Banner Top
Banner Content

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Rene­gade”- THIN LIZZY
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1981
ΕΤΑΙΡΙΑ: Ver­ti­go
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Thin Lizzy, Chris Tsangarides
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/ Μπάσο – Phil Lynott
Κιθάρες – Scott Gorham
Κιθάρες – Snowy White
Τύμπανα – Bri­an Downey
Πλήκτρα – Dar­ren Wharton

Το 11ο άλμπουμ των THIN LIZZY είναι μάλλον και το πιο παρεξηγημένο τους. Προέκυψε εν μέσω δυσμενέστατων συνθηκών, όπου διαφαινόταν το αναπόφευκτο τέλος. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τα γεγονότα γύρω από το “Rene­gade”, όπως ήταν ο τίτλος του, ήταν το τελειωτικό χτύπημα σε ένα συγκρότημα, που δύο χρόνια πριν είχε φτάσει με το “Black Rose: A rock leg­end” μέχρι το νο. 2 των charts του Ηνωμένου Βασιλείου και φαινόταν ότι θα ανέβαινε ακόμα ψηλότερα.

Η συνέχεια ήταν πιο… χλιαρή, με «την ήρεμη δύναμη» Snowy White να αντικαθιστά τον Gary Moore για το “Chi­na­town” (1980). To “Chi­na­town”, μία πολύ καλή κυκλοφορία με τα δεδομένα άλλων, αλλά όχι στο επίπεδο που είχαν μάθει οι LIZZY στο κοινό τους από το 1975 και μετά, μπήκε στα βρετανικά charts, στο νο. 7. “Black Rose…” δεν ήταν, αλλά έδωσε στον Phil Lynott και την παρέα του μία ακόμη top-10 επιτυχία, μαζί με δύο επιτυχημένα sin­gles (“Killer on the loose” στο νο. 10 και “Chi­na­town” στο νο. 21).

Σε εκείνη την φάση επικρατούσε αβεβαιότητα. Καλλιτεχνικά και δεδομένης της επιθυμίας του Lynott να είναι μέσα στα πράγματα μουσικά, ο ήχος των THIN LIZZY όφειλε να είναι σχετικός με τις εξελίξεις, να έχει εμπορική απήχηση και όλα αυτά ταυτόχρονα με την ηχογράφηση του δεύτερου solo άλμπουμ του αρχηγού. Μία από τις κινήσεις που έγιναν για να εξυπηρετηθούν οι παραπάνω στόχοι ήταν και η μονιμοποίηση του 19χρονού, τότε, ses­sion πληκτρά των THIN LIZZY, του φέρελπι Dar­ren Whar­ton, που έπαιζε για το συγκρότημα ήδη από την προηγούμενη χρονιά.

Ο τίτλος για το νέο άλμπουμ ήρθε κατά την διάρκεια της περιοδείας του “Chi­na­town”. To 1980, καθώς οι LIZZY ήταν σε περιοδεία και σε ένα ταξίδι ανάμεσα σε εμφανίσεις, ο Lynott είδε από τον παράθυρο του λεωφορείου μία μοναχική μορφή πάνω σε μοτοσυκλέτα. Ο τύπος φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν, με ένα τζιν αμάνικο τζάκετ από πάνω. Είχε ένα μεγάλο ραφτό των Motör­head και ένα εξίσου μεγάλο ραφτό των THIN LIZZY, ενώ από κάτω έγραφε “Rene­gade”. Δεν ήρθαν σε επαφή. Απλά τους προσπέρασε μέσα στη νύχτα. Και τότε σκέφτηκε πως αυτός θα ήταν ιδανικός τίτλος για τη νέα τους δουλειά. Φανέρωνε επαναστατικό πνεύμα και κάτι από περιθώριο, όπως και προηγούμενοι τίτλοι. “Vagabonds of the west­ern world”, “Jaibreak”, “Bad rep­u­ta­tion”, “Live and dan­ger­ous” και τώρα “Rene­gade”, όλοι αυτοί οι τίτλοι ταίριαζαν στο προφίλ της πιο σκληρoτράχηλης μπάντας στο βρετανικό (και όχι μόνο) rock. Βέβαια κάτω από όλη αυτή την εικόνα της απόλυτης μάγκικης μπάντας κρύβονταν βαθύτερες πληγές.

Ήδη από την εποχή του “Black Rose: A rock leg­end”, ο εθισμός του Lynott και του κιθαρίστα Scott Gorham στην ηρωίνη, που τον συντρόφευε στην σταθερή πτώση του στον κόσμο των ναρκωτικών, είχε πάρει το πάνω χέρι. Τα πράγματα είχαν φτάσει σε ένα τέλμα δίχως προηγούμενο το 1981, που μόνο και μόνο ότι κατάφεραν να βγάλουν άλμπουμ ήταν ένας άθλος από μόνος του. O ντράμερ και φίλος του Lynott, Bri­an Downey, ένιωθε τελείως ανίσχυρος, μην μπορώντας να παρέμβει, ενώ ο δεύτερος, «νέος» κιθαρίστας, Snowy White δεν ασχολούνταν καθόλου και δεν ήθελε να ξέρει, μιας και ήταν περισσότερο επαγγελματίας και διακριτικός. O πιτσιρικάς του συγκροτήματος Whar­ton, ενθουσιασμένος από τις μεγάλες μέρες που ζούσε, δεν συνειδητοποιούσε πως τα πράγματα είχαν πάρει την κάτω βόλτα.

Σε ένα διάλλειμα στην παγκόσμια περιοδεία του “Chi­na­town”, τον Γενάρη του 1981, μπήκαν τα θεμέλια για τις πρώτες ηχογραφήσεις του επερχόμενου άλμπουμ. Ταξίδεψαν στις Μπαχάμες, στο νησί Nas­sau, προκειμένου να ηχογραφήσουν στα διάσημα στούντιο Com­pass Point, όπου λίγους μήνες αργότερα θα πήγαιναν και οι AC/DC με τον παραγωγό τους John “Mutt” Lange, για να δουλέψουν πάνω στο αριστούργημα τους και δεύτερο πιο επιτυχημένο άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής, το “Back in black”.

Η διαδικασία με τους THIN LIZZY ήταν λίγο πιο περίπλοκη. Παράλληλα, ηχογραφούσαν κομμάτια και για το δεύτερο άλμπουμ του Lynott. Στην ομάδα υπήρχαν δύο παραγωγοί. Ο ένας ήταν ο Kit Wool­ven, που είχε δουλέψει με το συγκρότημα στην παραγωγή του “Chi­na­town” και πιστώθηκε τον ρόλο του μηχανικού ήχου στο νέο άλμπουμ τους, ενώ πήρε cred­its παραγωγού για το solo άλμπουμ του Lynott, που ξεκίνησε ως “Fatal­is­tic Atti­tude” και κατέληξε να κυκλοφορήσει το 1982 απλά ως “The Philip Lynott album”. Ο Phil, ωστόσο, πίστευε πως η παραγωγή για το νέο THIN LIZZY θα ήταν καλύτερο να ανατεθεί στον κυπριακής καταγωγής Chris Tsan­garides. Σίγουρα γνώριμο όνομα στους περισσότερους εξ υμών, μιας και έχει διατελέσει παραγωγός σε ένα από τα μεγαλύτερα met­al άλμπουμ όλων των εποχών, το “Painkiller” των JUDAS PRIEST (είχε δουλέψει μαζί τους και ως μηχανικός ήχου στο ακρογωνιαίο για το met­al ιδίωμα “Sad wings of des­tiny” του 1975), αλλά και από συνεργασίες με τους BLACK SABBATH, GARY MOORE, KING DIAMOND και Bruce Dick­in­son, μεταξύ πολλών άλλων. Τον καιρό εκείνο, είχε μόλις τελειώσει την δουλειά με τους ανερχόμενους NWOBHM νεαρούς TYGERS OF PAN TANG για το ντεμπούτο τους “Wild cat” (1980).

Καθώς έπαιζαν και ηχογραφούσαν, κάποια πράγματα περνούσαν για το άλμπουμ των LIZZY και άλλα για το άλμπουμ του Lynott. Αυτή η διαδικασία ενίοτε μπέρδευε τους υπόλοιπους, αλλά υπήρχε μία σιγουριά ότι τα πιο «δυνατά» κομμάτια πήγαιναν στο “Rene­gade”. Ξεκινώντας από τα Com­pass Point και κάποιες ευχάριστες μέρες στην παραλία, πέρασαν, μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’81, από τα στούντιο Good Earth, Mor­gan και Odyssey (όλα στο Λονδίνο) για να δουλέψουν πάνω στο “Rene­gade”. O Phil έγραψε δύο τραγούδια (“No one told him” και “Mex­i­can Blood”) και συν-έγραψε τα υπόλοιπα με την συμμετοχή του Whar­ton σε ένα τραγούδι (“Angel of Death”), του Gorham σε τέσσερα (“The pres­sure will blow”, “Leave this town”, “Hol­ly­wood (down on your luck)” και “It’s get­ting dan­ger­ous”) και του White σε δύο (το ομώνυμο “Rene­gade” και το “Fats”). Το αποτέλεσμα ήταν ποικιλόμορφο, με διάφορες επιρροές και ηχητικά πιο ιδιαίτερο σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές τους.

Η συνεισφορά του Dar­ren Whar­ton φαίνεται στην ατμοσφαιρική εισαγωγή στο εναρκτήριο τραγούδι του “Rene­gade”, του “Angel of Death”. Μία κλασική hard rock σύνθεση στο ρεπερτόριο των THIN LIZZY, ξεκίνησε ως άσκηση στα sound­check τους, που τράβηξε την προσοχή του Lynott αρκετά σε μία πρόβα στο Δουβλίνο ώστε να το εξελίξει σε ένα ολόκληρο τραγούδι άνω των 6 λεπτών. Η έμπνευση για τους στίχους ήρθε κατευθείαν από τις προφητείες του Γάλλου προφήτη Νοστράδαμου (και όχι από τον Ναζί επιστήμονα στο Άουσβιτς Josef Men­gele, όπως στο ομώνυμο τραγούδι των SLAYER). Οι εκδόσεις με τις εν λόγω προφητείες είχαν ξαναγίνει δημοφιλείς, λόγω του ψυχροπολεμικού κλίματος της εποχής. Σύμφωνα με αυτές, ένας Άγγελος Θανάτου θα κατέβαινε από τον Ουρανό και θα έφερνε μαζί του ένα ολοκαύτωμα, που ο κόσμος είκαζε ότι θα ήταν πυρηνικό.

Με αυτή την ιδέα, ο Lynott μιλάει για ανθρώπινες τραγωδίες, σε ιστορικό και σε προσωπικό επίπεδο. Αφήνοντας την επιλογή της απόφασης στον ακροατή ως προς τι να πιστέψει, μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, όπως έκανε και στο προηγούμενο άλμπουμ με τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη (στο “Killer on the loose”), σχεδόν σαν τον Mick Jag­ger στο “Sym­pa­thy for the dev­il”. Οι πρώτοι στίχοι ήταν διαφορετικοί, με τον Phil να τους αλλάζει στην πορεία, τονίζοντας ή αφαιρώντας εικόνες όπου έκρινε απαραίτητο, κάτι στο οποίο διέπρεπε σύμφωνα με τον Scott Gorham. Μάλιστα, περιγράφει τον θάνατο του πατέρα του, μία μορφή ποιητικής αδείας, τραγικής όμως, μιας και ο ίδιος ο Lynott, σε αντίθεση με τον βιολογικό του πατέρα, θα ζούσε μόνο 5 χρόνια ακόμα.

O Gorham δεν ήταν και πολύ φίλος με το “Angel of death” παρόλο που έπαιζε το solo και στις τρεις εκδόσεις που κυκλοφόρησαν. Ήταν, ωστόσο, από τα πιο δυνατά, για αυτό και κυκλοφόρησε σαν sin­gle στις ΗΠΑ (νο. 38 στα Main­stream Rock Charts). Έγινε βασικό κομμάτι των set list των δύο επόμενων περιοδειών, έδωσε μία κατεύθυνση για το τι θα ακολουθούσε στο αμέσως επόμενο άλμπουμ τους και χρόνια αργότερα διασκευάστηκε από τους VADER και τους GAMMA RAY.

Χωρίς να θέλω να ακουστώ γλυκανάλατος οφείλω να πω ότι για εμένα προσωπικά, το ομώνυμο τραγούδι, το “Rene­gade”, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του sound­track της ζωής μου, θεωρώ πως είναι έντονα βιωματικό και μιλάει λίγο πολύ για όλους μας. O Snowy White έμελλε να φύγει σύντομα από το συγκρότημα, αλλά πριν φρόντισε να αφήσει μία από τις πιο ωραίες συνθέσεις που φέρουν την σφραγίδα των THIN LIZZY. O Lynott είχε ένα αρχικό όραμα για ένα πιο heavy κομμάτι, κάτι στο οποίο παρέπεμπε και ο τίτλος, αλλά τον γοήτευσε η απαλή μελωδία του White, που στο τέλος την κράτησε. Το “Rene­gade” μπορεί να θεωρηθεί και αυτοβιογραφικό του front­man, γνωστός για τους ορατούς δαίμονες που τον βασάνιζαν εκείνο το διάστημα όπως το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά και για τους αόρατους που έκρυβε με μαεστρία μακριά από τα αδιάκριτα μάτια του κόσμου, ένα πιο τραγικό κομμάτι που ο ίδιος διέκρινε στον εαυτό του και στον κόσμο στον οποίο μεγάλωσε, όπως λέει στους στίχους “I won­der why he cries on the inside, I won­der why he’s a rene­gade”. Βέβαια δεν το παραδέχτηκε ανοιχτά, λέγοντας σε συνέντευξη του ότι (πέρα από την ευθεία αναφορά στον άγνωστο μοτοσικλετιστή) πηγή έμπνευσης αποτέλεσε το βιβλίο του Γάλλου φιλόσοφου Αλμπέρ Καμύ, «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951), σύμφωνα με το οποίο (μεταξύ άλλων) ο καθένας έκρυβε μέσα του έναν εν δυνάμει επαναστάτη. O Gorham, πάντως, επέμενε στην αυτοβιογραφική βάση του τραγουδιού, με μία δόση τύψης που δεν πήρε την ζωή του στα χέρια του νωρίτερα, αφού οι τελευταίοι στίχοι του εν λόγω τραγουδιού αντικατόπτριζε την κάθοδο τους στον Άδη της ηρωίνης (“Oh please, I’m on my begged, bend­ed knees, oh please heed my call, he’s just a boy that has lost his way, he’s just a boy, that’s all”).

Ακολουθεί το “The pres­sure will blow” και η κλασική ιστορία αγάπης και εγκατάλειψης στο “Leave this town”, τραγούδια που ο Lynott έγραψε με τον Gorham και κλείνουν την πρώτη πλευρά του “Rene­gade”. Το τελευταίο, μάλιστα, ήταν ένα «δάνειο» του Phil από τους ΖΖ TOP, κάτι που παραδέχτηκε τελείως ακομπλεξάριστα, λέγοντας ότι ήταν το αγαπημένο του συγκρότημα!

Το “Hol­ly­wood (down on your luck)” που ξεκινάει την δεύτερη πλευρά είναι ακόμη μία συνεισφορά του Καλιφορνέζου Gorham, του οποίου την οπτική για το πόσο δύσκολο είναι να τα καταφέρεις στο Hol­ly­wood και στο Los Ange­les, γενικότερα, μεταφέρει μέσα από μία ακόμη ενδιαφέρουσα αφήγηση ο Lynott. Μαζί με το “Angel of death” και το “Rene­gade” αποτελούν την τριπλέτα του άλμπουμ που ξεχωρίζει, τοποθετώντας τους στο επίπεδο νεότερων, πιο ενθουσιωδών συγκροτημάτων που τότε ξεκινούσαν την καριέρα τους, μέσα από το NWOBHM. Κυκλοφόρησε σαν sin­gle (με το “The pres­sure will blow” ως b‑side), φτάνοντας μέχρι το νο. 24 στα αμερικάνικα Main­stream Rock Charts (ψηλότερα από το “Angel of death”) αλλά πολύ χαμηλά στην Βρετανία, μόλις στο νο. 53, κάτι που θα επηρέαζε σημαντικά την πορεία τους. Το “Hol­ly­wood (down on your luck)” διασκευάστηκε, για προφανείς λόγους, από τους WARRANT και τους ADLER’S APPETITE.

Το άλμπουμ συνεχίζει με το “No one told him” και το “Fats”, ένα κομμάτι-φόρο τιμής στον jazz μουσικό Fats Waller. Στο ανάλαφρο πνεύμα της παλιότερης τους επιτυχίας “Danc­ing in the moon­light”, με jazz και funk στοιχεία, έγινε δεκτό με σκεπτικισμό αρχικά από τον Gorham. To επόμενο “Mex­i­can Blood”, περιέχει σαν ιστορία, όλα τα κλισέ ενός καουμπόϊκου δράματος, σύμφωνα με τον Lynott. Το “Rene­gade” κλείνει με το αξιόλογο “It’s get­ting dangerous”.

Οι THIN LIZZY προσπάθησαν να παρουσιάσουν κάτι ισορροπημένο μεταξύ του κλασικού τους ήχου και του πιο σύγχρονου ψηφιακού ήχου που ερχόταν με το New Wave και τα πλήκτρα στο rock. Ακόμα και το art­work του δίσκου ήταν διαφορετικό, χωρίς κάποιο έργο του Jim Fitz­patrick που παραδοσιακά έκανε τα εξώφυλλα τους, αλλά πιο «καλλιτεχνικές» φωτογραφήσεις από τον φωτογράφο μόδας Gra­ham Hugh­es, στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο του δίσκου. Μάλιστα, για κάποιο περίεργο λόγο, ενώ ο Whar­ton είναι και με την βούλα επίσημο μέλος του συγκροτήματος, απουσιάζει από τις φωτογραφίες στο οπισθόφυλλο!

Το “Rene­gade” κυκλοφόρησε πριν 40 χρόνια, την 15η Νοεμβρίου του 1981. Πήρε καλές κριτικές στην δημοφιλή βρετανική μουσική εφημερίδα “Sounds” και … κάπου εκεί σταμάτησε και η καλή πορεία του. O Bri­an Downey δήλωνε έκπληκτός από το «ξύλο» που έτρωγε το άλμπουμ δεξιά και αριστερά στον μουσικό τύπο. Πολλοί γκρίνιαζαν για τον Snowy White, ο οποίος δεν θύμιζε σε τίποτα τους εντυπωσιακούς προκατόχους του, Bri­an Robert­son και Gary Moore και ακόμα και στο δεύτερο άλμπουμ του με το συγκρότημα δεν φαινόταν να έχει ενσωματωθεί πλήρως με τους υπόλοιπους. Στη σκηνή, ένας ηγεμονικός Lynott προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή του κοινού, μόνο για να καταρρέει διαλυμένος κάθε βράδυ στα παρασκήνια. Βέβαια, ο πολύς κόσμος δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν στα ενδότερα των LIZZY εκείνη την περίοδο. Με τον White να προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα κλίμα παρακμής τροφοδοτούμενης από καταχρήσεις και να μην ταιριάζει στο αλήτικο προφίλ των υπόλοιπων, πήρε, άδικα, μερίδιο της ευθύνης για την υποτιθέμενη μουσική δυστοκία των LIZZY. Άλλοι απέδωσαν το κατώτερο των περιστάσεων αποτέλεσμα στον τρόπο γραφής του Lynott, ο οποίος δεν ήταν προσανατολισμένος στο να γράψει ένα κλασικό THIN LIZZY άλμπουμ, με όλα τα χαρακτηριστικά που αγαπούσαν οι fans, αλλά προσπαθούσε με το στανιό να ενσωματώσει πράγματα αταίριαστα μεταξύ τους. Είτε μέσω αυξημένης χρήσης των πλήκτρων (μερικώς ιδέα και του Tsan­garides για να ακουστεί πιο «μοντέρνο» το άλμπουμ, χαμηλώνοντας τις κιθάρες των Gorham και White), ή απλά μέσω ανέμπνευστων ιδεών του που μοίραζε ανάμεσα στους LIZZY και στα προσωπικά του άλμπουμ. Το μόνο σίγουρο, πάντως, ήταν πως το βασικό πρόβλημα ήταν οι ατελείωτες καταχρήσεις αλκοόλ και ναρκωτικών από το δίδυμο Lynott/ Gorham. Κάτι το οποίο φάνηκε και στην συνέχεια.

Το “Rene­gade” έφτασε μέχρι το νο. 38 των βρετανικών charts. Καταστροφικό αποτέλεσμα για το συγκρότημα, του οποίου όλες οι κυκλοφορίες από το “Jail­break” (1976) μέχρι την συλλογή “The adven­tures of Thin Lizzy” (1981) είχαν όλες μπει στο top-10 του Ηνωμένου Βασιλείου (με εξαίρεση το “John­ny the Fox” που έφτασε στο νο. 11).  O Downey πίστευε ότι ήταν κοινό μυστικό στους κόλπους της δισκογραφικής τους, Ver­ti­go Records, ότι οι Lynott και Gorham είχαν σοβαρό πρόβλημα με την ηρωίνη. Ως εκ τούτου, δεν έδειξαν και ιδιαίτερη μέριμνα στο να προωθήσουν το άλμπουμ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην άρνηση τους να κυκλοφορήσουν βίντεο κλιπ για το κύριο sin­gle του “Rene­gade”, το “Hol­ly­wood (Down on your luck)”. To sin­gle που κυκλοφόρησαν πριν το “Rene­gade”, το “Trou­ble Boys” (με b‑side το “Mem­o­ry Pain”) τα πήγε εξίσου χάλια, ανεβαίνοντας μόλις στο νο. 53. Η επιτυχία του άλμπουμ ήταν ανάλογη των προ-“Jailbreak” εποχής, όταν το “Fight­ing” (1975) είχε φτάσει μόνο μέχρι το νο. 60 των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η περιοδεία για το “Rene­gade” φαινόταν περισσότερο υποσχόμενη, τουλάχιστον. Μετά τις εμφανίσεις τους επί βρετανικού εδάφους τον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη του ’81, ο πρώτος που προσγειώθηκε ανώμαλα ήταν ο Scott Gorham. Κάθε βραδιά ήταν ένα μαρτύριο για αυτόν, καθώς προσπαθούσε να βρει και να σουτάρει ηρωίνη σαν τρελός. Εκεί είπε στον Lynott για πρώτη φορά ότι πρέπει να αναβάλλουν την περιοδεία, διότι δεν θα την έβγαζε καθαρή. O Phil, παρόλαυτα είχε τον τρόπο του να τον μεταπείσει. Για λίγο τουλάχιστον, μέχρι την εμφάνισή τους στο Πόρτο της Πορτογαλίας, τον Μάρτιο του 1982. O Gorham ήταν τόσο χάλια (σε κωματώδη κατάσταση, σύμφωνα με τον Downey) που δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να ανέβει στην σκηνή. Επίσημα, η εξήγηση που δόθηκε ήταν «εξάντληση». Η περιοδεία συνεχίστηκε με τους LIZZY ως τετράδα (ξανά) με μείον ένα κιθαρίστα, καθώς ο Gorham επέστρεψε στο Λονδίνο για να αναρρώσει. Η μεταβολή του προγράμματος της περιοδείας έσπρωξε αργότερα κάποιες εμφανίσεις στην Βρετανία για τον Απρίλιο του ’82, μόνο που πλέον η Ver­ti­go έχασε κάθε ενδιαφέρον για το “Rene­gade”, ειδικά μετά την αποτυχία του “Hol­ly­wood (Down on your luck)” να μπει στο βρετανικό top-40 των sin­gles charts. Το καλοκαίρι, το δράμα του “Rene­gade” ολοκληρώθηκε με την φυγή του Snowy White από το συγκρότημα.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το “Rene­gade” ήταν ένα μεταβατικό άλμπουμ, που θα μπορούσε να δώσει νέα πνοή στους LIZZY, κάτι που έγινε με τον επόμενο (και δυστυχώς τελευταίο) δίσκο τους, το θρυλικό “Thun­der and light­ning” (1983), με τον θεό John Sykes στην κιθάρα. Δυστυχώς, καθυστέρησαν πολύ να αναλάβουν δράση και να πάρουν την κατάσταση πίσω στα χέρια τους. Ως αποτέλεσμα, ο Gorham, δεν θυμάται και τα καλύτερα από εκείνες τις μέρες, σε αντίθεση με τον White που θεωρεί το “Rene­gade” ως ανώτερο του “Chi­na­town”. Τώρα, για την αντίδραση των fans, την πιο σωστή κουβέντα την είχε πει ο Phil σε μία συνέντευξη του, ότι «το συγκρότημα βρίσκεται πάντα αντιμέτωπο με ένα δίλημμα…τα τραγούδια δεν αλλάζουν αρκετά γρήγορα για τους κριτικούς και αλλάζουν πολύ γρήγορα για τους fans”. Πιστεύω ότι αν ακούσετε λίγο πιο προσεκτικά το “Rene­gade” θα ακούσετε ένα υποτιμημένο άλμπουμ και ένα περήφανο συγκρότημα σε μία μετάβαση όπου έχασε το τραίνο από δικά του λάθη και μόνο, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει τόσα πολλά, όχι μόνο στους παλιούς οπαδούς του αλλά και στην νεότερη γενιά που ξεπρόβαλε στην αρχή της συναρπαστικότερης δεκαετίας για το hard rock και το heavy metal.

Κώστας Τσιρανίδης

Tags: , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

Captcha Plus loading...

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece