Connect with us

Δημήτρης Μπούκης

PARASITE INC. – “Cyan night dreams” (Reaper Entertainment)

Published

on

Δεν ξέρω πόσοι θυμάστε τους PARASITE INC και το πολύ καλό “Time tears down” που είχαν κυκλοφορήσει το μακρινό πλέον 2013. Το συγκρότημα από την Γερμανία προσωπικά μου είχε αφήσει πολύ θετικές εντυπώσεις με το ντεμπούτο του, παίζοντας melodic death metal, που συνδύαζε κατά κύριο λόγο τους CHILDREN OF BODOM με τους ARCH ENEMY. Έχοντας αφήσει το συγκρότημα εκεί όπου ξεκίνησε, προς μεγάλη μου έκπληξη είδα στο email μου το νέο τους άλμπουμ “Cyan night dreams” για κριτική. Η έκπληξη μου όμως ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν διαπίστωσα ότι οι PARASITE INC. κυκλοφόρησαν ακόμα ένα άλμπουμ το 2018, ονόματι “Dead and alive” και ένα live το 2020.

Έχοντας κλείσει σχεδόν μία δεκαετία, οι PARASITE INC. δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν και πολύ δραστήριοι, αλλά η περιέργεια μου για το πως ακούγεται το συγκρότημα τώρα ήταν μεγάλη. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, το “Cyan night dreams” δεν με ενθουσίασε. Ίσως αν το άκουγα πριν από μερικά χρόνια, η άποψη μου να ήταν λίγο διαφορετική. Ας πάμε να δούμε τα πράγματα λίγο πιο αναλυτικά.

Οι PARASITE INC. φαίνεται ότι στην προσπάθειά τους να εξελιχθούν και να παρουσιάσουν ένα σύνολο τραγουδιών που θα τους πήγαινε στο επόμενο επίπεδο, παρουσιάζουν έναν δίσκο που περισσότερο με μπέρδεψε, παρά μου έδωσε μία κατεύθυνση για το τι θέλουν να παίξουν. Το “Cyan night dreams” είναι αρκετά σκοτεινό σαν άλμπουμ, λογικό αν σκεφτούμε ότι το συγκρότημα έγραφε τα τραγούδια κατά την διάρκεια της πανδημίας, οι συνθέσεις όμως δεν παρουσιάζουν κάτι το ιδιαίτερο. Χαμένοι κάπου ενδιάμεσα στην μοντέρνα έκδοση των IN FLAMES και στην μουσική που μας είχαν παρουσιάσει στο ντεμπούτο τους, οι PARASITE INC. παίζουν melodic death, έχοντας εντάξει ελαφρώς ηλεκτρονικά στοιχεία, groove-άτες κιθάρες και σε σημεία καθαρά φωνητικά, όμως τα τραγούδια δεν είναι ικανά να δώσουν κάτι που να σε τραβήξει.

Σκέφτομαι πολλές φορές ότι και εμείς σαν μουσικόφιλοι, ζητάμε να ακούσουμε κάτι νέο, κάτι διαφορετικό, κάτι τέλος πάντως που θα φέρει ανανέωση στον ήχο που γουστάρουμε. Άλλες φορές από τα συγκροτήματα που έχουν φτιάξει ένα όνομα, θέλουμε να παίζουν όπως τα πρώτα τους άλμπουμ που άφησαν ιστορία και δεν αναγνωρίζουμε σπουδαίες δουλειές που κυκλοφόρησαν μετέπειτα. Τι ακριβώς θέλουμε τελικά; Και η απάντηση που μπορώ να δώσω είναι καλή μουσική, που θα θέλουμε να ακούμε ξανά και ξανά.

Το “Cyan night dreams” δεν είναι κακό άλμπουμ, μάλιστα έχει κάποιες πολύ καλές στιγμές, όπως το ομώνυμο τραγούδι που το χάρηκα πολύ, αλλά είναι ακόμα ένας δίσκος της σειράς και με άλμπουμ όπως αυτό αλλά και την συχνότητα με την οποία κυκλοφορούν δίσκους, θα πρέπει να αλλάξουν μερικά πράγματα στο συγκρότημα για να περιμένουμε κάτι καλύτερο από αυτούς.

6 / 10

Δημήτρης Μπούκης

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Δημήτρης Μπούκης

AMON AMARTH – “The great heathen army” (Metal Blade)

Published

on

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο να γράφουμε για συγκροτήματα που μέχρι πρότινος τα αναφέραμε ως συγκροτήματα νεότερης γενιάς και πλέον αυτά έχουν κλείσει πάνω από 20 χρόνια παρουσίας. Έτσι λοιπόν οι αγαπημένοι μου AMON AMARTH, μετά από 24 χρόνια συνεχόμενης πορείας, κυκλοφορούν σε λίγες ημέρες τον δωδέκατό τους δίσκο, με το όνομα αυτού να είναι το “The great heathen army”.

Δεν έχω κρύψει (ούτε πρόκειται να το κάνω ποτέ) ότι είμαι οπαδός των Σουηδών viking. Όπως δεν μπορώ να αρνηθώ πως τα τελευταία δύο άλμπουμ των AMON AMARTH, ενώ πέτυχαν στο 100% τον σκοπό τους, εμένα προσωπικά δεν με κάλυψαν. Είναι πασιφανές ότι το συγκρότημα ήθελε να ανοίξει τον κύκλο των οπαδών του και ένας από τους τρόπους για να το πετύχει αυτό, ήταν να εντάξει στο melodic death metal του, ολοένα και περισσότερα στοιχεία κλασικού heavy metal. Και είναι κακό αυτό; Όχι και σε καμία περίπτωση κατακριτέο. Δεν μπορώ όμως να αρνηθώ ότι όσες φορές έδωσα ευκαιρίες στα “Jomsviking” και “Berserker”, ένιωθα πάντα την επιτηδευμένη προσπάθειά τους να ακουστούν πιο εμπορικοί, κάτι το οποίο μου αφήνει και τώρα ένα αίσθημα απογοήτευσης ως προς την πορεία που ακολουθεί το συγκρότημα. Ένα αίσθημα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση φυσικά με την απόλυτη επιτυχία που σημειώνουν, καθώς με την επιλογή αυτή και με τα επιβλητικά live shows τους κατάφεραν να κερδίσουν περισσότερο κόσμο, οπαδούς από νεανικές ηλικίες και πολύ υψηλές θέσεις, πολλές φορές ως headliners, στα billings μεγάλων festival.

Έχοντας υπ’ όψιν αυτά, ήμουν απόλυτα προετοιμασμένος για το τι θα ακούσω στο “The great heathen army”, με την ελπίδα όμως ότι αυτή την φορά θα έχουν πιο ωραία τραγούδια. Μπορώ να πω πως μετά από πολλές ακροάσεις, το “The greath heathen army” με άφησε ικανοποιημένο, τουλάχιστον περισσότερο από το “Berserker”. Αρχικά, η μουσική τους δεν έχει αλλάξει δραματικά, καθώς οι AMON AMARTH ακολουθούν την πεπατημένη τους ταυτότητα, στην οποία πλέον οι αναφορές στο κλασικό heavy metal είναι δεδομένες. Τι και αν ανέφερε στο δελτίο τύπου ο Johan Hegg ότι είναι ο πιο βαρύς δίσκος τους, τα σημεία που φωνάζουν IRON MAIDEN, ACCEPT και SAXON, δίνουν δυναμικό παρόν. Μπορεί το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, το “Get in the ring”, που κυκλοφόρησε ως single και είναι ένα κλασικό και πολύ ωραίο τραγούδι AMON AMARTH, να ξεγελάει, όπως και το ομώνυμο βαρύ mid tempo τραγούδι (επίσης video clip) που το διαδέχεται, αλλά κομμάτια όπως τα “Heidrun” και “Find a way or make one”, προδίδουν ότι το συγκρότημα δεν θα φύγει από αυτή την πορεία. Το “Heidrun” είναι ένα mid tempo τραγούδι γραμμένο επάνω στις δομές των IRON MAIDEN, με πιο χαμηλό κούρδισμα και αρκετά πιο cheesy βέβαια και στο “Find a way or make one” το solo της κιθάρας θα έκανε τον Adrian Smith να χαμογελάσει. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι τα τραγούδια αν και απλά, είναι καλά και ακούγονται ευχάριστα. Στο δε “Saxons and vikings” συμμετέχει ο τιτάνας Biff Byford, δημιουργώντας ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα σε ένα γρήγορο και επιθετικό τραγούδι. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω όμως ένα κομμάτι, πέρα από τα “Get in the ring” και “Saxons and vikings”, αυτό θα ήταν το “Dawn of norsemen”, το οποίο έχει μία πανέμορφη μινόρε μελωδία, σε ένα τραγούδι που θυμίζει κάτι από την εποχή “Sultur rising”, όπως και το “Oden owns you all” που γλυκοκοιτάζει το “Destroyer of the universe”.

Το “The great heathen army” αν και προβλέψιμο, είναι ένα ωραίο και ευχάριστο άλμπουμ, που διευκολύνει το συγκρότημα να μεγαλώσει την εμπορικότητα και την βάση των οπαδών του ακόμα περισσότερο. Επειδή καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει με τα άλμπουμ από το “Twilight of the thunder god” και πίσω, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα δύο προηγούμενα και μπορώ να πω πως από το “Berserker” είναι πολύ καλύτερο, με μεγαλύτερη ισορροπία, καλές μελωδίες και καλύτερες συνθέσεις. Ότι μου λείπει η ωμή πλευρά των AMON AMARTH, αυτό είναι δεδομένο. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και ο περισσότερος κόσμος ζητάει πλέον διαφορετικά πράγματα και οι AMON AMARTH, με την καταπληκτική παραγωγή του Andy Sneap, το προσφέρουν με τον καλύτερο τρόπο.

Υ.Γ. Όταν έβγαζαν οι MANOWAR παρόμοια εξώφυλλα στους δίσκους τους στα 80’s ήταν καλά. Αλλά ρε παιδιά, έχετε εξώφυλλο όπως το “Twilight of the thunder god” και τώρα βλέπουμε κάτι τέτοιο;

7 / 10

Δημήτρης Μπούκης

Continue Reading

Ανταποκρίσεις

RELEASE ATHENS FESTIVAL: SLIPKNOT – SEPULTURA – JINJER – VENDED – MAPLERUN – PROJECT RENEGADE (Πλατεία Νερού, 23/7/2022)

Published

on

Τίτλους τέλους στη φετινή έκδοση του Release festival, ρίξαμε το Σάββατο 23 Ιουλίου με τους θεούς SLIPKNOT, τους τιτάνες SEPULTURA, με τους εκπληκτικούς και ραγδαία εξελισσόμενους JINJER, τους VENDED και τα πολύ αξιόλογα εγχώρια σχήματα των MAPLERUN και PROJECT RENEGADE. Τα υπόλοιπα καλύπτονται και με το παραπάνω από τον εκλεκτό συνάδελφο Δημήτρη Μπούκη, οπότε περνάμε κατευθείαν στο ζουμί!

Τη σκηνή στις 17:15 κατά το αναμενόμενο πάτησαν οι δικοί μας PROJECT RENEGADE. Αυτό το support slot, ήταν δίκαιο και έγινε πράξη. Άμα με ρωτούσατε ποιους θα ήθελα να ανοίγουν αυτή τη βραδιά, σίγουρα θα έλεγα αυτούς τους κυρίους (και κυρία). Με μεγάλη χαρά που ανοίγουν την ημέρα για μια από τις επιρροές τους, οι PROJECT RENEGADE με κομμάτια τόσο από το “Order of the minus”, όσο και τα singles “Bloodwitch”, “The fix is in” ζέσταναν το κοινό και αποδείξανε γιατί το όνομα τους ανεβαίνει διαρκώς. Άλλη μια πολύ καλή εμφάνιση στο βιογραφικό τους, που γιατί όχι, θα τους δημιούργησε και νέους οπαδούς. Εύγε και με το καλό το νέο άλμπουμ που έχουν στα σκαριά!

Εν συνεχεία, οι πιο έμπειροι δικοί μας πάλι MAPLERUN που είχαν μια πιο SYSTEM OF A DOWN meets METALLICA προσέγγιση, σαν να συνέχισαν από εκεί που άφησαν οι προκάτοχοί τους στη σκηνή. Όμορφες οι αρμονίες φωνητικά, τους δίνουν ένα δικό τους χαρακτήρα. Ένας χαρακτήρας που αγκαλιάστηκε από το κοινό, το οποίο έδειχνε να ανταποκρίνεται θερμά. Με δισκογραφία από το 2007 παρακαλώ, δεν δυσκολεύτηκαν να κερδίσουν το κοινό με χιουμοριστικές στιγμές όπως το “είμαστε λίγο κουφάλογα, πιο δυνατά: περνάτε καλά;”. Η αλήθεια είναι πως η υπομονή και η επιμονή σε αυτό που κάνεις ανταμείβονται όταν βρίσκεσαι σε τόσο μεγάλες και σημαντικές σκηνές. Κερασάκι η διασκευή στο κλασσικό “Toxicity” των SYSTEM OF A DOWN (βασική τους επιρροή προφανώς) που έκλεισε το σετ τους. Εις το επανιδείν!

Επόμενοι στη σκηνή, οι VENDED από την Iowa. Με τραγουδιστή τον γιο του Corey Taylor. Δεν αποτέλεσε μέγιστη έκπληξη ως εκ τούτου όταν τους άκουσα να παίξουν πολύ μα πολύ κοντά στον ήχο της μπάντας του μπαμπά. Ήταν από τις πλέον άτυχες μπάντες καθώς παίξανε τη πρώτη τους συναυλία μια μόλις βδομάδα πριν κλείσει ο κόσμος όλος το Μάρτιο του 2020. Ωστόσο, υπό τη προστασία των SLIPKNOT, οι SLIPKNOT Jr. βγήκαν στο δρόμο αποδεικνύοντας την αξία πέραν της συγγένειας. Ενέργεια που παρέπεμπε στις πρώτες μέρες των μασκοφόρων της Iowa, μείον (θέλω να ελπίζω) τα αρνητικά παρελκόμενά τους. Πολλές φορές η φρασεολογία του υιού Taylor θύμιζε στεγνά το πατέρα. Σίγουρα, ήταν τσαμπουκαλεμένοι, φιλότιμοι και επικοινωνιακοί, ωστόσο σιγά σιγά θεωρώ πως πρέπει να φύγουν από τη σκιά των SLIPKNOT και να κάνουν το κομμάτι τους. Και γιατί όχι να κάνουν κάτι όσο ιδιαίτερο ήταν αυτό που εκείνοι παρουσίασαν το 1999. Στο χέρι τους είναι, οι προοπτικές υπάρχουν!

Γιάννης Σαββίδης

Θα ξεκινήσω με ένα μπράβο στον αγαπητό Γιάννη Σαββίδη που βρέθηκε από νωρίς στην πλατεία νερού για να σας μεταφέρει ότι έχετε διαβάσει παραπάνω. Ήρωας πραγματικά. Φτάνοντας λοιπόν την ώρα που ξεκινούσαν οι VENDED, ένιωσα από τα πρώτα λεπτά κούραση με την ζέστη που επικρατούσε. Οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τους 40 βαθμούς και της πολυκοσμίας που θα εντεινόταν ακόμα περισσότερο, δεν δημιουργούσαν και τις καλύτερες προϋποθέσεις για να ευχαριστηθείς ένα festival. Όμως η τελευταία ημέρα του Release festival, παίρνοντας την σκυτάλη από την εξαιρετική βραδιά που μας χάρισαν πριν δύο ημέρες οι EPICA, BLIND GUARDIAN και SABATON, μας επιφύλασσε ισάξιες συγκινήσεις και ισοπεδωτικές εμφανίσεις από τα συγκροτήματα αυτής της ημέρας.

Μετά την βαβούρα των VENDED, πραγματικά υπέφερα, ήρθε η σειρά των JINJER να ανεβάσουν και άλλο την θερμοκρασία. Στην πρώτη τους εμφάνιση στην χώρα μας, πριν λίγα χρόνια είχαν παίξει ως support στους ARCH ENEMY, σε μία εμφάνιση που με είχαν ενθουσιάσει και είχα μεγάλη απορία για το πως θα ανταποκριθούν σε ανοιχτό χώρο. Το μεγάλο πανό με το λογότυπο τους και το σήμα της ειρήνης στα χρώματα της χώρας τους, είχε αναρτηθεί πίσω από τα ντραμς και βάση προγράμματος το συγκρότημα από το Donetsk βγήκε υπό τις επευφημίες 15.000 περίπου κόσμου, ξεκινώντας το πρόγραμμα του με το “Call me a symbol”, από το περυσινό τους άλμπουμ “Wallflower”, συνεχίζοντας με τα “On the top” και “Pit of Consiousness” από το “Macro”

Έχοντας εξαιρετικό ήχο, το συγκρότημα απέδωσε εξαιρετικά αλλά ότι και να πούμε για τους κατά τα άλλα πολύ καλούς μουσικούς τους, όλα τα λεφτά πραγματικά είναι η Tatiana. Κυριολεκτικά δεν μπορούσα να εστιάσω κάπου αλλού. Η Tati εκτός από το χάρισμα της εξαιρετικής φωνής που την έχει προικίσει η φύση, είναι και φανταστική performer. Από λικνίσματα τύπου «τσιφτετέλι» σε headbanging, παιχνίδια με τον φακό και σε δευτερόλεπτα αλλαγή έκφρασης για να βγάλει επιθετικότητα και growls, μέχρι την κίνηση και το τρέξιμό της από την μία πλευρά της σκηνής στην άλλη, η κοπέλα ανεβάζει το επίπεδο των JINJER κατακόρυφα και κάνει πολύ ελκυστική μία όχι και τόσο εμπορική μουσική.

Οι JINJER όμως είχαν να αντιμετωπίσουν έναν πολύ μεγάλο εχθρό που ήταν ο ήλιος. Προς το τέλος του setlist ή Tatiana φαινόταν πραγματικά ταλαιπωρημένη και αστειευόμενη ανέφερε πως κάπως έτσι πρέπει να αισθάνεσαι μέσα σε φούρνο. Βρίσκοντας όμως παρηγοριά στο νερό που κατανάλωνε μετά από κάθε τραγούδι, δεν σταμάτησε να αποδίδει στο μέγιστο και ακόμα όταν χρειάστηκε να τραγουδήσει καθιστή, πάλι ήταν εξαιρετική.

Οι JINJER είναι ένα πολύ ιδιαίτερο σχήμα, από την άποψη ότι η μουσική τους δεν είναι τόσο εύκολη. Παρόλα αυτά το κοινό ανταποκρίθηκε και διασκέδασε κάθε δευτερόλεπτο που το συγκρότημα έπαιζε, όπως επίσης χειροκρότησε θερμά τα λόγια της Tatiana όταν αναφέρθηκε στον πόλεμο που διεξάγεται στην Ουκρανία και το μεγάλο ευχαριστώ για την στήριξη όλων των χωρών που υποδέχονται του πρόσφυγες από την χώρα της.

Το συγκρότημα έκλεισε την εμφάνιση του με το τραγούδι “Colossus” και ακολούθησαν οι αναμνηστικές φωτογραφίες, με τα μέλη να κρατούν την σημαία της Ουκρανίας και την Tatiana να φοράει στο λαιμό ένα κολιέ με το σήμα της ειρήνης, που το πρόσφερε ένας οπαδός τους κατά την διάρκεια του set. Πολύ καλή εμφάνιση, το κοινό τους γούσταρε και χαλάλι η ζέστη για εσένα Tati.

Setlist: “Call me a symbol” / “On the top”/ “Pit of consiousness” / “Disclosure!” / “Judgement (& punishment) / “Teacher, teacher” / “Sleep of the righteous” / “As I boil ice” / “Perennial” / “Pisces” / “Home black” / “Vortex” / “Colossus”

Δημήτρης Μπούκης

Μετά τη σφαγή των JINJER, ήρθε η ώρα για τους τιτάνες του Belo Horizonte, τους λατρεμένους του γράφοντα SEPULTURA. Οι αφιχθέντες χωρίς τον Andreas Kisser, λόγω θανάτου της γυναίκας του Patricia (στη μνήμη της οποίας αφιερώθηκε όχι μόνο η συναυλία, αλλά και η περιοδεία των SEPS αυτή τη περίοδο δια στόματος Derrick Green). Ως ROCK HARD, μεταφέρουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στον Andreas Kisser και στους οικείους της.

Οι SEPULTURA πάτησαν τη σκηνή με το “Isolation” από το εκπληκτικό “Quadra” (2020), αποδεικνύοντας εμφατικά ορισμένα πράγματα. Πρώτον, η φανέλα SEPULTURA είναι υπεράνω προσώπων και είναι ιδέα. Δεύτερον, ο Casagrande είναι ένα κτήνος της φύσης που κοιτάζει στα μάτια και για πολλούς ξεπερνάει σε πολλά τον μεγάλο Igor Cavalera. Τρίτον, ο κιθαρίστας των KORZUS που αντικατέστησε τον Kisser, τα έπαιξε όλα αλφάδι. Τέταρτον και σημαντικότερο, ο Derrick Green ΣΑΡΩΝΕΙ σαν frontman. 25 και βάλε χρόνια στο συγκρότημα, έπρεπε να φτάσουμε τη τελευταία δεκαετία για να σταματήσουν οι χλευασμοί προς το πρόσωπο του.

Η απόδοση του σε ύμνους όπως το “Slave new world”, το “Refuse/resist”, ακόμα και τα “Arise” και “Troops of doom” ήταν εφάμιλλη του ονόματος που εκπροσωπεί και βγάζει ασπροπρόσωπο τον Andreas και τον Paulo που επί σειρά ετών έβαλαν πλάτη για τη πάρτη του. 90 λεπτά όπου ακούστηκαν το “Kairos”, το “Convicted in life”, και το φανταστικό “Μeans to an end” πάλι από το τελευταίο άλμπουμ από την τωρινή εποχή, αποτελούσαν ικανό χρονικό διάστημα για να δείξουν από που ξεκίνησε μια επανάσταση στη Βραζιλία πριν χρόνια και πως αυτή, καλά κρατεί. Το φινάλε με τα “Ratamahatta”/”Roots bloody roots” απλά το πιστοποιεί. SEPULTURA DO BRASIL PARA SIEMPRE!

Γιάννης Σαββίδης

Η μεγάλη στιγμή έφτασε. Μετά από έντεκα χρόνια οι εννιά μασκοφόροι επέστρεψαν για να μας κάνουν να παραμιλάμε για μια ολόκληρη ζωή. Όλα τα μηνύματα έδειχναν ότι θα ζήσουμε κάτι αξέχαστο και πραγματικά αυτό έγινε. Να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι αρκετές ώρες πριν την εμφάνιση των SLIPKNOT, είδα την μεγαλύτερη ουρά που έχω δει στην ζωή μου σε merchandise μπάντας. Μία ουρά η οποία σταμάτησε να υπάρχει όταν ξεκίνησαν να παίζουν οι SLIPKNOT και μετά το τέλος της συναυλίας λίγα άτομα στάθηκαν να δουν αν έμεινε κάτι για αγορά, από ένα εξαντλημένο merch κατά 95%.

Αυτό το δείγμα αγάπης και πώρωσης νομίζω είναι αρκετό για να δείξει την ανυπομονησία που είχε ο κόσμος να τους δει. Αν σκεφτούμε ότι 11 χρόνια πριν υπήρχαν παιδιά που τους άκουγαν και ήταν δεκατεσσάρων και τώρα είναι 25, είναι απόλυτα λογικό να υπάρχει ένα τεράστιο κύμα ανθρώπων που περίμενε αυτή την συναυλία εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, λίγο πριν ηχήσει το “For those about to rock”, να έχουν μαζευτεί –όπως υπολογίσαμε- 25.000 μανιασμένοι οπαδοί παρακαλώ, γεμίζοντας την πλατεία νερού και έτοιμοι να αφήσουν τον εαυτό τους στην τρέλα και την παράνοια των SLIPKNOT, ταυτόχρονα όμως να γίνει ο καθένας ξεχωριστά και μέλος της οικογένειας, όπως αρέσει να αποκαλεί όλους τους maggots ο Corey Taylor.

Μετά το “For those about to rock” ήρθε στιγμή τα φώτα να σβήσουν τελείως, το λογότυπο των SLIPKNOT επάνω στην κουρτίνα, ή οποία έκρυβε τα πάντα από πίσω της, ήταν φωτεινό με ένα απειλητικό κόκκινο χρώμα, κάνοντας τους χτύπους της καρδιάς μας να ανεβαίνουν. Η εισαγωγή του country τραγουδιού “Get behind me Satan and push” έπαιξε το δικό του αρρωστημένο ρόλο και όταν άρχιζε να κολλάει η βελόνα, τότε ξέραμε όλοι ότι η στιγμή που θα ξεσπάσει η κόλαση είναι κοντά. Το “Disasterpiece” είναι το πρώτο τραγούδι που παίζει το συγκρότημα και την στιγμή που σκάει το κεντρικό riff του τραγουδιού, η κουρτίνα πέφτει και αμέσως μαζεύεται προς τα επάνω, για να αποκαλύψει ένα σκηνικό βγαλμένο από τα όνειρά μας. Ένα σκηνικό με τρία επίπεδα, όπου στο πρώτο είναι ο Corey Taylor, μαζί με τους Jim Root και Mick Thomson στις κιθάρες και τον Alessandro Venturella στο μπάσο. Στο δεύτερο επίπεδο ο Jay Weinberg στα ντραμς και στο τρίτο επίπεδο ο Craig Jones με τον Sid Wilson, ενώ δεξιά και αριστερά της σκηνής υπήρχαν οι δύο κολώνες με τα κρουστά στην κορυφή, με τον Michael Pfaff (Tortilla man) και τον Shawn Crahan να είναι σκαρφαλωμένοι επάνω. Οι Αμερικάνοι έχοντας ένα τέτοιο σκηνικό επιπέδου Hollywood, με φώτα παντού, παραλληλόγραμμές οθόνες που άλλοτε έπαιζαν ρόλο φωτορυθμικού και άλλοτε παρουσίαζαν εικόνες ή στίχους, δίνουν πόνο κυριολεκτικά, σε ένα show που δεν έχει προηγούμενο, πιστοποιώντας ότι οι SLIPKNOT συγκαταλέγονται μέσα στα μεγαλύτερα ονόματα της σκηνής αυτής παγκοσμίως, από τις γενιές συγκροτημάτων που βγήκαν από τα τέλη των 90s και έπειτα.

Λένε ότι στις φουρτούνες μετά το πρώτο κύμα, ακολουθεί αμέσως ένα δεύτερο. Έτσι λοιπόν και χωρίς να πάρουμε ανάσα έρχεται το “Wait and bleed” με τον κόσμο να τραγουδά κάθε λέξη με όλη του την δύναμη, χρησιμοποιώντας κάθε ψήγμα ψυχικού αποθέματος. Όλα κυλούσαν ιδανικά, με τον ήχο να είναι εξαιρετικός και τους Αμερικάνους μασκοφόρους, έχοντας βαθιά μέσα στο DNA τους την έννοια του show, σπέρνουν τον όλεθρο με το εξαιρετικό single “All out life” να ακολουθεί και τον κόσμο να φωνάζει μανιασμένος “We are not your kind”. Η συνέχεια ανήκει στο “Sulfur” από το “All hope is gone” που τιμήθηκε με τρία τραγούδια, βλέποντας σε μια στιγμή τον Tortilla man να κάνει ανάποδη τούμπα στα σκαλιά μπροστά από τα ντραμς και να προσγειώνεται στο πρώτο επίπεδο για να πάει να χτυπήσει με το ρόπαλο τον γνωστό ντενεκέ. Δίχως έλεος το “Before I forget” παρακινεί αυτόματα τον κόσμο σε χοροπηδητό ενώ το “The chapeltown ring” είναι η έκπληξη της βραδιάς καθώς ακούσαμε ζωντανά τραγούδι από το επερχόμενο τους άλμπουμ. Τα “Dead memories” και “Unsainted” έδωσαν ακόμα μία ευκαιρία στον κόσμο να τραγουδήσει, με το δεύτερο να δείχνει πως το “We are not your kind” χαίρει άκρας εκτίμησης από τους οπαδούς.

Ο Corey Taylor δεν χωρά αμφιβολία ότι είναι ένας κορυφαίος frontman. Η απόδοσή του αυτό το βράδυ ήταν συγκλονιστική. Αλλά ένας performer πρέπει να έχει και άριστη επικοινωνία με το κοινό και σε αυτό το κομμάτι, ο άνθρωπος κεντάει. Μετά από κάθε τραγούδι πάντα είχε πράγματα να πει, μετρημένα όμως και χωρίς να κουράζει και σε αυτό το σημείο ανέφερε το θέμα της οικογένειας των SLIPKNOT, την δύναμη της μουσικής και ότι κανείς δεν είναι μόνος του. Για όλους τους υπόλοιπους υπάρχει το τραγούδι “The heretic anthem” και το ξύλο έρεε άφθονο. Δίχως παύση, το “Psychosocial” παίρνει την σκυτάλη για να συνεχιστεί ο πανικός και το “Duality” δημιουργεί την ατμόσφαιρα του video clip του, με χιλιάδες κόσμου να ζει με κάθε του αίσθηση την απόλυτη συναυλία του καλοκαιριού.

Η συνέχεια του “Custer” ήταν καλοδεχούμενη αλλά όπως σε κάθε live των SLIPKNOT, ήρθε η στιγμή να γραφτεί ιστορία για ακόμα μία φορά. “Spit it out” φώναξε ο Taylor και η παράνοια έφτασε στο απόγειο όταν έκατσαν όλοι κάτω, περιμένοντας το έναυσμα από τον Taylor, όπου εκείνη την στιγμή κρατούσε μία κάμερα, η οποία μετέδιδε στις οθόνες της σκηνής το κοινό μπροστά τους. Το jump the fuck up ακούστηκε και το μακελειό δεν περιγράφεται με λόγια. Κάπου εκεί συνέβη κάτι, που μέσα στον πανικό δεν κατάλαβα τι έγινε, στον Taylor, καθώς από εκείνο το σημείο μέχρι το τέλος κούτσαινε, ξυπνώντας μνήμες από το live τους στον Λυκαβηττό. Το συγκρότημα αποχώρησε για το encore και επέστρεψε για να μας αποτελειώσει με τον δυναμίτη “People=shit” και το “Surfacing”. To “Till we die” ξεκίνησε να παίζει από τα ηχεία και στον γράφοντα άρχιζαν να κυλούν δάκρυα καθώς εικόνες άρχισαν να ανασύρονται στην επιφάνεια. Εικόνες του Joey Jordison να αγκαλιάζει κλαίγοντας την στολή του Paul Gray, στην πρώτη περιοδεία μετά τον θάνατό του, εικόνες του ίδιου του Joey που δεν είναι και αυτός πλέον εδώ, το αγαπημένο μου μέλος τους και ο αγαπημένος μου drummer από τις νεότερες γενιές και φυσικά εικόνες από έναν άνθρωπο που εδώ και ένα χρόνο δεν είναι μαζί μας.

Τα συναισθήματα στην συναυλία των SLIPKNOT ήταν αυτά που έπρεπε. Νιώσαμε, είδαμε, ακούσαμε και ζήσαμε μία καταπληκτική συναυλία με τα όλα της. Κάθε μέλος της μπάντας έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Το ότι ο “Clown” δεν κατέβηκε από τα κρουστά του, παρά μόνον στο “Duality” είναι δικαιολογημένο, αν σκεφτούμε ότι πριν από λίγα χρόνια έχασε το παιδί του. Τα νέα μέλη έχουν ενταχθεί εδώ και αρκετά χρόνια στην οικογένεια και πιο συγκεκριμένα ο Jay είναι ένας φανταστικός drummer. Δεν θα μπω σε διαδικασία σύγκρισης γιατί θα αδικηθεί και δεν του αξίζει. Ο Sid εύχομαι να παραμείνει το ίδιο τρελός μέχρι το τέλος και οι Jim και Mick επίσης να συνεχίζουν να μας αφήνουν μόνο με την παρουσία τους με το στόμα ανοιχτό. Για τον Corey Taylor τα είπα προηγουμένως. Υπολογίζοντας δε ότι τα growls του έχουν έρθει στα επίπεδα του “Vol. 3 (The subliminal verses)”, μπορώ να πω ότι ίσως είναι στην πιο ώριμή του φάση ως frontman και τραγουδιτής. Για να αναφέρω επίσης τον τεράστιο σεβασμό μου, όταν είναι ο μοναδικός που άκουσα σε festival να ευχαριστεί τα συγκροτήματα που ήταν support. Αν πρέπει να γκρινιάξω για κάτι είναι ότι θα ήθελα δύο τραγούδια ακόμα. To “Sic” μου έλειψε για παράδειγμα, αλλά έφυγα τόσο γεμάτος που το μόνο που μπορώ να περιμένω είναι η επόμενη φορά. Till we die φίλοι μου και maggots for life.

Υ.Γ : Έχει σαράντα βαθμούς ζέστη και γνωρίζεις ότι θα έχεις 25.000 κόσμο. Το να σου τελειώσουν τα νερά, ενώ ο κόσμος έχει ήδη προμηθευτεί μάρκες που τις έχει πληρώσει και τον στέλνεις να πιει νερό από την βρύση, δεν είναι ωραίο πράγμα. Για να μην αναφέρω τους μικροπωλητές έξω από τον χώρο της συναυλίας, που εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη νερού και τους ημιλιπόθυμους οπαδούς, πουλούσαν τα μπουκαλάκια ένα ευρώ. Αυτά για την επόμενη φορά, ώστε να γίνουμε ακόμα καλύτεροι. Μία εξαιρετική διοργάνωση όπως αυτή, πρέπει να έχει ως στόχο το καλύτερο.

Δημήτρης Μπούκης

Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσούρεας

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 22/07 [DARK TRANQUILLITY]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Damage done” – DARK TRANQUILLITY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2002
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Fredrik Nordstrom
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mikael Stanne – φωνητικά
Niklas Sundin – κιθάρα
Martin Henriksson – κιθάρα
Michael Nicklasson – μπάσο
Martin Brandstrom – electronics
Anders Jivarp – drums

«Όχι δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν» τραγουδούσε ο Χριστοδουλόπουλους στο άσμα “Tο προσκλητήριο” και αυτό τολμάω να ψελλίσω εγώ τώρα, όταν συνειδητοποιώ ότι πέρασαν 20 χρόνια από την κυκλοφορία του “Damage done” των DARK TRANQUILLITY. Καταραμένα χρόνια πως περνάνε. Είναι πραγματικά όμως κάτι απίστευτα όμορφο, όταν μετά από τόσα χρόνια ακούς έναν δίσκο και τον γουστάρεις το ίδιο, όπως την πρώτη φορά που τον άκουσες. Mαζί ξυπνούν και οι αναμνήσεις, πρόσωπα, συναυλίες, στιγμές και έχεις ζήσει βέβαια το άλμπουμ την στιγμή που βγήκε, έχεις να θυμάσαι πολλά περισσότερα. Αυτή είναι η μαγεία της μουσικής.

Αφήνοντας τα μελό για την εισαγωγή, ας επικεντρωθούμε στον πρώτο δίσκο των DARK TRANQUILLITY που άκουσα, το άλμπουμ με το οποίο τους ερωτεύτηκα, την έκτη τους κυκλοφορία και μία από τις καλύτερες στην ιστορία τους ή τουλάχιστον από τις αγαπημένες μου. Οι Σουηδοί από το τιμημένο Gothenburg, από το ξεκίνημα τους, ήταν πάντα ανήσυχοι. To “Skydancer” ήταν το άγουρο εναρκτήριο λάκτισμα αλλά με το “The gallery” έβαλαν το λιθαράκι τους στη δημιουργία του ηχητικού melo death κινήματος από το Gothenburg, ενώ με το “The mind’s eye” συνέχισαν το έργο τους, τροποποιώντας μικρές λεπτομέρειες για να διαφοροποιηθούν από τα γειτονάκια τους, τους IN FLAMES και τους AT THE GATES. H πιο μελωδική στροφή τους στο “The projector”, έφερε στην επιφάνεια την μουσική ανησυχία εξέλιξης στον ήχο τους, όπου όμως με την ήδη επιβεβαιωμένη συνθετική δεινότητα που διέπει τους Sundin, Henriksson και Jivarp, το αποτέλεσμα ήταν άκρως εντυπωσιακό και ξεχωριστό, με το “Haven” να πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα το επίπεδο των πειραματισμών.

Και όλα τα παραπάνω συνέβαλαν στο να μας παρουσιάσουν το “Damage done”, ένα άλμπουμ που συνδύασε το παραδοσιακό melo death της γενέτειρας τους με τα στοιχεία που ένταξαν στην πειραματική τους περίοδο, χαρίζοντας μας μία ολοκληρωμένη δουλειά, με έντεκα άψογα τραγούδια, με μεγάλες επιτυχίες που δεν θα βγουν ποτέ από τα setlist των συναυλιών τους, με τα χαρακτηριστικά κοφτά και στακάτα riffs τους και με μελωδίες που και να θες, δεν μπορείς να ξεχάσεις.

Για την ιστορία, στο “Damage done” ο Mikael Stanne δεν χρησιμοποίησε σε κανένα τραγούδι καθαρά φωνητικά, κάτι που είχε να κάνει από το “The mind’s eye”. Αυτό από την μία δείχνει την επιστροφή ενός πιο δυναμικού και άγριου περιβάλλοντος στην μουσική των DARK TRANQUILLITY. Από την άλλη όμως, όσο πορωτικό και αν είναι το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ, τόσο σαγηνευτικό είναι το instrumental “Ex nihilo”. Όσο τα σπάνε τα “Final resistance”, “Monochromatic stains”, “Treason wall”, “White noise/black silence”, άλλο τόσο σε συνεπαίρνουν τα “Format C: for cortex” και “Cathode ray sunshine”.

Δέκα χρόνια λοιπόν μετά, έχοντας τον διπλάσιο αριθμό άλμπουμ στο ενεργητικό τους, το “Damage done” μαζί με το “Fiction” πρέπει να θεωρoύνται κλασικοί δίσκοι για τους DARK TRANQUILLITY, όχι στο επίπεδο των “The gallery” και “The mind’s eye”, αλλά υπό το ηχητικό τους πρίσμα, της δεκαετίας 2000 – 2010.

Did you know that:

-Καταλαβαίνει κανείς το επίπεδο του “Damage done” ακόμα και από τα τραγούδια που κόπηκαν από τον δίσκο. Μιλάμε για τα “Static” και “The poison well” που συμπεριλήφθηκαν στην συλλογή “Exposures – in retrospect and denial” και ως bonus τραγούδια στην επανακυκλοφορία του “Damage done” το 2009.

Δημήτρης Μπούκης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece