Connect with us

Worst to Best

GRIP INC. – “Power of inner strength” – Worst to best

1

Βρισκόμαστε στο 1992 και ο μεταλλικός κόσμος τραντάζεται συθέμελα μετά και την ανακοίνωση του Dave Lom­bar­do ότι εγκαταλείπει τους SLAYER. Αυτή τη φορά οριστικά χωρίς πιθανότητα επιστροφής όπως το 1987, όπου είχε αφήσει πάλι το συγκρότημα και την θέση του είχε πάρει ο Tony Scaglione των WHIPLASH. O Rick Rubin είχε φροντίσει τότε να τον μεταπείσει, αυτή τη φορά όμως ούτε ο μεγάλος παραγωγός μπορούσε να κολλήσει το γυαλί που είχε ραγίσει. O Lom­bar­do ο οποίος περίμενε και το πρώτο του παιδί εκείνη την εποχή, ήταν ανένδοτος, ενώ δεν είναι και κανένα κοινό μυστικό ότι αξίωνε περισσότερα χρήματα για τη συνεισφορά του, το οικονομικό ήταν και ο λόγος της οριστικής απόσχισης του από τους άρχοντες του ακραίου ήχου μετά τη δημιουργία του “Christ illu­sion” στην τρίτη και τελευταία επιστροφή και αποχώρηση του από το συγκρότημα. Ο ίδιος δε μπορούσε φυσικά να κάθεται να… κλαίει και να βολοδέρνει εδώ κι εκεί περιμένοντας τι θα κάνουν οι SLAYER (οι οποίοι πολύ γρήγορα είχαν ήδη βρει αντικαταστάτη στο πρόσωπο του Paul Bostaph), έτσι πολύ γρήγορα ανακοινώνει το επόμενο βήμα του, το οποίο ήταν η δημιουργία των GRIP INC. Ένα προϊόν της συνεργασίας του και αλληλοεκτίμησης που είχε με τον ιθύνοντα νου Walde­mar Sorychta.

To συγκρότημα που τελικά κατέληξε ως πολυεθνική υπόθεση, καθώς προστέθηκαν ο φοβερός τραγουδιστής Gus Cham­bers και ο μπασίστας Jason Viebrooks. Έτσι είχαμε Κουβανό ντράμερ, Γερμανό κιθαρίστα/συνθέτη/παραγωγό, Άγγλο τραγουδιστή και Αμερικάνο μπασίστα. Όχι κι άσχημα ε; Η δημιουργία των GRIP INC. λαμβάνει χώρο επίσημα το 1993, τίποτα όμως δεν γίνεται επίσημα μέχρι το 1995, κι αφού πρώτα οι Lombardo/Sorychta συμμετέχουν το 1994 στο θρυλικό πλέον άλμπουμ “Jesus killing machine” των VOODOOCULT, το οποίο για πολλούς θεωρείται προπομπός των GRIP INC. Ένα άλμπουμ στο οποίο μεταξύ άλλων συμμετείχαν και ο Mille Petroz­za των KREATOR αλλά και ο Chuck Schuldin­er των DEATH. Με τις μετοχές τους προσωπικά να έχουν ανέβει με τη συνεργασία αυτή καθώς έγινε μεγάλος ντόρος για το δίσκο λόγω και της συμμετοχής τους, οι GRIP INC. ήταν πιο έτοιμοι από ποτέ να κάνουν το πρώτο τους επίσημο βήμα. Είμαστε στο 1995 και στις αρχές της χρονιάς, μετά από ένα demo το οποίο δημιουργήθηκε για να βρουν τα πατήματα τους, η Steamham­mer τους έχει ήδη υπογράψει έχοντας επενδύσει πολλά πάνω τους κυρίως λόγω του Lom­bar­do. To sin­gle “Ostra­cized” το οποίο γυρίστηκε και σε βίντεο κλιπ, θα γίνει η πρώτη γνωριμία του ευρέος κοινού με το συγκρότημα, με τις πρώτες εντυπώσεις να είναι θετικότατες.

Το “Pow­er of inner strength”  όμως (όπως ονομάστηκε το ντεμπούτο τους), ήταν πολλά παραπάνω από ένα τραγούδι κι από το επόμενο άλμπουμ που συμμετείχε ο Lom­bar­do. Οι GRIP INC. μπόρεσαν με τρόπο μοναδικό, δυναμικό και άκρως ξεχωριστό να λάμψουν εξ αρχής, με τη φρεσκάδα του ήχου τους, με την διαφορετικότητα τους και φυσικά με το άριστο παικτικό επίπεδο όλων. Ο δίσκος αγκαλιάστηκε ως αναζωογονητικός για το thrash το οποίο κακά τα ψέματα βρισκόταν σε ύψιστο τέλμα, χωρίς όμως να ορίζεται ως στερεοτυπικό άλμπουμ του είδους, καθώς πάρα πολλά mid-tem­po και… βιομηχανικά (όχι indus­tri­al ηχητικά αλλά σαν αύρα) περάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στα κομμάτια. Το λέω από την ημέρα της κυκλοφορίας του και θα το λέω μέχρι τέλους, ο Dave Lom­bar­do έπαιξε τα καλύτερα τύμπανα της καριέρας του στους GRIP INC. και όχι στους SLAYER. O τρόπος με τον οποίο καθορίζει (και όχι συμβάλλει ή γεμίζει) τα κομμάτια είναι απλά μοναδικός, ακούγεται ωριμότερος από ποτέ, ενώ και η παραγωγή του Sorych­ta τον έχει τεχνηέντως αρκετά «μπροστά» (θα ήταν χαζός ο Γερμαναράς να μην εκμεταλλευτεί το πυρηνικό όπλο που είχε στις τάξεις του) με αποτέλεσμα ο Κουβανός καταστροφέας σε σημεία να ακούγεται λες και θα διαλύσει τα πάντα στο διάβα του.

Το άλλο μεγάλο ατού του συγκροτήματος όμως ήταν το δίχως άλλο Η ΦΩΝΑΡΑ που είχε ο Gus Cham­bers. Α‑Ψ-Ο-Γ‑Η άρθρωση και άκρως πωρωτικός και πειθήνιος σε κάθε του ανάσα και ερμηνεία, ο Άγγλος πάνκης με τους φοβερούς του στίχους και το πάθος που έβγαζε στην ερμηνεία, σου δημιουργούσε το αίσθημα ότι μια θηλιά σφίγγει γύρω από το λαιμό σου, ίσα ίσα για να σου δημιουργήσει τον έξτρα φόβο πριν έρθει ο ίδιος να σε κάνει κομμάτια. Ναι ήταν ΤΟΣΟ απειλητικός αλλά και σίγουρος στις ερμηνείες του, ενώ και το πανέμορφο μπάσο του Jason Viebrooks είναι άριστα τοποθετημένο για να σιγοντάρει σε groove τον όλο ρυθμό. Κι αυτό ήταν το γενικότερο ατού των GRIP INC. Ήταν μια τέρμα ρυθμική μπάντα, με άριστα δομημένα σημεία στα κομμάτια τους και με έναν άκρως ανανεωτικό ήχο ειδικά για εκείνη την εποχή. Το γκελ που προκάλεσε το “Pow­er of inner strength” καλά κρατεί μέχρι σήμερα καθώς δεν έχει κοπάσει ούτε ο ντόρος γύρω από αυτό (και γενικότερα το συγκρότημα, μέγιστο πράγμα η υστεροφημία), ενώ και τα κομμάτια του –τουλάχιστον τα περισσότερα εξ αυτών- έχουν παραμείνει ως κλασικά και πάρα πολλοί –η πλειοψηφία βασικά- είναι αυτοί που πιστεύουν ότι δεν πρόκειται να ξανακούσουμε κάτι αντίστοιχο σε συγκρότημα τα προσεχή χρόνια.

THE “POWER OF INNER STRENGTH” COUNTDOWN:

11) “Toque de muer­to” (1:22)

Εύκολη θεωρητικά επιλογή, καθώς μιλάμε για την μικρή –μόλις 82 δευτερολέπτων- εισαγωγή του δίσκου. Θεωρώ ότι πολύ εύστοχα τοποθετήθηκε στην αρχή το συγκεκριμένο κομμάτι, όπου πρακτικά έχουμε την «γνωριμία» εξ αρχής του Lom­bar­do σε όλους, κάτι σαν καλωσόρισμα πίσω στις επάλξεις, καθώς το κομμάτι δεν είναι τίποτα παρά μια επίδειξη μερικών από των ικανοτήτων τους, με ένα άκρως trib­al ξεκίνημα και στη συνέχεια με το χτύπημα στα βαθιά τύμπανα να νιώθεις ότι μπορεί να ισοπεδώσει τετράγωνα γύρω σου, ειδικά αν το βάλεις στο τέρμα. Ξέρεις με κάποιο τρόπο τι θα ακολουθήσει χωρίς να έχεις ακούσει τον δίσκο και δικαιώνεσαι εκ του αποτελέσματος στη συνέχεια.

10) “Innate afflic­tion” (3:35)

«Παιχνιδιάρικο» κομμάτι σχετικά με το σύνολο του δίσκου. Διακατέχεται από υπέρμετρη βαρύτητα και το προσόν του δεν είναι η ταχύτητα σε σχέση με τα άλλα «αδέρφια» του. Περιέχει μερικά από τα εντυπωσιακότερα γυρίσματα της καριέρας του Dave Lom­bar­do, ενώ είναι λίγο υπνωτικός ο ρυθμός του, καθώς περιμένεις να κάνει το μεγάλο ξέσπασμα που τελικά δεν λαμβάνει χώρο αλλά με κάποιο τρόπο κρατείται σε mid-tem­po ρυθμό. Προφανώς η θέση που βρίσκεται εδώ δεν το τιμάει αλλά το γεγονός ότι είχε θέση στους περισσότερους δίσκους που κυκλοφορούσαν τότε είναι αδιαμφισβήτητο, απόρροια του συνόλου του ντεμπούτου των GRIP INC.

9) “Μonster among us” (4:22)

Αποφάσισα την τελευταία στιγμή ανάμεσα σε αυτό και το επόμενο, καθώς αμφιταλαντευόμουν αρκετά. Όχι ότι δεν παραμένει κομματάρα, ειδικά το μπάσιμο με τις τυμπανάρες μετά το «σβηστό»  fade out ρυθμό που περιμένεις να μπει και να διαλύσει το σύμπαν είναι νομοτελειακά υπέροχο. Έχει την «ατυχία» να ακολουθεί το υπέρτατο κομμάτι της καριέρας των GRIP INC. και είναι ο μοναδικός λόγος που μπαίνει λίγο χαμηλότερα, φαντάζομαι το ίδιο θα συνέβαινε αν ενός ανάλογου μοτίβο κομμάτι ήταν στη θέση του. Φοβερές οι φωνητικές γραμμές του Cham­bers, ενώ ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η αλληλουχία φωνητικών/τυμπάνων και τούμπαλιν είναι απίστευτη και τραντάζει τις αισθήσεις.

8) “Cleanse the seed” (4:56)

Είναι το κομμάτι που κέρδισε μια θέση σε αυτή την… αμφιβολία, καθώς η δομή του χτίζεται μεν αργά όπως του “Mon­ster among us”, αλλά σε κερδίζει με την ανάπτυξη και τελείωμα του. Και μόνο για το σημείο “We must, puri­fy, where we dwell, ster­il­ize” (ή “san­i­tize” στη δεύτερη στροφή) άξιζε να είναι λίγο παραπάνω, και πάλι οι Chambers/Lombardo το παίρνουν πάνω τους και το κομμάτι παρότι είναι πιο αουτσάιντερ σε σχέση με το σύνολο, είναι από τις κορυφαίες στιγμές, κι ας μπαίνει χαμηλά. Καθότι ήταν δύσκολο να παιχτεί ζωντανά, χρειάστηκε να περιμένουν κάποιοι ως το 1999 να το ακούσουν συναυλιακά, κατά την περιοδεία του “Solid­i­fy”, με την πεποίθηση να είναι ότι έπρεπε να έχει παιχτεί πολύ νωρίτερα.

7) “Longest hate” (5:02)

Αυτό είμαι βέβαιος ότι φτιάχτηκε για να κλείσει το δίσκο εξ αρχής. Ομοβροντία από πλευράς Lom­bar­do με το ξεκίνημα κι εκεί που περιμένεις τη σφαγή, ξαφνικά οι ρυθμοί πέφτουν και βγαίνει στο προσκήνιο το πιο πειραματικό προσωπείο που έδειξαν από το διάδοχο (το μνημειώδες “Neme­sis”) κι έπειτα. Το κομμάτι παίζει με sam­ples και διάφορα πλήκτρα ενώ στα ξεσπάσματα ο Cham­bers βγάζει το λαρύγγι του για μια τελευταία φορά, δείχνοντας ότι ήρθαν να μείνουν. Ο τρόπος εδώ με τον οποίο κομματιάζει τα πιατίνια ο Lom­bar­do έδειχνε ότι υπήρχε νέο αίμα που αμφισβητούσε τα πρωτεία των παλιότερων και δικαίως βάσει του τελικού αποτελέσματος. Οι πολλοί πάντως με το κομμάτι αυτό, είδαν τι έρχεται με το “Neme­sis” και δεν έπεσαν έξω!

6) “Guilty of inno­cence” (3:37)

Αρχίζουν τα δύσκολα στην  κατάταξη καθώς πέραν της πρώτης θέσης, όλα τα άλλα είναι αμφισβητήσιμα και θα μπορούσαν να αλλάξουν. Εδώ αρχίζουμε με το πιο up-tem­po και δολοφονικό υλικό του δίσκου, έτσι μετά το “Mon­ster among us” και πριν το “Innate afflic­tion” που είναι πιο αργά, το “Guilty of inno­cence” κάνει τη διαφορά λίγο πριν τη μέση του δίσκου. Ύπουλη αρχή με χαλαρό γυρισματάκι από πλευράς Lom­bar­do χωρίς να περιμένεις τι θα συμβεί, μέχρι που μπαίνει η φωνή του Cham­bers και ακολουθούν όλοι σε ξέφρενους ρυθμούς, λες και προσπαθούν να τον προλάβουν και δεν θέλουν να τον αφήσουν μόνο του να τραμπουκίσει οποιονδήποτε αθώο στο δρόμο του. Ο τρόπος με τον οποίο ξεσπάνε όλοι μαζί μετά τη μέση του κομματιού είναι για σεμινάριο, ένας Lom­bar­do να τον πιεις στο ποτήρι και φυσικά να πέσεις να πάρεις κάμψεις για πάρτη του. Δεν έχω λόγια για το σημείο που απασφαλίζει.

5) “Col­ors of death” (3:04)

Ελλείψει της εισαγωγής, το μικρότερο κομμάτι του δίσκου. Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει υποχθόνια με τα spo­ken vocals του Cham­bers κι ενώ νιώθεις ότι κάτι βαρύ/βαθύ έρχεται από πίσω, δεν περιμένεις αυτό το κρεσέντο ταχύτητας και δύναμης που ακολουθεί. Στη μια από τις δυο άκρως SLAY­ER-ικές στιγμές του δίσκου, το “Col­ors of death” δείχνει τα δόντια του από το πουθενά και δυστυχώς τελειώνει πολύ γρήγορα σε σχέση με πόσο θες να αναπτυχθεί, γι’ αυτό και μόνο το λόγο δεν μπήκε παραπάνω, διαφορετικά θα μπορούσε να χτυπήσει ακόμα και τη 2η θέση. Σε κάθε περίπτωση, υπερκομματάρα που κάνει σβέρκους απολίθωμα και ανάμνηση όποτε ακούγεται.

4) “Sav­age seas (Ret­ri­bu­tion)” (3:11)

“I am the begin­ning of cre­ation, I am the one who gave you life, depend­ing on 3% of my body, fear me, or I will grip you from below”… Νομίζω από την αρχή του εναρκτήριου κομματιού μετά την εισαγωγή ξέραμε τι εστί GRIP INC. αλλά δεν ήμασταν ακόμα ηλικιακά ώριμοι και ψυχολογικά έτοιμοι να το παραδεχτούμε. Το “Sav­age seas” μ’ αυτό το έρπον βαρύτατο riff μπήκε στις ζωές μας και με τον trib­al ρυθμό που ακολουθεί ο Lom­bar­do και την εξοικείωση με τη φωνή του Cham­bers, ήταν κεραυνοβόλος ο έρωτας με το συγκρότημα, με το κομμάτι αυτό να συμβάλλει τα μέγιστα στο να αναπτυχθεί αυτή η σχέση. Το μόνο που του λείπει είναι ένα μικρότερο κλικ ταχύτητας, αλλά το αντικαθιστά με βαρύτητα που ας μην ξεχνάμε, εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να φθίνει και είναι βασικός λόγος που οι GRIP INC. έκαναν τη διαφορά με την εμφάνισή τους.

3) “Ostra­cized” (3:08)

To sin­gle του δίσκου και για πολλούς το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι του. Νιώθεις από την αρχή ότι κάτι μεγάλο ξανάρχεται (το είχαν γενικά τα κομμάτια τους να σε… προετοιμάζουν για κάτι διαφορετικό) και από το πουθενά, σκάει ΑΥΤΟΣ ο ρυθμός που το πηγαίνει καροτσάκι μέχρι τέλους. Το κομμάτι αυτό πάντα θα είναι συνδεδεμένο με τη –μοναδική δυστυχώς- εμφάνιση τους στη χώρα μας το 1997 στο Rock­wave fes­ti­val, καθώς σήμανε την αρχή για την ΣΦΑΓΗ που ακολούθησε και που ακόμα και ο «πολύς» Bruce Dick­in­son και οι MEGADETH στη συνέχεια (επίσης στην πρώτη τους εμφάνιση στη χώρα μας) δεν μπόρεσαν να υποσκελίσουν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα του κόσμου να τρελαίνεται, τα μαλλιά του Cham­bers να καλύπτουν το πρόσωπο του από την πώρωση και τον τρόπο με τον οποίο τραγούδαγε με πάθος την περίφημη γραμμή “Just anoth­er beg­gar beg­ging, get out the way, straight talk falls on deaf ears, go ask the man under the bridge”. Από τις ευτυχέστερες στιγμές και αναμνήσεις της ζωής μου το δίχως άλλο.

2) “Heretic war chant” (5:23)

ΤΟ ΤΕΡΑΣ του δίσκου, από άποψη και διάρκειας καθώς είναι το μεγαλύτερο κομμάτι του αλλά και για το προφανές γεγονός ότι είναι το βαρύτερο κομμάτι του (για πολλούς ότι βαρύτερο γράφτηκε για μεγάλη σειρά ετών εκείνη την εποχή, αναλογιστείτε τι έβγαινε τότε και θα καταλάβετε αν και πόση σημασία έχει η δήλωση). Το βασικό καταπληκτικό και απέριττο riff του που όσο προχωράει το κομμάτι γίνεται ακόμα πιο εθιστικό σε συνάρτηση με τον τρόπο που –και πάλι- ο Lom­bar­do καταστρέφει το σετ του, το έχουν κάνει υπεραγαπημένο κομμάτι όλης της δεκαετίας των ‘90s, προφανώς για τους οπαδούς τους και ακόμα και για τους πιο ουδέτερους. Το γεγονός ότι μερικοί από τους πιο εγκρατείς, ήρεμοι, προσιτοί κι ευγενικοί άνθρωποι που γνώρισα στη ζωή μου πάντα ξέφευγαν στο σημείο που ο Cham­bers γκαρίζει “Eyes of war, eeeeeeeyyyyyyy­eeeeees ooooooooof waaaaaaaaar” θεωρώ ότι τα λέει όλα και με κάνει πολύ χαρούμενο που το έζησα σαν εμπειρία. Ηχητικός τιτάνας που για άλλες μπάντες θα όριζε τη δισκογραφία τους, αλλά δυστυχώς γι’ αυτό εδώ βλέπει την πλάτη του…

1) “Hostage to heav­en” (3:58)

…του καλύτερου κομματιού όχι μόνο του δίσκου, αλλά και μιας ολόκληρης καριέρας που στέφθηκε με ειλικρίνεια και αμείωτη ποιότητα μέχρι το τέλος της. Το “Hostage to heav­en” και ο τρόπος με τον οποίο σκάει μετά το “Sav­age seas (Ret­ri­bu­tion)” είναι all-time clas­sic εμπειρία που δεν ξεχνάς ποτέ την πρώτη ακρόαση. Προσωπικά μου είχαν πέσει τα σαγόνια, δεν εστίασα καν στη δεδομένη SLAYER αύρα –προφανώς το καλύτερο κομμάτι που ΔΕΝ γράψανε οι Άρχοντες μετά το 1990- αλλά στην ολότητα του ήχου τους, τον τρόπο με τον οποίο ο Cham­bers σε καταπίνει και σε φτύνει αμάσητο και φυσικά την Αυτού Μεγαλειότητα στα τύμπανα όπου θυμίζει έντονα το ένδοξο παρελθόν αλλά με ξεκάθαρη ματιά στο μέλλον. Θα μας χάριζε και στο “Neme­sis” ειδικά ανάλογου SLAYER μεγαλείου όπως τα “Por­trait of Hen­ry” και “War between one” όπου και πάλι θα ψάχναμε τη μπάλα, αλλά η πλάκα του… αιδοίου που πάθαμε ακούγοντας αυτό, δεν επαναλήφθηκε όχι μόνο από τους ίδιους αλλά και όλη την πληθώρα των συγκροτημάτων της εποχής.

Το “Pow­er of inner strength” προκάλεσε πάταγο στην κυκλοφορία του, δεν έχει γεράσει μέρα παρότι πλέον 27 (!!!) ολόκληρα χρόνια βαραίνουν την πλάτη του και ακούγεται ακόμα τόσο φρέσκο, σύγχρονο και εντός πραγματικότητας, που και.. αύριο να σας πουν ότι κυκλοφόρησε, θα το πιστέψετε. Ερχόταν από το μέλλον ήδη και ακόμα και στο μέλλον αποδείχθηκε ότι παρέμεινε μπροστά από την εποχή του αλλά και τις παρούσες εξελίξεις. Ο Lom­bar­do έπαιρνε τρόπον τινά μια… γλυκιά εκδίκηση από τους SLAYER, ο κόσμος ήταν όλος στο πλάϊ του, ενώ ο διαχωρισμός του «ακούγεται έντονα σαν SLAYER» και «δεν παίζουν τόσο γρήγορα όσο οι SLAYER, είναι αρκετά διαφορετικό και πιο σύγχρονο» γρήγορα πήγε περίπατο, καθώς τέτοιες λογικές ανατράπηκαν εύκολα και γρήγορα όταν ο δίσκος άρχισε πλέον με τη δημοτικότητά του και κυρίως το υλικό του, να κερδίζει ακόμα και τους πιο συγκρατημένους, κολλημένους και καχύποπτους. Για τον υπογράφοντα προσωπικά και βγάζοντας έξω όλο το death met­al που μεσουρανούσε ως τότε, το συγκεκριμένο ντεμπούτο αποτελεί μέλος της Αγίας Τριάδας των ντεμπούτων της δεκαετίας του ’90 δίπλα στο πρώτο ομότιτλο άλμπουμ των THE HAUNTED και κάτω μόνο από το “Burn my eyes” των MACHINE HEAD όπου εκεί τελειώνει η οποιαδήποτε συζήτηση για ντεμπούτο έκτοτε.

Με πληγώνει όλο και περισσότερο που δεν βρίσκονται ανάμεσα μας οι GRIP INC. όσο περνάνε τα χρόνια, όχι τόσο για το συνθετικό κομμάτι αλλά και την απώλεια του Gus Cham­bers, αλλά γιατί ο ήχος και η όλη προσέγγιση τους γύρω από αυτόν ήταν κάτι απαραίτητη για όλο το met­al φάσμα τότε και ειδικά στην εποχή μας εν έτει 2022, θα ήταν ακόμα πιο αναγκαία. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά όσο κι αν εθελοτυφλούμε ότι μπορεί μεν η βραχύβια περίοδος μεγαλείου τους ήταν μικρή και δεν τους έδωσε πραγματικά ότι και όσα άξιζαν, αλλά ξέρουμε ακόμα περισσότερο –οπαδοί και μη- ότι δεν θα ξαναβρεθεί μπάντα στον up-tem­po χώρο να δώσει κάτι ανάλογα φρέσκο όπως το έκαναν αυτοί (πάνω που πίστευα ότι οι POWER TRIP θα το έκαναν, μας άφησε ο Riley Gale με το μέλλον τους άγνωστο δυστυχώς). Συγκλονιστικό άλμπουμ, ασύγκριτο και ξεχωριστά υπέροχο συγκρότημα. Το λιγότερο που τους οφείλουμε στοιχειωδώς είναι να πίνουμε νερό στο όνομα τους για όσα –έστω λίγα λόγω διάρκειας- πρόσφεραν και να εκτιμάμε το καλό, διαφορετικό και ποιοτικό άμεσα όταν το έχουμε ανάμεσα μας, χωρίς να χρειαστεί να συμβεί κάτι δυσάρεστο για να μας λείψει μετέπειτα.

DON’T DENY THE POWER OF INNER STRENGTH, RIGHT?

Άγγελος Κατσούρας

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece