Connect with us

Θοδωρής Κλώνης

POWERWOLF – “Call of the wild” (Napalm Records)

Published

on

Να και μια κυκλοφορία που εγώ προσωπικά περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία. Δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλο μου. Οι Γερμανοί POWERWOLF αποτελούν μια από τις μεγάλες μου αδυναμίες και πολύ συχνά ανατρέχω στη δισκογραφία τους με ευχαρίστηση, ιδίως όταν επιθυμώ να κάνω ένα διάλειμμα από πιο βάρβαρα ακούσματα. Τρία χρόνια μετά το εξαιρετικό “The sacrament of sin” και ενώ οι μνήμες ακόμα δεν έχουν ξεθωριάσει από την εκπληκτική τους συναυλία στη χώρα μας το 2019, οι Λύκοι ξαναχτυπούν με το νέο τους, όγδοο άλμπουμ που τιτλοφορείται “Call of the wild”. Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα δείγματα που προηγήθηκαν της κυκλοφορίας του δίσκου με προβλημάτισαν λίγο. Το πρώτο single, το “ Beast of Gévaudan “, αν και πολύ όμορφο κομμάτι,  μου θύμισε πολύ, μα πολύ όμως, τους SABATON.  Σύμφωνοι, ανέκαθεν οι POWERWOLF είχαν πολλές ηχητικές ομοιότητες με τους Σουηδούς, όμως εδώ εκτιμώ ότι αν δεν υπήρχαν τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Attila Dorn, άνετα θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει το συγκεκριμένο κομμάτι ως νέο single των SABATON. Το δεύτερο single όμως, το “Dancing with the dead”, ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Κλασικό, στακάτο κομμάτι POWERWOLF που έδιωξε για λίγο τα σύννεφα ανησυχίας που είχαν αρχίσει να δημιουργούνται. Με μεγάλη περιέργεια λοιπόν, αλλά και με αρκετές επιφυλάξεις, οφείλω να ομολογήσω, περίμενα ολοκληρωμένο το “Call of the wild” για να βγάλω πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Ηχητικά το “Call of the wild” ακούγεται ως η φυσική συνέχεια του “The sacrament of sin”. Η θεατρικότητα, οι δυναμικές και πιασάρικες μελωδίες, είναι όλα εδώ και τοποθετημένα μαεστρικά, όπως πρέπει. Εξάλλου οι POWERWOLF εδώ και χρόνια έχουν βρει τη συνταγή για να δημιουργούν κομμάτια  που ενθουσιάζουν τους οπαδούς τους. Παρόλα αυτά, η ακρόαση του “Call of the wild” με άφησε εν μέρει ανικανοποίητο. Μην παρεξηγηθώ, είναι ένας πολύ καλός δίσκος. Απλά θα ήθελα οι Λύκοι να βγουν λίγο από τη safe zone που βρίσκονται τα τελευταία χρόνια και να μεγαλουργήσουν όπως έχουν κάνει αποδεδειγμένα στο παρελθόν. Εδώ λοιπόν θα βρούμε έντεκα συνθέσεις, με τις περισσότερες να εντυπωσιάζουν. Οι MAIDEN επιρροές είναι πιο έντονες από ποτέ ενώ η μπάντα ακούγεται όπως πάντα στιβαρή και άκρως επαγγελματική. Υπάρχουν κομματάρες όπως το εναρκτήριο “Faster than the flame”, με αυτήν την χαρακτηριστική POWERWOLF μελωδία που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, τα δυναμικά “Sermon of swords” και το ομώνυμο, ενώ άξια παρατήρησης είναι το ρυθμικό “Varcolac” και το πολύ καλό “Reverent of rats” που κλείνει τον δίσκο.  Παράλειψη θα ήταν να μην αναφέρω την προσωπική μου αδυναμία, το kinky “Undress to confess” που μου θύμισε αμυδρά τις πιο σκληρές στιγμές των BEAST IN BLACK, κομμάτι που πραγματικά ανεβάζει την διάθεση του ακροατή. Στον αντίποδα, υπάρχουν κομμάτια που ακολουθούν  το μοτίβο του προηγούμενου άλμπουμ τους και ειλικρινά, δεν θα είχα πρόβλημα με αυτό, αλλά χάνουν στη σύγκριση. Για παράδειγμα, υπάρχει και εδώ μπαλάντα, το “Alive or undead” που όσο συμπαθητική και αν είναι, δεν μπορεί να συγκριθεί με το συγκλονιστικό “Where the wild wolves have gone” . Θα συναντήσουμε επίσης άλλο ένα τραγούδι με Γερμανικούς στίχους (“Glaubenskraft”) και άλλο ένα με Κέλτικες επιρροές (“Blood for blood”) που ακούγονται ευχάριστα αλλά προφανέστατα υστερούν συγκριτικά με το επιβλητικό “Stossgebet” και το πολύ καλό “Insence and iron” αντίστοιχα. Είναι αυτό το safe zone που λέγαμε παραπάνω και που μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι, ιδίως αν δεν υπάρχουν συνθέσεις ικανές να το υποστηρίξουν.

Τέλος,  η deluxe έκδοση του δίσκου για μια ακόμα φορά περιέχει εκπλήξεις. Αυτή τη φορά μιλάμε για το “ Missa Cantorem” όπου εδώ οι POWERWOLF έχουν επανηχογραφήσει δέκα κομμάτια από την δισκογραφία τους, το καθένα όμως με διαφορετικό τραγουδιστή. Στη θέση του Attila Dorn λοιπόν, ακούμε εκλεκτούς καλεσμένους όπως τον Johan Hegg των AMON AMARTH, την Doro Pesch, τον Ralf Scheepers, τον Johannes Eckerstrom των AVATAR, τον Matt Heafy των TRIVIUM, την Alissa White-Gluz των ARCH ENEMY, τον Jari Maenpaa των WINTERSUN, τον Chris Harms των LORD OF THE LOST, τον Christopher Bowes των ALESTORM και τον Bjorn Strid των SOILWORK να αφήνουν το δικό τους προσωπικό στίγμα και πραγματικά είναι μια πολύ καλή αφορμή για να αποκτήσει κάποιος την έκδοση αυτή.

Σε γενικές γραμμές το “Call of the wild” είναι ένας πολύ καλός δίσκος, άρτια δουλεμένος και είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιάσει πολλούς από τους οπαδούς τους. Για μένα όμως, που έχω απαιτήσεις από τις αγαπημένες μου μπάντες, ήθελα αυτό το κάτι παραπάνω. Διασκέδασα πολύ ακούγοντας το, πωρώθηκα με τα περισσότερα κομμάτια αλλά στο τέλος μου έμεινε η αίσθηση ότι κάπου χωλαίνει. Ελαφρώς κατώτερο από το “The sacrament of sin” , το “Call of the wild” καταφέρνει να συντηρήσει τον μύθο των Λύκων, αλλά μέχρι εκεί.

7 / 10

Θοδωρής Κλώνης

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Somewhere back in time

A day to remember… 1/8 [SODOM]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Tapping the vein” – SODOM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1992
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: SPV / Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harris Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Μπάσο – Tom Angelripper
Κιθάρες – Andy Brings
Drums – Chris Witchhunter

Η κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ των αγαπημένων μου SODOM, το “Better off dead” το 1990, οδήγησε τους Γερμανούς thrashers σε μια εκτεταμένη περιοδεία προώθησης του που μάλιστα είχε περάσει και από τα μέρη μας. Στα πλαίσια της περιοδείας αυτής όμως, και ενώ η μπάντα βρισκόταν στη Νότια Αμερική, ο τότε κιθαρίστας της μπάντας Michael Hoffmann αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βραζιλία, αφήνοντας τη μπάντα στα κρύα του λουτρού. Ο Angelripper κινήθηκε γρήγορα και βρήκε τον αντικαταστάτη του στο πρόσωπο του Andy Brings, ενός ταλαντούχου νεαρού από την Βεστφαλία που βούτηξε κατευθείαν στα βαθιά καθώς έπρεπε σε χρόνο ρεκόρ να μάθει το υλικό της μπάντας προκειμένου να ολοκληρωθεί η περιοδεία. Λίγους μήνες αργότερα, η νέα σύνθεση των SODOM μπαίνει στα Dierks Studios με τον Harris Johns στην παραγωγή για να ηχογραφήσουν το νέο τους άλμπουμ. Κι εγένετο “Tapping the vein”.

Εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, οι παραδοσιακές thrash μπάντες είτε πειραματίζονταν με τον ήχο τους, είτε εξωθούσαν τον εαυτό τους στα άκρα. Οι SODOM ξεκάθαρα ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Επηρεασμένοι ίσως και από την ραγδαία άνοδο του death metal, κυκλοφόρησαν τον πιο ακραίο δίσκο τους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Προφανώς και οι πιο παραδοσιακοί thrashers δεν είδαν με καλό μάτι αυτήν την εξέλιξη, οι SODOM όμως πάντα είχαν την ακρότητα στον ήχο τους και δημιούργησαν αυτό το “deathrash” κράμα.

Το “Tapping the vein” είναι ένας ωμός, ακραίος, τραχύς δίσκος. Απίστευτα ογκώδες και επιθετικός, παραμερίζει με ορμή την πιο μελωδική προσέγγιση του “Better off dead” και χτυπά σαν βόμβα. Μιλάμε για απίστευτες κομματάρες εδώ μέσα. Ακόμη και το “Deadline” που μάλλον είναι το πιο αδύναμο του άλμπουμ, θερίζει! Από εκεί και πέρα, τι να πει κανείς για τραγούδια όπως τα εναρκτήρια “Body parts” και “Skinned alive” που ακούγονται πιο death metal και από death metal, το φανταστικό “One step over the line” που πιστοποιεί για μια ακόμη φορά ότι στα αργόσυρτα κομμάτια οι SODOM μεγαλουργούν, το ρυθμικό και fan favorite “Bullet in the head”, το ανατριχιαστικό “The crippler” προορισμένο να φέρει εφιάλτες σε κάθε αλλόθρησκο, το “Wachturm” που συνεχίζει την παράδοση με τους Γερμανικούς στίχους και τον ιδιαίτερο ρυθμό του, το φανταστικό ομώνυμο με τις τρομερές εναλλαγές του που, όσο και λέει κάποιος ότι δεν γουστάρει αυτό το άλμπουμ, δεν μπορεί να μην λατρέψει αυτό το κομμάτι, τα καταιγιστικά “Back to war” και “Hunting season” που γραπώνουν τον ακροατή από τον λαιμό και δεν τον αφήνουν να πάρει ανάσα, ενώ ο επίλογος που ανήκει στο σχεδόν οκτάλεπτο  και ιδιαίτερο “Reincarnation” είναι δυσοίωνος, σκοτεινός, με μια αίσθηση επικείμενου ολέθρου.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον Andy Brings που είναι απλά φοβερός στο ντεμπούτο του με τους SODOM, αποδεικνύοντας ότι ο Angelripper έχει τρομερό ένστικτο όταν επιλέγει τους συνεργάτες του, αλλά κυρίως στον Chris Witchhunter.  Ο άνθρωπος ήξερε ότι οι μέρες του στους SODOM ήταν μετρημένες, παρόλα αυτά είναι τρομερά συγκινητικός πίσω από τα τύμπανα, κάνοντας κυριολεκτικά κατάθεση ψυχής στο κύκνειο άσμα του με τη μπάντα. Συγκλονιστικός.

Προσωπικά για μένα το “Tapping the vein” είναι από τα πολύ αγαπημένα μου άλμπουμ των SODOM και το τοποθετώ πολύ ψηλά στη δισκογραφία τους. Και χαίρομαι που, άτομα που το αντιμετώπιζαν υποτιμητικά όταν βγήκε, δηλώνουν πλέον θαυμαστές του. Μην κοιτάτε εμένα, εγώ το λάτρεψα από την πρώτη μέρα!

Did you know that:

Το “Tapping the vein” ήταν ο τελευταίος δίσκος με τον Chris Witchhunter στα τύμπανα καθώς τα προβλήματα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε  ο θηριώδης ντράμερ ήταν τόσο έντονα που ακόμα και ο Angelripper, συνοδοιπόρος του στις καταχρήσεις, αδυνατούσε να τα βγάλει πέρα μαζί του, και εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τη μπάντα. Μια απόφαση που, όπως λέει και ο ίδιος ο Witchhunter στο DVD “Lords of depravity” ήταν επιβεβλημένη καθώς αν έμενε, πολύ πιθανόν να διαλύονταν οι SODOM. Φυσικά ο Witchhunter εξακολουθούσε να έχει άριστες σχέσεις με τον Angelripper και μάλιστα ηχογράφησε μαζί με τους SODOM το επετειακό “The final sign of evil” το 2007, το άλμπουμ δηλαδή που προοριζόταν να κυκλοφορήσει το 1984. Ένα χρόνο αργότερα, ο Chris Witchhunter έφυγε από τη ζωή ύστερα από σοβαρές επιπλοκές στην υγεία του.

Θοδωρής Κλώνης

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 27/07 [TANKARD]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “A girl called cerveza” – TANKARD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2012
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Mainx
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Gerre
Κιθάρες – Andy Gutjahr
Μπάσο – Frank Thorwarth
Drums – Arnulf Tunn

Από ό,τι φαίνεται οι TANKARD έχουν την τιμητική τους αυτόν το μήνα. Στις αρχές του θυμηθήκαμε το δέκατο άλμπουμ των Γερμανών thrashers, το εξαιρετικό “B- day”. Σήμερα θα ασχοληθούμε με το δέκατο πέμπτο άλμπουμ τους, το “A girl called cerveza” που κλείνει δέκα χρόνια κυκλοφορίας. Η διαδικασία γνωστή, ανοίγουμε μια παγωμένη μπιρίτσα και ξεκινάμε!

Το “A girl called cerveza” (όπου cerveza η μπίρα στα Ισπανικά) ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι TANKARD με την Nuclear Blast και ήρθε να πιστοποιήσει την ολοένα αυξανόμενη πορεία της μπάντας από το “B-day” και έπειτα. Αν περιμένατε ότι οι TANKARD θα έβαζαν νερό στη… μπίρα τους και θα ηρεμούσαν, πλανάστε οικτρά, καθώς οι λατρεμένοι αλκοολικοί συνεχίζουν και εδώ το γνωστό αχαλίνωτο thrash metal τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τυχόν ημίμετρα και συμβιβασμούς. Ίσως λίγο περισσότερο σοβαροί στιχουργικά, ενώ οι αναφορές στον ζύθο περιορίζονται στο ομώνυμο τραγούδι και στο “Running on fumes”. Εννοείται ότι το χιούμορ υπάρχει κι εδώ, για παράδειγμα στο kinky “ The metal ladyboy” (ή αλλιώς, what happens in Thailand, stays in Thailand, καταλαβαίνετε!), σε γενικές γραμμές όμως η θεματολογία είναι σοβαρή και θίγει προβληματισμούς με καυστικό τρόπο.

Μουσικά τώρα, ο δίσκος απλά, δεν παίζεται! Με το πρώτο κιόλας άκουσμα ξεχωρίζουν το ομώνυμο έπος, το εκπληκτικό και (δυστυχώς) πάντα επίκαιρο “Witch – hunt 2.0”, το “The metal ladyboy” όπου ακούμε το ντουέτο του Gerre με την Doro Pesch και το αυτοβιογραφικό “Not one day dead (but mad one day)”. Πολύ ξεχωριστό επίσης το “Son of a fridge” με την ημιμπαλαντοειδής εισαγωγή του και τις φοβερές εναλλαγές στο ρυθμό του. Ίσως από τα πιο ποικιλόμορφα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ οι TANKARD. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα κομμάτια υστερούν, κάθε άλλο! Τεχνικές thrash συνθέσεις αλλά και με την απαραίτητη δόση ωμότητας συνθέτουν έναν εξαιρετικό δίσκο που, σίγουρα απέχει αρκετά από τις πρώτα άλμπουμ τους αλλά οι TANKARD έχουν εξελιχθεί πολύ από τότε Ενδεχομένως αυτή η εξέλιξη να έχει ξενίσει μερικούς αλλά εκτιμώ ότι αυτή η σοβαρότητα που άρχιζαν να παρουσιάζουν από το “Stone cold sober” το 1992, τους ταιριάζει πολύ. Όπως πάντα ο Gerre κλέβει την παράσταση με την ερμηνεία του, αλλά και η υπόλοιπη μπάντα δεν πάει πίσω. Τα riffs του Andy Gutjahr είναι καλοδουλεμένα και πορωτικά σε σημεία, χωρίς να υστερούν σε τεχνική και φαντασία. Και βέβαια, φοβεροί στίχοι για σκεπτόμενους οπαδούς. Με λίγα λόγια, ένα τρομερό άλμπουμ!

Προσωπικά θεωρώ το “A girl called cerveza” μια από τις καλύτερες δουλειές των TANKARD και ξέρω αρκετούς που ενστερνίζονται την ίδια άποψη. Ώριμο, τεχνικό αλλά και τραχύ εκεί που πρέπει, είναι από εκείνα τα άλμπουμ που δεν βαριέσαι ποτέ να τα ακούς. Και όταν μετά από δέκα χρόνια απολαμβάνεις την ακρόαση ενός δίσκου ακριβώς όπως την στιγμή που τον πρωτοάκουσες, αυτό σίγουρα κάτι λέει για την αξία του.

Prost!

Did you know that:

  • Το άλμπουμ κυκλοφόρησε καi σε μια έκδοση με DVD το οποίο περιέχει το βίντεο κλιπ του ομώνυμου τραγουδιού, μια live εμφάνιση στα πλαίσια της 70.000 Tons Of Metal Cruise, και μια συνέντευξη της μπάντας.
  • Η Ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ περιέχει σαν bonus track μια διασκευή στο “The prisoner” των IRON MAIDEN. Για την ιστορία, η εν λόγω διασκευή περιλαμβάνεται στο split “The big Teutonic 4” που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από το Γερμανικό Rock Hard και περιέχει άλλες τρεις διασκευές, το “The number of the beast” των IRON MAIDEN από τους KREATOR και τα “Iron fist” και “The hammer” των MOTORHEAD από τους SODOM και τους DESTRUCTION αντίστοιχα.

Θοδωρής Κλώνης

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 08/07 [TANKARD]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “B- day” – TANKARD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2002
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Classen
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Gerre
Κιθάρες – Andy Gutjahr
Μπάσο – Frank Thorwarth
Drums – Arnulf Tunn

Έχω εκδηλώσει πολλές φορές την αδυναμία στους TANKARD, οπότε ας μην επαναλαμβάνομαι και γίνομαι κουραστικός. Οι αλκοολικοί thrashers κυκλοφόρησαν σαν σήμερα πριν από είκοσι χρόνια το δέκατο άλμπουμ τους με τίτλο “B-day”. Ο δίσκος σηματοδότησε την αρχή της συνεργασίας τους με την AFM Records, με το “Vol(l)ume 14” του 2010 να είναι το τελευταίο με αυτήν την εταιρεία. Τσουγκρίστε λοιπόν μαζί μου μια παγωμένη μπιρίτσα να δροσιστείτε και πάμε να θυμηθούμε μια από τις πάρα πολύ καλές δουλειές των TANKARD.

Οι TANKARD πάντα είχαν πολύ έξυπνους τίτλους στα άλμπουμ τους και το “B- day”, σαφής παράφραση του “D- day” , της επιχείρησης δηλαδή της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία το 1944, δεν αποτελεί εξαίρεση, αν και η τούρτα στο εξώφυλλο υποδηλώνει… birthday, κάτι που έχει μια βάση αν σκεφτεί κανείς ότι το 2002 η μπάντα έκλεινε είκοσι χρόνια από τότε που ιδρύθηκε και μάλιστα τότε με το όνομα AVENGER.

Η αλήθεια είναι ότι οι αγαπημένοι μου Γερμανοί είχαν κάνει μια μικρή “κοιλιά” (όχι μπιροκοιλιά, αυτή υπήρχε ανέκαθεν!) στα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους, καθώς τα “Disco destroyer” και “Kings of beer” που είχαν προηγηθεί, παρά τις όποιες καλές στιγμές τους, παρουσίασαν σημάδια κόπωσης και αδυναμίας.  Ευτυχώς όμως εδώ τα πράγματα μπαίνουν στο σωστό δρόμο. Μουσικά το “B-day” διακατέχεται από μια ομοιογένεια, καθώς όλες οι συνθέσεις στέκονται σε υψηλό επίπεδο.  Ίσως λίγο το εναρκτήριο “Notorious scum” να είναι ελαφρώς κατώτερο, για μένα τουλάχιστον, από εκεί και πέρα όμως ο δίσκος πραγματικά απογειώνεται. Πολύ δυναμικές συνθέσεις που ακούγονται φρέσκιες μέχρι και σήμερα, με riffs-πριονοκορδέλα και στίχους που άλλοτε θα προκαλέσουν το γέλιο με το χιούμορ τους και άλλοτε θα προβληματίσουν με την καυστικότητά τους. Προσωπικές μου αδυναμίες από το συγκεκριμένο άλμπουμ, είναι το πολύ ιδιαίτερο “Ugly, fat and still alive”, με τον τίτλο να παραπέμπει ευθέως στο live “Fat… ugly & live” του 1991 και με τους στίχους να κάνουν μια ανασκόπηση στην ιστορία των TANKARD (τα είκοσι χρόνια που αναφέραμε παραπάνω) , τα καταιγιστικά “ Rectifier” και “Sunscars”, το σκοτεινό mid tempo “ Underground (Atmosphere: hostile) και το ασύλληπτο “Zero dude”. Πολύ καλή επίσης και η επανηχογράφηση του “Rundown quarter”, ενός τραγουδιού που πρωτοεμφανίστηκε στο “Heavy metal vanguard” του 1984, του πρώτου demo δηλαδή της μπάντας. Προφανέστατα ο ζύθος έχει και εδώ την τιμητική του, με τραγούδια όπως τα “Need money for beer”, “New liver please!” και “Alcoholic nightmares”να επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Ένας δίσκος εξαιρετικά φροντισμένος μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, με έναν απρόσμενα ώριμο Gerre στα φωνητικά και μια εξαιρετική παραγωγή από τον Andy Classen.

Θεωρώ ότι το “B-day” είναι μια από τις καλύτερες δουλειές των TANKARD.  Ώριμο, στιβαρό thrash metal που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα λεγόμενα κλασικά άλμπουμ της μπάντας. Άντε, ας ανοίξουμε άλλη μια μπίρα πατώντας το repeat!

Did you know that:

  • Το άλμπουμ κυκλοφόρησε και σε διπλό CD σε περιορισμένη έκδοση, και αν τη βρείτε, τσιμπήστε την με κλειστά μάτια καθώς, εκτός του άλμπουμ, περιλαμβάνει τα, δυσεύρετα πλέον, δύο πρώτα demos των TANKARD, το “Heavy metal vanguard” του 1984 και το “Alcoholic metal” του 1985.
  • Ήταν ο πρώτος δίσκος που οι TANKARD δούλεψαν με τον Andy Classen, όχι όμως και ο τελευταίος , καθώς η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι και το “Thirst” του 2008, ενώ έβαλε το χεράκι του και στις επανεκδόσεις των “Disco destroyer” και “Kings of beer” το 2010.

Θοδωρής Κλώνης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Zox Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece