Banner Top
Banner Content

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Thin Lizzy” – THIN LIZZY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
1971
ΕΤΑΙΡΙΑ: Decca
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Scott English
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Phil Lynott – φωνητικά, μπάσο, ρυθμική/ακουστική κιθάρα
Eric Bell – lead κιθάρα
Brian Downey – ντραμς

Μία νεαρή Ιρλανδή βγαίνει για χορό στο Birmingham. Ένας έγχρωμος, ψηλός άντρας διασχίζει την αίθουσα και της ζητάει να χορέψουν. Αφού χόρεψαν, η κοπέλα επιστρέφει στην αρχική της θέση, με τις υπόλοιπες νεαρές να απομακρύνονται από κοντά της. Βλέπετε, ήταν μία εποχή απτού ρατσισμού. Και σε βάρος των Ιρλανδών αλλά πολύ περισσότερο σε βάρος των έγχρωμων. Δυστυχώς, η ιστορία δεν σταμάτησε εκεί. Με την αποχώρησή της, δύο τύποι την ακολουθούν σε ένα δρομάκι και προσπαθούν να της επιτεθούν, βρίζοντάς την παράλληλα, επειδή χόρεψε με τον συγκεκριμένο άνδρα. Ευτυχώς, ο ψηλός άνδρας παρενέβη και απώθησε τους τύπους. Η κοπέλα ονομαζόταν Philomena Lynott και είχε καταγωγή από το Δουβλίνο. Ο άνδρας ήταν ο Cecil Parris και ήταν από την Βρετανική Γουιάνα, στην Ν. Αμερική. Το προαναφερθέν περιστατικό ήταν η αφορμή του ξεκινήματος της σχέσης τους. Για λίγους μήνες τουλάχιστον, οπότε και ο Parris, μετοίκησε στο Λονδίνο. Μόνο που η Philomena ανακάλυψε πως ήταν έγκυος, αλλά αυτό δεν τόσο κακό, όσο το γεγονός ότι έμεινε έγκυος εκτός γάμου και μάλιστα από έναν έγχρωμο!

Τον Αύγουστο του 1949 ήρθε στη ζωή ο καρπός της σχέσης της Philomena και του Cecil. Ονομάστηκε Philip Parris Lynott. Σύντομα μετακόμισαν στο Manchester, όπου ο μικρός πήγε σχολείο. Σύντομα αναγκάστηκε να φύγει και από εκεί και η μητέρα του τον έστειλε να ζήσει με τους γονείς της στο Δουβλίνο. Η ίδια παρέμεινε στο Manchester και ανέλαβε τη διαχείριση του ξενοδοχείου Clifton Grange με τον σύντροφό της. Το ξενοδοχείο έγινε δημοφιλές στα αστέρια της τοπικής show business, όπως ο θρυλικός (και επίσης Ιρλανδός) ποδοσφαιριστής George Best και άλλοι συμπαίκτες του από την Manchester United, καθώς και σε κάποια μέλη του υποκόσμου.

Ο Lynott είχε μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία στο Δουβλίνο και ήταν αρκετά δημοφιλής στο σχολείο. Ο θείος του Timothy τον μύησε αρχικά, μέσω της δισκοθήκης του, σε soul ακούσματα. Ήταν θέμα χρόνου μέχρι να μπει στο πρώτο του συγκρότημα σε ηλικία 16 χρονών, τους BLACK EAGLES, ως τραγουδιστής. Έπαιζαν διασκευές και εμφανιζόντουσαν στην τοπική σκηνή του Δουβλίνου. Εκείνη την εποχή γνώρισε και τον ντράμερ Brian Downey, στο Christian Brothers School του Crumlin. ο Downey μπήκε στο συγκρότημα, αλλά η ιστορία δεν προχώρησε και πολύ, αφού σύντομα διαλύθηκαν. Η επόμενη απόπειρα του Lynott ήταν με το συγκρότημα των KAMA SUTRA, γεγονός που συνέπεσε με την μετακόμιση του με τα υπόλοιπα μέλη στο παράκτιο προάστιο Clontarf του Δουβλίνου. Οι KAMA SUTRA ήταν μεγάλο σχολείο για τον Lynott. Καλλιτεχνικό, όχι ερωτικό! Εκεί ακόνισε τις δεξιότητες και το ταλέντο του ως frontman.

Στις αρχές του 1968, συνεργάστηκε με τον μπασίστα Brendan «Brush» Shiels για να σχηματίσουν τους SKID ROW (καμία σχέση με τους νεότερους SKID ROW από το New Jersey των ΗΠΑ). Έπαιζαν διασκευές των BYRDS, των BEATLES και πολύ Jimi Hendrix. O Lynott, που δεν έπαιζε κάποιο μουσικό όργανο σε εκείνη την φάση, αλλά εμπλούτιζε την σκηνική του εμφάνιση, περνώντας με βερνίκι την περιοχή κάτω από τα μάτια του, για να μαγνητίζει το βλέμμα των θεατών. Στα live τους προστέθηκε και ένας εικονικός καυγάς, έτσι για να κάνουν πιο θεαματικό το σόου. Παρόλα αυτά, στα μέσα του ’68, ο κιθαρίστας τους έφυγε και στην θέση του ήρθε ένας υπερταλαντούχος νεαρός από το Belfast, ονόματι Gary Moore.

Εκεί που είχαν βρει τα πατήματα τους, ο Shiels παρατήρησε ότι ο Lynott τραγουδούσε σε διαφορετικές νότες τα τραγούδια, κάτι που οφειλόταν σε ένα πρόβλημα με τις αμυγδαλές του. Καθώς ο Phil αποχώρησε για να κάνει εγχείρηση, ο Shiels ανέλαβε εξ ολοκλήρου τα φωνητικά και το αποφάσισε να συνεχίσουν ως τρίο. Οι ενοχές του για αυτή την κίνηση απέναντι σε ένα πολύ καλό φίλο του, δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Έτσι πήρε την πρωτοβουλία να του μάθει να παίζει μπάσο και του πούλησε και ένα Jass Bass της Fender.

O Lynott αναζήτησε τον παλιό του φίλο, ντράμερ Brian Downey και μαζί έφτιαξαν τους ORPHANAGE. Έπαιζαν δικές τους συνθέσεις, αλλά και διασκευές σε τραγούδια των νεότευκτων FREE, του Jeff Beck και του Bob Dylan. Σε αυτή την φάση, ο Phil μόνο τραγουδούσε και έπαιζε αποκλειστικά ρυθμική κιθάρα, καθώς ακόμα μάθαινε μπάσο. Δούλευε έτσι μέχρι τα τέλη του 1969, οπότε και ο πληκτράς Eric Wrixon, ιδρυτικό μέλος του ιστορικού ιρλανδικού συγκροτήματος THEM (ήταν μάλιστα αυτός που τους βάφτισε) τους έφερε σε επαφή με τον κιθαρίστα Eric Bell. Οι Bell και Wrixon σκεφτόντουσαν να φτιάξουν το δικό τους συγκρότημα και όταν είδαν τους ORPHANAGE εντυπωσιάστηκαν από τον Lynott αλλά περισσότερο από τον Downey.

Ο Bell ήταν ένας αξιόλογος κιθαρίστας και ο Lynott δεν άργησε να το αντιληφθεί. Έχοντας πλέον αρκετή αυτοπεποίθηση για να παίξει μπάσο παράλληλα με τα φωνητικά, προχώρησε στην δημιουργία ενός νέου σχήματος μαζί με τον Brian Downey στα ντραμς, τον Eric Bell στην κιθάρα και τον Eric Wrixon στα πλήκτρα. Άμεσα ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω σε δικές του συνθέσεις και ξεκίνησαν πρόβες τον Γενάρη του 1970. Μετά από κάποιες αναβολές το νέο συγκρότημα των Bell και Lynott (όπως τους είχε ξεχωρίσει ο τύπος της εποχής) ανακοίνωσε το όνομα του: THIN LIZZY.

Το όνομα προήλθε από ένα θηλυκό ρομπότ, την Tin Lizzie, από το παιδικό κόμικ “The Dandy”, ένα από τα μακροβιότερα στην Μ. Βρετανία (1937 – 2013). Η Tin Lizzie με την σειρά της, πήρε το όνομα της από το παρατσούκλι που είχαν δώσει στο πρώτο εμπορικά προσιτό αυτοκίνητο μαζικής παραγωγής, το περίφημο Ford Model T. Όταν μάλιστα ο Lynott ανακάλυψε ότι το σλόγκαν του Ford για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν “Any colour you like,as long as it’s black” ένιωσε δικαιωμένος για αυτή την επιλογή τους. Παρόλο που προστέθηκε ένα “h” και το όνομα έγραφε “Thin”, η προφορά παρέμενε “Tin”, βάσει της χαρακτηριστικής δουβλινέζικης ντοπιολαλιάς.

Η πρώτη συναυλία τους δόθηκε σε μία σχολική αίθουσα κοντά στο αεροδρόμιο του Δουβλίνου, τέλη Φλεβάρη 1970. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το single “The farmer” (με b-side το “I need you”). Μετά την κυκλοφορία του single, οι Lynott, Downey και Bell αποφάσισαν ότι δεν χρειάζονται τον Wrixon, με αποτέλεσμα να τον «απαλλάξουν από τα καθήκοντά του»! Το “The farmer” πούλησε μόλις 283 αντίτυπα, δεν μπήκε σε κανένα chart και είναι πλέον συλλεκτικό.

Μέχρι να κλείσει η χρονιά, είχαν μετακομίσει στο Λονδίνο και είχαν υπογράψει με την Decca Records. Τον Γενάρη του 1971 μπήκαν στο στούντιο και ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ μέσα σε 5 μόλις μέρες, λόγω του εξαιρετικά περιορισμένου budget που είχαν στην διάθεση τους. Παραγωγός τους ήταν ο Αμερικάνος Scott English, ο οποίος έγραψε το “Hi Ho Silver Lining” (1967) που έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη σόλο επιτυχία του Jeff Beck, ενώ είχε κάνει και παραγωγή στο τραγούδι “West Virginia” (1969) κάποιων ELVES, οι οποίοι αργότερα έγιναν πιο γνωστοί ως ELF (ναι, αυτοί με τον Ronnie James Dio).


Δέκα τραγούδια απαρτίζουν το ντεμπούτο των THIN LIZZY, που ονομάστηκε απλώς “Thin Lizzy” και φέρει ένα εξώφυλλο που κυριαρχεί η οπτική ευρυγώνιου φακού παραμορφωτικού τύπου “fisheye”. Η φωτογραφία που αντικατοπτρίζει ένα αυτοκίνητο από το φανάρι ενός άλλου αυτοκινήτου είναι του πρώτου φωτογράφου που προσέλαβε στο δυναμικό της η Decca Records, του David Wedgbury, ενώ στο οπισθόφυλλο εικονίζεται το συγκρότημα, σε φωτογραφίες της Jennifer Edwards, αν και υπάρχουν και uncredited λήψεις του Δουβλινέζου φωτογράφου Roy Esmond.

To άλμπουμ ξεκινάει με την απαγγελία του Lynott στο “The friendly ranger of Clontarf Castle”, πιθανώς μία αλληγορική αναφορά στις μέρες που ζούσε στο Clontarf με τους KAMA SUTRA. Κινείται σε progressive/art rock μονοπάτια και είναι ένα από τα δύο τραγούδια που ο Lynott έγραψε με άλλο μέλος του συγκροτήματος, εδώ τον Eric Bell. Στο “Honesty is no excuse” που ακολουθεί συμμετέχει ο Άγγλος μουσικός  Ivor Raymonde στο mellotron synthesizer. Το τραγούδι καθ’ αυτό μιλάει για την μετάνοια που βιώνει κάποιος με το πέρας του χρόνου. Μέχρι εδώ η ατμόσφαιρα είναι γενικά χαλαρή, οι στίχοι ποιητικοί, η διάθεση λυρική. Στο “Diddy Levine” αρχίζει να ακούγεται όλο και περισσότερο ο Bell, ο οποίος έχει και την δική του σύνθεση στο blues/funk “Ray-Gun”. Και με το τέλος της πρώτης πλευράς, έρχεται το “Look what the wind blew in” που ροκάρει λίγο παραπάνω, με κλασικό 70s στυλ. Η έμπνευση πίσω από το τραγούδι ήταν η νεαρή δημοσιογράφος Gail Barber που ήταν ερωτική σύντροφος του Lynott, τις μέρες που ζούσε στο Δουβλίνο. Το τραγούδι έχει ένα λογοπαίγνιο με το όνομά της, σχετικά με μία θύελλα που φυσάει από τον Βορρά (“…then somewhere from the North, this gale I knew just flew in..”). Ο Lynott ζούσε στο Δουβλίνο και η Barber ήταν από το Belfast, βορειότερα.

Στο “Eire” που ξεκινάει την δεύτερη πλευρά του άλμπουμ με πιο folk στυλ, γίνονται σαφείς οι αναφορές στην αγαπημένη πατρίδα. Στο “Return of the farmer’s son”, που υπογράφει το δίδυμο Lynott – Downey, βλέπουμε ίσως για πρώτη φορά κάτι από το χαρακτηριστικό μουσικό στυλ που θα τους έκανε να ξεχωρίσουν τα επόμενα χρόνια. Έπειτα ακούμε το “Clifton Grange Hotel”, η πρώτη δισκογραφική αναφορά του Lynott στο εν λόγω ξενοδοχείο που διαχειριζόταν η μητέρα του. Λίγο πιο μελαγχολικό το προτελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, “Saga of the ageing orphan”, που συνδυάζει κάτι από την ανάγκη που ένιωθε ο Phil να έχει μία πατρική φιγούρα στο πλάι του σε συνδυασμό με τον φόβο πως μεγαλώνεις. Εδώ ο Lynott αναφέρεται στον θείο του και στην γιαγιά του. Το άλμπουμ κλείνει ήρεμα με το “Remembering”, ένα τραγούδι στο στυλ της αναπόλησης που μόνο ο Lynott ήξερε να γράφει και θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές στην καριέρα του.

Στο ντεμπούτο τους, οι THIN LIZZY φαίνονται να βρίσκονται μέσα σε λίγο από κάθε είδος που έπαιζε εκείνη την εποχή. Ένα μωσαϊκό ιδεών και πειραματικών προσπαθειών, με τον Lynott να γράφει ποιητικά, βιωματικά, δημιουργώντας εικόνες στον ακροατή, ενώ θυμίζει αρκετά τον Hendrix σε κάποια σημεία. Άλλωστε, τα επιτεύγματα του Jimi Hendrix ως μαύρου μουσικού ενέπνευσαν τον Lynott σε μεγάλο βαθμό (όντας ο ίδιος μιγάς) και τον είδε ως πρότυπο της πιθανής επιτυχίας που θα μπορούσε να έχει. Η επιρροή του Hendrix θα γινόταν ακόμα πιο αισθητή στη φωνή και την μουσική φυσιογνωμία του Lynott. Και η αλήθεια είναι ότι οι THIN LIZZY αρχικά ήθελαν να λειτουργήσουν στη μορφή ενός power trio όπως οι CREAM και οι EXPERIENCE του JIMI HENDRIX.

Το “Thin Lizzy” κυκλοφόρησε πριν 50 ακριβώς χρόνια, την 30η Απριλίου 1971 και έτυχε χλιαρής αποδοχής από το κοινό. Πούλησε μέτρια και δεν μπήκε σε κανένα chart, παρόλο που παίχτηκε αρκετά από γνωστούς DJs της εποχής, όπως ο John Peel και ο Kid Jensen. Ακολούθησε η κυκλοφορία του EP “New Day”, σε παραγωγή του Nick Tauber, που θα συνεργαζόταν με το συγκρότημα και στα επόμενα δύο στούντιο άλμπουμ τους. Ούτε αυτό κατάφερε να συγκινήσει το ακροατήριο. Το “New Day” θα ενσωματωνόταν σε κατοπινές επανεκδόσεις του “Thin Lizzy”.

Αν και είχαν μία ανέλπιστη επιτυχία την επόμενη χρονιά με την πασίγνωστη (πλέον) διασκευή τους στο παραδοσιακό ιρλανδικό τραγούδι “Whiskey in the jar”, τους πήρε κάμποσα χρόνια μέχρι να εδραιωθούν ως ένα από τα μεγαλύτερα hard rock συγκροτήματα της εποχής τους. Το ολότελα ξεχασμένο ντεμπούτο τους είναι το πιο πειραματικό, ψυχεδελικό και «διαφορετικό» άλμπουμ τους, που ξεκίνησε μία από τις πιο όμορφες μουσικές ιστορίες της Ιρλανδίας και του rock, γενικότερα. Γι’ αυτό και μόνο, αξίζει να το ακούσετε τουλάχιστον μία φορά και να δείτε πως ξεκίνησαν όλα.

Κώστας Τσιρανίδης

Tags: , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece