Connect with us

Rock Hard

BLIND GUARDIAN – “The God machine” (Nuclear Blast) (ομαδική κριτική)

1

Πέρασαν κιόλας 7,5 χρόνια από το τελευταίο στούντιο άλμπουμ των BLIND GUARDIAN, το “Beyond the red mir­ror”. Πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για το αγαπημένο αυτό συγκρότημα, που στις 2 Σεπτεμβρίου, βγάζει το “The God machine”. Η συντακτική ομάδα του Rock Hard, με την προσθήκη του «νέου αίματος», του Άρη Λάμπου, αναλύει το επερχόμενο άλμπουμ  των Γερμανών βάρδων, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος!

1

Δεν ήμουν από αυτούς που είχαν ενθουσιαστεί από το “Beyond the red mir­ror”, παρότι οι BLIND GUARDIAN είχαν παίξει εκείνο το μυθικό, μυστικό, ακουστικό show για ΥΠΕΡΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ νικητές διαγωνισμού του Rock Hard και μάλιστα ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ. Το γεγονός αυτό, δεν μας είχε εμποδίσει να βαθμολογήσουμε με πολύ μέτριο βαθμό εκείνο το δίσκο, βέβαια, πρέπει να πω, διότι τα αγαπημένα μας σχήματα δεν τα χαϊδεύουμε, αλλά είμαστε αυστηροί. Αντιθέτως, το “At the edge of time”, μου άρεσε πολύ, έτσι για την ιστορία. Στο μεσοδιάστημα, μεσολάβησε το “Twi­light Orches­tra: Lega­cy of the dark lands”, το ορχηστρικό τους άλμπουμ, που τους πήρε εκατονεφτακόσια χρόνια να το ολοκληρώσουν. Η κυκλοφορία του, όμως, υπήρξε κομβικής σημασίας για το μέλλον των BLIND GUARDIAN. Από εκείνο το σημείο και μετά, συνειδητοποίησαν ότι έφτασαν το συμφωνικό κομμάτι του σχήματος πέρα από τα όριά του κι έφτασε η ώρα να επιστρέψουν στον πιο «παραδοσιακό» ήχο τους, με τον οποίο και καθιερώθηκαν στις συνειδήσεις του κόσμου.

Δηλαδή, πιο ανεπιτήδευτο speed/power met­al, the BLIND GUARDIAN way, εποχής “Night­fall in Mid­dle Earth” κι ακόμα παραπίσω. Οι ταχύτητες ανέβηκαν, οι μελωδίες παρέμειναν στη θέση τους, η σκληράδα επανήλθε. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που ο Han­si Kursch, ήθελε να βάλει death met­al φωνητικά (όπως αποκάλυψε στη συνέντευξη που του κάναμε μαζί με τον Φραγκίσκο Σαμοΐλη), αλλά τέθηκε βέτο από τον κιθαρίστα, Andre Olbrich.

Το καλό με όλο το εγχείρημα, είναι πως φαίνεται ότι τους βγήκε ανεπιτήδευτα και ήταν σαν φυσική ανάγκη. Σαν το ποδήλατο, που άπαξ και μαθαίνεις να το οδηγείς δεν το ξεχνάς. Βέβαια, όταν έχεις βγάλει δίσκους όπως το “Some­where far beyond” ή το “Imag­i­na­tions from the oth­er side”, μας έχεις κακομάθει και το “The God machine” το συγκρίνουμε πλέον ξεκάθαρα μαζί τους κι εκεί υστερεί ελαφρά. Ξέρετε κάτι όμως; Απόλαυσα στον υπέρτατο βαθμό να ακούω τραγούδια όπως το “Damna­tion”, το “Secrets of the Amer­i­can Gods”, το “Archi­tects of doom”, για να αναφέρω απλά λίγες από τις πολύ καλές στιγμές του δίσκου.

Είμαι απόλυτα βέβαιος, πως τα υπόλοιπα παιδιά θα σας μεταφέρουν ακριβέστερα το κλίμα του δίσκου, εγώ απλά είπα να κάνω μία εισαγωγή…

8 / 10

Σάκης Φράγκος

1

7 χρόνια χωρίς δίσκο BLIND GUARDIAN είναι πολλά… πάρα πολλά, ειδικά για εμάς τα “αρρωστάκια” με τους Βάρδους του heavy met­al. Είναι πολλά και για τους ίδιους φυσικά, αλλά τι να γίνει; Αυτά ήταν και είναι τα δεδομένα της εποχής μας με covid κλπ. Επομένως, κάλλιο αργά παρά ποτέ, που λέει ο σοφός (όποτε θέλει και θυμάται) λαός μας.

Μπορεί να είμαι αρρωστάκι (βαριά άρρωστος ίσως) με τους Γερμανούς, αλλά η μαύρη η αλήθεια είναι πως δισκογραφικά, μας έχουν λίγο στο “περίπου” με τις τελευταίες αρκετές δουλειές τους. Παράπονο χοντρό δεν έχω, καθώς κάθε μπάντα, πόσο μάλλον αυτές που έχουν να επιδείξουν διαμάντια στη δισκογραφία τους κι έχουν χαράξει χρυσή πορεία, έχει το δικαίωμα να πειραματιστεί, να παίξει ελεύθερα αυτό που την εκφράζει και να κινηθεί σύμφωνα με τα δικά της θέλω την εκάστοτε περίοδο. Το αν θα μας αρέσει ή όχι, είναι άλλη κουβέντα. Αλλά το δικαίωμα είναι δικαίωμα. Και οι GUARDIAN αυτό έκαναν στα τελευταία άλμπουμ. Πειραματίστηκαν με τις ορχήστρες και με διαφορετικά μουσικά μονοπάτια, μέχρι που το τερμάτισαν με το “Twi­light orches­tra” (όσο και αν δεν είναι επίσημος δίσκος GUARDIAN, όταν βγαίνει από τους ίδιους συνθέτες, είναι στην “οικογένεια”). Και αφού το έβγαλαν λοιπόν τελείως από μέσα τους, είπαν να επιστρέψουν στα βασικά. Και ποια είναι αυτά; Κιθάρες, μπάσο, τύμπανα, φωνητικά, φιλάκια.

Ένα από τα πράγματα που άλλαξε στην εποχή του covid, είναι και ο τρόπος pro­mo των εταιρειών. Έτσι, δίνοντας στη δημοσιότητα τραγούδια από επερχόμενες κυκλοφορίες ακόμα και 8 μήνες πριν (στην προκειμένη), ναι μεν τραβάς ξανά την προσοχή στη μπάντα που θες, αλλά σε πολλές περιπτώσεις, μέχρι να βγει ο δίσκος, έχει ακούσει κάποιος τον… μισό! Έτσι λοιπόν και με το “The God machine”, αφού 9 τραγούδια έχει συνολικά ο δίσκος και σε βίντεο βγήκαν τα μισά στην ουσία. Αν έμεναν τα πράγματα στα κομμάτια των βίντεο, νομίζω πως θα είχα ελαφρώς χειρότερη άποψη για το δίσκο. Ευτυχώς όμως, τουλάχιστον για τα προσωπικά μου γούστα, κομμάτια που δεν είναι (ακόμα;) βίντεο, είναι καλύτερα από κάποια που είναι.

Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ότι διαφάνηκε από τα υπάρχοντα βίντεο. Αρχικά, μία αρκετά εως πολύ αποδομημένη (τι σου κάνει το mas­ter chef) εκδοχή των BLIND GUARDIAN των τελευταίων δίσκων, αφού οι ορχήστρες απλά απουσιάζουν, επομένως τα πάντα είναι πιο “γυμνά” εν μέρει, αλλά πιο heavy και οργανικά από την άλλη. Έχουμε επίσης έντονες αναφορές στα mid 90s και ear­ly 00s του σχήματος, τόσο σε ταχύτητες ορισμένων τραγουδιών, όσο και σε νοοτροπία και τσαμπουκά κάποιων. Έχουμε ξανά σαν βάση και οδηγό τις κιθάρες των Andre (κυρίως, σαν lead) και Mar­cus, γεγονός που μας είχε λείψει είναι η αλήθεια και φυσικά από κοντά και τα φωνητικά του Han­si, με τα κλασικά πολυφωνικά μέρη αλά GUARDIAN. Δεν είναι ότι ξαφνικά οι Βάρδοι μπήκαν στη χρονομηχανή και έβγαλαν ένα νέο “Some­where”, ένα “Imag­i­na­tions”, ένα “Night­fall” ή κάτι. Αυτά δεν γίνονται. Μπήκαν όμως στη νοοτροπία να γράψουν πάλι όπως τότε, με τα met­al όργανα και μόνο, χωρίς την “ασφάλεια” που τους έδινε σε πολλές περιπτώσεις η ορχήστρα, η οποία και γινότανε αρκετές από αυτές ο οδηγός και όχι η συνοδεία και πιο ελεύθερα και (καλώς εννοούμενα) χύμα, χωρίς πολλά-πολλά. Απλά με την οπτική που έχουν τα τελευταία χρόνια φυσικά, καθώς είμαστε στο 2022 και όχι στο 1995 για παράδειγμα.

Σε κάποια κομμάτια, αυτό έχει λειτουργήσει πάρα πολύ καλά. Και τρία είναι τα μακράν αγαπημένα μου από το δίσκο. Το ένα είναι το “Blood of the elves”, ότι πιο old-school έχουν γράψει τα τελευταία 16 σίγουρα χρόνια. “Some­where far beyond” πνεύμα σε όλο το τραγούδι, μια χαρά και όμορφα. Το δεύτερο είναι το “Life beyond the spheres”, ένα mid tem­po άσμα, με πολύ ωραίο πολυφωνικό ρεφρέν, ωραία leads, ωραίες γραμμές, ένα ολοκληρωτικά ωραίο τραγούδι. Το τρίτο, είναι το “Let it be no more”, μία μπαλάντα, όχι στη folk εκδοχή που ξέραμε με τόση επιτυχία από τους Βάρδους, αλλά με την κανονικότερη, της… φυσιολογικής μπαλάντας, με πολύ ωραίες μελωδίες, ενορχήστρωση και απόδοση. Από εκεί και πέρα, μου άρεσε πολύ το “Des­tiny”, ένα διαφορετικό τραγούδι μέσα στο δίσκο, λιγότερο τσαμπουκαλεμένο, με πολύ λυρισμό όμως και ωραία ατμόσφαιρα. Τα υπόλοιπα είναι ένα σκαλί κάτω, με εξαίρεση μόνο το “Archi­tects of doom”, το οποίο, για αν είμαι ειλικρινής, δεν μου άρεσε καθόλου. 9 κομμάτια λοιπόν, 4 πολύ καλά, 4 είτε μέτρια είτε καλά και 1 αδιάφορο. Ναι, θα ήθελα μερικά ακόμα πιο grande ρεφρέν, αφού άλλωστε αυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μεγαλείου των Γερμανών. Ναι, θα ήθελα προσωπικά ακόμα περισσότερη αποστασιοποίηση από τους τελευταίους δίσκους (που κανένας δεν με χάλασε προσωπικά, αλλά ΟΚ, πάντα μπορούν πολύ καλύτερα), αλλά μια χαρά είμαι και με αυτά που έχω, αφού μοιάζει με το δίσκο-ξεκίνημα μίας εκ νέου νέας εποχής της μπάντας. Και με κάνει να ανυπομονώ για τον επόμενο, πολύ περισσότερο από ότι έκανα με τα προηγούμενα 4 άλμπουμ τους.

Είναι δισκάρα το “The God machine”; Όχι. Θα το αγοράσουμε; ΠΡΟΦΑΝΩΣ! Είναι GUARDIAN. Είναι ένας δίσκος που όσο αν ακουστεί περίεργο, είναι πολύπλοκος μέσα στην απλότητά του και μπορεί να μην κάνει κάποιον να σκίσει μπλούζες αλά Hulk Hogan, αλλά θα ικανοποιήσει τους περισσότερους παλαιότερους οπαδούς της μπάντας περισσότερο από τα 3–4 προηγούμενα. Προσωπικά, το “At the edge of time” μου άρεσε πάρα πολύ και το έχω για την ώρα λίγο πιο πάνω από το “The God machine”. Για την ώρα τουλάχιστον. Μια χαρά δίσκος είναι πάντως, ανώτερο από “Twist…” και “Beyond the red mir­ror”. Ως εκεί όμως.

7 / 10

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

1

Δεδομένο πρώτο: Όταν γυμνάζεσαι συστηματικά και σωστά για χρόνια και σταματήσεις, το σώμα δεν ξεχνάει. Με το που ξεκινήσεις εκ νέου, θα δεις πως η βελτίωση στην σωματική σου κατάσταση έρχεται πολύ γρήγορα, σίγουρα πολύ γρηγορότερα απ’ όσο ο ίδιος υπολόγιζες. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «μυϊκή μνήμη», Αγγλιστί δε, “mus­cle mem­o­ry”. Δεδομένο δεύτερο: Αν είσαι παιδί των 90s, δηλαδή πήγες Γυμνάσιο — Λύκειο σε εκείνη τη δεκαετία, σίγουρα θα θυμάσαι τον ΧΑΜΟ που δημιούργησε ο «Τυφλός Φρουρός» με την τετράδα “Tales from the Twi­light World” (1990), “Some­where far beyond” (1992), “Imag­i­na­tions from the Oth­er Side” (1995) και “Night­fall in Mid­dle-Earth” (1998). Ως σπουδαίοι πρεσβευτές του europow­er met­al οι BLIND GUARDIAN, δε γινόταν παρά να γίνουν μεγάλοι πανευρωπαϊκά και τεράστιοι στη χώρα τους και στη δική μας, τα δύο μεγαλύτερα και ισχυρότερα «κάστρα» του είδους. Το κτίριο που κάποτε ήταν το θρυλικό ΡΟΔΟΝ, ακόμη διηγείται τις εκεί εμφανίσεις των Γερμανών και εμείς, ως άλλοι παλαίμαχοι/απόμαχοι ναυτικοί, σε κάποιον καφενέ, αναπολούμε τα «παλιά» και τη δόξα που έδειχνε να χάνει αρκετή από τη λάμψη της, με τις τελευταίες κυκλοφορίες τους.

Ίσως εκείνα τα χρόνια να αναπόλησαν και οι συμπαθέστατοι Βεστφαλοί και να πως συνδέονται τα δύο, άσχετα μεταξύ τους, δεδομένα της πρώτης παραγράφου. Η μυϊκή μνήμη του Τυφλού Φρουρού δείχνει να υπάρχει. Φαίνεται πως οι εμφανίσεις τους για τους εορτασμούς των τριάντα ετών από την κυκλοφορία του “Some­where far beyond”, να «ξύπνησαν» τον πραγματικό τους εαυτό. «Χτίζουμε μια νέα εποχή επάνω στα θεμέλια εκείνα, με αφετηρία το “The God Machine”», εξηγεί ο τραγουδιστής Han­si Kürsch. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως όσοι είχαμε χάσει το ενδιαφέρον μας για τη μπάντα από το “A twist in the myth” και μετά, ίσως τώρα αρχίσουμε να βλέπουμε τους BLIND GUARDIAN με κάπως καλύτερο μάτι. Σαν να αποκτούν λίγο νεύρο οι Γερμανοί… Σαν κάτι να αρχίζει να σαλεύει, καθώς ακούω με χαρά πως ο Han­si και η παρέα του αφήνουν στην άκρη τις μεγαλεπήβολες ενορχηστρώσεις, τις ορχήστρες και τα συναφή και επιτέλους επικεντρώνονται στο riff. Ίσως να υπάρχει νεύρο ακόμη μέσα τους, τελικά!

Όχι, όχι, επ’ ουδενί δεν υιοθετώ την άποψη group και εταιρείας, όπως διαβάζω στο Δελτίο Τύπου, πως εδώ έχουμε «το “Imag­i­na­tions from the Oth­er Side” του 2022». Και καλό θα ήταν να μη λέγονται και να μη γράφονται τέτοιες δηλώσεις, με δίσκους σαν αυτόν μεγαλώσαμε, τους ξέρουμε πιο καλά και από την παλάμη μας και μια επιδερμική ακρόαση του “The God Machine” αρκεί για να διαπιστώσουμε πως η συσχέτιση είναι άστοχη. Ο ήχος του νέου δίσκου από την άλλη, απόρροια της καινούργιας συνθετικής άποψης, μου θύμισε μια μίξη των αντιστοίχων του “A night at the opera” (εν αντιθέσει με αρκετούς που το βρίσκουν υπέρ το δέον «γεμάτο» με συνέπεια να καταντά κουραστικό, εμένα αυτό το άλμπουμ μου αρέσει πολύ), κυρίως και δευτερευόντως του “Night­fall in Mid­dle-Earth”. Ναι μεν έχει λοιπόν το “The God Machine” κινηματογραφική «υφή», «πλούσιες», εξαιρετικά δουλεμένες ενορχηστρώσεις και πληθώρα χορωδιακών μερών, το πράττει όμως με τον τρόπο που αναφέραμε πιο πριν κι όχι όπως μας είχε η μπάντα συνηθίσει στο (σχετικά) πρόσφατο παρελθόν.

Τι μου άρεσε: Το ότι δεν υπάρχει αδύναμο τραγούδι. Οι εννέα συνθέσεις του album, στο σύνολό τους, κρατούν τον πήχη σε καλό επίπεδο, χωρίς να τον «ρίχνουν» αισθητά σε κάποιο, ή το χειρότερο σε κάποια, σημείο‑α. Σαφώς και ορισμένες συνθέσεις ξεχωρίζουν παραπάνω από άλλες, αλλά κακό τραγούδι δε βρίσκω. O Han­si Kürsch είναι πολύ καλός, νομίζω μάλιστα πως είναι ο καλύτερος Han­si εδώ και πολύ καιρό. Δεν μπορώ να αξιολογήσω τους στίχους, καθώς άκουσα το «ορφανό» pro­mo, αποκλείεται όμως να μην στέκουν κι αυτοί σε αντίστοιχα επίπεδα. Εμπνευσμένοι από συγγραφείς σαν τον Patrick Roth­fuss, τον Neil Gaiman, τον Bran­don Sander­son και τον Andrzej Sap­kows­ki και από θέματα όπως ο πόλεμος, οι σύγχρονες τραγωδίες ανά τον κόσμο και ο θάνατος της μητέρας του Kürsch, θεωρώ πως θα έχουν ένα επιπλέον ενδιαφέρον πέραν από την κλασσική “fan­ta­sy” (όχι άλλο, φτάνει) θεματολογία. Πολύ καλός και ο Fred­erik Ehmke (τύμπανα), πρέπει να θεωρείται πια «ένα» με τους υπολοίπους και όχι «αυτός που αντικατέστησε τον Thomen».

Τι δε μου άρεσε: Οι André Olbrich και Mar­cus Siepen, όταν το συγκρότημα ήταν πιο ακμαίο και από την Αθήνα την εποχή του Περικλέους, ήταν οι αδιαφιλονίκητοι «πρωταθλητές» στην κατηγορία “pow­er met­al”, όσον αφορά τη φαντασία στην σύνθεση και πως αυτή «γεννούσε» μελωδίες που δεν έβγαιναν από το μυαλό σου, ούτε με λοβοτομή. Ο πρώτος δε, μπορούσε (και το έκανε) να γράφει μικρά τραγούδια μέσα στα ήδη υπάρχοντα. Φέρε στο νου σου έπη σαν το “Trav­el­er in time” ας πούμε και θα καταλάβεις τι εννοώ. Κανείς άλλος δεν είχε αυτό το ταλέντο. Εδώ και χρόνια, βλέπω πως αυτό το ταλέντο έχει πια χαθεί. Μετά, κάποια τραγούδια κακώς τραβούν σε μάκρος και έχουν τόση περιπλοκότητα. Όπως είπαμε και πιο πάνω, κακή στιγμή δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως κάποιες που δε θα κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή και θα αφήσουν την προσοχή του να αποσπαστεί.

Επίσης, το “The God Machine” στερείται του κομματιού-hit. Δε μιλώ υπό εμπορικό πρίσμα, αλλά θα επιθυμούσα να υπάρχει μια σύνθεση που να με «καλεί» σε συνεχή repeat. Τέλος, η παραγωγή των BLIND GUARDIAN σε συνεργασία με τον Char­lie Bauer­feind, είναι αδύναμη, με το άφαντο μπάσο να μην «κολακεύει» τον Johan van Stra­tum. Ή σωστότερα, δεν έχει τη δέουσα δυναμική. Σαφώς τα πράγματα είναι καλύτερα από αυτό που ακούσαμε στο “Beyond the Red Mir­ror”, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά τί μπορεί να κάνει ο Bauer­feind και τι τεράστιο ήχο μπορεί να «βγάλει», δεν πιστεύω πως του αρμόζει το τελικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, λογικά αυτό θα ήταν το «όραμα» του group, οπότε, τί να κάνει κι αυτός.

Συμπερασματικά, το “The God Machine” σηματοδοτεί μια νέα αρχή για τους αγαπημένους μας βάρδους (λογικά η λέξη αυτή θα υπάρχει σε όλα τα κείμενά μας συνολικά περίπου 150 φορές, συγγνώμη, τη χρησιμοποίησα κι εγώ), δεν είναι το αριστούργημα που καμώνεται η Nuclear Blast πως είναι, μα βγάζει το συγκρότημα από το… έλος στο οποίο είχε εδώ και χρόνια πέσει και το οποίο κόντεψε να το πνίξει με το «ποτέ δεν κατάλαβα για ποιον λόγο κυκλοφόρησε» “Twi­light orches­tra: Lega­cy of the Dark Lands”. Καλύτερες στιγμές, τα “Damna­tion”, “Secrets of the Amer­i­can gods”, “Vio­lent shad­ows” και “Blood of the Elves” (δεν ξεφεύγουμε έτσι εύκολα τελικά). Ευχαριστημένος, ελπίζω σε μια ακόμη καλύτερη συνέχεια, περιμένοντας όμως, κακά τα ψέματα, το επόμενο “old school live”.

7,5/10

Δημήτρης Τσέλλος

1

Βάσανο. Να γνωρίζεις πως έχεις στην κατοχή σου το ολοκαίνουργιο άλμπουμ των BLIND GUARDIAN και ο όγκος δουλειάς να μην σου επιτρέπει να το ακούσεις, ενώ γυρίζοντας στο σπίτι οικογενειακοί λόγοι, γεμίζουν το χρόνο σου. Έτσι, το πρώτο άκουσμα, αργά την νύχτα είναι τόσο ψυχαγωγικό που ξεπλένει την κούραση και σου γεμίζει τις μπαταρίες. Εννοείται πως μια ακρόαση δεν φτάνει, όμως ο ενθουσιασμός για το πρώτο άλμπουμ των Γερμανών είναι μεγάλος και 2–3 ακροάσεις δεν αρκούν. Άλλωστε έχουν περάσει 7 χρόνια από το “Beyond the red mir­ror”, το μεγαλύτερο διάστημα μέχρι σήμερα χωρίς να κυκλοφορήσουν άλμπουμ. Άλλωστε το “Lega­cy of the dark lands” μπορεί να ήταν όνειρο πολλών ετών, όμως αποτελεί μόνο ένα απωθημένο τους και όχι ένα κανονικό τους άλμπουμ.

Ας πάμε όμως και στο διαταύτα. Πώς συγκρίνεται το “The God machine” με τα προηγούμενα δέκα (είπαμε, δεν μετρά το “Lega­cy…”);

Υπάρχει μια έντονη σύνδεση με το παρελθόν. Είναι η ένταση και οι σφιχτές συνθέσεις, οι οποίες είναι αυτόνομες και όχι μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας. Είναι η παραγωγή που έχει όγκο βέβαια, (άλλωστε είναι σήμα κατατεθέν των GUARDIAN), αλλά συχνά είναι τα ξεσπάσματα και κάποια από τα ριφ που πηγάζουν από τις πιο πρώιμες μέρες της πορείας τους. Είναι, μια δίψα που κυριαρχεί και σε μεγάλο βαθμό πιστεύω, έχει να κάνει με την απραξία που επικρατούσε τον καιρό της πανδημίας, όσο και με την περιοδεία τους για τα 30 χρόνια από το “Some­where far beyond”.

Έτσι εξηγώ το “Vio­lent shad­ows”, που συγκρίνεται εύκολα με το ύφος της πιο επιτυχημένης τους εποχής, δηλαδή ανάμεσα στο “Imag­i­na­tions from the oth­er side” και το “Night­fall in Mid­dle-Earth”. Μπορεί να λείπει το επικό στοιχείο εκείνης της εποχής, όμως αυτό προσδίδει μια πιο μοντέρνα υφή τόσο στο συγκεκριμένο κομμάτι, όσο και στα περισσότερα τραγούδια του άλμπουμ. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και το “Damna­tion”, με το κλασικό BG σόλο. Μακάρι να είχε ένα καλύτερο ρεφρέν μόνο και θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Από κοντά και το “Archi­tects of doom”, το πιο επιθετικό από τα 6‑άλεπτα που έχουμε εδώ. Τέλος και το “Blood of the Elves” πατά στα ίδια θεμέλια και καταλαβαίνετε πως, όταν τα 5 από τα 9 τραγούδια έχουν αυτή την κατεύθυνση (μαζί με το πιο μέτριο “Deliv­er us from evil”), μας δίνεται το δικαίωμα να μιλήσουμε για… επιστροφή!

Στις πιο μοντέρνες στιγμές του “The God machine” ανήκει το “Life beyond the spheres”, που μπορεί να συνδυάζει σε σημεία, κάποια από τα κλασικά χαρακτηριστικά τους, όμως οι κιθάρες και οι το μεγαλύτερο μέρος του, είναι διαφορετικό, δένοντας με την διαστημική του θεματολογία. Σίγουρα πιο κοντά στα πιο πρόσφατα άλμπουμ τους όπως και το “Des­tiny” που ολοκληρώνει το “The God machine”.

Τα συμφωνικά μέρη δεν λείπουν βέβαια. Λατρεύουν οι Γερμανοί να ασχολούνται με τα άπειρα over­dub στις κιθάρες, τις χορωδίες και τα ορχηστρικά μέρη και τα πολυ-επίπεδα φωνητικά. Όταν πετυχαίνει η συνταγή, όπως στο “Secrets of the Amer­i­can Gods”, μας δίνουν ύμνους. Η αγάπη του Han­si Kürsch για βιβλία, είναι γνωστή κι εδώ οι αφορμές είναι το “The cru­cible” και το “Amer­i­can Gods”. Στα 9 τραγούδια του άλμπουμ, εμπνέεται ακόμα και από σειρές όπως το “The Witch­er” (“Blood of the Elves”) ή το “Bat­tlestar Galac­ti­ca” (“Archi­tects of doom”) και μπορεί οι στίχοι να μην είναι η μεγαλύτερη ατραξιόν, όμως πάντα τους προσέχει ο αγαπητός βάρδος.

Τελικά τι μας μένει, μετά από πολλαπλά ακούσματα, όταν καταλαγιάζει κάπως ο ενθουσιασμός; Η αίσθηση πως το “The God machine” είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ από ένα ώριμο, αλλά όχι γερασμένο συγκρότημα, που εξακολουθεί να αναβλύζει πάθος για το συμφωνικό του pow­er met­al. Οι BLIND GUARDIAN μας προσφέρουν έναν δίσκο, που θα ακούμε πολύ περισσότερες φορές, απ’ ότι τους τελευταίους 3–4.

8 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

1

7 χρόνια από το τελευταίο (ουσιαστικά) άλμπουμ των GUARDIAN είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για όλους εμάς, τους φανατικούς οπαδούς των Γερμανών βάρδων! Δεν υπολογίζω καν το “Lega­cy of the dark lands” που ήταν πιο βαρετό και από ματς της εγχώριας Super League και το οποίο άλλωστε ήταν προσωπική υπόθεση των Han­si & Andre. Η άποψη μου είναι γνωστή τα τελευταία 15 και πλέον χρόνια για τους δίσκους των GUARDIAN: είναι από μέτριοι ως απλώς ΟΚ και ο βασικός λόγος δεν είναι μονάχα η συνθετική ένδεια αλλά όλα αυτά τα συμφωνικά τερτίπια και οι πομπώδεις παραγωγές που, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο αλλοίωσαν παρά ενίσχυσαν το προφίλ τους.

Κι όμως τα πρώτα δείγματα από το “The God machine” ήταν κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά. Τα “Deliv­er us from evil”, “Vio­lent shad­ows” και “Secrets of the Amer­i­can Gods” που είχαν ήδη δοθεί στη δημοσιότητα φανέρωναν ξεκάθαρα ότι οι GUARDIAN ήταν πιο…επιθετικοί (σε σχέση με ο,τιδήποτε έχουν κυκλοφορήσει με τη Nuclear Blast) ενώ ταυτόχρονα είχαν απεμπολήσει κάθε συμφωνική αναφορά θυμίζοντας κάτι από την αισθητική των ένδοξων 90s. Βάζοντας το δίσκο, λοιπόν, η αρχική μας εντύπωση δεν άλλαξε καθόλου καθώς και τα υπόλοιπα τραγούδια κινούνταν στα ίδια επίπεδα και ειδικά τα “Blood of the elves” και “Let it be no more” είναι σίγουρα από τα high­lights του άλμπουμ. Το προσωπικό παράδοξο είναι ότι θεωρώ το προαναφερθέν “Secrets of the Amer­i­can Gods” σαν την κορυφαία στιγμή του “The God machine”. Και λέω «παράδοξο» γιατί είναι συνθετικά το πιο περίπλοκο με αρκετές αλλαγές που θυμίζουν τα ύστερα χρόνια με τη διαφορά ότι η παραγωγή είναι τελείως διαφορετική και το ρεφραίν…συγκλονιστικό! Δεν χρειάζεται καν να υπογραμμίσω ότι η απόδοση στο stu­dio είναι πραγματικά αψεγάδιαστη, έτσι;

Ωστόσο, θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Μπορεί το “The God machine” να σηματοδοτεί μία επιστροφή για τους GUARDIAN αλλά συνάμα…κάτι του λείπει. Δεν ξέρω. Ίσως είμαι εγώ ο παράξενος (ή ο απαιτητικός). Τα περισσότερα ρεφραίν δεν θυμίζουν τους κλασικούς «οδοστρωτήρες» και δεν είναι τόσο ευκολομνημόνευτα (φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις εδώ…π.χ. τα “Deliv­er us from evil” και “Secrets of the Amer­i­can Gods”). Τούτων λεχθέντων, θα έλεγα ότι το “The God machine” είναι το καλύτερο άλμπουμ των GUARDIAN από την εποχή του “A night at the opera”. Κάποιοι θα πάνε και πιο πίσω, στο “Night­fall…”. Το σίγουρο είναι ότι οι GUARDIAN είναι ξανά στο σωστό μονοπάτι και είμαστε πολύ χαρούμενοι για αυτό!

8 / 10

Σάκης Νίκας

1

Αν με ρωτήσει κανείς, ως οπαδός των BLIND GUARDIAN, ποια είναι τα παράπονα μου από το συγκρότημα, δεν θα μπορούσα να βρω παρά μόνον ένα και αυτό είναι ότι από το “A night at the opera” και έπειτα, τα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει δεν μιλούν στην ψυχή μου το ίδιο με αυτά που αγάπησα. Με εξαίρεση το “At the edge of time”, που θεωρώ κάπως ανώτερο από το “A twist in the myth” και το “Beyond the red mir­ror”, τα υπόλοιπα έχουν αποτύχει να με γεμίσουν με την ικανοποίηση που περιμένει κανείς να νιώσει από την μουσική ενός συγκροτήματος που αν μη τι άλλο έχει κυκλοφορήσει ύμνους.

Η διαρκής, δε, μεταστροφή τους σε πιο συμφωνικές συνθέσεις, αφαιρούσε ολοένα και περισσότερο το στοιχείο του κλασικού euro pow­er ήχου τους, κάτι που εμένα μου στοίχιζε αρκετά. Προσοχή, δεν λέω ότι όφειλαν οι BLIND GUARDIAN να παίζουν όπως στο “Some­where far beyond” ή το “Imag­i­na­tions from the oth­er side”. Άνθρωποι είναι και μεγαλώνουν και φυσικά αλλάζουν, παρόλα αυτά όμως θεωρώ ότι μπορούσαν να καταφέρουν πολλά περισσότερα πράγματα μετά το “Night­fall in mid­dle-earth” και το “The God machine” έρχεται να το αποδείξει αυτό.

Το νέο τους άλμπουμ λοιπόν στο σύνολο του δείχνει την επιθυμία του συγκροτήματος να επιστρέψει σε μία πιο ωμή και λιγότερο συμφωνική προσέγγιση στις συνθέσεις του. Για την ακρίβεια με το “The God machine” ένιωσα μία επιθετική πλευρά των BLIND GUARDIAN που είχα χρόνια να ακούσω, την οποία προσπάθησαν να προσαρμόσουν στο σήμερα. Υπάρχουν τραγούδια όπως το “Deliv­er us from evil”, “Damna­tion”, “Vio­lent shad­ows” και “Blood of the elves”, στα οποία η ταχύτητα και η pow­er met­al προσέγγιση δίνει το στίγμα της επιστροφής σε έναν ήχο πιο άμεσο και επιθετικό, όπου με εξαίρεση το “Vio­lent shad­ows”, αν τα τραγούδια αυτά είχαν ένα πιο καλό ρεφραίν θα μιλούσαμε για κομματάρες. Επιπρόσθετα αν λάβουμε υπόψιν τις ηχητικές αναφορές στο “Imag­i­na­tions from the oth­er side” που συναντάμε στο αγαπημένo μου τραγούδι του “The God machine”, που είναι τo “Secrets of the Amer­i­can Gods”, αλλά και στο “Archi­tects of doom”, μπορώ να πω πως είναι ένας ακόμα λόγος να χαρώ για αυτό το άλμπουμ. Για την ακρίβεια όλα τα τραγούδια του άλμπουμ  έχουν κάτι να πουν, βγάζοντας από την εξίσωση τα “Life beyond the spheres” και “Des­tiny”, που δυστυχώς θυμίζουν κάτι από την προσέγγιση του “Beyond the red mirror”.

Στα επίσης θετικά δεν γίνεται να μην συμπεριλάβω την απόδοση του Han­si, ο οποίος με άφησε έκπληκτο, όχι τόσο φωνητικά, καθώς η υψηλή του απόδοση είναι πάντα αναμενόμενη, όσο ερμηνευτικά, καθώς μου έδωσε την εντύπωση πως η φωνή του είναι αυτή που κατεύθυνε τα τραγούδια. Σε ένα επιθετικό άλμπουμ βέβαια όπως αυτό, με τις κιθάρες να ακούγονται ελαφρώς πιο χαμηλά κουρδισμένες, τα ντραμς του Fred­erik είναι εξαιρετικά.

Εν κατακλείδι το “The God machine” είναι ένα άλμπουμ των BLIND GUARDIAN που μου αρέσει και είναι το καλύτερο που έχουν βγάλει μετά το “Night­fall in mid­dle-earth”. Αν υπήρχαν σε ορισμένα τραγούδια καλύτερα ρεφραίν, να σε συνεπάρουν και να τα κάνουν πιο catchy, τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα. Ακόμα και έτσι όμως, οι BLIND GUARDIAN έβγαλαν έναν δίσκο που ναι μεν δεν θα μπει ποτέ στα καλύτερά τους, όμως επαναφέρει κάποια πράγματα στην θέση τους.

7 / 10

Δημήτρης Μπούκης

1

Οι γυναίκες έχουν την ευλογία από το Θεό να βιώνουν πολλαπλούς οργασμούς. Για τους άνδρες έχουν μεριμνήσει οι BLIND GUARDIAN.

Το “The God machine” είναι όπως πρέπει να ακούγονται οι BLIND GUARDIAN το 2022. Μετά από μια μακρά περίοδο όπου το συμφωνικό στοιχείο πρωταγωνιστούσε πλέον η πλάστιγγα γύρισε προς το speed met­al ξανά. Ο δίσκος των βάρδων από το Krefeld ισορροπεί ανάμεσα στις πολυφωνικές μελωδίες και τις επικές ατμόσφαιρες που ξέρουμε και αγαπάμε αλλά ταυτόχρονα περιλαμβάνει έναν καταιγισμό από επιθετικά κιθαριστικά ριφ.

Ο μεγάλος ξάδερφός μας, Han­si, δείχνει τα δόντια του. Μας θυμίζει ότι είναι ο ίδιος που έσκιζε τα λαρύγγια του τραγουδώντας σαν thrash met­al front­man στο “Bat­tal­ions of fear” και το “Fol­low the blind” δίνοντας μερικές από τις πιο επιθετικές ερμηνείες των τελευταίων ετών σε κομμάτια όπως το “Vio­lent shad­ows” και τo “Archi­tects of doom”. Εύκολα θα φανταζόμουν να το γυρνάει σε growls ανά σημεία. Ωστόσο δεν παραλείπει να μας χαρίζει ακόμα ρεφρέν που σπάνε κόκκαλα όπως το “Life beyond the spheres” και το προσωπικό αγαπημένο του δίσκου “Damna­tion” όπου τα αδυσώπητα speed κουπλέ του και το μελαγχολικό ρεφρέν με ταξίδεψαν σε εποχές “Imag­i­na­tions…” και “Night­fall…”.

Πάμε στη ραχοκοκαλιά της μπάντας. Τον κιθαρίστα Andre Olbrich, βασικό μουσικοσυνθέτη του σχήματος. Είναι προφανές ότι οι κιθάρες πρωταγωνιστούν στο νέο άλμπουμ. Όχι όμως μόνο με τον γνωστό καθιερωμένο τρόπο των διαρκών μελωδικών τυφώνων του χαμογελαστού πλην αυστηρού Γερμανού.. Ο δίσκος έχει ριφάρες και σημεία όπου οι διφωνίες ρίχνουν ξυραφιές πάνω σε δίκασες — δικαστές. Έχει όμως και κομμάτια παράξενα που σε υπνωτίζουν όπως το υποτονικό και μαγευτικό let it be no more και το «περίεργο» des­tiny με τα τρίηχα. Ο Andre κερδίζει ένα στοίχημα. Γράφει Speed Pow­er Met­al το οποίο δεν απευθύνεται μόνο στους απόμαχους του MONO WALLS OF JERICHO, αλλά γραπώνει πιτσιρίκια διψασμένα για met­al και τα φέρνει στη σκηνή. Άλλωστε ξέρουν να το κάνουν καλά αυτό. Πόσοι μεταλλάδες μπήκαν στον ήχο από την κερκόπορτα του “Night­fall…”.

Παραγωγή. Τα πρώτα δείγματα με είχαν προβληματίσει καθώς το “Secrets of the Amer­i­can Gods” δε με είχε ενθουσιάσει ηχητικά (παρόλο που κατέληξε πλέον να είναι από τα αγαπημένα μου στο δίσκο). Ωστόσο συνολικά η παραγωγή παρόλο που έχει μοντέρνα προσέγγιση δε χάνει σε heav­i­ness κι εξυπηρετεί αυτό που ήθελαν να πετύχουν. Ευτυχώς το μπάσο έχει περισσότερο χώρο αν και δε θα μας χάλαγε λίγο ακόμα. Τα τύμπανα θα μπορούσαν να έχουν αναδειχθεί ακόμα περισσότερο καθώς οι μπότες δεν έχουν τη δύναμη και τον όγκο που χρειάζεται για να τονιστεί η επιθετικότητα ορισμένων κομματιών του δίσκου.

Που είναι η παγίδα για τους GUARDIAN; Η μουσική δεινότητα που έχουν αποκτήσει τις τελευταίες δεκαετίες τους επιτρέπει να γράψουν λαβυρινθώδεις συνθέσεις από άλλο πλανήτη. Δημιουργεί όμως και μια συνθετική ομίχλη που κρύβει μελωδίες τις οποίες θα ουρλιάξεις όπως ουρλιάζεις “Val­hal­la”, “Lost behind the mir­ror”, “We are fol­low­ing the wheel of the one”. Χρειάζονται ψήγματα από εκείνη την απλότητα.

Στο “The God Machine”, οι GUARDIAN δείχνουν ότι αφουγκράζονται το σφυγμό των οπαδών, οι οποίοι κακά τα ψέματα διψούσαν για τη met­al πτυχή τη μπάντας τα τελευταία χρόνια.

Έχει “hit” όπως το “Mir­ror mir­ror” και το “Bard’s song”; Όχι. (αν και νομίζω ότι το “Sky dancer” δε θα ξεχαστεί τόσο εύκολα)

 Έχει έπη που θα σου προκαλέσουν κύματα ανατριχίλας όπως παλιά; Ναι.

Το μονοπάτι οδηγεί μέσα από τον καθρέφτη στον κόσμο του λυκόφωτος για άλλη μια φορά.

8,5 / 10

Άρης Λάμπος

Pho­tos by Dirk Behlau

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece