Connect with us

Artists

BLIND GUARDIAN interview 2022 (Hansi Kürsch)

 

1

“Archi­tects of pow­er metal”

Οι αγαπημένοι Γερμανοί βάρδοι του heavy met­al, οι BLIND GUARDIAN, κυκλοφόρησαν επιτέλους το νέο άλμπουμ τους, με τίτλο “The God machine”, ύστερα από 7 χρόνια δισκογραφικής σιωπής. Ο Σάκης Φράγκος και ο Φραγκίσκος Σαμοΐλης, πέτυχαν τον τραγουδιστή του σχήματος, Han­si Kürsch, την ημέρα των γενεθλίων του, σε μία από τις πάρα πολύ σπάνιες συνεντεύξεις που έδωσε ο ίδιος για το άλμπουμ, λόγω ενός προβλήματος που είχε στη φωνή του κι έπρεπε να την προφυλάξει για τα επερχόμενα live. Για το Rock Hard, έκανε όμως μία εξαίρεση και είναι μεγάλη μας τιμή. Δείτε το video και διαβάστε τι ειπώθηκε.

7 χρόνια λοιπόν χωρίς δίσκο BLIND GUARDIAN. Ακόμα δεν το πιστεύω πως θα κυκλοφορήσετε δίσκο μετά από τόσα χρόνια, γιατί δεν μετράω το συμφωνικό άλμπουμ σαν BLING GUARDIAN, αφού κι εσείς είχατε αλλάξει το όνομα.
Ακριβώς. Το BLING GUARDIAN TWILIGHT ORCESTRA άλμπουμ ήταν ένα μακρόχρονο project, το οποίο δουλεύαμε χρόνια, αλλά δεν είναι BLIND GUARDIAN. Ναι, είμαστε ο Andre και εγώ, ανήκει στην οικογένεια των BLIND GUARDIAN, αλλά είναι κάτι άλλο. Οπότε ναι, είναι 7 χρόνια και μπορείς να μας κατηγορήσεις για τα 6 από αυτά τα χρόνια μπορώ να πω, αλλά ο τελευταίος χρόνος ήταν ευθύνη του κορονοϊού. Τελειώσαμε το άλμπουμ τον Αύγουστο του 2021 και υπό φυσιολογικές συνθήκες θα είχε κυκλοφορήσει ήδη περίπου ένα χρόνο τώρα. Αλλά η Nuclear Blast δεν μπορούσε να βρει θέση σε κανένα εργοστάσιο κοπής βινυλίων για τα δικά μας, γιατί υπήρχε μεγάλη έλλειψη υλικών και αναγκαστικά έπρεπε να περιμένουμε. Πέραν τούτου, ήταν πολύ δύσκολα και απαιτητικά χρόνια, ξεκινώντας με την περιοδεία για το “Beyond the red mir­ror” και τη συνέχεια στις περιοδείες με εκείνη του “Imag­i­na­tions from the oth­er side”, οι οποίες μας “έκλεψαν” δύο χρόνια από την οποιαδήποτε προσπάθεια σύνθεσης. Μετά η δουλειά για το TWILIGHT ORCHESTRA φυσικά, αλλά και για το επετειακό του “Imag­i­na­tions…”. Άλλα δύο χρόνια αυτά. Και μετά ακόμη ένα έτος το άλμπουμ των DEMONS & WIZARDS και η περιοδεία που το ακολούθησε. Στο ενδιάμεσο δουλεύαμε όσο μπορούσαμε σε υλικό των BLIND GUARDIAN, αλλά έτσι εξηγείται το γιατί μας πήρε 6 χρόνια.

Πιστεύεις πως κατά κάποιο τρόπο το τερματίσατε, φτάσατε στο αποκορύφωμα σε ότι έχει να κάνει με τα συμφωνικά στοιχεία με το “Lega­cy of the dark lands”; Ότι ξεπεράσατε τα όριά σας.
Δεν νομίζω πως τα ξεπεράσαμε. Ήταν ο σκοπός από την αρχή. Στο “Beyond the red mir­ror” προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε ένα άλμπουμ στην ορχηστρική κατεύθυνση, κάτι που δεν χρειαζόταν. Ήταν απόφαση καθαρά παραγωγική. Η μουσική από μόνη της, θα ήταν μία χαρά και χωρίς τις ορχήστρες για τα περισσότερα τραγούδια, όχι όλα. Αλλά το κάναμε αυτό για να έχουμε και αυτό το αίσθημα της εισαγωγής στο “Lega­cy of the dark lands”. Αυτός ο δίσκος μας πήρε συνολικά 20 χρόνια για να τον κάνουμε. Είναι αρκετά πολύπλοκο να συνθέσεις τέτοια τραγούδια και να τα φέρεις στο επίπεδο που τα φέραμε. Όταν έγραφα τα φωνητικά για το δίσκο όμως, κατάλαβα ότι δεν είχα τίποτα άλλο να δώσω προς αυτήν την κατεύθυνση. Για εμένα, αυτό ήταν το σημείο καμπής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ξαναχρησιμοποιήσουμε ορχήστρες ποτέ. Αλλά για τώρα, νιώθω πολύ άνετος με τη μπάντα. Έτσι ένιωθα όταν δούλευα και με τους DEMONS & WIZARDS. Πόσο άνετα ήταν με τις heavy κιθάρες, τα drums… κάτι που έλειπε στα ορχηστρικά άλμπουμ. Έχω μεγάλες προσδοκίες από το “The God machine” και τις συνθέσεις μας. Ευτυχώς, τουλάχιστον από τη δική μου οπτική, καταφέραμε και ανταπεξήλθαμε των προσδοκιών και ήταν πολύ ωραίο να δουλεύουμε πάνω σε αυτό το υλικό όταν το συνθέταμε, αλλά ήταν επίσης πολύ ωραίο να δουλεύουμε σε αυτό το υλικό και όταν το ηχογραφούσαμε στο στούντιο.

1

Μήπως το γεγονός πως περιοδεύσατε για το “Imag­i­na­tions…”, αλλά και το “Some­where far beyond” έπαιξε κάποιο ρόλο στη σύνθεση των κομματιών του νέου άλμπουμ; Το να παίζετε τα κομμάτια από εκείνη την εποχή, σας έκανε να πείτε “νιώθουμε ωραία παίζοντας έτσι, ας γράψουμε ένα νέο άλμπουμ σε αυτό το ύφος”.
Όχι, όχι άμεσα. Σίγουρα ασχοληθήκαμε με το δίσκο αλλά και την ποιότητα της παραγωγής του “Imag­i­na­tions”. Είχε επιρροή στο πως χτίσαμε τη διαδικασία παραγωγής του “The God machine”. Όσον αφορά τη σύνθεση των κομματιών όμως, δεν είχε καμία επίδραση. Δουλέψαμε με ότι ερχόταν στο μυαλό μας και αυτό δεν είναι κάτι του οποίου καθορίζεις την κατεύθυνση. Το “Some­where far beyond” δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο, γιατί είχαμε ήδη τελειώσει με τη σύνθεση των κομματιών, μετά ήρθε ο κορονοϊός και είπαμε πως αν θέλουμε να παίξουμε του χρόνου, δεν θα μπορεί να είναι φυσιολογική περιοδεία, οπότε ας κάνουμε μία επετειακή για το “Some­where…”. Ήταν περισσότερο αναγνώριση αυτής της επετείου. Με το “Imag­i­na­tions…” είναι μία από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις που το κάναμε πάνω στα 25 χρόνια, κάναμε την περιοδεία και το επετειακό άλμπουμ. Με το “Some­where…”, το καταλάβαμε λόγω του κορονοϊού και των προβλημάτων που είχαμε με τις κανονισμένες περιοδείες που ακυρώθηκαν και δεν είχε καμία άμεση επιρροή στη σύνθεση του νέου άλμπουμ. Φυσικά και πάντα ασχολούμαστε με το παρελθόν μας και δεν αρνούμαστε ποτέ την ποιότητα του εκάστοτε δίσκου μας και υπάρχουν πάντα στο μυαλό μας. Και φυσιολογικά, βγαίνουν μπροστά όποτε συνθέτουμε τραγούδια. Μπορούμε να ταυτοποιηθούμε με κάθε μέρος της πορείας μας. Δεν νιώθουμε για παράδειγμα ντροπή για το “Bat­tal­ions of fear” ή το “Fol­low the blind” επειδή είναι παλιά και είναι «εγκλήματα της νιότης μας». Το αντίθετο συμβαίνει! Είμαστε πολύ ευγνώμονες για αυτά τα άλμπουμ και όλα έπαιξαν το ρόλο τους στο που πήγαμε μετά.

Είχατε πολλά χρόνια, βασικά 20 και πάνω, να κυκλοφορήσετε ένα δίσκο που να είναι τόσο οργανικός, απόλυτα οργανικός, χωρίς ορχήστρες κλπ. Οι ορχήστρες προσφέρουν και μία ασφάλεια όταν ερχόμαστε στο κομμάτι της σύνθεσης, καθώς μπορούν να κάνουν ένα κομμάτι πιο πλούσιο, λίγο ευκολότερα. Είχατε μήπως καθόλου άγχος όταν συνθέτατε, αφού τώρα δεν υπήρχε η ας πούμε ασφάλεια της ορχήστρας;
Βασικά ήταν το αντίθετο. Έχεις δίκιο πάντως. Οι ορχήστρες είναι πολύ δελεαστικές. Ειδικά με το προνόμιο του προγραμματισμού που έχουμε στις μέρες μας, όπου οι δυνατότητες είναι ατελείωτες. Και το χρησιμοποιούσαμε από την αρχή της δουλειάς μας για το TWILIGHT ORCHESTRA. Αλλά δεν ξέραμε ποια εμπόδια θα έρθουν μαζί με τα πλεονεκτήματα. Και είναι αρκετά. Απλά όταν τελειώσαμε τις ηχογραφήσεις της ορχήστρας κι έγραφα τα φωνητικά, κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσεις ένα τέτοιο οργανικό θηρίο και να γίνεις μέρος αυτού του εξωγήινου σύμπαντος. Κι αυτό, επειδή ο τρόπος που τραγουδάω είναι met­al και ο τρόπος που συνθέσαμε τα φωνητικά για το “Lega­cy of the dark lands” με την προγραμματισμένη ορχήστρα ήταν επίσης βαρύς. Λίγο πιο καθαρός απ’ ότι συνήθως, αλλά σε σχέση με την ορχήστρα ήταν και πάλι πολύ βαρύς. Οπότε, το πρόβλημα με το “Lega­cy…” ήταν ότι έλειπε η μπάντα και εγώ έπρεπε να προσέξω τις δυναμικές της ορχήστρας. Και μερικές φορές ήταν διαφορετικές από τις αρχικές μου προθέσεις, αλλά και διαφορετικές από αυτά που κάναμε στον προγραμματισμό, γιατί μπορεί να έχεις πολλές πιθανότητες και τρόπους να “διευθύνεις” μία ορχήστρα στο PC, αλλά μόλις ηχογραφήσεις μία πραγματική ορχήστρα και πάρεις και το χώρο μαζί, είναι ένα αυτόνομο θηρίο. Κι εκεί αναγνώρισα πραγματικά τις δυσκολίες. Τη δυσκολία με την ορχήστρα συγκριτικά με το απλά να παίζω με τη μπάντα. Στο “Beyond the red mir­ror” δώσαμε υπερβολικά πολύ προσοχή στην ορχήστρα και για αυτό η μπάντα έπρεπε να κάνει ένα βήμα πίσω, το οποίο όμως δεν ήταν απαραίτητο. Αλλά τώρα ήμασταν ελεύθεροι να κάνουμε ότι θέλουμε. Όχι μόνο συνθετικά, αλλά ειδικά παραγωγικά, αφού πρωταγωνιστής είναι η μπάντα. Περισσότερο και ευκολότερα. Αν κάνεις αυτό που κάνουν πολλές μπάντες σήμερα, να έχουν την ορχήστρα και να τη συνοδεύουν με gener­ic ρυθμικές κιθάρες, είναι εύκολο να προσαρμόσεις την ορχήστρα. Αλλά όταν η ορχήστρα έχει ρόλο, ο Andre παίζει τα δικά του πρωταγωνιστικά σημεία, εγώ έχω τα δικά μου, συν και τα επίπεδα των οργάνων, είναι πολύ δύσκολο να βρεις τη σωστή ισορροπία. Χωρίς την ορχήστρα, είναι πάρα πολύ ευκολότερο.

Γι’ αυτό έχετε και την πιο heavy παραγωγή που είχατε ποτέ βασικά σε δίσκο σας; Είναι πολύ heavy συγκριτικά με τα προηγούμενα.
Έτσι πιστεύω κι εγώ. Η ένταση ήρθε με τα τραγούδια. Ήρθε με το σχέδιο να οδηγήσουμε παραγωγικά τα κομμάτια προς το “Imag­i­na­tions…”, παρά προς οτιδήποτε άλλο είχαμε κάνει. Συν ότι υπήρχε πολύ ενέργεια για να ξοδέψουμε λόγω του κορονοϊού, όπου δεν ξέραμε που να τη διοχετεύσουμε. Αυτό φυσικά και επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο μπήκαμε στο δίσκο. Ούτως ή άλλως θα δίναμε το 100% του εαυτού μας, αλλά νομίζω πως η απογοήτευση, ο εκνευρισμός και όλα όσα ήρθαν μαζί αυτήν την περίοδο, επηρέασαν τον τρόπο που παίξαμε. Και φυσικά θέλαμε αυτός ο δίσκος να είναι μία δήλωση, μουσικά, που θα λέει ότι μπορούμε να τα κάνουμε ακόμα αυτά και με τέτοια τραγούδια, μπορεί να είμαστε λίγο μεγαλύτεροι, αλλά δεν θα το καταλάβετε, λόγω των αποδόσεών μας.

1

Αυτός ο εκνευρισμός από την πανδημία, σε έκανε να σκεφτείς να κάνεις κάποια death met­al φωνητικά;
(γέλια) Ναι. Αυτό έγινε περισσότερο λόγω της μουσικής για να είμαι ειλικρινής. Ειδικά κατά την περίοδο της συνθετικής διαδικασίας, υπήρχαν κάποια πολύ επιθετικά και φρέσκα στοιχεία σε αυτό το τραγούδι και πρέπει να πω πως αυτό το τραγούδι, το “Archi­tects of doom”, είχε γραφτεί το 2019…

Έχει το vibe του “Fol­low the blind” αυτό το τραγούδι.
Έτσι νομίζω κι εγώ! Είναι πραγματικά αστείο πως μερικοί άνθρωποι το έχουν τονίσει ήδη, αλλά κι εγώ νιώθω το ίδιο. Ίσως λόγω της γενικότερης έντασής του, ίσως λόγω των κιθάρων του ρεφρέν, δεν ξέρω, αλλά υπάρχουν κάποιες ομοιότητες. Σίγουρα πάει σε thrash κατεύθυνση, αλλά ήταν ο Char­lie (σ.σ. Bauer­feind, χρόνια παραγωγός της μπάντας) που είχε την ιδέα να κάνουμε τα φωνητικά, ειδικά των κουπλέ, με τον πιο bru­tal τρόπο που μπορώ. Στην πρώτη εκδοχή που έκανα, ήταν ακόμα περισσότερο από ότι στο δίσκο, προς αυτήν την death met­al, ας πούμε, κατεύθυνση. Το κομμάτι δεν είχε σκοπό να είναι death met­al. Εκτός από τον Markus ίσως, κανείς μας δεν είναι ούτε κοντά στο να θεωρείται ειδικός στη death met­al μουσική. Σέβομαι τη μουσική, αλλά δεν έχω ιδέα γι’ αυτήν και δεν την ακούω. Είναι περισσότερο ότι κάνεις κάτι σαν αυτό. Όταν έβαλα τις πρώτες εκδοχές στον Andre, δεν του άρεσαν καθόλου! Άρα τα μείωσα. Αλλά ο τρόπος που τα μείωσα, είναι επίσης προς τη κατεύθυνση του “Fol­low the blind” κατ’ εμέ, γιατί πήγε περισσότερο προς TESTAMENT, HOLY TERROR, μία punk-ικη κατεύθυνση και αυτή ήταν στα γονίδια του “Fol­low the blind”.

Είχατε παίξει το “Vio­lent shad­ows” στο stream­ing live του Wack­en το 2020. Ποιές ήταν οι αντιδράσεις του κόσμου ως προς τη νέα κατεύθυνση των BLIND GUARDIAN; Γιατί είχατε παίξει το “Wel­come to dying” και το “Majesty”, αν δεν κάνω λάθος και ταίριαζε πολύ το “Vio­lent shad­ows” στην όλη ατμόσφαιρα. Πήρατε κάποιο feed­back που σας επηρέασε ή είχατε ήδη τελειώσει το δίσκο;
Δεν είχαμε τελειώσει το δίσκο, αλλά είχαμε ήδη αρχίσει την παραγωγή του. Η προπαραγωγή και η σύνθεση είχε ήδη ολοκληρωθεί κατά 90% θα έλεγα. Αλλά όπως και με την περιοδεία του “Imag­i­na­tions…” και τα vibes που πήραμε από εκεί, η εμφάνιση στο Wack­en, θέλαμε να είναι μία δήλωση. Είπαμε να παίξουμε έντονα πράγματα, νιώθαμε μεγάλη εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας για αυτό, νιώθαμε ότι είναι ένα ωραίο διαφορετικό σετ με πολύ έντονα τραγούδια και ήμασταν πεπεισμένοι ότι ο κόσμος θα το εκτιμούσε, όπως θα εκτιμούσε και το “Vio­lent shad­ows”, γιατί ήταν καινούργιο και η ποιότητά του ήταν στο επίπεδο αυτών των κλασικών. Ήταν περισσότερο μία προσπάθεια να μας δώσει την εμπιστοσύνη και να επιβεβαιώσει τις σκέψεις μας για το νέο άλμπουμ. Οι αντιδράσεις ήταν πολύ καλές. Είναι ένα από τα πιο γρήγορα κομμάτια που έχουμε γράψει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Δεν ξέρω αν είναι και το πιο γρήγορο που έχουμε γράψει ποτέ. Δεν θυμάμαι αν το “Bat­tal­ions of fear” ή το “The wiz­ard’s crown” είναι πιο γρήγορα. Αλλά τώρα έμοιαζε πολύ γρήγορο. Δεν ήταν κάποιος διαγωνισμός φυσικά. Ο Andre παραπονιόταν για τις πολύ πολύπλοκες φωνητικές γραμμές μου και εγώ από την άλλη του έλεγα πως αν θέλεις ευθεία φωνητικά, πρέπει να μου δώσεις ευθεία riffs και απλά ήρθε με αυτό το τραγούδι μετά από 12 χρόνια. Και σκέφτηκα πως θα τον γαμ**ω κι εγώ (γέλια) και θα κάνω το ίδιο. Ακόμη 12 ώρες μετά λοιπόν, έφερα τις φωνητικές γραμμές του “Vio­lent shad­ows”, συνεχίσαμε για μία εβδομάδα και το κομμάτι ήταν έτοιμο. Αν ένα κομμάτι δημιουργείται τόσο εύκολα, δεν είναι το πιο πολύπλοκο κομμάτι, αλλά σου λέει κάτι για την ποιότητά του.

Και είναι ένα από τα μικρότερα τραγούδια σας σε διάρκεια. Κάπου στα 4:30 λεπτά. 4:17 όπως βλέπω.
Ναι, είναι αρκετά μικρό. Το “Wel­come to dying” νομίζω δεν είναι πολύ μεγαλύτερο, αλλά αυτό είναι απλά μια μαντεψιά τώρα. Για τη δομή του είναι μια χαρά.

1

Προσπαθήσετε να γράψετε ακόμη ένα folky, ακουστικό τραγούδι για αυτό το δίσκο ή νιώθατε ότι δεν ταιριάζει;
Βασικά δεν προσπαθήσαμε. Είχαμε κάποια τραγούδια, αλλά σε κάποιο σημείο της προπαραγωγής αποφασίσαμε πάνω σε ποια τραγούδια θα δουλέψουμε και ποια θα αφήσουμε στην άκρη. Κάναμε πρόβες, κάτι που είχαμε πολύ καιρό να κάνουμε, τις οποίες παρατηρούσε ο Char­lie Bauer­feind και μετά από αυτές είχαμε μία καθαρή εικόνα του ποια τραγούδια θα ταίριαζαν καλύτερα. Είχαμε 14 τραγούδια πάνω στα οποία είχαμε δουλέψει και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε με 10 από αυτά. 9 μπήκαν στο δίσκο και το 10ο, που λέγεται “Tri­al by fire”, δεν ήταν τόσο έντονο. Ήταν στην πιο pro­gres­sive μεριά. Τα κομμάτια που μπήκαν στο δίσκο, μιλάνε την ίδια γλώσσα, ενώ τα άλλα, παρόλο που είναι στο ίδιο επίπεδο ποιοτικά θα έλεγα, πήγαιναν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Υπήρχε ένα prog rock τραγούδι με main­stream προσέγγιση και κάποιες SAVATAGE αναφορές, υπήρχε ένα blues τραγούδι, υπήρχε ένα φουτουριστικό ροκ τραγούδι, το οποίο επίσης είχε πολύ καλή ποιότητα, αλλά η ένταση και η διαύγεια της δομής, δεν ήταν κοντά στων υπολοίπων, επομένως το αφήσαμε στην άκρη. Όταν δουλεύαμε στο “Let it be no more”, υπήρχε ένα μεσαιωνικό intro, το οποίο ήταν πολύ ξένο με το τραγούδι και παραπονιόμουν γι’ αυτό από την αρχή, επειδή δεν είχε καμία σχέση με το υπόλοιπο τραγούδι. Αν έμενε αυτό το μεσαιωνικό σημείο, το κομμάτι δεν θα έβγαζε κανένα νόημα προσωπικά. Μέχρι την τελευταία στιγμή δουλεύαμε να αντικαταστήσουμε αυτά τα σημεία και το intro και αυτό που ακούτε είναι η αντικατάσταση, που ταιριάζει στο τραγούδι. Πέραν αυτού όμως, δεν είχαμε τίποτα άλλο προς αυτήν την κατεύθυνση. Πάντα έχουμε αυτήν την ακουστική πλευρά, με τις κιθάρες και τα φωνητικά, ειδικά όπως το κάναμε στα 90s, αλλά αυτό είναι κάτι πάνω στο οποίο θα δουλέψουμε λογικά στο επόμενο άλμπουμ. Όποτε υπάρξει αυτό (γέλια).

Ελπίζουμε όχι σε 7 χρόνια (γέλια)
Όχι. Το ιδανικό για εμένα, υπό νορμάλ συνθήκες, είναι 1 άλμπουμ ανά 3 χρόνια. Δεν το έχουμε κάνει ποτέ, υπήρχαν λόγοι για αυτό, αλλά θα ήταν ωραίο να ακολουθήσουμε αυτήν την κατεύθυνση τώρα. Βλέποντας όμως το πλάνο για τους επόμενους 12 μήνες, ανησυχώ ήδη. Η περιοδεία είναι η πρώτη προτεραιότητα τώρα και για την ώρα δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε τα πάντα με ακρίβεια, γιατί ακόμα δίνουμε shows του 2020 και του 2021. Επομένως, το νωρίτερο που θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε με τη σύνθεση νέων κομματιών, είναι το τέλος του 2023. Και από εκείνη τη στιγμή, θα πρέπει να προσθέσεις και ακόμη 2 χρόνια το λιγότερο.

Όταν είχαμε μιλήσει για το “Lega­cy of the dark lands”, μου είχες πει ότι το νέο σας άλμπουμ, θα σηματοδοτήσει μία νέα εποχή για τους BLIND GUARDIAN, μία πιο σκοτεινή και heavy. Είναι λοιπόν αυτό που θα περιμένουμε από εδώ και στο εξής, ή το “The God machine” είναι η πρώτη προσπάθεια, βλέπουμε πως θα λειτουργήσει και αν θα λειτουργήσει και συνεχίζουμε από εκεί;
Έτσι πιστεύω. Πάντα έχει να κάνει και με τους ευσεβείς πόθους. (γέλια) Δεν ξέρω καν θα φέρει το μέλλον και ποια θα είναι τα επόμενα βήματά μας όσον αφορά τη σύνθεση. Ανέφερα πριν τα κομμάτια που δεν χρησιμοποιήσαμε τελικά στο δίσκο. Και μερικά από αυτά αξίζουν πραγματικά να τα προσέξουμε, να τα τελειώσουμε και να τα φέρουμε στο επίπεδο των τραγουδιών του “The God machine”. Αλλά αν πάρουμε αυτά τα τραγούδια σαν την αρχή του επόμενου άλμπουμ, θα καταλήξει πολύ ποικίλο πιστεύω. Από τη μία πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάπως και κάποτε αυτά τα τραγούδια, αλλά αν μπουν στο επόμενο κανονικό άλμπουμ μας, θα είναι πολύ χαοτικό για εμένα. Οπότε θα εστιάσω σε νέα τραγούδια που θα έρχονται από εδώ και πέρα και ίσως χρησιμοποιήσουμε κάποιο από αυτά που δεν βάλαμε στο δίσκο και θα ταιριάζουν στον επόμενο. Η νοοτροπία είναι πολύ σημαντική. Αλλά και ο αυθορμητισμός του να παίρνεις αποφάσεις μόλις υπάρξει μία ιδέα. Και αυτή η ιδέα είναι ορατή στο “The God machine”. Δεν το ελέγχουμε. Ξέρεις πως είναι. Γράφεις ένα τραγούδι και λες “θέλω να πάω προς αυτήν την κατεύθυνση”, όπως ας πούμε στο “Let it be no more” που προανέφερα με το μεσαιωνικό intro, αλλά τελικά δεν ταιριάζει στο κομμάτι. Εκεί πρέπει να κάνουμε το καλύτερο για το τραγούδι. Νιώθω πως όλοι στη μπάντα απόλαυσαν αυτό το άλμπουμ, έφεραν τις ιδέες τους και παρόλο που εγώ και ο Andre γράψαμε όλα τα τραγούδια, όλοι συνέβαλαν στην παραγωγή και στη μουσική, έπαιξαν το ρόλο τους, με τις εκτελέσεις, τις προτάσεις τους, ακόμα και να ξεκαθαρίζουν πράγματα. Γιατί εγώ και ο Andre, μερικές φορές, έχουμε διαφορετικές οπτικές για ένα τραγούδι. Είναι χαρούμενο τραγούδι; Είναι λυπητερό τραγούδι; Αν ήμασταν μόνοι μας, δεν θα βγάζαμε άκρη. Αλλά όταν έρχονται 2 ή 3 άλλοι άνθρωποι και επιβεβαιώνουν τη μία ή την άλλη οπτική, είναι ευκολότερο να εγκαταλείψεις τη δική σου άποψη και να πεις ότι πρέπει να πάω με την κατεύθυνση της πλειοψηφίας. Από την άλλη, αυτές οι αντίθετες οπτικές κάνουν το αποτέλεσμα τόσο ενδιαφέρον. Και όσο περισσότεροι συμμετέχουν σε αυτό, τόσο καλύτερο είναι. Αυτό είναι κάτι που σίγουρα θα συνεχίσουμε να κάνουμε.

Ο Johan (σ.σ. Johan van Stra­tum, μπασίστας της μπάντας από το 2021) έπαιξε στο δίσκο;
Όχι, δεν έπαιξε ο Johan. Τότε είχαμε ακόμα τον Barend (σ.σ. Cour­bois), που μας άφησε λίγο πριν το Σεπτέμβριο του 2021. Αποφάσισε να εδραιώσει την καριέρα του στους MICHAEL SCHENKER GROUP. Του προσφέρθηκε δουλειά, ένιωσε πιο άνετα, αφού είναι και οπαδός του Michael Schenker από παλιά, αλλά ένιωσε και πιο ασφαλής όντας σταθερό μέλος των MSG. Το αποδεχθήκαμε φυσικά και τότε ήρθε ο Johan. Το άλμπουμ όμως είχε ήδη τελειώσει. Ο Barend έπαιξε το μπάσο και έκανε εξαιρετική δουλειά. Το μπάσο είναι πολύ χαμηλά στο δίσκο για να είμαι ειλικρινής. Και με αυτά που έπαιξε του άξιζε να ακούγεται περισσότερο. Αλλά η ένταση και ο συμπαγής τρόπος που ο Joost (σ.σ. Joost van den Broek, από τους πλέον ανερχόμενους παραγωγούς της Ευρώπης) έκανε τη μίξη του δίσκου, έπρεπε να θυσιαστεί κάπως το μπάσο. Αν υπήρχε άλλη κατεύθυνση στο πως θέλαμε να παρουσιάσουμε τους εαυτούς μας, θα είχε περισσότερο χώρο. Επίσης, πιστεύω πως αυτό είναι ένα κυρίως κιθαριστικό άλμπουμ. Έχει πολύ δυνατά riffs και solos και δίνουν την ένταση.

1

Φτάνουμε στο τέλος, οπότε προλαβαίνουμε 1–2 ερωτήσεις ακόμα. Πρώτα από όλα, σχετικά με τη συμμετοχή σου στο “Call of the wild” των POWERWOLF. Νομίζω θα κυκλοφορήσουν ένα δίσκο με τραγούδια τους τραγουδισμένα από άλλους τραγουδιστές.
Δεν ξέρω. Είμαι φίλος με τη μπάντα και το man­age­ment τους, μου το ζήτησαν και δέχτηκα. Ήθελα να δοκιμάσω το πως θα ακούγομαι σε αυτήν την κατεύθυνση, γιατί δεν είχα κάνει τίποτα ως τότε προς αυτήν την μοντέρνα και old-fash­ioned μαζί κατεύθυνση. Επομένως, ήταν ενδιαφέρον για εμένα να δω πως θα βγει αν δεν τραγουδάει ένα τέτοιο τραγούδι ο Atti­la, αλλά εγώ. Το τι θα το κάνουν, δεν το ξέρω. Νομίζω ήταν περισσότερο σαν επετειακό για την κυκλοφορία του δίσκου.

Και κάτι φυσικά για το show σας στην Αθήνα. Μου είχες πει ότι μείνατε έκπληκτοι από το κοινό και την όλη ατμόσφαιρα.
Πρέπει να πω ότι ως τώρα έχουμε πάει εξαιρετικά. Όπου πάμε μας υποδέχονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είναι πραγματικά υπέροχο να είμαστε πάλι πάνω στις μεγάλες σκηνές. Είχαμε το προνόμιο να παίξουμε μερικά shows το 2021 και ελάχιστα το 2020, έτσι δεν χάσαμε τελείως την επαφή. Αλλά αυτά ήταν μεσαίου βεληνεκούς live. Από την αρχή του Ιουνίου όμως, παίζουμε πάλι στις μεγάλες σκηνές και οι αντιδράσεις είναι πάντα εκπληκτικές. Αλλά στην Ελλάδα ήταν υπερβολικά υπέροχο. Από τη δική μου οπτική, είναι μακράν η καλύτερη συναυλία μας φέτος. Ειδικά αναλογιζόμενος την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν και το κοινό που με κουβάλησε σε όλο το show. Ήμουν νεκρικά άρρωστος μετά, αλλά ήταν τόσο υπέροχα! Ήταν εντυπωσιακό το πως ο κόσμος τρελάθηκε. Ξέρω ότι έχουμε πολύ πιστό κοινό στην Ελλάδα. Δεν είναι κάτι νέο. Αλλά για εμένα, είναι αν όχι η δυνατότερη, μία από τις δυνατότερες αντιδράσεις που έχω δει από το κοινό στην Ελλάδα. Κι από όσο συζήτησα και με τους υπόλοιπους, ένιωσαν το ίδιο.

Και πρέπει να σε ευχαριστήσουμε, γιατί ξέρω ότι δεν έχεις κάνει πολλές συνεντεύξεις για την προώθηση του δίσκου, για να προστατεύσεις τη φωνή σου και πραγματικά το εκτιμάμε πολύ αυτό. Είναι προνόμιο και τιμή για εμάς, το ξέρεις.
Είναι ευχαρίστησή μου. Πρέπει να το πω. Πραγματικά περίμενα γι’ αυτήν τη συνέντευξη εδώ και πολύ καιρό. Από όταν μιλούσαμε να κανονίσουμε μία συνέντευξη με εσένα Σάκη ή τον Φράνκι. Πάντα υπήρχε κάτι. Όπως είναι τα πράγματα τώρα, πρέπει να γίνει αυθόρμητα. Τουλάχιστον μέχρι να γίνουν όλα όπως ήταν μέχρι και το 2019.

Rocknroll, αυτό είναι rocknroll (γέλια)
(γέλια) Ναι, αυτό είναι rock ’n’ roll. Είναι υπέροχο το να ξέρω και να βλέπω ότι όλοι με κάποιο τρόπο είναι ικανοί να προσαρμοστούν στην κατάσταση, να αυτοσχεδιάσουν και να τα φέρουν εις πέρας. Επομένως για αυτό είμαι πραγματικά ευγνώμων. Και έχεις δίκιο, δεν έχω κάνει πολλές συνεντεύξεις ως τώρα. Έκανα κυρίως με mail. Και τώρα θα γυρίσω στο να κρατάω τη φωνή μου ήρεμη (γέλια)

Σάκης Φράγκος / Φραγκίσκος Σαμοΐλης

Pho­tos by Dirk Behlau

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece