Connect with us

Somewhere back in time

A day to remember… 25/2 [PANTERA]

1

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Vul­gar dis­play of pow­er” — PANTERA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1992
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atco
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ter­ry Date
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Phil Ansel­mo – φωνητικά 
Dia­mond Dar­rell – κιθάρες
Rex Brown – μπάσο
Vin­nie Paul – τύμπανα

PANTERA, οι νέοι τότε βασιλιάδες του βαρύ μεταλλικού ήχου γενικότερα (πόσο πονάτε όσοι αλλόθρησκοι το διαβάζετε και πόσο χαίρομαι σκεπτόμενος και μόνο τη γκριμάτσα στη φάτσα του καθενός σας)…. Το “Cow­boys from hell” το 1990 έβαλε για τα καλά το νερό στο αυλάκι και άλλαξε για τα καλά το πρόσωπο όλου του μεταλλικού ήχου και έθεσε τον πήχη τρομερά ψηλά για όλους στο να μπορέσουν να αναπαράγουν κάτι ανάλογο. Με την υποσημείωση ότι ένα χρόνο μετά είδαμε τα τελευταία τεράστια μεταλλικά άλμπουμ να κυκλοφορούν από τους METALLICA, τους SEPULTURA και τους DEATH, οι PANTERA είχαν αδράξει τη μέρα και είχαν πλέον διαβεί ένα δρόμο που ολομόναχοι θα πορεύονταν, έχοντας πάρει απόφαση να πάνε αυτό τον ήχο όσο πιο πέρα γινόταν, μέχρι τέλους. Η αναφορά πιο πάνω δεν είναι τυχαία όμως, καθώς οι PANTERA θεωρώντας ότι οι METALLICA απογοήτευσαν τους οπαδούς με το να απαρνηθούν τις thrash ρίζες τους, ήταν αυτοί που έπρεπε να γεμίσουν το «κενό» που όπως ανέφεραν αναπτύχθηκε. Έτσι η θέληση τους ήταν –και δια στόματος του παραγωγού Ter­ry Date- να κάνουν το βαρύτερο άλμπουμ όλων των εποχών.

Η σιγουριά των ζωντανών τους εμφανίσεων σε συνδυασμό με την ολοένα και αυξανόμενη αποδοχή τους, έφερε προ των πυλών το σκεπτικό ότι «θα κάνουμε το δίσκο της ζωής μας και θα είναι ότι βαρύτερο ηχογραφήθηκε ποτέ». Από την άλλη, το συγκρότημα είδε και αλλαγές στις συμπεριφορές πολύ κοντινών τους ατόμων, οι οποίοι τους αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό και θεωρούσαν ότι την «ψώνισαν» από την επιτυχία που έκαναν και άλλαξε η συμπεριφορά τους, με το συγκρότημα να εξαγριώνεται και να γράφει μέχρι και κομμάτι γι’ αυτό. Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1991 όπου το συγκρότημα αποφασίζει να επιστρέψει στο Pan­tego Sound Stu­dio – ιδιοκτησίας του Jer­ry Abbott, πατέρα των αδερφών Dime­bag Dar­rell και Vin­nie Paul- και να ξεκινήσουν τις ηχογραφήσεις του δίσκου. Με έτοιμα σαν demo ήδη τα “A new lev­el”, “Reg­u­lar peo­ple” (Con­ceit)” και “No good (Attack the rad­i­cal)”, το υπόλοιπο υλικό γράφτηκε στο στούντιο χωρίς ιδιαίτερη προπαραγωγή και demo. Με το συγκρότημα ήδη στο στούντιο για 2 μήνες ωστόσο, έρχεται η τεράστια ευκαιρία καριέρας και έτσι επιλέγονται να ανοίξουν για τους AC/DC και METALLICA στο Mon­sters Of Rock φεστιβάλ στο αεροδρόμιο Tushi­no στην Μόσχα της Ρωσίας. Θεωρώ περιττό να αναφερθώ στο αν και τι είδους εμφάνιση έκαναν τότε, καθώς μέχρι και οι φανατικοί εχθροί τους, την έχουν παρακολουθήσει ενδελεχώς.

Η εμφάνιση αυτή ήταν που έκανε το φυτίλι φλόγα μέσα τους, και έτσι βλέποντας πόσο πολύ αποδοχή είχαν αλλά και τους διθύραμβους όλων για την απόδοση που τους έφερε ακόμα περισσότερους οπαδούς, συνέχισαν την σύνθεση υλικού με μόνο ένα γνώμονα: Αν είναι βαρύ είναι καλό, αν όχι το πετάμε. Τα πάντα πλέον έπρεπε να μελετηθούν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, και τι είναι αυτό που τραβάει πρώτο το μάτι σε ένα δίσκο; Σωστά, το εξώφυλλο! Με τον τίτλο που δόθηκε στο άλμπουμ να είναι “Vul­gar dis­play of pow­er”, παρμένο από μια ατάκα στον Εξορκιστή του 1973 τη στιγμή που ο ιερέας ζητά από την δαιμονισμένη Regan Mac­Neil να σπάσει τα δεσμά της χρησιμοποιώντας την δύναμη που την διακατέχει, εκείνη απαντάει “That’s much too vul­gar a dis­play of pow­er”. Το εξώφυλλο λοιπόν έπρεπε να προκαλεί και να δείχνει χυδαίο, έτσι η μπάντα προσέλαβε ένα μοντέλο ονόματι Sean Cross ο οποίος σύμφωνα με τις φήμες, ούτε πολύ, ούτε λίγο, έφαγε 30 μπουνιές (για άλλους 31 ή 32) ώστε να επιτευχθεί η λήψη με κάθε μπουνιά να κοστίζει και 10 δολάρια! Στη συνέχεια κάποιοι αρνήθηκαν τη φήμη λέγοντας ότι ο άνθρωπος δεν χτυπήθηκε ποτέ αληθινά, αλλά τελικά δεν μάθαμε ποτέ αν και τι ίσχυε και σε ποιο βαθμό.

Το συγκρότημα έμενε σε κοντινές αποστάσεις, με τους Phil Anselmo/Rex Brown όντας ακόμα απένταροι εκείνοι την εποχή (για να μη νομίζετε ότι παρά την επιτυχία, κάποιοι θησαυρίζουν άμεσα) να μένουν σε ένα loft διαμέρισμα αρκετά κοντά στο στούντιο και την κοπέλα του Dime­bag, Rita Haney, να δημιουργεί ένα μονοπάτι μέσα από το φράχτη που βρισκόταν το στούντιο ώστε όλοι να μπορούν να πηγαινοέρχονται εύκολα. Μάλιστα ο Rex αγόρασε ένα ποδήλατο τότε για να μετακινείται. Τα demo των κομματιών που υπήρχαν στην ουσία πήραν νέα ζωή από τον Ter­ry Date όταν έπεσαν στα χέρια του, ενώ το γενικό αποτέλεσμα ήταν της πεποίθησης ότι το met­al γενικά έπρεπε να ηχεί σαν μια μηχανή και η κιθάρα ειδικά σαν αλυσοπρίονο και να κάνει τη διαφορά. Δεν ήταν λίγες οι βραδιές που ο Dime­bag ξενυχτούσε με τον Date, όπου προσπαθούσαν σχολαστικά να βρουν τον κατάλληλο ήχο που θα κάνει τη διαφορά. Οι τρεις πλην του Ansel­mo έγραφαν την μουσική τα πρωινά και το βράδυ ερχόταν ο Ansel­mo να δώσει την τελική μορφή με τα φωνητικά του, εντυπωσιασμένος πάντα από το αποτέλεσμα που είχε γραφτεί. Το πνεύμα ήταν ομαδικό κατά τις ηχογραφήσεις, ακριβώς ότι ήθελαν να επιτύχουν. Ωστόσο οι PANTERA και τα απρόοπτα είχαν πάντα ερωτική σχέση.

Έτσι μια και πάρταραν συχνά και όχι και πολύ ορθόδοξα, βρήκαν σοφό να διαλύσουν το αμάξι του παραγωγού Ter­ry Date ένα βράδυ, παίζοντας το περίφημο παιχνίδι chick­en break, όπου την ώρα που το αμάξι μάρσαρε, πατούσαν το φρένο αιφνίδια αφήνοντας το αμάξι να κυλήσει σχεδόν «σκάβοντας» το δρόμο. Με τα πολλά ένα βράδυ είχαν την… έμπνευση αυτή και έτσι ο Rex πατάει το φρένο ενώ τρέχει με περίπου 100 χλμ/ώρα και το αμάξι να κάνει ένα τετ-α-κε 360 μοιρών σαν αυτά που βλέπουμε στη Φόρμουλα 1 και με τον Vin­nie Paul να «σφίγγει» ιδιαίτερα, θεωρώντας ότι είχαν άγιο και δεν σκοτώθηκαν. Επιστρέφοντας στο στούντιο, το αμάξι έβγαζε ατμό από τη μηχανή, όντας με διαλυμένο προφυλακτήρα και γενικά την μπροστινή όψη σε… ρεκτιφιέ. Περιττό να πούμε τι φωνές άκουσαν από τον Date στη συνέχεια, αναφέροντας «ποτέ ξανά δε θύμωσε και δεν ούρλιαξε όσο εκείνο το βράδυ», λέγοντας τους «τι στο διάολο κάνατε, θα πρέπει να το πληρώσω αυτό και η εταιρεία θα με απολύσει» με την μπάντα σε επίδειξη σιγουριάς και χαβαλέ ταυτόχρονα να του απαντά «μην ανησυχείς, θα κάνουμε τόσο πολλά λεφτά με αυτό το δίσκο που θα το πληρώσουμε και θα σου πάρουμε και καινούργιο».

Για την ενδιάμεση στάση στη Μόσχα που αναφέραμε, η μπάντα το είχε πάρει άκρως σοβαρά σαν εμπειρία και τους καθόρισε στο υπόλοιπο της καριέρας τους. Ο Ansel­mo ανέφερε τότε με πλήρες δέος: «Βγήκαμε στις δυο το απόγευμα και ήταν η μεγαλύτερη σκηνή που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα βρεθώ, ήταν ατελείωτη. Κοιτάζοντας το κοινό τυφλωνόμουν. Δεν μιλάμε για απλό κοινό αλλά για ολόκληρο ωκεανό. Αλλά βγήκαμε χωρίς άγχος και με το που αρχίσαμε έγινε το κλικ. Ήμασταν μια γ@μημένη μηχανή, ήμασταν έτοιμοι για πόλεμο και να τον φέρουμε μπροστά στα μούτρα σου». Ο Vin­nie Paul ανέφερε ότι έτσι προέκυψε ο στίχος «A new lev­el of con­fi­dence and pow­er”, ήταν κάτι που το νιώθαμε εκείνη τη στιγμή, η μουσική μετά έβγαινε μέσα από το αίμα μας τελείως φυσικά στα επόμενα κομμάτια. Φυσικά και πάλι είχαμε νέο απρόοπτο καθώς η μπάντα είχε άλλη μια αγαπημένη συνήθεια, ονόματι Twist and hurl. Έπαιρναν μικρά μπουκαλάκια μπύρας όπου έπρεπε να τα πιουν μονορούφι κι αφού τελείωναν, να κάνουν μια πλήρη περιστροφή και να τα πετάξουν σε μια πινακίδα με STOP, νικητής θα ήταν αυτός που θα την πετύχαινε (χαζά παιδιά, χαρά γεμάτα). Η διαδικασία αυτή κρατούσε καιρό μέχρι που ένα βράδυ πήγαν να μπλέξουν πολύ άσχημα.

Ξαφνικά μέσα από τα δέντρα σκάνε περιπολικά με 5 αστυνομικούς άκρως έτοιμους να τους συλλάβουν, ακόμα και οι ίδιοι δεν κατάλαβαν τελικά πως την γλύτωσαν αλλά θυμούνται ότι τους πήρε πολύ ώρα… διαπραγματεύσεων για να την σκαπουλάρουν. Το κλίμα όμως παρέμενε πολύ θετικό παρά τα απρόοπτα όπου ναι μεν τα κυνηγούσαν αλλά από την άλλη, πήραν απόφαση ότι πρέπει να μείνουν μακριά από μπελάδες ώστε κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει και ο δίσκος. Έτσι στις 25 Φεβρουαρίου του 1992, το “Vul­gar dis­play of pow­er” βλέπει το φως του κόσμου και τίποτα πια δεν ήταν ίδιο στη μουσική βιομηχανία. Οι PANTERA στον θεωρητικά έκτο αλλά πρακτικά δεύτερο δίσκο τους κάνουν και τους τελευταίους δύσπιστους να παραδεχτούν ότι είχαν το κάτι διαφορετικό. Το βαρύ έγινε βαρύτερο, το θρασύ έγινε θρασύτατο, τα νεύρα τσίτωσαν ακόμα περισσότερο, ο ήχος ακουγόταν ακόμα πιο πελώριος και γενικότερα μπορούμε σαφέστατα εκ του αποτελέσματος να ισχυριστούμε ότι όχι απλά πρόκειται για την κορυφαία τους στιγμή σαν συγκρότημα, αλλά και ότι έθεσε τις βάσεις για μια νέα γενιά συγκροτημάτων που θα ξεπηδούσαν ώστε να προσπαθήσουν να αναπαράγουν κάτι παρόμοιο, κάτι που πρακτικά όμως ούτε οι ίδιοι δεν κατάφεραν στη συνέχεια. Τα πάντα είχαν ένα λόγο ύπαρξης και είχαν μπει σε μια σειρά.

1

Το open­er “Mouth for war” ήταν ορισμός αυτού που λέμε «κατραπακιά στο κεφάλι», ελάχιστοι πίστευαν ότι η λογική του “Cow­boys from hell” μπορούσε να εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό. Αφήνοντας πίσω κάποια στερεοτυπικά μεταλλικά κλισέ του εν λόγω δίσκου, εδώ δεν έχουμε πλέον τσιρίδες μέγιστου εύρους από τον Ansel­mo, αλλά απλή δύναμη και φτύσιμο κάθε στίχου προς πάσα κατεύθυνση. Μόλις στα 23 και κάτι ο Ansel­mo κατά τις ηχογραφήσεις του δίσκου, κάνει την πολύ μεγάλη διαφορά σε σχέση με το ντεμπούτο τους. Κι αυτό γιατί η κλάση του Dime­bag, η φαντασία του Vin­nie και ο μετρονόμος Rex έκαναν το κομμάτι τους ξανά όπως ήταν αναμενόμενο. Η τρομερή παραγωγή του Date ανέδειξε όλες τους τις δυναμικές και τα κομμάτια έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την βαρύτητα, τις στιγμές που επαναλαμβάνονται όσο πρέπει για να αφομοιωθούν και την αφαίρεση σημείων που στο “Cow­boys from hell” μπορεί να κούραζαν. Εδώ πλέον είχαμε απλή επίδειξη δύναμης, ωμή, προκλητική και χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για παραχωρήσεις. Και με το νόημα σαφές, «αν είναι να το ανοίξεις, κάντο όταν έχεις κάτι να πεις και πήγαινε το μέχρι τέλους». Το “A new lev­el” είναι το καλύτερο κομμάτι της ιστορίας των PANTERA. Αυτό το αρχικό riff που ακούγεται λες και σηκώνεται παλιρροϊκό κύμα, είναι το κάτι άλλο.

Σχεδόν αλαζονικό κομμάτι στιχουργικά αλλά το δίχως άλλο έδειχνε αυτό το «κάντε όλοι πίσω, έχει νέο αφεντικό η πόλη» συναίσθημα που διακατείχε το συγκρότημα. Όντας από τα πρώτα κομμάτια που γράφτηκαν, πολλοί το τοποθετούν γραμμένο κατά την περιοδεία του “Cow­boys from hell” όπου ήδη είχαν αλλάξει ρότα στο πως θα ακούγεται ο νέος δίσκος. Το “Walk” το οποίο κακά τα ψέματα αποτελεί το πλέον αναγνωρίσιμο κομμάτι τους, είναι προϊόν ενός τζαμαρίσματος του Dime­bag εν ώρα sound­check. Οι υπόλοιποι το λάτρεψαν και προέβλεψαν άμεσα ότι θα κάνει μεγάλη επιτυχία, ενώ είναι και ο πομπός που μεταδίδει την δυσαρέσκεια για τις συμπεριφορές που συνάντησαν οι PANTERA μετά την επιστροφή τους κατά την περιοδεία του CFH και με τον Ansel­mo φανερά ενοχλημένο απ’ όλο αυτό, να το μεταδίδει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο. Κι εκεί που έλεγες ότι καλύτερα δε γίνεται, έρχεται και το πιο δολοφονικό κομμάτι της ιστορίας τους με τον απλό, λιτό και περιεκτικό τίτλο που θα μπορούσε να έχει, δηλαδή το “Fuck­ing hos­tile”. Ποιος είδε τους PANTERA και δεν τους φοβήθηκε εκεί, μια μπάντα που εστίαζε περισσότερο στο groove παρά στην ταχύτητα κι όμως, μπορούσε να υπηρετήσει κι αυτό το άκρο και για πολλούς είναι κρίμα που δεν έγραψαν περισσότερο υλικό σε αυτή την κατεύθυνση.

Το “This love” είναι η προσωπική στιχουργικά στιγμή για τον Ansel­mo στο δίσκο, καθώς μιλάει για μια πολύ έντονη σχέση που είχε εκείνη την εποχή και η οποία εν προκειμένω, δεν του έκανε και το μεγαλύτερο καλό. Όπως και τα “Mouth for war” και “Walk”, αποτέλεσε κι αυτό ένα από τα τρία βίντεο του δίσκου, βοηθώντας με τη σειρά του να εκτοξευθεί ο δίσκος από άποψη πωλήσεων. Το ότι το βρίσκουμε σχεδόν στο τέλος της πρώτης πλευράς όπως στην ίδια θέση στο track­list (νο.5) βρισκόταν και το “Ceme­tery gates” δεν γνωρίζουμε αν ήταν στρατηγική κίνηση σαν αυτοί που έκαναν οι METALLICA που βάζανε το “hit” κάθε δίσκου ή το πιο προσβάσιμο κομμάτι στη θέση νο.4, αλλά δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Όπως τυχαίο δεν είναι που ακολουθεί το “Rise”, ένα πολύ γρήγορο και groove κομμάτι, όπως αντίστοιχα έκανε το “Dom­i­na­tion” με το “Ceme­tery gates”. Το αν αυτό ήταν ψυχαναγκασμός ή άκρως στοχευμένο κανείς δεν το ξέρει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο δούλεψαν τότε συνολικά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απλά ήθελαν να κάνουν βελτιωμένα τα πάντα σε σχέση με το CFH και εστίασαν ακόμα και στην πιο παραμικρή λεπτομέρεια σε σχέση με το παρελθόν για να την κάνουν ακόμα καλύτερη.

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου περιέχει τα πιο out­sider κομμάτια θεωρητικά σε σχέση με την πρώτη πλευρά, εκεί ωστόσο κρύβεται η άλλη πτυχή των PANTERA, εκεί που «παίζουν» με τον ήχο τους και τον διαπλατύνουν όσο κρίνουν ότι χρειάζεται. O Dime­bag το παίρνει πάνω του σε κομμάτια όπως τα “No good (Attack the rad­i­cal)”, “Live in a hole” και “Reg­u­lar peo­ple (Con­ceit)” και κάνει μερικά από τα πλέον απίστευτα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας κιθαρίστας συνολικά, προσδίδει βάθος, επαναδιατυπώνει την έννοια του βάρους και επίσημα γίνεται ένας gui­tar hero της εποχής σε ένα μονοπάτι που έτρεχε μόνος χωρίς αντίπαλο. Κι αν μέχρι εδώ δεν είχε γίνει λόγος για τη ρυθμική βάση η οποία δεδομένα έπαιζε τεράστιο ρόλο στον ήχο τους, στο “By demons be dri­ven” ο Vin­nie Paul καθορίζει το παίξιμο του μέσου ντράμερ, αυτή η καταπληκτική τεχνική των ποδιών του, αυτό το απίστευτο σπάσιμο του κεφαλιού σε κάθε του κατέβασμα, το γεγονός ότι έπαιζε με τις μπαγκέτες ανάποδα για να χτυπάει πιο δυνατά (αν δεν το ξέρατε μόλις το μάθατε, αν και θεωρώ ότι ήταν γνωστό τοις πάσι), αυτό το συναίσθημα του «τώρα θα το κομματιάσει το σετ, μετά θα το κομματιάσει, πάντως δε θα αφήσει τίποτα όρθιο» παρέμεινε.

Πρώτος που το αφουγκράστηκε και δημόσια ήταν ουδείς άλλος του Mike Port­noy των DREAM THEATER, ‑οι οποίοι εκείνοι την εποχή, λίγο μετά θα έβγαζαν το άλμπουμ της χρονιάς και καλύτερο των τελευταίων 30 ετών στη μουσική γενικά, δηλαδή το “Images and words”-, ο οποίος κατά την διάρκεια του σετ τους πάντα έπαιζε το αρχικό θέμα του “By demons be dri­ven” και έκανε τον κόσμο ακόμα πιο χαρούμενο, ενώ κι ο ίδιος το χαιρόταν δεόντως (φανατικότατος οπαδός PANTERA ο Mike, δικό μας παιδί από πολλές απόψεις). Ο δίσκος όμως είχε τα πάντα, έτσι δεν έλειψε και ένα «γλυκό» τέλος με το “Hol­low”, το οποίο μιλάει για έναν άτυχο νέο που έχει πέσει σε κώμα με αφηγητή τον φίλο του να εξαπολύει κατηγορώ προς πάσα κατεύθυνση και ειδικά στα ψηλά πατώματα (“Mad at God”), χωρίς ποτέ να γίνει σαφές αν αφορούσε αληθινό πρόσωπο και κάποιον φίλο της μπάντας ή του Ansel­mo ειδικότερα. Τα 11 κομμάτια του δίσκου με τα οποία λατρεύτηκε αλλά και μισήθηκε με πάθος, έγιναν… 12 το 2012, καθώς στην επετειακή έκδοση 20 ετών του δίσκου, ακούσαμε για πρώτη φορά το “Piss”, ένα καταπληκτικό κομμάτι το οποίο δεν μπήκε ποτέ στο δίσκο (ατυχώς κατ’ εμέ), καθώς το συγκρότημα δεν το έβρισκε σωστό, πιστεύοντας ότι δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο υλικό (όλοι κάνουμε λάθη, ακόμα και οι καλύτεροι στον κόσμο εκείνη την εποχή). 

Το “Vul­gar…” έκανε πάταγο πραγματικό στην κυκλοφορία του, πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου που έκανε το CFH. Μπήκε στο νούμερο 44 του US Bill­board 200,έγινε νούμερο 54 στην Ιαπωνία, νούμερο 56 στην Αυστραλία, νούμερο 64 στο Ηνωμένο Βασίλειο και νούμερο 69 (η ηδονή του 69) στη Γερμανία, ενώ μπήκε ξαναμπήκε παρακαλώ στο Bill­board 200 το 2012 στην 20ετή επετειακή του έκδοση στο νούμερο 48 (!) καθώς πούλησε 9000 αντίτυπα, ενώ έφτασε μέχρι και τα Βελγικά charts 20 χρόνια μετά, στο νούμερο 169. Οι διθύραμβοι του τύπου εστίαζαν σε βασικούς παράγοντες της ποιότητας του δίσκου την αλλαγή των φωνητικών του Ansel­mo αλλά και το ανωτέρου επιπέδου παίξιμο του Dime­bag, το οποίο εξήραν για την φαντασία του και τη δημιουργία αλλοπρόσαλλων αλλά παράλληλα κολλητικών ρυθμών. 30 χρόνια επικρατεί κατά πολύ η άποψη ότι «έσωσε όλο το met­al στα ‘90s, τραβώντας πάνω τους την προσοχή και τα βέλη του κόσμου, σαν να ύψωναν ασπίδα για τις υπόλοιπες μπάντες. Συνάμα, με την επιτυχία των PANTERA, δεν ήταν καθόλου ελάχιστες οι μπάντες που τόλμησαν αλλαγές στον ήχο τους, βάρυναν ακόμα περισσότερο ή και άρχισαν να πειραματίζονται. Οι PANTERA που με την αγάπη τους στο μεταλλικό ήχο, έστρεφαν τον κόσμο να ανακαλύψει παλιές και νέες μπάντες.

Έτσι έστω και κατά λάθος, μέσω της επιτυχίας των PANTERA, ο κόσμος ανακάλυπτε τόσο τους SKID ROW, METAL CHURCH, PRONG, CROWBAR, EYEHATEGOD αλλά και από την άλλη τους DEICIDE, MORBID ANGEL, ENTOMBED, NAPALM DEATH και όλες τις μπάντες που εκθείαζε το συγκρότημα και ειδικά ο φανατικότερος όλων Ansel­mo, μια ζωή βουτηγμένος στο under­ground αλλά και μέγας γνώστης της εκάστοτε σημερινής πραγματικότητας, ξέροντας και την τελευταία μπάντα στον πλανήτη (δεν παραβλέπουμε τις υπέρμετρες βλακείες δεκαετιών, αλλά αυτό του το δίνεις θες δε θες, ο τύπος ζει και αναπνέει μέταλλο μέχρι σήμερα). Το συγκρότημα ήταν πιο έτοιμο από ποτέ να γευτεί αυτή τη νέα –ακόμα μεγαλύτερη- επιτυχία και έτσι κι επίσημα πλέον, οι PANTERA μαζί με τους επίσης σε τρομερή άνοδο SEPULTURA έπαιρναν τη σκυτάλη στο ποιοι θα οδηγούσαν τις εξελίξεις και ποιο θα ήταν το σημείο αναφοράς στο μεταλλικό ήχο. Το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν ψωνίστηκαν ποτέ και παρά το υπερ-φανατικό κοινό που όλο και μεγάλωνε, ήταν κοντά στους οπαδούς τους αλλά και συνεχώς έφερναν κόσμο στο heavy met­al με δηλώσεις και προτροπές κάθε είδους, τους έκανε συμπαθείς ακόμα και σε αρχικά ουδέτερους, έτσι η προσφορά τους δεν έμεινε μόνο σε μουσικό αλλά και άκρως παρασκηνιακό επίπεδο με τις ενέργειες τους.

Πέρα από γούστα ή έλλειψη αυτών –συγνώμη, δεν μπορώ να είμαι διαλλακτικός κι ευγενικός σε μερικές περιπτώσεις και οι PANTERA είναι από τις χαρακτηριστικές που δεν κάνω έκπτωση- έβγαζαν ένα «έξω καρδιά» ύφος εκτός σκηνής, διότι όταν ανέβαιναν σε αυτή απλά, σταματούσε ο χρόνος και διέλυαν άπαντες που προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τις εξελίξεις ή και δεν τους πολυπίστευαν. Αυτή η χαιρεκακία του Ansel­mo ειδικά σε ότι αφορά τους MEGADETH και στην περίφημη δήλωση «ήταν πολύ ωραίο να βλέπεις τη φάτσα του Mus­taine το επόμενο πρωί, ξέροντας ότι τους έχουμε κλωτσήσει τον κώλο το προηγούμενο βράδυ» έμεινε στην ιστορία το δίχως άλλο (πραγματικά ξέρετε πόσο λατρεύω MEGADETH, αλλά έχει δίκιο ο τρελός, δε θα ήθελα να είμαι στη θέση τους με τους PANTERA να παίζουν μαζί τους εκείνη την εποχή, μιλάμε για διασυρμό). Η ιστορία έχει δώσει και στο συγκρότημα και ειδικά σε αυτόν τον δίσκο ότι της άξιζαν ακριβώς. Μυθική υπόσταση και τίποτα λιγότερο. Οι PANTERA που αν έχεις το Θεό σου, μετά από 2 χρόνια έπαιξαν ακόμα βαρύτερα και πήγαν στο νο.1 παγκοσμίως (πατώνετε;), ήξεραν που πατάνε και που βρίσκονται. Και όταν ένα συγκρότημα είναι βέβαιο για τα βήματα του είναι παράλληλα και επικίνδυνο με τη θετική έννοια.

Καθίστε και σκεφτείτε αν και πόσο έχουν λείψει από τότε τα όμορφα επικίνδυνα συγκροτήματα συνολικά και θα αντιληφθείτε το κενό των PANTERA ειδικά στο μεταλλικό ήχο και γενικά στη μουσική και πόσο δυσαναπλήρωτο θα μείνει για πάντα. Κλείνω με μια δήλωση του Ansel­mo που αντικατοπτρίζει πλήρως το τι εστί αυτός ο δίσκος και μακάρι να είμαστε γεροί να το γιορτάσουμε ανάλογα και στα 40 χρόνια του…

«Όταν κάναμε το “Vul­gar…” ποτέ δεν είπα ότι «ΟΚ θα κάνω ένα δίσκο που θα γραφτεί στα βιβλία. Φυσικά πάντα θέλαμε να θέσουμε προσωπικούς στόχους και να γίνουμε ένα ευτυχισμένο συγκρότημα, αλλά ακόμα ανακαλύπτω τι είδους αντίκτυπο είχε αυτό το άλμπουμ. Δυο ολόκληρες γενιές (τρεις πλέον την ώρα που γράφεται το κείμενο) πέρασαν από τότε, τόσο πολλές διαφορετικές μουσικές ήρθαν και παρήλθαν. Και ακόμα βλέπω παιδιά μεταξύ 14–20 χρονών που είναι φανατικοί οπαδοί των PANTERA, επειδή οι πατεράδες τους ήταν φανατικοί οπαδοί μας και αυτό ήταν που άκουγαν αυτά τα παιδιά στο σπίτι τους όταν μεγάλωναν. Κι αυτό απλά με ξεπερνάει. Και ακόμα ακούω αυτούσια PANTERA riffs σε πολλές μπάντες του σήμερα και του χθες. Όταν αυτό άρχισε να συμβαίνει, τότε νομίζω ότι άρχισα να καταλαβαίνω τον αντίκτυπο που είχαμε δημιουργήσει».

NOONE CAN PISS ON THIS DETERMINATION!

Άγγελος Κατσούρας

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece