Banner Top
Banner Content

Rob Halford – Bruce Dickinson, Bruce Dickinson – Rob Halford. O Metal God και ο Air Raid Siren. Βίοι σχεδόν παράλληλοι και πορεία περίπου κοινή. Γνώρισαν τη διεθνή καταξίωση και δόξα με τους τεράστιους JUDAS PRIEST και IRON MAIDEN. Όταν ένιωσαν πως ήθελαν να πειραματιστούν μουσικά και να κάνουν πράγματα “out of the box”, αποχώρησαν, με συνέπεια την αρχική σχετική τους επιτυχία, να διαδεχθεί η αποτυχία και τέλος η ολοκληρωτική απαξίωση. Η επάνοδός τους σε αυτό που ξέρουν να κάνουν όσο λίγοι, σήμανε έναν ακόμη θρίαμβο και το φυσικό επακόλουθο ήταν η επανένωση με τα συγκροτήματά τους, τα οποία είτε λιγότερο (JUDAS PRIEST) είτε περισσότερο (IRON MAIDEN) περνούσαν τις δικές τους ημέρες καμπής. Τους «δίνουμε» λοιπόν από κοινού «βήμα», για να «παρουσιάσουν» κάποια υποτιμημένα διαμάντια της προσωπικής τους δισκογραφίας. Μοιραία, όπως θα διαπιστώσεις, λόγω μεγαλυτέρου συνολικού αριθμού προσωπικών κυκλοφοριών, ο Bruce έχει ένα ελαφρύ προβάδισμα που μεταφράζεται σε περισσότερα τραγούδια. Αυτό όμως δεν έχει καμία σημασία. Διάβασε, άκουσε και γιατί όχι, κάνε τις δικές σου, παραπάνω από ευπρόσδεκτες, παρατηρήσεις! Στο τέλος του κειμένου θα βρεις και την συγκεντρωτική Spotify λίστα.

Arc of space (Bruce Dickinson, “Accident of birth”, 1997)

Πολλές φορές, δεν χρειάζονται «πάμπλουτες» ενορχηστρώσεις, μεγαλεπήβολες progressive συνθέσεις και μακρόσυρτα κομμάτια για να δημιουργήσεις ένα συγκλονιστικό τραγούδι. Αρκούν κάτι παραπάνω από τέσσερα λεπτά, στα οποία θα ενώσεις κλασσικές-ακουστικές κιθάρες, βιολί, cello και πάνω τους θα τοποθετήσεις ένα «απογυμνωμένο» Dickinson, σε μια ερμηνεία «εσωτερική» που όμως «εξωτερικεύει» τα δυνατότερα των συναισθημάτων. Η «Κιβωτός» είναι ένα λυρικό αριστούργημα που κλείνει ιδανικά έναν τεράστιο δίσκο. Και αναλογιζόμενος κανείς πως ήταν από τα πρώτα κομμάτια που έγραψε το δίδυμο Roy Z/Dickinson, τότε όχι απλά υποθέτουμε, αλλά σχεδόν είμαστε σίγουροι πως προοριζόταν από την αρχή για να αποτελέσει το finale του “Accident of birth”. Τόσο ιδανικό για αυτόν τον ρόλο/σκοπό.

Beast in the light (TRIBUZY, “Execution”, 2003)

Οι TRIBUZY είναι μια σχεδόν άγνωστη power metal μπάντα από τη Βραζιλία, δημιούργημα του τραγουδιστή Renato Tribuzy, που κυκλοφόρησε δύο δίσκους. Το “Execution” και το “Execution live”, δηλαδή τη ζωντανή απόδοση των studio εκτελέσεων. Το περίεργο είναι πως σε αυτές τις δουλειές συμμετέχουν μεγάλα ως και τεράστια ονόματα της παγκόσμιας σκηνής, δημιουργώντας πάνω από το κεφάλι μας ένα τεράστιο ερωτηματικό. Τι σόι άκρες έχουν ορισμένοι και πείθουν την αφρόκρεμα να κάνει guest σε δίσκο τους; Στο εν λόγω κομμάτι λοιπόν τραγουδά παρέα με τον Renato o Bruce, και μπορώ να πω πως αποκτήσαμε έναν μικρό ύμνο από το πουθενά! Η μουσική του είναι εντελώς HALFORD, o Renato έχει «ξεπατικώσει» αμφότερους Bruce και Rob (τον πρώτο και σε επίπεδο κινησιολογίας), το κομμάτι είναι έπος με refrain για Oscar και ο Dickinson βγάζει το λαρύγγι του και το πετά στα πόδια μας, ειδικά στην live εκτέλεση. Και βλέποντας το video, φαίνεται πως το ευχαριστιέται, δεν κάνει αγγαρεία. Όσο για τον Renato Tribuzy, αυτός το έζησε το όνειρό του.

Broken (Bruce Dickinson, “The best of Bruce Dickinson”, 2001)

Το πρώτο “best of” της προσωπικής καριέρας του Bruce, περιείχε υλικό που εν πολλοίς δεν είχε ακουστεί ως τότε, αλλά και νέες ηχογραφήσεις. Κάτι το φυσικό, άλλωστε, αφού η «φύση» του καλλιτέχνη ήταν και είναι τέτοια που υποστηρίζει ανάλογες κινήσεις. Το “Broken” θα μπορούσε να υπάρχει εύκολα στο “The chemical wedding”, αν ο δίσκος δεν ήταν concept. Μουσικά, αλλά και ερμηνευτικά από την «σκοπιά» του Bruce, ταιριάζει εξαιρετικά, όντας βαρύ και σκοτεινό. Οι μουσικοί που τον αβαντάρουν εδώ, δεν είναι οι TRIBE OF GYPSIES. Όλα τα έγχορδα τα παίζει ο Roy Z, ενώ στα τύμπανα έχει επιστρέψει ο Dickie Fliszar, drummer των SKIN και συνεργάτης του Dickinson από το 1991. Το line-up αυτό ηχογράφησε και το “Silver wings”, που εννοείται θα δεις παρακάτω.

Change of heart (Bruce Dickinson, “Balls to Picasso”, 1994)

Ωραία μπάντα οι DRIVER, πολύ καλός δίσκος το “Sons of thunder”. Μην απορείς για ποιον λόγο το αναφέρω αυτό, τίποτα σε αυτό εδώ το περιοδικό δεν γράφεται στην τύχη, όλα έχουν σχέση με το εκάστοτε αντικείμενο μελέτης. Και επειδή εδώ μελετάμε εν πολλοίς την καριέρα του «Βρούτου» εκτός Maiden, πρέπει να αναφερθεί πως το “Change of heart”, ως σύνθεση του Roy Z, έρχεται από τις πρώιμες εποχές των DRIVER. Καταλαβαίνοντας όμως ο Bruce πως έχει στα χέρια του ένα πανέμορφο κομμάτι, το ζήτησε, άλλαξε τους στίχους (τους «αυθεντικούς», αν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι, θα τους διαβάσεις στο “Sons of thunder”) και το συμπεριέλαβε στο “Balls…”. Ερμηνευτικά, ο Rob Rock το λέει υπέροχα, με το γρέζι του να ταιριάζει μια χαρά, αλλά όσο να ’ναι, ο Dickinson φέρει πάντα μια σφραγίδα που δεν είναι σαν των άλλων, και την βάζει φαρδιά-πλατιά. Η μουσική δε, έχει κάτι το λατινοαμερικάνικο, στοιχείο λογικό αφού ο συνθέτης ονομάζεται Roy Ramirez…

For all eternity (FIGHT, “War of words”, 1993)

Ένα πολύ όμορφο, αισθαντικό, κομμάτι από το πρώτο, πολύ καλό album των FIGHT. Δεν έχει καμία σχέση με τις power ballads που κυριαρχούσαν κάποια χρόνια πριν στο μουσικό στερέωμα, ακόμη και οι εξάρσεις του είναι πιο «χαμηλοβλεπούσες».  Στηρίζεται πολύ στη φωνή του Rob, ο οποίος βγάζει ένα συναίσθημα πόνου και πικρίας και το τελικό συμπέρασμα είναι πως, αν και δεν συγκρίνεται με ύμνους σαν το “Night comes down”, εν τούτοις μπορεί να θεωρηθεί πως αποτέλεσε πρόδρομο και επιρροή για τη συνέχεια τραγουδιών όπως το “Angel”. Ωραία και η «χύμα» εκτέλεση από συναυλία στο Phoenix. Χάνει σε μελαγχολία, αλλά κερδίζει σε άλλου είδους συναισθήματα.

(The) ghost of Cain (Bruce Dickinson, “Accident of birth” single, 1997)

Καταρχάς η παρένθεση στο “The” μπήκε γιατί στην single έκδοση του τραγουδιού λείπει, ενώ σε αυτή της CMC International Records και στην expanded του 2005, όπου και περιέχεται, υπάρχει. Όποιο και να κρατήσεις, καταλαβαινόμαστε για ποιο κομμάτι μιλάμε. Και τι κομμάτι… Αλήθεια, δεν κατάλαβα τότε τον λόγο για τον οποίο έμεινε εκτός δίσκου, αλλά μου έλυσε την απορία ο ίδιος ο Roy Z όταν άνοιξε την καρδούλα του περί πολλών και διαφόρων στον Σάκη Φράγκο. Η απόφαση πάρθηκε από τον Dickinson, διότι χρειαζόταν ένα πολύ δυνατό bonus track για την Ιαπωνία. Καθαρά οικονομικό το θέμα. Έτσι, το κομμάτι μπήκε ως bonus track, boost-αρε με τα χίλια το άλμπουμ στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου και όπως ήταν προσχεδιασμένο, στις μετέπειτα επανακυκλοφορίες συμπεριλήφθηκε κανονικότατα. Μιλάμε για πραγματικό ύμνο, σαφώς ανώτερο από κάποια κομμάτια που αποτέλεσαν μέρος του αρχικού tracklisting, που συνδυάζει το MAIDEN παρελθόν του καλλιτέχνη με το προσωπικό του παρόν.

Gods of war (Bruce Dickinson, “Balls to Picasso”, 1994)

Από τα αγαπημένα μου τραγούδια του δίσκου, πραγματεύεται τον πόλεμο τόσο από την σκοπιά ενός νέου και ενθουσιώδους ανθρώπου που έλκεται από την μάχη και την ανδρεία που εμπεριέχει, όσο και από αυτή του ιδίου ανθρώπου, όταν πλέον τον έχει ζήσει και έχει καταλάβει καλά όλες του τις εκφάνσεις. Οι θεοί του πολέμου λοιπόν δεν είναι ο Άρης ή ο Tyr, αλλά οι βιομήχανοι παραγωγής όπλων. Η μουσική του τώρα, δεν έχει σχέση με όσα έκανε ο Bruce πριν το 1993, είναι κάτι νέο, συνδυάζει το heavy metal με το rock και το alternative και το κάνει καλά. Κι όμως, ο ξιφομάχος μας δεν κόβει εντελώς τον ομφάλιο λώρο, και σου αφήνει μια γλυκιά ανάμνηση των MAIDEN πεπραγμένων του. Τα “oh oh…” στην εισαγωγή και στο τελείωμα και η «ανάβαση» της φωνής του σε μεγάλα «ύψη» στο refrain, σου υπενθυμίζουν ποιος ήταν και τι έκανε κάποτε. Και μάλιστα, σε ωθεί στο συμπέρασμα πως δεν μπορεί ο τραγουδιστής που πάλευε να αποδώσει αξιόλογα δύο χρόνια πριν (τα τρία live albums των IRON MAIDEN εκείνης της περιόδου αποτελούν τεκμήριο ενοχής), να ξαναβρήκε την φωνή του σε τέτοιο βαθμό τόσο σύντομα. Δεν την είχε χάσει. Αυτό που είχε χάσει, ήταν το κίνητρο.

Hell’s last survivor (HALFORD, “Resurrection”, 2000)

Μέχρι πριν από κάποια χρόνια, οι μεγαλύτεροι θα το θυμούνται αυτό (σ.σ: οι μεγαλύτεροι είπα Φράγκο, όχι οι Προκατακλυσμιαίοι), οι Ιάπωνες ήταν οι τυχεροί της μουσικής αγοράς και εμείς, ο υπόλοιπος κόσμος, ουρούσαμε στα απανταχού φρέατα (σ.σ: τα πηγάδια ντε). Αυτός εδώ ο a la “Made in Hell” σαρωτικός οδοστρωτήρας, υπήρχε μόνο στην ιαπωνική έκδοση του “Resurrection” και έπρεπε να έρθει το καταπληκτικό “Live insurrection” που τον περιείχε ως bonus track, ζωντανά ηχογραφημένο όμως, για να τον μάθουμε και να μας φύγει το, κατά το κοινώς λεγόμενον, τσερβέλο. Το κομμάτι είναι καθαρά αυτοπεριγραφικό και μιλά για τη διαρκή εσωτερική μάχη του Rob με τους δικούς του, προσωπικούς δαίμονες, τους οποίους και νίκησε τελικά. “I’m all I have, I’m all I need, the last survivor! I fought and won and now I’m free, the last survivor!”. Ακούγεται καλύτερα σε υψηλή ένταση.

Jerusalem (Bruce Dickinson, “The chemical wedding”, 1998)

Το αγαπημένο μου solo Dickinson τραγούδι. Αν έπρεπε να διαλέξω ένα (1) τραγούδι τόσο από την Maiden όσο και από την προσωπική καριέρα του Bruce Dickinson ως τον ορισμό του “underrated”, θα ήταν αυτό. Μουσική από τον ίδιο σε συνεργασία με τον Roy Z, στίχοι παρμένοι από τον τεράστιο William Blake και το έργο του “And did those feet in ancient time”. Σήμερα είναι γνωστό ως “Jerusalem” και αποτελεί, μελοποιημένο, τον ανεπίσημο εθνικό ύμνο της Αγγλίας, σε μουσική του Sir Hubert Parry και ενορχήστρωση του Sir Edward Elgar. Η metal εκδοχή του; Αριστουργηματική. Εισαγωγή σε μεσαιωνικό ύφος, με το μπάσο στο “let it rain” να ανασηκώνει μέχρι και τα φρύδια σου από την ανατριχίλα, ανάπτυξη που φέρνει σε Maiden (κάπως έτσι θα ακούγονταν αν η μουσική τους είχε καθαρά κέλτικο προσανατολισμό) και ΘΕΟΡΑΤΗ ερμηνεία από τον Bruce, ο οποίος ακούγεται συνάμα τόσο καθάριος, που θα μπορούσε να δανείσει τη φωνή του για τις ανάγκες ενός audiobook. «Ζωντανά», και εδώ είναι το «έγκλημα», έχει παιχτεί μόνο τρεις φορές. Ένα «έγκλημα» για το οποίο ο Bruce ζήτησε «συγχώρεση» αρκετά χρόνια αργότερα, ενώπιον λίγων ευλογημένων (στην κυριολεξία) ακροατών, με μια ανατριχιαστική εκτέλεση στον καθεδρικό ναό του Canterbury, έχοντας την συμβολή του θεού Ian Anderson. Ψάξε.

Light comes out of black (Rob Halford, “Buffy the Vampire Slayer” OST, 1992)

Όταν παίρνεις τους PANTERA για να σε πλαισιώσουν ώστε να ερμηνεύσεις ένα, έτσι κι αλλιώς καλό, κομμάτι, που έχεις συνθέσει για τις ανάγκες μιας ταινίας, το θετικό αποτέλεσμα είναι δεδομένο. Rob στην φωνή λοιπόν, Dime στην κιθάρα, Rex στο μπάσο, Vinnie στα τύμπανα, Phil στα «δεύτερα». Θα μπορούσε άνετα να είναι και αυθεντική PANTERA σύνθεση, πράγμα λογικό αν σκεφτεί κανείς την (τότε) άποψη του Halford περί μεταλλικού ήχου. Το κομμάτι το πήρε μαζί του ο Rob στους FIGHT, ταίριαξε απόλυτα με τη μπάντα, αλλά εκεί που πραγματικά απογειώθηκε, συγγνώμη οπαδοί των PANTERA, ήταν στους HALFORD, με έναν ήχο πιο κοντά στο “Resurrection”, τους Lachman/Chlasciak να κλέβουν την παράσταση και τους Riendeau/Jarzombek να κρατούν τα «μπόσικα», θυμίζοντας πολιορκητικό κριό σε αχυρένια πόρτα. Και η Buffy, ακόμη σφάζει βρυκόλακες.

Machine men (Bruce Dickinson, “The chemical wedding”, 1998)

“Bring the toys out for the boys, let the children make their noise…”. Εκπληκτικό «μπάσιμο» του Bruce με φωνητικά που «θυμούνται» (και θυμίζουν) τις εποχές του “No prayer for the dying”, super heavy riffs και αρκετή «λεπτομέρεια» από πίσω, που δυστυχώς δεν φαίνεται (εντάξει, για να είμαστε ακριβείς, ακούγεται) με την πρώτη οπότε και στερεί πόντους από το κομμάτι. Μέρος αυτής της λεπτομερούς υφής, είναι και το εξαιρετικά διασκεδαστικό, αφού μάθαμε περί τίνος πρόκειται, μέρος μεταξύ των δύο leads από τους Roy και Smith. Εκεί λοιπόν που φαντάζεσαι πως η φωνή που ακούγεται από το «πηγάδι» ανήκει σε κάποιο robot, κάποιο cyborg και γενικά φέρνεις στο μυαλό σου σκηνές από το “Terminator”, έρχεται ο ίδιος ο Bruce και σε προσγειώνει στην πραγματικότητα, κάνοντας γνωστό πως αναγιγνώσκει… αγγελίες από τον «Χρυσό Οδηγό». Ξέχνα λοιπόν τα laser όπλα και τις βόμβες νετρονίου. Εδώ το πιο απειλητικό πράγμα που υπάρχει σε απόσταση βολής είναι πιθανότατα μια ηλεκτρική σκούπα, και αυτό που στρίβει στη γωνία δεν είναι υπερσύγχρονο τεθωρακισμένο «φορτωμένο» με πυραύλους, αλλά βυτίο εκκένωσης βόθρων φορτωμένο με… αυτό, κατάλαβες. Τι έγινε; Ξενέρωσες; Έλα τώρα…

Navigate the seas of the Sun (Bruce Dickinson, “Tyranny of souls”, 2005)

Πόσο όμορφοι στίχοι… πραγματικό κόσμημα! Και ως συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, διφορούμενοι. Μιλάει όντως το τραγούδι για τους απέραντους γαλαξίες (“seas of the sun”) και τη δυνατότητα/προοπτική του Ανθρώπου να ταξιδέψει σε αυτούς και να εγκατασταθεί σε τόπους ομορφότερους ακόμη και από τη Γη (“purple gold and blue, living colors every hue, flowers in the garden of the gods”) ή το ταξίδι αυτό είναι μια κατάσταση του μυαλού και ομολογεί μιαν αλλαγή στη ζωή του καθενός από μας; Ή μήπως αναφέρεται στις θεωρίες του Erich Von Däniken; Ποιος ξέρει… το μόνο που γνωρίζουμε, είναι πως ο Θεός δεν παίζει το σύμπαν στα ζάρια, όπως είπε κάποτε ο Einstein και πως η μουσική του “Navigate…” του προσδίδει τον χαρακτηρισμό «αριστούργημα», καίτοι από τις πιο απλές στην ιστορία της προσωπικής καριέρας του Bruce.

Nightfall (HALFORD, “Resurrection”, 2000)

Ένα απαισιόδοξο τραγούδι για έναν επικίνδυνο έρωτα που βυθίζει στη δίνη της καταστροφής τον παθόντα. Θα μπορούσε να είναι μια σπαραξικάρδια μπαλάντα, αλλά ακολουθεί την “Love bites” σχολή και καλά κάνει. Η εισαγωγή θυμίζει αρκετά VAN HALEN και “Ain’t talkin bout love”, έτσι δεν είναι; Ωραίο και το riff που ακολουθεί. Αυτό δεν ξέρω αν θυμίζει κάτι, αλλά είναι ένα κλασσικό staccato heavy metal riff, από αυτά που ποτέ δεν θα χάσουν την αξία και τη μαγεία τους, οπότε όλα ok. Γενικά, τέρμα JUDAS PRIEST το τραγούδι, οπότε αξιόλογο εκ των πραγμάτων. Παίχτηκε ζωντανά κατά την περιοδεία του “Resurrection” και έκτοτε χάθηκε.

River of no return (Bruce Dickinson, “Tyranny of souls”, 2005)

Η λογική που θα ήθελε να παρουσιάζεται εδώ ολόκληρο το “Tyranny of souls”, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω σε έναν δίκαιο κόσμο θα απολάμβανε δάφνες μεγάλου δίσκου, και όχι κάποια κομμάτια του, δεν είναι μια λογική του παραλόγου. Και αυτό, διότι από τη μια οι προκάτοχοί του και από την άλλη η έλλειψη συναυλιών για την προώθησή του, το έχουν κρατήσει πολύ χαμηλά σε αναγνωρισιμότητα. Εκτός λοιπόν του τόσο ιδιαίτερου “Navigate…”, επιλέχτηκε το “River of no return” για τούτη τη στήλη. Λες και έχει ξεμείνει από το “The chemical wedding” μοιάζει. Διακατέχεται από την ίδια ατμόσφαιρα, ίδιας φιλοσοφίας πλήκτρα το «στολίζουν», η αίσθηση που αποπνέει είναι παρόμοια, βαριά, σκοτεινή… και το refrain, επικότατο! Καθώς το ακούω ξανά, σκέφτομαι πόσο θα προτιμούσα μια συναυλία Dickinson, από την επανάληψη μιας ακόμη IRON MAIDEN. Ο Bruce άντλησε έμπνευση από το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας “Riverworld”, του Philip Jose Farmer.

Sad wings (HALFORD, “Resurrection”, 2000)

Ένα ακόμη bonus track της ιαπωνικής έκδοσης του “Resurrection”, ομοίως στα ίδια μήκη κύματος με το “Made in Hell” (είναι λες και από το ίδιο ένα κομμάτι, βγήκαν τελικά τρία). “Sad wings of destiny, I used to burn, I know that faithfully, I’ll see you turn…”. Δηλαδή, μόνο και μόνο από αυτούς τους στίχους, καταλαβαίνει και ο πιο αδαής πού αναφέρεται αυτό το τραγούδι. Και σε αυτό το τραγούδι ο Rob κάνει λόγο για καταστάσεις που ο ίδιος έζησε, στις σχέσεις του με τους JUDAS PRIEST, στο τι έφταιξε τελικά που χώρισαν οι δρόμοι τους και αν μπορούσαν να σμίξουν ξανά. Ροβέρτο και έσμιξαν, και δισκάρες έδωσαν, και θεϊκές συναυλίες… Περιμένουμε το επόμενο βήμα σας!

Silver wings (Bruce Dickinson, “The best of Bruce Dickinson”, 2001)

Ένα «αδερφάκι» των “Aces high” (μουσικά) και “Tailgunner” (στιχουργικά). Εδώ ο ήρωας πιλότος είναι μέλος του πληρώματος ενός βομβαρδιστικού Avro Lancaster, το οποίο αναλαμβάνει, ως μέρος ενός σμήνους, αποστολές βομβαρδισμού βαθιά στο γερμανικό έδαφος, κατά το τελευταίο έτος του Δευτέρου Παγκοσμίου. Δρέσδη, Essen, Αμβούργο, συνολικά 25 πόλεις έπαθαν τεράστιες καταστροφές, με μεγαλύτερη αυτή της Mainz που καταστράφηκε σε ποσοστό 80%. Ο πιλότος αγωνίζεται να κρατήσει το αεροσκάφος στον αέρα, παρόλο που οι προβολείς το έχουν εντοπίσει (“Now the searchlight blinding us with its light, can’t shake this one off tonight”) και τα πυρά των αντιαεροπορικών πυροβόλων το έχουν ήδη χτυπήσει (“The sky is bleeding gasoline and fuel is running low, tanks are blown to pieces soon the wing is going to go”) ενώ στο τέλος, αναρωτιέται πως γίνεται και τελικά καταφέρνουν αυτός και οι συνάδελφοί του και προσγειώνονται σώοι. Όσο για τους “merlins” των στίχων, είναι φυσικά οι κινητήρες Merlin του Lancaster.

Slow down (HALFORD, “Resurrection”, 2000)

Υπέρβαρο mid-tempo ΕΠΟΣ, με ΤΡΟΜΕΡΕΣ κιθάρες και ΦΟΒΕΡΗ ερμηνεία από τον Rob. Tο γρέζι που χρησιμοποιεί στα κουπλέ είναι στην ουσία το μισό τραγούδι, όσον αφορά τη τελική αξία. Όταν τον άκουσα πρώτη φορά στο “Let it be, still my anger…” έμεινα με ανοικτό το στόμα και είμαι βέβαιος πως δεν ήμουν ο μόνος! Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον ακριβώς λόγο το “Slow down” είναι παραγκωνισμένο συναυλιακά. Είναι τόσο καλό, που θα μπορούσα να δεχτώ και δάνειο από πλευράς JUDAS PRIEST, προκειμένου να το ακούσω επιτέλους ζωντανά. Για κάποιον περίεργο λόγο, κάπως έτσι φαντάζομαι πως θα ήταν, με τέτοιον ήχο, κομμάτια όπως το “Saints in Hell” ή το “Stained Class”, αν είχαν κυκλοφορήσει το 2000 και όχι το 1978. “I’m here to give me one more chance, that choice is resting in my hands”. Το ’πε και το έκανε ο Metal God!

Solar confinement (Bruce Dickinson, “Skunkworks”, 1996)

Τι κακός χαμός είχε γίνει με τούτον εδώ τον δίσκο όταν κυκλοφόρησε… οι “Monomaiden” οπαδοί έκραζαν, έβγαζαν πύρινους λόγους περί ξεπουλήματος χωρίς να ακούσουν νότα (κλασσικά), οι υπόλοιποι είχαμε μοιραστεί σε δύο ομάδες: αυτούς που άκουσαν και δεν μπορούσαν να δεχτούν την αλλαγή (βάλε και μένα μέσα) και αυτούς που άκουσαν και διέκριναν κάποια καλά στοιχεία σε αυτό το hard rock/grunge/alternative album. Με την πάροδο των ετών, οι τελευταίοι αποδείχτηκαν σωστοί. Το “Skunkworks” σε καμία περίπτωση δεν είναι άξιο να μνημονεύεται εις τους αιώνας των αιώνων για τη μουσική του αξία, αλλά είχε καλές στιγμές και μια από αυτές είναι το “Solar confinement”. Ευτυχώς, η συνέχεια για τον Bruce ήταν διαφορετική, γιατί ο Smallwood είχε δίκιο.

Son of a gun (Bruce Dickinson, “Tattoed millionaire”, 1990)

Σε πολλούς είναι γνωστό. Σε πολλούς όμως σχεδόν περνά απαρατήρητο, αν και υποτίθεται πως ένα ΤΕΤΟΙΟ αρχικό κομμάτι στην tracklist οποιουδήποτε άλμπουμ, θα έπρεπε να έχει γνωρίσει τη γενικότερη αποθέωση και να κατέχει μια σίγουρη θέση σε οποιοδήποτε set περιοδείας. Για τον λόγο αυτόν και υπάρχει σε αυτό εδώ το αφιέρωμα. Μιλάμε για συγκλονιστική σύνθεση, σε καθαρά US hard rock πρότυπα, που αν θες να την συνδέσεις στιχουργικά με το “Gods of war” από το “Balls to Picasso”, έχεις το ελεύθερο να το κάνεις. Μέχρι και να το βαπτίσεις «πρόγονό» του μπορείς. Ή μήπως να είναι ο πρόγονος του “Judas be my guide” των IRON MAIDEN, ελέω του τελευταίου στίχου; Ό,τι και να κρατήσεις ως εκδοχή, ή και τις δύο ή ακόμη και να τις πετάξεις αμφότερες, ένα είναι σίγουρο: ο Janick Gers στην κιθάρα «κεντάει», ειδικά στο τέλος όπου σολάρει από πίσω σε εντελώς blues μοτίβα. Ναι, αυτός που «δεν παίζει κιθάρα στους Maiden», που «τον έχουν μόνο για show» και που το συνθετικό του ταλέντο είναι… μικρό. Συγγνώμη, αλλά και εγώ αν ήμουν Harris, αυτόν θα έπαιρνα να με «ξελασπώσει».

The alchemist (Bruce Dickinson, “The chemical wedding”, 1998)

O βασικός (;) πρωταγωνιστής του concept. Με μια πρώτη ματιά, το τραγούδι αναφέρεται στην «επιστήμη» της Αλχημείας, στους αλχημιστές και τα Στοιχεία (Γη, Νερό, Αέρας, Φωτιά) που αυτοί χρησιμοποιούν. Με μια πιο διεισδυτική ματιά, διαβάζουμε αναφορές στην Παπική Εκκλησία, τις εσχατολογικές προβλέψεις του Νοστράδαμου, την Αποκάλυψη και διάφορους άλλους συμβολισμούς που μπλέκονται με το αρχικό concept, ακριβώς λόγω του μεγάλου στιχουργικού/συνθετικού ταλέντου του Dickinson. Στην αρχική έκδοση του δίσκου, χωρίς τα bonus tracks, το “The alchemist” είναι το τελευταίο κομμάτι, γι’ αυτό και δανείζεται το refrain της ομώνυμης σύνθεσης για το finale του, συνοψίζοντας το concept σε μερικές γραμμές. Ένας υπέροχος ύμνος που δεν σε κερδίζει με την πρώτη, αφού δεν έχει ξεσηκωτικό ή επικό χαρακτήρα, αλλά η ατμόσφαιρά του είναι μαγική. Θυμίζει λίγο και το “I just want you” του Ozzy, ή είναι ιδέα μου;

The breeding house (Bruce Dickinson, “Tears of the dragon”, 1994)

“The breeding house stood at 731, he was just a working man… secret science was his game, justified by war…” Η Μονάδα 731 ήταν μια συγκαλυμμένη μονάδα βιολογικής και χημικής στρατιωτικής έρευνας και ανάπτυξης του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατoύ, στη σημερινή (τότε υπό ιαπωνική κατοχή) βορειοανατολική Κίνα. Εκεί πραγματοποιήθηκαν, υπό τη μορφή ανθρωπίνων πειραμάτων, κάποια από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν ποτέ, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Σινοϊαπωνικού Πολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, από το 1937 ως το 1945. Το κομμάτι δε, είναι ένα υμνικό, Maiden-ικό up-tempo, από εκείνα που ο Bruce είχε και έχει «βούτυρο στο ψωμί του». Αν το είχε κυκλοφορήσει η Σιδηρά Παρθένος, θα ήταν μέγα live hit.

Trail of tears (HALFORD, “Crucible”, 2002)

Η αλήθεια είναι πως μετά το απίθανο “Resurrection” και το “Live insurrection”, το “Crucible” δεν μου «έκατσε» καθόλου καλά. Θυμάμαι δε, πολύ χαρακτηριστικά, πως δεν είχε κάτσει καλά σε αρκετό κόσμο, δεν ήμουν ο μόνος παράξενος. Ο λόγος ένας και μόνο ένας: το “Resurrection” μπορεί να είχε σύγχρονο ήχο στην παραγωγή, αλλά ήταν μια από τις πιο “back to the roots” επιστροφές όλων των εποχών. Ακούγαμε τους JUDAS PRIEST όπως πολύς κόσμος τους ήθελε, μακριά από την οπτική των “Jugulator” και “Demolition”. Το “Crucible” δεν ακολουθούσε αυτή τη «γραμμή». Ήταν μοντέρνο (πόσο «κακιά» λέξη), “thrash-αρε” και θύμιζε PANTERA. Ρίξτε το στον Καιάδα! Ευτυχώς, δεν κέρδισαν αυτές οι απόψεις αλλά αντιθέτως, με τον καιρό, όσοι εξ ημών θελήσαμε να το «μάθουμε» καλύτερα, το εκτιμήσαμε για κάποια πολύ δυνατά του τραγούδια, όπως αυτό εδώ. Πνικτική ατμόσφαιρα, πονεμένη ερμηνεία από τον Rob, υπέροχο refrain… τελικά, το “Trail of tears” έγινε ένα από τα αγαπημένα μου Halford κομμάτια. Πως τα φέρνει ο καιρός, ε;

Twenty five years (HALFORD, “Halford IV: Made of Metal”, 2010)

“For when you fall, you have to reach the bottom and count your blessings, that you’re still alive. That’s when you look to someone who was with you, at every single step, right by your side”. Πόνος, θλίψη, κάθαρση, ψυχική και σωματική ανάταση… Ένα λυρικό αριστούργημα. Μια θεϊκή μπαλάντα. Μακράν η ανώτερη σύνθεση του μετριότατου “Halford IV: Made of Metal” και μέσα στα καλύτερα της προσωπικής καριέρας του σπουδαίου ερμηνευτή. Επτά λεπτά μουσικής, γραμμένα εξ ολοκλήρου από τον Rob, στα οποία ο μεγάλος καλλιτέχνης βγάζει από μέσα του ολόκληρο τον ψυχισμό του, μέσα από στίχους που σε λιώνουν υπό το βάρος της «φόρτισης» και της ποιότητάς τους. Μαζί με το “Silent screams”, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Kάπου μέσα του, ελέω Roy Z, θα βρεις και λίγο από το DNA του “Tears of the dragon”.

We own the night (HALFORD, “Halford IV: Made of Metal”, 2010)

Δεν μου αρέσει να λειαίνω και να στρογγυλεύω τις «γωνίες». Το έχω γράψει και στο κείμενο για τα δέκατα γενέθλιά του: Το “Halford IV: Made of Metal” είναι ένα μετριότατο άλμπουμ. Ο Halford θέλησε να «γεφυρώσει» το “Resurrection” με το “Crucible” και κάπου εκεί ανάμεσα, να βρει τον ήχο που θα έκανε και τις φωνές των παραπονιάρηδων να σιωπήσουν. Περίπου το πέτυχε. Το “We own…” είναι ένα ατμοσφαιρικό όσο και πιασάρικο τραγούδι που υμνεί τις ανθρώπινες σχέσεις και την συντροφικότητα. Ο διάδοχος του “Slow down”; Χμ… θα ήθελε να είναι αλλά στο τέλος δεν μπορεί να του μοιάσει. Ωστόσο, μέσα από το χαμηλό επίπεδο του δίσκου, ξεχωρίζει. Αν τα πλήκτρα του Ed Roth έβγαιναν πιο «μπροστά» και τα τύμπανα του Jarzombek είχαν περισσότερο όγκο, θα μιλούσαμε για πραγματικό ύμνο, αλλά κι έτσι, το κομμάτι είναι υπέροχο.

 

Wrath of God (HALFORD, “Crucible”, 2002)

Να και ο διάδοχος του “Into the pit” των FIGHT. Όχι ιδίας μουσικής αξίας, καθώς τέτοια τραγούδια δεν μπορείς να τα φτάσεις ή να τα ξεπεράσεις εύκολα, αλλά ιδίας αισθητικής. Εξοντωτικές διπλομποτιές, χαμηλοκουρδισμένες και «κοφτερές» κιθάρες, Panter-o-ειδής φιλοσοφία, τραχιά φωνητικά… Τρία λεπτάκια ωμής μεταλλικής δύναμης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μας πήρε αρκετό διάστημα μέχρι να αγκαλιάσουμε αυτόν τον δίσκο, να προσέξουμε τα τραγούδια του και να αποφανθούμε με ύφος πρυτάνεως ανωτάτου πανεπιστημίου, πως «τελικά ρε συ, είναι πολύ καλό το “Crucible”». Το καταφέραμε όμως, οπότε κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Δημήτρης Τσέλλος

 

Tags: , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece