Connect with us

Ντίνος Γανίτης

SABATON – “The war to end all wars” (Nuclear Blast)

Published

on

Τι σου είναι η τύχη έτσι; Να έχει προγραμματίσει να κυκλοφορήσεις έναν δίσκο που ονομάζεται “The war to end all wars” και μία εβδομάδα πριν να ξεσπάει πόλεμος στην Ουκρανία… Ρημάδα τύχη! Να ζήσεις για να βιώνεις τέτοια γεγονότα. Πράγματα που διάβαζες σε ιστορικά βιβλία ή άκουγες σε ιστορίες των παππούδων σου που πολέμησαν στα βουνά της Πίνδου ή εναντιώθηκαν στη γερμανική κατοχή.

Πάμε και στους SABATON τώρα και στο “The war to end all wars”. Σε δύο χρόνια που κυριάρχησε ο covid-19, οι Σουηδοί ηγέτες μας έδιναν συνέχεια νέα τραγούδια σε μορφή single χωρίς να αναφερθεί κάποιο νέο για καινούργιο δίσκο. Να πω την μαύρη μου αλήθεια, με κανένα από τα τέσσερα ή πέντε τραγούδια που κυκλοφόρησαν δεν ενθουσιάστηκα. Και δε σας κρύβω πως κάπου είχα ξενερώσει με την όλη φάση γιατί φαινόταν από μακριά η αρπαχτή! Προς τα τέλη του 2021 ήρθε η ημερομηνία κυκλοφορίας του νέου δίσκου. Και κάπου εκεί άρχισε να αναπτερώνεται το ηθικό μου. Δε ξέρω τι με ζέστανε, αλλά η κυκλοφορία των “Christmas Truce” και “Soldier of Heaven”, με έκαναν να νιώσω πάρα πολύ όμορφα!

“The war to end all wars” λοιπόν. Ένα άλμπουμ με έντεκα τραγούδια που εξιστορούν γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Ενός πολέμου που κράτησε τέσσερα χρόνια με τις συνέπειες να είναι γνωστές και εύκολα προσβάσιμες σε όποιον θέλει να τις αναζητήσει. “The war to end all wars” ή με άλλα λόγια, το πιο σοβαρό και μεστό άλμπουμ των SABATON.

Φαίνεται πως η καραντίνα και η αποχή από τις συναυλίες λειτούργησαν υπέρ του συγκροτήματος και κάθισαν και μελέτησαν λίγο παραπάνω τη μουσική τους και τα πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να προσθέσουν σε αυτή ή ακόμα και να αφαιρέσουν. Σε καμία περίπτωση δεν παίζει να ακούσετε κάτι το συνταρακτικά διαφορετικό. Αυτό που πρόκειται να ακούσει ο οπαδός ή ο φίλος της μουσικής, είναι ένα ενιαίο και πολύ δεμένο σύνολο τραγουδιών! Επικές στιγμές, συναυλιακές στιγμές, groove σημεία, ωραίες και δουλεμένες ενορχηστρώσεις, ωραία και μεστή προσέγγιση στα φωνητικά. Όσο και να μη γουστάρεις τη φωνή του Borden, ο τύπος έχει βρει τη χρυσή τομή και τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά, δεν θα μπορούσα να φανταστώ άλλον πίσω από το μικρόφωνο της μπάντας.

Γούσταρα πάρα πολύ που άκουσα τραγούδι σαν το “Soldier of Heaven”. Αυτά τα BEAST IN BLACK «μπλιμπλίκια» του σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού είναι μία πολύ ευχάριστη νότα, κάτι που δεν είχε δοκιμάσει το συγκρότημα ποτέ ξανά. Και μπράβο του! Κομμάτι ΚΑΜΠΑΝΙΚΟΥ ΜΕΤΑΛ με ότι αυτό συνεπάγεται, νομοτελειακά θα βρίσκεται στις κορυφαίες στιγμές του δίσκου για τον γράφοντα! Οι SABATON απλώνουν και άλλο τις επιρροές τους όπως για παράδειγμα το πιο ICED EARTH τραγούδι που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια που φέρει τον τίτλο “Hellfighters Master”. Καλή φάση! Το “Race to the sea” το πάω με χίλια. Αυτό το mid tempo των SABATON τύπου “Carolus Rex” ή “Winged Hussars” είναι το πλέον δυνατό τους χαρτί και πάντα καταλήγει σε ένα εξαιρετικό ρεφραίν που θα τραγουδιέται στάνταρ στις συναυλίες τους! Οι ACCEPT πάντα ήταν επιρροή των Σουηδών κάτι που φαίνεται στο “Lady of the dark” ενώ στο “The valley of death” βρίσκουμε ακόμα ένα τραγούδι που είναι καταδικασμένο να γίνει hit πρώτης γραμμής για το συγκρότημα, τουλάχιστον για τα δικά μου δεδομένα τέτοιο είναι. Ο δίσκος ανοίγει με το “Sarajevo” και κλείνει στις “Versailles” και μαζί του και εγώ τις συνεχόμενες ακροάσεις σε ένα από τα τρία άλμπουμ που έχω ακούσει για φέτος.

Οι SABATON στέκονται δυνατοί και αγέρωχοι. Το “The war to end all wars” είναι ακόμα ένα βήμα προς την καταξίωση του να είναι η μπάντα που θα ηγηθεί του χώρου μόλις οι μύθοι αποχωρήσουν από το προσκήνιο. Και αυτό δεν το λέω εγώ επειδή είμαι οπαδός, αλλά όλη η Ευρώπη που πίνει νερό στο όνομά τους τα τελευταία δώδεκα χρόνια.

“The war to end all wars” και οι οπαδοί τους ανά τον κόσμο χαρούμενοι για ακόμα έναν όμορφο δίσκο.

“The war to end all wars” γιατί είναι ωραίοι τύποι

“The war to end all wars” και όποιος βρει το κρυμμένο τραγούδι των CRIMSON GLORY, δωράκι μία παραλλαγή με άρβυλα στους καιρούς που ζούμε!

“The war to end all wars” και εύχομαι ο τίτλος να είναι προφητικός…

8 / 10

Ντίνος Γανίτης

 

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Uncategorized

MANOWAR, ROTTING CHRIST, RHAPSODY OF FIRE, MEDEN AGAN (Release Festival, Πλατεία Νερού, 22 Ιουνίου 2022)

Published

on

(πριν ξεκινήσουμε με τα του report, να ζητήσουμε προκαταβολικά συγνώμη για την απουσία φωτογραφιών από τους MANOWAR, οι οποίες θα συμπληρωθούν μόλις τις λάβουμε από το συγκρότημα. Δυστυχώς, δεν επιτρεπόταν να φωτογραφήσει κάποιος άλλος πλην του επίσημου φωτογράφου τους, κάποιο τεχνικό πρόβλημα όμως, που δεν οφείλεται στη διοργάνωση του φεστιβάλ, τους έκανε να καθυστερήσουν την αποστολή των φωτογραφιών. Οπότε, για να μην φτάσουμε να δημοσιεύουμε “περσινά, ξινά σταφύλια”, βάζουμε τις υπόλοιπες φωτογραφίες, μαζί με ό,τι ανέβασε το συγκρότημα στα δικά του social media και αμέσως μόλις έχουμε στα χέρια μας επίσημο υλικό, θα εμπλουτιστεί το κείμενο. Ζητούμε και πάλι συγνώμη. Σάκης Φράγκος)

… ή αλλιώς, «ο Eric και όλοι οι άλλοι».

Νομίζω πως η προηγούμενη εμφάνιση των MANOWAR ήταν πετυχημένη πέραν των όποιων προσδοκιών, κάτι που φάνηκε τόσο την ώρα της συναυλίας, όσο και μετά, από τα «απόνερα» που αυτή άφησε. Διόλου τυχαία λοιπόν, εκεί που συνήθως τους βλέπαμε με κάποια (αρκετά) χρόνια απόσταση, από το 1994 και μετά, που μας επισκέπτονται ξανά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ο γνώριμος χώρος, τα παραπάνω από θετικά συναισθήματα και μια αισιοδοξία πως θα δούμε ακόμη καλύτερα πράγματα, να υπάρχει διάχυτη στην ατμόσφαιρα, ήταν στοιχεία που δημιουργούσαν και καλλιεργούσαν ένα πολύ όμορφο κλίμα. Αλλά για να προχωρήσουμε στο παρασύνθημα, ώστε να δούμε αν εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες μας…

Πρώτοι στην σκηνή ανέβηκαν οι MEDEN AGAN, το ένα από τα δύο ελληνικά συγκροτήματα του billing, δυστυχώς μπροστά σε λίγο κόσμο και με τον ήλιο να έχει κάνει την Πλατεία Νερού, τηγάνι πραγματικό. Για όσους δε γνωρίζουν, η πεντάδα υπηρετεί και εκπροσωπεί τον χώρο του μελωδικού, συμφωνικού (power) metal, όπως αυτό καθιερώθηκε από τους NIGHTWISH, κατά βάση. Βεβαίως, οι επιρροές των Αθηναίων δεν οριοθετούνται στα πλαίσια της μουσικής των Φινλανδών ηγητόρων αλλά προεκτείνονται, μπαίνοντας στα «χωράφια» συγκροτημάτων όπως οι EPICA, WITHIN TEMPTATION και AFTER FOREVER. Με τέσσερεις δίσκους από το 2007 ως σήμερα (“Illusions”, “Erevos aenaon”, “Lacrima Dei” και “Catharsis”), στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, οι MEDEN AGAN έχουν καταθέσει τα διαπιστευτήριά τους όσον αφορά τη συνεχή ανοδική τους πορεία, η οποία είναι προϊόν σωστής και συνεχούς δουλειάς, εντός και εκτός studio. Το «εκτός studio» πήγαινε στο πόσο καλοί είναι σε επίπεδο συναυλιακό και ναι, όσες φορές τους έχω δει, έχουν παραπάνω από μια απλά αξιόλογη παρουσία στο «σανίδι». Ήθελα όμως να τους δω και υπό συνθήκες σαν αυτές του Release, σε μεγάλη σκηνή και με όσο γίνεται πιο «ξένο» κοινό από κάτω, για να βγάλω μερικά ακόμη συμπεράσματα.

Δυστυχώς, οι MEDEN AGAN στάθηκαν παραπάνω από άτυχοι. Γιατί; Γιατί θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για τον κάτοχο του τίτλου «Χειρότερος ήχος σε ανοικτό φεστιβάλ» όλων των εποχών. Στα πρώτα δύο τραγούδια, δεν ακουγόταν παρά ένας απίστευτος θόρυβος. ΘΟΡΥΒΟΣ. ΣΚΕΤΟΣ. Στη συνέχεια, ακουγόταν ο ίδιος απίστευτος θόρυβος, με μια τραγουδίστρια που προσπαθούσε να δώσει τον καλύτερό της εαυτό και την έβλεπες να παλεύει επί ματαίω. Όπως προσπαθούσαν και πάλευαν και οι υπόλοιποι της μπάντας, αλλά αυτοί δεν κατάφεραν να ακουστούν ποτέ, γι’ αυτό και δεν τους αναφέρω. Όπως προσπαθούσα κι εγώ να «πιάσω» κάτι, αλλάζοντας συνεχώς θέσεις. Κρίμα, μεγάλο κρίμα. Γενικά το festival είχε πολλά θέματα στον ήχο, αλλά αυτό το χάλι, δεν το περίμενα. Δε θα σταθώ στο αν η μπάντα μπορεί να δίνει συναυλίες σε τόσο μεγάλες σκηνές. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Θα μπορούσα να το πω, αν ήταν οι συνθήκες οι αρμόζουσες. Τώρα, ό,τι και να πω για τα παιδιά, θα είναι άδικο. «Πως σου φάνηκαν οι MEDEN AGAN;», με ρώτησε ένας φίλος. «Μου φάνηκαν ωραίοι», του απάντησα, «αλλά δεν τους άκουσα ποτέ». Νομίζω πως αυτό, τα λέει όλα. Για την ιστορία, το συγκρότημα έπαιξε τα παρακάτω κομμάτια:

SETLIST:
Intro/The purge
Embrace the sorrow
No escape
Lustful desires
Moth” (νέο κομμάτι από το επερχόμενό τους album)

Δημήτρης Τσέλλος

 

 

Όντας από πολύ νωρίς στο χώρο καθώς ήθελα να δω τους MEDEN AGAN για τους δικούς μου λόγους (Παρεμπιπτόντως αν δεν είχαν τέτοιο θέμα με τον ήχο, θα ήταν ένα άψογο show), περίμενα την εμφάνιση των RHAPSODY OF FIRE στη σκιά, με συνοδεία μπύρας και όμορφων υπάρξεων! Το χρονοδιάγραμμα δεν παρέκκλινε ούτε λεπτό και οι Ιταλοί βρέθηκαν στη σκηνή του Release Athens!

Σαν έφηβος ήμουν αρκετά φανατικός οπαδός των RHAPSODY (OF FIRE) όπως φαντάζομαι σχεδόν όλοι οι μεταλλάδες εκείνο τον καιρό. Οπότε ένα κομμάτι μέσα μου παραμένει σε εφηβικό στάδιο κάθε φορά που βλέπω τους Ιταλούς. Οι RHAPSODY OF FIRE δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που γνώρισα. Μόνο ο Staropolli βρίσκεται εκεί για να θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Βέβαια αυτό δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Οι RHAPSODY OF FIRE από το ξεκίνημα του σετ φάνηκαν ότι ήρθαν να το διασκεδάσουν. Και το έκαναν! Μία μπάντα πάρα πολύ δεμένη, προβαρισμένη, μετέδωσε το κέφι της παρότι την χτυπούσαν περίπου 38 βαθμοί Κελσίου και ο ήλιος στο κεφάλι (Σημείωση: O Νικήτας Μάντολας – ΜEDEN AGAN ήταν στα όρια της λιποθυμίας μετά το τέλος του σετ). Με χαμόγελα, με εξαιρετική διάθεση, η σχεδόν μία ώρα που είχαν πέρασε νεράκι! Ο κόσμος ανταποκρίθηκε στο έπακρο και έκανε το συγκρότημα να νιώσει ακόμα πιο άνετα πάνω στη σκηνή. Κάποια μικροπροβλήματα ξεπεράστηκαν εν ριπή οφθαλμού και γενικά οι RHAPSODY OF FIRE μας χάρισαν μία πολύ «δροσερή» εμφάνιση.

Στο σημείο που καθόμουν αρκετός κόσμος ζητούσε τραγούδια από τα δύο πρώτα αριστουργήματα του συγκροτήματος. Λογικό. Ακούστηκαν μόνο τα “Emerald sword” και “Land of immortals” που πραγματικά ξεσήκωσαν το κοινό. Τη μερίδα του λέοντος είχαν τα “Glory for salvation” και “The eighth mountain” όπου ακούστηκαν συνολικά έξι τραγούδια, τρία από το καθένα, ενώ ακούστηκε το ομώνυμο τραγούδι από το “Dawn of victory”  και το “The march of the swordmaster” από το “Power of the dragonflame”.

Εγώ κρατάω μία πάρα πολύ καλή εμφάνιση με τις όποιες δυσκολίες είχε (καιρός-ήχος κλπ). Και το πιο σημαντικό; Κρατάω τα χαμόγελα γύρω! Η καλύτερη εικόνα ολάκερης της ημέρας!

Ντίνος Γανίτης

Η εμφάνιση των ROTTING CHRIST έδειξε σε μεγάλο βαθμό τη δίψα που είχαν για να εμφανιστούν στη σκηνή μετά την παύση λόγω της πανδημίας. Μόνο να έβλεπε κανείς την ενέργεια και το πάθος που έβγαζαν αρκούσε για να αντιληφθεί και ο πλέον ανυποψίαστος ότι χάρηκαν κάθε δευτερόλεπτο από τα, περίπου, 60 λεπτά που είχαν στη διάθεση τους. Η θέση τους στο festival είναι ενδεικτική της απήχησης που έχουν πλέον στη χώρα μας, κάτι που πριν από 20 και πλέον χρόνια ήταν ζητούμενο. Και το κατάφεραν με μια σειρά 5 δίσκων που καθιερώθηκαν στις συνειδήσεις ακόμα και του – εντελώς διαφορετικού – κοινού που ακολούθησε τη μελωδία του highlight “King of a stellar war” με τρόπο εκκωφαντικό, υπερκαλύπτοντας τον Σάκη Τόλη. Ήταν η στιγμή που η εμφάνιση τους ξεσήκωσε τον κόσμο μετά το πρώτο 30λεπτο, στο οποίο παρουσίασαν κομμάτια της ύστερης εποχής τους. Σε εκείνο το σημείο έπαιξαν δυο ακόμα κομμάτια από τη μυθική τους πορεία στα 90s. To “Fgmenth, thy gift” θα ξεδιψά για πάντα όλους τους παλιούς οπαδούς τους που θα θέλουν έστω ένα κομμάτι από το magnum opus τους, “Thy mighty contract”.

Όμως ο χαμός έγινε όταν ακολούθησε το “Societas satanas” των THOU ART LORD, στο οποίο και πάλι ο Σάκης έδωσε το σύνθημα να γίνει mosh pit. Η αντίδραση του κόσμου μπροστά ήταν ακαριαία και έγινε κυριολεκτικά ο χαμός και με τα καπνογόνα. Η συνέχεια με το “In yumen/Xibalba” ήταν ανάλογη και ήταν πλέον δεδομένο ότι ξαναζούσαμε μετά από αρκετό καιρό τι σημαίνει να είσαι παρών σε μια εμφάνιση τους. Καθόλου τυχαία επιλογή μετά να παίξουν το “Grandis spiritus diavolos” που είναι απόλυτο συναυλιακό τραγούδι – βοηθάει που είναι ξαδερφάκι του “The Forest of n’Gai”! Το κλείσιμο με το “Non serviam” όσο αναμενόμενο κι αν είναι προκαλεί συγκίνηση ακόμα και σε εκείνους που ανυπομονούσαν να δουν τους MANOWAR.

Οι επιλογές των 12 κομματιών δεν ήταν τυχαίες. Θαρρώ πως ο Σάκης έδειξε σαν μικρή αποτίμηση των πιο σημαντικών δίσκων στην 34χρονη πορεία τους. Τη μερίδα του λέοντος είχε το “Κατά τον δαίμονα εαυτού” με 4 κομμάτια (“666”,”P’unchaw kachun- Tuta kachun”, “In yumen-Xibalba”, “Grandis spiritus diavolos”), γεγονός που δείχνει ότι το θεωρεί ως το πιο αντιπροσωπευτικό album της ολικής τους επαναφοράς από το 2007. Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο δεν έπαιξαν ούτε νότα από τα «αγαπημένα» του ελληνικού κοινού, “Theogonia” και “Aealo”. Από το αμφιλεγόμενο “Rituals” διάλεξε τα “Ελθε Κύριε” και “’Άπαγε Σατανά”, στο οποίο έγινε το οξύμωρο να προβληθεί στην οθόνη η φιγούρα του Ιούδα Ισκαριώτη, όπως ήταν στο “Satanas tedeum” demo. Μάλλον άτυχη επιλογή να παίξουν το “Dies Irae” από το τελευταίο τους album, “Heretics”, που θα περίμενε κανείς να έχει τη μερίδα του λέοντος στο setlist τους επειδή είναι το πιο πρόσφατο album τους. Όμως επειδή παίζουν εντός έδρας διαφοροποίησαν καίρια το setlist τους και καθόλου τυχαία έπαιξαν και το “Αθάνατοι εστέ”.

Ο ήχος όπως τον αντιλήφθηκα δεν ήταν καθαρός κυρίως στις κιθάρες, χωρίς αυτό να μειώνει την γενική τους εικόνα. Ο Κώστας Χελιώτης στο μπάσο ζούσε ένα ακόμα όνειρο με τους ROTTING CHRIST επί σκηνής, αποδίδοντας άψογα τα μέρη του, ακολουθώντας το, τρομερό σε ένταση, παίξιμο του Θέμη Τόλη στα τύμπανα. Αντίστοιχα ο Κώστας Φουκαράκης ήταν άψογος στα κιθαριστικά μέρη που ανέλαβε, έχοντας μια σκηνική παρουσία αντίστοιχη του προκατόχου του, Γιώργου Εμμανουήλ.  Όπως είναι στημένοι οι ROTTING CHRIST του 2022 ικανοποιούν και τον πιο απαιτητικό οπαδό τους, τόσο με την απόδοση τους, την σκηνική τους παρουσία και την λιτή αλλά, πανέμορφο αισθητικά, στήσιμο στο stage με τους σταυρούς εκατέρωθεν και τα γράμματα X Ξ Σ μπροστά από τα τρία μικρόφωνα τους.

Οφείλουμε όλοι ένα μεγάλο μπράβο στον Σάκη Τόλη που συνεχίζει ακάθεκτος μαζί με τον αδερφό του Θέμη για την αφοσίωση και την χαρά που έδωσαν σε όλους όσους ήταν εκεί και τους είδαν να δείχνουν τι μπορούν να κάνουν ακόμα και όταν η βραδιά δεν τους ανήκει. Προσωπικά το μόνο που θα κρατήσω σαν ανάμνηση από αυτή τη μέρα του Release festival είναι η αίσθηση ευγνωμοσύνης που μπορούμε και βλέπουμε καταιγιστικά live από τους ROTTING CHRIST! Όλα πλέον ήταν έτοιμα για την απόβαση των βασιλιάδων του metal, οι οποίοι δεν δίστασαν στο merchandise τους να πουλάνε μέχρι και την ελληνική σημαία!

Λευτέρης Τσουρέας

 

Η νύχτα είχε ρίξει για τα καλά το πέπλο της και ο Στρατός των Αθανάτων συντασσόταν έτοιμος για μιαν ακόμη μεγάλη μάχη, συνοδευόμενος από τη γνώριμη φωνή του Orson Welles… “Ladies and gentlemen, from the United States of America, all hail… MANOWAR!” και η αρχή δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική: “We met, on English ground, in a backstage room we heard the sound!”. Οι προπάτορες του επικού heavy metal πατούν την πελώρια σκηνή του Release, πίσω από ένα εξίσου πελώριο ηχητικό τείχος, που όμοιό του δε ξέρω αν έχουμε ξανακούσει. Δεν μπήκαν όπως και οι ίδιοι θα περίμεναν η αλήθεια είναι, αφού ακούστηκε και στον πλέον άσχετο το πόσο λάθος ξεκίνησε το “Manowar”, ωστόσο γρήγορα όλα έδειχναν να ξεπερνιούνται και το “Kings of metal”, ιδανικό στο να πάρει την σκυτάλη, μας «έλυσε» μια και καλή για την συνέχεια.

Μια συνέχεια η οποία βγήκε, για τα επόμενα τρία κομμάτια, από τα ομορφότερά μας όνειρα: To “Dark avenger”, σκοτεινό και επιθετικό από τη φύση του, μας μετέφερε πίσω στις πρώιμες, βάρβαρες μέρες του group, αυτές που του έδωσαν το status το οποίο και απολαμβάνει μέχρι σήμερα. Tο θρυλικό πια “Defender”, η μεγαλύτερη ίσως έκπληξη του set, να παίζεται ιανόμορφα, με τον Adams να μένει πιστός στην αρχική εκτέλεση του 1983 (στο τελείωμα δεν πιστεύω να υπήρξε κάποιος που να μη ρίγησε) και τους υπόλοιπους να προτιμούν αυτήν του 1987 και ένα λυρικότατο “Gates of Valhalla”, με τον Eric να ακούγεται άφθαρτος από τον χρόνο και τη μπάντα να ορίζει εκ νέου τον όρο «επικό heavy metal». Ανατριχιάσαμε, αφήσαμε το θαύμα μας, καταλάβαμε ξανά ποιες ήταν οι πραγματικές δυνατότητες του group και για ποιους λόγους το αγαπήσαμε.

Αντιθέτως, η συνέχεια, δημιούργησε δυστυχώς «κοιλιά». Όχι, το “Sword of the Highlands” δεν είναι κάτι περισσότερο παρά ένα τραγούδι της σειράς, δεν προσφέρει κάτι και δεν το σώζει ούτε η ερμηνεία του Adams, ούτε η εμφάνιση του σπουδαίου καρατερίστα James Cosmo (“Highlander”, “Braveheart”, “Troy”, “Game Οf Thrones”) σε ρόλο Σκότου πολέμαρχου. Θα μπορούσε να λείπει. Όπως για μένα ήταν αχρείαστη και η παρουσίαση του νέου τους τραγουδιού, “The revenge of Odysseus”. Δίνεις μια συναυλία μπροστά σε ένα κοινό, που αποτελείται από τους Manowarriors οι οποίοι ξέρουν μέχρι και τον ρυθμό με τον οποίο αναπνέεις, αλλά και από metalheads που απλά σε ακούνε, στα πλαίσια του «ακούω heavy metal». Τί τη θες μια καινούργια, μεγάλη σε διάρκεια σύνθεση, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν απελπιστικά μέτρια;

Μοναδική αναλαμπή σε αυτήν την ενότητα, η απόδοση του υπέροχου “Where eagles fly”, με την Chiara Tricarico (τραγουδίστρια των MOONLIGHT HAZE και TEMPERANCE) στα φωνητικά, στη θέση της μεγάλης Sarah Brightman, ντυμένη ως αρχαία Ελληνίδα. Προσωπικά μου άρεσε πολύ, έτσι κι αλλιώς το θεωρώ πολύ όμορφο τραγούδι το συγκεκριμένο, γύρω μου όμως έβλεπα να κυριαρχούν τα χασμουρητά. Αν σου πω πως είχε περισσότερο ενδιαφέρον το solo μπάσο του DeMaio, από το υπόλοιπο “The revenge of Odysseus”, θα με πιστέψεις; Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα σε κάτι ωραίο, με μουσικότητα, «βουτηγμένο» στα blues (!) και τη ψυχεδέλεια (!!). Μάλιστα, έχω την εντύπωση πως συμπεριέλαβε και μέρος του “Little wing” του Jimi Hendrix, αλλά δεν παίρνω κι όρκο για αυτό. Για την παρουσία του κατά τ’ άλλα συμπαθέστατου Κωνσταντίνου Καζάκου, σε συνδυασμό με όσα έδειχναν οι οθόνες, δε θα ήθελα να κάνω κάποιο σχόλιο. Με συγχωρείς…

Πίσω στην κανονική ροή του live, όπου το “Warriors of the world united” είναι πια και με τη βούλα ένα κλασσικό τους τραγούδι, που δε βγαίνει από το set ούτε με λοβοτομή. Αυτό για όσους πιστεύουν πως μετά το 1992 δεν υπάρχουν κλασσικές στιγμές στη MANOWAR δισκογραφία. Υπάρχουν, και έρχονται όλες, όλως τυχαίως, από το “Warriors of the world”. Το “Sign of the Hammer” το ακούσαμε σε μια super εκδοχή, με έναν απίστευτο Adams και σχεδόν σε medley με το “Hail and kill”, του οποίου η εισαγωγή «πήγε περίπατο» (γιατί;). Ίσως αποτέλεσαν έκπληξη τα “The dawn of battle”, “Holy war”, “Fight until we die” και “The glory of Achilles”, όπου σε όλα, πλην του “Holy war”, οι μη φανατικοί απλά παρατηρούσαν, ενώ καμία έκπληξη δεν αποτέλεσαν τα “Battle hymn” (αιώνιος παιάνας) και “Black wind, fire and steel”, με τον τιτάνιο frontman να αφήνει τα πνευμόνια του επί σκηνής.

Πάμε τώρα στο «ζουμί», φεύγοντας από την παρουσίαση, περνώντας στην κριτική και ξεκινώντας εννοείται από τον άνθρωπο που βαστούσε το μικρόφωνο. Ο Eric Adams είναι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής στην ιστορία του heavy metal. Ο συνδυασμός «φωνητικές ικανότητες/διάρκεια στον χρόνο» είναι αυτός που χαρίζει την πρωτιά αυτή και στην περίπτωση του «Ερρίκου» δεν αφήνει περιθώρια δεύτερου ονόματος στο τραπέζι. Δεν εξετάζω αν είναι ο αγαπημένος σου, ούτε αν έχεις αγαπημένη μπάντα κάποια άλλη της οποίας ο τραγουδιστής είναι εξίσου μεγάλη περσόνα, εδώ μιλάμε για έναν άνθρωπο εβδομήντα (70) ετών, σε σώμα πενηντάρη, με φωνή σαραντάρη. Έχει αλλάξει σε κάποιες περιπτώσεις την ερμηνεία του; Σαφώς. Όπως και έπρεπε να κάνει, ΑΚΡΙΒΩΣ για να έχει ΑΥΤΗΝ την απόδοση, σε ΤΕΤΟΙΑ ηλικία. Αλλά ακόμη κι έτσι, στις κραυγές του και στις κορώνες του, δεν τον συναντά κανείς. Στα μελωδικά, λυρικά του σημεία, όπως στην εισαγωγή του “Gates of Valhalla” για παράδειγμα, απλά έκλεινες τα μάτια και αφηνόσουν. Χρονομηχανή και ταξίδι στο 1983, το κάνει άλλος αυτό;!; Ζήσαμε και ζούμε αυτόν τον καλλιτέχνη σε όλη του την πορεία και αυτό ισούται με δώρο του Πολιτισμού προς εμάς, αυτό έχω να πω εγώ. Τίποτα λιγότερο.

Επίσης, αυτός εδώ ήταν ο πιο σοβαρός, μετρημένος και προσγειωμένος DeMaio που έχω δει. Λιγομίλητος, ουσιαστικός, ευγενέστατος, χωρίς ακρότητες και γραφικές αηδίες, με κέρδισε. Ακόμη κι όταν αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους ακυρώθηκε η εμφάνισή τους στη Βαρκελώνη, δεν ξέφυγε. Όσον αφορά τα τραγούδια, μπράβο για την επιλογή των “Dark avenger”, “Defender”, “Gates of Valhalla” όπου φάνηκε και η χαώδης διαφορά κλάσης. Τέλος, τα σκηνικά ήταν επιβλητικά και ταίριαζαν σε μια μπάντα τέτοιου επιπέδου, σε συνδυασμό με τα πυροτεχνήματα, τα pyros και γενικά τα διάφορα effects.

Τα αρνητικά… Όπως αναφέραμε πιο πάνω, ήταν εντελώς άστοχη η επιλογή του νέου τραγουδιού, καθώς και του “Sword of the highlands”, αλλά άντε,αυτό το τελευταίο πάει κι έρχεται. Που δεν «πάει», ούτε «έρχεται», αλλά τέλος πάντων. Θα μου πεις πως μπορούν να παίζουν ό,τι θέλουν, ωραία. Θα σου πω ως αντεπιχείρημα, πως σ’ αυτά τα (πολλά) λεπτά των “Sword of the highlands” και “The revenge of Odysseus”, θα μπορούσαμε να ακούσουμε την πρώτη τριάδα του “Hail to England” και με τον Adams σε τέτοια διαβολεμένη κατάσταση, να βγάζουμε αφρούς από το στόμα. Γιατί, κομμάτια ειδικά από τον δίσκο εκείνο έλειψαν και έλειψαν πολύ. Αλλά έστω, δε θες κάτι τέτοιο; Παίξε κάποια από τα εμπορικά σου hits, να μπει σε party mood ο κόσμος. Επιλογές υπάρχουν.

Δεύτερον… είσαι οι MANOWAR. Μια μεγάλη, πασίγνωστη, αμερικανική μπάντα. Και στις Η.Π.Α, υπάρχουν πολλοί, μα ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΟΙ, μουσικοί, που θα μπορούσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Δεν σου λέω με το ζόρι να έχεις τον Ross ή κάποιον από τους Rhino ή Hamzik, όχι. Αλλά ειλικρινά, έχω απορία. Με ποιο σκεπτικό «στρατολογείς» συνεργάτες; Ένας Martel ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ, άνευρος, άχρωμος, άγευστος (και είμαι ακόμη στο «Α») με μια κιθάρα «ευνουχισμένη» της οποίας ψάχναμε το distortion όπως ψάχνει η Νικολούλη όσους χάνονται, που σε κάθε ΜΑ ΚΑΘΕ lead, «άδειαζε» και «κρεμούσε» τα κομμάτια. Την προηγούμενη φορά τον «καπέλωσε» ο τραγικός Anders Johansson, ο οποίος για να πετύχει σωστό χτύπημα, κάναμε τάμα στη Μεγαλόχαρη και θες για αυτό, θες που ήταν η πρώτη φορά και είχε προηγηθεί και η ιστορία με τον Logan, το κοινό δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα μαζί του. Την έβγαλε «λάδι». Τούτη τη φορά όμως, ήταν ο πιο αδύναμος κρίκος και αυτό δεν το καταλάβαινε μονάχα ένα παιδάκι, που τώρα ξεκινά να ακούει τη μουσική αυτή και του φαίνονται όλα «θεϊκά» και «έπη».

Όσο για τον Dave Chedrick, το γεγονός πως ήταν καλύτερος από τον Johansson, δε σημαίνει πως ήταν καλός. Μετριότης, μετριοτήτων, τα πάντα μετριότης. Τα όποια λάθη του, μικρά ή μεγάλα, τα ακούσαμε.Αυτή η αλλαγή στο στυλ παιξίματος των κομματιών, πόθεν προέκυψε; Πειραματισμοί στους MANOWAR, που έγιναν τεράστιοι, ως επί το πλείστον, με το μονολιθικό παίξιμο του Columbus; Απορώ για την προϋπηρεσία σε μπάντες όπως οι RAVEN, HIRAX, NEW EDEN και HERETIC… Πέραν της κάτω των αναμενομένων απόδοσης των νεοφερμένων, δεν ήταν καλός κι ο ήχος. Γενικά παρατήρησα μεγάλο πρόβλημα σε όλες τις μπάντες, αλλά στους MANOWAR είχαμε να αντιμετωπίσουμε και το ότι ήταν απελπιστικά δυνατός, παραμορφωμένος σε φάσεις και απαιτούσε τη χρήση ωτασπίδων. Όχι μόνο για την προστασία των τυμπάνων μας, αλλά και για να βελτιώνεται το ίδιο το ηχητικό αποτέλεσμα.

Τι κρατώ από όσα είδα; Τον αειθαλή Adams και μια χούφτα ύμνους, που όμως έφταναν και περίσσευαν, για να σωθεί η βραδιά. «Αυτό ήταν, αποζημιωθήκαμε, πάμε να φύγουμε!» ήταν τα λόγια ενός φίλου δίπλα μου, στο τέλος του “Gates of Valhalla” και μα την αλήθεια, το ίδιο ένιωσα κι εγώ! Αν ήταν καλύτερα τώρα, από το 2019; Αν τα βάλουμε στη ζυγαριά, για μένα γέρνει λίγο προς το 2022. Για κάποιον άλλον, προς το 2019. Μιας και το ανέφερα, να πω και τούτο: Διαβάζω για την «καταπληκτική» συναυλία του 2019, δω και κει… Αν αυτή ήταν «καταπληκτική», οι αντίστοιχες του 2007 και 2011 τι ήταν; Όπως και να ’χει όμως, ας αναλογιστούμε λίγο περισσότερο κάποια πράγματα και ας χαρούμε το γεγονός πως έχουμε ακόμη κοντά μας τέτοια μεγαθήρια. Γιατί όταν έρθει η ώρα, το κενό θα είναι μεγάλο και δυσαναπλήρωτο, όσο καλοί και να είναι οι «διάδοχοι» που ακολουθούν. Τροφή για σκέψη τα παραπάνω…

«Ρε συ Δημήτρη, σου άρεσε τελικά;»

Ναι φίλε, ωραία πέρασα. Μακάρι την επόμενη φορά, ακόμη καλύτερα!

SETLIST:
1. March of the heroes into Valhalla (intro)
2. Manowar
3. Kings of metal
4. Dark avenger
5. Defender
6. Gates of Valhalla
7. Sword of the highlands
8. Bass solo
9. The revenge of Odysseus:
Ι. Athena’s theme
ΙΙ. Telemachus
ΙΙΙ. Where eagles fly
IV. Odysseus and Calypso – The island of Ogygia
V. Immortal
10. Warriors of the world united
11. Sign of the hammer
12. Hail and kill
13. The dawn of battle
14. Holy war
15. Fight until we die
16. Battle hymn
17. Achilles, agony and ecstacy: The glory of Achilles
18. Black wind, fire and steel
19. Army of the Dead, part II (outro)

ΥΓ: Μπράβο στη διοργανώτρια εταιρεία για την όλη οργάνωση. Μακάρι να έχουμε πάντα και μόνο τέτοιες συνθήκες, σε κάθε πτυχή ενός festival, κάτω από την σκηνή. Από το πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι στην είσοδο, μέχρι τα «περίπτερα» και τις συνθήκες υγιεινής. Τώρα τα του ήχου, βελτιώνονται και πιστεύω πως ήδη οι άνθρωποι του Release το έχουν προσέξει αυτό.

Δημήτρης Τσέλλος

Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 18/6 [THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Internal affairs” – THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2012
ΕΤΑΙΡEΙΑ: Coroner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA         
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Bjorn Strid
Κιθάρες – David Anderson
Μπάσο – Sharlee D’Angelo
Πλήκτρα – Richard Larsson
Τύμπανα – Jonas Kallsback

Μία από τις καλύτερες μπάντες των καιρών μας! Συγκρότημα που με κάθε νέα της κυκλοφορία ξεπερνάει την προηγούμενη και μας κάνει μουσικά υπερήφανους! Ειλικρινά δεν ξέρω που θα φτάσει το φαινόμενο με το όνομα THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA αλλά μέχρι και πέρυσι οι άνθρωποι κυκλοφορούν αδιανόητους δίσκους, ειδικά για την εποχή που ζούμε!

Όλα ξεκίνησαν το 2007  όταν οι Bjorn Strid και David Anderson μετά από αρκετά μεγάλη ποσότητα αλκοόλ  αποφάσισαν να γράψουν μία εντελώς διαφορετική μουσική από αυτή που παίζουν με τα συγκροτήματά τους, τα οποία κινούνται σε death metal χωράφια. Γράψανε μουσική βγαλμένη από την εφηβεία τους. Γιατί για να μπορέσει κάποιος να ακουστεί όπως οι THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA θα πρέπει να έχει «λιώσει» στην κυριολεξία το λεγόμενο “Cocaine Rock” της περιόδου 1979-1981, την μουσική που έβγαινε από το μυθικά Studio54 της Νέας Υόρκης!

Οι THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA τόλμησαν σε μία εποχή που το είδος όχι μόνο ήταν εξαφανισμένο αλλά δε μιλούσε γι’ αυτό κανένας σε ολόκληρο τον κόσμο παρά μόνο πέντε «καμένοι» σε κάθε χώρα (στην Ελλάδα τρεις)! Χτίσανε τις βάσεις σε γερά θεμέλια, παίξανε τη μουσική τους χωρίς άγχος και χωρίς να κάνουν βεβιασμένες κινήσεις. Άλλωστε για πέντε ολόκληρα χρόνια το δούλευαν ώστε να βγει έτσι όπως το θέλουν. Και το “Internal affairs” έχει αφήσει κύριοι δύο υπερκλασσικά τραγούδια. “Siberian Queen” και “West Ruth Ave”! Φανταστικά και τα δύο!

Το “Internal affairs” είναι ένα ιδανικό άλμπουμ για να μπορέσει κάποιος να ανακαλύψει το συγκρότημα! Και η αλήθεια είναι πως αν πας από το τέλος προς την αρχή στην δισκογραφία των THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA θα ξενερώσεις. Όχι για την διαφορά ποιότητας μεταξύ των δίσκων αλλά γιατί δε θα μπορέσεις να ανακαλύψεις τα βήματα που έκαναν αυτά οι λεβέντες ώστε να είναι σε θέση να κυκλοφορήσουν τέσσερα συνεχόμενα 10άρια σε τέσσερις συνεχόμενες χρονιές! ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ!

ΥΓ. Τυχαίο που κυκλοφόρησε καλοκαίρι;

Ντίνος Γανίτης

Continue Reading

Somewhere back in time

A day to remember… 25/5 [SABATON]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Carolus Rex” – SABATON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2012
ΕΤΑΙΡEΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Peter Tagtgren
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Joakim Broden
Κιθάρες – Oskar Montelius, Rikard Sunden
Μπάσο – Par Sundstrom
Πλήκτρα – Daniel Myhr
Τύμπανα – Daniel Mullback

Δηλώνω με τιμή και μεγάλη περηφάνια οπαδός των Σουηδών. Από την πρώτη φορά που τους άκουσα το μακρινό 2005 στο αγαπημένο μου Μεσολόγγι ως φοιτητής μέχρι και σήμερα. Δεκαεφτά (17) ολόκληρα χρόνια καψούρας, έχοντας χάσει μόνο μία συναυλία τους στην Ελλάδα, αυτή του 2015 κι έχοντας όλη τη δισκογραφία τους στην κατοχή μου. Δε με απασχολούν όσα λέγονται για το συγκρότημα, άλλωστε δεν είναι δικό μου (μακάρι να ήταν), δε με ενδιαφέρουν οι απόψεις κανενός, σεβαστές και προχωράμε!

Μία δεκαετία έκλεισε το πιο σημαντικό άλμπουμ των SABATON μαζί με το “Art of war”. To πρώτο τους έδωσε την ώθηση να μπουν για τα καλά στον μεταλλικό χάρτη και το “Carolus Rex” απλά ήταν το επιστέγασμα της επιτυχίας τους. Χωρίς να έχουν αλλάξει ούτε στο ελάχιστο τον ήχο τους κατάφεραν και έγραψαν ένα concept άλμπουμ βασισμένο στην ιστορία της χώρας τους. Και τα κατάφεραν περίφημα. Μιλάμε για δίσκο με τρία (3) κλασικά τραγούδια της μπάντας που βρίσκουν θέση στις συναυλίες της μπάντας σχεδόν σε κάθε περιοδεία. Ομώνυμο, “Gott mit uns”, “Lions from the north”. Από κοντά η ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑ  “The Carolean’s prayer”! Από τα πλέον αγαπημένα μου τραγούδια όχι μόνο του δίσκου αλλά σε γενικότερο πλαίσιο όσον αφορά τον κατάλογο του συγκροτήματος. Οι SABATON μέσα από αυτό το άλμπουμ άρχισαν να δρέπουν τους καρπούς των κόπων τους. Από το 2005 με αργά αλλά σταθερά βήματα, κατάφεραν να γίνουν ηγέτες της νέας σκηνής του ευρωπαϊκού heavy metal όσο και να «πονάει» μερικούς αυτό.

Λαμβάνουν τα εξής βραβεία.

Βest breakthrough band – Best live band – Best Swedish band – Best Swedish live act – Best Swedish album – Best metal band

Όχι και άσχημα όλα αυτά για έναν μόνο δίσκο. Θα πει κανείς πως έκαναν μεγάλη επιτυχία στη χώρα τους λόγω ότι κυκλοφόρησε ο δίσκος και στη γλώσσα τους. Εγώ θα πω ότι η ποιότητα δεν κρύβεται και πως ο σκληρός ήχος είναι μία απόλυτα δίκαιη μουσική και ο καθένας θα λάβει ότι του αξίζει. Δε θα πω για «αδικημένα συγκροτήματα». Όσοι πιστεύετε ότι υπάρχουν τέτοια παρακαλώ να ανατρέξετε στην ιστορία τους και να την διαβάσετε προσεχτικά.

Μετά το τέλος της περιοδείας οι SABATON έφτασαν κοντά στη διάλυση καθώς τα 4/6 αποχώρησαν για να δημιουργήσουν τους CIVIL WAR. Η συνέχεια γνωστή και θα αναλυθεί εν καιρώ…

Έως τότε αρχίζω πάλι δειλά-δειλά να ακούω τη δισκογραφία τους καθώς προετοιμάζομαι για το φετινό καλοκαίρι και την εμφάνισή τους στο Release Athens!

Άντε και καλό καλοκαίρι να έχουμε!

Ντίνος Γανίτης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece