Banner Top
Banner Content

Έφτασε η 3η του Σεπτεμβρίου. Η ημερομηνία κυκλοφορίας του “Senjutsu” των IRON MAIDEN και φυσικά η συντακτική μας ομάδα, παραφύλαγε, άκουσε το δίσκο όσο περισσότερο μπορούσε και παραθέτουμε την άποψή μας για τον πιο πολυαναμενόμενο δίσκο του 2021. Χωρίς πολλά – πολλά, διότι ακολουθεί μεγάλο κείμενο!!!

 

Όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τον Μουσικό Τύπο, όποιον δίσκο είχαν βγάλει οι IRON MAIDEN από το “Virtual XI” και ύστερα, είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι προσκαλεσμένος της εταιρίας τους για προακρόαση, είτε παίρνοντας το δισκάκι σε φυσική μορφή, είτε με link, είτε πηγαίνοντας στα γραφεία με ύψιστα μέτρα ασφαλείας. Το “Senjutsu”, κυριολεκτικά, μας ήρθε την τελευταία στιγμή. Μία μέρα πριν κυκλοφορήσει. Αν έχει κάποιο νόημα αυτό. Τέτοια μυστικοπάθεια, τόσο αυστηρά μέτρα, είναι ελάχιστες οι φορές που έχω ξανασυναντήσει. Όλα αυτά, με έκαναν να έχω αμφιβολίες για την ποιότητα του δίσκου, αφού μου έδειχναν να μη θέλουν να βγουν κριτικές του παραέξω… Όσο μυστικοπαθείς είναι οι Βρετανοί και το δαιμόνιο management τους, άλλο τόσο καχύποπτος είμαι εγώ.

Ακούγοντας το “Senjutsu” όμως, αποδείχθηκε, ότι τζάμπα είχα αμφιβολίες. Ο δίσκος είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του- όπως κάθε νοήμων οπαδός των MAIDEN πίστευε ότι θα είναι. Δηλαδή, όποιος πίστευε ότι θα έβγαζαν ένα νέο “Powerslave” ή “The number of the beast”, ας αλλάξει 3 δεκαετίες και το συζητάμε. Ούτως ή άλλως, από την εποχή του “A matter of life and death” το στυλ των IRON MAIDEN έχει παγιωθεί και τα πράγματα  στο “Senjutsu” δεν αλλάζουν δραματικά.

Ο μεγάλος μου φόβος ήταν μην αποδειχθεί “The final frontier” (που το θεωρώ ΧΕΙΡΙΣΤΟ άλμπουμ) και αυτό το ξεπεράσαμε εύκολα. Η αλήθεια είναι ότι έψαξα πολύ να βρω αυτά τα σούπερ καινοτόμα στοιχεία τα οποία συνεχώς επαναλάμβανε ο Bruce Dickinson τον τελευταίο καιρό, δυσκολεύτηκα πολύ όμως. Πιθανώς να θεωρούσε το ομώνυμο τραγούδι που ανοίγει το δίσκο, που τα πλήκτρα του και ο αργός του ρυθμός δημιουργούν μία πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Και αν με ρωτάτε, το βρίσκω ιδανικό για άνοιγμα αυτού του δίσκου. Είναι τόσο ενδιαφέρον, που παρότι ακολουθούν το “Stratego” και το “The writing on the wall”, τα οποία τα γνωρίζαμε αρκετό καιρό τώρα, ένιωθα ότι ήθελα πάρα πολύ να ακούσω τη συνέχεια. Σοφή επιλογή, αν μη τι άλλο.

Είμαι βέβαιος ότι τα υπόλοιπα παιδιά από κάτω, θα επεκταθούν με τη σειρά τους σε κάθε τραγούδι χωριστά, εγώ θα ήθελα να το αποφύγω. Όχι επειδή δεν θέλω ή βαριέμαι, αλλά νομίζω πως υπάρχουν κάποια γενικά στοιχεία που πρέπει να τονιστούν. Όπως για παράδειγμα, το θέμα της παραγωγής. Έχοντας κάνει συνέντευξη με τον Roy Z (ο οποίος, off the record, μου είχε αποκαλύψει τότε, το καλοκαίρι του 2019 ότι οι IRON MAIDEN είχαν ήδη γράψει το δίσκο τους, αλλά με τόση καθυστέρηση κόντευαν να το ξεχάσουν και οι ίδιοι. Τελικά είχε δίκιο!), είχα αναρωτηθεί πως θα ακουγόταν, για παράδειγμα, το “Senjutsu” με την παραγωγή εκείνου κι όχι του Shirley με τον Harris. Ξέρετε κάτι; Μπορεί να ήταν το τελικό αποτέλεσμα πολύ καλό. Ίσως στα αυτιά μου ακόμα καλύτερο από αυτό που ακούμε στους τελευταίους δίσκους. Ξέρετε κάτι όμως; Δεν θα ήταν MAIDEN. Και MAIDEN, είναι το όραμα του Steve Harris. Αυτός αποφασίζει πως θα ακούγονται κι όχι όλοι εμείς, που έχουμε τις αποψάρες μας και κάνουμε την υψηλή μας κριτική, επειδή έχουμε ακούσει μερικές χιλιάδες ώρες τη μουσική του. Οπότε λοιπόν, μας αρέσει δεν μας αρέσει, αυτός είναι ο ήχος των MAIDEN του 2021 (ή του 2019, όταν και ηχογραφήθηκε).

Σε ότι αφορά τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να είναι βαρετά, να έχουν μέρη τα οποία θα μπορούσαν να λείπουν και όλα αυτά τα ωραία, που λέμε στις μεταξύ μας συζητήσεις. Ακούγοντας τουλάχιστον δέκα φορές το δίσκο, μπορώ να πω ότι αν ζητούσαν να γίνει κάποιο edit στα τραγούδια, θα έβγαζα την εισαγωγή και το τέλος του “Darkest hour” που ακούγεται ο ήχος του κύματος της θάλασσας (παρεμπιπτόντως μου ακούγεται ίδιο με το “Wasting love”), ένα λεπτό από το 12+λεπτο “The parchment” (το “Powerslave” του δίσκου) κι άλλο ένα από το “Hell on earth”, που διαρκεί πάνω από 11 λεπτά. Αυτό και μόνο, μου δείχνει ότι το συγκρότημα μπήκε να γράψει και είχε διάθεση για μουσική, έμπνευση, δεν βγάζει διπλό δίσκο από μαγκιά ή εξυπνάδα. Ό,τι βρίσκεται μέσα έχει λόγο ύπαρξης.

Κεφάλαιο Bruce Dickinson: Ναι, κι εμένα με ενόχλησε η μίξη της φωνής τόσο χαμηλά στο πρώτο κουπλέ του “Stratego”. Λες και ήθελαν να τον «θάψουν» τα πλήκτρα. Πάντα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι είναι ένας αιώνιος έφηβος που έκλεισε τα 63 του χρόνια, έχοντας περάσει καρκίνο πρόσφατα, νομίζω όμως ότι το συγκρότημα χειρίστηκε πολύ σωστά την κατάσταση της φωνής του, δίνοντάς του κάποιες στιγμές που ακόμα και τώρα μόνο αυτός τις έχει, αλλά και σημεία που τραγουδά χαμηλά, θυμίζοντας ακόμα και την εποχή του Blaze Bayley (“X-factor”), ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Θα έκανα ίσως μία πρόβλεψη, ότι σκοπεύουν να παίξουν αρκετά τραγούδια live και δεν θα αφήσουν ένα είδωλο όπως ο Bruce να εκτεθεί ή να πιέσει τη φωνή του σε σημεία που να μην μπορεί να φτάνει κάθε βράδυ. Όπως και να έχει, υπάρχει πολύ πάθος στην ερμηνεία του, που δεν έχω κανένα απολύτως παράπονο από αυτά που άκουσα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η απουσία γρήγορων κομματιών. Ένα κλικ πάνω είναι το μικρότερο σε διάρκεια τραγούδι του δίσκου, το “Days of future past” (που αν το έβαζαν πρώτο ή δεύτερο single, οι #μόνοmaiden θα πάθαιναν συγκοπή), το “Stratego” είναι κι αυτό λίγο πάνω από το να χαρακτηριστεί midtempo (μάλλον το galloping φταίει γι’ αυτό) κι από εκεί και πέρα υπάρχουν μόνο μερικά διάσπαρτα σημεία που ο ρυθμός αυξάνεται. Το στυλ των MAIDEN, έχει πλέον παγιωθεί. Ούτως ή άλλως, έχουν γρήγορα τραγούδια στο live setlist τους, που δεν μπορούν να φύγουν με τίποτα!

Μιλώντας γενικά για τα τραγούδια, δεν ξέρω αν το παρακάτω συμπέρασμα πρέπει να το πιστώσω στα θετικά ή στα αρνητικά. Τα τραγούδια είναι αρκετά περιπετειώδη, με πολλές αλλαγές, πάμπολλα κιθαριστικά σόλο και καμία ευδιάκριτη, κλασική δομή, αφού όποτε θέλουν βάζουν γέφυρα, πετάνε ένα σόλο, δεν επαναλαμβάνουν το ρεφρέν συνεχώς κ.ο.κ. κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται επαναληπτικές ακροάσεις για να αφομοιωθούν. Προσωπικά, είμαι fan των δίσκων που όταν τους ακούω περισσότερες φορές, βρίσκω πράγματα που δεν είχα ακούσει ή δεν είχα προσέξει τις προηγούμενες, στον fast track κόσμο που ζούμε όμως, αυτό δεν είναι απαραίτητα θετικό. Με την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιο τραγούδι στο δίσκο που να σου μένει στο μυαλό, να θέλεις να το σιγοτραγουδήσεις, να παιχτεί live και ο κόσμος να παραληρεί και να τραγουδά μαζί με το σχήμα. Εξ ου και το γεγονός, ότι αν ρωτήσεις 10 διαφορετικούς οπαδούς των MAIDEN ποιο είναι το αγαπημένο τους τραγούδι από το δίσκο, πολύ πιθανό να πάρεις και 10 διαφορετικές απαντήσεις. Όπως προείπα, αυτό έχει διττή ανάγνωση. Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι οι συνθέσεις είναι ισάξιες και ο δίσκος είναι τέλειος. ΟΚ. Εγώ θα έλεγα ότι πραγματικά πολύ σπουδαίο τραγούδι, θεωρώ το “Hell on earth”, που κλείνει το δίσκο, με το “Fear of the dark” vibe που το διέπει. Γενικότερα, οι τρεις υπερδεκάλεπτες συνθέσεις του Αρχηγού που κλείνουν το δίσκο, έκλεψαν τις εντυπώσεις, αλλά δεν θα τις έβαζα στις αγαπημένες μου ever. Δεν υπάρχει κακό ή περιττό τραγούδι. Ίσως το “The writing on the wall” να είναι το λιγότερο αγαπημένο μου, από την πρώτη στιγμή. Είναι και αυτό το καταπληκτικό video clip του όμως, που το ανεβάζει επίπεδο… Από την άλλη, δεν υπάρχει ένα “If eternity should fail” ή ένα “For the greater good of God”, που ξεχώριζαν από την πρώτη στιγμή…

Δεν μπορώ όμως, να μην κατονομάσω και δύο συγκεκριμένα πράγματα που πλέον με ενοχλούν στους IRON MAIDEN. Το πρώτο και βασικό, είναι το γεγονός ότι παρότι έχουν τρεις κιθάρες, είναι αμέτρητα τα σημεία που η μελωδία της κιθάρας, ακολουθεί αυτή της φωνής (ή το αντίστροφο). Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που μπορούν να κάνουν (και το έχουν αποδείξει στο παρελθόν με εμφατικό τρόπο) χωρίς να παίζουν μόνο τη μία μονότονη μελωδία τρεις κιθάρες και η φωνή. Θα μπορούσαν κάπου κάπου, να παίζουν και κάποιες αρμονίες. Λέω εγώ τώρα. Το δεύτερο είναι τα πλήκτρα, τα οποία υπάρχουν ως «πλάτες», είναι παραπάνω από εμφανές όμως, ότι πρόκειται για απλοϊκότατα πλήκτρα, χωρίς κανένα λόγο ύπαρξης τόσο ψηλά στη μίξη. Αφού θέλουν να είναι τόσο ψηλά, ας φρόντιζαν να παίξουν κάτι διαφορετικό, να είχαν ποικιλία στους ήχους, να είχαν έναν κανονικό πληκτρά βρε αδερφέ κι όχι τον Steve Harris κι εκεί…

Προσπάθησα να είμαι σύντομος. Δεν μου έβγαινε. Ακολουθούν και οι γνώμες πολλών παιδιών του Rock Hard. Όσοι είστε στη φάση #μόνοmaiden, θα έχετε αποθεώσει το “Senjutsu” προτού καν βγει. Τι διάολο οπαδοί είμαστε άλλωστε; Οι πρωτοδισκάκηδες, οι οπαδοί του Di’ Anno και οι «IRON MAIDEN μέχρι το “Seventh son…” ή το “Fear of the dark”» δεν χρειάζεται καν να το ακούσουν, διότι ζουν σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Όσοι έχουν επίγνωση που πατάνε και που βρίσκονται οι IRON MAIDEN εν έτει 2021, θα ακούσουν ένα δίσκο που θα τοποθετήσουν αρκετά υψηλά στις προτιμήσεις τους μετά το reunion με τους Dickinson και Smith άλμπουμ. Προσωπικά, στην κορυφή έχω τα “Brave new world” και “A matter of life and death” και το “Senjutsu” «μονομαχεί» με το “Book of souls” αν και –προς το παρόν τουλάχιστον- δείχνει να υπολείπεται. Για να δικά μου γούστα, έτσι; Είμαι βέβαιος, ότι κάπου εκεί θα το κατατάξετε κι εσείς… Μόνο και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να είναι ο τελευταίος τους δίσκος, τελευταία στιγμή, αποφασίζω να του δώσω και μισό βαθμό παραπάνω. Επειδή είναι MAIDEN ρε γαμώτο.

7,5 / 10

Σάκης Φράγκος

Ανήμερα της επετείου της ιδρύσεως του ΠΑΣΟΚ, το 1974, οι IRON MAIDEN κυκλοφορούν τον 17ο παρακαλώ δίσκο τους! Και αυτό από μόνο του (όχι η επέτειος του ΠΑΣΟΚ), αρκεί για να μονοπωλήσει τις συζητήσεις, τις κόντρες, τους τσακωμούς, τις αποθεώσεις, τα αναθέματα, όλα τα ωραία (κάποια) και γραφικά (κάποια άλλα) που μας κάνουν αυτό το περήφανο μικρό Γαλατικό χωριό της μουσικής!

6 ολόκληρα χρόνια λοιπόν μετά το “Book of souls”, χρονικό διάστημα που αποτελεί το μεγαλύτερο κενό μεταξύ δίσκων του σχήματος, μας έρχεται το “Senjutsu”. Μετά από ένα ανεπανάληπτο promo που οδήγησε σε ακόμη περισσότερο προσμονή, αλλά και με τη δημιουργία μερικών επικών χιουμοριστικών εικόνων μετά τη δημοσιοποίηση του εξωφύλλου, επιτέλους μπορούμε και ακούμε το νέο άλμπουμ των IRON MAIDEN, μίας μπάντας, που για όσους το ξεχνάνε, είναι η ζωντανή ιστορία ολόκληρου του heavy metal, μαζί με 2-3 ακόμα ΤΙΤΑΝΕΣ που μας κάνουν την τιμή να δισκογραφούν και να περιοδεύουν ακόμα. Οπότε λίγο ήρεμα και με σεβασμό.

Όσοι είστε στην κατηγορία «δισκάρα», πριν καν ακούσετε το άλμπουμ, όσοι θεωρείτε ότι κανένας δεν έχει δικαίωμα να σχολιάσει τους MAIDEN, ή όσοι είστε στην κατηγορία «ώχου μωρέ, έλεος με τους MAIDEN», προφανώς και δεν χρειάζεται να διαβάσετε τίποτα, αφού ήδη ξέρετε το άλμπουμ. Ίσως ακόμα πριν και από τους ίδιους τους MAIDEN.

Tα vibes για το δίσκο ήταν, για εμένα, ανάμεικτα μετά τα πρώτα δύο τραγούδια που ακούσαμε (“The writing on the wall” και “Stratego”). Είμαι από αυτούς που του άρεσε το “The writing on the wall”, αρκετά μάλιστα, απλά μου έλειπε το «νεύρο». Και είμαι από εκείνους που τους άρεσε περισσότερο από το “Stratego”. Πέραν όμως των δύο τραγουδιών, είχα και κάτι άλλο στο μυαλό μου: τι προσδοκίες έχω από ένα άλμπουμ μίας απόλυτης μπαντάρας μεν, αλλά με τα μέλη της να είναι άλλος 69, άλλος 63 κλπ ετών; Αν περιμένεις λοιπόν τον Dickinson του “Somewhere…” ή “Brave new world” (αναφορά για τη διαφορά δεκαετιών), δες το αλλιώς και ρεαλιστικά. Αν περιμένεις τον McBrain να οργώνει το σετ όπως κάποτε, μάλλον θεωρείς ότι είναι ανθρωποειδές και όχι άνθρωπος. Αν περιμένεις να οριοθετήσουν το heavy metal όπως κάποτε, μάλλον πρέπει να πάμε στο “Back to the future”. ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ, αυτό που περιμένω και περίμενα από το νέο MAIDEN, είναι να ακούσω ένα δίσκο αντάξιο του ονόματός τους, σε συνδυασμό με το σήμερα των μελών της μπάντας. Και αυτό το άκουσα. Και για να είμαι ειλικρινής, ξεπέρασε και τις προσδοκίες μου, τόσο αυτές που είχα πριν τα πρώτα δύο κομμάτια, όσο και αυτές που είχα μετά την ακρόασή τους.

Δεν θα κάτσω να κάνω track by track ανάλυση, γιατί δεν χρειάζεται. Όλοι άλλωστε έχουμε ακούσει πλέον το δίσκο. Ένα δίσκο που το ξεκίνημά του, με το ομότιτλο τραγούδι, παρότι mid tempo και μεγάλο σε διάρκεια, μου δημιούργησε το καλύτερο προαίσθημα για το υπόλοιπο άλμπουμ. Πολύ ωραίες μελωδίες, πολύ ωραίο τραγούδι και η αρχή που είναι το ήμισυ του παντός, είναι όπως πρέπει. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν κάποια τραγούδια που τα θεωρώ κομματάρες. Ένα από αυτά, είναι το “Days of future past” και δεν θυμάμαι πόσα χρόνια είχα να γουστάρω τόσο ένα γρήγορο κομμάτι κλασικών MAIDEN. Ένα άλλο, είναι το “The time machine”, με τις υπέροχες μελωδίες που κάνουν τα 7 λεπτά του να μοιάζουν λίγα. Και αν ο δίσκος κλείνει με τρία τεράστια τραγούδια (άνω των 10 λεπτών), ε, δεν πειράζει, γιατί αν είναι σαν τα “The parchment” και “Hell on earth”, δώστε κι άλλα να έχουμε. Μιλάμε για κομματάρες και τα δύο! Αυτή λοιπόν, είναι η προσωπική μου «μαγική τετράδα» του δίσκου. Από κοντά και το “Lost in a lost world” που «ανεβαίνει» ειδικά μετά το δεύτερο λεπτό του και όπως είπα, το εναρκτήριο ομότιτλο και μετά το “The writing on the wall”. Για να αρχίσω να παραμιλάω, θα ήθελα να μου αρέσουν περισσότερο τα “Stratego”, “Darkest hour” και το “Death of the Celts” (ειδικά αυτό, αν ήταν όλο όπως το δεύτερο μισό του, θα ήταν super). Θα ήθελα επίσης λίγο μεγαλύτερη «έκρηξη» και λιγότερα mid tempo σημεία και περισσότερα up tempo, αλλά πάλι, είναι το θέμα του τι περιμένεις ακριβώς από ένα δίσκο. Απλά τα πολλά mid tempo σημεία, σε συνδυασμό με τις μεγάλες διάρκειες, είναι στιγμές που δημιουργούν μία επανάληψη και παρόμοια ηχοχρώματα που δεν σε κρατάει το ίδιο. Η ροή όμως του δίσκου, με την ύπαρξη βέβαια αυτών των από πολύ καλών ως εξαιρετικών τραγουδιών που ανέφερα πιο πάνω, είναι τέτοια που απλά το γουστάρεις! Πολύ.

Ο Harris αποφάσισε να το πάρει περισσότερο πάνω του αυτήν τη φορά όσον αφορά το συνθετικό κομμάτι. Εκ του αποτελέσματος, πολύ καλά έκανε, αφού το άλμπουμ είναι, στα δικά μου αυτιά, καλύτερο του “Book of souls”, το οποίο επίσης μου άρεσε. Μάλλον συνεχίζει όμως να το παίρνει πολύ πάνω του και στο παραγωγικό κομμάτι, που εντάξει, εκεί δεν το έχει και τόσο (μην κράζετε οι «ότι κάνει ο Harris δεν έχει κανένας δικαίωμα να το κρίνει») και είναι ένα θέμα που ο δίσκος έχει αδυναμία είναι η αλήθεια. Τώρα αν θέλετε το αναλύουμε, αλλά νομίζω δεν θέλει η πλειοψηφία και στην τελική έχει λιγότερη σημασία. Απλά παίζει το ρόλο του. Κάτι σαν το “X Factor” όμως, που με (πολύ) καλύτερη παραγωγή (βγάζουμε στην άκρη το αιώνιο θέμα με τον τίμιο Bayley), θα ήταν ακόμη καλύτερος δίσκος. Όπως το “Redeemer of souls” των PRIEST ένα πράγμα. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι ο Αρχηγός, δεν σηκώνει και πολλά πολλά, οπότε βολευόμαστε όπως έχουν τα πράγματα.

Οι IRON MAIDEN, διανύοντας την 7η δεκαετία της ζωής τους, κυκλοφορούν ένα 17ο άλμπουμ που, προσωπικά, είναι αυτό που περίμενα ρεαλιστικά από τη μπάντα και το απόλαυσα και το απολαμβάνω, αφού δεν ξέρω σε ποια συνεχόμενη ακρόαση είμαι. Δεν είναι το έπος των επών, δεν έχει και κανένα απολύτως νόημα όμως. Είναι αντάξιο του ονόματος και της ιστορίας της μίας εκ των εναπομεινάντων μπαντών που αποτελούν τα ιερά τέρατα της μουσικής μας.

7,5 / 10

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

«Τακτικές και Στρατηγική». Ή αλλιώς, όπως λένε οι Ιάπωνες, Senjutsu”. O Eddie ως απόκοσμος, φρικώδης Samurai, οι οπαδοί στον Έβδομο Ουρανό, οι προσδοκίες μεγάλες, τα πρώτα δείγματα ενθαρρυντικά, οι κακεντρεχείς και πολέμιοι έτοιμοι να στάξουν χολή και όξος, η Heavy Metal βιομηχανία επί ποδός πολέμου (κράτα το αυτό, δεν μπήκε τυχαία). Ουδεμία έκπληξις. Οι IRON MAIDEN είναι μια παγκόσμια σταθερά, που με ό,τι και να καταπιάνεται, θα δημιουργεί τον ανάλογο «θόρυβο». Η δική μας αποστολή; Να κλείσουμε τα αυτιά μας σε κάθε Σειρήνα, να «ανοίξουμε» το album και φορώντας, όσο καλύτερα μπορούμε, το αντικειμενικό μας «προσωπείο», να αναλύσουμε (;) σε λίγες αράδες ο καθένας, περίπου 82 λεπτά μουσικής και λέξεων. Σεβόμενοι και αναλογιζόμενοι το παρελθόν, ζώντας το παρόν, κοιτώντας το μέλλον.

Ο Ηράκλειτος έλεγε πως ο πόλεμος «πάντων μεν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς». Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, πως είναι «η μαμή της Ιστορίας». Σοφά λόγια, καθώς η χιλιάδων ετών Ιστορία του Ανθρώπου, μαρτυρά αυτό ακριβώς – η «ζύμωση» του Πολιτισμού πολλές φορές έγινε με το Ξίφος και η Ιστορία γράφτηκε με Αίμα, το οποίο «πότισε» της «ρίζες» της. Μια θεματολογία τόσο γνώριμη, συνυφασμένη θα λέγαμε με το heavy metal και οι IRON MAIDEN λαμπρό παράδειγμα «αφηγητών», το δίχως άλλο. Μέσα από την «πένα» των Steve Harris και Bruce Dickinson, δύο εμβληματικών «ιστορικών και μυθιστορηματικών» στιχουργών, άλλοτε ευθέως, άλλοτε υπό ένα πρίσμα λογοτεχνικό/ποιητικό, η αφηγηματική τέχνη γνώριζε την αποθέωση ακόμη και στα ‘80s. Τότε που κυριαρχούσαν τα «εύκολα» νοήματα, το τρίπτυχο “sex, drugs and rock ‘n’ roll” και η ποίηση των 70s έχανε συνεχώς έδαφος. Τους στίχους του “Senjutsu” δεν τους έχω μπροστά μου, αλλά εξ όσων ακούω και σε συνάρτηση με τον τίτλο, ο Steve Harris τούτη τη φορά καταπιάνεται με ένα γενικότερο στρατιωτικό/πολεμικό, συμπεριλαμβανομένων των απαραιτήτων ανθρωποκεντρικών/φιλοσοφικών προεκτάσεων, concept, ελαφρώς διαφορετικό από το αντίστοιχο του θεϊκού “A matter of life and death” (στο εξής “AMOLAD”, για συντομία). Αν είχα αγωνία για το ηχητικό αποτέλεσμα; Καμία. Ήξερα ακριβώς τι θα ακούσω. Αν αποζημιώθηκα; Στο έπακρο, αντιμετωπίζοντας συνάμα και μιαν ευχάριστη έκπληξη.

Στο νέο album οι Βρετανοί φαίνεται πως δεν αρκούνται στην “post 2000” εποχή, αλλά σκοπεύουν να συνοψίσουν την από το 1995 και μετά ιστορία τους, σε ένα επίτομο έργο! Μάλιστα, και να το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, η περίοδος που κυριαρχεί, πέραν αυτής του “AMOLAD”, είναι η αντίστοιχη του Blaze Bayley, με το “The X-Factor” να πρωταγωνιστεί. Λες και θέλησαν να «διορθώσουν» ένα λάθος, να βάλουν κάποια πράγματα στη θέση τους. Μπροστάρης σε αυτό, ο ίδιος ο Steve Harris. «Δεν θέλω να στέλνω τους στρατιώτες μου στη σφαγή, θέλω να τους οδηγώ εκεί εγώ ο ίδιος» – μια ρήση του Λουδοβίκου του 3ου, την οποία και ακολούθησε πιστά. Σε όλα τα μέχρι τώρα albums της επανασύνδεσης, είχε μεν συμμετοχή σε αρκετά κομμάτια, αλλά όχι στο γνώριμό του μέτρο. Εδώ, σε σύνολο δέκα τραγουδιών, έχει βάλει την υπογραφή του σε επτά, με τέσσερα να του ανήκουν στο ακέραιο. Δεν είναι όμως μόνον αυτό που τον θέτει επικεφαλής του εγχειρήματος. Το “Senjutsu” είναι κατά βάση ο «αποσταγμένος» ήχος του, η υλοποίηση στο έπακρο του δικού του, προσωπικού οράματος, πάντα με την αρωγή των συντρόφων του και πάντα «κλασσικώ τω τρόπω». Αν η φράση «Η αγάπη για τις παραδοσιακές αξίες ποτέ δεν κατέστησε ένα έθνος αδύναμο, τουναντίον δυνάμωσε έθνη ολόκληρα σε καιρούς επικίνδυνους» του Winston S. Churchill θα έπρεπε να αποτυπωθεί στο πεντάγραμμο, σίγουρα θα γραφόταν με τραγούδια σαν αυτά, τα γεμάτα από τη μουσική των γιγάντων των 70s. Επιμεταλλωμένο, επικολυρικό progressive hard rock, χωρίς τον παραμικρό νεοτερισμό, με όλα τα γνώριμα στοιχεία που κάποιοι λατρεύουμε και κάποιοι λατρεύουν να μισούν. Τις μεγάλες εισαγωγές, τα στρωτά outros, την κλιμακωτή εξέλιξη, τα πολλαπλά leads και την αναμενόμενη κορύφωση. Ειδικά στα θεόρατα “Death of the Celts” (ο διάδοχος του “The Clansman”), “The parchment” (oriental αριστούργημα που σε τοποθετεί απευθείας στο πεδίο μάχης της Μεγιδδώ) και “Hell on Earth” (κλασσικός Harris παιάνας), η «συνταγή» αυτή αποθεώνεται. Η μπάντα διαφοροποιεί το υλικό της από τις 70s διδαχές στα γνωστά σε όλους “Stratego” (ταξίδι πίσω στο 2000-2003, με χαρακτηριστικό galloping στις κιθάρες και pre-chorus για Oscar) και “The writing on the wall” (southern heavy rock με bluesy solo, οι MOLLY HATCHET θα ήταν περήφανοι) καθώς και στο a la “The Wicker Man” up tempo “Days of future past”, που πετά το σχοινί για να τραβήξουμε το “Brave new world” στο «σήμερα». Ξεχωριστή κατηγορία το ομότιτλο αριστούργημα και κίνηση-ματ το ότι ξεκινούν με αυτό και το “Stratego” ακολουθεί. Το ένα καλλιεργεί κλίμα, το άλλο είναι το ξέσπασμα που θες για να σε κερδίσει μια και καλή το άλμπουμ και να συνεχίσεις την ακρόαση με ενδιαφέρον.

Σουν Τσου, «Τέχνη του Πολέμου – πέντε βασικές απόψεις για τη νίκη»: «Θα νικήσει εκείνος του οποίου το στράτευμα διακατέχεται από το ίδιο πνεύμα, σε όλα τα επίπεδα». Αυτό είναι οι IRON MAIDEN. Κάθε μονάδα ξεχωριστά αποδίδει κατά το μέγιστο δυνατό και εν πλήρη αρμονία. Οι κιθάρες των Gers/Smith/Murray εναλλάσσονται μαεστρικά (ειδικά στα μακροσκελή έπη άλλος κόβει και άλλος ράβει, κι ας γκρινιάζουμε πως θα τις θέλαμε πιο «ευδιάκριτες» και πιο «ογκώδεις»), το μπάσο είναι αναμενόμενα το πρώτο βιολί, o Nicko στα τύμπανα ευφυής όπως πάντα και εναρμονισμένος με το όλο ηρωικό ύφος… και ο Bruce; Με είχε ανησυχήσει σχετικά, ακούγοντας τα δύο πρώτα singles. Α ρε Χρόνε, πανδαμάτορα. Από την άλλη, ερμηνευτικά κινείται εκεί που μπορεί να αποδώσει καλύτερα και φαίνεται πως το κόλπο αυτό «δουλεύει». Θα τον ήθελα όμως πιο μπροστά στην τελική μίξη. Επόμενο κεφάλαιο, τα πολύπαθα refrains. Τα άλλοτε ευφάνταστα, που η αλήθεια είναι έλειψαν τα τελευταία χρόνια. Επιτέλους, αλλαγή-επιστροφή! Τα refrains είναι πραγματικά εμπνευσμένα και ξεφεύγουν από το κλισέ της στείρας επανάληψης του τίτλου του εκάστοτε κομματιού. Εξάλλου, αν «η εθνική βιομηχανία της Πρωσίας είναι ο πόλεμος» σύμφωνα με τον Honoré Gabriel Riqueti, των IRON MAIDEN είναι οι μεγάλες ανθεμικές στιγμές και εδώ θα βρεις πολλές.

Μη βιαστείς να βγάλεις τα συμπεράσματά σου για το “Senjutsu”. Αν δίσκοι όπως το “The X-Factor” και το “A matter of life and death” ήθελαν τον (αρκετό) χρόνο τους, τούτος εδώ θέλει ακόμη περισσότερο. Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να σε ανησυχεί, αφού είναι βέβαιο πως θα «μεγαλώνει» μέσα σου με κάθε άκουσμα. «Οι πιο δυνατοί πολεμιστές είναι ο Χρόνος και η Υπομονή», άκου τον Λέοντα Τολστόι… Έχε λοιπόν τους δύο αυτούς ακατάβλητους μαχητές στο πλευρό σου και δεν θα ηττηθείς. Οι Βρετανοί πιθανόν να κλείνουν (ή εγώ θα ήθελα) την καριέρα τους, όπως πρέπει. Με ένα θεοσκότεινο, υποβλητικό μα και επιβλητικό, επικό «θηρίο». Όσοι ακόμη αναπολούν την περίοδο 1980-1992, θα έλεγα να μη μπουν καν στον κόπο να το ακούσουν, δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Όσοι γκρινιάζουν (δικαιολογημένα και μη) για τα μεγάλα σε διάρκεια τραγούδια, θα δυσκολευτούν επίσης, αλλά ας το προσπαθήσουν. Οι «φασαίοι» και οι “Μονοmaiden” που πατάνε το πόδι τους αποκλειστικά σε επετειακά live με old school setlist, ας αναμένουν την επόμενη retro συναυλία για να ακούσουν το “The Trooper”, το “Fear of the dark” και να τραβήξουν video με το κινητό τους. Το “Senjutsu” είναι για όλους εμάς τους υπόλοιπους, που λατρεύουμε τη μπάντα όπως αυτή είναι τα τελευταία πολλά χρόνια και έχουμε παράπονο που δεν ακούσαμε ζωντανά ολόκληρο το “AMOLAD”. Ξέρεις πού ανήκεις, πράξε αναλόγως. Το ότι έξι βετεράνοι δημιουργούν μετά από δισκογραφική πορεία 41 ετών κάτι το οποίο αποπνέει μουσική «γενναιότητα» και δείχνει χαρακτήρα, μου αρκεί. “Once more unto the breach, dear friends, once more; or close the wall up with our English dead!”, όπως θα πρόσταζε ο Ερρίκος ο 5ος, στο ομώνυμο έργο του William Shakespeare, ή απλά… Up the Irons!”

8,5 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Και εννοείται ότι κάθε κυκλοφορία των IRON MAIDEN είναι ένα γεγονός που κινητοποιεί τη metal κοινότητα. Μιλάμε για ένα συγκρότημα που έχει γαλουχήσει γενιές και γενιές μεταλλάδων. Από τη στιγμή της ανακοίνωσης του “Senjutsu” πολλοί ήταν σε αναμμένα κάρβουνα, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, ειδικά αυτοί που πιστεύουν ότι μετά το “7th son” δεν υπάρχει λόγος ύπαρξής τους. Τι γίνεται όμως με το διά ταύτα;

Η αλήθεια είναι το “The writing on the wall” με ΞΕΝΕΡΩΣΕ απίστευτα. Ακόμη και τώρα αν με ρωτήσετε, είναι ένα από τα χειρότερα τραγούδια στην ιστορία της Σιδηράς Παρθένου, που ίσως να έβρισκε θέση μόνο στο “Virtual XI” και αυτή υπό προϋποθέσεις. Από την άλλη, το δεύτερο single “Stratego” έστρωσε τα πράγματα κάπως, το οποίο είναι ένα τυπικό MAIDEN τραγούδι που θα το συνέθετε o ‘Arry μια απλή βραδιά στη μπυραρία, παρακολουθώντας τη West Ham. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, πριν την επίσημη κυκλοφορία της ολότητας του “Senjutsu”, οι προσδοκίες μου να είναι εξαιρετικά χαμηλές.

Ευτυχώς, τα υπόλοιπα οκτώ τραγούδια είναι σε αρκετά υψηλό επίπεδο και, όχι απλά σώζουν την παρτίδα, αλλά μερικά από αυτά κάνουν τους δύσπιστους να αναθεωρήσουν. Ειδικά όλα τα τραγούδια στα οποία βάζει αποκλειστικά τη συνθετική υπογραφή του ο Αρχηγός, τα πράγματα μετατρέπονται στο πολύ εντυπωσιακό, με τα “Lost in a lost world”, το trad “Death of the celts” και το ΕΠΟΣ “Hell on earth” να σου κόβουν την ανάσα. Στον αντίποδα, το συνθετικό δίδυμο Dickinson/Smith προσεγγίζει πολύ τις ημέρες του “The chemical wedding”, άλλοτε πετυχημένα (“Darkest hour”) και άλλοτε τραγικά (βλέπε πιο πάνω).

Ναι, ΟΚ, λείπει από τα συνθετικά credits ο Dave Murray, ναι η φωνή του Bruce ακούγεται σπασμένη και ταλαιπωρημένη (δεν πέρασε και λίγα), ναι υπάρχουν αρκετά πλήκτρα σε πολλά μέρη των  τραγουδιών, ναι η παραγωγή είναι λίγο “κάπως” και “μπουκωμένη” σε πολλά σημεία, ΑΛΛΑ μιλάμε για έναν IRON MAIDEN δίσκο και αυτό είναι το νόημα. Ένα δίσκο που στα 81 λεπτά του έχει πολλά να σου δώσει, όσο επαναλαμβάνονται οι ακροάσεις. Ακολουθούν σε γενικές γραμμές την πεπατημένη που ακολουθούν μετά το “Brave new world”, ειδικά ως προς την prog προσέγγιση του AMOLAD, με κάποιες έντονες πινελιές από την προσωπική καριέρα στα 90s του τραγουδιστή τους.

Και εννοείται, ότι και να γράψω εγώ ή οι άλλοι συνάδελφοι στο Rock Hard, λίγη σημασία έχουν για τους ταγμένους οπαδούς τους, οι οποίοι είναι αμέτρητοι στη χώρα μας. Το θέμα μας είναι βέβαια πάντα ότι θα πρέπει να αποτυπώσουμε σε λέξεις αυτό που ακούσαμε και όχι τι τίτλο φέρει στο εξώφυλλο ή τη βαρύτητα του ονόματος. Κρίνοντας λοιπόν ξεκάθαρα τη μουσική που υπάρχει στο “Senjutsu”, αν έλειπαν από το tracklisting τα δύο πρώτα singles και το CD ήταν μονό, θα υπήρχαν 1-2 βαθμοί παραπάνω. Όπως και να έχει όμως, μιλάμε για ένα πολύ αξιοπρεπές αποτέλεσμα, ιδανικό κλείσιμο στη δισκογραφική πορεία ενός ονόματος που δεν έχει να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Up The Irons!

7 / 10

Γιώργος Κόης

Αυτό που θα έλεγα εξαρχής είναι ότι ο νέος δίσκος της πιο αγαπημένης μου μπάντας από τον χώρο του κλασικού heavy metal  με προβλημάτισε. Τα στοιχεία που τον συνθέτουν με άφησαν με εντυπώσεις που επιβεβαιώνουν γιατί νιώθω έτσι. Κατ’ αρχάς, κάπου εδώ ο Bruce Dickinson προσπαθεί για πρώτη φορά  να τραγουδήσει και για εμένα δεν καταφέρνει, ούτε στο ελάχιστο να φτάσει τα επίπεδα ακόμα και του “Book of souls”. Και μιλώντας για τον δίσκο αυτό που αναθέρμανε στον  μέγιστο βαθμό τη σχέση των οπαδών τους μαζί τους, κανένα μα κανένα κομμάτι του νέου τους δίσκου δεν είναι κράχτης. Δεν υπάρχει ένα “If eternity should fail” που μόνο γι’ αυτό θα άξιζε κανείς να το ακούει ξανά και ξανά και να αναφωνεί «τι έγραψαν οι θεοί του heavy metal». Βασικό στοιχείο που θαρρώ ότι πρέπει να επισημανθεί είναι ότι δεν υπάρχει κλιμάκωση σε θέμα ταχύτητας. Εκεί που λες και περιμένεις ότι τώρα θα γκαζώσουν δεν γίνεται σε κανένα του σημείο ακόμα και τα 10λεπτα που για πρώτη φορά δεν είναι έπη. Και δεν είναι γιατί θαρρώ πως αυτός ο δίσκος είναι μια καθαρή φόρμα των IRON MAIDEN από το 2000 που επανασυνδέθηκαν. Δεν δικαιολογείται σε καμία περίπτωση να συμβαίνει κάτι τέτοιο μετά από 6 χρόνια που είναι και το μεγαλύτερο διάστημα ανάμεσα σε δίσκους στην καριέρα τους!

Το έχασαν; Δεν ξέρω ειλικρινά γιατί το είπα στο “The final frontier” και ήρθε το “Book of souls” και ξαναέγινα Maidenας όπως στα early 90s. Πιστεύω ότι θα είναι ο πιο αμφιλεγόμενος δίσκος της, μέχρι τώρα, δισκογραφίας τους αναλογιζόμενος και τις αντιδράσεις στα social media. Ακόμα και εσείς που πανηγυρίζετε αναλογιστείτε αν αρκεί ένα κομμάτι να είναι καλό όταν εξελίσσεται και στηρίζεται καθαρά στις φωνητικές γραμμές. Βέβαια αν σας αρέσει αυτός ο τρόπος σύνθεσης μάλλον θα σας αρέσει ο δίσκος και σας καταλαβαίνω απόλυτα, αλλά δεν ξέρω πόσο μπορεί να σταθεί δίπλα στα προηγούμενα τους album – για τα 80s και early 90s ούτε λόγος. Προσωπικά, αυτός ο τρόπος σύνθεσης με τις μακροσκελείς εισαγωγές που ξεκίνησε με το “Afraid to shoot strangers” και μετουσιώθηκε σε μεταμόρφωση στο “The X-Factor” με ενοχλεί σαν ακροατής. Είναι σαν να έχουν βρει μια πατέντα και αντί να την εξελίσσουν στην πορεία του χρόνου, την εκμεταλλεύονται λες και είναι συνταγή επιτυχίας. Για την παραγωγή δεν έχουμε να πούμε τίποτα παραπάνω από το γεγονός ότι ο ήχος τους παραμένει ίδιος και απαράλλακτος, γεγονός που κάποιους τους ενοχλεί αυτός ο ξερός και χωρίς βάθος ήχος – βάλτε κι εμένα μέσα! Το να αναλύσει κάποιος διεξοδικά τον δίσκο για εμένα δεν έχει νόημα καθαρά γιατί τα μοτίβα είναι επαναλαμβανόμενα και οι lead κιθάρες δεν ξεχωρίζουν παρά μόνο σε ελάχιστα σημεία. Όσοι είστε «mono maiden» πανηγυρίστε με όλη σας την ψυχή γιατί σε αυτή τη δεκαετία θα φύγουν πολλά από τα κλασικά σχήματα που διαμόρφωσαν την σκληρή μουσική όπως την μάθαμε όλοι. Και έτσι δικαιολογείται γιατί αυτός ο αναβρασμός για την κυκλοφορία του! Ζούμε άλλη μια σημαντική στιγμή που μας ενώνει. Δυστυχώς δεν θα τον έχω στο repeat στο γαμήλιο ταξίδι  αν και πολύ θα το ήθελα…

6,5 / 10

Λευτέρης Τσουρέας

Έξι χρόνια μετά το “The book of souls”, ένα άλμπουμ που είχα ευχαριστηθεί πολύ, προσωπικά (μέχρι και το “The book of souls: live chapter” αγόρασα), οι Βρετανοί θρύλοι IRON MAIDEN ξαναβρίσκονται στην επικαιρότητα. O λόγος; Μα φυσικά, ο δίσκος υπ’ αριθμόν 17 με τον τίτλο “Senjutsu”. Και τι δεν είδαμε σαν σχόλια, απ’ όταν ανακοινώθηκε. Από το τίτλο του δίσκου, από το εξώφυλλο, στις διάρκειες, στους τίτλους των τραγουδιών και πάει λέγοντας. Η αλήθεια είναι πως οι μπάντες που εν γένει απασχολούν κόσμο, τα έχουν αυτά. Παίζουν κιόλας με αυτό, στα πλαίσια του θεμιτού, αν θέλετε. Έτσι χτίζεται το λεγόμενο hype. Από εκεί και πέρα όμως, κάπου τελειώνει το σούσουρο, και αρχίζει η ουσία. Η μουσική. Πως άραγε ανταποκρίνεται η μουσική σε αυτό στη περίπτωση του “Senjutsu”;

Η απάντηση δίνεται πατώντας play, με το ομώνυμο κομμάτι, να μπαίνει εμβατηριακά, σιγά-σιγά να μπαίνουν οι ρυθμικές κιθάρες, και έπειτα πάνω από όλα, η χαρακτηριστική φωνή του Bruce Dickinson. Ναι, το σκεφτήκαμε και στα πρώτα δείγματα, το διατυπώνω και εδώ. Ακούγεται “πίσω” και “συγκρατημένος” για τα δικά του ύστερα δεδομένα. Ναι, τα διπλά κανάλια με αρμονίες προσθέτουν τη διάσταση του υμνικού που θα ήθελε, ωστόσο καταλαβαίνεις ότι κάτι λείπει. Μια έξτρα δύναμη στην ερμηνεία που υπήρχε τουλάχιστον στον προ εξαετίας προκάτοχο. Να σημειωθεί πως τόσο εδώ όσο και στο άκρως κολλητικό “Stratego” εμφανίζονται πολύ γουστόζικα τα πλήκτρα, σε ένα πολύ ωραίο ρεφρέν, που μουρμουράω τη μελωδία του από την στιγμή που βγήκε.

Περνάμε στο πρώτο single, που είχε χτιστεί ΤΟ hype γύρω από αυτό: “The writing on the wall”. Όπως έχω πει και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, μου άρεσε το όλο “Αμερικάνικο”/southern συναίσθημα του κομματιού, ήταν μια διαφορετική πινελιά για MAIDEN. Χωρίς ωστόσο να με ενθουσιάζει σαν κομμάτι, και σίγουρα στη ροή του δίσκου είναι από τις αδύναμες στιγμές του. Μια σύνθεση 9,5 λεπτών μας περιμένει στη συνέχεια, με το “Lost in a lost world”, με ένα πολύ χαρακτηριστικό μοτίβο IRON MAIDEN των τελευταίων 20 ετών: ακουστική εισαγωγή, και ξέσπασμα, σε ένα πιο αργόσυρτο κομμάτι, με αρκετές αλλαγές, και συνολικά μια από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Ακολουθεί το μικρότερο κομμάτι του δίσκου, το πολύ ωραίο “Days of future past” και προσωπικά, η αγαπημένη μου σύνθεση εδώ μέσα. Ένα λιτό, απέριττο, to-the-point κομμάτι, 100% MAIDEN, δείχνοντας ότι μπορούν και έτσι. Όπου έτσι, με λίγο παραπάνω γκάζι, με ένα φοβερό ρεφρέν, και μια κολλητική μελωδία, όπως πρέπει. Ωραία πράγματα!

Το “The time machine” ξεκινάει σχεδόν ίδια με το “The talisman”. Δεν παίρνει κίτρινη, αλλά παρατήρηση από το διαιτητή. Έπειτα έχει ένα folk-ίζον ρυθμό που προχωράει και αναπτύσσεται στα 7 λεπτά διάρκείας του, με χαρακτηριστικές MAIDEN μελωδίες από τη μέση και μετά, χωρίς παρόλα αυτά να ενθουσιάζομαι και ιδιαίτερα. Πλέον, ήρθε η ώρα για το πολεμικό κομμάτι του δίσκου, το “Darkest hour”. Πολύ ωραία στιγμή του δίσκου πραγματικά, ένας υπέροχα δραματικός Dickinson, ένα πολύ ωραίο ρεφρέν και ένα ακόμα ωραιότερο ξεδίπλωμα σε σημεία που μου θύμιζε το εξαιρετικό “A matter of life and death”.

Αυτό το folk στοιχείο που δεν με ενθουσίασε ωστόσο στο “The time machine”, το βρήκα σε καλύτερη εκτέλεση στο “Death of the celts” που έχει το πνεύμα του “The clansman”. Θα μου πεις, λογικό, παρόμοιου θέματος είναι στιχουργικά. Τα 10 λεπτά που διαρκεί κυλούν όμορφα, με τον Bruce να διηγείται ιστορίες των γενναίων Κελτών, σαν να είμαστε μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά μαζί του. Τα τελευταία 20 περίπου λεπτά του δίσκου, μοιράζονται σχεδόν εξίσου στo πιο σκοτεινό και αργόσυρτο “The parchment” και το επίσης αγαπημένο στις ακροάσεις “Hell on earth” που με γραπώνει από το πρώτο λεπτό και με τραβάει ως το τέλος του κομματιού και του δίσκου, με ένα πολύ πιασάρικο και δυναμικό ρεφρέν, αντάξιο ενός δίσκου MAIDEN.

Η αλήθεια είναι, πως οι προσδοκίες μου, ήταν κάπου στα επίπεδα του “The book of souls”. Άμα έπρεπε κάπου να κατατάξω το “Senjutsu”, αυτό, είναι κατώτερο του κατά ένα σκαλί σίγουρα, αλλά οπωσδήποτε καλύτερο του “The final frontier” (με άνεση, το χειρότερο μετά το reunion με τον Bruce). Άμα περιμένετε τώρα αριστουργήματα στον 17ο δίσκο, ξανακοιτάξτε τη χρονιά. Άμα είστε ρεαλιστές, θα εισπράξετε ένα αξιόλογο άλμπουμ, με τα ψεγάδια του στη παραγωγή (ήθελα παραπάνω όγκο σε σημεία), με περιθώρια να είναι πιο συμπαγές από πλευράς διάρκειας για να ευνοήσει τις περαιτέρω ακροάσεις. Δεν αποκλείω να σας συγκινήσει παραπάνω από εμένα. Ωστόσο, για μένα παίρνει ένα…

7 / 10

Γιάννης Σαββίδης

Όταν προσγειώθηκε το πρώτο single από το πολυαναμενόμενο “Senjutsu”, ομολογώ πως ένιωσα εκείνο το γνώριμο αίσθημα αγωνίας και χαράς αφού, όσο και αν έχω πλέον μεγαλώσει, είναι δύσκολο να ξεπεράσω τους IRON MAIDEN όταν η μουσική τους έχει χαραχτεί στο DNA μου από μικρή ηλικία. Το “The writing on the wall” μου έκανε σχετικά καλή εντύπωση και μετά από άπειρες ακροάσεις μου άρεσε ολοένα και περισσότερο, χωρίς όμως να μου προκαλεί κάποια ψυχική ανάταση. Σε γενικές γραμμές ακούγεται σαν να βγήκε από έναν ξεχασμένο solo BRUCE DICKINSON δίσκο, με κάποιες ομοιότητες με το “If eternity should fail” που άνοιγε το “The book of souls”, σύνθεση επίσης του Bruce. Ωραίο hard rocking κομμάτι, αλλά μετά από έξι χρόνια είναι λίγο. Το “Stratego” που ακολούθησε δυστυχώς επιβεβαίωσε κάποιες ανησυχίες μου: την απουσία έμπνευσης που να ανεβάσει τη σύνθεση πέρα από ένα βασικό και πεζό τραγούδι των 00s MAIDEN, την κούραση στη φωνή του Dickinson, τις απλοϊκές μελωδίες και την παραγωγή/μίξη που δίνουν υπερβολική έμφαση στο μπάσο σε σημείο που χαντακώνονται τρεις κιθάρες. Οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί φάνηκε πως έπαθαν μια ζάλη από τον καλπασμό στα leads αλλά αυτό δεν φτάνει για να απογειώσει το κομμάτι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα φαίνεται να είναι η μανιέρα του Harris με τις μεγάλες ακουστικές/απαλές εισαγωγές που έχουν καταντήσει τυποποιημένες. Εννοείται πως ο αρχηγός έχει επιδείξει, ήδη από τα πρώτα βήματα των MAIDEN, πως ξέρει να γράφει επικά κομμάτια μεγάλης διάρκειας και με διάχυτα progressive στοιχεία, κομμάτια που γίνονται με τη σειρά τους fan favorites. Στο “Senjutsu” ωστόσο ακολουθεί μια πεπατημένη που ο ίδιος έχει εγκαθιδρύσει χωρίς να παρεκκλίνει. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος με μόνο τρία κομμάτια κάτω των επτά λεπτών, με το “Days of future past” να κάνει γενικά καλή εντύπωση με τα γρήγορα leads και ένα μεταδοτικό ρεφραίν που προσφέρεται για αρένα. Τα μεγάλα κομμάτια ωστόσο ακούγονται ξεχειλωμένα και όχι μόνο εξαιτίας των intros και outros αλλά και γιατί τα instrumental μέρη συχνά συνεχίζουν να τραβάνε ενώ νομίζεις πως τελειώνουν (όπως το κλείσιμο του 12λεπτου “The parchment” που είναι βασικά μια γραμμική άσκηση σε μινόρε κλίμακα για αρχάριους κιθαρίστες). Το χειρότερο παράδειγμα είναι το “Lost in a lost world” με μια εισαγωγή που κοιμίζει και δεν σε μπάζει στο mood ενός heavy metal δίσκου. Όταν σκάνε τα τύμπανα, η εισαγωγή ξαφνικά φαίνεται εντελώς άσκοπη και αναρωτιέμαι πόσο καλύτερα θα ήταν αν έκοβαν την γαρνιτούρα. Κάποιες τάσεις έχουν γίνει λοιπόν μανιέρα σε σημείο που το οικείο έχει γίνει δυστυχώς βαρετό.

Πάμε τώρα στα καλά. Ο δίσκος ανοίγει με το ομώνυμο τραγούδι που, αφού περάσει η τυπική εισαγωγή, εδώ όχι τόσο μεγάλη, και αφού μπούμε στο ψαχνό, σκέφτομαι πως βρίσκομαι σε “Brave new world” έδαφος και ξέρουμε τι σημαίνει αυτό. Μιλάμε για ένα mid tempo επικό κομμάτι που παρασέρνει, με κλασσικές Maiden-ικες μελωδίες, ένα επικότατο ρεφραίν που φέρνει σε “Blood brothers” και το δίδυμο Smith/Murray σε γερή φόρμα. Κομμάτι που εκπλήσσει και παρασέρνει επίσης είναι και το “The time machine” γραμμένο από τους Gers/Harris όπου ακούμε οικείες φόρμες αλλά σαφώς δουλεμένες, με καλπασμούς, σόλο μονομαχίες και έναν Dickinson που πατάει σε πιο πολύπλοκες μελωδίες απ ό,τι στα δύο single. Το μεγάλο μπαμ γίνεται σίγουρα με το “Death of the Celts” που είναι το “Clansman” της νέας δεκαετίας με τις κέλτικες μελωδίες και τα leads που θα παρασύρουν τα πλήθη στα γήπεδα και τις αρένες. Σίγουρα το καλύτερο κομμάτι του δίσκου και απόδειξη πως ο Steve Harris το χει ακόμα. Το “Lost in a lost world” που προανέφερα είναι πάλι στα χνάρια του “A matter of life and death” με ρεφραίν αλά “These colors don’t run” και ένα ομολογουμένως απογειωτικό instrumental μέρος. Το “Hell on earth” που κλείνει το δίσκο έχει εισαγωγή δύο και λεπτών και τα τύμπανα σκάνε σ’ ένα εντελώς άκυρο σημείο λες και δεν ξέρανε που να ξεκινήσουν το κυρίως μέρος. Γιατί τέτοια προχειροδουλειά; Βρισκόμαστε σε “A matter of life and death” εδάφη με mid tempo καλπασμό, στακάτες κιθάρες, όμορφες μελωδίες και γενικά ένα επικό mood με μια καλή ερμηνεία από τον Dickinson. Ένα καλό κομμάτι που κλείνει το δίσκο πιο δυνατά από σχεδόν όλους τους προκατόχους στα 00s. Μακάρι να απουσίαζαν όμως οι γαρνιτούρες. Το “The darkest hour” στη μέση του δίσκου πάει κάπως να σπάσει τη μονοτονία ως μια τύπου “tears of a clown” μπαλάντα, αλλά είναι χλιαρό, χωρίς το στιβαρό hard rock feel του “clown”.

Σε γενικές γραμμές το “Senjutsu” είναι καλό αλλά δεν εκπλήσσει και σε φάσεις δεν είμαι σίγουρος αν πρέπει να το τοποθετήσω δίπλα ή πιο πάνω απ το “Book of souls”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έχει πολλά από τα διαπιστευτήρια ενός καλού IRON MAIDEN δίσκου, καλά και εκπληκτικά τραγούδια και κομμάτια που προσωπικά με απογοήτευσαν όσο και αν θέλω το αντίθετο γιατί ειλικρινά αγαπώ αυτό το συγκρότημα όπως έναν παιδικό φίλο. Νιώθω πως έχουν βρει μια λειτουργική μανιέρα στα 00s που μένει σχετικά στάσιμη με μερικά highlights (βλέπε “A matter of life and death”). Δεν ξέρω αν ο βαθμός για τώρα είναι δίκαιος ή όχι και αν στο μέλλον θα αλλάξω άποψη, αλλά για τώρα δεν μπορώ να βάλω παραπάνω από τον κάτωθι.

7 / 10

Φίλιππος Φίλης

Tags: , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece