ο ίδιος ο Jonathan, δεν μπορεί να το δει ακόμη.

Η φήμη του είναι πια τεράστια, είναι ο Νο1 rock αστέρας, η κορυφή του ανήκει, το χρήμα ρέει άφθονο και αυτός πλέει σε έναν ωκεανό αλκοόλ, ναρκωτικών και πρόθυμων γυναικών. Ή σωστότερα, βυθίζεται, αφού αυτό το «περιβάλλον» αποδεικνύεται μια δίνη που τον τραβά στον πάτο. Με την πάροδο του χρόνου, ο Jonathan συνειδητοποιεί ότι παρά την τεράστια επιτυχία του, κανείς στη ζωή του δεν τον αγαπάει πραγματικά, κανείς δε νοιάζεται γι’ αυτόν. H εικόνα του είναι ψεύτικη και μόνο στον καθρέπτη του, τον οποίο βλέπει σαν «εξομολόγο» του, διακρίνει τον πραγματικό Jonathan. Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι θα πέσει όταν ένα βράδυ, o manager του διαλύει το νιοστό party του μικρού και απειλεί να τον εγκαταλείψει, αν δεν σταματήσει την ακόλαστη ζωή που κάνει και δεν αφοσιωθεί στις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις του.

Εκεί ο ήρωας καταλαβαίνει πως ο Rodman τον θέλει «καθαρό» όχι επειδή θέλει το καλό του, αλλά επειδή είναι απίστευτα ταλαντούχος και έχει τη δυνατότητα να του αποφέρει ακόμη περισσότερα χρήματα. Σε αυτό το σημείο, είναι που αρχίζει να συνειδητοποιεί πόσο μόνος είναι πραγματικά στη ζωή. Την παραμονή ενός ακόμη μεγάλου live, αποφασίζει να τηλεφωνήσει στο πατρικό του. Μέσα του ελπίζει ότι όλη του η φήμη και η επιτυχία αρκούν, για να αποδείξει πως άξιζε και έτσι να κερδίσει επιτέλους την αποδοχή των γονιών του. Δεν υπολόγισε όμως πως η επιτυχία αυτή είχε έρθει με λάθος τρόπο…

Η θρησκόληπτη, ακραία συντηρητική οικογένεια Steel, δε γινόταν ποτέ να αναγνωρίσει ως γιο της έναν «πρεζάκια rocker», όσα εκατομμύρια δολλάρια και αν είχε στην τράπεζα. Αρκούσαν όχι παραπάνω από πενήντα λέξεις, ένα τελευταίο we have no son και ένα κλείσιμο του τηλεφώνου, για να αισθανθεί ο Jonathan πως πλέον δεν έχει κανέναν στον κόσμο και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα για αυτόν. Κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας συναυλίας, αποσύρεται για λίγο στα καμαρίνια, αφαιρεί τις χορδές από την κιθάρα του, τις κάνει θηλιά και αυτοκτονεί. Τούτο θα ήταν το μεγάλο φινάλε της ζωής και της καριέρας του…

Μπορεί η εξέλιξη και το θλιβερό τέλος της ιστορίας να την καθιστούν σχεδόν καταθλιπτική, αλλά το «Πορφυρό Είδωλο» είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Είναι ένα σύγχρονο, σαιξπηρικό δράμα, διδακτικό, προορισμένο να «ταρακουνήσει» τον ακροατή και να «γδύσει» μπροστά στα μάτια του το ψεύτικο είδωλο της rock βιομηχανίας. Ο ακροατής ζει το δράμα του ήρωα σε τέτοιο σημείο, που σχεδόν νιώθει τον διαρκή του πόνο και την αγωνία του. Είναι μια νουθεσία για το τι είναι ή τι μπορεί να γίνουν τελικά η δόξα και η εξουσία, όπως είπε και η τσιγγάνα στο αντίστοιχο σημείο της ιστορίας: “Do you see what I see? Be careful to choose, be careful what you wish for, cause it may come true… a crimson idol I saw, but the higher he’d fly, then the further he’d fall”.

Μπορούν να γραφτούν χιλιάδες λέξεις κι αναλύσεις επί αναλύσεων, για το νόημα του “The Crimson Idol” concept. Καθένας μπορεί να δει και μια διαφορετική πλευρά του, ή να επηρεαστεί από διαφορετική πτυχή του. Για τούτον τον λόγο, θα αφήσουμε τα λόγια και θα μιλήσουμε για τις νότες. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως το album αυτό είναι μια συγκλονιστική rock opera, τίποτα λιγότερο. Θα μπορούσε να «ανέβει» σε οποιοδήποτε θέατρο ως υπερπαραγωγή και να καθηλώσει το ακροατήριο. Έτσι κι αλλιώς ήταν ο πλέον ακριβοπληρωμένος W.A.S.P δίσκος, με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Και ο Blackie, δε δαπάνησε άδικα ούτε cent. H μακροχρόνια διαδικασία σύνθεσης και παραγωγής, του επέτρεψε να ωθήσει τη μουσική της μπάντας του στα άκρα και να παρουσιάσει το πιο σκοτεινό, πολύπλοκο, τεχνικό και προοδευτικό album της, ως τότε.

Ο Ψηλός δεν ήταν πια ένας «συνηθισμένος» shock rocker. Ήταν ένας μουσικός με όραμα σαφέστατα διαφορετικό από εκείνο του μέσου αστέρα της Sunset Blvd, κάτι που ο επί χρόνια συνοδοιπόρος του, ο Chris Holmes, δυσκολευόταν να κατανοήσει, γι’ αυτό και αποχώρησε. Ο Holmes δεν ήταν ικανός να ακολουθήσει τέτοια πορεία. Του ήταν αδύνατο να βγάλει από πάνω του την ταμπέλα του “Wild Child” και να απομακρυνθεί από την “sex, drugs and rock ‘n’ roll” συμπεριφορά. Προς τούτο, ο Blackie κράτησε τον μακαρίτη Frankie Banali στα τύμπανα, με τον οποίο είχε συνεργαστεί ήδη από το “The headless children”, επιστράτευσε τον επίσης συγχωρεμένο (πόσο άσχημο αυτό…) Bob Kulick στις κιθάρες και κάλεσε τους Stet Howland και Doug Aldrich να «κοσμήσουν» με την συμβολή τους το μεγαλεπήβολο δημιούργημά του. Το αποτέλεσμα; Ίσως καλύτερο και από ότι περίμενε ο ίδιος. Ένας αραβουργηματικός, ΑΨΕΓΑΔΙΑΣΤΟΣ δίσκος.

Τι ήταν και τι εξακολουθεί να είναι λοιπόν το “The Crimson Idol”; Ήταν και είναι ένα από τα καλύτερα albums μελωδικού, αμερικανικού heavy metal που ακούστηκαν ποτέ. «Πως είπες; Heavy metal;» Ναι, heavy metal. Heavy f#ckin’ metal. Τώρα για ποιον ακριβώς λόγο οι W.A.S.P πρωταγωνιστούν σε βραδιές “glam” και “poser”, είναι άλλη ιστορία που θα την πούμε κι αυτή κάποια στιγμή. Ένα album όπου το λούσο, η μόστρα, η αλητεία και η ασωτία του νυχτερινού L.A, συμβάδιζαν με το βιρτουόζικο και στυλιζαρισμένο παίξιμο. Ένας δίσκος με εκπληκτική ατμόσφαιρα, σχεδόν κινηματογραφική αισθητική, τραγούδια που μας «στοίχειωσαν» με το πρώτο άκουσμα και τον Lawless να πείθει πως ήταν ΚΑΙ μεγάλος τραγουδιστής. Με συνθέσεις που μπορούσαν να σε οδηγήσουν από το ξέφρενο headbanging, στην πλησιέστερη πολυθρόνα, να κοιτάς το ταβάνι με «γεμάτα» μάτια.

Είναι το magnum opus της W.A.S.P εποποιΐας της περιόδου 1984-1992 και το πιο τρανταχτό επιχείρημα για όσους εξ ημών θεωρούμε πως ο Blackie Lawless είναι ένας τεράστιος, ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, όσον αφορά τον «σκληρό ήχο». Και επί προσωπικού περισσότερο, είναι δύο πράγματα: πρώτον, ένα από τα δύο παρθενικά βινύλια που αγόρασε «πακέτο» ο γράφων (W.A.S.P ήταν και το δεύτερο, η συλλογή “First blood, last cuts”), κάτι που εκτινάσσει, όσο και να θέλω να παραμείνω προσγειωμένος, την συναισθηματική φόρτιση στον ουρανό και δεύτερον, η ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ δύο κορυφαίων πλην υποτιμημένων drummers, που πρέπει όλοι, ΟΛΟΙ όμως, όσοι αγαπούν το hard rock και το heavy metal, να την παρακολουθήσουν έστω μια φορά στη ζωή τους. Frankie (R.I.P), Stet, σας ευχαριστώ για το αέναο, ατέρμονο air drumming που μου χαρίσατε…

Μια παρένθεση, λίγο πριν το τέλος…

“Re-Idolized (The soundtrack to the Crimson Idol)”. Έχω την πεποίθηση πως για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, αξίζει και αυτό να ακουστεί. Είναι μια ελαφρώς διαφορετική οπτική του ιδίου έργου αλλά και το αναφαίρετο δικαίωμα του δημιουργού να κάνει ό,τι νομίζει με αυτό. Δε γίνεται να είναι κακό (και δεν είναι), από την στιγμή που οι συνθέσεις είναι αυτές που είναι και οι συνεργάτες του Blackie είναι παραπάνω από αξιόλογοι. Επιπροσθέτως ολοκληρώνει το αρχικό σχέδιο, που ήθελε τον δίσκο να συνοδεύεται από μια ταινία μικρού μήκους. Αλλά ας μείνουμε μακριά από συγκρίσεις. Καταρχάς διότι το αυθεντικό δεν υπάρχει τρόπος να σπιλωθεί από κανέναν και από τίποτα (λίγο «κράτει» με τα αναθέματα, τι γίνεται, στο τέλος θα καίμε τους καλλιτέχνες στην πυρά;) και επίσης διότι ποτέ δε μας άρεσε να «κλέβουμε εκκλησίες» και λοιπά «φιλόπτωχα ταμεία», έτσι δεν είναι; Για όποιον θέλει μια υπερ-πλήρη εκδοχή του ΑΡΧΙΚΟΥ έργου, προτείνω να αποκτήσει την επανακυκλοφορία του 1998, όπου υπάρχει bonus υλικό και να ακούσει τα τραγούδια με την παρακάτω σειρά:

1) Prologue: The story of Jonathan (Bonus)
2) The titanic overture
3) The invisible boy
4) Arena of pleasure
5) Chainsaw Charlie (Murders in the New Morgue)
6) The eulogy (Bonus)
7) Phantoms in the mirror (Bonus)
8) The gypsy meets the boy
9) Doctor Rockter
10) I am One
11) The Idol
12) Hold on to my heart
13) The great misconceptions of me

συν την πολύ καλή διασκευή στο “When the levee breaks” των LED ZEPPELIN.

Το album δεν πούλησε ιδιαίτερα καλά αρχικά, με τον κόσμο να το υποδέχεται κάπως… «μαγκωμένα», κάτι το λογικό, θα μου πεις, αφού οι W.A.S.P είχαν δείξει άλλο «πρόσωπο» τα προηγούμενα χρόνια. Μα κι αν η Αμερική (γιατί εκεί γινόταν όλο το παιχνίδι, ανέκαθεν) δεν άνοιξε τις αγκάλες της, οι W.A.S.P. έκαναν αληθινό πάταγο στην Ευρώπη. Ο Τύπος αποθέωσε και εξακολουθεί να αποθεώνει το «Είδωλο», με μοναδική εξαίρεση τον Καναδό Martin Popoff ο οποίος του έβαλε ένα 6/10, θεωρώντας πως το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν «αντάξιο της μακράς διαδικασίας δημιουργίας του» και χαρακτηρίζοντάς το ως μια «οδυνηρή αποτυχία στον τομέα των concept albums». Και αυτός ο τύπος τώρα, θεωρείται guru και πουλάει εγκυκλοπαίδειες, έτσι; Μάλιστα…

Αφήνουμε τον «φωστήρα» Popoff, που δεν πέτυχε ούτε ελέφαντα με 50άρι πολυβόλο στα πέντε μέτρα και επανερχόμαστε στους W.A.S.P. To group εμφανίστηκε στο Castle Donington (υπάρχει και οπτικοακουστικό υλικό από εκείνο το live, η μπάντα είναι σε απίστευτη κατάσταση!) μαζί με IRON MAIDEN, SLAYER, THUNDER, SKID ROW, με τον Doug Blair στην κιθάρα, τον Johnny Rod στο μπάσο και τον Howland ως μόνιμο μέλος πίσω από το drum kit (δηλαδή αυτούς που βλέπεις στα δύο video clips των “The Idol” και “Hold on to my heart”), ενώ τον Οκτώβριο του 1992 έπαιξε για τρεις βραδιές στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου. Α, ρε Ευρώπη… πόσο μεγάλο το σφάλμα που έκαναν τότε πολλές αμερικανικές μπάντες και δεν έστρεψαν το βλέμμα τους αποκλειστικά επάνω σου. Τα έχει πει αυτά ο Joey Vera των ARMORED SAINT. Λάθη μεγάλα και ασυγχώρητα…

Επίλογος…

Για τον συντάκτη που γράφει τούτες τις γραμμές, ο πρώτος λίθος στα θεμέλια της σκηνής του αμερικανικού hard ‘n’ heavy, ήταν το “Too fast for love” των MOTLEY CRUE, εν έτει 1981. Αλλά κι αν βρεθεί κάποιος να προτείνει κάποιο άλλο, θα τον ακούσω με μεγάλη προσοχή και θα προσπαθήσω να βάλω κάτω τα δεδομένα, για να δω αν όντως αυτό που ισχυρίζεται ισχύει. Εκεί που δύσκολα θα δεχτώ αντίλογο, είναι σε συζήτηση περί του ποιο album… έκλεισε την πόρτα. Ποιο κήρυξε «λήξη εργασιών», ποιο τερμάτισε ένα ολόκληρο μουσικό κίνημα, ποιο ανέβηκε στην υψηλότερη κορυφή, κάρφωσε την σημαία του και έκτοτε απολαμβάνει τη μοναξιά της απόλυτης μοναδικότητας. Εκείνο που γύρισε το τελευταίο φύλλο στο ημερολόγιο. Και αυτό, δεν είναι άλλο από το “The Crimson Idol”. Το κύκνειο άσμα των δοξασμένων 80s. Μουσικά, εικαστικά και εν τέλει… ουσιαστικά.

“Long live the King of Mercy”.

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 1/8 [SODOM]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Tapping the vein” – SODOM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1992
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: SPV / Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harris Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Μπάσο – Tom Angelripper
Κιθάρες – Andy Brings
Drums – Chris Witchhunter

Η κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ των αγαπημένων μου SODOM, το “Better off dead” το 1990, οδήγησε τους Γερμανούς thrashers σε μια εκτεταμένη περιοδεία προώθησης του που μάλιστα είχε περάσει και από τα μέρη μας. Στα πλαίσια της περιοδείας αυτής όμως, και ενώ η μπάντα βρισκόταν στη Νότια Αμερική, ο τότε κιθαρίστας της μπάντας Michael Hoffmann αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βραζιλία, αφήνοντας τη μπάντα στα κρύα του λουτρού. Ο Angelripper κινήθηκε γρήγορα και βρήκε τον αντικαταστάτη του στο πρόσωπο του Andy Brings, ενός ταλαντούχου νεαρού από την Βεστφαλία που βούτηξε κατευθείαν στα βαθιά καθώς έπρεπε σε χρόνο ρεκόρ να μάθει το υλικό της μπάντας προκειμένου να ολοκληρωθεί η περιοδεία. Λίγους μήνες αργότερα, η νέα σύνθεση των SODOM μπαίνει στα Dierks Studios με τον Harris Johns στην παραγωγή για να ηχογραφήσουν το νέο τους άλμπουμ. Κι εγένετο “Tapping the vein”.

Εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, οι παραδοσιακές thrash μπάντες είτε πειραματίζονταν με τον ήχο τους, είτε εξωθούσαν τον εαυτό τους στα άκρα. Οι SODOM ξεκάθαρα ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Επηρεασμένοι ίσως και από την ραγδαία άνοδο του death metal, κυκλοφόρησαν τον πιο ακραίο δίσκο τους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Προφανώς και οι πιο παραδοσιακοί thrashers δεν είδαν με καλό μάτι αυτήν την εξέλιξη, οι SODOM όμως πάντα είχαν την ακρότητα στον ήχο τους και δημιούργησαν αυτό το “deathrash” κράμα.

Το “Tapping the vein” είναι ένας ωμός, ακραίος, τραχύς δίσκος. Απίστευτα ογκώδες και επιθετικός, παραμερίζει με ορμή την πιο μελωδική προσέγγιση του “Better off dead” και χτυπά σαν βόμβα. Μιλάμε για απίστευτες κομματάρες εδώ μέσα. Ακόμη και το “Deadline” που μάλλον είναι το πιο αδύναμο του άλμπουμ, θερίζει! Από εκεί και πέρα, τι να πει κανείς για τραγούδια όπως τα εναρκτήρια “Body parts” και “Skinned alive” που ακούγονται πιο death metal και από death metal, το φανταστικό “One step over the line” που πιστοποιεί για μια ακόμη φορά ότι στα αργόσυρτα κομμάτια οι SODOM μεγαλουργούν, το ρυθμικό και fan favorite “Bullet in the head”, το ανατριχιαστικό “The crippler” προορισμένο να φέρει εφιάλτες σε κάθε αλλόθρησκο, το “Wachturm” που συνεχίζει την παράδοση με τους Γερμανικούς στίχους και τον ιδιαίτερο ρυθμό του, το φανταστικό ομώνυμο με τις τρομερές εναλλαγές του που, όσο και λέει κάποιος ότι δεν γουστάρει αυτό το άλμπουμ, δεν μπορεί να μην λατρέψει αυτό το κομμάτι, τα καταιγιστικά “Back to war” και “Hunting season” που γραπώνουν τον ακροατή από τον λαιμό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα, ενώ ο επίλογος που ανήκει στο σχεδόν οκτάλεπτο  και ιδιαίτερο “Reincarnation” είναι δυσοίωνος, σκοτεινός, με μια αίσθηση επικείμενου ολέθρου.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον Andy Brings που είναι απλά φοβερός στο ντεμπούτο του με τους SODOM, αποδεικνύοντας ότι ο Angelripper έχει τρομερό ένστικτο όταν επιλέγει τους συνεργάτες του, αλλά κυρίως στον Chris Witchhunter.  Ο άνθρωπος ήξερε ότι οι μέρες του στους SODOM ήταν μετρημένες, παρόλα αυτά είναι τρομερά συγκινητικός πίσω από τα τύμπανα, κάνοντας κυριολεκτικά κατάθεση ψυχής στο κύκνειο άσμα του με τη μπάντα. Συγκλονιστικός.

Προσωπικά για μένα το “Tapping the vein” είναι από τα πολύ αγαπημένα μου άλμπουμ των SODOM και το τοποθετώ πολύ ψηλά στη δισκογραφία τους. Και χαίρομαι που, άτομα που το αντιμετώπιζαν υποτιμητικά όταν βγήκε, δηλώνουν πλέον θαυμαστές του. Μην κοιτάτε εμένα, εγώ το λάτρεψα από την πρώτη μέρα!

Did you know that:

Το “Tapping the vein” ήταν ο τελευταίος δίσκος με τον Chris Witchhunter στα τύμπανα καθώς τα προβλήματα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε  ο θηριώδης ντράμερ ήταν τόσο έντονα που ακόμα και ο Angelripper, συνοδοιπόρος του στις καταχρήσεις, αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του, και εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τη μπάντα. Μια απόφαση που, όπως λέει και ο ίδιος ο Witchhunter στο DVD “Lords of depravity” ήταν επιβεβλημένη καθώς αν έμενε, πολύ πιθανόν να διαλύονταν οι SODOM. Φυσικά ο Witchhunter εξακολουθούσε να έχει άριστες σχέσεις με τον Angelripper και μάλιστα ηχογράφησε μαζί με τους SODOM το επετειακό “The final sign of evil” το 2007, το άλμπουμ δηλαδή που προοριζόταν να κυκλοφορήσει το 1984. Ένα χρόνο αργότερα, ο Chris Witchhunter έφυγε από τη ζωή ύστερα από σοβαρές επιπλοκές στην υγεία του.

Θοδωρής Κλώνης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece