Banner Top
Banner Content

 

Λίγα τραγούδια έχουν αγαπηθεί ανά τον κόσμο, όσο το “The final countdown”. Στην Ελλάδα, δε, η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το 1987, όπου ακουγόταν συνεχώς από τα μεγάφωνα, αλλά και στα ρεπορτάζ μετά τους αγώνες, το ανακήρυξε αυτοδικαίως ως τον ύμνο όλων των αθλημάτων και τραγούδι των επιτυχιών! Το ομώνυμο τραγούδι, έγινε το πιο επιτυχημένο single στην ιστορία της CBS Records μέχρι τότε (το αμέσως προηγούμενο ήταν το “Careless whisper” των WHAM!!!) κι έγινε #1 σε 18 διαφορετικές χώρες, ενώ το άλμπουμ πούλησε 6.500.000 αντίτυπα, εκ των οποίων τα 2,5 εκατομμύρια στην Αμερική. Το δε “Carrie” είχε ακόμα μεγαλύτερη προβολή στο MTV κι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία του σχήματος στην Αμερική.

Τα νούμερα φέρνουν ίλιγγο, όμως σήμερα, κλείνουν 35 χρόνια από την κυκλοφορία αυτού του ιστορικού δίσκου και ο Σάκης Φράγκος, μπόρεσε και μίλησε για μία ώρα με τον ντράμερ του σχήματος, Jan-Håkan Haugland, ευρύτερα γνωστό ως Ian Haugland, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ και μόνο γι’ αυτόν το δίσκο!!! Οι λεπτομέρειες που αναλύθηκαν είναι συγκλονιστικές και μακάρι να είχαμε ακόμα περισσότερο χρόνο. Η συνέντευξη δεν θα ήταν τόσο διεισδυτική, χωρίς τη βοήθεια του “Europe-master”, Νίκου Ανδρέου, που σε χρόνο dt, έστειλε καμία 25ρια ερωτήσεις, τις οποίες απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια ο Haugland. Ακολουθούν περισσότερες από 4500 λέξεις, τουλάχιστον οχτώ σελίδες περιοδικού, να μιλήσουμε με πιο πρακτικούς όρους. Καθίστε αναπαυτικά, βάλτε τιρινίνι και διαβάστε…

Δεν ξέρω αν γνωρίζεις ότι στην Ελλάδα το “The final countdown” είναι από τα πιο εμβληματικά τραγούδια, συνώνυμα της επιτυχίας;
Όχι, δεν έχω ακούσει κάτι συγκεκριμένο.

(του εξηγώ τη φάση με το Eurobasket 1987).
Είναι τόσο όμορφο να ακούω τέτοιες ιστορίες. Το συγκεκριμένο τραγούδι πραγματικά έχει συνδεθεί πάρα πολύ με τον αθλητισμό.

Βέβαια, εμείς το πήγαμε πολύ πιο πέρα, αφού όταν περιμένουμε κάποια επιτυχία, λέμε «μυρίζει τιρινίνι»!!!
Σοβαρά; Χαχαχαχαχα!!! Χαίρομαι πάρα πολύ που ακούω τόσο ωραίες ιστορίες από τη χώρα σου. Είναι πραγματικά τρελό, πόσους ανθρώπους έχει αγγίξει το τραγούδι αυτό, σε τόσα διαφορετικά επίπεδα και τόσο διαφορετικές καταστάσεις.

Μήπως η επιτυχία του “The final countdown” ήρθε σχετικά νωρίς; Ήσασταν προετοιμασμένοι γι’ αυτήν την επιτυχία;
Νομίζω ότι η επιτυχία ήρθε τη σωστή στιγμή για εμάς. Οι EUROPE ήταν ένα συγκρότημα που περιόδευε από το 1983. Εγώ μπήκα μετά την κυκλοφορία του “Wings of tomorrow” και περιοδεύσαμε μέχρι την κυκλοφορία του “The final countdown”. Μου φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο, πλέον, ήταν για εμάς «ή τώρα ή ποτέ» και περιμέναμε να κάνουμε επιτυχία. Βέβαια, δεν φανταζόμασταν ότι θα ήταν τόσο τεράστια! Θα ήταν προτιμότερο για εμάς, να κάναμε την μεγάλη μας επιτυχία στο “Out of this world”, ώστε να υπήρχε μία κλιμάκωση, αφού με το “The final countdown” (από εδώ και πέρα, θα ονομάζεται TFC), υπήρξε μία έκρηξη σε ολόκληρο τον κόσμο και η επιτυχία ήρθε πάρα μα πάρα πολύ γρήγορα και δεν ήμασταν έτοιμοι. Νομίζω ότι κανείς καλλιτέχνης δεν είναι έτοιμος για ΤΟΣΟ μεγάλη επιτυχία.

Θα πρέπει σ’ αυτό το σημείο να σημειώσω ότι η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, που το συγκεκριμένο τραγούδι έγινε τότε το single με τις μεγαλύτερες πωλήσεις για τη CBS Records, ξεπερνώντας ακόμα και το “Careless whisper” των WHAM!!!
Wow!!! Αλήθεια; Φανταστικό! Δεν το ήξερα. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ξεπερνούσαμε ένα τόσο εμπορικό τραγούδι!

Αλήθεια είναι. Το διάβασα στα liner notes μίας από τις επανακυκλοφορίες σας, οπότε δεν μπορεί να είναι λάθος! Δεν μου λες, είναι αλήθεια ότι άκουσες το demo για το TFC για πρώτη φορά σ’ ένα αυτοκίνητο; Ποιες ήταν οι αντιδράσεις σου;
Ναι, αλήθεια είναι! Όταν ηχογραφούσαμε με τον Joey, το άλμπουμ της αδερφής του John Norum, Tone Norum, παράλληλα με το TFC, σ’ ένα διάλειμμα από τις ηχογραφήσεις για φαγητό, ο Joey με φώναξε στο αυτοκίνητό του να μου βάλει το τελευταίο demo που είχε φτιάξει για το δίσκο. Ήταν το τελευταίο τραγούδι που είχε γράψει για το άλμπουμ και αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι θυμάμαι, είναι ότι δεν μου ακουγόταν σαν ένα τραγούδι των EUROPE. Δεν ακουγόταν σαν κάτι που είχα ξανακούσει, αλλά ήταν σίγουρα κάτι πολύ ωραίο και ξεχωριστό. Πρέπει όμως να πω ότι δεν ακουγόταν ως hit στα αυτιά μου, τουλάχιστον. Ήταν σαν ένα απλό τραγούδι από κάποιον δίσκο, όχι αυτό που θα ξεχώριζε και θα έκανε τεράστια εμπορική επιτυχία. Κάπως σαν το “Bohemian rhapsody” ή το “Stairway to heaven”, που όταν τα ακούς πρώτη φορά, καταλαβαίνεις πόσο σπουδαία τραγούδια είναι, αλλά δεν μπορούσες να φανταστείς την επιτυχία που θα είχαν.

Πόσο σημαντικό για την επιτυχία του TFC ήταν το γεγονός ότι ο παραγωγός σας, Kevin Elson, σας πρότεινε να ηχογραφήσετε στα Powerplay Studios στη Ζυρίχη; Και θα ήθελα να μου πεις για ποιον λόγο τον διαλέξατε, ενώ είχατε σκεφτεί αρχικά τον Dieter Dierks των SCORPIONS και τον Bruce Fairbairn των BON JOVI.
Πριν ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις, εμείς είχαμε σκεφτεί να παίρναμε ως παραγωγό μας, τον Bruce Fairbairn ή τον Dieter Dierks, όπως πολύ σωστά ανέφερες. Το management μας, τους έστειλε κάποιες demo κασέτες με το υλικό μας. Ο Bruce Fairbairn, θυμάμαι ότι μας απάντησε σε στυλ «thank you but no thank you» και ο Dieter Dierks δεν απάντησε ποτέ! Δεν ξέρω αν ήταν πολύ απασχολημένος ή δεν του έδωσε σημασία, απλά δεν απάντησε. Νομίζω ότι η πρόταση για τον Kevin Elson, ήρθε από την εταιρία. Εκείνη την περίοδο, δούλευε με τους JOURNEY, μας αρέσει πολύ αυτό το συγκρότημα και ακούγοντας πιο προσεχτικά τις δουλειές του μαζί τους, είδαμε ότι μας έκανε. Θεωρήσαμε ότι γνώριζε καλά πώς θα έπρεπε να ακουγόμαστε. Συμφωνήσαμε λοιπόν, ήρθε στη Σουηδία, άκουσε όλα τα τραγούδια και κάναμε την προ-παραγωγή μαζί, στη Στοκχόλμη. Εκείνος μας πρότεινε το στούντιο που βρισκόταν, για να είμαστε ακριβείς, στο Maur, ένα χωριό λίγο έξω από τη Ζυρίχη. Λίγους μήνες πριν, είχε δουλέψει σ’ εκείνο το μέρος με τους STRANGEWAYS, αν θυμάμαι καλά, μπορεί να κάνω και λάθος (σ.σ. μετά την ανάλογη ψακτική, φαίνεται να είναι δυνατό το μνημονικό του Ian). Όταν μας το είπε, συμφωνήσαμε αμέσως, αφού δεν είχαμε καμία προτίμηση σε κάποιο στούντιο. Μας ενδιέφερε μόνο να ήταν καλό. Στο στούντιο είχε και διαμερίσματα, οπότε μέναμε εκεί συνέχεια, κάτι που ήταν πολύ καλό για εμάς, αφού είχαμε όλο το χρόνο να επικεντρωθούμε στις ηχογραφήσεις. Αποδείχθηκε απόλυτα σωστή, λοιπόν, η επιλογή του στούντιο. Αν με ρωτάς, πιστεύω πως αν το είχαμε ηχογραφήσει κάπου αλλού, στα Polar Studios στη Στοκχόλμη, για παράδειγμα, θα ακουγόταν εξίσου καλό. Αλλά κι εκείνο ήταν εξαιρετικό στούντιο και όλη η εμπειρία του να πάμε στο εξωτερικό να ηχογραφήσουμε ήταν πολύ σημαντική για εμάς. Νιώθαμε ότι οι EUROPE ήταν πλέον ένα διεθνές συγκρότημα, αν καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω…

Ηχογραφήσατε εκεί, όλο το άλμπουμ, εκτός από τα φωνητικά, όμως, αφού ο Joey αρρώστησε και παραλίγο να χάσει τη φωνή του… Πιστέψατε ποτέ ότι η κυκλοφορία του δίσκου είχε τεθεί εν αμφιβόλω με το πρόβλημα αυτό του JoeyTempest;
Όταν τελειώσαμε τις ηχογραφήσεις των οργάνων, κιθάρα, μπάσο, ντραμς, πλήκτρα, επιστρέψαμε στα σπίτια μας και δεν πήγαμε στο στούντιο όπου θα ηχογραφούσε ο Joey τα φωνητικά. Ποτέ δεν άκουσα ότι ο Joey υπήρχε περίπτωση να μην ξανατραγουδήσει. Αυτό που είχα ακούσει από το management, ήταν ότι έπρεπε να κάνει ένα διάλειμμα και να κάνει τα φωνητικά αργότερα. Δεν φοβήθηκε ποτέ ο Joey για τη φωνή του, έπρεπε όμως να παίρνει τα φάρμακά του και βασικά, να ξεκουραστεί. Ήταν απλά μία ατυχία που ανέβαλλε τις ηχογραφήσεις. Πήγαμε παρέα, οι δυο μας, σε μία φάρμα υγείας, ένα health spa, για περίπου μία εβδομάδα. Εγώ έχασα δέκα κιλά κι ο Joey βρήκε την ευκαιρία να ξεκουράσει τη φωνή του. Ύστερα, πήγε στην Atlanta και ηχογράφησε τα φωνητικά με τον Kevin Elson.

Θυμήσου σε παρακαλώ, στο τέλος της συνέντευξης, να μου δώσεις τα στοιχεία αυτής της φάρμας υγείας, μήπως και καταφέρω να χάσω κι εγώ δέκα κιλά!!!
Χαχαχαχαχαχα! Ναι, βέβαια! Ξέρεις κάτι; Την εβδομάδα που μείναμε εκεί, πάρα πολύ άνθρωποι που δούλευαν στη φάρμα, ήταν από την Ελλάδα! Σοβαρά!

Ένας άλλος παράγοντας που καθυστέρησε την κυκλοφορία του άλμπουμ, ήταν το εξώφυλλο. Ξέρω ότι δεν σας άρεσε τότε, ούτε και τώρα προφανώς. Το θεωρείτε το πιο αδύναμο σημείο του TFC
Ναι, νομίζω ότι θα συμφωνήσω μαζί σου (γέλια). Όσο για τον λόγο της καθυστέρησης; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε internet να ανταλλάσσουμε e-mail και να στέλνουμε αρχεία ο ένας στον άλλο. Η δισκογραφική εταιρία, μας έστειλε με το ταχυδρομείο ένα σκίτσο για το εξώφυλλο, από τον καλλιτέχνη που θα το έκανε και δεν θυμάμαι καν το όνομά του. Ήταν ένα πραγματικά κακοζωγραφισμένο σκίτσο, με κάτι πέτρες που πετούσαν στον ουρανό. Θεωρήσαμε ότι το συγκεκριμένο concept ήταν cool, οπότε γράψαμε τις ιδέες μας πάνω στο εξώφυλλο και το στείλαμε πίσω. Είχε περάσει κάποιος καιρός. Μπορεί εβδομάδες, μπορεί και μήνες, δεν θυμάμαι, αλλά είχαμε ήδη ξεκινήσει την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου στη Σουηδία, για το TFC, αλλά πριν ακόμα κυκλοφορήσει, με όλες αυτές τις καθυστερήσεις. Κάποια στιγμή, λοιπόν, λάβαμε ένα πακέτο από την Αμερική με αυτό που εμείς πιστεύαμε ότι ήταν ένα ακόμη σκίτσο. Ήρθε ο manager μας στο tour bus και μας έδειξε την εικόνα. Του είπαμε εμείς ότι πλησιάζει σε αυτό που σκεφτόμαστε και αρχίσαμε να προτείνουμε αλλαγές. Μας διέκοψε λέγοντας: «Δεν καταλάβατε. Αυτό είναι ΤΟ εξώφυλλο»!!! Η αντίδρασή μας; “What the fuck”!!! Φαινόταν σαν κάποιος να έκανε εμετό στο διάστημα! (γέλια και από τους δύο) Στην καλύτερη, φαινόταν ότι είχε σχεδιαστεί από κάποιον μαθητή σχολείου. Μείναμε άφωνοι, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι άλλο.

Η περιοδεία είχε ήδη ξεκινήσει κι εσείς παίζατε σε μισοάδεια venues!!! Ποιος να πιστέψει ότι ξεκίνησε έτσι μια περιοδεία για ένα άλμπουμ που πούλησε τόσα εκατομμύρια αντίτυπα;
Έχεις απόλυτο δίκιο. Είχαμε κλείσει αυτήν την περιοδεία, πριν καν ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις, θεωρώντας ότι θα είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος μέχρι τότε. Ήταν πολύ περίεργη η περιοδεία, αφού παίζαμε όπως ακριβώς είπες, σε μισοάδεια venues, χωρίς να μπορούμε να παρουσιάσουμε νέο υλικό, εκτός από το “Rock the night” που ήδη είχε βγει νωρίτερα. Φαντάσου το σοκ που πάθαμε όταν είδαμε το εξώφυλλο και βρισκόμασταν σε τέτοια φάση!!!

Το “Rock the night”, είχε γραφτεί για το soundtrack της Σουηδικής ταινίας μικρού μήκους “On the loose”, να θυμίσω, εξ ου και το παίζατε στις συναυλίες. Ισχύει ότι θέλατε να είναι το πρώτο, το leading single του δίσκου;
Όταν μας ρώτησε η εταιρία, ποια ήταν η γνώμη μας για το πρώτο single, νομίζω πως όλοι μας είχαμε συμφωνήσει ότι θα έπρεπε να είναι το “Rock the night”. Το τραγούδι είχε ήδη κυκλοφορήσει, είχε μπει στα charts, ήταν ένα τυπικό uptempo hard rock τραγούδι, είχε όλα τα φόντα να γίνει ένα hit single. Δεν θυμάμαι αν ήταν ο παραγωγός ή κάποιος από την εταιρία, που πρότεινε το TFC. Η αντίδρασή μας ήταν ότι είχαμε τις επιφυλάξεις μας, αφού είχε πολύ μεγάλη διάρκεια και ήταν σχετικά progressive, θα έλεγα, στη δομή του, ιδιαίτερα για να γίνει hit single. Δεν ήταν καν ένα τυπικό τραγούδι των EUROPE. Στη συνέχεια, ζυγίσαμε τα δεδομένα και είδαμε ότι αυτό ακριβώς ήταν το καλό με το συγκεκριμένο τραγούδι. Ότι δεν ήταν προφανής επιλογή, ήταν κάτι διαφορετικό από τα τραγούδια που έμπαιναν στα charts, ήταν κάτι πραγματικά special, οπότε συμφωνήσαμε να βγούμε με το “The final countdown”.

Επιστρέφοντας στο “Rock the night”, ισχύει ότι στην τελευταία σκηνή του video clip που γυρίστηκε στο Hard Rock Café στη Στοκχόλμη, είχατε πολύ μεγάλη καθυστέρηση στα γυρίσματα, επειδή δεν μπορούσε να βγει σωστά το stage diving του Joey (στα χέρια των σεκιουριτάδων, πάντως) και ότι αυτό οδήγησε σε εκνευρισμό του management και της εταιρίας;
Δεν θυμάμαι ακριβώς το σκηνικό που αναφέρεις, να σου πω την αλήθεια. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι τα γυρίσματα κράτησαν όλη τη μέρα στο Hard Rock Café και είχαν πάρα πολύ πλάκα.

Κι αυτό το σχόλιο, το διάβασα σε liner notes επανακυκλοφορίας σας, οπότε προφανώς και ισχύει. Μιλώντας όμως για video clip, μπορείς να μας πεις για το ατύχημα που έγινε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων για το video του “Cherokee”; Ένα περιστατικό που έγινε πρωτοσέλιδο στις Σουηδικές εφημερίδες, αφού η φωτιά που ξέσπασε, παραλίγο να κάψει τον Joey;
Ναι, βεβαίως. Γυρίσαμε το video clip αυτό στο Costa del Sol, στην Ισπανία, σ’ ένα μέρος όπου γυρίζονταν spaghetti western (σ.σ. εκεί είχε γυριστεί το «Για μια χούφτα δολάρια» με τον Clint Eastwood) και υπήρχε μία τέτοια πόλη έτοιμη για το video clip μας, που έμοιαζε και με έρημο, η οποία δεν ήταν παρά κινηματογραφικό σκηνικό. Πλησιάζαμε στο τέλος του γυρίσματος, είχε αρχίσει να νυχτώνει και κάποιος είχε την ιδέα να ανάψουμε μία φωτιά, για να κάτσουμε γύρω της και να πάρουμε πλάνα από εκεί. Ένας από τους τεράστιους, ξερούς θάμνους που υπήρχαν εκεί, λοιπόν, ήταν σαν μία τεράστια μπάλα. Τσούλησε, έφτασε στη φωτιά, πήρε φωτιά και συνέχισε να κυλά μέσα στο σκηνικό και να εξαπλώνει τη φωτιά παντού, μέσα στο χώρο… Μας έπιασε πανικός, γιατί η φωτιά εξαπλωνόταν πάρα πολύ γρήγορα, αφού υπήρχαν πολλοί τέτοιοι θάμνοι και ψάχναμε να βρούμε τρόπο να τη σβήσουμε. Για καμία ώρα, το σκηνικό ήταν τρομαχτικό, αφού κόντευε να πάρει φωτιά όλο το σκηνικό κι εμείς ήμασταν στη μέση! Ήταν όλα τόσο ξερά εκεί μέσα, στο μεταξύ, που ακούγονταν συνέχεια μικρές εκρήξεις, κάτι που μας τρόμαζε ακόμα περισσότερο. Κάποιος βρήκε το σθένος και τράβηξε μερικά πλάνα από τη φωτιά και αν δεν κάνω λάθος, χρησιμοποιήθηκαν και στο video clip, κάνοντάς το λίγο …δραματικό! (γέλια)

Το “Rock the night”, δεν ήταν το μόνο τραγούδι του δίσκου που είχε μπει σε soundtrack. Το ίδιο είχε συμβεί και με το “Love chaser”, που ήταν στο soundtrack της γιαπωνέζικης ταινίας, “Pride one”. Το περίεργο μ’ αυτήν την κυκλοφορία, ήταν ότι αρχικά είχε το “Carrie” ως bside, αλλά τον επόμενο χρόνο, το single μετονομάστηκε “Carrie” και είχε το “Love chaser” ως bside!!! Ήταν απαίτηση της δισκογραφικής σας εταιρίας;
Πραγματικά δε γνωρίζω τον λόγο. Η γιαπωνέζικη εταιρία μας, δεν συνήθιζε να μας λέει τι επρόκειτο να κάνει και το μαθαίναμε αφού είχε ήδη γίνει (γέλια). Εντάξει, γνωρίζαμε ότι είχε μπει το τραγούδι στην ταινία, αυτό που έγινε όμως με το “Carrie”, μάλλον είχε να κάνει με ό,τι συνέβη σε όλον τον κόσμο. Το “Carrie”, έγινε τόσο μεγάλη επιτυχία, που η εταιρία αποφάσισε να αλλάξει πλευρές στα κομμάτια.

Αν μη τι άλλο, τους ήταν πρακτικό. Άλλαξαν εξώφυλλο και αυτοκόλλητο στο βινύλιο με τις πλευρές και όλα έτοιμα!
Χαχαχα! Ναι, ευκολάκι!

Το video για το TFC, γυρίστηκε κατά τη διάρκεια μίας συναυλίας των EUROPE και δίχως αμφιβολία, είστε ένα γκρουπ που δίνει έμφαση στις συναυλίες. Την περίοδο εκείνη, όμως, υπήρχαν πολλές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές όπου παίζατε playback, όπως και πολλά photo sessions, συνεντεύξεις κτλ. Τι πιστεύατε για όλα αυτά τότε και ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτά, σήμερα;
Θυμάμαι την πρώτη playback συναυλία μας, κάπου στη Γερμανία, σε μία αχανή αρένα. Δεν είχαμε καταλάβει τι έπρεπε να κάνουμε. Απλά μας ανέβασαν πάνω και ξαφνικά έβαλαν το “The final countdown” να παίζει και περίμεναν να κάναμε ότι παίζουμε κι εμείς. Ήμουν πολύ εκνευρισμένος, αφού κανείς δεν μου είχε δώσει σήμα ότι θα παίξει το τραγούδι, αφού έπρεπε εγώ να μπω με το drum fill στο τραγούδι, όμως αυτό δεν φαινόταν να ενδιαφέρει κανέναν από την παραγωγή. Με τον καιρό, συνηθίσαμε τι έπρεπε να κάνουμε στα playback shows, αλλά μας φαινόταν παράλληλα και ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ βαρετό. Μας φαινόταν σαν να βλέπουμε ταινία πορνό, αντί να κάνουμε σεξ με μία γυναίκα. Κάπως έτσι! Δεν ήταν αληθινό. Σκότωνε όλο το πάθος, όλα όσα σημαίνει η ζωντανή μουσική. Δεν υπήρχε ανταπόκριση από το κοινό, δεν υπήρχε τίποτα.

Η δισκογραφική σας εταιρία σας ζητούσε να κάνετε αυτά;
Ναι, αλλά πρέπει να σκεφτείς ότι εκείνα τα χρόνια δεν είχαν την τεχνολογία που απαιτούνταν ώστε να βγαίνουν ζωντανά τα συγκροτήματα στα τηλεοπτικά στούντιο. Ήταν λοιπόν κάτι πρακτικό και το έκαναν όλοι, εμείς ήμασταν απλά μέρος του παιχνιδιού. Υπήρχαν περίοδοι που λείπαμε από τα σπίτια μας για εβδομάδες, κάνοντας απλά playback shows και αυτό ήταν τόσο γαμ**ένα βαρετό, που δεν μπορείς να φανταστείς. Σκότωνε ότι είναι καλό όταν βρίσκεσαι σε περιοδεία. Από την άλλη όμως, είχαμε απίστευτη κάλυψη. Μπορούσες να μας δεις κυριολεκτικά ΠΑΝΤΟΥ! Δεν υπήρχε internet, social media κτλ, έπρεπε να πας στην τηλεόραση για να σε δει ο κόσμος και δεν είχαν και όλα τα συγκροτήματα αυτή τη δυνατότητα, να λέμε και την αλήθεια.

Ας πάμε λοιπόν τώρα στον John Norum, ο οποίος έλεγε ότι «τα πλήκτρα έθαψαν τις ρυθμικές κιθάρες». Νομίζεις ότι το άλμπουμ ακουγόταν σωστά, τουλάχιστον για τον καιρό εκείνο ή θα μπορούσε να είναι πιο «κιθαριστικό», όπως για παράδειγμα, το “Wings of tomorrow”;
Νομίζω ότι μόνο το τραγούδι “The final countdown”, είχε μία μίξη που ήταν πιο προσανατολισμένη προς τα πλήκτρα. Ας πάρεις το “Rock the night” ή το “Heart of stone”, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές κιθάρες εκεί. Νομίζω ότι τον John Norum τον πείραξε που το “TFC” ήταν το hit του δίσκου κι εκείνος δεν ήταν όσο δυνατά ήθελε στη μίξη. Επίσης, ο Norum σιχαινόταν περισσότερο απ’ όλους τα playback που κάναμε για το promotion. Και λέω περισσότερο, διότι όλοι μας το σιχαινόμασταν. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να το διαχειριστεί καθόλου… Νομίζω ότι όλα αυτά, έπαιξαν τον ρόλο τους να πει ότι τα παρατάει και θα κάνει κάτι δικό του.

Πιστεύεις πως το γεγονός ότι είχατε πολλά πλήκτρα, έπαιξε τελικά σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του δίσκου;
Ναι, νομίζω ναι. Εκείνη την περίοδο, τα πλήκτρα έκαναν ολοένα και πιο αισθητή την παρουσία τους στο hard rock. Ας θυμηθούμε το “Jump” των VAN HALEN, τους ASIA και τόσους άλλους. Τα πλήκτρα ήταν κάτι που είχε μεγάλη πέραση εκείνη την εποχή. Χωρίς τα πλήκτρα, το “TFC”, δεν θα έκανε αυτήν την επιτυχία, αλλά δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό, αφού είχε γραφτεί σε synthesizer.

Ο John Norum, λοιπόν, αποφάσισε να φύγει. Ποια ήταν η σχέση σας μαζί του; Είναι αλήθεια ότι ταξίδευε ξεχωριστά από εσάς, τους υπόλοιπους;
Ναι, είναι αλήθεια. Όλοι οι υπόλοιποι στο συγκρότημα, θεωρούσαμε ότι μας απογοήτευε και μας κρέμαγε. Οι τέσσερίς μας, χωρίς τον John Norum, κάναμε όλο το promotion, τις συνεντεύξεις, δίναμε το 100% για το δίσκο και το συγκρότημα τη στιγμή που εκείνος μόνο γκρίνιαζε και θεωρούσε ότι όλα είχαν γαμ**εί. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι κι εγώ αλλά και άλλα παιδιά από το γκρουπ ήμασταν πάρα πολύ δυσαρεστημένοι μαζί του. Δεν είχαμε καλή ατμόσφαιρα μεταξύ μας τότε. Ταξίδευε μόνος του, λοιπόν, αλλά νομίζω ότι αυτό συνέβαινε για καλό. Ουσιαστικά συναντιόμασταν μόνο όταν ανεβαίναμε μαζί στη σκηνή.

Πρέπει να πω ότι θεωρώ το “Start from the dark” και όλους τους δίσκους σας μετά την επανένωση, απλά σπουδαίους. Κοιτάζοντας πίσω, όμως, και διαπιστώνοντας ότι μετά το reunion ο ήχος σας είναι πιο “back to the roots”, πιο κιθαριστικός, πιο κοντά σ’ αυτό που ήθελε τότε ο John Norum, θα λέγατε ότι είχε κάποιο δίκιο τελικά για τον ήχο; Ή τελικά ο ήχος του TFC ταίριαζε απόλυτα με την εποχή που βγήκε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80;
Ο John είχε πολύ δυνατή άποψη σχετικά με το πώς πρέπει να ακούγεται το συγκρότημα κι ένα καλό rock τραγούδι, γενικά. Ποτέ δεν κοιτούσε τις τάσεις ή αν είναι η κατάλληλη περίοδος πχ, να κάνει ένα τραγούδι να καθοδηγείται από τα πλήκτρα. Ζει με την ψυχή και το συναίσθημά του και αν πιστεύει ότι κάτι δεν είναι καλό, δεν είναι καλό. Ακόμα και να του πεις ότι αν το μιξάρουμε με συγκεκριμένο τρόπο, θα κερδίσουμε πχ, 10.000.000 δολάρια, δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Αν δεν του αρέσει, δεν του αρέσει. Και δεν του άρεσε αυτό που κάναμε τότε και μας έδωσε να το καταλάβουμε. Φτάσαμε λοιπόν σ’ ένα σημείο όπου έπρεπε να κάνει τη δική του μουσική κι εμείς οι τέσσερις να συνεχίσουμε αυτό που κάναμε, επειδή ακριβώς το πιστεύαμε.

Μπορεί να είναι ερώτηση για τον John Norum αυτή, αλλά θα μου επιτρέψεις να σου πω ότι το να κυκλοφορείς ένα τραγούδι σαν το “Love is meant to last forever”, είναι σαν να κυκλοφορείς το “The final countdown”, με τις κιθάρες πιο ψηλά στη μίξη.
(γέλια) Ναι, έχεις δίκιο.

Η μόνιμη απορία που έχουν οι οπαδοί των EUROPE, είναι για ποιον λόγο έφυγε τελικά ο Norum από το γκρουπ, αφού τελικά κυκλοφόρησε ένα πανομοιότυπο άλμπουμ (άσχετα με το ότι ήταν πολύ καλό)…
Ναι, χαχαχαχαχαχα!

Εκτός αυτού, όμως, είχε πολλές διαφωνίες και με τον manager σας, τον Thomas Erdtman. Σας έβαλε σε σκέψεις αναφορικά με το management σας αυτό το γεγονός ή θεωρήσατε ότι απλά ήταν ο John Norum και είχε νεύρα;
Εκείνη την περίοδο, το 1985-1986, ήμασταν απλά ένα μάτσο παιδιά που εμπιστεύονταν όποιον συνεργαζόταν μαζί μας. Εμπιστευόμασταν πάρα πολύ τις αποφάσεις και την κρίση του Thomas Erdtman, αλλά και όσα μα έλεγε η δισκογραφική μας εταιρία. Ήμασταν νέοι και άπειροι και διατεθειμένοι να κάνουμε ότι χρειαζόταν για να γίνουμε το μεγαλύτερο συγκρότημα στον κόσμο (γέλια). Όντως, θυμάμαι ότι ο Norum είχε διαφωνίες με τον manager μας, επειδή, όπως είπα και προηγουμένως, βλέπει τα πράγματα από μία διαφορετική οπτική γωνία. Λειτουργεί με τα συναισθήματά του, οπότε αν κάτι πιστεύει ότι είναι λάθος, είναι λάθος. Τελεία. Κατά μία έννοια, ο John Norum, ήταν ένας πραγματικός rock n’ roller, σαν τον Slash ή τον Axl Rose, με την άποψη, “it’s my way or the fuckin’ highway” (γέλια).

Έρχεται λοιπόν ο Kee Marcello στο γκρουπ. Πως ήταν τα πράγματα μαζί του, με δεδομένο ότι μπήκε όταν εσείς ήδη περιοδεύατε για το TFC; Είχατε δουλέψει μαζί του, αν δεν κάνω λάθος, στο φιλανθρωπικό project, “Swedish Metal Aid”, όταν ακόμα έπαιζε στους EASY ACTION και ήταν ο παραγωγός σ’ αυτή τη δουλειά, έτσι;
Ναι, ακριβώς έτσι είχε συμβεί. Εκεί τον είχαμε γνωρίσει για πρώτη φορά. Φαντάσου τώρα, ότι βρισκόμαστε στη μέση ενός big bang, στην κυριολεξία και ο John Norum, μας λέει: «Να πάνε να γαμ**ούν όλα, εγώ φεύγω». Αν θυμάμαι καλά, είχαμε ένα κενό δύο εβδομάδων ανάμεσα στις περιοδείες, το πολύ ένα μήνα. Τελείωσε εκείνο το σκέλος της περιοδείας, ετοιμαζόμασταν για το επόμενο, όλος ο κόσμος ζητούσε τους EUROPE, τα charts ήταν γεμάτα από τα τραγούδια μας κι εμείς δεν είχαμε κιθαρίστα και βασικά, δεν είχαμε καν συγκρότημα! Καταλαβαίνεις λοιπόν σε τι πανικό βρισκόμασταν. Δεν θέλαμε να πάρουμε και κάποιον κιθαρίστα από την Αμερική ή την Αγγλία. Θέλαμε να κρατήσουμε το Σουηδικό πνεύμα. Κάποιος συνέστησε τον Kee Marcello, με τον οποίο, όπως είπες, είχαμε δουλέψει στο Swedish Metal Aid, ήταν Σουηδός, περίπου στην ηλικία μας, πάρα πολύ καλός κιθαρίστας, είχε περιοδεύσει με πολλά και διαφορετικά σχήματα, είχε δηλαδή όλα όσα θέλαμε. Δεν κάναμε κάποια audition, αλλά το management μας, τον πλησίασε και του πρότεινε να έρθει στους EUROPE. Ο Kee, σοκαρίστηκε, αφού μόλις είχε κυκλοφορήσει το “That makes one” με τους EASY ACTION, το οποίο μέχρι και σήμερα θεωρώ σπουδαίο. Η αρχική του απάντηση, ήταν αρνητική, λοιπόν, επειδή δεν ήθελε να απογοητεύσει το συγκρότημά του, που μόλις είχε βγάλει δίσκο. Μία-δυο μέρες αργότερα και όταν ωρίμασε η σκέψη στο μυαλό του ότι μόλις είχε απορρίψει μία από τις πιο περιζήτητες θέσεις κιθαρίστα στον κόσμο, εκείνη την εποχή, πήρε τηλέφωνο τον manager μας και τον ρώτησε: «Ισχύει ακόμη η προσφορά; Ενδιαφέρομαι». Αργότερα έμαθα ότι έφαγε μεγάλο κράξιμο ο Kee, από τα υπόλοιπα μέλη των EASY ACTION και από άλλους μουσικούς με τους οποίους δούλευε. Να το θέσω αλλιώς, δεν ήταν και πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους φίλους του, εκείνη την περίοδο. Καταφέραμε όμως να σώσουμε τους EUROPE και την περιοδεία. Ευτυχώς, όλα κύλησαν ομαλά. Αυτό που είχε να κάνει ο Kee, ήταν να αντιγράψει τα σόλο του John Norum και να βάλει τη δική του σφραγίδα και κατάφερε να το κάνει πολύ καλά, αφού είναι εξαιρετικός κιθαρίστας. Με την ικανότητά του ως κιθαρίστας αλλά κι ως παραγωγός, μπορούσε να μιμηθεί όσα έκανε ο John και μπορώ να πω ότι έπαιζε τα τραγούδια καλύτερα. Ως κιθαρίστας, βλέπει την κιθάρα όχι ως ξεχωριστό όργανο, αλλά ως μέρος ενός συγκροτήματος κι ενός τραγουδιού, εκεί που ο John ενδιαφέρεται για τις κιθάρες και τα υπόλοιπα να πάνε να γαμ**ούν.  Δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο, ενώ ο Kee Marcello θέλει να ακούγεται καλά όλο το τραγούδι, όχι μόνο οι κιθάρες. Αν το τραγούδι απαιτεί οι κιθάρες να ακούγονται λιγότερο, είναι ΟΚ με αυτό. Για να επιστρέψουμε στην αντικατάσταση, πήγε πολύ καλά ακόμα και από την άποψη ότι έμοιαζε αρκετά με τον John, έχοντας τα ίδια μαλλιά, σε σημείο που να πάμε στην Αμερική και να μην έχουν καταλάβει πολλοί ότι είχαμε αλλάξει κιθαρίστα!

Όλα τα τραγούδια του δίσκου, έχουν γραφτεί από τον Joey Tempest, εκτός από το “Carrie”, που το έγραψε μαζί με τον Mic Michaeli. Είχε κανένας άλλος κάποιες ιδέες για τραγούδια που τελικά δεν μπήκαν στο δίσκο; Ήταν δική σας απόφαση να αφήσετε τη σύνθεση στον Joey ή απλά συνέβη;
Μάλλον απλά συνέβη. Ο Joey είχε στο σπίτι του ένα home studio, όπου μπορούσε να ηχογραφήσει. Έγραφε τραγούδια με drum machine, έπαιζε μπάσο, κιθάρα, τραγουδούσε και μας έβαζε τα κομμάτια, τα οποία εμείς θεωρούσαμε ότι ήταν πολύ cool. Δεν υπήρχε κάποιος που να έλεγε πως έπρεπε να βάλουν το δικό του τραγούδι. Είχαμε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στον Joey κι εκείνος με τη σειρά του, είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του. Δεν θα μας παρουσίαζε ποτέ κάποια ιδέα, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο τραγούδι, αν δεν πίστευε ότι ήταν σπουδαίο. Δεν θα σπαταλούσε χρόνο για κάποιο τραγούδι που δεν πίστευε ότι θα ήταν πολύ καλό. Όλα τα τραγούδια που μας έφερε για το TFC μας άρεσαν και τα βάλαμε στο δίσκο. Έτσι δουλεύαμε εκείνο τον καιρό και τα πράγματα ήταν ειρηνικά (γέλια).

Αν δεν υπήρχε το τραγούδι “The final countdown”, ποιο θεωρείς εσύ ότι θα ήταν το απόλυτο EUROPE τραγούδι;
Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση και πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη, επίσης. Θα έλεγα ότι το “Rock the night” και το “Carrie” είναι δύο από τα πιο δυνατά μας κομμάτια, αλλά και από το “Wings of tomorrow”, το “Open your heart” και το “Dreamer” είναι δύο πολύ ωραία τραγούδια, που πάντα πίστευα ότι είχαν τη δυνατότητα να γίνουν επιτυχίες. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να πω, επειδή η μουσική βιομηχανία, έχει αλλάξει πάρα πολύ.

Έχει αλλάξει πολύ, αλλά πρέπει να ξέρεις κι εσύ ότι υπάρχει πολύς κόσμος εκεί έξω, που θεωρεί τους EUROPE, ένα onehitwonder συγκρότημα! Φυσικά και θα το έχεις ακούσει αυτό. Πως νιώθεις όταν το ακούς από ανθρώπους των media; Σε προσωπικό επίπεδο, το θεωρώ τουλάχιστον γελοίο, αν όχι εξοργιστικό, όταν έχεις, για παράδειγμα, το “Carrie”, που είναι ένα από τα πιο πολυπαιγμένα video clips στο MTV, όταν το κανάλι εκείνο είχε την παντοκρατορία.
Ναι, το έχω ακούσει αυτό που λες, όντως. Και η αλήθεια είναι ότι στην αρχή μας ενοχλούσε πολύ, αφού και το “Rock the night” και το “Carrie” ήταν μεγάλες επιτυχίες. Σήμερα όμως, το καταλαβαίνω αυτό, διότι πάντα υπάρχει ένα τραγούδι που στιγματίζει και ορίζει ένα συγκρότημα. Πάρε τους BLACK SABBATH που έχουν εκατοντάδες ωραία τραγούδια, το πρώτο τραγούδι όμως που σου έρχεται στο μυαλό, είναι το “Paranoid”. Οι DEEP PURPLE έχουν το “Smoke on the water”, οι LED ZEPPELIN το “Stairway to heaven”, οι QUEEN το “Bohemian rhapsody”. Υπάρχει λοιπόν πάντα ένα τραγούδι που ορίζει κάθε σχήμα και για τους EUROPE είναι σίγουρα το “The final countdown”. Τώρα, δεν με ενοχλεί, αλλά παλιότερα, που δεν είχα καταλάβει πως λειτουργούν τα πράγματα, ήμουν έξαλλος όταν άκουγα να μας αποκαλούν one-hit-wonder.

Κάποια στιγμή, ο Mic νομίζω, είχε πει ότι «συνήθως όταν αναφερόμαστε στο TFC, λέμε ότι είναι το καλύτερο και ταυτόχρονα το χειρότερο πράγμα που μας έχει συμβεί». Συμφωνείς με αυτήν την ατάκα;
Καταλαβαίνω τη νοοτροπία με την οποία το είπε αυτό και συμφωνώ εν μέρει, αφού το TFC μας εκτόξευσε στη στρατόσφαιρα και την ίδια στιγμή είναι κάτι που δεν μπορείς να το ξεπεράσεις. Ότι και να κάνουμε, θα συγκρίνεται μαζί του και τίποτα δεν θα μπορεί να το φτάσει μουσικά και κυρίως σε σχέση με την επιτυχία του, αν την υπολογίσεις σε πωλήσεις δίσκων. Με αυτή τη λογική, λοιπόν, είναι το καλύτερο και το χειρότερο, αλλά για εμένα κλίνει αρκετά προς το καλύτερο, διότι αν δεν ήταν το TFC, δε νομίζω ότι θα μιλούσαμε τώρα (γέλια). Αυτό που είναι εκπληκτικό, είναι ότι όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο, πρέπει να το έχουν ακούσει αυτό το τραγούδι έστω και μία φορά στη ζωή τους και να μπορούν να αναγνωρίσουν τη μελωδία. Τολμώ να πω ότι είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια όλων των εποχών στη rock μουσική. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι μπορούμε ακόμα και τώρα να ζούμε άνετα, παίζοντας το “The final countdown”, το “Rock the night”, το “Carrie”, το “Cherokee” κι όλα αυτά τα τραγούδια, να το διασκεδάζουμε πάνω στη σκηνή, ο κόσμος να τρελαίνεται να τα ακούει και να έχουμε ακόμη νέους οπαδούς από αυτά. Είναι τόσο περίεργο, λες και ζούμε σε όνειρο, που μετά από 35 χρόνια κάνουμε ακόμα αυτό.

Αφού τελειώσαμε (σχεδόν), όλα όσα ήθελα να σε ρωτήσω για το TFC, θα μας πεις για τα πλάνα σας για το άμεσο μέλλον; Ετοιμάζετε κάποιον δίσκο;
Ναι, τα παιδιά γράφουν μουσική και είμαστε σε επαφή, αλλά εξαιτίας της πανδημίας δεν μπορούσαμε να παίξουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που κάναμε στο Facebook τις Παρασκευές. Έχουμε κάποια φεστιβάλ κλεισμένα για το καλοκαίρι, αλλά δεν ξέρουμε αν θα συμβούν. Το μόνο που κάνουμε, λοιπόν, είναι να περιμένουμε, γράφουμε μουσική και η φιλοδοξία μας είναι να περιοδεύσουμε το συντομότερο δυνατό και να συνεχίσουμε να κάνουμε ότι κάναμε.

Πολύ ωραία. Ευχαριστώ πάρα πολύ και συγνώμη αν σε κούρασα με τις συνεχόμενες ερωτήσεις…
Εγώ ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο να μιλάς με κάποιον που έχει κάνει έρευνα, αφού είναι δύσκολο ακόμα και για εμένα να θυμάμαι όλα όσα συνέβησαν. Πέρασα πάρα πολύ ωραία κι ελπίζω να τα πούμε από κοντά.

Σάκης Φράγκος
(ερωτήσεις: Νίκος Ανδρέου)

Tags: , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece