Connect with us

Λευτέρης Τσουρέας

SEPTICFLESH – “Modern primitive” (Nuclear Blast)

Published

on

Πέρασαν κιόλας 5 χρόνια από το “Codex omega” και ήρθε η ώρα για το νέο album των Αθηναίων, το οποίο σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας περιόδου στην 30χρονη πορεία τους. Είναι σίγουρα το πιο σημαντικό album της ύστερης περιόδου τους, η οποία ξεκίνησε θριαμβευτικά το 2008 με το “Communion” και επισφραγίστηκε πέρσι με το εκπληκτικό live album “Infernus Sinfonica MMXIX”. Η πορεία αυτή οριοθετήθηκε από συνεχόμενα στάδια εξέλιξης σε κάθε νέο album τους, γεγονός που ισχύει και για το “Modern primitive”. Θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στον πρώτο τους δίσκο για τη Nuclear Blast, ακολουθώντας μια πιο «ασφαλή» προσέγγιση. Όμως δεν το έκαναν και αυτό δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία στην προσπάθεια που έγινε για την ολοκλήρωση του, για την οποία είχαν να αντιμετωπίσουν πολλά εμπόδια λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Τα κυρίαρχα στοιχεία όπως οι κοφτές ρυθμικές κιθάρες, τα blastbeats και η ορχήστρα είναι όπως είναι αναμενόμενο παρόντα. Όμως σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει στοιχείο επανάληψης και φόρμας, γεγονός που φαίνεται από την διαφορά στη δομή κάθε κομματιού. Αξίζει πολλαπλών ακροάσεων για να σας αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες του, οι οποίες τον ανάγουν σε έναν άκρως ενδιαφέροντα δίσκο.

Ηχογραφημένο σε 3 studios και με την σφραγίδα του Jens Borgen, το 11ο album τους διατηρεί την ηχητική τους ταυτότητα με διευρυμένα στοιχεία. Η ηχογράφηση της ορχήστρας έγινε όπως πάντα με την επίβλεψη του Χρήστου Αντωνίου στην Πράγα, όπως και όλα τα πρόσφατα albums τους. Αυτή τη φορά η ορχήστρα εμπλουτίζει τον ήχο τους και κυριαρχεί ολοκληρωτικά στο καταιγιστικό “Psychohistory”. Η ενορχήστρωση είναι σε σημεία διαφοροποιημένη και η τοποθέτηση της παιδικής χορωδίας μέσα στα κομμάτια είναι υποδειγματική, δημιουργώντας ένα καινοτόμο τελικό αποτέλεσμα. Στο “Coming storm” γράφτηκε πρώτα το ορχηστρικό κομμάτι και εμπλουτίστηκε μετά με την rock ενορχήστρωση, γεγονός που δεν ισχύει και για τα υπόλοιπα κομμάτια. Η δομή του “Hierophant” είναι ενδεικτική του πως ήθελαν να εντάξουν τα ορχηστρικά μέρη σε αυτό το album. Οι εισαγωγές των “The collector” και “Neuromancer” φέρνουν την ελληνικότητα για πρώτη φορά στην ηχητική τους με την παρουσία της 12χορδης κιθάρας, η οποία ίσως να σας ακουστεί σαν μπουζούκι με διαφορετικό κούρδισμα. Το ίδιο ισχύει και για την παρουσία της στο, ομότιτλο με το album, τραγούδι που έγραψε ο frontman και μπασίστας τους, Σπύρος Αντωνίου. Κάπου εδώ θα πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη και να μη θεωρείται ο Σπύρος μόνο ως ο εικαστικός των δίσκων τους, κάτι που δεν ισχύει σε καμία περίπτωση!

Σε αυτό το album συμμετείχε στη σύνθεση για πρώτη φορά και ο drummer τους, Krimh, με αποκορύφωμα το “Psychohistory”. Ένα ακόμα καινούριο στοιχείο στο νέο τους album είναι ο συλλογικός τρόπος σύνθεσης στα περισσότερα κομμάτια, αλλά υπάρχει και το “A desert throne” που έγραψε ο Σωτήρης και είναι εμφανές λόγω των μελωδιών που έχει στην κιθάρα. Η διαφορετική προσέγγιση που έχει σε επίπεδο δομής, ενορχήστρωσης και κυρίαρχων μουσικών μερών καταδεικνύει ότι όλα τα μέρη του επεξεργάστηκαν μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια. Και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την συνεισφορά όλων των μελών τους.

Το στιχουργικό μέρος του δίσκου υπογράφει ο Σωτήρης, τον οποίο θα μπορέσετε να ακούσετε την Δευτέρα 23 Μαΐου (21:00-00:00) στο web radio του περιοδικού μας,  να παρουσιάζει track by track όλο το δίσκο με εκτενή αναφορά στη θεματολογία κάθε κομματιού. Ξεχωρίζει η ιστορία του Ιεροφάντη που ξεδιπλώνεται στο “Hierophant” και στο επόμενο κομμάτι, “Self eater”. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει για το “Neuromancer”, το οποίο αντλεί τη θεματολογία του από το, ομότιτλο,  βιβλίο του Gibson., που αποτελεί θεμέλιο λίθο της cyber punk κουλτούρας. Στα κομμάτια που εμπλουτίζονται από τη φωνή του, ακολούθησε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση, κάτι που δίνει ακόμα ένα ενδιαφέροντα λόγο για να ακούσετε πολλές φορές τον δίσκο. Θα μπορούσε κάλλιστα να ακολουθήσει τον τρόπο ερμηνείας που είχε μέχρι τώρα, αλλά η τάση για πειραματισμό τον έφερε σε καινούρια ερμηνευτικά μονοπάτια, τα οποία ίσως σας ξενίσουν στην αρχή, αλλά πιστεύω θα σας κερδίσουν στο τέλος. Ειδικά στο “Modern primitives” δύσκολα μπορεί ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός τους να πιστέψει ότι αυτά τα ιδιότυπα φωνητικά είναι του Σωτήρη.

Όλα τα παραπάνω ίσως σας εξηγήσουν το γεγονός ότι η μπάντα τολμά να εξελίξει και να διαφοροποιηθεί από όσα έχει, μέχρι τώρα, παρουσιάσει. Όσοι συμφωνήσετε με αυτό τον ισχυρισμό, είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσετε ότι οι SEPTICFLESH είναι η καλύτερη συμφωνική extreme metal μπάντα της εποχής μας, γεγονός που φάνηκε στο πρόσφατο live album τους στο Μεξικό. Το άλμα έγινε με αυτό το άλμπουμ, η εταιρία τους έδωσε όλο το χρόνο για να το ολοκληρώσουν και επένδυσε σε δύο video clip που οπτικοποιούν άριστα το κλίμα του δίσκου. Αν υπάρχει δικαιοσύνη στη μουσική βιομηχανία της εποχής μας, θα πρέπει να ανέβουν στην κατηγορία των μεγάλων συγκροτημάτων και να τους βλέπουμε να παίζουν σε μεγάλα festivals μαζί με την ορχήστρα. Προσωπικά με κέρδισε μετά από αλλεπάλληλες ακροάσεις και με έκανε να τον λατρέψω μετά από την εκτενή συζήτηση που έκανα με τον Σωτήρη για λογαριασμό του web radio του περιοδικού μας. Σε αυτήν μου αποκάλυψε κάθε πτυχή του δίσκου με έναν τρόπο που κάθε οπαδός των SEPTICFLESH θέλει να μάθει. Ραντεβού, λοιπόν, την Δευτέρα 23/5 στις 21:00 εδώ στο δικτυακό ραδιόφωνο για να σας αποκαλυφθεί κάθε πτυχή του! Μέχρι τότε ακούστε το πολλές φορές και παρασυρθείτε στον μαγικό κόσμο τους!

9 / 10

Λευτέρης Τσουρέας

photo by Stella Mouzi

Ενδέκατο λοιπόν άλμπουμ από τους FLESH, πρώτο όμως υπό τη νέα τους δισκογραφική στέγη, τη Nuclear Blast. Μεταγραφή αεροδρομίου που λέμε, αναγνώριση από τη μία του επιπέδου που έχει φτάσει την τελευταία δεκαετία και κάτι το σχήμα, αλλά ταυτόχρονα και μεγαλύτερες οι ευθύνες από μεριάς τους; Όπως και να έχει, το όποιο «βάρος» είχαν, το ξεπέρασαν και μάλιστα εμφατικά!

Μπορεί όταν βγήκε το πρώτο κομμάτι και βίντεο από το άλμπουμ, το “Hierophant”, είχα αρκετές επιφυλάξεις. Κλιπάρα, δεν το συζητάμε, αλλά το κομμάτι μου έκανε σαν safe, σύμφωνα με τα τρία τελευταία άλμπουμ τους. Όμως τα επόμενα κομμάτια που έδωσαν στη δημοσιότητα (και ειδικά το “A desert throne”), αλλά κυρίως η ακρόαση του δίσκου, ευτυχώς διέλυσε αυτές τις επιφυλάξεις. Ναι, είναι δύσκολο να αλλάξεις τραγικά τη μουσική σου όταν έχεις βρει τη χρυσή φόρμουλα εμπορικά ειδικά. Ναι, είναι πρώτος δίσκος σε εταιρεία-κολοσσό, οπότε πρέπει να πάει καλά και η φόρμουλα που ξέρεις σου δίνει μία ασφάλεια. Οι FLESH λοιπόν, πατώντας γερά σε αυτό που κάνουν από το “The great mass” ουσιαστικά και μετά, προσπαθούν και το εμπλουτίζουν με πιο μοντέρνα παικτικά στοιχεία (έχει ακόμα και Γκοτζιρέικα περάσματα που λέμε) και μέρη, αλλά και με πιο παραδοσιακά ταυτόχρονα, αφού πολλά θέματά τους, έχουν περισσότερη καλώς εννοούμενη φυσικά «ελληνικούρα», παρά Ανατολή. Και αυτό, όταν μάλιστα είναι τόσο υπέροχα ενορχηστρωμένο από τον Χρήστο Αντωνίου, δίνει το αλατοπίπερο στο δίσκο και τον διαφοροποιεί από τους προηγούμενους.

Όσο και αν μου άρεσε το “Codex omega”, ήθελα να ακούσω κάτι διαφορετικό αυτήν τη φορά, αφού τα “The great mass”, “Titan” και “Codex omega” είναι πάρα μα πάρα πολύ κοντά σε νοοτροπία, ασχέτως τις όποιες μικρές διαφορές τους. Και ένα τέταρτο τόσο παρόμοιο άλμπουμ μάλλον θα κούραζε περισσότερο παρά θα έδινε το έξτρα boost στην καριέρα τους. Και αυτό το διαφορετικό, ευτυχώς, μου το έδωσαν οι FLESH στο “Modern primitive”.
Δεν ξέρω πως θα τους πάει με την περίεργη εποχή που ζούμε πλέον, με συναυλίες και promo, αλλά μοιάζει δίσκος ιδανικός για ντεμπούτο μέσω της Blast και από αυτούς που σε πάνε ένα βήμα παραπέρα στην καριέρα σου.

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

photo by Stella Mouzi

Πέντε χρόνια μετά το εκπληκτικό “Codex omega”, οι τεράστιοι Έλληνες SEPTICFLESH, επιστρέφουν με τον διάδοχό του, το “Modern primitive”. Όντας ένα από τα αγαπημένα σχήματα του γράφοντος και σίγουρα η αγαπημένη Ελληνική μου μπάντα, η ανυπομονησία για την καινούργια τους δουλειά ήταν τεράστια, ειδικά μετά από τόσα χρόνια χωρίς καινούργια μουσική από το συγκρότημα.

Πιστό στην κατεύθυνση που οι  FLESH ακολουθούν από το “Communion” και εξής, ο νέος δίσκος είναι ένα στιβαρό, σκοτεινό, γεμάτο συμφωνικές μελωδίες και πολύ βαρύ death metal άλμπουμ, φυσικά, όπως σε όλες τους τις δουλειές, με καινούργιες πινελιές νέων πειραματικών κατευθύνσεων ανανέωσης.

Το σχεδόν τελετουργικό ύφος που έχουν υιοθετήσει στη νέα τους δουλειά, είναι έντονο, προσθέτοντας επιπλέον ατμόσφαιρα στην ήδη υπάρχουσα κατασκότεινη, επιβλητική και σήμα κατατεθέν ατμόσφαιρα που τους χαρακτηρίζει.

Οι SEPTICFLESH, είναι γνωστό ότι καταπιάνονται με κάθε είδους μυθολογικά θέματα, αυτό δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το “Modern primitive”, με την αιγυπτιακή μυθολογία να εμφανίζεται από την αρχή του δίσκου και το “ The Collector”, όπου η απόπειρα ανάστασης του τεμαχισμένου Όσιρη είναι το ζητούμενο. Δεδομένων των εποχών που ζούμε όμως και μίας πανδημίας που βιώσαμε, οι στίχοι αυτήν την φορά, αλλού αλληγορικά και αλλού ευθέως, έχουν και ένα πιο ανθρώπινο, πιο κοινωνικό, πιο γεμάτο «θνητούς» προβληματισμούς χαρακτήρα.

Επιστροφή αν μη τι άλλο επιπέδου από μία μπάντα με (αν μη τι άλλο ξανά) τεράστιο επίπεδο.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Οι SEPTICFLESH, εδώ και χρόνια, βρίσκονται στην ελίτ του ακραίου ήχου και η υπογραφή συμβολαίου στη Nuclear Blast, δεν είναι παρά η επιστέγαση αυτού του γεγονότος. Το “Modern primitive”, είναι ακριβώς ο δίσκος που ήθελα να ακούσω από τους FLESH. Κράτησαν τη βάση του ήχου τους ατόφια, με τα συμφωνικά μέρη να είναι κυριολεκτικά απίστευτα, αλλά μπήκαν στη διαδικασία να πειραματιστούν για μία ακόμη φορά και να δοκιμάσουν πράγματα που δεν είχαν δοκιμάσει, όπως για παράδειγμα στο “The collector” ή στο “Coming storm” ακόμα και με ελληνικά όργανα ή και αυτόν τον «ήχο-GOJIRA», που τους ταιριάζει πάρα πολύ. Αυτό είναι δείγμα τεράστιου σχήματος που δεν σέβεται απλά τους οπαδούς του, αλλά δείχνει πως ακόμα έχει την καλλιτεχνική φλόγα να καίει μέσα του και θέλει να κάνει συνεχώς καινούργια πράγματα. Τα υπόλοιπα παιδιά, έχουν αναλύσει επαρκώς το δίσκο, εγώ απλά ήθελα να μεταφέρω τούτη τη σκέψη μου και να περιμένω τη συναυλία τους με τους HYPOCRISY το φθινόπωρο. Το “Modern primitive” είναι ένας ελίτ δίσκος από ένα ελίτ συγκρότημα.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Ανταποκρίσεις

RELEASE ATHENS FESTIVAL: CLUTCH – THE HELLACOPTERS – BLUES PILLS – DEAF RADIO – ΛΔΛΜ (Πλατεία Νερού, 19/7/2022)

Published

on

Τρίτη απόγευμα της 19ης του μηνός Ιουλίου. Κατηφορίζουμε για τη Πλατεία Νερού και μια ακόμα σημαντική μέρα του φεστιβάλ – θεσμό των τελευταίων ετών. Ο λόγος γίνεται φυσικά, για το Release Athens. Να σημειώσω κάτι που μου έχει κάνει τη θετικότερη των εντυπώσεων από τις προηγούμενες επισκέψεις μου στο χώρο: πολύ καλό στήσιμο, σοβαρή οργάνωση και τήρηση του χρονοδιαγράμματος σε συνδυασμό με κατά κανόνα πολύ καλό ήχο καθ’ όλη τη διάρκεια των ημερών. Θεωρώ ότι μιλάμε για την καλύτερη διοργάνωση αυτή τη στιγμή στη χώρα μας σε τέτοιας κλίμακας φεστιβάλ.

Μετά τις αμιγώς metal ημέρες των MANOWAR και των JUDAS PRIEST, έφτασε η μέρα για την, όπως εκτιμώ, πιο blues/rock ‘n’ roll/southern ημέρα μουσικά μιλώντας. Οι CLUTCH αγκαζέ με τους τρομερούς HELLACOPTERS του Nicke Andersson (ENTOMBED, LUCIFER, IMPERIAL STATE ELECTRIC), καθώς και τους BLUES PILLS, συνθέτουν ένα υπέροχο πακέτο που σίγουρα ικανοποιεί θιασώτες κατεξοχήν “καλοκαιρινών” ακουσμάτων. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Φτάνοντας στην Πλατεία Νερού, διαπιστώνουμε πως ήδη ορισμένοι γενναίοι έχουν τιμήσει από νωρίς το χώρο με τη παρουσία τους, παρά την ζέστη και την εν γένει δυσφορία που αυτή μπορεί να φέρει. Η ώρα είναι 17:45, και οι ΛΔΛΜ (διαβάζεται ΑΔΑΜ/ADAM), πατάνε στο σανίδι της σκηνής του Release. Θα είμαι μέγιστος ψεύτης αν πω ότι γνώριζα για την ύπαρξή τους πριν από αυτή την εμφάνιση τους ή έστω το τι παίζουν. Και αυτό πάει τόσο για εκείνους όσο και για τους DEAF RADIO. Άρα, θα είναι ακόμα πιο κολακευτικά όσα γραφτούν για αμφότερες τις μπάντες.
Οι ΛΔΛΜ, ανέλαβαν να παρουσιάσουν τη μουσική από το ντεμπούτο τους “Sun” (2020) σε ένα καλό ποσοστό κόσμου τηρουμένων των συνθηκών. Μια μουσική που κινείται σε alternative/heavy rock μονοπάτια, πιο “Αμερικανικά ραδιοφωνικό” όπως μου αρέσει να το αποκαλώ.  Όπως είπε και ένας φίλος στη παρέα “σαν πιο ψυχεδελικοί ALICE IN CHAINS”. Ο drummer οδηγώντας όλη τη μπάντα έκλεψε τη παράσταση και η τριφωνία στο γκρουπ δείχνει να αποτελεί δυνατό τους σημείο ειδικά στα ρεφρέν. Εντύπωση έκανε η στιγμή που είχαν μαράκες και επιπλέον τυμπανιστή σε ένα από τα κομμάτια. Ήταν αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα νότα. Και αυτό, αλλά και η μπάντα γενικότερα.



Τηρώντας το χρονοδιάγραμμα κατά γράμμα, στις 6:30 οι πιο γκαζιάρηδες και πιο έμπειροι δισκογραφικά DEAF RADIO έκαναν αισθητή τη παρουσία τους ξεσηκώνοντας για τα καλά τους παρευρισκόμενους μέχρι πίσω! Ωραία μπάσα φωνή ο τραγουδιστής/κιθαρίστας με τον έτερο κιθαρίστα να συνεισφέρει φωνητικά, προσθέτοντας τη δική του πινελιά. Κομμάτι με τίτλο “Astypalea” επεφύλασσε το σετ, εμπνευσμένο από ένα από τα αγαπημένα νησιά της μπάντας. Μικρές ανθρώπινες στιγμές, θα πω εγώ. Εντύπωση έκαναν επιπλέον, τα πλήκτρα στο κομμάτι από τον επερχόμενο τους δίσκο (θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο) με τίτλο “Model society” δίνοντας μια άλλη ατμόσφαιρα στο υλικό τους. 

Προσοχή, μιλούμε για χασιματική/ταξιδιάρικη ατμόσφαιρα, όχι μελαγχολική/εσωτερική.  Προσωπικά, μετά από αυτή την απόδοση, ανυπομονώ να τον ακούσω το δίσκο! Και ερχόμουν σε επαφή με το υλικό τους για πρώτη φορά. Ένα υλικό που μου έκανε τρομερά θετική εντύπωση, χώρια που λειτουργεί πολύ ωραία live. Μισή ώρα μετά, εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων από τις τρεις – τέσσερις σειρές ανθρώπων που δίνουν δυναμικά το παρόν και πληθαίνουν όσο περνάει η ώρα, μας αποχαιρέτησαν. Εις το επανιδείν μάγκες, μόνο τα καλύτερα!
Για τη συνέχεια…στις 19:30….”Hello Athens we are BLUES PILLS all the way from Sweden, and we are so happy to be with you”. ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ εκκίνηση υπό τους ήχους του “Proud woman”, με την χαρισματική τραγουδίστρια τους Elin Larsson να παίρνει κεφάλια και κανέναν αιχμάλωτο. Αν είναι δυνατόν…τι φωνάρα είναι αυτή που να με πάρει; Πάνω κάτω δεξιά αριστερά… Χωρίς να χάνει, ούτε ανάσα, ούτε νότα! Σοκ και δέος, για τον υποφαινόμενο που τους έβλεπε για πρώτη φορά. Ψυχεδέλεια, 70’s hard rock και blues παντρεύονται κάτω από τόνους ενέργειας και μια αίσθηση φρεσκάδας που σε παρασέρνει. “High class woman” και το κοινό να ακολουθεί την Elin σε ένα παραλήρημα. Θυμόμουν πάντα το χαμό γύρω από το όνομα τους, αλλά αυτός δικαιολογείται στο έπακρο στο σανίδι! Εκεί όπου όλοι ζυγίζονται και κρίνονται. 

Και οι BLUES PILLS κρίνονται ως μια από τις σπουδαιότερες μπάντες της τάσης τους και γιατί όχι και της ίδιας τους της φουρνιάς. Έμεινα άναυδος και το δηλώνω ευθαρσώς! Μέχρι και βουτιά στο κοινό περιλάμβανε το πρόγραμμα για την Elin στο “Bye bye birdy”, η οποία το τελίκιασε, μόνο και μόνο στο αμέσως επόμενο κομμάτι να γίνει εντελώς bluesy, δείγμα του εύρους και των χρωμάτων της φωνής της. Με υλικό από τα 3 full-length τους και μεγάλη έμφαση στο πρόσφατο “Holy moly” (2020) παρέδωσαν μαθήματα απόδοσης, δείχνοντας διάφορα πράγματα. Πρώτο και βασικότερο τι βάση οπαδών έχουν χτίσει μέσα στα 11 χρόνια ύπαρξης και δισκογραφίας, και δεύτερον πόση διάρκεια έχουν. Κλείσιμο με “Devil man” σε μια συγκλονιστική εκτέλεση. Μπράβο, μπράβο, μπράβο!



Εν συνεχεία….από την ίδια χώρα…κάτι αλήτηδοι και αρκουδέηδοι μας καλέσανε σε ένα από τα ωραιότερα rock ‘n’ roll party που βρεθήκαμε ποτέ! HELLACOPTERS κυρίες δεσποινίδες και κύριοι στις 21:00. Ο κύριος Nicke Andersson και η αρμάδα του ανέλαβαν να μας ξεχαρβαλώσουν “All night long” όπως όμορφα είπαν και οι ίδιοι. Με διαλεχτά κομμάτια από την 28ετή καριέρα τους και με το όνομά τους ξανά στην επικαιρότητα λόγω του νέου δίσκου “Eyes of oblivion” που βγήκε Πρωταπριλιά της χρονιάς που διανύουμε, βγήκαν στο σανίδι πρόθυμοι να αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο που πέρασε μέχρι να τους δει ο κόσμος εδώ. Μεσολάβησε μια ακύρωση που παράτεινε την αναμονή αλλά η ανακούφιση μέγιστη αυτά τα λεπτά που διήρκεσε η εμφάνιση τους. Ένα μεγάλο όνειρο έγινε πραγματικότητα. Και πως καταλαβαίνεις ένα πραγματικά καλό comeback album; Μα φυσικά άμα ρίχνεις ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι στο set και κουμπώνει ιδανικά! Έτσι έκαναν και εκείνοι με το “Eyes of oblivion”! Τι κομματάρα διάολε…και έχει κι άλλες τέτοιες το party!

Και επειδή δε γινόταν να λείπει από το party η bluesy πλευρά του είδους, πάρε ένα “So sorry I could die” να στρώσεις! Ένιωσα τον πόνο στη ψυχούλα μου. Και πάρε και διασκευή στο “Night of the vampire” του Roky Erickson, έτσι για κερασάκι στη τούρτα. Αρχοντική, επιβλητικότατη, ισοπεδωτική εμφάνιση όσο λίγες από τα γνήσια τέκνα των τιτάνων MOTORHEAD! Τι pit, τι χοροπηδηχτά, τι γκαρίδες… Μια υπέροχη τρέλα που δε θέλαμε να σταματήσει. Και με τη τριπλέτα “Reap the hurricane”/”I’m in the band”/”(Gotta) get some action” το party έλαβε τέλος εν μέσω πανηγυρισμών…μαζέψαμε κουφάρια, σβέρκο, φωνή και αναλογιστήκαμε τι στο διάολο ήταν αυτό που είδαμε. 90 λεπτά ΜΑΚΕΛΕΙΟΥ. Σε αυτό το σημείο ανησυχώ για το πως θα βγουν οι CLUTCH να παίξουν μετά. 

Τέτοια ισοπέδωση, πως τη διαδέχεσαι; Γιατί οι μεν είχαν τα κότσια να βγουν μετά από μια φοβερή εμφάνιση BLUES PILLS…εσύ; Στις 23:00 εμφανίστηκε η μπάντα στη σκηνή λέγοντας χιουμοριστικά “feels good to be back at the office”. Μετά από δύο κομμάτια ας τα πούμε “αναγνωριστικά” που δεν είδα να τρελαίνεται και ο κόσμος (“Sea of destruction”, “Immortal”), μπήκε η μεγάλη hitάρα “The mob goes wild” και ο κόσμος εκεί ξύπνησε κάπως. Σε εκείνο το σημείο η συναυλία άρχισε να θυμίζει ότι εδώ βλέπουμε τον headliner. Μετά από δύο κομμάτια που ο Neil Fallon έπαιξε και κιθάρα, να σου ένα “X-ray vision” να φέρνει το κόσμο πιο κοντά στη μπάντα και δώστου χειροκροτήματα και sing-along να χαρεί!

Ο Fallon επίσης, είπε ότι θα κυκλοφορήσει νέο άλμπουμ η μπάντα και θα βγει σε δύο μήνες (τίτλος “Sunrise on slaughter beach”). Ακούσαμε υλικό και από αυτό το άλμπουμ (2 άτιτλα κομμάτια – ειδικά για το δεύτερο είπε “you can hear it on everyone’s favorite radio station – YouTube”), ανάμεσα στην κανονική ροή του set. Ένα set που καλούνταν να ικανοποιήσει το κοινό που κατά πλειοψηφία είχε έρθει για εκείνους μια και στη χώρα μας απολαμβάνουν μεγάλη δημοφιλία. Και ενώ κάλυψε όλη τη δισκογραφία των Αμερικανών, ωστόσο, η συναυλία έκανε κοιλιές από πλευράς διάθεσης της μπάντας. Προσωπικά πήρα μια ιδέα σαν να έκαναν αγγαρεία. Σαν να μπορούσαν να παίξουν με περισσότερο νεύρο αυτό το υλικό, και απλά να μην ήθελαν για τον οποιοδήποτε λόγο.
Δεν ξέρω για εσάς ρε παιδιά, προσωπικά πάντως, περίμενα σίγουρα περισσότερα από μια απλά καλή μα νωχελική εμφάνιση από τον headliner υποτίθεται. Ακόμα και κομμάτια σαν το “The regulator” η το “Firebirds!” που ξεκούνησαν το κοινό δεν ήταν αρκετά για το ξεσηκώσουν έτσι όπως έπαιξαν. Συμπερασματικά, έπαιξαν ευχάριστα μεν, όχι σαν headliners δε. Η πραγματική headline εμφάνιση, για κακή τους τύχη, ήταν των HELLACOPTERS προηγουμένως. Ελπίζω εγώ να έπεσα έξω και όλοι οι υπόλοιποι να είδαν συναυλιάρα, ωστόσο άμα ήμουν μόνος μου, θα έβλεπα μακελειό τριγύρω μου. Κάτι που πλην ελαχίστων κομματιών, δεν έγινε. Όπως και να ‘χει, οι CLUTCH μετά από ένα 85λεπτο σετ, χειροκροτήθηκαν από το πολύ κόσμο που είχε μαζευτεί, και ανανέωσαν το ραντεβού τους με το ελληνικό κοινό για την επόμενη φορά. Και εις άλλα, με υγεία!

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

Continue Reading

Ανταποκρίσεις

RELEASE ATHENS FESTIVAL: JUDAS PRIEST – CRADLE OF FILTH – THE DEAD DAISIES – BLACK SOUL HORDE (Πλατεία Νερού, 15/7/2022)

Published

on

 

Η 15η του Ιουλίου, σημαδεύτηκε ως μία μέσα που οι JUDAS PRIEST, μας χάρισαν μία από τις συγκλονιστικότερες εμφανίσεις τους στη χώρα μας, με τρομερή προσέλευση κόσμου, αλλά και πολύ καλές εμφανίσεις πρωτίστως από τους DEAD DAISIES, αλλά και τους CRADLE OF FILTH, ενώ οι εγχώριοι BLACK SOUL HORDE που άνοιξαν, έδειξαν πάρα πολύ καλά στοιχεία.

Στις 18:00 με το ρολόι (τονίζουμε το ότι οι ώρες γενικά ήταν “αλφάδι”) βγήκαν οι ντόπιοι heavy metallers BLACK SOUL HORDE. Στα λεπτά που είχαν στη διάθεση τους, ακούσαμε 5 κομμάτια από το τελευταίο τους (τρίτο) πόνημα ”Horrors from the void” (2021) (“Beware the mountains of madness”, “Beware the deep”, “God of war” με το οποίο και κλείσανε, συν “The betrayal of the king”, “Lair of the wolf”) συν το “Soulships” από τον προκάτοχό του, “Land of demise” (2020).


Η αλήθεια είναι πως από live τους που ήμουν παρόν στο παρελθόν, είχα πολύ όμορφες μνήμες, αλλά θεωρώ ότι έχουν ανέβει σαφώς επίπεδο έκτοτε σε όλους τους τομείς. Έτσι, με σύμμαχο τη πολύ καλή διάθεση, ανέλαβαν να ζεστάνουν το κόσμο που είχε πιάσει στασίδι μπροστά στη σκηνή εκκινώντας την ημέρα του Release festival εμφατικά. Πολύ όμορφο να βλέπεις μεγαλύτερο κοινό από αυτούς που έχεις σε ένα τοπικό live, μπροστά σου, ενώ παίζεις σε μια μεγάλη σκηνή. Ο ήχος ήταν με το μέρος τους και το γρέζι του Δημήτρη Κώτση αποτέλεσε το ατού του ήχου τους. Ενός ήχου που ενώ είναι καθόλα παραδοσιακός ακούγεται και αποδίδεται με μια σημαντική φρεσκάδα. Εύγε από μένα. Κέρδισαν άλλον έναν οπαδό. 

Γιάννης Σαββίδης

Η μεγάλη ατραξιόν και ο λόγος που αρκετές χιλιάδες κόσμου θα γέμιζαν την Πλατεία Νερού, ήταν αναμφίβολα οι JUDAS PRIEST. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν και για μένα. Αφενός όμως έχουν προηγηθεί άλλες έξι φορές, οπότε καλώς ή κακώς δε γίνεται ο ενθουσιασμός να είναι ο ίδιος, αφετέρου υπήρχε στο billing μια μπάντα της οποίας τα «παράσημα» είναι τόσα πολλά και τόσο βαριά στο πέτο, που σχεδόν με «ανάγκασαν» να τους τοποθετήσω πάνω-πάνω στο καλεντάρι μου. Μπορεί να με βρίσκεις υπερβολικό, αλλά το πόσο περίμενα να δω τους THE DEAD DAISIES, από την ώρα που ανακοινώθηκαν, δε λέγεται και δεν περιγράφεται. Βλέπεις δεν ήμουν, λόγω ανωτέρας βίας, ένας από αυτούς που είχαν την τύχη να θαυμάσουν από κοντά τον Glenn “The Voice of Rock” Hughes και την τότε μπάντα του (μαζί με τους THE LIZARDS των Rondinelli/DiMeo), το 2005 στο Gagarin, σε μια βραδιά μουσικά ονειρική όσο και ντροπιαστική, καθώς παρόντες ήταν οι «300 του Λεωνίδα». Και φαντάσου, πως το νούμερο θα μπορούσε να μη μπει ΚΑΝ σε εισαγωγικά…

Ίσως και λίγο νωρίτερα από την προκαθορισμένη (19:00) ώρα και με τον ήλιο να μας ψήνει, δημιουργώντας συνθήκες που δεν ταίριαζαν στο ύφος αλλά και στο status τους, οι David Lowy, Brian Tichy και φυσικά οι Doug Aldrich και Glenn Hughes, πατούν το «σανίδι» του Release. O κόσμος μπορεί να μην ήταν ο αναμενόμενος (πάντα παίζει ρόλο η ώρα, σε συνδυασμό με το αν είναι καθημερινή ή αργία), αλλά τουλάχιστον οι THE DEAD DAISIES δε θα έπαιζαν μπροστά σε μια άδεια Πλατεία Νερού. Η έναρξη του “Long way to go”, από το “Make some noise” του 2016, έκανε εξαρχής πεντακάθαρες τις προθέσεις του κουαρτέτου, έστω κι αν ο ήχος δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός και ο ηχολήπτης «ψαχνόταν» ακόμη. Θα ακούγαμε βέρο, ανόθευτο, ατόφιο, κλασσικό, πες το όπως θες, hard rock, ή μάλλον, HARD ROCK, από ένα συγκρότημα το οποίο δε χρειάζεται να μιλήσει για να μας πείσει πως είναι από εκείνα τα λίγα, τα πολύ λίγα, που όχι μόνον αξίζουν να φέρουν τον τίτλο του “Super Group”, αλλά τον δικαιολογούν κιόλας.

Εν συνεχεία, ο ήχος βελτιώθηκε και όσο προχωρούσε η ώρα, τόσο η μπάντα απογειωνόταν. Όπως ήταν αναμενόμενο, το μικρό, δυστυχώς, set στηρίχτηκε στο πρόσφατο, εξαιρετικό τους album “Holy Ground” απ’ όπου και ακούσαμε τρία τραγούδια (“Bustle and flow”, “Like no other”, “Unspoken”), από το “Burn it down” απολαύσαμε τα “Dead and gone” και “Rise up” ενώ άριστη ήταν η πρώτη εντύπωση από τον επερχόμενό τους, άτιτλο ακόμη δίσκο, με τις εκτελέσεις των «νεότευκτων» “Radiance” και “Shine on”. Απόδοση στα όρια της «καταπληκτικής», attitude πηγαίο, μηδαμινό ποζεριλίκι, πλήρης απουσία του εμετικού «ύφους χιλίων καρδιναλίων», που δυστυχώς έχουν «τσουτσέκια» με το 1/100 της ιστορίας των THE DEAD DAISIES, ταπεινότητα, ενθουσιασμός και «αέρας» ανωτερότητας. Αυτά ήταν όσα εισέπραττε κανείς από την εμφάνιση της παρέας του αειθαλούς Hughes, ενός καλλιτέχνη ολοκληρωμένου, στον οποίο ο χρόνος έχει φερθεί παραπάνω από καλά.

Πριν το live, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου όσα έγραψα στην πρώτη παράγραφο, ήθελα να δω, ειλικρινά, πόσοι θα «τιμούσαν» και πόσοι θα «αγνοούσαν» αυτό το super group. Έτσι, από περιέργεια. Αυτό που είδα τελικά, ήταν και αυτό που περίμενα να δω. Είπαμε πως ο κόσμος δεν ήταν ο αναμενόμενος, αλλά ο χώρος μπροστά στην σκηνή και μέχρι την κονσόλα ήταν γεμάτος και συνεχώς προστίθεντο νέοι θεατές. Έχοντας παρακολουθήσει το live ως και το έκτο τραγούδι από το πλάι, έβλεπα ότι ο νεοαφιχθείς θεατής ερχόταν με ενθουσιασμό και με περιέργεια να ακούσει και να δει καλύτερα, πηγαίνοντας όσο πιο μπροστά γινόταν, τη ΜΠΑΝΤΑΡΑ που εκείνη την ώρα βρισκόταν επί σκηνής και φαινόταν από τα πρώτα δευτερόλεπτα της επαφής του μαζί της, πως απλά… σπέρνει. Μιλάμε δε, για θεατές όλων των ηλικιών. Δε θα κρύψω τη χαρά μου, όταν είδα μπροστά μου μια παρέα πιτσιρικάδων, να μένει με ανοικτό το στόμα όταν ο Doug ξεκίνησε το riff του “Mistreated”. «Συγγνώμη, αυτή η κομματάρα ποια είναι;», με ρώτησε ο ένας από αυτούς. «Το ‘Mistreated’ των DEEP PURPLE φίλε μου, έπαιζε σε αυτούς κάποτε ο τραγουδιστής», του απάντησα όσο πιο λιτά και επεξηγηματικά μπορούσα.

Γιατί η νεολαία, έχει ακόμη κριτήρια. Έχει αισθητήρες ικανούς να «αρπάξουν» την ποιότητα και να την «φιλτράρουν». Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους φέρει κάποιος, κάπως, σε επαφή μαζί της. Έφυγα από το σημείο εκείνο που καθόμουν, μετά το “Mistreated”, όπου ο Hughes τρέλανε τον κόσμο και μετακινήθηκα προς το κέντρο. Έτσι, δεν ξέρω αν εκείνα τα παιδιά έμειναν άναυδα και στο “Burn”, το δεύτερο DEEP PURPLE κομμάτι της βραδιάς, ή σωστότερα, του απογεύματος. Από την σαρωτική του εκτέλεση όμως, στοιχηματίζω πως μάλλον μάζεψαν το σαγόνι τους από το τσιμέντο της Πλατείας Νερού… Όπως μείναμε στήλη άλατος όλοι, μα ΟΛΟΙ, με τις φωνητικές ακροβασίες του Hughes και το πάθος των ερμηνειών του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, έχει γίνει λάθος στην ημερομηνία γέννησης η οποία αναγράφεται στην ταυτότητα. Ο άνθρωπος αυτός είναι σαραντάρης, δεν είναι δυνατόν να είναι πάνω από εβδομήντα!

Να παραπονεθώ και λίγο; Ούτε μια ώρα δεν έπαιξαν, καλά-καλά. Και δεν είναι μόνο ότι δε μου έφτασε. Είναι πως μια τέτοια μπάντα, είναι έτσι κι αλλιώς για παραπάνω. Ναι, το ξέρω, οι CRADLE OF FILTH είναι εμπορικότεροι και μπλα μπλα μπλα. Δεκτά όλα. Αλλά, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αδυνατούν και να σταθούν ακόμη μπροστά στη Φωνή του Rock, τον Lowy (Fire from Down Under), τον Tichy (ογκόλιθος) και τον «είμαι τόσο άνετος και τόσο παικταράς που γίνομαι εκνευριστικός» Aldrich. Ελπίζω η υπόσχεση περί επιστροφής, διά στόματος Hughes, να υλοποιηθεί σε χώρο κλειστό, επαρκή για το μέγεθος της αξίας και της ιστορίας τους και να συνοδεύεται από περισσότερες «κλασσικές Hughes στιγμές». Άντε, μήπως και ακούσουμε ένα “Jury”, ένα “Medusa”, ένα “You keep on moving” και… γενικά, χορτάσουμε rock-ιά! Την επόμενη φορά, μην τους χάσεις.

Δημήτρης Τσέλλος

Οι CRADLE OF FILTH διανύουν μια περίοδο αναγέννησης τα τελευταία χρόνια, γεγονός που φάνηκε και στην παρουσία τους στο Release festival. Στα 75 λεπτά που ήταν στη σκηνή η μπάντα που πλαισίωσε τον Dani έκανε ό,τι μπορούσε για να πάρει με το μέρος του το κοινό, που περίμενε εναγωνίως να δει τους JUDAS PRIEST. Ο ήχος δεν τους βοήθησε όσο θα έπρεπε, αλλά κατάφεραν να έχουν κλιμάκωση στην απόδοσή τους φτάνοντας στο τέλος να ανάψουν ακόμα και καπνογόνα στο μοναδικό hit από το setlist τους (“Her ghost in the fog”). Είχαν προηγηθεί το «παλιό» “Lustmord and wargasm (The lick of carnivorous winds)” και το «νέο» “Necromantic fantasies”, το οποίο στάθηκε επάξια ανάμεσα στις παλιές τους συνθέσεις. Και ίσως εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα τους σήμερα: Οι συνθέσεις τους μετά το “Midian” του 2000, πασχίζουν να σταθούν επάξια στα κομμάτια που τους έκαναν τεράστιους στα 90s. 

Θα πρέπει, όμως, να τους αναγνωριστεί ότι δεν επέλεξαν από το παλιό τους υλικό τον «κράχτη» του “From the cradle to enslave”, αλλά το “Nocturnal supremacy” στην αρχή του set τους. Ακόμα κι εκεί λίγοι αντέδρασαν, ενώ αντίθετα στο “Nymphetamine (fix)” φάνηκε ο κόσμος να αντιδρά – αν και η μπάντα το απέδωσε μέτρια – και να ακολουθεί τη νεοφερμένη Zoe Marie Federoff, η οποία ανέλαβε τα πλήκτρα, αλλά και τα φωνητικά. Και δυστυχώς δεν τα κατάφερε στα απαιτητικά φωνητικά της εμβληματικής Sarah Jezebel Deva. Ούτε o Ashok αντικατέστησε επάξια τον, επί χρόνια, κιθαρίστα τους, Paul Allender πριν 8 χρόνια, αλλά και ο νεοφερμένος Donny Burbage θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι απλά επαρκής. Το rhythm section με τον Daniel Firth στο μπάσο και τον Marthus στα τύμπανα κράτησε καλά τον ρυθμό, γεγονός που δικαιολογείται από τα χρόνια που είναι μαζί στην μπάντα. 

Σαν σύνολο μουσικών που πλαισιώνουν τον Dani, θαρρώ πως χρειάζονται ακόμα χρόνο, ειδικά τα δύο νέα μέλη που φάνηκε να χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν τα μέγιστα. Όπως και να έχει ο Dani είχε κέφι, χαρίζοντας μας τα ιδιότυπα φωνητικά του στο έπακρο και την αλγεινή εικόνα του λιωσίματος του βαψίματος του λόγω της ζέστης. Αναμφίβολα είναι χαρισματικός και αιτία για να πει κάποιος ότι αξίζει να τους δεις έστω και εκείνη τη βραδιά για να καταλάβει γιατί ήταν η νούμερο 1 μπάντα του black metal στα late 90s. Όμως από τότε έχουν αλλάξει τα πάντα και κυρίως η ικανότητά τους να ξεσηκώνουν τον κόσμο που θα τους δει. Και δε θα μπορούσε να γίνει όταν είχαν να αναμετρηθούν κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Existential terror” από το περσινό τους “Existence is futile” με το “A gothic romance (Red roses for the devil’s whore)” από τον δίσκο που σημάδεψε την καριέρα τους, το “Dusk and her embrace” του 1996. 

Το ευτυχές είναι ότι δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μπουκάλια και γιουχαΐσματα που έφαγαν πριν 21 χρόνια όταν και πάλι μοιράστηκαν τη σκηνή με τους JUDAS PRIEST στο Rockwave festival. Πολλά έχουν αλλάξει, αλλά ο Dani παραμένει ευφυής και απολαυστικός στα λογύδρια του ανάμεσα στα κομμάτια κάνοντας λογοπαίγνια και με τη ζέστη και τον ήλιο που είχαν απέναντι τους στην αρχή και αφιερώνοντας το “Scorched earth erotica” στην αρχή μόνο στις γυναίκες και μετά σε όποιον βρήκε στη σκέψη του. Καταληκτικά ήταν από τις καλές παρουσίες τους στη χώρα μα, οι οποίες όσο περνούσαν τα χρόνια απείχαν ολοένα και περισσότερο από το θρυλικό διήμερο στο Ρόδον το 2000. Μένει να δούμε πως θα συνεχίσουν και αν θα ακολουθήσουν και στο μέλλον τη συνταγή της αποστροφής των πιο γνωστών τους κομματιών από το ένδοξο παρελθόν τους όπως έκαναν τώρα.

Λευτέρης Τσουρέας

 

Άντε μετά να βάλεις σε σειρά τις σκέψεις σου σε μια σειρά μετά από αυτό το ΕΠΟΣ που έζησε ένα δεκαχίλιαρο κόσμος στην Πλατεία Νερού. Με φωνή κλεισμένη και με μπόλικες μελανιές, θα προσπαθήσω να μαζέψω τα κομμάτια μου και να σας περιγράψω τι χάσατε όσοι κάνατε το λάθος και δεν ήρθατε. 

Η ώρα έχει πάει 22:30 και με το “War pigs” των BLACK SABBATH να παίζει στα ηχεία και έναν τεράστιο PRIEST cross να ανασηκώνεται, οι Metal Gods ορμάνε με το “Battle hymns/One shot at glory” και τα πρώτα καπνογόνα κάνουν την εμφάνισή τους. Ο ήχος έστρωσε πάρα πολύ γρήγορα και έτσι απολαύσαμε τον Rob Halford να δίνει ΠΟΝΟ, καθώς η φωνή του ήταν σε άψογη κατάσταση. Χωρίς ανάσα το “Lightning strike” από το αριστουργηματικό “Firepower” άρχισε να μας ανεβάζει στροφές, όπως και τα καρακλασικά “You’ve got another thing coming” και “Freewheel burning”.

Το ντουέτο Sneap/Faulkner πλέον έχει δέσει για τα καλά, μετά από τόσα χρόνια, αλλά πάντα θα μας λείπει ο ταλαιπωρημένος Glenn Tipton, ο οποίος έκανε και μια συγκινητική εμφάνιση, έστω και στο video wall, κατά τη διάρκεια του “Blood red skies”. Τα μετόπισθεν των Hill/Travis ήταν ογκόλιθος, ενώ για τον Halford τι να λέμε τώρα; Ο άνθρωπος ζούσε κάθε στιγμή και δεν πρόδιδε σε καμία περίπτωση την προχωρημένη ηλικία του.

Το party ξεκίνησε με το “Turbo lover”, όπου έβλεπα πολύ κόσμο να χοροπηδάει και ο έλεγχος χάθηκε εντελώς με ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Με το “The Sentinel” δηλαδή σε μια αδιανόητη εκτέλεση. Από εκεί και πέρα, έχασα κι εγώ την αυτοσυγκράτησή μου και άφησα τη ροή των τραγουδιών να με παρασύρει. 

Ανατριχίλες με “Victim of changes” και “A touch of evil”, pure fun με τις διασκευές των “The Green Manalishi” και “Diamonds and rust” και τον Travis να λέει ότι έμεινε μόνο ένα ακόμη τραγούδι (κανείς δεν τον πίστεψε). “Painkiller” λοιπόν σε μια άψογη μουσικά εκτέλεση, αλλά και με τη φωνή του Metal God να τον εγκαταλείπει, αφού προηγουμένως για μία ώρα και κάτι είχε φτύσει τα λαρύγγια του. Το encore ήρθε σχεδόν αμέσως…

“The Hellion/Electric eye” με την τρίχα κάγκελο στους πάντες και η γνώριμη Harley στο “Hell bent for leather” έδωσαν το σύνθημα για ένα λιτό, αλλά πολύ ουσιαστικό επίλογο. Η θριαμβευτική εμφάνιση των JUDAS PRIEST έκλεισε με μια γνώριμη δυάδα από το “British steel”: “Breaking the law” με μπόλικα καπνογόνα και τις φωνές του κοινού να υπερκαλύπτουν αυτό που απέμεινε στον Halford και καληνύχτα λίγο μετά τα μεσάνυχτα, με έναν τεράστιο ταύρο και εντελώς συμβολικά “Living after midnight”.

Η αποθέωση ήταν αναμενόμενη για τους JUDAS PRIEST και ο Metal God κάθισε τουλάχιστον ένα πεντάλεπτο μόνος του στη σκηνή, να υποκλίνεται σε ένα ζεστό και διψασμένο για συναυλίες κοινό. Σε ένα καλοκαίρι γεμάτο συναυλίες, κατανοώ πλήρως ότι ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του, καθώς μιλάμε για μεγάλο χρηματικό ποσό. Παρ’ όλα αυτά, οι JUDAS PRIEST αξίζουν κάθε σεβασμό και θεωρώ ότι ακόμη και αυτός ο κόσμος είναι λίγος για την βαρύτητα του ονόματός τους. Μιλάμε για την πεμπτουσία του heavy metal, να πάρει!

Sworn to avenge, condemn to Hell… 

Γιώργος Κόης

Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη