Connect with us

Δημήτρης Τσέλλος

SMITH & SWANSON – “Smith & Swanson” (No Remorse Records)

Published

on

All – star projects με δύο «πυλώνες». Ένα φαινόμενο που αποκτά όλο και μεγαλύτερη έκταση. Θα ξέρεις και συ ο ίδιος κάποια, πιθανολογώ. DENNER/SHERMANN, ARCH/MATHEOS, ARDUINI/BALICH, LIONE/CONTI και πάει λέγοντας… Συνήθως η μια εκ των δύο «βάσεων» είναι τραγουδιστής, και η άλλη κιθαρίστας. Κάποιοι ήταν παλαιότερα συνεργάτες υπό την σκέπη ενός συγκροτήματος, άλλοι αποτελούν μέλη της ίδιας «σκηνής», άλλοι απλά είναι φίλοι και αποφάσισαν να ενώσουν τα ταλέντα τους και να δημιουργήσουν. Ε λοιπόν, στην περίπτωση των Tim Schmidt και Phil Swanson, ισχύουν όλα τα παραπάνω. Μια παράμετρος που αυξάνει κατά πολύ και τις πιθανότητες το αποτέλεσμα να είναι τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο.

Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι τους. Μέλη και οι δύο της ευρύτερης heavy/doom σκηνής, ήταν, για ένα φεγγάρι, μαζί στους SEAMOUNT και VESTAL CLARET. Ο Γερμανός κιθαρίστας Tim Schmidt και τίποτα άλλο να μην είχε να επιδείξει, μόνο και μόνο που ανήκει σε αυτούς που υπέγραψαν τα ΘΗΡΙΩΔΗ έπη των THRONEHAMMER, αρκεί. Φτάνει και περισσεύει! Ο Αμερικανός τραγουδιστής Phil Swanson πάλι, είναι ένας θρύλος του Underground. Φωνή παραπάνω από αναγνωρίσιμη, στιχουργός ικανότατος, έχει τραγουδήσει εκτός από τους SEAMOUNT και VESTAL CLARET, στους ATLANTEAN KODEX την εποχή του split “The Hidden Folk / Two Stones”, στον κλασικό ομώνυμο δίσκο των HOUR OF 13, σε ένα από τα καλύτερα heavy metal albums του 21ου αιώνα, αυτό των SUMERLANDS και σε μπάντες όπως οι UPWARDS OF ENDTIME, NIGHTBITCH, BRITON RITES και LORDS OF TRIUMPH. Δες πόσα παράσημα, δες πόσες περγαμηνές. Στ’ αλήθεια, για κάποιον μουσικόφιλο που είναι βουτηγμένος στην όλη «φάση», τούτα τα βιογραφικά ισοδυναμούν με σίγουρη, από μέρους του, κατάθεση χρόνου και χρημάτων!

Κάποια στιγμή λοιπόν, οι δύο αυτοί μουσικοί ξεκίνησαν τη διαδικασία ηχογράφησης μερικών demos, σχηματίζοντας τους SMITH & SWANSON. Το όνομα μπορεί φαινομενικά να είναι απλοϊκό, αλλά δε μου το βγάζεις από το μυαλό πως αποτελεί παραλλαγή του Smith & Wesson, πως από εκεί το εμπνεύστηκαν! Και δεν στράφηκαν σε κανέναν άλλον ώστε να τους πλαισιώσει στο εγχείρημά τους αυτό, μα ο Schmidt πήρε επ’ ώμου κιθάρες, μπάσο και τύμπανα, αφήνοντας στον Swanson το απόλυτο «ελεύθερο» πίσω από το μικρόφωνο. Ποιος ο λόγος άλλωστε, όταν ο ένας εκ των πόλων είναι πολυοργανίστας, να καταναλωθεί φαιά ουσία και χρόνος στην αναζήτηση συνεργατών, που δεν είναι βέβαιο κι αν ταιριάξουν απόλυτα στο puzzle που πάει να δημιουργηθεί; Αν και όποτε φτάσει η στιγμή να βγει το project στον δρόμο, θα αλλάξουν τα δεδομένα και σίγουρα θα γίνουν οι κατάλληλες κινήσεις.

Πάμε τώρα στο συνθετικό κομμάτι. Πως θα μπορούσε να ηχεί ένας “Smith & Swanson” δίσκος; Εύκολο να το φανταστείς. Από την στιγμή που οι δυο τους δεν έχουν προϊστορία σε πειραματικές κυκλοφορίες και δεν τους διακατέχει τάση να δείξουν κάτι το «διαφορετικό», νομίζω πως οι ήδη κατέχοντες και γνωρίζοντες περί των πεπραγμένων τους, έχουν καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Για σένα και για όλους τους υπόλοιπους που σας έπιασε η περιέργεια και μπήκατε σε τούτο το κείμενο με σκοπό να μάθετε, να πούμε πως εν αρχή ην… οι BLACK SABBATH. Doom metal, φίλε μου. Doom metal το αυθεντικό, doom metal το… βρετανικό. Και από κει και μετά, μια σύνοψη όλων όσων είχαμε στο παρελθόν ακούσει από τους δυο τους, τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Μια «πρέζα» από το ένα, μια «πρέζα» από το άλλο, ίσα-ίσα ώστε να νοστιμίσει ακόμη περισσότερο το, έτσι κι αλλιώς, υπέροχο αυτό…πιάτο.

Τα «μεγάλα» heavy/doom riffs, τα ευφάνταστα, «καθάρια» lead μέρη και τα «ψυχωμένα» όσο και μελωδικά φωνητικά, που μπορούν να παίξουν τον ρόλο ενός ξεχωριστού μουσικού οργάνου, είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζει κανείς αμέσως στο “Smith & Swanson”. Έχει τα “hits” του, έχει τις πιο απαιτητικές στιγμές του, έχει τον «αέρα» της βρετανικής υπαίθρου να αναμειγνύεται με τη «μουντάδα» του βιομηχανικού Birmingham. Είναι από εκείνες τις «μαζώξεις» μουσικών που δικαιολογούν κάθε επαινετική λέξη του συντάκτη και κάθε λεπτό προσοχής του ακροατή. Όπου το πάθος για μουσική συμπλέει με το δημιουργικό ταλέντο. Τα highlights του πολλά, αλλά δε μπορώ να μη σταθώ περισσότερο στη γεμάτη δεξιοτεχνία, ψυχεδελική, a la Morricone (ή/και Tarantino) αλλαγή του “Like glass” και στο άκρατο επικό συναίσθημα από το οποίο ξεχειλίζει το “Refuse” στο αριστουργηματικό refrain του.

Άγνωστο είναι αν θα συνεχίσουν και μελλοντικά οι SMITH & SWANSON. Ευελπιστώ να υπάρξει έστω ένα ακόμη άλμπουμ, κάποια στιγμή. Μα και να μην υπάρξει, ακόμη και να αποκτήσει τούτος ο δίσκος ένα “one-off” status, θα είμαι απόλυτα καλυμμένος με όσα άκουσα.

8 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Somewhere back in time

A day to remember… 1/8 [W.A.S.P.]

Published

on

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“The Crimson Idol” – W.A.S.P
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1992
ΕΤΑΙΡΙΑParlophone
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣBlackie Lawless, Mikey Davis, Ross Robinson, Ian Cooper
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Blackie Lawless – Φωνητικά, ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα

Frankie Banali – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Bob Kulick – Κιθάρα
Doug Aldrich – Κιθάρα
Stet Howland – Τύμπανα

Η.Π.Α, δεκαετία του ’80. Ο τόπος και ο χρόνος της παντοκρατορίας του Hard Rock, του Heavy Metal και ειδικότερα του αλήτικου, «μπάσταρδου» τέκνου τους, αυτού που για δική μας ευκολία αλλά και για να το περιγράψουμε/προσδιορίσουμε καλύτερα, ονομάσαμε Hard ‘n’ Heavy. Της μουσικής των φανταχτερών ρούχων που συνδυάζονταν με τα δερμάτινα, τα jeans και παντός είδους σιδερικά, του βαψίματος, των μεγάλων χτενισμάτων, των φαντασμαγορικών shows στα πελώρια στάδια. Αρένες που γεμάτες από έφηβους, πάλλονταν κάθε βράδυ σχεδόν υπό τους ήχους και τους ρυθμούς τραγουδιών με θεόρατα hooks, εκτυφλωτικά leads και riffs που σε άρπαζαν σαν την πιο δυνατή, σφιχτή μέγγενη. Ναι, των αρένων, αλλά και των υγρών, μικρών clubs του L.A, εκεί όπου κυριαρχούσε η άκρατη έμπνευση και βάδιζε χεράκι-χεράκι με την ακολασία. Ο τόπος και ο χρόνος των συγκροτημάτων που λάτρευαν ισόποσα τους KISS, τους VAN HALEN, τα blues αλλά και τους JUDAS PRIEST.

Οι W.A.S.P του Blackie Lawless τα έζησαν όλα αυτά στο έπακρο, όντας από τους πιο αναγνωρίσιμους εκπροσώπους της σκηνής εκείνης. Ακραίοι, προκλητικοί, μισητοί στην PMRC, σε κάθε αρτηριοσκληρωτική οργάνωση, στους γονείς και στον θείο που πολέμησε στην Κορέα, «ζούσαν» από και για κάθε τέτοια αντίδραση. Αυτό τους έδινε έμπνευση. Αυτό τους «έθρεφε». Κάποια στιγμή όμως, ο Ψηλός ξύπνησε αλλαγμένος. Φαίνεται πως οι σκέψεις προς μια πιο «σοβαρή» στροφή που ήδη τον ταλάνιζαν (“The headless children”), τον κυρίευσαν ολοκληρωτικά και θέλησε να τις μετατρέψει σε ένα δικό του, προσωπικό manifesto. Μπάντα στην ουσία δεν υπήρχε, είχε μπει στον «πάγο», οπότε του δινόταν η ευκαιρία να γράψει κάτι που θα ήταν κατά δικό του. Οι οπαδοί όμως δεν τον άφησαν, ήθελαν νέο W.A.S.P δίσκο και τον ήθελαν τώρα. Έτσι, συνέβη ό,τι είχε συμβεί τρία χρόνια νωρίτερα με έναν άλλον σπουδαίο εκπρόσωπο του shock metal, τον Lizzy Borden και το “Master of disguise”. Αυτό που θα έπρεπε να έχει λογότυπο “Blackie Lawless”, θα είχε τελικά λογότυπο “W.A.S.P”.

Το concept που θα αποτελούσε το καινούργιο «πρόσωπο» του συγκροτήματος, απλό, πάντα επίκαιρο, δραματικό και εν προκειμένω, σχεδόν περιγραφικό και αυτοβιογραφικό: η πραγματική ζωή ενός rock star, μέσα από τα μάτια του ιδίου. Η θέλησή του να πετύχει, η άνοδος, η καταξίωση, ο κόσμος που απλώνεται στα πόδια του, η δόξα, οι παντός είδους πειρασμοί, οι παγίδες, και εν τέλει η πτώση, από την αδυναμία να σηκωθεί όλο αυτό το βάρος σε ώμους νεαρούς, χωρίς την απαιτούμενη πείρα, αλλά και βοήθεια/καθοδήγηση… Δεν ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό το σενάριό του, το είχαμε δει έναν χρόνο πριν στο “Streets: a rock opera” των SAVATAGE και φυσικά στο θρυλικό “Tommy” των THE WHO, το οποίο ήταν και η μεγάλη επιρροή του “The Crimson Idol”. Θρυλείται δε, πως το τελικό “ok” δόθηκε από τον ίδιο τον Pete Townsend.

Ο Jonathan Aaron Steel, μεγάλωσε σε μια τυπική, μεσοαστική αμερικανική οικογένεια. Ήταν ένας ακόμη νεαρός, που προσπαθούσε να φτάσει τον μεγάλο του αδερφό, Michael, στα μάτια των γονιών του, του William και της Elizabeth. Γιατί ενώ ο Michael θεωρείται υπόδειγμα παιδιού, ο Jonathan είναι το «μαύρο πρόβατο» της οικογενείας Steel και όταν δεν περνά σχεδόν απαρατήρητος, δέχεται την κριτική, την αμφισβήτηση και την κακομεταχείριση από τους γονείς του. Ευτυχώς, υπάρχει ο μεγάλος αδερφός που όχι μόνο τον αγαπά και τον στηρίζει, αλλά πιστεύει και σ’ αυτόν και του λέει με κάθε ευκαιρία πως είναι γεννημένος για «μεγάλα πράγματα».

Δυστυχώς, όταν ο δεκατετράχρονος Jonathan πάσχιζε όσο ποτέ να κερδίσει την αγάπη και την αναγνώριση των γονιών του, ο Michael σκοτώνεται σε τροχαίο, χτυπημένος από έναν μεθυσμένο οδηγό. Το πλήγμα για τον μικρό, τεράστιο. Ο Jonathan, νιώθοντας ότι έχασε τον μόνο αληθινό φίλο και στήριγμα που είχε ποτέ, περιπλανιέται στους δρόμους, ανακαλύπτοντας τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και τις εφήμερες σχέσεις. Μια μέρα, ενώ τριγυρνά μεθυσμένος, βλέπει σε μια βιτρίνα μια κατακόκκινη κιθάρα, την οποία και κλέβει, σπάζοντας το τζάμι. Η κιθάρα αυτή, έμελλε στο εξής να είναι η μόνη του διέξοδος, ο μόνος τρόπος μέσω του οποίου θα μπορούσε να εκφραστεί αλλά και το μοναδικό του εφόδιο, ώστε να βγάζει χρήματα. Έτσι, άρχισε σιγά-σιγά να ονειρεύεται πως θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας μουσικός και φέρνει τον εαυτό του νοερό πρωταγωνιστή στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, όπως τα είδωλά του.

Οι περιπλανήσεις του Jonathan θα τον φέρουν στο Hollywood, στο γραφείο του “Chainsaw” Charlie, προέδρου της μεγαλύτερης δισκογραφικής εταιρείας, όπου και του δίνεται ένα συμβόλαιο. Το ταλέντο του αλλά και η βοήθεια από την εταιρεία του και τον manager του, τον ικανότατο Alex Rodman (the best manager money can buy, όπως ακούγεται χαρακτηριστικά να αποκαλείται), θα τον φέρουν πολύ γρήγορα σε συνεχή ανοδική πορεία κι ας είναι μόλις δεκαοχτώ ετών. Tότε είναι που θα συναντήσει μια μυστηριώδη τσιγγάνα, η οποία θα του πει πως θα πετύχει όλα του τα όνειρα, αλλά θα του δώσει και μια πολύ περίεργη, δυσοίωνη προφητεία για το μέλλον. Η πορεία προς την καταστροφή έχει ήδη ξεκινήσει, απλά κανείς, πόσο μάλλον ο ίδιος ο Jonathan, δεν μπορεί να το δει ακόμη.

Η φήμη του είναι πια τεράστια, είναι ο Νο1 rock αστέρας, η κορυφή του ανήκει, το χρήμα ρέει άφθονο και αυτός πλέει σε έναν ωκεανό αλκοόλ, ναρκωτικών και πρόθυμων γυναικών. Ή σωστότερα, βυθίζεται, αφού αυτό το «περιβάλλον» αποδεικνύεται μια δίνη που τον τραβά στον πάτο. Με την πάροδο του χρόνου, ο Jonathan συνειδητοποιεί ότι παρά την τεράστια επιτυχία του, κανείς στη ζωή του δεν τον αγαπάει πραγματικά, κανείς δε νοιάζεται γι’ αυτόν. H εικόνα του είναι ψεύτικη και μόνο στον καθρέπτη του, τον οποίο βλέπει σαν «εξομολόγο» του, διακρίνει τον πραγματικό Jonathan. Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι θα πέσει όταν ένα βράδυ, o manager του διαλύει το νιοστό party του μικρού και απειλεί να τον εγκαταλείψει, αν δεν σταματήσει την ακόλαστη ζωή που κάνει και δεν αφοσιωθεί στις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις του.

Εκεί ο ήρωας καταλαβαίνει πως ο Rodman τον θέλει «καθαρό» όχι επειδή θέλει το καλό του, αλλά επειδή είναι απίστευτα ταλαντούχος και έχει τη δυνατότητα να του αποφέρει ακόμη περισσότερα χρήματα. Σε αυτό το σημείο, είναι που αρχίζει να συνειδητοποιεί πόσο μόνος είναι πραγματικά στη ζωή. Την παραμονή ενός ακόμη μεγάλου live, αποφασίζει να τηλεφωνήσει στο πατρικό του. Μέσα του ελπίζει ότι όλη του η φήμη και η επιτυχία αρκούν, για να αποδείξει πως άξιζε και έτσι να κερδίσει επιτέλους την αποδοχή των γονιών του. Δεν υπολόγισε όμως πως η επιτυχία αυτή είχε έρθει με λάθος τρόπο…

Η θρησκόληπτη, ακραία συντηρητική οικογένεια Steel, δε γινόταν ποτέ να αναγνωρίσει ως γιο της έναν «πρεζάκια rocker», όσα εκατομμύρια δολλάρια και αν είχε στην τράπεζα. Αρκούσαν όχι παραπάνω από πενήντα λέξεις, ένα τελευταίο we have no son και ένα κλείσιμο του τηλεφώνου, για να αισθανθεί ο Jonathan πως πλέον δεν έχει κανέναν στον κόσμο και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα για αυτόν. Κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας συναυλίας, αποσύρεται για λίγο στα καμαρίνια, αφαιρεί τις χορδές από την κιθάρα του, τις κάνει θηλιά και αυτοκτονεί. Τούτο θα ήταν το μεγάλο φινάλε της ζωής και της καριέρας του…

Μπορεί η εξέλιξη και το θλιβερό τέλος της ιστορίας να την καθιστούν σχεδόν καταθλιπτική, αλλά το «Πορφυρό Είδωλο» είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Είναι ένα σύγχρονο, σαιξπηρικό δράμα, διδακτικό, προορισμένο να «ταρακουνήσει» τον ακροατή και να «γδύσει» μπροστά στα μάτια του το ψεύτικο είδωλο της rock βιομηχανίας. Ο ακροατής ζει το δράμα του ήρωα σε τέτοιο σημείο, που σχεδόν νιώθει τον διαρκή του πόνο και την αγωνία του. Είναι μια νουθεσία για το τι είναι ή τι μπορεί να γίνουν τελικά η δόξα και η εξουσία, όπως είπε και η τσιγγάνα στο αντίστοιχο σημείο της ιστορίας: “Do you see what I see? Be careful to choose, be careful what you wish for, cause it may come true… a crimson idol I saw, but the higher he’d fly, then the further he’d fall”.

Μπορούν να γραφτούν χιλιάδες λέξεις κι αναλύσεις επί αναλύσεων, για το νόημα του “The Crimson Idol” concept. Καθένας μπορεί να δει και μια διαφορετική πλευρά του, ή να επηρεαστεί από διαφορετική πτυχή του. Για τούτον τον λόγο, θα αφήσουμε τα λόγια και θα μιλήσουμε για τις νότες. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως το album αυτό είναι μια συγκλονιστική rock opera, τίποτα λιγότερο. Θα μπορούσε να «ανέβει» σε οποιοδήποτε θέατρο ως υπερπαραγωγή και να καθηλώσει το ακροατήριο. Έτσι κι αλλιώς ήταν ο πλέον ακριβοπληρωμένος W.A.S.P δίσκος, με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Και ο Blackie, δε δαπάνησε άδικα ούτε cent. H μακροχρόνια διαδικασία σύνθεσης και παραγωγής, του επέτρεψε να ωθήσει τη μουσική της μπάντας του στα άκρα και να παρουσιάσει το πιο σκοτεινό, πολύπλοκο, τεχνικό και προοδευτικό album της, ως τότε.

Ο Ψηλός δεν ήταν πια ένας «συνηθισμένος» shock rocker. Ήταν ένας μουσικός με όραμα σαφέστατα διαφορετικό από εκείνο του μέσου αστέρα της Sunset Blvd, κάτι που ο επί χρόνια συνοδοιπόρος του, ο Chris Holmes, δυσκολευόταν να κατανοήσει, γι’ αυτό και αποχώρησε. Ο Holmes δεν ήταν ικανός να ακολουθήσει τέτοια πορεία. Του ήταν αδύνατο να βγάλει από πάνω του την ταμπέλα του “Wild Child” και να απομακρυνθεί από την “sex, drugs and rock ‘n’ roll” συμπεριφορά. Προς τούτο, ο Blackie κράτησε τον μακαρίτη Frankie Banali στα τύμπανα, με τον οποίο είχε συνεργαστεί ήδη από το “The headless children”, επιστράτευσε τον επίσης συγχωρεμένο (πόσο άσχημο αυτό…) Bob Kulick στις κιθάρες και κάλεσε τους Stet Howland και Doug Aldrich να «κοσμήσουν» με την συμβολή τους το μεγαλεπήβολο δημιούργημά του. Το αποτέλεσμα; Ίσως καλύτερο και από ότι περίμενε ο ίδιος. Ένας αραβουργηματικός, ΑΨΕΓΑΔΙΑΣΤΟΣ δίσκος.

Τι ήταν και τι εξακολουθεί να είναι λοιπόν το “The Crimson Idol”; Ήταν και είναι ένα από τα καλύτερα albums μελωδικού, αμερικανικού heavy metal που ακούστηκαν ποτέ. «Πως είπες; Heavy metal;» Ναι, heavy metal. Heavy f#ckin’ metal. Τώρα για ποιον ακριβώς λόγο οι W.A.S.P πρωταγωνιστούν σε βραδιές “glam” και “poser”, είναι άλλη ιστορία που θα την πούμε κι αυτή κάποια στιγμή. Ένα album όπου το λούσο, η μόστρα, η αλητεία και η ασωτία του νυχτερινού L.A, συμβάδιζαν με το βιρτουόζικο και στυλιζαρισμένο παίξιμο. Ένας δίσκος με εκπληκτική ατμόσφαιρα, σχεδόν κινηματογραφική αισθητική, τραγούδια που μας «στοίχειωσαν» με το πρώτο άκουσμα και τον Lawless να πείθει πως ήταν ΚΑΙ μεγάλος τραγουδιστής. Με συνθέσεις που μπορούσαν να σε οδηγήσουν από το ξέφρενο headbanging, στην πλησιέστερη πολυθρόνα, να κοιτάς το ταβάνι με «γεμάτα» μάτια.

Είναι το magnum opus της W.A.S.P εποποιΐας της περιόδου 1984-1992 και το πιο τρανταχτό επιχείρημα για όσους εξ ημών θεωρούμε πως ο Blackie Lawless είναι ένας τεράστιος, ολοκληρωμένος καλλιτέχνης, όσον αφορά τον «σκληρό ήχο». Και επί προσωπικού περισσότερο, είναι δύο πράγματα: πρώτον, ένα από τα δύο παρθενικά βινύλια που αγόρασε «πακέτο» ο γράφων (W.A.S.P ήταν και το δεύτερο, η συλλογή “First blood, last cuts”), κάτι που εκτινάσσει, όσο και να θέλω να παραμείνω προσγειωμένος, την συναισθηματική φόρτιση στον ουρανό και δεύτερον, η ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ δύο κορυφαίων πλην υποτιμημένων drummers, που πρέπει όλοι, ΟΛΟΙ όμως, όσοι αγαπούν το hard rock και το heavy metal, να την παρακολουθήσουν έστω μια φορά στη ζωή τους. Frankie (R.I.P), Stet, σας ευχαριστώ για το αέναο, ατέρμονο air drumming που μου χαρίσατε…

Μια παρένθεση, λίγο πριν το τέλος…

“Re-Idolized (The soundtrack to the Crimson Idol)”. Έχω την πεποίθηση πως για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, αξίζει και αυτό να ακουστεί. Είναι μια ελαφρώς διαφορετική οπτική του ιδίου έργου αλλά και το αναφαίρετο δικαίωμα του δημιουργού να κάνει ό,τι νομίζει με αυτό. Δε γίνεται να είναι κακό (και δεν είναι), από την στιγμή που οι συνθέσεις είναι αυτές που είναι και οι συνεργάτες του Blackie είναι παραπάνω από αξιόλογοι. Επιπροσθέτως ολοκληρώνει το αρχικό σχέδιο, που ήθελε τον δίσκο να συνοδεύεται από μια ταινία μικρού μήκους. Αλλά ας μείνουμε μακριά από συγκρίσεις. Καταρχάς διότι το αυθεντικό δεν υπάρχει τρόπος να σπιλωθεί από κανέναν και από τίποτα (λίγο «κράτει» με τα αναθέματα, τι γίνεται, στο τέλος θα καίμε τους καλλιτέχνες στην πυρά;) και επίσης διότι ποτέ δε μας άρεσε να «κλέβουμε εκκλησίες» και λοιπά «φιλόπτωχα ταμεία», έτσι δεν είναι; Για όποιον θέλει μια υπερ-πλήρη εκδοχή του ΑΡΧΙΚΟΥ έργου, προτείνω να αποκτήσει την επανακυκλοφορία του 1998, όπου υπάρχει bonus υλικό και να ακούσει τα τραγούδια με την παρακάτω σειρά:

1) Prologue: The story of Jonathan (Bonus)
2) The titanic overture
3) The invisible boy
4) Arena of pleasure
5) Chainsaw Charlie (Murders in the New Morgue)
6) The eulogy (Bonus)
7) Phantoms in the mirror (Bonus)
8) The gypsy meets the boy
9) Doctor Rockter
10) I am One
11) The Idol
12) Hold on to my heart
13) The great misconceptions of me

συν την πολύ καλή διασκευή στο “When the levee breaks” των LED ZEPPELIN.

Το album δεν πούλησε ιδιαίτερα καλά αρχικά, με τον κόσμο να το υποδέχεται κάπως… «μαγκωμένα», κάτι το λογικό, θα μου πεις, αφού οι W.A.S.P είχαν δείξει άλλο «πρόσωπο» τα προηγούμενα χρόνια. Μα κι αν η Αμερική (γιατί εκεί γινόταν όλο το παιχνίδι, ανέκαθεν) δεν άνοιξε τις αγκάλες της, οι W.A.S.P. έκαναν αληθινό πάταγο στην Ευρώπη. Ο Τύπος αποθέωσε και εξακολουθεί να αποθεώνει το «Είδωλο», με μοναδική εξαίρεση τον Καναδό Martin Popoff ο οποίος του έβαλε ένα 6/10, θεωρώντας πως το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν «αντάξιο της μακράς διαδικασίας δημιουργίας του» και χαρακτηρίζοντάς το ως μια «οδυνηρή αποτυχία στον τομέα των concept albums». Και αυτός ο τύπος τώρα, θεωρείται guru και πουλάει εγκυκλοπαίδειες, έτσι; Μάλιστα…

Αφήνουμε τον «φωστήρα» Popoff, που δεν πέτυχε ούτε ελέφαντα με 50άρι πολυβόλο στα πέντε μέτρα και επανερχόμαστε στους W.A.S.P. To group εμφανίστηκε στο Castle Donington (υπάρχει και οπτικοακουστικό υλικό από εκείνο το live, η μπάντα είναι σε απίστευτη κατάσταση!) μαζί με IRON MAIDEN, SLAYER, THUNDER, SKID ROW, με τον Doug Blair στην κιθάρα, τον Johnny Rod στο μπάσο και τον Howland ως μόνιμο μέλος πίσω από το drum kit (δηλαδή αυτούς που βλέπεις στα δύο video clips των “The Idol” και “Hold on to my heart”), ενώ τον Οκτώβριο του 1992 έπαιξε για τρεις βραδιές στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου. Α, ρε Ευρώπη… πόσο μεγάλο το σφάλμα που έκαναν τότε πολλές αμερικανικές μπάντες και δεν έστρεψαν το βλέμμα τους αποκλειστικά επάνω σου. Τα έχει πει αυτά ο Joey Vera των ARMORED SAINT. Λάθη μεγάλα και ασυγχώρητα…

Επίλογος…

Για τον συντάκτη που γράφει τούτες τις γραμμές, ο πρώτος λίθος στα θεμέλια της σκηνής του αμερικανικού hard ‘n’ heavy, ήταν το “Too fast for love” των MOTLEY CRUE, εν έτει 1981. Αλλά κι αν βρεθεί κάποιος να προτείνει κάποιο άλλο, θα τον ακούσω με μεγάλη προσοχή και θα προσπαθήσω να βάλω κάτω τα δεδομένα, για να δω αν όντως αυτό που ισχυρίζεται ισχύει. Εκεί που δύσκολα θα δεχτώ αντίλογο, είναι σε συζήτηση περί του ποιο album… έκλεισε την πόρτα. Ποιο κήρυξε «λήξη εργασιών», ποιο τερμάτισε ένα ολόκληρο μουσικό κίνημα, ποιο ανέβηκε στην υψηλότερη κορυφή, κάρφωσε την σημαία του και έκτοτε απολαμβάνει τη μοναξιά της απόλυτης μοναδικότητας. Εκείνο που γύρισε το τελευταίο φύλλο στο ημερολόγιο. Και αυτό, δεν είναι άλλο από το “The Crimson Idol”. Το κύκνειο άσμα των δοξασμένων 80s. Μουσικά, εικαστικά και εν τέλει… ουσιαστικά.

“Long live the King of Mercy”.

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading

Underground Halls

Underground Halls Vol. 114 (BATTERING RAM, BIRTH, HORN, MORRIGAN, PAGANIZER, SERPENT ASCENDING)

Published

on

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BATTERING RAM
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Second to none”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Uprising! Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Johan Hallström – Φωνητικά
Joakim “Jocke” Ståhl – Μπάσο
Jonas Edmark – Κιθάρες
Tony Trust – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Website
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Οι BATTERING RAM μας έρχονται από μια μικρή σουηδική πόλη, το Filipstad, γνωστή για τα ορυχεία της. Ένα μέρος που δεν έχεις ακούσει ποτέ, ένα μέρος που δεν έχεις πάει ποτέ και ένα μέρος που πιθανότατα δεν θα επισκεφτείς ποτέ. Εκεί πάνω στον Βορρά, στα σκανδιναβικά δάση, δημιουργήθηκε το 2017 αυτό το κουαρτέτο, που γρήγορα προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ των οπαδών της «σκληρής μουσικής» τόσο στην Σουηδία, όσο και γενικότερα στη Σκανδιναβία. Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε το 2020, έγινε δεκτό με πολλά θετικά σχόλια και πολύ καλές κριτικές από τον Τύπο, δημιουργώντας θετικότατες εντυπώσεις και καλλιεργώντας προσδοκίες για ένα ακόμη καλύτερο μέλλον. Αλλά, αν και τα προαναφερθέντα σκανδιναβικά δάση, κομμάτι της παραμυθένιας σκανδιναβικής φύσης, είναι φημισμένα για τα ξωτικά και τα trolls που τα περιδιαβαίνουν, οι BATTERING RAM δεν ακολουθούν τέτοιο μονοπάτι. Ούτε black θα ακούσεις εδώ, ούτε επικό metal.

Στο Second to none, οι Σουηδοί παίζουν ένα απλό, αλλά όχι απλοϊκό, ευθύβολο hard rock n’ roll, βαρύ, δυναμικό, groove-άτο με μεγάλα hooks και το σωστό attitude. Με καταβολές από τις δεκαετίες του 1970 και του ‘80 αλλά με το βλέμμα να κοιτάζει και το τι γίνεται γύρω τους στις μέρες μας, παραμένουν πιστοί στις αρχές των μεγάλων του είδους που υπηρετούν, αλλά παράλληλα σφραγίζουν τη μουσική τους με τη δική τους, σύγχρονη υπογραφή. Τούτο το δισκάκι ξεχειλίζει από ενέργεια. BACKYARD BABIES, HARDCORE SUPERSTAR, D-A-D, VOLBEAT, MUSTASCH, BLACK LABEL SOCIETY, να μερικές από τις μπάντες που επηρεάζουν τους BATTERING RAM, οπότε, πως γίνεται να μην είναι γεμάτο ενέργεια; Μάλιστα, είμαι σίγουρος πως στην σκηνή θα είναι ακόμη καλύτεροι, αφού και τα τραγούδια είναι κομμένα και ραμμένα για live καταστάσεις και το λένε και οι ίδιοι: “The hard rock stage, will always be our home”. Η παραγωγή είναι super, δε θυμάμαι αν το είπα αυτό…

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BIRTH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Born”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Bad Omen Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Conor Riley – Φωνητικά, κιθάρα, πλήκτρα
Brian Ellis – Κιθάρα, πλήκτρα
Trevor Mast – Μπάσο
Thomas Di Benedetto – Τύμπανα
Paul Marrone – Κρουστά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
YouTube

Οι BIRTH είναι από τη Νότια Καλιφόρνια και τους συναντούμε για πρώτη φορά. Μπορεί όμως με αυτήν τη μορφή να είναι πρωτόβγαλτοι, δεν είναι όμως νέοι στον χώρο, ως μονάδες, καθώς αποτελούνται από πρώην ή νυν μέλη των JΟΥ, RADIO MOSCOW, SACRI MONTI και ASTRA. Ίσως τώρα κάποιοι να υποπτεύονται το τι θα διαβάσουν στην συνέχεια, ίσως όχι, εμείς προχωράμε έτσι κι αλλιώς. Δε ξέρω επίσης πόσοι είχαν ακούσει το ομώνυμο demo EP του 2021, οπότε και περίμεναν το πρώτο επίσημο full length του group, εγώ πάντως δεν είμαι μεταξύ αυτών. Τέλος πάντων, από εκείνο το EP πήραν και τις τρεις του συνθέσεις (“Descending us”, “Cosmic tears” και “Long way down”), τις «δούλεψαν» ξανά και μαζί με τρία νέα κομμάτια δημιούργησαν την εξάδα του ντεμπούτου τους, Born.

Πάμε στο διά ταύτα. Οι Καλιφορνέζοι rock-άρουν, σε φάσεις hard rock-άρουν και συνάμα γίνονται προοδευτικοί, παραπέμποντας στα τιτάνια συγκροτήματα και albums της δεκαετίας του ‘70. Έχουν και μια ψυχεδελική διάθεση μαζί με την prog rock αισθητική τους, που δίνει επιπλέον πόντους στην όλη retro ατμόσφαιρα. Έχουν σωστές επιρροές (DEEP PURPLE, URIAH HEEP, CAMEL, E.L.P, KING CRIMSON, τέτοια πράγματα), έχουν έμπνευση, είναι «μάστορες» του mellotron και του Hammond B3, είναι ικανοί μουσικοί, τσιμπούν και τα δανειάκια τους από δω και κει (για παράδειγμα το “Descending us” είναι τόσο “Child in time” όσο είναι και “Firefly” ή “The magician’s birthday”, ως εκ τούτου είναι ένα μικρό έπος), γενικά, τη ξέρουν τη δουλειά!

Στιχουργικά, καταπιάνονται με τη δυστοπική επιστημονική φαντασία και αναλόγου υφής υπερβατικά θέματα, κάτι που ταιριάζει με τη μουσική τους. Όλοι οι παίκτες δουλεύουν σαν μια πολύ καλά προπονημένη ομάδα, έχουν πολύ καλή χημεία μεταξύ τους (φαίνεται αυτό) και έτσι, αβίαστα, το τελικό αποτέλεσμα είναι παραπάνω από απλά αξιόλογο. Αρκετές φορές δε, θα σου δημιουργηθεί η εντύπωση πως η ομάδα αυτή προβαίνει σε ένα εξαιρετικό jamming, γνώρισμα που τείνει να εκλείψει από το rock σήμερα.

Το “Born” είναι ένα πολύ καλό πρώτο βήμα για τους BIRTH. Είναι ένα καταπληκτικό κομμάτι βαριάς psych/prog rock απόλαυσης που γίνεται πιο εντυπωσιακό επειδή είναι η πρώτη συλλογή των BIRTH. Κάθε απόσπασμα είναι σαγηνευτικό και ευρηματικό, με μια εντυπωσιακή ισορροπία μεταξύ ρετρό πρωτοτύπων και σύγχρονης παραγωγής. Επιπλέον, η συγκριτικά συνοπτική διάρκεια κάνει τις συχνές αναπαραγωγές άκρως δελεαστικές. Συνολικά, λοιπόν, οι BIRTH πετυχαίνουν απόλυτα αυτό που επιδιώκουν, οπότε οι οπαδοί αυτού του είδους μουσικής θα λατρέψουν απόλυτα κάθε στιγμή.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HORN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Verzet”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Nerrath – Φωνητικά, Κιθάρες, Μπάσο, Μαντολίνο, Dulcimer, Synthesizer
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
Instagram
YouTube

Το δέκατο άλμπουμ τους κυκλοφόρησαν οι Γερμανοί ή πιο σωστά ο Γερμανός Nerrath μόνο μέλος, συνθέτης και οργανοπαίχτης της Pagan Black Metal μπάντας HORN. Το νέο άλμπουμ “Verzet” δείχνει τη μουσική να έχει μια περισσότερο folk διάθεση,  επηρεασμένη και προσανατολισμένη στη φύση, απομακρυνόμενο από τον πιο καθαρό παγανιστικό Black Metal ήχο των προηγούμενων κυκλοφοριών τους. Τα φωνητικά έχουν κυρίως μία βραχνάδα, πολλές φορές είναι καθαρά και σε σημεία μπορεί να ακούσει κανείς και κάποια ουρλιαχτά που να θυμίζουν το είδος στο οποίο κατατάσσονται οι HORN. Πολύ σκοτεινό, βαρύ και μυστηριακό το “Verzet”, ξεκινάει με το “Pein muss – gerieben als Korn” εισάγοντας απευθείας τον ακροατή σε αυτό το μυστηριώδες σχεδόν λατρευτικό ταξίδι μέσα σε ένα αρχαίο δάσος όπου ο χρόνος δεν έχει σημασία, οι θρύλοι, οι παραδόσεις και οι ιστορίες είναι αληθινές και ίσως και απειλητικές. Όλες οι συνθέσεις που ακολουθούν έχουν ακριβώς αυτήν την αισθητική, εξυμνώντας την φύση, την παράδοση, τις λαϊκές ιστορίες, το φολκλόρ.

Οκτώ τραγούδια, μερικά από τα οποία επικά και μεγάλα σε μήκος, με τη μουσική να αποτυπώνει μια μεσαιωνική ατμόσφαιρα κατά περιόδους, με μια πολύ καλή ισορροπία μεταξύ αργών, μεσαίων και γρήγορων μερών, με το τρέμολο να δίνει στη μουσική μια πιο ωμή αίσθηση όταν χρησιμοποιείται, ενώ στα πιο γρήγορα τμήματα των τραγουδιών, η χρήση blast beats χαρίζει ένταση στο αποτέλεσμα. Τσέλο, μαντολίνα, ένα είδος σαντούρι και ακουστικές κιθάρες συμβάλουν εξαιρετικά στην πολυποικιλότητα των ήχων, με το ορχηστρικό “Parole sono pietre” να αποτελεί υπόδειγμα σύνθεσης και το ομώνυμο “Verzet” να κλείνει πολύ όμορφα τον δίσκο. Μία πολύ δυνατή προσθήκη στον κατάλογο των HORN, γιορτάζοντας με αυτόν τον τρόπο εκτός από το δέκατο άλμπουμ τους και τα είκοσι χρόνια ύπαρξης τους. Σίγουρα θα προσφέρει απόλαυση στους λάτρεις του είδους και δεν θα αφήσει ανικανοποίητο κανέναν ακροατή που θα το επιλέξει.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MORRIGAN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Anwynn”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Werewolf Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Beliar – Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα
Impudicus – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
YouTube
Οι MORRIGAN, είναι ένα Γερμανικό Black Metal σχήμα, το οποίο έλκει την θεματολογία του από την Κέλτικη (καίτοι Γερμανοί) αλλά και την Γερμανική μυθολογία. Από την αρχή της καριέρας τους το 2001 και μέχρι σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει οκτώ ολοκληρωμένα άλμπουμ, με τελευταίο το φετινό “Anwynn”. Παρότι ως MORRIGAN μετρούν ήδη 20 χρόνια ζωής, το συγκρότημα ιδρύθηκε αρχικά με το όνομα MAYHEMIC TRUTH και ήταν ενεργό από το 1992 ως το 2000, οπότε και κυκλοφόρησε μια σειρά από demos με ύφος πλήρως επηρεασμένο/φόρο τιμής στους τεράστιους ΒΑΤΗΟRY. Το σκοτάδι που δημιουργούσαν τότε οι MAYHEMIC TRUTH ήταν μια ασυνήθιστη αντίστιξη στις ολοένα και πιο mainstream φιλοδοξίες του Black Metal κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και επίσης χρησίμευε ως ένας πυλώνας του underground Black Metal της Γερμανίας. Ωστόσο, όταν το συγκρότημα άλλαξε το όνομα του σε MORRIGAN στην αυγή της νέας χιλιετίας και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του άλμπουμ, “Plague, waste and death”, έγιναν αλλαγές – και ήταν μεγάλες. Για την υπόλοιπη δεκαετία που ακολούθησε, οι MORRIGAN πέρασαν από το πιο σκληρό ύφος των ΒΑΤΗΟRY στην ένδοξη «εποχή των Βίκινγκ» του ινδάλματος τους.

Τα χρόνια φέρθηκαν ευγενικά στους MORRIGAN. Όχι μόνο ακούγονται εντελώς αναζωογονημένοι με το παγανιστικό μέταλ τους, αλλά βρίσκονται αναμφισβήτητα στο απόγειο των δυνάμεών τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος, το άλμπουμ θυμίζει μαγικά την εποχή των Βίκινγκ, οδηγώντας τον ακροατή μακριά σε ξεχασμένα βασίλεια και μεγάλες περιπέτειες. Δυσοίωνες συγχορδίες και όπως πάντα, η παθιασμένη φωνή του ιδρυτή Beliar προσδίδει μια απίστευτη ένταση σε όλα. Μια εισαγωγή προσανατολισμένη στη φύση ξεκινά το άλμπουμ, ενώ μεγάλο μέρος των κομματιών είναι πολύ μεγάλα και επικά σε μήκος, ενώ τα καθαρά φωνητικά θυμίζουν το στυλ των φωνητικών στο “Hammerheart” των ΒΑΤΗΟRY, συνδυαζόμενα με τα κυρίαρχα Black γρυλίσματα. Μελωδίες προστίθενται σε κάποια από τα riff της κιθάρας, ενώ σε ορισμένα σημεία του άλμπουμ ακούγονται και παραδοσιακά βόρεια όργανα. Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής είναι βαθιά ριζωμένο στην εποχή της δεκαετίας του ’90, ανανεώνοντας το γνώριμο old school στυλ. Η παραγωγή δε, ακούγεται πολύ σκοτεινή και ακατέργαστη. Αν είστε λάτρης αυτού του μουσικού είδους, πρέπει οπωσδήποτε να δείτε αυτό το άλμπουμ, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα “Herald Of The Sheep”, “Blind Witch” και “Ivy”. Θα καταλάβετε μετά την ακρόαση γιατί!

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PAGANIZER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Beyond the macabre”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Transcending Obscurity Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Rogga Johansson – Φωνητικά, Κιθάρες
Matthias Fiebig – Τύμπανα
Martin Klasén – Μπάσο
Kjetil Lynghaug – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
YouTube

Ακόμα και αν κάποιος δεν γνωρίζει τους PAGANIZER, αποκλείεται να μην έχει πετύχει κάπου τον εκ των βασικών συντελεστών τους Rogga Johansson καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ, αναφέρεται ως μέλος τουλάχιστον 43 ενεργών συγκροτημάτων, τα περισσότερα από τα οποία έχουν κυκλοφορήσει άλμπουμ τα τελευταία 2-3 χρόνια. Ο Johansson παραμένει από τους πλέον παραγωγικούς μουσικούς στη metal σκηνή σε μεγάλο βαθμό, με ναυαρχίδα του να παραμένουν οι προαναφερθέντες Σουηδοί Death Metallers. Αν έχετε ακούσει κάποιο από τα έντεκα προηγηθέντα άλμπουμ των  PAGANIZER, από το 1999 οπότε και δημιουργήθηκαν, τότε σίγουρα ξέρετε και τι να περιμένετε από την δωδέκατη δουλειά τους, το φετινό Beyond the macabre. Είναι ένα κλασικό άλμπουμ των Σουηδών, στο καλούπι των ENTOMBED και DISMEMBER, και διαφέρει ελάχιστα από τα άλλα άλμπουμ τους. Ίσως είναι λίγο περισσότερο μελωδικό, όχι τόσο άγριο όσο το “The tower of the morbid” του 2019 και συνολικά, στρέφεται περισσότερο σε σκοτεινές μελωδίες, γιατί αυτή τη φορά ο ήχος της κιθάρας και τα riff δεν είναι αρκετά άγρια για να στηρίζονται οι συνθέσεις μόνο στην βαρύτητα. Αυτό, είναι άλλο ένα μικρό πραγματάκι, στην πολύ αργή εξέλιξη του σχήματος, το οποίο παρουσιάζει σε κάθε νέα του δουλειά, μία πολύ μικρή διαφοροποίηση από την προηγούμενη, παραμένοντας πιστό στις ρίζες του.

Με το μεγαλύτερο κενό μεταξύ δύο πλήρους μήκους άλμπουμ για τους PAGANIZER να είναι αυτά τα τέσσερα χρόνια, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι οι Σουηδοί διέρχονται μία στείρα από πλευράς έμπνευσης περίοδο στην καριέρα τους. Ωστόσο, ποτέ οι PAGANIZER δεν επέτρεψαν στους εαυτούς τους να γίνουν ένα σχήμα όπου οι όροι «έλλειψη», «παρακμή» ή «κακός δίσκος» μπήκαν στο DNA τους, με κάθε δισκογραφική προσπάθεια τους να είναι μια απόδειξη. Θα ήταν λοιπόν μάλλον άστοχο και από αυτόν τον δίσκο να περιμένει κανείς κάτι λιγότερο από ένα συγκρότημα σαν αυτό, με όσα έχουν καταφέρει στην τεράστια καριέρα τους, παρά να ακούσει εξαιρετικό, γνήσιο Death Metal, όπως αυτοί ξέρουν να το αποδίδουν. Χωρίς να αφήνουν στον ακροατή την δυνατότητα να πάρει ούτε ανάσα, το άλμπουμ ξεκινάει δυναμικά, συνεχίζει δυναμικά και καταλήγει; Μα φυσικά δυναμικά. Κολασμένη μεγαλοπρέπεια, εκτόξευση ηχητικών βλημάτων σε υψηλή ταχύτητα, το riffing να ισοπεδώνει οικοδομικά τετράγωνα, οι ρυθμοί των τραγουδιών να είναι η ορμή μιας άγριας επίθεσης, με γρυλίσματα και παράλογες κραυγές να προσθέτουν στη μακάβρια και άγρια ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Ξεκάθαρα πράγματα, για ακροατές με ξεκάθαρα γούστα.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SERPENT ASCENDING
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Hyperborean folklore”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: I, Voidhanger Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jarno Nurmi – Όλα τα όργανα, φωνητικά, στίχοι
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Instagram
YouTube
YouTube

Ενεργοί από το 2008, οι SERPENT ASCENDING είναι το σόλο project του Jarno Nurmi, ενός μουσικού με παρελθόν στους DESECRESY, SLUGATHOR, NERLICH και άλλα φινλανδικά Death Metal συγκροτήματα. Οι SERPENT ASCENDING ήταν πάντα η προσωπική απόπειρα του Nurmi να βυθιστεί στο απόκρυφο και το σκοτάδι, και στο νέο του άλμπουμ “Hyperborean folklore” εμβαθύνει στις φιλανδικές μυθολογίες, αντλώντας την έμπνευση του από συναρπαστικά ποιήματα, από την Kalevala και άλλα αρχαία κείμενα. Μετά την συλλογή “The enigma unsettled” του 2011, και το Blackened Death Metal ντεμπούτο τους “Aṇaṅku” του 2016, το “Hyperborean folklore” μετατοπίζει το ηχητικό κέντρο βάρους της μπάντας ακόμη περισσότερο προς το επικό μέταλ. Το Death Metal συστατικό είναι ακόμα εκεί, αλλά είναι θαυμάσια συγχωνευμένο με μία Ηeavy Μetal χρεία που εκπλήσσει, ειδικά επειδή συνδυάζεται με μια μελαγχολική ατμόσφαιρα και μια υπνωτική -αν όχι ψυχεδελική- προσέγγιση. Η φωνή του Jarno Nurmi, ένα διαπεραστικό γρύλισμα, χάνεται έτσι μέσα σε μια ομιχλώδη κουβέρτα υφασμένη από τις κιθάρες, συμπαρασύροντας μαζί όλες τις αισθήσεις του ακροατή.

Ενώ το “Aṇaṅku” είχε πολλά μικρότερα τραγούδια, τώρα οι ιδέες ενώνονται πιο προσεκτικά για να σχηματίσουν μεγαλύτερες δομές τραγουδιών με περισσότερο χρόνο για να χτιστεί ατμόσφαιρα και περιοδικές εντάσεις. Το Progressive, το επικό, το ακραίο και το Ηeavy Μetal στοιχείο, στήνουν το σκηνικό με πρωταγωνιστή ένα φανταστικό βασίλειο της αρχαίας λαογραφίας του λαού του συνθέτη. Ένα σκοτεινό underground έπος της ακραίας μεταλλικής σκηνής, το “Hyperborean folklore”  είναι ένας σύγχρονος τιμητής των μεγάλων βόρειων Επών του παρελθόντος. Με πλήρως ανανεωμένους ρυθμούς και φόρμες, η μουσική αξία του “Hyperborean folklore” όσον αφορά τη δισκογραφία όχι μόνο των SERPENT ASCENDING, αλλά όλων των σχημάτων που άπτονται των φινλανδικών, των Σάμι και των Σκανδιναβικών (ή Fennoscandic) λαογραφικών παραδόσεων, ανεβάζουν πολύ τον πήχη της εξιστόρησης μέσω της μουσικής τέτοιων όμορφων, μυστηριακών και ως ένα βαθμό παγανιστικών θεμάτων. Η αποζημίωση και η ικανοποίηση από τα τέσσερα τραγούδια και τα σχεδόν σαράντα λεπτά διάρκειας τους, είναι βέβαιη για τους ακροατές που θέλουν να αφιερώσουν χρόνο σε αυτό το άλμπουμ.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Continue Reading

Ανταποκρίσεις

RELEASE ATHENS FESTIVAL: JUDAS PRIEST – CRADLE OF FILTH – THE DEAD DAISIES – BLACK SOUL HORDE (Πλατεία Νερού, 15/7/2022)

Published

on

 

Η 15η του Ιουλίου, σημαδεύτηκε ως μία μέσα που οι JUDAS PRIEST, μας χάρισαν μία από τις συγκλονιστικότερες εμφανίσεις τους στη χώρα μας, με τρομερή προσέλευση κόσμου, αλλά και πολύ καλές εμφανίσεις πρωτίστως από τους DEAD DAISIES, αλλά και τους CRADLE OF FILTH, ενώ οι εγχώριοι BLACK SOUL HORDE που άνοιξαν, έδειξαν πάρα πολύ καλά στοιχεία.

Στις 18:00 με το ρολόι (τονίζουμε το ότι οι ώρες γενικά ήταν “αλφάδι”) βγήκαν οι ντόπιοι heavy metallers BLACK SOUL HORDE. Στα λεπτά που είχαν στη διάθεση τους, ακούσαμε 5 κομμάτια από το τελευταίο τους (τρίτο) πόνημα ”Horrors from the void” (2021) (“Beware the mountains of madness”, “Beware the deep”, “God of war” με το οποίο και κλείσανε, συν “The betrayal of the king”, “Lair of the wolf”) συν το “Soulships” από τον προκάτοχό του, “Land of demise” (2020).


Η αλήθεια είναι πως από live τους που ήμουν παρόν στο παρελθόν, είχα πολύ όμορφες μνήμες, αλλά θεωρώ ότι έχουν ανέβει σαφώς επίπεδο έκτοτε σε όλους τους τομείς. Έτσι, με σύμμαχο τη πολύ καλή διάθεση, ανέλαβαν να ζεστάνουν το κόσμο που είχε πιάσει στασίδι μπροστά στη σκηνή εκκινώντας την ημέρα του Release festival εμφατικά. Πολύ όμορφο να βλέπεις μεγαλύτερο κοινό από αυτούς που έχεις σε ένα τοπικό live, μπροστά σου, ενώ παίζεις σε μια μεγάλη σκηνή. Ο ήχος ήταν με το μέρος τους και το γρέζι του Δημήτρη Κώτση αποτέλεσε το ατού του ήχου τους. Ενός ήχου που ενώ είναι καθόλα παραδοσιακός ακούγεται και αποδίδεται με μια σημαντική φρεσκάδα. Εύγε από μένα. Κέρδισαν άλλον έναν οπαδό. 

Γιάννης Σαββίδης

Η μεγάλη ατραξιόν και ο λόγος που αρκετές χιλιάδες κόσμου θα γέμιζαν την Πλατεία Νερού, ήταν αναμφίβολα οι JUDAS PRIEST. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν και για μένα. Αφενός όμως έχουν προηγηθεί άλλες έξι φορές, οπότε καλώς ή κακώς δε γίνεται ο ενθουσιασμός να είναι ο ίδιος, αφετέρου υπήρχε στο billing μια μπάντα της οποίας τα «παράσημα» είναι τόσα πολλά και τόσο βαριά στο πέτο, που σχεδόν με «ανάγκασαν» να τους τοποθετήσω πάνω-πάνω στο καλεντάρι μου. Μπορεί να με βρίσκεις υπερβολικό, αλλά το πόσο περίμενα να δω τους THE DEAD DAISIES, από την ώρα που ανακοινώθηκαν, δε λέγεται και δεν περιγράφεται. Βλέπεις δεν ήμουν, λόγω ανωτέρας βίας, ένας από αυτούς που είχαν την τύχη να θαυμάσουν από κοντά τον Glenn “The Voice of Rock” Hughes και την τότε μπάντα του (μαζί με τους THE LIZARDS των Rondinelli/DiMeo), το 2005 στο Gagarin, σε μια βραδιά μουσικά ονειρική όσο και ντροπιαστική, καθώς παρόντες ήταν οι «300 του Λεωνίδα». Και φαντάσου, πως το νούμερο θα μπορούσε να μη μπει ΚΑΝ σε εισαγωγικά…

Ίσως και λίγο νωρίτερα από την προκαθορισμένη (19:00) ώρα και με τον ήλιο να μας ψήνει, δημιουργώντας συνθήκες που δεν ταίριαζαν στο ύφος αλλά και στο status τους, οι David Lowy, Brian Tichy και φυσικά οι Doug Aldrich και Glenn Hughes, πατούν το «σανίδι» του Release. O κόσμος μπορεί να μην ήταν ο αναμενόμενος (πάντα παίζει ρόλο η ώρα, σε συνδυασμό με το αν είναι καθημερινή ή αργία), αλλά τουλάχιστον οι THE DEAD DAISIES δε θα έπαιζαν μπροστά σε μια άδεια Πλατεία Νερού. Η έναρξη του “Long way to go”, από το “Make some noise” του 2016, έκανε εξαρχής πεντακάθαρες τις προθέσεις του κουαρτέτου, έστω κι αν ο ήχος δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός και ο ηχολήπτης «ψαχνόταν» ακόμη. Θα ακούγαμε βέρο, ανόθευτο, ατόφιο, κλασσικό, πες το όπως θες, hard rock, ή μάλλον, HARD ROCK, από ένα συγκρότημα το οποίο δε χρειάζεται να μιλήσει για να μας πείσει πως είναι από εκείνα τα λίγα, τα πολύ λίγα, που όχι μόνον αξίζουν να φέρουν τον τίτλο του “Super Group”, αλλά τον δικαιολογούν κιόλας.

Εν συνεχεία, ο ήχος βελτιώθηκε και όσο προχωρούσε η ώρα, τόσο η μπάντα απογειωνόταν. Όπως ήταν αναμενόμενο, το μικρό, δυστυχώς, set στηρίχτηκε στο πρόσφατο, εξαιρετικό τους album “Holy Ground” απ’ όπου και ακούσαμε τρία τραγούδια (“Bustle and flow”, “Like no other”, “Unspoken”), από το “Burn it down” απολαύσαμε τα “Dead and gone” και “Rise up” ενώ άριστη ήταν η πρώτη εντύπωση από τον επερχόμενό τους, άτιτλο ακόμη δίσκο, με τις εκτελέσεις των «νεότευκτων» “Radiance” και “Shine on”. Απόδοση στα όρια της «καταπληκτικής», attitude πηγαίο, μηδαμινό ποζεριλίκι, πλήρης απουσία του εμετικού «ύφους χιλίων καρδιναλίων», που δυστυχώς έχουν «τσουτσέκια» με το 1/100 της ιστορίας των THE DEAD DAISIES, ταπεινότητα, ενθουσιασμός και «αέρας» ανωτερότητας. Αυτά ήταν όσα εισέπραττε κανείς από την εμφάνιση της παρέας του αειθαλούς Hughes, ενός καλλιτέχνη ολοκληρωμένου, στον οποίο ο χρόνος έχει φερθεί παραπάνω από καλά.

Πριν το live, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου όσα έγραψα στην πρώτη παράγραφο, ήθελα να δω, ειλικρινά, πόσοι θα «τιμούσαν» και πόσοι θα «αγνοούσαν» αυτό το super group. Έτσι, από περιέργεια. Αυτό που είδα τελικά, ήταν και αυτό που περίμενα να δω. Είπαμε πως ο κόσμος δεν ήταν ο αναμενόμενος, αλλά ο χώρος μπροστά στην σκηνή και μέχρι την κονσόλα ήταν γεμάτος και συνεχώς προστίθεντο νέοι θεατές. Έχοντας παρακολουθήσει το live ως και το έκτο τραγούδι από το πλάι, έβλεπα ότι ο νεοαφιχθείς θεατής ερχόταν με ενθουσιασμό και με περιέργεια να ακούσει και να δει καλύτερα, πηγαίνοντας όσο πιο μπροστά γινόταν, τη ΜΠΑΝΤΑΡΑ που εκείνη την ώρα βρισκόταν επί σκηνής και φαινόταν από τα πρώτα δευτερόλεπτα της επαφής του μαζί της, πως απλά… σπέρνει. Μιλάμε δε, για θεατές όλων των ηλικιών. Δε θα κρύψω τη χαρά μου, όταν είδα μπροστά μου μια παρέα πιτσιρικάδων, να μένει με ανοικτό το στόμα όταν ο Doug ξεκίνησε το riff του “Mistreated”. «Συγγνώμη, αυτή η κομματάρα ποια είναι;», με ρώτησε ο ένας από αυτούς. «Το ‘Mistreated’ των DEEP PURPLE φίλε μου, έπαιζε σε αυτούς κάποτε ο τραγουδιστής», του απάντησα όσο πιο λιτά και επεξηγηματικά μπορούσα.

Γιατί η νεολαία, έχει ακόμη κριτήρια. Έχει αισθητήρες ικανούς να «αρπάξουν» την ποιότητα και να την «φιλτράρουν». Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους φέρει κάποιος, κάπως, σε επαφή μαζί της. Έφυγα από το σημείο εκείνο που καθόμουν, μετά το “Mistreated”, όπου ο Hughes τρέλανε τον κόσμο και μετακινήθηκα προς το κέντρο. Έτσι, δεν ξέρω αν εκείνα τα παιδιά έμειναν άναυδα και στο “Burn”, το δεύτερο DEEP PURPLE κομμάτι της βραδιάς, ή σωστότερα, του απογεύματος. Από την σαρωτική του εκτέλεση όμως, στοιχηματίζω πως μάλλον μάζεψαν το σαγόνι τους από το τσιμέντο της Πλατείας Νερού… Όπως μείναμε στήλη άλατος όλοι, μα ΟΛΟΙ, με τις φωνητικές ακροβασίες του Hughes και το πάθος των ερμηνειών του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, έχει γίνει λάθος στην ημερομηνία γέννησης η οποία αναγράφεται στην ταυτότητα. Ο άνθρωπος αυτός είναι σαραντάρης, δεν είναι δυνατόν να είναι πάνω από εβδομήντα!

Να παραπονεθώ και λίγο; Ούτε μια ώρα δεν έπαιξαν, καλά-καλά. Και δεν είναι μόνο ότι δε μου έφτασε. Είναι πως μια τέτοια μπάντα, είναι έτσι κι αλλιώς για παραπάνω. Ναι, το ξέρω, οι CRADLE OF FILTH είναι εμπορικότεροι και μπλα μπλα μπλα. Δεκτά όλα. Αλλά, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αδυνατούν και να σταθούν ακόμη μπροστά στη Φωνή του Rock, τον Lowy (Fire from Down Under), τον Tichy (ογκόλιθος) και τον «είμαι τόσο άνετος και τόσο παικταράς που γίνομαι εκνευριστικός» Aldrich. Ελπίζω η υπόσχεση περί επιστροφής, διά στόματος Hughes, να υλοποιηθεί σε χώρο κλειστό, επαρκή για το μέγεθος της αξίας και της ιστορίας τους και να συνοδεύεται από περισσότερες «κλασσικές Hughes στιγμές». Άντε, μήπως και ακούσουμε ένα “Jury”, ένα “Medusa”, ένα “You keep on moving” και… γενικά, χορτάσουμε rock-ιά! Την επόμενη φορά, μην τους χάσεις.

Δημήτρης Τσέλλος

Οι CRADLE OF FILTH διανύουν μια περίοδο αναγέννησης τα τελευταία χρόνια, γεγονός που φάνηκε και στην παρουσία τους στο Release festival. Στα 75 λεπτά που ήταν στη σκηνή η μπάντα που πλαισίωσε τον Dani έκανε ό,τι μπορούσε για να πάρει με το μέρος του το κοινό, που περίμενε εναγωνίως να δει τους JUDAS PRIEST. Ο ήχος δεν τους βοήθησε όσο θα έπρεπε, αλλά κατάφεραν να έχουν κλιμάκωση στην απόδοσή τους φτάνοντας στο τέλος να ανάψουν ακόμα και καπνογόνα στο μοναδικό hit από το setlist τους (“Her ghost in the fog”). Είχαν προηγηθεί το «παλιό» “Lustmord and wargasm (The lick of carnivorous winds)” και το «νέο» “Necromantic fantasies”, το οποίο στάθηκε επάξια ανάμεσα στις παλιές τους συνθέσεις. Και ίσως εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα τους σήμερα: Οι συνθέσεις τους μετά το “Midian” του 2000, πασχίζουν να σταθούν επάξια στα κομμάτια που τους έκαναν τεράστιους στα 90s. 

Θα πρέπει, όμως, να τους αναγνωριστεί ότι δεν επέλεξαν από το παλιό τους υλικό τον «κράχτη» του “From the cradle to enslave”, αλλά το “Nocturnal supremacy” στην αρχή του set τους. Ακόμα κι εκεί λίγοι αντέδρασαν, ενώ αντίθετα στο “Nymphetamine (fix)” φάνηκε ο κόσμος να αντιδρά – αν και η μπάντα το απέδωσε μέτρια – και να ακολουθεί τη νεοφερμένη Zoe Marie Federoff, η οποία ανέλαβε τα πλήκτρα, αλλά και τα φωνητικά. Και δυστυχώς δεν τα κατάφερε στα απαιτητικά φωνητικά της εμβληματικής Sarah Jezebel Deva. Ούτε o Ashok αντικατέστησε επάξια τον, επί χρόνια, κιθαρίστα τους, Paul Allender πριν 8 χρόνια, αλλά και ο νεοφερμένος Donny Burbage θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι απλά επαρκής. Το rhythm section με τον Daniel Firth στο μπάσο και τον Marthus στα τύμπανα κράτησε καλά τον ρυθμό, γεγονός που δικαιολογείται από τα χρόνια που είναι μαζί στην μπάντα. 

Σαν σύνολο μουσικών που πλαισιώνουν τον Dani, θαρρώ πως χρειάζονται ακόμα χρόνο, ειδικά τα δύο νέα μέλη που φάνηκε να χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν τα μέγιστα. Όπως και να έχει ο Dani είχε κέφι, χαρίζοντας μας τα ιδιότυπα φωνητικά του στο έπακρο και την αλγεινή εικόνα του λιωσίματος του βαψίματος του λόγω της ζέστης. Αναμφίβολα είναι χαρισματικός και αιτία για να πει κάποιος ότι αξίζει να τους δεις έστω και εκείνη τη βραδιά για να καταλάβει γιατί ήταν η νούμερο 1 μπάντα του black metal στα late 90s. Όμως από τότε έχουν αλλάξει τα πάντα και κυρίως η ικανότητά τους να ξεσηκώνουν τον κόσμο που θα τους δει. Και δε θα μπορούσε να γίνει όταν είχαν να αναμετρηθούν κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Existential terror” από το περσινό τους “Existence is futile” με το “A gothic romance (Red roses for the devil’s whore)” από τον δίσκο που σημάδεψε την καριέρα τους, το “Dusk and her embrace” του 1996. 

Το ευτυχές είναι ότι δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μπουκάλια και γιουχαΐσματα που έφαγαν πριν 21 χρόνια όταν και πάλι μοιράστηκαν τη σκηνή με τους JUDAS PRIEST στο Rockwave festival. Πολλά έχουν αλλάξει, αλλά ο Dani παραμένει ευφυής και απολαυστικός στα λογύδρια του ανάμεσα στα κομμάτια κάνοντας λογοπαίγνια και με τη ζέστη και τον ήλιο που είχαν απέναντι τους στην αρχή και αφιερώνοντας το “Scorched earth erotica” στην αρχή μόνο στις γυναίκες και μετά σε όποιον βρήκε στη σκέψη του. Καταληκτικά ήταν από τις καλές παρουσίες τους στη χώρα μα, οι οποίες όσο περνούσαν τα χρόνια απείχαν ολοένα και περισσότερο από το θρυλικό διήμερο στο Ρόδον το 2000. Μένει να δούμε πως θα συνεχίσουν και αν θα ακολουθήσουν και στο μέλλον τη συνταγή της αποστροφής των πιο γνωστών τους κομματιών από το ένδοξο παρελθόν τους όπως έκαναν τώρα.

Λευτέρης Τσουρέας

 

Άντε μετά να βάλεις σε σειρά τις σκέψεις σου σε μια σειρά μετά από αυτό το ΕΠΟΣ που έζησε ένα δεκαχίλιαρο κόσμος στην Πλατεία Νερού. Με φωνή κλεισμένη και με μπόλικες μελανιές, θα προσπαθήσω να μαζέψω τα κομμάτια μου και να σας περιγράψω τι χάσατε όσοι κάνατε το λάθος και δεν ήρθατε. 

Η ώρα έχει πάει 22:30 και με το “War pigs” των BLACK SABBATH να παίζει στα ηχεία και έναν τεράστιο PRIEST cross να ανασηκώνεται, οι Metal Gods ορμάνε με το “Battle hymns/One shot at glory” και τα πρώτα καπνογόνα κάνουν την εμφάνισή τους. Ο ήχος έστρωσε πάρα πολύ γρήγορα και έτσι απολαύσαμε τον Rob Halford να δίνει ΠΟΝΟ, καθώς η φωνή του ήταν σε άψογη κατάσταση. Χωρίς ανάσα το “Lightning strike” από το αριστουργηματικό “Firepower” άρχισε να μας ανεβάζει στροφές, όπως και τα καρακλασικά “You’ve got another thing coming” και “Freewheel burning”.

Το ντουέτο Sneap/Faulkner πλέον έχει δέσει για τα καλά, μετά από τόσα χρόνια, αλλά πάντα θα μας λείπει ο ταλαιπωρημένος Glenn Tipton, ο οποίος έκανε και μια συγκινητική εμφάνιση, έστω και στο video wall, κατά τη διάρκεια του “Blood red skies”. Τα μετόπισθεν των Hill/Travis ήταν ογκόλιθος, ενώ για τον Halford τι να λέμε τώρα; Ο άνθρωπος ζούσε κάθε στιγμή και δεν πρόδιδε σε καμία περίπτωση την προχωρημένη ηλικία του.

Το party ξεκίνησε με το “Turbo lover”, όπου έβλεπα πολύ κόσμο να χοροπηδάει και ο έλεγχος χάθηκε εντελώς με ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών. Με το “The Sentinel” δηλαδή σε μια αδιανόητη εκτέλεση. Από εκεί και πέρα, έχασα κι εγώ την αυτοσυγκράτησή μου και άφησα τη ροή των τραγουδιών να με παρασύρει. 

Ανατριχίλες με “Victim of changes” και “A touch of evil”, pure fun με τις διασκευές των “The Green Manalishi” και “Diamonds and rust” και τον Travis να λέει ότι έμεινε μόνο ένα ακόμη τραγούδι (κανείς δεν τον πίστεψε). “Painkiller” λοιπόν σε μια άψογη μουσικά εκτέλεση, αλλά και με τη φωνή του Metal God να τον εγκαταλείπει, αφού προηγουμένως για μία ώρα και κάτι είχε φτύσει τα λαρύγγια του. Το encore ήρθε σχεδόν αμέσως…

“The Hellion/Electric eye” με την τρίχα κάγκελο στους πάντες και η γνώριμη Harley στο “Hell bent for leather” έδωσαν το σύνθημα για ένα λιτό, αλλά πολύ ουσιαστικό επίλογο. Η θριαμβευτική εμφάνιση των JUDAS PRIEST έκλεισε με μια γνώριμη δυάδα από το “British steel”: “Breaking the law” με μπόλικα καπνογόνα και τις φωνές του κοινού να υπερκαλύπτουν αυτό που απέμεινε στον Halford και καληνύχτα λίγο μετά τα μεσάνυχτα, με έναν τεράστιο ταύρο και εντελώς συμβολικά “Living after midnight”.

Η αποθέωση ήταν αναμενόμενη για τους JUDAS PRIEST και ο Metal God κάθισε τουλάχιστον ένα πεντάλεπτο μόνος του στη σκηνή, να υποκλίνεται σε ένα ζεστό και διψασμένο για συναυλίες κοινό. Σε ένα καλοκαίρι γεμάτο συναυλίες, κατανοώ πλήρως ότι ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του, καθώς μιλάμε για μεγάλο χρηματικό ποσό. Παρ’ όλα αυτά, οι JUDAS PRIEST αξίζουν κάθε σεβασμό και θεωρώ ότι ακόμη και αυτός ο κόσμος είναι λίγος για την βαρύτητα του ονόματός τους. Μιλάμε για την πεμπτουσία του heavy metal, να πάρει!

Sworn to avenge, condemn to Hell… 

Γιώργος Κόης

Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη