Banner Top
Banner Content

Πολύ μεγάλο το προνόμιο του να μπορείς να ακούς ένα δίσκο 100 και κάτι μέρες πριν την κυκλοφορία του, ειδικά σε εποχές πανδημίας που οι μπάντες υποφέρουν και δε μπορούν να οργανώσουν τα πάντα όπως τα θέλουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με το 7ο άλμπουμ των πολυαγαπημένων AT THE GATES, το οποίο ονομάζεται “The nightmare of being” (πλέον έχει δοθεί κι επίσημα στη δημοσιότητα ο τίτλος του και το εξώφυλλο του) και αναμένεται να απασχολήσει με τον τρόπο του την επικαιρότητα και τους οπαδούς, οι οποίοι περιμένουν εναγωνίως το επόμενο βήμα των Σουηδών πατέρων της πιο μελωδικής φόρμας death metal. Αυτή τη φορά σε σχέση με το “To drink from the night itself”, επιστρέφουν λίγο πιο γρήγορα, 3 χρόνια μετά, ενώ ο προκάτοχος του “The nightmare of being” ακολουθούσε το άλμπουμ επανασύνδεσης (και ακόμα κορυφαίου της δεύτερης φάσης τους) “At war with reality” 4 σχεδόν χρόνια μετά. Η προακρόαση οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο που μας καλωσόρισαν ο τραγουδιστής-είδωλο Tomas Lindberg και ο κιθαρίστας Martin Larsson και λίγο μετά τις απαραίτητες συστάσεις, ο δίσκος –διάρκειας 45 λεπτών και 40 δευτερολέπτων έπαιξε σερί και στη συνέχεια έγιναν ερωτήσεις στο συγκρότημα, με το χρονοδιάγραμμα των 90’ που είχαμε στη διάθεση μας συνολικά να τηρείται με ακρίβεια Ελβετικού ρολογιού. Από το 1 ως το 10, αυτά που γράφονται μέχρι να διαβάσετε τα του δίσκου μάλλον σας αφορούν… Καθότι δεν κρατιέστε, ας περάσουμε στο να σας δοθεί μια γεύση τι πρόκειται να ακούσετε σε ακριβώς 3 μήνες από τώρα…

 

  • Spectre of extinction (4:49)

O δίσκος ξεκινάει με ακουστική εισαγωγή και όχι όπως θα έπρεπε με ένα σημείο το οποίο θα σε έμπαζε με τη μια στο νόημα. Ένα μελωδικό lead που θα επαναληφθεί στην πορεία παίρνει τα ηνία και αφού μπαίνει ξανά το ακουστικό σημείο… ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ακούμε ATG όπως πρέπει. Πρώτο λάθος. Ότι προηγήθηκε του πανέμορφου μπασίματος με την κοφτή ριφφάρα που ακολουθείται από τριπλές (οι ATG που αγαπήσαμε), έπρεπε να είναι εισαγωγή και το κομμάτι να ξεκινάει από το σημείο που αναφέρω. Ο Tomas Lindberg όμως ακούγεται τρομερά διαφορετικός σε σχέση με το παρελθόν. Η φωνή του είναι ξεκάθαρα πιο αδύναμη, σχεδόν ξεψυχισμένη σε σημεία, και το μεγάλο ατού της μπάντας συνολικά δεν είναι στην καλύτερη φόρμα του. Δεν ξέρω αν ήταν συνειδητή απόφαση ή αν τόσο μπορεί πλέον ο Tompa, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δε με ξένισε. Όχι ότι και πάλι δεν υπάρχουν σημεία που η χροιά του μπορεί να βγάλει μεγαλοσύνη, αλλά η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι κάτι παραπάνω από αισθητή. Ακολουθεί ένα γρήγορο σημείο με ένα μελωδικό ρεφρέν, ενώ ένα αρκετά βαρύ κόψιμο οδηγεί σε ένα γλυκό σόλο στη συνέχεια, για να γίνει το κομμάτι ξανά γρήγορο προς το τέλος και να μπει ένα ωραίο σημείο με τα τύμπανα του Αdrian Erlandsson, ο οποίος συνολικά στο δίσκο έχει ένα φοβερό ήχο και είναι το κρυφό όπλο του συγκροτήματος. Καλή αρχή, αλλά όχι το ίδιο καλή με τα προηγούμενα άλμπουμ τους.

 

  • The paradox (4:43)

Εδώ ναι, έχουμε ΣΩΣΤΗ αρχή κομματιού ATG. Τρομερά γρήγορο σημείο, με τις ρυθμικές κιθάρες στο προσκήνιο, τον Adrian να προσθέτει ένα φοβερό μπάσιμο και να μπαίνει μια όμορφη αλλαγή που κάνει το τέμπο πιο ταχύ, το οποίο στη συνέχεια με ένα κόψιμο γίνεται πιο βαρύ και ρυθμικό, με σταδιακή ροπή προς τι μελωδία, πριν αποκτήσει ξανά ταχύτητα. Εδώ ο Lindberg ακούγεται πιο ταιριαστός κι όπως τον έχουμε συνηθίσει σε σχέση με το πρώτο κομμάτι, ενώ ξαναμπαίνει το μελωδικό groove σημείο το οποίο θα οδηγήσει σε ένα σόλο το οποίο θαρρείς ότι είναι βγαλμένο από τη φαρέτρα του “Slaughter of the soul” (φοβερό). Το κομμάτι οδηγείται προς το τέλος του με ψιθυριστά φωνητικά (!), ένα πολύ όμορφο mid-tempo δυναμικό σημείο που προσθέτει πόντους στο κομμάτι κι ένα τρομερά βαρύ κόψιμο αλλαγής μέχρι το τέλος. Πολύ καλύτερο από το προηγούμενο κομμάτι και κάπου εδώ τελειώνουν οι υψηλές ταχύτητες προς τέρψη των κραχτών και εις βάρος των φανατικών.

 

  • The nightmare of being (3:49)

Το ομότιτλο κομμάτι ακολουθεί σε πλήρως διαφορετική λογική με μια μαλακή αρχή και με απαγγελία στη συνέχεια με καθαρά φωνητικά (!) πριν ανέβουν οι τόνοι με ένα δυναμικό σημείο mid-tempo και οδηγηθούμε ξανά στο μαλακό σημείο της αρχής. Το ρεφρέν είναι ωραίο αντικειμενικά, ακολουθεί κι ένα «γλυκό» σόλο και έχουμε πάλι ψιθυριστά καθαρά φωνητικά με ένα δυνατό σημείο που κάνει μια ωραία αλλαγή και που θα ήταν πολύ πιο ωραίο να προϋπήρχε στο κομμάτι και όχι να εμφανιστεί εκ των υστέρων. Το τέμπο πάει έτσι μέχρι τέλους, όπου το κομμάτι κόβεται απότομα. Στο σύνολο του δίσκου, μου φαίνεται το πιο αδύναμο κομμάτι και σίγουρα αν κάποτε εν έτει ’96 που διέλυσαν το μαγαζί, ερχόταν κάποιος και μου έλεγε ότι οι ATG θα βάζανε τέτοιο κομμάτι σε δίσκο, θα ζητούσα στεγνά να μην γινόταν ποτέ επανασύνδεση.

 

  • Garden of Cyrus (4:25)

Ακόμα πιο μαλακή αρχή από το ομότιτλο κομμάτι κι έχουν αρχίσει να με ζώνουν τα φίδια σιγά-σιγά. Μπαίνουν όμορφα τα τύμπανα του Adrian και ακόμα πιο όμορφα μπαίνει στη συνέχεια το μπάσο του Jonas Björler το οποίο θα ήταν ακόμα καλύτερο αν έκανε πιο συχνά την εμφάνισή του συνολικά.  Ακούμε συνοδεία του μπάσου ένα ακουστικό σόλο (!) το οποίο προϊδεάζει ότι κάποια ουμπεριά θα κάνουν και… ΝΤΟΪΝΓΚ! ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΑΞΟΦΩΝΟ κυρίες και κύριοι στο κομμάτι. Δεν το είδε να έρχεται κανείς μας, ενώ στον τομέα των σχολίων των συναδέλφων που είχαν μαζευτεί, ξαφνικά άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν θαυμαστικά έκπληξης από όλους εκείνη τη στιγμή. Η φωνή αργεί να μπει σχετικά, ενώ οι κιθάρες που συνοδεύονται από το σαξόφωνο οδηγούν σε ένα ωραίο μελωδικό πέρασμα και κάπου εκεί ο Tompa κάνει ένα ωραίο μπάσιμο που ανεβάζει το κομμάτι, το οποίο κλείνει με μια πολύ δυνατή αλλαγή και πολλαπλά γυρίσματα τυμπάνων από πλευράς Adrian. Δεν ξέρω αν και πόσοι θα περίμεναν να έχουμε σαξόφωνο σε κομμάτι ATG εν έτει 2021, αλλά το τόλμησαν και αν μη τι άλλο, αυτό μας δείχνει ότι έχουν @@. Πιστεύω όλοι θα μιλάνε για το συγκεκριμένο κομμάτι για πολλά χρόνια και ενδέχεται να χαρακτηρίσει όσο λίγα τη δισκογραφία τους λόγω της υφής του. Τολμηρό, εύστοχο, ακομπλεξάριστο!

 

  • Touched by the white hands of death (4:09)

Κλείσιμο της πρώτης πλευράς του δίσκου με αρχή από έγχορδα και ορχήστρα στο υπόβαθρο! Εκεί που δεν το περιμένει κανείς, έχουμε ένα απίστευτο μπάσιμο (ούτε ο Γκάλης στον αιφνιδιασμό τέτοια ορμή κάποτε) στο καλύτερο σημείο που έχουμε ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή στο δίσκο. Δεν θα κρατήσει πολύ αυτή η ορμή (και η χαρά μας) και έχουμε οδήγηση προς ένα πιο μαλακό σημείο, το οποίο ευτυχώς θα ξαναγίνει γρήγορο στη συνέχεια. Μπαίνει και μια στακάτη ριφφάρα που κατεβαίνει όσο κι όπως πρέπει, που τη διαδέχεται ένα κορυφαίο σημείο το οποίο πάει κι αυτό το κομμάτι μέχρι τέλους, για να σβήσει τελικά με fade out. Μακράν το καλύτερο κομμάτι της πρώτης πλευράς του δίσκου, που στο πρώτο του μισό έχει δημιουργήσει προσδοκίες, ερωτηματικά και με αγωνία περιμένουμε ήδη το δεύτερο μισό εκείνη τη στιγμή, ευχόμενοι να είναι λίγο καλύτερο από αυτό που ακούσαμε μέχρι στιγμής.

 

  • The fall into time (6:47)

Βλέποντας τη διάρκεια του συγκεκριμένου κομματιού, που είναι και το μεγαλύτερο του δίσκου, πάνω κάτω περίμενα πως θα πάει. Μαλακή αρχή ξανά, με τα έγχορδα να μπαίνουν ξανά μπροστά και με τον Lindberg να σκάει όμορφα εκεί που δεν τον περιμένεις. Ο Adrian βάζει τα τύμπανα στο παιχνίδι να χτίσουν ρυθμό στο κομμάτι, με ένα πολύ δυνατό και ΒΑΡΥ ριφφ να κάνει την εμφάνιση του για να ακολουθήσει αλλαγή πάλι με τύμπανα και με τον Tompa να μας χαρίζει το καλύτερο του σημείο στο δίσκο εκείνη τη στιγμή με την ερμηνεία του. Άλλη μια ωραία αλλαγή ενώ το κομμάτι ανεβαίνει σε ένταση με ένα progy σημείο που θυμίζει κάπως την αισθητική που είχαν στα δυο πρώτα τους άλμπουμ από άποψη τζαζεμένων αλλαγών σε σημεία (μη χαίρεστε, δεν ξαναγίνανε 20 χρονών) και με τα έγχορδα να ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι συνοδεία μπάσου μάλιστα. Το τέλος είναι πολύ όμορφο με ένα πολύ δυνατό σημείο ενώ από πίσω υπάρχει υπόβαθρο με πλήκτρα που κλείνει το κομμάτι ιδανικά. Λόγω διάρκειας το φοβήθηκα αλλά είναι καλό κομμάτι τελικά, καλό για 2021 ATG πάντα!

 

  • Cult of salvation (4:24)

Όμορφη αρχή με ένα κάπως «σφυριχτό» ρυθμό που κάνει τη διαφορά. Σε mid-tempo λογική, ο Adrian ξαναπαίζει ένα πολύ ΔΥΝΑΤΟ σημείο (μαεστρικό παίξιμο) κι ακολουθεί μια φο-βε-ρή αλλαγή, η οποία ωστόσο θα είχε πολύ περισσότερη λογική αν ανήκε σε δίσκο DARK TRANQUILLITY (ειδικά στο τελευταίο γεώμηλο που βγάλανε θα ήταν όαση) παρά σε δίσκο ATG. Κι αφού επιστρέφουμε στο mid-tempo θέμα που αναφέραμε, πάρε και πιάνο δικέ μου!!!!  Κι όμως! Μέχρι να προλάβεις να συνέλθεις και να βεβαιωθείς ότι ακούς το νέο δίσκο AT THE GATES εν έτει 2021, έχουμε νέες απαγγελίες φωνητικών και εναλλαγές στη συνέχεια με κάφρικα και μαλακά φωνητικά ως το τέλος. Οι εκπλήξεις όχι απλά δεν σταματούν αλλά συνεχίζονται και φυσικά στον τομέα σχολίων πολλοί ρωτάνε τη γνώμη των άλλων μην πολυπιστεύοντας τι ακούνε.

 

  • The abstract enthroned (4:26)

Με πολύ μεγάλη χαρά ειδικά εκείνη τη στιγμή και χωρίς καν δεύτερη σκέψη παρά τη μια και μοναδική ακρόαση του δίσκου, αυτό είναι μακράν ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥ! Απίστευτη αρχή, ριφφάρες με τριπλές (ΝΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙ!) και ένα πολύ όμορφο μελωδικό κόψιμο που δίνει άλλο επίπεδο στο κομμάτι, σολάκι για να πάρουμε ανάσα, ξανά μανά η γρήγορη σημειάρα που αναφέραμε που θα οδηγήσει στο να μπούνε έγχορδα στο κομμάτι (σαν πίτσα με απ’ όλα το κάνανε αλλά έδεσε ιδανικά εδώ) και αφού μπαίνει ένα σχεδόν μελωδικό black metal σημείο (!!!), κλείνει το κομμάτι με ένα γλυκό σόλο και με τους περισσότερους να καταριόμαστε που δε μπορούμε να το ακούσουμε καπάκι δεύτερη φορά. Με 10 τέτοια κομμάτια πάντως, ο δίσκος θα ήταν σίγουρο 10/10!

 

  • Cosmic pessimism (4:31)

Απίστευτα ψαρωτική αρχή κομματιού, πρέπει να έρθει η ώρα να το ακούσετε για να καταλάβετε τι εννοώ πλήρως, άκρως πειραματικό συναίσθημα με φωνητικά που απαγγέλουν και σημείο που θυμίζει έντονα VIRUS, δηλαδή κατά πολύ βάθος, VOIVOD (γνωστός σεσημασμένος Βοεβόδας ο Tompa και μπράβο του). Εκεί που πάει να ανέβει η ένταση, γρήγορα έχουμε επιστροφή στο αρχικό σημείο και τελικά ανεβαίνει σιγά σιγά το τέμπο με όμορφα κάφρικα φωνητικά. Απαγγέλει ξανά (πολλές φορές γενικά στο δίσκο όπως καταλάβατε) και στη συνέχεια έχουμε διαδοχικά εναλλαγή κάφρικων/μελωδικών φωνητικών κατ’ επανάληψη για αρκετή ώρα. Μια απίστευτα ρυθμική ριφφάρα μπαίνει (πάλι ετεροχρονισμένα, ΓΙΑΤΙ;) και το κομμάτι θα κλείσει μαλακά με ακουστικό ρυθμό. Από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές σίγουρα.

 

  • Eternal winter of reason (3:37)

Το μικρότερο κομμάτι του δίσκου μπήκε στο τέλος του, με μια πολύ δυνατή αρχή, ένα πολύ γεμάτο ήχο συνολικά, τα τύμπανα μπροστά να βαράνε δυνατά και ρυθμικά ενώ στη συνέχεια λαμβάνει έναν πιο up-tempo χαρακτήρα (με πολύ γεμάτο background ηχητικά με πλούτο που κάνει το κομμάτι σούπερ) και τα παραπάνω διαδέχεται ένα πολύ όμορφος ρυθμός με ένα ακόμα ομορφότερο ριφφ, με το κομμάτι να έχει γενικά φοβερές αλλαγές μέχρι το τέλος και η δομή του συνολικά να εντυπωσιάζει. Το κλείσιμο της δεύτερης πλευράς –και του δίσκου συνολικά- είναι με θετικό πρόσημο, ενώ σίγουρα το δεύτερο μισό του είναι –αρκετά αν όχι πολύ- ανώτερο του αντίστοιχου πρώτου με ένα πρόσωπο του συγκροτήματος που δεν έχουμε συνηθίσει.

Συνολικά κι επειδή θα ήταν άδικο να γίνουν συγκρίσεις με τον οποιονδήποτε, καθώς οι AT THE GATES είναι εμπνευστές μιας τάσης και όχι ακολουθητές αυτής, η όποια σύγκριση και αναφορά μπορεί να λάβει χώρο με τους ίδιους ως κεντρικό πυρήνα αυτών. Έτσι για αρχή κι επειδή πάντα αυτό μας αφορά όλους κακά τα ψέματα σε πρώτη φάση, έχουμε ένα κατά πολύ ανώτερο άλμπουμ από το “To drink from the night itself” και εκεί τελειώνουν τα συν σε σχέση με τη δισκογραφία τους, καθώς το καλύτερο του προκατόχου του, “The nightmare of being”, δεν μπορεί να κοιτάξει στα μάτια το “At war with reality” (εκτός αν πιστεύατε ότι θα γινόταν οποιαδήποτε σύγκριση με υλικό προ διάλυσης, λίγο σέβας, λίγη τσίπα, λίγο μυαλό). Η ατμόσφαιρα φυσικά και κυριαρχεί στο δίσκο, ένα δίσκο πολύ πλούσιο ηχητικά, όπου είναι φανερό ότι τον δούλεψαν πάρα πολύ και με πολύ μεγαλύτερη προσοχή από τον προκάτοχο του. Ότι εισήχθη σε πρώτη φάση στο “To drink from the night itself” (και όχι και πολύ πετυχημένα σε σημεία), εδώ έχει πλέον φτάσει σε ένα επίπεδο άκρως ανώτερο για το νέο τους ηχητικό στυλ και πρέπει να τους απονείμουμε τα εύσημα γι’ αυτό. Αν βγάλετε από το μυαλό σας ότι πρόκειται για δίσκο των AT THE GATES, μιλάμε για ένα συνολικά ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ άλμπουμ (το τονίζω για να δείξω τη διαφορά μεταξύ καλού/κακού που δεν έχουν τόση σημασία, εκτός αν είχατε λανθασμένα προσδοκίες για αριστούργημα, το πρόβλημα στην περίπτωση είναι δικό σας και οι ενδείξεις δεν σας πολυδικαίωναν για κάτι τέτοιο).

Το συγκρότημα παίζει με τη λογική της δημιουργίας και όχι της καταξίωσης, εξάλλου παρότι ο καθένας μας λέει τα δικά του, έχουν βρεθεί αυτή τη στιγμή στην πιο αναγνωρίσιμη φάση της καριέρας τους και όσον αφορά τα λεφτά που βγάλανε από την πρώτη επανασύνδεση μέχρι σήμερα (ας βάλουμε λάθος 15ετίας) κάθε άλλο παρά θα έπρεπε να κάνει τον οποιονδήποτε να τους λυπάται, τα οικονομικά δεδομένα πλέον πίσω από το μέγεθος AT THE GATES είναι λίγο ασύλληπτα να τα σκεφτεί ο μέσος οπαδός και δη ο μέσος κάφρος (γι’ αυτό να λέτε καλά που έστω όπως παίξανε πριν 3 χρόνια και που οι UNLEASHED τους διαλύσανε, μπορέσατε και πάλι να τους δείτε, μην το έχετε και τρομερά σίγουρο ότι θα ξανασυμβεί και δη σίγουρα, άσχετα αν η μπάντα πραγματικά γουστάρει στην Ελλάδα). Τα δεδομένα είναι πάρα πολύ απλά και δεν περιέχεται η αμφιβολία της παρερμηνείας.

Σίγουρα πλέον ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ να παίξουν γρήγορα και δη αποκλειστικά έτσι. Επίσης σίγουρα είναι πολύ καλύτεροι όταν παίζουν έτσι στα λίγα σημεία που το επιχειρούν. Δίχως να ακουστώ κολλημένος, και πάντα με μεγάλη αγάπη στο συγκρότημα και όποια ακομπλεξάριστη προσπάθεια έκφρασης, γιατί τέτοια είναι το “The nightmare of being” συνολικά και μη γελιέστε, μπάντα που είναι καλή στο να παίζει γρήγορα πρέπει να παίζει ΜΟΝΟ έτσι. Με κάποιο παράξενο τρόπο, τους βγαίνει καλύτερα αυτό το πιο ατμοσφαιρικό/mid-tempo/πειραματικό στυλ σε σχέση με το πώς πρωτοδοκιμάστηκε πριν 3 χρόνια. Οι δυναμικές τους έχουν αποκτήσει νέα δεδομένα και είναι βασικό ότι ο ήχος έχει μέσα του πλούτο ακατέργαστο που απαιτεί ακροάσεις για να τον ανακαλύψεις. Το ότι εγώ μετά από μια ακρόαση θυμάμαι τι παίχτηκε, αφορά αφενός μεν την εκνευριστική μνήμη μου κι αφετέρου δε τις σημειώσεις που κράτησα κατά την ακρόαση αλλιώς να είστε σίγουροι θα χρειαζόμουν δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και δεν ξέρω κι εγώ πόσες ακροάσεις για να καταλάβω πλήρως τι γίνεται.

Ενώ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ να μιλάω για ακροάσεις καθότι είμαι απόλυτος υπέρμαχος της ρήσης «η δισκάρα φαίνεται στην πρώτη ακρόαση», εδώ με πολύ ενδιαφέρον θα ξανακούσω αυτό το δίσκο για να ξαναθυμηθώ κάποια σημεία, να γουστάρω ακόμα περισσότερο με κάποια άλλα (αυτά που θα ήθελα να προκρίνονται περισσότερο στον ήχο τους ειδικά) και οκ ότι και να λέω, είναι ATG άρα είναι αγάπη και συνολικά είμαι πολύ τυχερός που επιλέχθηκα εγώ να είμαι μέρος αυτής της προακρόασης μαζί με ελάχιστους ακόμα συναδέλφους από κάθε γωνιά της γης. Όχι, φυσικά και το “The nightmare of being” Δ-Ε-Ν είναι δισκάρα, φυσικά και Δ-Ε-Ν θα αλλάξει την ήδη διαμορφωμένη άποψη κάποιου για το συγκρότημα (προ και μετά διάλυσης) και φυσικά Δ-Ε-Ν έχει θέση σε οποιαδήποτε πιθανή λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς.

Είναι όμως ένα τίμιο άλμπουμ που η μπάντα δείχνει ότι ήθελε να το κάνει να ακούγεται ΑΚΡΙΒΩΣ έτσι όπως βγήκε, και στο τέλος αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι Lindberg/Larsson απάντησαν μετά σε αρκετές ερωτήσεις, από τις οποίες κρατάμε ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε αρκετά στούντιο, η ορχήστρα στα κομμάτια είναι αληθινότατη και όχι sample-αρισμένη, στιχουργικά ο δίσκος –και ο τίτλος του- προέρχονται με κύρια αναφορά στην απαισιοδοξία που πηγάζει από την καθημερινότητα, ενώ ο ίδιος ο Φράγκος τεχνηέντως ρώτησε τον Lindberg μετά από σχετική παρότρυνσή μου για τον τόνο της φωνής του κι αν νιώθει ότι ωρίμασε (τον έσφαξε με το γάντι είναι η αλήθεια), με τον Lindberg να απαντάει χιουμοριστικά «δεν πιστεύω πως υπονοεί ότι είμαι παλιόγερος» και να ψιλοκάνει το παγώνι μιλώντας για εξέλιξη, ωριμότητα και τα τοιαύτα.

Εν κατακλείδι, πολύ ενδιαφέρον και πλούσιο ηχητικά άλμπουμ, το οποίο μου άρεσε περισσότερο απ’ όσο περίμενα (ίσως γιατί περίμενα μεγάλη φόλα, το χάρηκα πραγματικά) αλλά ως εκεί. Με τις μπάντες που αγαπάμε πρέπει και οφείλουμε να είμαστε κατιτίς πιο αυστηροί κι επειδή τους ATG τους λατρεύω, δεν μπορώ ούτε να προϊδεάσω τον κόσμο για αριστούργημα, ούτε όμως και να μην είμαι δίκαιος χαρακτηρίζοντας το τελικό αποτέλεσμα ως απόρροια μιας πραγματικά καλοδουλεμένης διαδικασίας που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα. Τα σύκα, σύκα και η σκάφη, σκάφη. Επίσης καλό είναι κάποιοι να καταλάβετε ότι δεν τίθεται θέμα συγκρίσεων και ότι αν και κατά πόσο θεωρείτε ότι μπορεί και είναι δυνατό να βγαίνει ένα “Slaughter of the soul” και δη συχνά, εξετάστε το ξανά ψύχραιμα, διότι δίσκοι σαν αυτόν δεν βγαίνουν απλά μια φορά σε 26 χρόνια που φέτος θα συμπληρωθούν από την κορωνίδα όλης της μελωδικής σκηνής μιας χώρας, αλλά γενικότερα βγαίνουν μια φορά στη ζωή.

Πάντως αν οι ATG επιμείνουν στο επόμενο δίσκο πάνω στη λογική του “The nightmare of being” που ήδη υπερσκέλισε την αντίστοιχη του “To drink from the night itself”, ενδέχεται –με αρκετά περισσότερα γρήγορα σημεία να προσθέσω- να κοιτάξουν στα μάτια και γιατί όχι, να ξεπεράσουν το “At war with reality”. Κάποια κομμάτια από εδώ πάντως θα ήθελα πολύ να τα ακούσω ζωντανά, αρκεί ο Tomas Lindberg να αποδείξει ότι και ζωντανά μπορεί να διατηρήσει τη φωνή του σε επίπεδο ανάλογο των προηγούμενων ετών κι όχι να ακουστεί όπως στο δίσκο. Ο τίμιος Σαββίδης θα σας τα αναλύσει καλύτερα όταν έρθει η ώρα για την πλήρη δισκοκριτική, καθότι ενθουσιάστηκε λίγο παραπάνω από μένα, μέχρι τότε, θεωρώ ότι έπρεπε να είμαι όσο αναλυτικός γινόταν καθότι είναι δίσκος που μια σημαντική μερίδα ανθρώπων περιμένει ανυπόμονα και ΑΝ τελικά αφήσετε τη ροή του να κυλήσει χωρίς παραισθήσεις μεγαλείου, θα έχετε ένα δίσκο που θα ακούσετε αρκετές φορές και θα ανακαλύπτετε συνεχώς νέα πράγματα μέσα του.

Άγγελος Κατσούρας

Tags: , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece