Banner Top
Banner Content

1997 και οι πάλαι ποτέ ελπιδοφόροι DARK TRANQUILLITY σε κάθε τους βήμα γίνονταν όλο και σημαντικότεροι για το σύνολο της μεταλλικής μουσικής. Όπου «σημαντικότεροι» μπορείτε να βάλετε απλά και το «καλύτεροι»,  καθώς παρά το νεαρό της ηλικίας τους, έπαιζαν μουσική η οποία πάντα ήταν απαιτητική στο άκουσμα (μέχρι τότε ειδικά) και δεν θεωρήθηκαν άδικα –και άμεσα- μέλος της Αγίας Τριάδας του Σουηδικού μελωδικού ήχου που προήλθε από το «έφτυσε η Στοκχόλμη και περίσσεψε» Γκέ(ι)τεμποργκ. Ωστόσο ήταν τέτοια η αισθητική των DT που ήταν μια πολύ πιο διαφοροποιημένη μπάντα από τους «πατέρες» του είδους AT THE GATES και τους «αδερφούς» IN FLAMES. Οι μεν ήταν πιο τραχείς και «κάφροι» ενώ οι δε άκρως πιο μελωδικοί και χωρίς να κρύβουν την αγάπη τους για τους IRON MAIDEN στη μουσική τους. Οι DT λοιπόν ήταν πάντα κάπου στη μέση καθώς και τραχύτητα υπήρχε, και μελωδία εκπληκτική και με ΣΩΣΤΗ χρήση (το τονίζουμε γιατί η υπερέκθεση αυτής σε οτιδήποτε δεν είναι απαραίτητα ότι καλύτερο και ειδικά στον ακραίο ήχο, μπορεί να σε «σκοτώσει» αν δεν είναι στη σωστή ποσότητα).

Το συγκρότημα είδε τις μετοχές του να ανεβαίνουν, ακόμα από την κυκλοφορία του παρθενικού μνημειώδους “Skydancer” το σωτήριο έτος 1993. Ήδη είχε προκληθεί αίσθηση πιο πριν στους underground κύκλους με το demo “Trail of life decayed” το 1991 και το EP “A moonclad reflection” ένα χρόνο αργότερα. Μετά τον πάταγο του “Skydancer”, το 1995 ήρθε η μεγάλη τους στιγμή με το “The Gallery”, το οποίο και θεωρείται μέχρι σήμερα από την πλειοψηφία ως η στιγμή που ορίζει την καριέρα τους γενικότερα (για το αρχικό τους στάδιο δεν το συζητάμε). Ο δίσκος θεωρείται μαζί με το “Slaughter of the soul” των AT THE GATES –την ίδια χρονιά- και το “The jester race” των IN FLAMES το 1996 ως η Αγία Τριάδα δίσκων της Αγίας Τριάδας του Σουηδικού μελωδικού ήχου. Μόνο που προσωπικά πιστεύω εδώ και 24 πλέον συναπτά έτη ότι όσον αφορά τους DT, η κορυφαία, ανεπανάληπτη και εξ ορισμού καλύτερη δουλειά τους ήταν, είναι και θα παραμένει το τρίτο τους άλμπουμ “The mind’s I”.

Στην «τρυφερή» ηλικία μεταξύ 21-22 ετών όλοι τους όταν ηχογραφήθηκε –με τον ντράμερ Anders Jivarp να είναι ο «γηραιός», γεννηθείς το 1973 (!) – οι Σουηδοί βρίσκουν την ιδανική ηχητική προσέγγιση που στα προηγούμενα άλμπουμ βρίσκεται ακόμα –εν μέρει- σε ακατέργαστο στάδιο και πλέον στο “The mind’s I” η ομάδα «πετάει» και παρουσιάζει ένα αψεγάδιαστο σύνολο 12 κομματιών σε σχεδόν 47’ διάρκεια που οδήγησαν σε μεγάλη αποθέωση του δίσκου εκείνη την εποχή και πλέον αυτό που έμοιαζε ως επαναλαμβανόμενη σύμπτωση στις προηγούμενες δουλειές, θεμελιώθηκε ως αναμφισβήτητη κλάση. Θα ήταν και η τελευταία φορά που θα ακούγονταν τόσο «ακραίοι», καθώς κακά τα ψέματα –και γι’ αυτό το προκρίνω και ως την απόλυτη στιγμή τους-, το “The mind’s I” είναι το πιο τσιτωμένο, προοδευτικό και «ξυλάτο» άλμπουμ τους, ενώ δεν παραλείπονται στιγμές άφταστου μεγαλείου.

Σε θέμα παραγωγής έχουμε να κάνουμε με έναν ήχο συνολικά πιο «γεμάτο», τα φωνητικά του Mikael Stanne είναι ότι καλύτερο έχει κάνει ποτέ, με τρομερό βάθος και έκφραση, ενώ στιχουργικά έχει κάνει μυθική δουλειά, με τις αλληγορίες που πάντα τον χαρακτήριζαν να είναι παρούσες σε κάθε κομμάτι και να αφήνουν περιθώριο για πολλές ερμηνείες. Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, και έτσι η σύνθεση παραμένει ολόιδια όπως και στο “The gallery”: Mikael Stanne (φωνητικά), Niklas Sundin (κιθάρες), Fredrik Johansson (κιθάρες), Martin Henriksson (μπάσο, προ κιθάρας και πρό μαλλί-ράστα, ορθόδοξος) και Anders Jivarp (τύμπανα). Το κουϊντέτο στην τελευταία του αρχετυπική στιγμή πριν κοιτάξουν άλλα ηχητικά μονοπάτια αρχής γενομένης από το θεϊκό “Projector” και όπως λένε και κάποιοι φίλοι που αρέσκονται στην παρελθοντολαγνία, “DARK TRANQUILLITY είναι μόνο με παλιό λογότυπο”. Τελευταίο άλμπουμ λοιπόν που βλέπουμε το παλιό υπέροχο λογότυπο που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το αισχρό ανάλογο κομπιουτερίστικο (το οποίο πλέον έχει γίνει ακόμα χειρότερο) και ας κάνουμε την απέλπιδα προσπάθεια να βάλουμε τα κομμάτια αυτού του μνημείου σε σειρά…

 

“THE MIND’S I” COUNTDOWN:

 

12) “The mind’s eye” (3:11)

Μοιάζει ασφαλής η επιλογή αλλά δεν είναι. Το τρόπον τινά ομότιτλο ορχηστρικό κομμάτι που κλείνει το δίσκο μπαίνει τελευταίο και στην αξιολόγηση καθώς θεωρώ άδικο να υπερισχύει κάποιου από τα υπόλοιπα 11 κομμάτια, όχι γιατί είναι λιγότερο καλό ή εκφραστικό (κάθε άλλο, ακούγεται σαν την ηρεμία μετά την «καταιγίδα» του δίσκου) αλλά γιατί η έλλειψη της φωνής του Stanne και το πιο μονότονο τέμπο του, δεν ταιριάζουν τόσο με τον υπόλοιπο πλούτο που έχει παρουσιαστεί στο δίσκο. Φυσικά και είναι κορυφαίο και δείχνει πως μέσα από την απλότητα μπορεί να δημιουργηθεί μεγαλείο αλλά κάποιο έπρεπε να πάρει αναγκαστικά την τελευταία θέση.

11) “Dissolution factor red” (2:08)

To μικρότερο και θεωρητικά πιο «απλό» κομμάτι του δίσκου, ωστόσο προλαβαίνει μέσα στα μόλις 128 δευτερόλεπτα του να κάνει το κεφάλι να κουνηθεί ρυθμικά, με έναν Stanne να ακούγεται λες και οι στίχοι του «χορεύουν» πάνω στο ρυθμό, σε ένα τραγούδι που στιχουργικά μιλάει για το σκοτάδι που μπορεί να περιβάλλει την ζωή μέσα από ποιητική αλληγορία την οποία ουδόλως απέφυγε ο μέγιστος στιχουργός Stanne. Γρήγορο και πολύ ρυθμικό κομμάτι με τον Jivarp να το παίρνει ιδιαίτερα πάνω του και να κοπανάει με το γνώριμο αβίαστο αλλά και πάντα τεχνικό και απέριττο στυλ του. Μεταξύ μας, πόσοι δε θα θέλατε τους DT να παίζουν αποκλειστικά ΕΤΣΙ;

10) “Tongues” (4:54)

Καταπληκτική μελωδική αρχή, με το μπάσο να ακολουθεί το αρχικό lead στις κιθάρες και να φτιάχνουν μια κορυφαία μελωδία. Το κομμάτι «γκαζώνει» στη συνέχεια και κορυφώνεται στο τέλος με ένα όμορφο ξέσπασμα, αποτελώντας στην ουσία το τελικό «αντίο» της πρώιμης μορφής του συγκροτήματος στην προ – “Projector” εποχή. Oι εναλλαγές κορυφώνονται, ενώ οι στίχοι μιλάνε για τη δύναμη που έχουν τα λόγια γενικότερα και στο πως μπορούν να αγκιστρωθούν μέσα σε ένα μυαλό και να το επηρεάσουν σε βαθμό τέτοιο που να μοιάζουν σαν τέρατα της φύσης που θέλουν το κακό της προσωπικότητας του παθόντος. Τρομερά «δυνατό» κομμάτι στιχουργικά και με τον Stanne να ακούγεται λες και αφήνει ένα «επιθανάτιο» ρόγχο στο τέλος όλων, έχοντας καταθέσει ψυχή σε όλο το δίσκο προηγουμένως.

9) “Constant” (3:02)

Κομμάτι με μελωδική και απαλή αρχή, έχει τον «άχαρο» ρόλο να διαδεχτεί την πρώτη φρενήρη τετράδα κομματιών στο δίσκο και λειτουργεί τρόπον τινά σαν γέφυρα για ότι ακολουθεί στη συνέχεια. Πραγματεύεται τη δημιουργία στο σύνολο της ως μορφή ζωής και πως αυτή μπορεί αντί για αναγεννησιακή να καταλήξει να τυφλώνει τον κόσμο και να μην τον αφήνει να δει την πολλάκις πικρή αλήθεια της ζωής όσο αυτή εξελίσσεται. Φανερώνει σαν κομμάτι τη σωστά μελωδική/υποτονική/εσωτερική πλευρά του συγκροτήματος και με τρόπο απαράμιλλο που παρότι ακολουθεί τη «σφαγή» που αναφέρουμε, να μην ανοίγει μύτη αλλά αντίθετα, να κάνει τον δίσκο να «αναπνέει» καλύτερα, προσφέροντας μεγάλη ποικιλία ήχων και ρυθμών. Κορυφαίο επίσης, αλλά στο δίσκο που έμπλεξε, αναγκαστικά μπαίνει χαμηλότερα απ’ ότι στο υπόλοιπο σύνολο δίσκων στο οποίο θα ανήκε. Κλείνει με την κορυφαία ρήση “This is the magic that a name would stain”, η οποία μάλιστα έχει αποτυπωθεί και πάνω στο CD της αρχικής έκδοσης.

8) “Tidal tantrum” (2:57)

Ένα ακόμα απαλό κομμάτι στο ύφος του “Constant”, αρκετά εσωτερικό και πάλι, εξελίσσεται μετά την ακουστική αρχή σε ένα mid-tempo/σχεδόν σερνόμενο μοτίβο, με τη μπάντα να αποδεικνύει περίτρανα ότι μπορεί να παίζει όμορφα εξίσου σε πιο αργές/μεσαίες ταχύτητες. Γενικά έχω την πεποίθηση ότι μπάντα που είναι καλή στο να παίζει γρήγορα πρέπει να παίζει ΜΟΝΟ έτσι, ωστόσο οι DT είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που όταν έριχναν τις ταχύτητες, μπορούσαν να μεγαλουργήσουν εξίσου, όπως και αποδείχτηκε πριν, κατά τη διάρκεια και μετέπειτα αυτού του δίσκου. Το κομμάτι είναι ωδή στην φονική επέλαση του θανάτου που αφήνει πίσω του συντρίμμια και παρομοιάζεται εδώ ως παλιρροϊκή έκρηξη θυμού και οργής, δεν συγχωρεί, δεν κάνει διακρίσεις και δεν έχεις επιλογή να του αντισταθείς στο τέλος. Μακάβριο αλλά φοβερά δοσμένο και ειδικά στο σημείο “Forced upon freedom, let impulse nor stillness be spared”.

7) “Atom heart 243.5” (4:00)

Άλλη μια κομματάρα του δίσκου που αδικείται και μπαίνει κάτω από τη μέση στην κατάταξη, καταδεικνύοντας το πόσο μεγαλειώδες είναι το “The mind’s I” συνολικά. Επαναφέρει τις ταχύτητες και στιχουργικά πραγματεύεται τον πυρηνικό πόλεμο και τις συνέπειες αυτού. Το 243.5 είναι το ατομικό βάρος του πλουτώνιου, το οποίο είναι πρώτιστο υλικό κατασκευής ατομικών όπλων, έτσι παρότι εδώ οι στίχοι είναι γραμμένοι από τον Niklas Sundin, δεν επιδέχεται και μεγάλης αμφισβήτησης. Ο ίδιος σε προσωπική συζήτηση το επιβεβαίωσε προς τέρψη του οπαδισμού όσων είχαμε μαζευτεί και τους ρωτούσαμε διάφορα λες και τους παίρναμε συνέντευξη. Το κομμάτι πέφτει λοιπόν σαν ατομική βόμβα στο κεφάλι του ακροατή και μαντέψτε φυσικά ποια είναι η κατάληξη… KABOOM!

6) “Dreamlore degenerate” (2:45)

«ΡΕ ΕΙΣΑΙ ΤΡΕΛΟΣ ΡΕ; ΤΙ’Ν’ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ;»… Ακούω ήδη τα νεύρα και την απορία όσων φανατικών του δίσκου θα το διαβάσουν. Η αλήθεια είναι ότι ΤΕΤΟΙΟ opener θα το ονειρευόντουσαν πολλές μπάντες, αλλά για τους DT ήταν απλά μια κομματάρα που άνοιγε το δίσκο στο σωστό τέμπο και διάθεση, που όμως και πάλι έχει αρκετά κομμάτια καλύτερά του. Ακούγοντας το στην αρχή, φυσικά και ΔΕΝ προϊδεάζεσαι για το τι ακολουθεί και λες «ώπα, εδώ είμαστε, αυτό θα είναι το καλύτερο του δίσκου». Φευ φίλε ακροατή. Αρχή με τσίτα στο δίσκο, παύση για εκφραστικό πλούτο και μελωδικά περάσματα κι επιστροφή στο αρχικό μοτίβο ξανά για να πάρεις μια πρώτη γεύση του τι ακολουθεί. Αλληγορικά έχουμε να κάνουμε με την εξέλιξη της ζωής και των εμποδίων που σε περιμένουν ζώντας την, με την όλη διαδικασία να περιγράφεται ως «κυνήγι», το οποίο αποδεικνύεται αποτυχημένο για τον κυνηγό και ότι το όλο εγχείρημα είναι μια προδοσία, ακόμα κι αν ακολουθεί το τσιμπούσι των αγαθών που σε περιμένουν μελλοντικά. Καρφί στο κόκαλο το τελευταίο δίστιχο “Why search for endurance, when all is said and done?”…

5) “Scythe, rage and roses” (2:34)

Ασύλληπτο ξεκίνημα, εξέλιξη και κορύφωση το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο μεταξύ άλλων προσφέρει και το πιο ακραίο σημείο με το blastbeat στο τέλος, το οποίο προφανώς και σε κολλάει στον τοίχο. Up tempo με ένα Stanne κόκκινο από πάθος και θυμό σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του και με ιδιαίτερα πειστικό και προσωπικό λόγο. Στη συζήτηση που αναφέρθηκε παραπάνω με τα μέλη της μπάντας και ρωτώντας ότι μπορούσαμε να σκαρφιστούμε, ένα παιδί τον ρώτησε αν οι στίχοι έχουν να κάνουν με γυναίκα και δη κάποια που τον πλήγωσε. Η απάντηση του αφοπλιστική: «Oh man…shit…how the fuck did you figure this out? It was supposed to not be so transparent, I guess I failed. Yes, it’s about a woman and she left her marks on me”. Κάρχια που πλήγωσες το παλικάρι μας τότε, δε θα σου ρίξω κατάρες, αλλά αντίθετα θα σου πω ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που οδήγησες να γραφτούν ΑΥΤΟΙ οι στίχοι και ΑΥΤΟ το κομμάτι. Στην τελική χαμένη βγήκες που δε θα ήσουν μαζί του και κερδισμένοι όλοι μας οπαδικά. Χα!

4) “Still moving sinews” (4:42)

Κλάμα θεέ μου. Τι αρχή, τι δομή στο σύνολο, τι εξέλιξη! Ασύλληπτη κομματάρα με τη μπάντα σε απίστευτο οίστρο, βγάζει συναίσθημα που ελάχιστες φορές έχεις βιώσει, δεν ξεχνάει να γίνει ρυθμικό και τραχύ όπου χρειάζεται και είναι ορισμός ολότητας της ουσίας τους μέσα στα χρόνια. Κομμάτι που δε θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στα προηγούμενα –επίσης θεϊκά- άλμπουμ τους και που έδειχνε ότι ο χρόνος συνθετικά καθαρά, λειτουργούσε υπέρ τους. Το κομμάτι έχει να κάνει με την απόλυτη καταστροφή των πάντων, σχεδόν μισανθρωπικό αλλά απόλυτα ποιητικά δοσμένο και πάλι, εδώ οι στίχοι έχουν γραφτεί μαζί από τους Sundin/Stanne και έτσι έχουμε και το ανάλογο αποτέλεσμα αλληγορίας/ευθείας παραπομπής. Κάνε εικόνα το “Semi-worlds, lifetight lodges where faces stiffen, plagued with the frost of disease, our capsules barely meet”. Δεν περιγράφω άλλο!

3) “Zodijackyl light” (4:00)

Ένα κομμάτι που είναι στην ουσία το «χιτάκι» του δίσκου, κλασικό μελωδικό Σουηδικό μέταλλο με τις απαραίτητες τσίτες και τα κοφτά ριφφάκια σήμα-κατατεθέν του είδους. Το γνωρίσαμε πριν την κυκλοφορία του δίσκου στο EP “Enter suicidal angels” (και όχι, οι συμπατριώτες μας ΔΕΝ πήραν το όνομα τους από αυτό, για να τελειώνει μια και καλή το ερώτημα) και η παρουσία του στο δίσκο μόνο καλό έκανε φυσικά. Γυρίστηκε και σε βίντεο και αποτέλεσε πολιορκητικό κριό στην άμεση αποδοχή του “The mind’s I”. Αποτελούσε για χρόνια σταθερό κομμάτι στις συναυλίες τους, μέχρι που η μπάντα αρχικά συμπεριφέρθηκε λες και της «βρώμισε» το άλμπουμ και στη συνέχεια όλο το pre-“Projector” παρελθόν της (που κι από ‘κει μόνο το “ThereIn” παίζεται) και δυστυχώς αγνοείται συναυλιακά εδώ και χρόνια. Προφανώς αναφέρεται στο ζωδιακό κύκλο με την Σουηδική προφορά να το κάνει να ακούγεται σαν Zodiacal, ενώ το Jackyl είναι ένα σύμβολο κακού, οπότε ενδεχομένως μιλάει για ένα κακό που θα προέλθει από τα αστέρια ως απειλή. Άραγε ακούγοντας το, πόσες φορές έχετε ουρλιάξει με πάθος “I shall not be blinded, I shall not be forced”;

2) “Hedon” (5:37)

Ντροπή, όνειδος, να πέσει φωτιά να με κάψει που ΑΥΤΟ το κομμάτι δεν είναι στην 1η θέση. Αλλά είπαμε, αν είσαι σε συνθετικό οίστρο, μπορείς να γράψεις ένα κομμάτι σαν το “Hedon” και να ΜΗΝ είναι το καλύτερο σου στο δίσκο, ενώ σε οποιοδήποτε άλλο συγκρότημα, απλά θα όριζε την καριέρα του. Καταπληκτική αρχή, δυναμικό μπάσιμο μετά το ακουστικό σημείο, τρομερά lead στο υπόβαθρο και mid-tempo μεγαλείο σαν άπλωμα ήχου. Ο Stanne μοιάζει μεγαλύτερος από τη ζωή στην ερμηνεία του (“So, is the future still open?”… ΠΩΣ ΜΑΣ ΠΕΤΣΟΚΟΨΕΣ ΕΤΣΙ ΤΣΟΓΛΑΝΕ;) και το πάθος του ρέει από τα ηχεία όσο το κομμάτι αναπτύσσεται. Λίγο πριν το τέλος σκάει ΤΟ ΡΙΦΦ ΤΩΝ ΡΙΦΦ της δισκογραφίας τους και εκτός από τη χαμένη μπάλα, ψάχνεις και το σβέρκο σου και να δεις από πού σου ήρθε τέτοιο ΣΟΚ (ΚΑΙ ΔΕΟΣ)! Απλά δεν γίνεται να γραφτεί τέτοιο κομμάτι και δη από άτομα 21 στα 22, κι όμως το έκαναν. Συναισθήματα απόγνωσης, έλλειψης ελπίδας και επερχόμενης καταστροφής την οποία προκαλούμε μόνοι μας, χωρίς τη φύση ή κάποιο πόλεμο να επεμβαίνει. Όλη αυτή η διαδικασία οδηγεί σε καθεστώς ηδονισμού και αναζήτησης της προσωπικής ευχαρίστησης και οργασμού κάθε είδους –και όχι απαραίτητα σεξουαλικού αλλά συνολικής πληρότητας- που θα απαλύνει τον πόνο της απώλειας με οποιοδήποτε κόστος, προσωπικό και μη. Το 2ο καλύτερο κομμάτι του δίσκου και όλης της καριέρας τους, κάτω  μόνο από το…

1) “Insanity’s crescendo” (6:52)

Gently hold our heads
Gently hold our heads on high
Aimless time in fear new hide
Overthrow the plan
Confusion lies in all my words
Mad is the soul
We barricade ourselves in holes of temperament
This is the dawning of a new age
A heart that beats the wrong way
Insanity’s crescendo…

Συγνώμη αλλά ΤΕΤΟΙΑ κατάθεση ψυχής δε μπορεί να μην αποτυπωθεί, όχι απλά στο κείμενο αλλά και γενικότερα σε κάθε δοθείσα ευκαιρία. Νομίζω ότι μιλάμε για κομμάτι που εξ ορισμού σκάει σαν ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο σου και σου προκαλεί τέτοια αφύπνιση εσωτερική και συναισθηματική, που πλέον δεν έχεις το δικαίωμα να πέσεις ξανά σε λήθαργο. Αν στο “Lethe” του “The gallery” έφτασαν θεωρητικά σε συναισθηματική κορυφή αναφερόμενοι στην επιλογή της έλλειψης μνήμης που οδηγεί στη λήθη για να μείνουν πίσω οι πληγές της ζωής, εδώ έχουμε με αποκορύφωση άλλου επιπέδου που δεν περιγράφεται με λόγια. Την παραλυτική για όλο σου το νευρικό σύστημα αρχή ακολουθεί ένας φοβερός ρυθμός που οδηγεί το κομμάτι mid-tempo ως το τέλος, το μπάσιμο του Stanne μετά τα γυναικεία φωνητικά είναι ιδανικό/ονειρικό και το κομμάτι πραγματεύεται την αίσθηση του φόβου που σε κυριεύει και σε οδηγεί στην τρέλα. Η προτροπή του Stanne να βγάλεις τα τυφλά σου μάτια για να υπερνικήσεις τους φόβους σου και να ζήσεις τη ζωή σου ελεύθερος πλέον προκαλεί ανατριχίλα και η εικονοποίηση της όλης κατάστασης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σε αφήσει αδιάφορο. Στην ουσία ο «ήρωας» του κομματιού έχει μια συζήτηση με τον ίδιο του τον εαυτό και ο άλλος του εαυτός τον προτρέπει να ελευθερωθεί μια για πάντα απ’ ότι τον κρατάει δέσμιο. Οι πτυχές του κομματιού φτάνουν μέχρι το εσωτερικό πνεύμα της ανθρωπότητας που οι φόβοι το κρατάνε πίσω και δραστικές αλλαγές πρέπει να λάβουν χώρο ώστε να είναι ελεύθερο στη ζωή και όχι «φυλακισμένο» τρόπον τινά με κατάληξη την τρέλα σε βαθμό αποχαύνωσης.

Ο δίσκος τότε αποθεώθηκε, οι οπαδοί ήταν όλοι χαρούμενοι, οι DARK TRANQUILLITY έφτασαν το εσωτερικό και συνθετικό τους ζενίθ στην NWOSDM εποχή τους και το μέλλον τους θα άλλαζε πλήρως . Κατά τα πρότυπα του “Insanity’s crescendo”, το συγκρότημα υπερνίκησε τους φόβους του μελλοντικά εκφράζοντας μια άλλη πλευρά τους, χωρίς η πιο τσιτωμένη εποχή τους να τους κρατάει στο παρελθόν, καθώς το μέλλον τους ήταν αυτό που είχε σημασία. Το λογότυπο και η συλλογική τους σκέψη άλλαξε, διατρανούσαν μέσω του τολμηρότατου πλην ασύγκριτου αισθητικά “Projector” ότι ξεκινούσαν μια νέα εποχή, στην οποία κυρίαρχο ρόλο θα έπαιζαν και τα πλήκτρα και όχι μόνο οι φοβερές τους κιθάρες και ρυθμική βάση και έτσι το “The mind’s I” αποτελεί ένα κορυφαίο άλμπουμ από ένα συγκρότημα που –δικαίως ίσως- θεώρησε ότι δεν είχε κάτι άλλο να εκφράσει στο μοτίβο των τριών πρώτων δίσκων τους (και του αξέχαστου και πάντα άξιου αναφοράς “Of chaos and eternal night” EP) και που ακολούθησε την καρδιά του και εκ του αποτελέσματος σε βάθος χρόνου, έπραξε ορθά. Ας μου επιτραπεί ωστόσο να πω ότι όσο ορθά κι αν έπραξε το συγκρότημα σε σύνολο δισκογραφίας (μοναδικό πραγματικά κακό/αχρείαστο/ότι αρνητικό θέλετε άλμπουμ τους είναι το τελευταίο “Moment”), στιγμή σαν το “The mind’s I” δεν επαναλήφθηκε (και προφανώς δεν πρόκειται μελλοντικά). Το σωστό άλμπουμ, στη σωστή στιγμή και ένα αξεπέραστο αριστούργημα όχι μόνο των ίδιων και της Σουηδικής σκηνής, αλλά και όλων των ‘90s γενικότερα.

Ένα ψεγάδι έχει μόνο και δεν αφορά το μουσικό μέρος: Το βιβλιαράκι Δ-Ε-Ν διαβάζεται!

Άγγελος Κατσούρας

Tags: , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece