Connect with us

Insider

THE INSIDER – 13+1 unknown stories about “Moving pictures” by RUSH

Published

on

Όταν μιλάμε για το “Moving pictures” των RUSH, μιλάμε ίσως για την κορυφαία α’ πλευρά βινυλίου στην ιστορία όλης της σκληρής μουσικής, ανεξαρτήτως είδους. “Tom Sawyer”, “Red barchetta”, “YYZ”, “Limelight”. Και σε προσωπικό επίπεδο, για έναν από τους πέντε αγαπημένους δίσκους όλων των εποχών. Όπως καταλαβαίνετε, όλη η διαδικασία του γραψίματος, καθυστέρησε πάρα πολύ, διότι όταν γράφεις ακούγοντας έναν τέτοιο δίσκο, απλά σε συνεπαίρνει και …δεν γράφεις!!! Στις παρακάτω γραμμές, θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε σε λεπτομέρειες του άλμπουμ αυτού, γράφοντας κάποιες ιστορίες λιγότερο γνωστές.

  • Λίγες εβδομάδες πριν, είχαμε γράψει ένα σχετικό κείμενο για το “Permanent waves” και την επέτειο κυκλοφορίας τους, αναφέροντας ότι χωρίς εκείνο το άλμπουμ, δεν θα υπήρχε το “Moving pictures”, αφού λειτούργησε σαν γέφυρα, ανάμεσα στα πιο «δαιδαλώδη» άλμπουμ τους και στην πιο «εμπορική» τους περίοδο, με μικρότερα σε διάρκεια τραγούδια, που είχαν και πιο ραδιοφωνικό potential. Προσπαθούσαν, δηλαδή, να τιθασεύσουν τις ιδέες τους και να τις κάνουν πιο συμπαγείς. Να συμπυκνώσουν το παίξιμό τους σε πεντάλεπτα κι όχι υπερδεκάλεπτα τραγούδια. Το “Permanent waves”, είχε τη μεγαλύτερη ραδιοφωνική τους επιτυχία, το “The spirit of radio” κι έγινε χρυσό. Το πέμπτο τους χρυσό άλμπουμ, που πήγε στο #4 στα charts. Αυτή τη φορά, η επιτυχία ήταν πολύ μεγαλύτερη όμως! Το “Moving pictures”, πήγε στο #1 στα charts του Καναδά, #3 στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, πουλώντας 5 εκατομμύρια αντίτυπα στην Αμερική μόνο, κάνοντάς το, τον πιο μοσχοπουλημένο δίσκο στην ιστορία τους… Δεν το λες και άσχημο…
  • Κι επειδή τα πάντα έχουν έναν οικονομικό αντίκτυπο, πρέπει να πούμε κάτι για το status των RUSH εκείνη την περίοδο. Το γκρουπ έκανε χρυσούς δίσκους, έπαιζε headliner σε μέσης χωρητικότητας venues και κάποια guest σε μεγαλύτερους χώρους. Όχι όμως απλά δεν έβγαζε χρήματα (κυρίως επειδή πολλά από αυτά που έβγαιναν τα έριχναν στο live show), χρωστούσαν κιόλας. Με το “Moving pictures”, ήταν που άρχισαν να παίζουν σε αρένες και κάλυψαν τα χρέη τους αφού μπόρεσαν να επαναδιαπραγματευθούν το συμβόλαιό τους.
  • Το αρχικό πλάνο της εταιρίας και του συγκροτήματος, ήταν να ηχογραφηθεί και να κυκλοφορήσει ένα live άλμπουμ μετά το “Permanent waves”. Ο Neil Peart, όμως, καθώς και ο Cliff Burnstein (εκείνη την περίοδο ήταν A&R στη Mercury, έχοντας υπογράψει κιόλας τους RUSH και αργότερα έκανε το Q Prime Management με τον Peter Mensch, όπου υπέγραψε τους METALLICA), είδαν ότι υπήρχε ένα momentum στο συγκρότημα, που δεν έπρεπε να παραλειφθεί. Το γκρουπ ήταν στη φάση να γράψει πολλά και καλά τραγούδια και θεωρήθηκε σωστό να βγάλουν έναν ακόμα στούντιο δίσκο και μετά να κυκλοφορήσουν αυτό που έγινε το “Exit… Stage left”. Αυτό ήταν ολοφάνερο από τα νέα κομμάτια που έβγαζαν κατά τη διάρκεια των soundcheck για την περιοδεία του “Permanent waves”, όπου γράφτηκε μεγάλο μέρος του δίσκου. Εκ του αποτελέσματος, η απόφασή τους όχι απλά κρίνεται σωστή, αλλά και σοφή!

  • Το εξώφυλλο επιμελήθηκε για μία ακόμη φορά, ο σπουδαίος Hugh Syme. Στην μπροστινή αριστερά πλευρά, υπάρχει ένα συνεργείο μετακόμισης που μετακινεί εικόνες (“moving pictures”) και στη δεξιά, υπάρχουν άνθρωποι που κλαίνε, επειδή οι εικόνες, είναι συναισθηματικά φορτισμένες, συγκινητικές (“moving”). Στο οπισθόφυλλο, φαίνεται ένα κινηματογραφικό συνεργείο που τραβάει όλο αυτό το σκηνικό σε ταινία (“motion/moving picture”). Φοβερό, δε νομίζετε; Η φωτογράφηση έγινε στο “Queen’s park”, την έδρα της κυβέρνησης, στο Ontario του Καναδά και οι άνθρωποι που κουβαλούν τις εικόνες, είναι συγγενείς και φίλοι του Syme!!! Τα χρήματα που κόστισε αυτό το εξώφυλλο, ήταν εξωπραγματικά για την εποχή (λέγεται ότι ήταν περίπου 9.500 δολάρια) και η εταιρία τους αρνήθηκε να τα πληρώσει, με αποτέλεσμα να τα πληρώσουν οι ίδιοι οι RUSH.

  • Η εικόνα που βλέπετε από πάνω, είναι μία από τις αρχικές ιδέες που είχε ο Hugh Syme για το εξώφυλλο του “Moving pictures”, με τα σκυλιά να παίζουν χαρτιά!!! Όχι και η πιο επιτυχημένη ιδέα του, ευτυχώς που δεν χρησιμοποιήθηκε!!!
  • Συνεχίζοντας αυτό που λέγαμε με τα soundcheck, το βασικό θέμα του “Tom Sawyer”, του ίσως πιο αναγνωρίσιμου τραγουδιού τους, δηλαδή, γράφτηκε κατά τη διάρκεια soundcheck, με τον Geddy Lee να παίζει το βασικό θέμα στα πλήκτρα. Βλέποντας τη …ρέντα που είχαν, αποφάσιζαν πλέον να ηχογραφούν τα soundcheck, επειδή ξεπηδούσαν εξαιρετικές ιδέες!
  • Μένουμε στο “Tom Sawyer”, το τραγούδι που πρέπει να έχει πέσει το περισσότερο air drumming σε τραγούδι, ever, για να πούμε ότι σηματοδότησε την πρώτη συνεργασία τους, με τον στιχουργό των MAX WEBSTER, Pye Dubois. Πέρα του ότι τα μέλη των δύο γκρουπ ήταν πολύ καλοί φίλοι και είχαν περιοδεύσει μαζί αρκετές φορές στο παρελθόν, μετά την κυκλοφορία του “Permanent waves”, τα δύο συγκροτήματα είχαν ηχογραφήσει μαζί το τραγούδι “Battle scar”. Στα πλαίσια αυτής της ηχογράφησης, ο Dubois, τους πρότεινε τους στίχους για το τραγούδι που τότε ονομαζόταν “Louis the lawyer” (και ακόμα μέχρι και πριν από λίγο καιρό, πίστευα –όπως και πολλοί άλλοι- ότι ονομαζόταν “Louis the Warrior”), επειδή ταίριαζαν πιο πολύ με τη μουσική των RUSH. Το κομμάτι αυτό, μετονομάστηκε σε “Tom Sawyer” και στιχουργικά ήταν ο πρόδρομος του “New world man”, που βγήκε στο “Signals”, τον επόμενο χρόνο…

  • Άσχετο, αλλά έχετε παρατηρήσει ότι στο σόλο των πλήκτρων στο τέλος του “Tom Sawyer” ακούγονται οι νότες από το βασικό θέμα του “The spirit of radio”;
  • Πλέον, όλοι γνωρίζουμε ότι το “YYZ” (ή Y-Y-Zed, όπως το έλεγαν οι RUSH μεταξύ τους), είναι τα αρχικά του Διεθνούς Αεροδρομίου του Toronto ή αλλιώς Toronto Pearson International Airport (ή Lester B. Pearson International Airport), που είχε πάρει το όνομά του από πρωθυπουργό του Καναδά, Lester B. Pearson, που είχε τιμηθεί με Νόμπελ Ειρήνης το 1957. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο στην αρχή του κομματιού, είναι ο κωδικός του αεροδρομίου, παιγμένος στον… κώδικα Morse!!! (-.–/-.–/–..). Το γεγονός ότι είχε μπει στα παιχνίδια “Rock Band” και “Guitar Hero”, έκανε μία ολόκληρη γενιά εφήβων να μάθουν αυτό το instrumental, που ουσιαστικά θα μπορούσε να είναι η συνέχεια του “La Villa Strangiato”. Να μην ξεχάσουμε ότι το συγκεκριμένο κομμάτι, ήταν υποψήφιο για βραβείο Grammy στην κατηγορία “Best Rock Instrumental Performance”, αλλά έχασε από το “Behind the camel” των POLICE (που βρίσκεται στο δίσκο “Zenyatta Mondatta”).
  • Πάμε τώρα στο “Witch hunt”, που έχει μία αγαπημένη, όσο και «καμένη» ιστορία για νέρντουλες! Είναι μέρος της …τριλογίας με τίτλο “Fear:, που τελικά είχε και τέταρτο μέρος, κάτι σαν τις επιτροπές του Βαμβακούλα, ένα πράγμα!!! Για να το κάνω πιο λιανά, το “Witch hunt” είναι το τρίτο μέρος του “Fear”. Το πρώτο βρίσκεται στο “The weapon” που βρίσκεται στο “Signals” του 1982 και το πρώτο μέρος, είναι στο “The enemy within” που βρίσκεται στο “Grace under pressure”. Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιον λόγο πήγαν ανάποδα, μέχρι που ήρθε και το τέταρτο μέρος με το “Freeze” από το “Vapor trails” του 2002 να μας κάψει εντελώς. Κάποιοι, ακόμα πιο …κατεστραμμένοι, παρατήρησαν ότι αυτή η τριλογία με τα τέσσερα μέρη, ακολουθεί έναν κύκλο. Το “Witch hunt” έχει fade in και τελειώνει απότομα, το “The enemy within” ξεκινά απότομα και τελειώνει με fade out, το “The weapon” έχει fade in και fade out και το “Freeze” ξεκινά και τελειώνει απότομα. Βγάζει κανένα νόημα; Ίσως και ναι. Αλλά για να έχετε φτάσει μέχρι εδώ, σημαίνει ότι την έχετε φάει κι εσείς την πέτρα σας με τους Καναδούς! Και για να καείτε εντελώς, το τραγούδι ηχογραφήθηκε την ημέρα που δολοφονήθηκε ο John Lennon!
  • Οι στίχοι του “Red Barchetta” ήταν εμπνευσμένοι από την ιστορία “A nice morning drive” του Richard Foster, υπήρχε στο περιοδικό “Road & Track”. Το συγκρότημα, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον συγγραφέα, αλλά στάθηκε αδύνατο να τον βρουν εκείνη την περίοδο. Η συνάντηση τελικά έγινε 26 χρόνια αργότερα, το 2007, όπου ο Foster με τον Peart βρέθηκαν και μάλιστα πήγαν μία πολύ μεγάλη βόλτα με τις μηχανές τους.
  • Το “Limelight” με τη σειρά του, περιέχει το αγαπημένο κιθαριστικό σόλο του Alex LIfeson, εκείνο που ο ίδιος ομολογούσε ότι ήταν αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο, σε προσωπικό επίπεδο, περισσότερο απ’ όλα τα υπόλοιπα. Στιχουργικά, είχε να κάνει με το πόσο άβολα ένιωθε ο Peart με όλον τον κόσμο που ήθελε να τον συναντήσει και να υπογράψει αυτόγραφα, σε σημείο που ένιωθε ότι παραβιαζόταν βάναυσα η προσωπική του ζωή.

  • Κι ένα μικρό, για το “Vital signs” στο τέλος, αφού ήταν ένα τραγούδι που γράφτηκε σε μόλις πέντε λεπτά στο στούντιο!!! Πέρα από τον χαρακτηριστικό ρέγγε ρυθμό με τον οποίο ξεκινά, η συνέχειά του, έδειχνε την πορεία που θα ακολουθούσαν στους –τουλάχιστον- τρεις επόμενους δίσκους.

  • Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ανακοινώθηκε η κυκλοφορία της επετειακής έκδοσης για τα 40 χρόνια του “Moving pictures”. Τι θα περιέχει; Δείτε το video από κάτω, ενώ από πάνω, βλέπετε το εξώφυλλο.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Insider

THE INSIDER – 46 unknown stories behind “Back in black” by AC/DC

Published

on

42 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Back in black” των AC/DC παραμένει το πιο επιτυχημένο εμπορικά rock άλμπουμ όλων των εποχών, με πωλήσεις άνω των 50 εκατομμυρίων αντιτύπων. Γεννημένο κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, όχι μόνο έσωσε την καριέρα των AC/DC, αλλά θεωρείται ως το μεγαλύτερο comeback όλων των εποχών στην ιστορία της ηχογραφημένης μουσικής και αποτέλεσε μέτρο σύγκρισης για οτιδήποτε θα έβγαινε έκτοτε. Πάμε να δούμε τις ιστορίες που οδήγησαν στην ιστορία ενός από τα πιο χαρακτηριστικά πολιτισμικά φαινόμενα των τελευταίων δεκαετιών.

  1. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, οι AC/DC όχι μόνο είχαν ξεπεράσει τα όρια της χώρας τους, της Αυστραλίας, αλλά με τις εκρηκτικές εμφανίσεις τους και μία σειρά από εξαιρετικά άλμπουμ άρχισαν να γίνονται ένα μεγάλο παγκόσμιο όνομα, φαινομενικά ασταμάτητο. Το 1979 συνεργάστηκαν με τον εξαιρετικά ταλαντούχο νοτιοαφρικανό παραγωγό Robert John “Mutt” Lange για το έκτο τους άλμπουμ “Highway to hell”. Το “Highway to hell” ήταν το πρώτο τους άλμπουμ με πωλήσεις άνω του ενός εκατομμυρίου (πλέον, στην Αμερική μόνο έχει γίνει 7 φορές πλατινένιο ήτοι πωλήσεις πάνω από 7 εκατ. αντίτυπα), μία τεράστια επιτυχία για το συγκρότημα, που το υποστήριξε με περιοδεία 124 συναυλιών στην Ευρώπη, την Μεγάλη Βρετανίακαι τις ΗΠΑ (όχι στην Αυστραλία, παραδόξως!). Την 4η Αυγούστου 1979 έπαιξαν για πρώτη φορά σε ένα κατάμεστο Madison Square Gardenστη Νέα Υόρκη, ανοίγοντας για τον Ted Nugent, αρπάζοντας κυριολεκτικά την βραδιά από τον headliner. Στα παρασκήνια ο Bon Scott, ο χαρισματικός frontman του συγκροτήματος (που ήταν πρώην roadie τους), δήλωνε ότι αν ο κόσμος τους έδινε περιθώριο 1 με 2 χρόνια θα έφταναν στο σημείο να κάνουν sold-out μόνοι τους την διάσημη αρένα της αμερικανικής μεγαλούπολης. Και αυτό όταν δύο χρόνια πριν (όπως ίσως να έχετε διαβάσει στο αντίστοιχο “Insider” που κάναμε για το “Let there be rock”), τα στελέχη της δισκογραφικής τους εταιρείας τους είχαν πρακτικά ξεγράψει και ήταν έτοιμοι να του δώσουν τα παπούτσια στο χέρι! Που να ‘ξερε ο καημένος. Ο κόσμος θα τους έδινε όσο χρόνο ήθελαν. Όμως η μοίρα θα τους έπαιζε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι.
  2. Στην εν λόγω περιοδεία εμφανίστηκαν και την 9η Δεκεμβρίου 1979 στο Pavillon de Paris, στην γαλλική πρωτεύουσα και η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε, για να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη του 1980 σε βίντεο με τίτλο “AC/DC: Let There Be Rock”, ένα άριστο τεκμήριο της συναυλιακής rock n’ roll έκστασης που ζούσε το ακροατήριο των AC/DC. Η τελευταία βραδιά της περιοδείας, την 27η Ιανουαρίου 1980, στο Gaumont Theatre του Southampton, έμελλε να είναι το τελευταίο live του συγκροτήματος με τον Bon Scott.
  3. Ο frontman γνώριζε ότι οι AC/DC ήταν στο μονοπάτι για κάτι τεράστιο και κατά τον Ιανουάριο του 1980 που ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στο νέο άλμπουμ τους, ήταν σε μεγάλα κέφια και δαιμονισμένη φόρμα, παίζοντας ακόμα και … ντραμς στις πρόβες! Την 15η Φεβρουαρίου 1980, ο Scott συμμετείχε σε ένα session όπου οι αδελφοί-κιθαρίστες των AC/DC, Malcolm και Angus Young, δούλευαν πάνω σε δύο ιδέες που θα εξελισσόντουσαν στην συνέχεια σε δύο τραγούδια του νέου άλμπουμ (πληροφοριακά τα “Have a drink on me” και “Let me put my love into you”) με τον τραγουδιστή ​​να συνοδεύει στα ντραμς αντί να τραγουδά ή να γράφει στίχους. Σε τηλεφώνημα προς την μητέρα του Isa, στην Αυστραλία, της εκμυστηρεύτηκε πως μάλλον το καινούριο άλμπουμ θα ήταν το μεγάλο τους hit!
  4. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Bon είχε πάει με τον κιθαρίστα των επίσης Αυστραλών ROSE TATTOO, Mick Cocks, για να επισκεφτούν τους φίλους τους Γάλλους TRUST στο στούντιο Scorpio Sound στο Λονδίνο όπου ηχογράφησαν το ιστορικό τους άλμπουμ “Répression”. Ο Scott βοηθούσε στην αγγλική προσαρμογή των στίχων του τραγουδιστή των TRUST, Bernie Bonvoisin για την αγγλική έκδοση του άλμπουμ. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όλοι οι παρευρισκόμενοι έκαναν ένα jam session του τραγουδιού “Ride on” από το “Dirty deeds done dirt cheap” των AC/DC. Αυτή ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Scott. H τελευταία δημόσιά του εμφάνιση είχε λάβει χώρα την 9η Φεβρουαρίου, όταν οι AC/DC εμφανίστηκαν στην ισπανική τηλεόραση παίζοντας το “Highway to hell”.

  5. Το διάστημα μεταξύ το βραδιού της 18ης και έως νωρίς το πρωί της 19ης Φεβρουαρίου, ο Bon Scott ​​λιποθύμησε και πέθανε. Νωρίτερα είχε επισκεφτεί το club Music Machine στο Camden, στο Λονδίνο (σήμερα γνωστό ως KOKO). Ο φερόμενος ως φίλος του, ένας Alistair Kinnear, αφού ανεπιτυχώς προσπάθησε να ξεφορτώσει τον λιπόθυμο Bon στο διαμέρισμα του στο Ashley Court του Westminster, οδήγησε με τον αυτοκίνητο του ένα Renault 5 μέχρι το δικό του σπίτι, όπου τον άφησε να κοιμηθεί στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, αφήνοντάς του μία κουβέρτα και ένα σημείωμα που του υποδείκνυε να «ανέβει στον τρίτο όροφο» του κτιρίου της οδού Overhill 67 στο East Dulwich (περίπου μία ώρα δρόμος προς το νότιο-ανατολικό Λονδίνο, στην περιοχή των Southwark). Αργότερα εκείνη την ημέρα, όταν ξύπνησε λίγο πριν τις 20:00 το βράδυ, ο Kinnear βρήκε τον Scott χωρίς παλμό και ειδοποίησε τις αρχές. Ο Scott μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο King’s College στο Camberwell, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του κατά την άφιξη. Η επίσημη έκθεση του ιατροδικαστή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τραγουδιστής ​​πέθανε από «οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ» και το χαρακτήρισε «ατύχημα». Ο άτυχος Scott ήταν μόλις 33 ετών, ενώ σύμφωνα με υποθέσεις, είχε κάνει χρήση ηρωίνης όση ώρα βρισκόταν στο club.
  6. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εκδοχή. Ωστόσο, όλη η ιστορία εξελίχθηκε σε ένα περίπλοκο αστυνομικό μυστήριο, περίπου όπως και οι θάνατοι των Jimi Hendrix και Jim Morrison παλιότερα. Νέες μαρτυρίες έφεραν στο φως προηγούμενες, αθέατες πτυχές της υπόθεσης. Άρχισαν να μπλέκονται πρόσωπα όπως ο κιθαρίστας Paul “Tonka” Chapman (και ο πανταχού παρών σε ναρκο-ιστορίες μπασίστας Pete Way)  των UFO που περιέγραφε μία διαφορετική σειρά γεγονότων, ο φίλος του Scott, Joe Fury που τον είχε επισκεφτεί με τον Bon εκείνο το βράδυ, η επίσης χρήστης ηρωίνης και σύντροφος του Bon, Silver Smith που στο δικό της χρονολόγιο τα περιγραφόμενα γεγονότα ερχόντουσαν σε αντίθεση με τα λεγόμενα του Kinnear, κάποια Anna Baba, μία Γιαπωνέζα και προσωρινή σύντροφος του Bon, την οποία είχε παρατήσει πρόσφατα μετά από μία περιπέτεια λίγων εβδομάδων, η manager του punk/powerpop σχήματος THE ONLY ONES, Xenoulla “Zena” Kakoulli (και η αδελφή της Koulla), ο πρώτος ντράμερ των AC/DC, Colin Burgess και μερικά άτομα ακόμα από τον στενό κύκλο των AC/DC που παρέμειναν ανώνυμα. Η συνολική εικόνα που προκύπτει από το σύνολο των μαρτυριών όλων αυτών είναι ένας λαβύρινθος με πολλά αδιέξοδα και δικαίως οδήγησε πολλούς να πιστέψουν ότι ο Bon δεν έπεσε απλά θύμα της ίδιας του της κακοδαιμονίας και της άπληστης όρεξης του για αλκοόλ, αλλά πολλοί θα μπορούσαν να τον είχαν σώσει εκείνο το μοιραίο βράδυ παρόλα αυτά, ουδείς νοιάστηκε. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα!

  7. Όποια ιστορία και να ακούσουμε, όποια θεωρία και να πιστέψουμε, το γεγονός δεν αλλάζει.O μεγάλος Bon Scott ήταν νεκρός και δεν θα γυρνούσε πίσω με τίποτα. Η κηδεία του άτυχου frontman έγινε στην πατρίδα του, στο Fremantle στη νοτιοδυτική Αυστραλία, όπου διακομίσθηκε η σωρός του, η οποία εν συνεχεία αποτεφρώθηκε. Ο Angus επέμενε ότι δεν θα πετούσαν στο ίδιο αεροπλάνο. «Δεν θα είναι ξαπλωμένος από κάτω μας, όσο εμείς θα καθόμαστε» είπε. Τελικά, δεν τον αποχωρίστηκαν ούτε εκεί, όπως διαπίστωσαν κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο. Η πτήση που ήταν να μεταφέρει το φέρετρο ακυρώθηκε και τυχαία ξαναφορτώθηκε στην πτήση που ήταν και το συγκρότημα. Ευτυχώς το είδε μόνο ο tour manager τους και είχε σκοτάδι, οπότε… μικρό το κακό.
  8. Το επόμενο πρωί πήγαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του Bon, το Fremantle και επισκέφτηκαν τους γονείς του, οι οποίοι ήταν στα χαμένα, τόσο από τον θάνατο του γιού τους όσο και από την μανιώδη ενασχόληση του Τύπου. Η μητέρα του Bon, Isa, έβγαλε πέντε καρέκλες για τους AC/DC, μην έχοντας συνειδητοποιήσει ότι κανείς δεν θα καθόταν στην πέμπτη καρέκλα. Επί τόπου ξέσπασε σε κλάματα, σπαράζοντας για τον χαμό του παιδιού της. Η αποτέφρωση της σωρού του Bon έγινε δύο μέρες αργότερα, την 29η Φεβρουαρίου 1980 και οι στάχτες του ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο του Fremantle, σε μία σεμνή και μικρή τελετή και σε στενό κύκλο, παρόλο που έξω από το νεκροταφείο είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί νεαροί fans του συγκροτήματος.
  9. Όταν όλα είχαν τελειώσει, με την ενθάρρυνση του πατέρα του Bon, Chick και την ευλογία της μητέρας του, τα δύο αδέλφια Angus και Malcolm, αποφάσισαν να συνεχίσουν με την μπάντα και να μην την διαλύσουν, κάτι που τους είχε φανεί σαν μονόδρομος, μετά τον χαμό του χαρισματικού τους τραγουδιστή. Ο Angus υποστήριξε ότι η επιστροφή στην δουλειά ήταν ένας καλός τρόπος για να διαχειριστούν το πένθος τους. Ο ντράμερ Phil Rudd πήγε για λίγο στην Μελβούρνη, όπου τον συντρόφευσε ο μπασίστας Cliff Williams. Οι αδελφοί Young επέστρεψαν στο Λονδίνο και άρχισαν να εργάζονται πάνω στο νέο άλμπουμ. Η λίστα που έδωσε ο manager Peter Mensch με πιθανούς αντικαταστάτες του Scott στον Malcolm του έμεινε στα χέρια για λίγες μέρες.
  10. Τον Μάρτιο του 1980 οι AC/DC άφησαν κατά μέρος τις ψυχολογικής φύσεως αναβολές και ξεκίνησαν την αναζήτηση νέου τραγουδιστή. Το έριξαν στην δουλειά προκειμένου να ξεπεράσουν τον θάνατο του Bon, παρόλο που ακόμα και στο αεροπλάνο προς την κηδεία άρχισε να γίνεται κουβέντα από το Management τους για πιθανούς αντικαταστάτες, στο οποίο ο Malcolm απάντησε “μπ*σταρδοι το σώμα του Bon ακόμα δεν έχει κρυώσει, πως τολμάτε;». Περίπου 11 υποψήφιοι μας είναι γνωστοί σήμερα. Ένας ήταν ο Stevie Wright, πρώην τραγουδιστής των EASYBEATS (με την επιτυχία “Friday on my mind” που διασκεύασε χρόνια αργότερα ο Gary Moore), του συγκροτήματος των George Young (ο μεγαλύτερος αδελφός των Angus και Malcolm) και Harry Vanda, των πρώτων παραγωγών των AC/DC, μέχρι και το “Powerage” (1978). Έμοιαζε λίγο με τον Bon στο ανάστημα και στην φωνή, ενώ ήταν και 18 χρόνια νεότερος του. Δυστυχώς, ήταν εθισμένος στο smack (παραλλαγή της ηρωίνης). Μετά, ήταν ο μελλοντικός Αυστραλιανός σταρ και τότε τραγουδιστής των COLD CHISEL, Jimmy Barnes. Επίσης μετανάστης από την Σκωτία, ήταν ήδη ένα καθιερωμένο όνομα, κάτι που ο Malcolm δεν επιθυμούσε, μιας και ήθελε κάποιον χωρίς καριέρα από πίσω του. O γνωστός και μη εξαιρετέος Angry Anderson των ROSE TATTOO επίσης δεν ανέλαβε καθήκοντα, αν και ήταν μία πολύ δυνατή περίπτωση αντικαταστάτη. Γενικά, το συγκρότημα δεν ψηνόταν και πολύ να βρει κάποιον τραγουδιστή από την Αυστραλία, γι’ αυτό προσπεράστηκαν και τα ονόματα των Jimmy Swan και του Alan Fryer.
  11. Από την Αγγλία, ο Gary Holton των HEAVY METAL KIDS θεωρήθηκε ως μία καλή περίπτωση και δοκιμάστηκε από το συγκρότημα στο Λονδίνο, ωστόσο παρά την ικανοποιητική σκηνική παρουσία, η φωνή του δεν έκανε στον παραγωγό τους John “Mutt” Lange, που βοηθούσε το συγκρότημα στα δοκιμαστικά. Το αντίστροφο συνέβη με τον Gary Pickford-Hopkins (πρώην WILD TURKEY και του μουσικού συνόλου του Rick Wakeman), ο οποίος πέρασε στον δεύτερο γύρο λόγω της φωνής του, αν και του έλειπε το χάρισμα της σκηνικής παρουσίας. Ο μηχανικός ήχου Tony Platt έφερε στο τραπέζι το όνομα του Steve Parsons (πρώην BAKER-GURVITZ ARMY και SHARKS), που κατά την γνώμη του είχε εκπληκτική φωνή. Eξετάστηκε η περίπτωση του Terry Slesser (πρώην BACKSTREET CRAWLER, με τους οποίους οι AC/DC είχαν περιοδεύσει λίγα χρόνια πριν), ο οποίος «πυροβόλησε τα πόδια του» όταν αρνήθηκε στον Malcolm να ξανατραγουδήσει τα “Whole lotta Rosie”, “Highway to hell” και “The Jack”, διότι ο κιθαρίστας είχε ξεχάσει να ξεκινήσει την μαγνητοφώνηση. Τέλος, υπήρχε και το μάλλον μεγαλύτερο “what-if” σενάριο, με τους AC/DC να σκέφτονται να προσεγγίσουν τον Node Holder των θρυλικών glam rockers SLADE. Όμως ο Malcolm ποτέ δεν πίστεψε ότι θα μπορούσαν να τον πάρουν στο συγκρότημα και έτσι η ιδέα απορρίφθηκε.
  12. Όμως η σκηνή του glam rock έμελλε τελικά να δώσει την λύση. Από το μακρινό Newcastle και το δεύτερης κατηγορίας συγκρότημα των GEORDIE (η απάντηση του αγγλικού βορρά στους SLADE, που είχαν κάνει μία μικρή επιτυχία με τα top-20 singles “All because of you” και “Can you do it”), βρέθηκε ο αντικαταστάτης του Bon Scott, ο πολυαγαπημένος γιος ανθρακωρύχου– και πλέον ο τραγουδιστής των AC/DC με τον οποίο οι περισσότεροι εξ ημών τους γνωρίσαμε – Brian Johnson. Παραδόξως, σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, στον Johnson είχε αναφερθεί ο ίδιος ο Bon, εκφράζοντας τον θαυμασμό του για την φωνή του! Παλιότερα, όταν ήταν στους FRATERNITY, ο Bon έτυχε να δει τον Johnson να τραγουδάει με τους GEORDIE (στους οποίους έπαιξαν support) και κάποια χρόνια αργότερα είπε στον Angus γι’ αυτή την εμπειρία του, λέγοντας ότι «o Brian Johnson, ένας rock n’ roll τραγουδιστής στο στυλ του Little Richard…τραγουδάει, χτυπιέται, τρυπάει με την φωνή του το ταβάνι, τινάζεται στον αέρα, ζει κάθε λέξη που ερμηνεύει!». Αν σας ακούγεται σαν … ιατρικό δελτίο, δεν έχετε άδικο. O Johnson υπέφερε, είχε πάθει οξεία σκωληκοειδίτιδα εκείνο το βράδυ και μετά την συναυλία πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο για εγχείρηση!
  13. Όλως περιέργως, ένας Αμερικάνος fan του συγκροτήματος έστειλε με δική του πρωτοβουλία ένα άλμπουμ των GEORDIE στους AC/DC, με ένα σημείωμα που έγραφε «πρέπει οπωσδήποτε να ακούσετε αυτό τον τύπο». Τυχαία, το όνομα του αναφέρθηκε και από τον παραγωγό τους “Mutt” Lange. «Ακούστε, είναι ένας τύπος που πρέπει πραγματικά να τον ακούσετε». O Malcolm δεν χρειάστηκε άλλη φορά για να πειστεί ότι έπρεπε να περάσουν τον Johnson από οντισιόν.
  14. Ο Johnson είχε αφήσει τους GEORDIE το 1978 και έπιασε δουλειά στην επιχείρηση του αδελφού του. Δεν του είχε μείνει δεκάρα τσακιστή από την καριέρα του στους GEORDIE, είχε δύο παιδιά και οδηγούσε έναν Σκαραβαίο 14ετίας. Με αιματηρές οικονομίες, μάζεψε αρκετά χρήματα για να ανοίξει το δικό του συνεργείο, επισκευάζοντας παρμπρίζ και τοποθετώντας οροφές από βινύλιο σε πολυτελή αυτοκίνητα. Για να ξεσκάσει και να συμπληρώσει το μικρό εισόδημα του, τραγουδούσε σε μία μπάντα με όνομα GEORDIE II, χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες για κάτι παραπάνω, άλλωστε είχε ήδη κλείσει τα 32 του. Απλά παίζανε σε μπαρ και έκαναν και λίγη κωμωδία. Μάλιστα στο τέλος του set τους τραγουδούσαν και το … “Whole lotta Rosie” των AC/DC, για ένα εκρηκτικό κλείσιμο!
  15. Τότε, από το πουθενά, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα που έμελλε να του αλλάξει την ζωή. Μία γυναίκα με γερμανική (!) προφορά στην άλλη άκρη της γραμμής, ενημέρωσε τον Johnson ότι ένα συγκρότημα, του οποίου το όνομα ήθελε να παραμείνει μυστικό, έψαχνε για τραγουδιστή και τον προσκάλεσε για οντισιόν στο Λονδίνο. Όμως ο Brian (και με το δίκιο του) δεν επρόκειτο να κάνει όλο αυτό το ταξίδι χωρίς να γνωρίζει το όνομα του συγκροτήματος. Τελικά η γυναίκα δέχτηκε να του πει τα αρχικά “..A…C…D…C”!
  16. Ενώ, ο Lange είχε στηρίξει αυτή την επιλογή, αλλά ο tour manager Ian Jeffrey είχε διαφορετική άποψη. «Είναι ένα χοντρό αρχ*δι» έλεγε ο Jeffrey, «πως θα τον βάλουμε να τραγουδάει για εμάς;». Κακιασμένος! Όμως με την προτροπή του Lange και περισσότερο από απελπισία παρά από ελπίδα, ο Malcolm επέμεινε να αναζητήσουν και να βρουν τον Johnson για να του προσφέρουν την δυνατότητα μιας οντισιόν. Οι AC/DC αναζητούσαν μία φωνή που δεν θα μιμούνταν τον Bon Scott, αλλά θα είναι κοντινή και θα έχει την δική της χροιά. O Johnson ταίριαζε σε αυτό το προφίλ.
  17. Παρά την επαφή του management των AC/DCμε τον Brian Johnson, αυτός παρέμεινε διστακτικός, λόγω της πρότερης απογοητευτικής εμπειρίας του στη μουσική βιομηχανία. Συμφώνησε να κατέβει στο Λονδίνο μόνο όταν προέκυψε μία άλλη δουλειά, μέσω ενός φίλου του, παραγωγού της ομάδας των MONTY PYTHON Andre Jacquemin, για ένα διαφημιστικό της γνωστής εταιρίας ηλεκτρικών σκουπών Hoover για το οποίο μάλιστα θα πληρωνόταν 350 Λίρες. Ο σκληρός ανταγωνισμός; Μία μαύρη κυρία που τραγουδούσε soul! Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια λοιπόν και ο Brian θα πήγαινε και για τις δύο δουλειές σε ένα κατέβασμα στην πρωτεύουσα.
  18. Το ταξίδι του Johnson ξεκίνησε με κακούς οιωνούς. Φοβούμενος ότι ο πιστός Σκαραβαίος του δεν θα τα κατάφερνε μέχρι το Λονδίνο, δανείστηκε το Toyota Crown ενός φίλου του, μόνο που λίγα χιλιόμετρα έξω από το Newcastle έπαθε λάστιχο. Δίχως να χάσει την ψυχραιμία του, άλλαξε σε χρόνο dt το λάστιχο και «πέταξε» κυριολεκτικά μέχρι το Λονδίνο, φτάνοντας το καημένο το αμαξάκι στα όρια του. Τελικά, έφτασε πάνω στην ώρα στο στούντιο για να τραγουδήσει “The new high-powered mover from Hoover, it’s a little groover!”. Ο ηχολήπτης νόμιζε ότι το μικρόφωνο είχε παραμόρφωση, όμως ο Andre τον διαβεβαίωσε ότι αυτή ήταν η απλά η φωνή του Brian! Τελικά, πήρε αυτή την δουλειά και τις 350 Λίρες.
  19. Ωστόσο, όταν μπήκε στο αυτοκίνητο για να πάει στην οντισιόν με τους AC/DC, ο Brian έχασε τις ελπίδες του. Κάθισε σε ένα καφέ, απέναντι από το στούντιο, χωρίς να μπαίνει μέσα. Είχε αποθαρρυνθεί με τις σκέψεις ότι θέλει να γυρίσει σπίτι του, όντας αγχωμένος, πιστεύοντας ότι δεν είχε καμία ευκαιρία. Δεν θα τον ήξεραν καν, θα ήθελαν κάποιον μακρυμάλλη με σκηνικό χάρισμα σαν τον Bon, ήταν νεαροί σε ηλικία σε αντίθεση με αυτόν (32 χρονών θεωρούνταν μέση ηλικία τότε!). Προσπαθούσε να μασουλήσει μία πίτα και είχε εκνευριστεί επειδή είχε σκληρή κρούστα, όλα τον ενοχλούσαν. Τελικά πήρε τα πάνω του, ανασκουμπώθηκε και μπήκε απέναντι στο στούντιο τελείως αλλαγμένος.
  20. Εκεί συνάντησε την μπάντα με όλο το επιτελείο, που ήταν ώρες κλεισμένοι εκεί, δοκιμάζοντας τραγουδιστές. Μάλιστα, πριν αρχίσει έριξε μερικές στεκιές στο μπιλιάρδο με μέλη του road crew, κάτι που παρατήρησε και ο Malcolm, λέγοντας «τουλάχιστον ξέρει να παίζει μπιλιάρδο»! Η διαδικασία ήταν η εξής: Αρχικά έπεφταν στο τραπέζι οι ιδέες για τους κατάλληλους υποψήφιους. Το management των AC/DC επικοινωνούσε μαζί τους για να τους προσκαλέσει σε ακρόαση. Η ομάδα των AC/DC εγκαταστάθηκε στα Vanilla Studios στο Λονδίνο. Ο κόσμος ερχόταν και τραγουδούσε ενώ, τα περισσότερα πρωινά, ο μηχανικός ήχου Tony Platt με τον παραγωγό John “Mutt” Lange έπαιρναν μια κασέτα από τις οντισιόν της προηγούμενης ημέρας και τις άκουγαν στο αυτοκίνητο, οδηγώντας προς το στούντιο, προκειμένου να ακούσουν τους επόμενους. Μετά ο Lange θα επέλεγε ποιος θα έμπαινε στην τελική λίστα.
  21. Ο πρώτος που υποδέχτηκε τον Johnson από το συγκρότημα ήταν ο Malcolm Young, που τον προσέγγισε προσφέροντας του μία μπύρα, την οποία ο Brian κατέβασε μονορούφι! Ένιωθε πολύ άνετα και αυτό φάνηκε και στην οντισιόν καθαυτή. Ενώ οι περισσότεροι άλλοι τραγουδιστές πέρασαν από οντισιόν με το “Smoke on the water” των Deep Purple, ο Johnson δοκίμασε το “Nutbush City limits” των Ike & Tina Turner, κερδίζοντας την άμεση έγκριση και τον σεβασμό από το συγκρότημα, που είχαν βαρεθεί να παίζει το hit των PURPLE και ευχαριστημένοι που ο Brian είχε και άλλα ακούσματα από διαφορετικά μουσικά είδη. Μετά, ήρθε το πραγματικό τεστ: του ζήτησαν να τραγουδήσει το “Whole lotta Rosie”. Το απέδωσε εξαιρετικά. Και εκεί οι AC/DC ήξεραν ότι επιτέλους είχαν βρει τον καινούριο τους τραγουδιστή! O ντράμερ Phil Rudd είπε αργότερα ότι «.. επιλέξαμε τον Brian επειδή οδήγησε 800 μίλια πάνω-κάτω, και πήγε στη δουλειά την επόμενη μέρα … αυτός ο τύπος είναι δουλευταράς και επαγγελματίας … και τι φωνή… δεν θα ήθελες να σου φωνάξει, θα χρειαζόσουν κομμωτήριο άμεσα, έχει πολύ δύναμη ο τύπος!». Ο δε Angus, όταν πρωτοείδε τον Johnson αναρωτήθηκε «ποιος είναι αυτός ο μα**κας με την φανέλα της Newcastle;»
  22. Ακόμα και τότε όμως, ο Brian δεν ήταν και πολύ σίγουρος. Έφυγε σε καλό κλίμα και με ελπίδες, αλλά όχι με μία ξεκάθαρη απάντηση. Την δεύτερη φορά που τον κάλεσαν να κατέβει, τους ξεκαθάρισε ότι είχε και ένα συνεργείο γεμάτο αυτοκίνητα που δεν μπορούσε να περιμένει! Παρόλα αυτά, πήγε και πέρασε και δεύτερη οντισιόν. Διανυκτέρευσε σε ένα ξενοδοχείο στο Λονδίνο, όπου ο roadieτων AC/DC, Keith Evans, του είπε πως κατά πάσα πιθανότητα έχει πάρει την θέση, αν και αυτός απάντησε ότι μάλλον το σκέφτονται για να μην του το έχουν πει σίγουρα. Λίγες μέρες αργότερα, στα γενέθλια του πατέρα του, επισκέφτηκε το πατρικό του πηγαίνοντας ένα μπουκάλι ουίσκι, αφού είχε παίξει λίγο μπιλιάρδο σε μία pub. Οι γονείς του έλειπαν, όμως σε κάποια φάση χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Malcolm Young. Ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

Malcolm: «Έχουμε ένα άλμπουμ να κάνουμε και πρέπει να φύγουμε σε 2 εβδομάδες, οπότε… όταν είσαι έτοιμος…»
Brian: «Άρα μου λες ότι πήρα την δουλειά; »
Malcolm: «Ω ναι»
Brian: «Λοιπόν φίλε, άκου τι θα γίνει. Θα κλείσω τώρα το τηλέφωνο και θα με ξαναπάρεις σε δέκα λεπτά για να πειστώ ότι δεν μου κάνει κάποιος φάρσα»
Malcolm: «Ναι αμέ»
[Ακριβώς ένα δεκάλεπτο αργότερα]
Malcolm: «Λοιπόν, τι θα κάνεις; Θα έρθεις; »
Brian:«Εννοείται πως ναι!» (εκεί χαμήλωσε το ακουστικό και άρχισε να μπινελικώνει όλο χαρά)

  1. Ο Johnson άνοιξε το ουίσκι που είχε πάρει δώρο στον πατέρα και κατέβασε μία γενναία ποσότητα, τόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος, μόνο που ήταν μόνος του και δεν είχε κανέναν εκεί για να το μοιραστεί!
  2. Πρωταπριλιά του 1980, έξι εβδομάδες μετά τον θάνατο του Bon Scott, οι AC/DC ανακοίνωσαν πως έχουν νέο τραγουδιστή, τον Brian Johnson. Όταν ο τελευταίος το εκμυστηρεύτηκε στον αδελφό του, αυτός γέλασε νομίζοντας πως είναι … πρωταπριλιάτικο αστείο! Σαφώς πιο αμήχανη ήταν η φάση που προσπάθησε να ενημερώσει τους GEORDIE. Μετά την πρώτη ακρόασή του, τους πληροφόρησε για το ταξίδι του στο Λονδίνο και αυτοί, όντας σε άρνηση μάλλον, τον ρώτησαν με ποιο τραγούδι να ξεκινήσουν το set τους. Την δεύτερη φορά, που ήξερε ότι πήρε την δουλειά, έπαιζαν σε ένα club έξω από το Newcastle και με το τέλος της συναυλίας τους είπε «παιδιά σας έχω νέα, το ξέρω περνάμε καλά αλλά οι AC/DC μου πρόσφεραν την θέση του τραγουδιστή». Δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης!
  3. Μία εβδομάδα αργότερα, την 8η Απριλίου 1980, ο Johnson συμφώνησε να υπογράψει ένα εξάμηνο συμβόλαιο με τους AC/DC, το οποίο θα επαναξιολογούνταν μετά τη λήξη του. Εάν σε οποιοδήποτε σημείο κατά τη διάρκεια των έξι μηνών είτε το συγκρότημα είτε ο Brian αποφάσιζαν ότι η συνεργασία δεν είχε αποτέλεσμα, θα μπορούσαν να λύσουν τη συμφωνία. Φυσικά, αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ο Johnson ταίριαξε με τους AC/DC σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Σύντομα έδωσε και την πρώτη του συνέντευξη στην μουσική εφημερίδα Sounds, όπου παραδέχτηκε ότι ήταν φοβισμένος με την πρόκληση του να είναι ο frontman των AC/DC και ότι θα έχυνε πολύ ιδρώτα για να αποδείξει σε αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν ότι η επιλογή τους δεν ήταν μάταιη. Ο ίδιος σκεφτόταν που πήγε κι έμπλεξε, αλλά αυτό άρχισε να του βγαίνει περισσότερο σε ενθουσιασμό παρά σε άγχος. Τουλάχιστον, αν απολυόταν θα έλεγε στους φίλους του πίσω στο Newcastle ότι ήταν τραγουδιστής στους AC/DC για δύο εβδομάδες και έκανε και φοβερές διακοπές στο Λονδίνο!

  4. Εκτός, όμως του Brian, και οι υπόλοιποι στο συγκρότημα είχαν αγχωθεί, μιας και το “Highway to hell” είχε κοστίσει αρκετά, με αποτέλεσμα να πρέπει να συνεχίσουν την ανοδική πορεία τους για να εξασφαλίσουν έσοδα. Ξεκίνησαν, ολοκληρώνοντας το υλικό που είχαν δουλέψει όλο αυτό το διάστημα, με έτοιμα τραγούδια αλλά χωρίς στίχους. Εκεί ζητήθηκε για πρώτη φορά η συνεισφορά του Johnson, ο οποίος είχε στην διάθεση του κάποια σκαριφήματα από στιχάκια του Bon και κάποιους τίτλους τραγουδιών. Ο Malcolm και ο Angus (ακόμα και ο μέντορας και μεγαλύτερος αδελφός τους George Young) είχαν καταλήξει σε όλους τους τίτλους των τραγουδιών και στη συνέχεια το άφησαν στον Johnson να καλύψει τα κενά. Ενώ μεγάλο μέρος της μουσικής και των μελωδιών είχαν γραφτεί στο δρόμο και στις πρόβες στο Λονδίνο, οι περισσότεροι από τους στίχους του άλμπουμ θα γράφονταν αρχικά από τον Brian και στη συνέχεια θα τους επεξεργάζονταν ανάλογα οι αδελφοί Young, στο στούντιο Compass Point, στις Μπαχάμες.
  5. Στα τέλη Απριλίου του 1980, οι νέοι AC/DC ταξίδεψαν στις ειδυλλιακές Μπαχάμες με τον παραγωγό John “Mutt” Lange και τον μηχανικό ήχου Tony Platt, για να ηχογραφήσουν στα Compass Point Studios, πιστεύοντας ότι μετά από τόση ένταση, το να εργαστούν σε ένα πιο ήρεμο και χαλαρό περιβάλλον θα τους βοηθούσε να συγκεντρωθούν και να δέσουν σαν ομάδα. Μακριά από τα άσχημα vibes του κρύου και μουντού Λονδίνου, όπου πέθανε ο Bon Scott, το συγκρότημα βρήκε καταφύγιο στο τεχνολογικά εξελιγμένο στούντιο Compass Point. Το στούντιο ιδρύθηκε το 1977 από τον Chris Blackwell, ιδιοκτήτη της Island Records, υπό την διαχείριση του manager Alex Sadkin, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1987. Τον Σεπτέμβριο του 2010, το στούντιο «σταμάτησε τη λειτουργία του στο Nassau λόγω κοινωνικοπολιτικών γεγονότων που κατέστησαν αδύνατη την συνέχιση της λειτουργίας τους στις Μπαχάμες». Άλλοι καλλιτέχνες που θα ηχογραφούσαν στα Compass Point ήταν οι ANTHRAX (“Among the living”), οι IRON MAIDEN (με την τριάδα επικών αριστουργημάτων “Piece of mind”, “Powerslave” και “Somewhere in time”, καθώς και το “Final frontier”), οι JUDAS PRIEST (με το υποτιμημένο “Turbo”), οι THIN LIZZY (“Renegade”) και οι WHITESNAKE (σε κάποια μέρη του “Whitesnake”). Οι ίδιοι οι AC/DC θα επέστρεφαν στα Compass Point τρία χρόνια αργότερα για το “Flick of the switch”. Μία δυσκολία που είχαν το 1980 ήταν ότι ήθελαν μόνο να αράζουν στην παραλία, καθώς και ότι δεν έβρισκαν κάποια μπύρα της αρεσκείας τους, αλλά και ότι οι καταιγίδες που χτυπούσαν το τροπικό νησί προκαλούσαν προβλήματα με την ηλεκτροδότηση του στούντιο. Επίσης, ο εξοπλισμός τους κρατήθηκε στο τελωνείο για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η διαδικασία ηχογράφησης του νέου άλμπουμ. Ακόμα και όταν μπήκαν στο στούντιο, είχαν και απρόσκλητους επισκέπτες, όπως ένα καβούρι που έκανε βόλτες στο ξύλινο πάτωμα του στούντιο καταλήγοντας στον θάλαμο των ντραμς!
  6. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες ηχογραφήσεις τους, οι AC/DC με τον Lange «γυάλισαν» και μάζεψαν λίγο περισσότερο τον ήχο τους, αγγίζοντας και την περιοχή του heavy metal από εκεί που κινούνταν στον χώρο του hard rock/boogie. Αυτή ήταν μία διαδικασία που είχαν ξεκινήσει με το “Highway to hell” και σε αυτή την φάση έκαναν την πλήρη μετάβαση, πατώντας πάνω και στις δυνατότητες του νέου τους τραγουδιστή. O Johnson οδηγήθηκε στα όρια του, κάτι που ακούγεται τόσο φυσικό πλέον, αλλά τότε ήταν αδιανόητη η πίεση του να τραγουδάει τόσο ψηλά τόση ώρα, με την χαρακτηριστική του φωνή, γεμάτη ωμότητα, βραχνάδα και ηλεκτρισμό. Οι αδελφοί Young έγραφαν την μουσική, ενώ ο Johnson δούλευε πάνω στους στίχους.

  7. Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησαν έδωσε τον τόνο για όλο το υπόλοιπο άλμπουμ. Ένα παιχνιδιάρικο riff που έπαιζε ο Malcolm κατά την διάρκεια της περιοδείας του “Highway to hell” σαν ζέσταμα, εξελίχτηκε στο τραγούδι που έδωσε και το όνομα στον δίσκο, το “Back in black”, με ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff στην ιστορία της μουσικής. To είχε έτοιμο σχεδόν τρεις εβδομάδες πριν την ηχογράφηση, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν έκανε για το άλμπουμ και γι’ αυτό πήρε την συγκατάθεση του Angus. Ένα τραγούδι που αναδείκνυε το αλύγιστο πνεύμα τους και ένας φόρος τιμής στις καλές τους μέρες με τον Bon. Δεν επιθυμούσαν να είναι μία μελαγχολική αναφορά στον παλιό τους τραγουδιστή, αλλά ένα ανεβαστικό τραγούδι που θα έφερνε στο μυαλό θετικές εικόνες, και αυτό ήταν μία πρόκληση για τα αδέλφια Young και τον Johnson. Έτσι, ο Bon Scott απαθανατίζεται ως αυτός που ζούσε στα άκρα συνεχώς αλλά πάντα τα κατάφερνε (“…nine lives, cat’s eyes..” ή αλλού “forget the hearse ‘cause I never die”). Ο Brian έλεγε ότι έγραψε «ό,τι του ήρθε στο μυαλό», νομίζοντας ότι αυτά που έλεγε ήταν λίγο … ανόητα. Αντίθετα, τα στιχάκια που έγραψε συνόψιζαν τέλεια τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Scott και άρεσαν πάρα πολύ στους υπόλοιπους στο συγκρότημα.
  8. Ως single, κυκλοφόρησε τέταρτο στην σειρά από το άλμπουμ, τον Δεκέμβριο του 1980 στις ΗΠΑ, όπου και έφτασε στο νο. 37 στο Billboard Hot 100 το 1981 και στο Νο. 51 στο Billboard Top Tracks, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε στο νο. 27. Υπάρχει και σχετικό βιντεοκλίπ, μαζί με κάποια άλλα τραγούδια του άλμπουμ, σε σκηνοθεσία των δύο Γάλλων που είχαν σκηνοθετήσει την βίντεο-συναυλία “Let there be rock” με τον Bon Scott από την συναυλία της 9ης Δεκέμβρη 1979 στο Pavillon de Paris, Eric Dionysius και Eric Mistler. Τα εν λόγω λιτά βίντεο (τότε δεν υπήρχε και MTV) ήταν για τα “You shook me all night long”, “Hells bells”, “What do you do for money honey”, “Rock and Roll ain’t noise pollution” και “Let me put my love into you”. Τα ξεπέταξαν σε ένα απόγευμα σε έναν άδειο συναυλιακό χώρο στην Breda της Ολλανδίας, το Het Turfschip, όπου θα έπαιζαν ζωντανά την επόμενη βραδιά. Μία πολύ γρήγορη βιντεοσκόπηση, με τους AC/DC να παίζουν σε εκκωφαντικές εντάσεις και το συνεργείο να παραπονιέται, αφού είχαν βάλει και ακουστικά και ωτασπίδες! Όταν οι AC/DC έκαναν την μουσική τους διαθέσιμη στην πλατφόρμα iTunes, το “Back in Black” έφτασε στο νο.1  στα UK Rock Charts και έκανε τρελή επιτυχία και ως ψηφιακό download και ως ringtone! Ήταν το πρώτο τραγούδι που έμαθε να παίζει στην κιθάρα ο Kurt Cobain, στα 14 του χρόνια, διασκευάστηκε από πολλούς καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων των Αφροαμερικανών LIVING COLOUR και της Shakira, ενώ  ακούγεται και σαν background track σε μία bootleg έκδοση του “My name is” του Eminem. Χρησιμοποιήθηκε και από τους BEASTIE BOYS στο sampling του single τους “Rock hard” (1984), επεξεργασία για την οποία δεν πήραν την άδεια των AC/DC, οι οποίοι με την σειρά τους δεν τους επέτρεψαν να το χρησιμοποιήσουν στην συλλογή “Beastie Boys Anthology: The Sounds of Science” (1999), με το πρόσχημα ότι ήταν «κατά του sampling». Κατά διαστήματα έχει χρησιμοποιηθεί σε ταινίες (“Iron Man”, “The Karate Kid”, “Brüno”, “School of Rock“, ”Grudge Match”, “The Muppets”, “Megamind”, “The Rundown”), τηλεοπτικές σειρές (“The Sopranos”, “Family Guy”, “Alias”), σε διαφημίσεις και σε γήπεδα κατά την είσοδο των ομάδων. Ακόμα και στην πρώτη επανδρωμένη πτήση των ΗΠΑ μετά το 2011, τον Μάιο του 2020, οι αστροναύτες Bob Behnken και Doug Hurley έπαιζαν το τραγούδι καθώς προετοιμαζόντουσαν για την αποστολή τους.
  9. Οι παλιές, καλές αναμνήσεις που περιέχει το “Back in black” αναπαράγονται και στο “Have a drink on me”, το οποίο ξεκίνησε ως demo από την τελευταία μέρα που παίξανε όλοι μαζί με τον Bon Scott, ο οποίος είχε αναλάβει τα ντραμς για εκείνη την ημέρα. Το τραγούδι μιλάει για έναν τύπο που προσπαθεί να κεράσει ένα ποτό στον φίλο του και οι στίχοι είναι, στην ουσία, μία μεθυσμένη πρόποση του Johnson στον προκάτοχο του (“..whisky, gin and brandy, with a glass I’m pretty handy..”), όπου και εδώ επιστράτευσε όλη του την ευστροφία και το πνεύμα για να αναπλάσει μία τέτοια φανταστική κατάσταση. Ακούγεται λίγο μακάβριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι o Bon πνίγηκε λόγω αναρρόφησης έχοντας γίνει λιώμα στο ποτό, αλλά οι AC/DC είχαν έναν συγκεκριμένο κώδικα και τρόπο που έγραφαν, εκθειάζοντας πολλές από τις ένοχες απολαύσεις της ζωής, και το “Have a drink on me” δεν αποτελεί εξαίρεση. Άλλωστε ο τίτλος ήταν εκεί και πριν φύγει ο Bon.

  10. Όπως και ο Bon, έτσι και ο Brian είχε τον τρόπο να γράφει με ευφυή και πονηρά υπονοούμενα, μασκαρεμένα σε απλές ιστορίες, όπως για παράδειγμα, στον απόλυτο party ύμνο “You shook me all night long”. Εμπνεύστηκε τους στίχους όταν είδε τις εντυπωσιακές Αμερικανίδες τουρίστριες στις Μπαχάμες όπου ηχογραφούσαν το άλμπουμ και ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ώρες. Γράφοντας “..she told me to come but I was already there..”, ο ίδιος ο Johnson νόμιζε πως το είχε παρακάνει με τα σεξουαλικά υπονοούμενα, αλλά τελικά φάνηκε πως δεν πείραξαν κανένα. Επιπλέον, ο λάτρης της αυτοκίνησης Brian σκέφτηκε τον στίχο “She was a fast machine she kept her motor clean” όταν συνειδητοποίησε ότι με κάποιο τρόπο τα αυτοκίνητα και οι γυναίκες μοιάζουν: τρέχουν γρήγορα, σε απογοητεύουν, αλλά μετά σε ξανακάνουν χαρούμενο με το κάθε νέο μοντέλο. Πάντως λέγεται πως πολλές από τις στιχουργικές ιδέες του τραγουδιού προήλθαν ή πάρθηκαν αυτούσιες από τα στιχάκια που ετοίμαζε ο Bon Scott πριν τον θάνατο του, με φράσεις όπως “She told me to come but I was already there”, “American thighs” και “working double time on the seduction line”. Επίσης, ο Brian ένιωθε ότι στρίμωχνε πολύ τους στίχους καθώς τραγουδούσε και προσπάθησε να τους… αραιώσει κάπως, μόνο και μόνο για να εισπράξει την αποδοκιμασία του Malcolm ο οποίος τον ρώτησε τι στο διάολο κάνει, ενώ σε κάποια φάση έβαλαν και τον Angus να τραγουδάει, βγάζοντας κάτι πιο … folk (!). Περιττό να πούμε ότι επέστρεψαν στην αρχική ιδέα εκτέλεσης του τραγουδιού!
  11. Το συγκεκριμένο τραγούδι, πέρα από το αγαπημένο του Johnson με τους AC/DC, ήταν και το πρώτο single των AC/DC με τον Brian Johnson στα φωνητικά έφτασε μέχρι το νο. 35 στις ΗΠΑ (το πρώτο top-40 hit τους) και ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια στα αμερικάνικα στριπτιτζάδικα. Το single αρχικά κυκλοφόρησε την 19η Αυγούστου 1980 με b-sides τα “Have a Drink on Me” (Βρετανία και ΗΠΑ) και “What Do You Do For Money Honey” (Αυστραλία). Επανακυκλοφόρησε το 1986, μετά την κυκλοφορία του “Who Made Who”, με b-side τα “She’s got balls” (Live, Bondi Lifesaver ’77) και “You shook me all night long” (Live ’83). Aπό τα πιο περιζήτητα συλλεκτικά είδη AC/DC είναι τα single του “You Shook me all night long” που παίζουν ένα άλλο τραγούδι του “Back in black” με τίτλο “Shake a leg” που κυκλοφόρησαν κατά λάθος. Μετά με τα “Dream on” και “Sweet emotion” των AEROSMITH, καθώς και του “All along the watchtower” από τον Jimi Hendrix είναι το πιο πολυπαιγμένο τραγούδι στα αμερικανικούς ραδιοφωνικούς classic rock σταθμούς.
  12. Υπάρχουν δύο μουσικά βίντεο για το “You shook me all night long”. Το πρώτο είναι παρόμοιο με τα άλλα promo βίντεο του “Back in black”. Το δεύτερο σκηνοθετήθηκε από τον David Mallet (που γύρισε βιντεοκλίπ για λογαριασμό των BLONDIE και αργότερα θα γύριζε και το βίντεο κλιπ του “Thunderstruck”) και κυκλοφόρησε έξι χρόνια αργότερα, όταν το τραγούδι επανεκδόθηκε στο “Α mα wα”. Σε αυτό, οι παμπόνηροι Angus και Malcolm ακολουθούν τον Brian μέσα στην αγγλική πόλη του Huddersfield. Στο βίντεο εμφανίζεται η Αγγλίδα Corinne Russell, μοντέλο που έπαιζε στα σκετσάκια του κωμικού Benny Hill και κορίτσι της περίφημης «Σελίδας 3» της εφημερίδας “Sun”, μαζί με άλλες προκλητικά ντυμένες κοπέλες, οι οποίες κάνουν πετάλι σε ποδήλατα γυμναστικής, ενώ μία εξ αυτών καβαλάει έναν μηχανικό ταύρο. Κατά τη διάρκεια της σκηνής με τον μηχανικό ταύρο, η γυναίκα που υποδύεται την ερωμένη του Johnson τρύπησε κατά λάθος το πόδι της με το σπιρούνι της δύο φορές. Ο τεχνικός που την βοήθησε να ολοκληρώσει το βίντεο την παντρεύτηκε ένα χρόνο αργότερα και ο Angus τους έδωσε ως γαμήλιο δώρο … έναν μηχανικό ταύρο! Επίσης, στο αρχικό βίντεο του 1980, ο Phil Rudd έπαιζε ντραμς, ενώ το βίντεο του 1986 παρουσίαζε τον Simon Wright, ο οποίος αντικατέστησε τον Rudd το 1983. Ο Rudd επέστρεψε στους AC/DC το 1994.
  13. Οι AC/DC έπαιξαν αυτό το τραγούδι όταν μπήκαν στο Rock and Roll Hall of Fame το 2003. Ο Steven Tyler των AEROSMITH, που τους παρουσίασε, τραγούδησε μαζί τους. Το “You shook me all night long” ακούγεται στις ταινίες “A Knight’s Tale”, “Maximum Overdrive”, “Private Parts” και σε επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς “The Sopranos”. Το 2002 που η Celine Dion διασκεύασε αυτό το τραγούδι μαζί με την Anastacia στο “VH1 Divas Las Vegas” και σε δημοσκόπηση του 2008 του περιοδικού Total Guitar, ψηφίστηκε ως η «χειρότερη διασκευή όλων των εποχών», μαζί με αυτές των SUGABABES/GIRLS ALOUD του “Walk this way” των AEROSMITH/RUN-DMC και των WESTLIFE στο “More than words” των EXTREME.

  14. Το απόλυτο τραγούδι των AC/DC, κατά την γνώμη μου, είναι και το πρώτο τραγούδι, που ανοίγει επιβλητικά το άλμπουμ και φέρει τον τίτλο “Hells bells”. Ένα mid-tempo κτήνος που σε καθηλώνει από τον πρώτο ατμοσφαιρικό ήχο της καμπάνας, η οποία σημειώνεται ότι φτιάχτηκε στο χυτήριο “John Taylor & Co. Bellfounders” στο Loughborough της Αγγλίας, ειδικά για το τραγούδι. H ιδέα ήταν του Malcolm όταν βγήκε για … κατούρημα κατά το μιξάρισμα του άλμπουμ στα Electric Lady Studios στη Νέα Υόρκη. Η πρώτη προσπάθεια ηχογράφησης της καμπάνας έγινε από τον μηχανικό ήχου Tony Platt στο Loughborough της Αγγλίας και συγκεκριμένα στο Carillon and War Memorial Museum. Αφού αυτό δεν κατέστη εφικτό, το συγκρότημα παρήγγειλε μία χάλκινη καμπάνα ενός τόνου που θα χρησιμοποιούσαν επίσης επί σκηνής στις μετέπειτα συναυλίες τους. Ωστόσο, η καμπάνα δεν ήταν έτοιμη εγκαίρως για ηχογράφηση, οπότε ο κατασκευαστής κανόνισε να ηχογραφήσουν μια παρόμοια καμπάνα σε μια κοντινή εκκλησία. Σύμφωνα με τον μηχανικό Tony Platt, αυτό δεν πήγε καλά, καθώς ένα σμήνος από περιστέρια που έβρισκε καταφύγιο εκεί του χαλούσε την ηχογράφηση. Έτσι, υπό την πίεση του χρόνου, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν μία έτοιμη καμπάνα και δανειζόμενοι μια κινητή μονάδα ηχογράφησης που ανήκε στον Ronnie Laine ηχογράφησαν μέσα στο χυτήριο. Η καμπάνα κρεμάστηκε και την χτύπησε ο μάστορας που την έφτιαξε. Λόγω των αρμονικών, οι καμπάνες δεν είναι εύκολο να ηχογραφηθούν. ‘Ετσι ο Platt τοποθέτησε περίπου 15 μικρόφωνα με διαφορετική δυναμική σε διαφορετικές τοποθεσίες γύρω από το χυτήριο για να ηχογραφήσει τους ήχους. Στην συνέχεια, έφερε τις ηχογραφήσεις στα Electric Lady Studios στη Νέα Υόρκη, όπου μαζί με τον Lange επέλεξαν τον σωστό συνδυασμό ήχων, συνέθεσαν μια μίξη και την επιβράδυναν στο μισό της ταχύτητας, έτσι ώστε η καμπάνα του ενός τόνου θα ακουγόταν σαν μια επιβλητικότερη διπλάσιου μεγέθους καμπάνα. Αυτό ενσωματώθηκε στη μίξη και το τραγούδι ολοκληρώθηκε. Οι πιο ακουστικά προικισμένοι θα παρατηρήσουν ότι ζωντανά, ο ήχος της καμπάνας, η οποία από την 13η Ιουλίου 1980 που ξεκίνησε η περιοδεία για το “Back in black” στο Edmonton του Καναδά αποτελεί σταθερό μέρος του σκηνικού και του σόου των AC/DC, ακούγεται μία οκτάβα ψηλότερα από ότι είναι στον δίσκο.
  15. Ο Johnson που έπρεπε να γράψει και τους στίχους του τραγουδιού κόλλησε και δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να του αρέσει. Η θεία (ή διαβολική) παρέμβαση ήρθε ένα βράδυ που καθόταν στο δωμάτιο του, αναρωτώμενος πόσο καλή ήταν η δουλειά που είχαν βγάλει μέχρι τότε, καθώς όλα του φάνηκαν πως έγιναν πολύ γρήγορα. Εκείνη την στιγμή, ο Lange, που δεν τον άφηνε να ακούσει τι τραγουδούσε, μπήκε στο δωμάτιο, τον ρώτησε αν όλα είναι καλά και τον ενημέρωσε πως εκείνο το βράδυ θα ηχογραφούσαν το “Hells bells”. Πάνω που σκεφτόταν αν μετά το “Back in black” ο ίδιος θα ήταν σε θέση να αποτυπώσει ακόμα καλύτερα την πρόθεση και την ατμόσφαιρα που ήθελε το συγκρότημα, ξέσπασε από το πουθενά μία τροπική καταιγίδα. «..άκου … βροντές!» είπε ο Lange και ο Brian είπε «Αυτό που ακούστηκε το λέμε στην Αγγλία rolling thunder…». «Γράψτο!» αποκρίθηκε ο Lange. Άμεσα άρχισε να πέφτει βροχή με το τουλούμι και με πολύ θόρυβο. Να ΄το και το “pourin’ rain”, το “I’m coming on like a hurricane” καθώς ο δυνατός άνεμος άρχισε να φυσάει από παντού και “ that lightning flashing across the sky”. Ο Johnson ξεμπλόκαρε με την βοήθεια των στοιχείων της φύσης και σαν ρεπόρτερ ολοκλήρωσε τους στίχους εκείνο ακριβώς το βράδυ!
  16. Ουσιαστικά, το τραγούδι καθ’ αυτό είναι σαν ένα “Highway to hell Pt. II”. Ο αφηγητής αφού κατέβει στην Κόλαση (όχι με την καθαρά «θρησκευτική» έννοια αλλά με την έννοια της ακολασίας), έρχεται αντιμέτωπος με το οτιδήποτε βρίσκεται πέρα από τον Θάνατο και στέκεται απέναντι του ως ίσος προς ίσο. Ξεκάθαρες οι αναφορές στην ιστορία του Bon Scott και εδώ. Το “Hells bells” ήταν το δεύτερο single του άλμπουμ, που κυκλοφόρησε την 31η Οκτωβρίου 1980, με b-side το “What do you do for money honey”. Έφτασε μέχρι το νο. 16 στην Γαλλία το 1980 και στο νο. 50 του αμερικάνικου Mainstream Rock Chart, ενώ στην Αυστραλία πήγε μέχρι το νο. 7. Ακούγεται και αυτό στην ταινία “Maximum Overdrive” (1986), μία μίξη κωμωδίας-θρίλερ που γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από τον πασίγνωστο συγγραφέα Stephen King, ο οποίος είναι και μεγάλος fan των AC/DC. Το τραγούδι χρησιμοποιείται από πολλές αθλητικές ομάδες ως μουσικό θέμα κατά την είσοδο στο γήπεδο. Στην χώρα μας, κατά την τελευταία δεκαετία, το “Hells bells” ακούγεται σε μία από τις καυτές ποδοσφαιρικές έδρες πανευρωπαϊκώς, στο Γήπεδο της Τούμπας, έδρα του ΠΑΟΚ. Οι ΠΑΟΚτσήδες συνοπαδοί μου, αλλά και όσοι φιλοξενούμενοι έτυχε να βρεθούν στο γήπεδο μας αυτές τις βραδιές ξέρουν ακριβώς για τι είσοδο μιλάμε!

  17. Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος είναι το “Shoot to thrill”, που σε κάποιες περιπτώσεις στοχοποιήθηκε λόγω του τίτλου του ότι προωθεί την βία και την χρήση όπλων. Ο Johnson πήρε γραμμή από τους χαρακτήρες του Bon Scott. O τύπος στο “Shoot to thrill” μοιάζει πολύ με αυτόν του “Dirty deeds done dirt cheap” και του “Shot down in flames”. Ίσως όμως να έχει τις ρίζες του σε πιο … κλινικές καταστάσεις. Το “Shoot to thrill” αφορά ψυχιατρικά φαρμακευτικά σκευάσματα όπως εξηγεί ο Johnson. H έκρηξη στην χρήση τέτοιων φαρμάκων από μεσήλικες γυναίκες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, απλώς καταθλιπτικές ή απελπισμένες, πήγαιναν στον γιατρό, ο οποίος μόνο και μόνο για να τις ξεφορτωθεί, τους χορηγούσε Vallium. Και αυτές οι γυναίκες έγιναν εξαρτημένες (“..too many women with too many pills..”). Παρόλο που δεν κυκλοφόρησε ως single και δεν έγινε βίντεο κλιπ γι’ αυτό, πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί το έπαιξαν έτσι κι αλλιώς. Έγινε γρήγορα αγαπημένο των οπαδών του συγκροτήματος και σταθερό τραγούδι στα live τους. Αυτό είναι που παίζει και στην τεράστια κινηματογραφική επιτυχία “Iron Man 2” (2010), καθώς ο Tony Stark κάνει την θεαματική του είσοδο. Σκηνές από την ταινία συνδυάστηκαν με πλάνα συναυλίας AC/DC για να φτιάξουν ένα βίντεο για το τραγούδι που κυκλοφόρησε πριν η ταινία βγει στους κινηματογράφους, λειτουργώντας ως προωθητικό βίντεο. Σημειώνεται ότι το soundtrack του “Iron Man 2” αποτελείται εξ ολοκλήρου από τραγούδια των AC/DC, ενώ παίζει και στην ταινία “The Avengers” (2012) όταν εμφανίζεται ο Iron Man. Επίσης έχει παίξει και στις ταινίες “Talladega Nights”, “XXX: State of the Union” και “The Dukes of Hazzard”. Επίσης ακούγεται και στα video games “Red 2” και “Call of duty: Modern Warfare 3”. Μουσικά, το τραγούδι είναι εμπνευσμένο από το spaghetti γουέστερν του Sergio Leone “The Good, the Bad and the Ugly”. Οι Clint Eastwood, Lee Van Cleef και Eli Wallach κοιτάζουν ο ένας τον άλλον στο κέντρο ενός νεκροταφείου του Εμφυλίου Πολέμου για λίγα λεπτά μέχρι την τελική ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Angus είπε ότι αυτή η ακολουθία στο τραγούδι σχεδιάστηκε για να αντικατοπτρίζει το κομμάτι “Il Triello” του συνθέτη Ennio Morricone.
  18. Το “What Do You Do for Money Honey” ήταν ένας τίτλος που επινοήθηκε από τον μεγάλο αδελφό George Young, κατά τις αρχές του 1978 για το “Powerage”. Ωστόσο, ο Johnson πήρε τη φράση και τη μετέτρεψε σε ένα κλασικό τραγούδι AC/DC. Το εν λόγω άσμα κοροϊδεύει μια γυναίκα που αποφεύγει τη δουλειά αναζητώντας παράλληλα πλούσιους άνδρες. Ακούγεται στο τρέιλερ της ταινίας “Masterminds” (2015) με την Kristen Wiig και τον Zach Galifianakis. Από την άλλη, το “Given the dog a bone” είναι ένα ακόμα τραγούδι με ξεκάθαρα σεξουαλικά υπονοούμενα. O Brian Johnson έγραψε τους στίχους το ίδιο βράδυ που έκανε την πρώτη του οντισιόν με τους AC/DC, σε συνέχεια του πετυχημένου δοκιμαστικού με την ηλεκτρική σκούπα Hoover. Το τραγούδι “Let Me Put My Love into You” που πραγματικά ξεχειλίζει από σεξουαλικότητα, είχε ξεκινήσει από το session που ο Scott είχε καθίσει πίσω από τα ντραμς. Η κόρη του Brian που εκτίμησε αρκετά χρόνια αργότερα την δουλειά του μπαμπά της στο “Back in black” είπε ότι αυτό και το “Shoot to thrill” ήταν τα αγαπημένα της τραγούδια από το άλμπουμ. Αυτό ήταν και το τραγούδι που επάξια μπήκε στην διαβόητη λίστα “Filthy Fifteen” του Parents Music Resource Center. Η PMRC, το οποίο ιδρύθηκε από την Tipper Gore, τη σύζυγο του τότε γερουσιαστή Al Gore (μετέπειτα Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, επί προεδρίας Bill Clinton), προσπάθησε να απαγορεύσει τραγούδια και άλμπουμ που θεωρούσαν πολύ σεξουαλικά ή βίαια. Το 1985, το “Let me put my love into you” βγήκε στη λίστα του PMRC και οι AC/DC έκαναν ποδαρικό μαζί με τους Motley Crue, Judas Priest, Twisted Sister και Black Sabbath. Επίσης, το δυνατό “Shake a leg” όπως προαναφέρθηκε μπήκε κατά λάθος υπό τον τίτλο του “You shook me all night long” στα ομώνυμα single.

  19. Στο τέλος της πέμπτης εβδομάδας ηχογραφήσεων οι AC/DC είχαν ήδη έτοιμα 9 τραγούδια. Χρειαζόντουσαν ένα ακόμα για να ολοκληρώσουν το άλμπουμ. Οι Malcolm και Angus το έγραψαν μέσα σε ένα τέταρτο, με τον πρώτο να προτείνει τον τίτλο στον Brian Johnson. “Rock and Roll ain’t noise pollution”, με τον Brian μετά από προτροπή του Lange, να αυτοσχεδιάζει σε στυλ ιεροκήρυκα στον θάλαμο του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, με μία εισαγωγή που τελικά κατέληξε με την μία στην ηχογράφηση! Ήταν το τρίτο single από το άλμπουμ, που έφτασε στην υψηλότερη επίδοση όλων στα βρετανικά charts, στο νο. 15. Όπως εξήγησε ο Malcolm, εκείνη την εποχή στο Λονδίνο υπήρχαν προβλήματα με το παλιό Marquee Club επειδή ήταν σε μια κατοικημένη περιοχή και υπήρχε θέμα για την ηχορύπανση στις ειδήσεις και κάπως έτσι προέκυψε το τραγούδι.
  20. Η παραγωγή έγινε από τον πλέον γνωστότατο και μη εξαιρετέο Robert John “Mutt” Lange, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα συνέχιζε τις υπερπαραγωγές με καλλιτέχνες όπως οι DEF LEPPARD, οι FOREIGNER, οι CARS και ο Bryan Adams καθώς και η (πρώην πλέον) σύζυγός του, Shania Twain. Η διαδικασία διήρκησε περίπου επτά εβδομάδες μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 1980. Δεν ήταν στα πρώτα πλάνα του συγκροτήματος μετά το “Highway to hell” παραγωγής του ίδιου, τόσο λόγω της εμμονής του να βγάλει το τέλειο αποτέλεσμα, που τρέλαινε τα αδέλφια Young, όσο και του σχετικού κόστους που επέσυρε η παράταση της ηχογράφησης. Μάλιστα, η πρώτη πρόταση ήταν ο Eddie Kramer, παραγωγός του Jimi Hendrix, KISS και συνεργάτης των LED ZEPPELIN. Παρόλα αυτά, με τον χαμό του Bon Scott, ο Lange έμεινε με το συγκρότημα, τους βοήθησε στην επιλογή του τραγουδιστή και δούλεψε σκληρά με τους AC/DC για να επιτύχουν το τέλειο αποτέλεσμα, που μάλλον το κατάφεραν, αν κρίνει κανείς ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται ορόσημο από άποψη παραγωγής. Τόσο τέλειος είναι ο ήχος του “Back in black” που οι ίδιοι οι Motorhead χρησιμοποίησαν τον δίσκο για να συντονίσουν τα ηχητικά τους συστήματα, ενώ στούντιο στο Nashville των ΗΠΑ το χρησιμοποίησαν για να ελέγξουν την ακουστική των επιμέρους θαλάμων ηχογράφησης. Ακούστε λίγο τους DEF LEPPARD του “High ‘n’ dry” και του “Pyromania” και θα καταλάβετε τι εννοώ!
  21. To θρυλικό πλέον εξώφυλλο του “Back in black” ήταν η μόνη ένδειξη πένθους που έδειξε δημόσια το συγκρότημα για τον μακαρίτη Bon Scott. H δισκογραφική τους εταιρεία Atlantic Records δεν ήταν και πολύ υπέρ ενός κατάμαυρου εξώφυλλου, ωστόσο οι AC/DC δεν δέχονταν αντίρρηση πάνω σε αυτό το θέμα. Άλλωστε το “Back in black” ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Bon Scott και με την καμπάνα να ηχεί πένθιμα από το πρώτο κιόλας τραγούδι “Hells bells” δεν μπορούσαν να έχουν κάποιο άλλο εξώφυλλο. Μόνο το λογότυπο του συγκροτήματος θα ήταν διακριτό.
  22. Το τελικό αποτέλεσμα άξιζε τον κόπο. Μόλις το συγκρότημα άκουσε το τελικό αποτέλεσμα, ξετρελάθηκαν με το νέο άλμπουμ. Με την κυκλοφορία του, το “Back in black”, πέντε μόλις μήνες μετά τον πρόωρο θάνατο του Bon Scott έκανε αισθητή την παρουσία των AC/DC περισσότερο από ποτέ. Μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες από την κυκλοφορία του πήγε στην κορυφή των βρετανικών charts. Οι AC/DC έγιναν το πρώτο συγκρότημα μετά τους BEATLES με 4 άλμπουμ στα πρώτα 100 του chart, μαζί με τα “Let there be rock” , “If you want blood you’ve got it” και “Highway to hell”. Σιγά- σιγά έπιασε και στις ΗΠΑ, φτάνοντας τελικά στο νο. 4 του Billboard. Έμεινε εκεί για 131 εβδομάδες, χωρίς όμως να πιάσει το νο.1. Επί 13 μήνες παρέμεινε στο αμερικανικό top-10 και παρά κάποιες αμφίβολες κριτικές στις ΗΠΑ, το “Back in black” είναι μέχρι σήμερα το δεύτερο σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών. Ό,τι σας λέω. Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί τέτοια επιτυχία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και τους LED ZEPPELIN (ίσως σημαδιακό καθώς αυτοί ανακοίνωσαν την διάλυσή τους την ίδια χρονιά με τον θάνατο του ντράμερ τους John Bonham). Στις ΗΠΑ πούλησε ένα εκατομμύριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1980, σύντομα ξεπέρασε τα 5 εκ. τεμάχια και έκτοτε έχει γίνει 22 φορές πλατινένιο (ήτοι πωλήσεις άνω των 22 εκατομμύριων αντιτύπων). Παγκοσμίως εκτιμάται ότι έχει πουλήσει πάνω από 50 εκατομμύρια δίσκους. Δεύτερο μόνο κάτω από το κορυφαίο σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών, το “Thriller” του Michael Jackson που κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, οι AC/DC όχι μόνο άντεξαν τον χαμό του κεντρικού πρωταγωνιστή τους, που θα διέλυε για πλάκα άλλα σχήματα, αλλά έκαναν την κατάλληλη επιλογή αντικαταστάτη και απλά… κατέκτησαν τον κόσμο. Οπότε μάλλον μιλάμε για το ιδανικό rock άλμπουμ. Τόσο απλά. Μαζί με τους PRIEST, τους MAIDEN, τους MOTORHEAD, τους VAN HALEN και τον OZZY OSBOURNE έκαναν το 1980 χρονιά-ορόσημο για το hard rock και το heavy metal παγκοσμίως. Οι AC/DC έγιναν δικαίως superstar. Ο Slash των GUNS N’ ROSES έφτασε στο σημείο να πει ότι το “Back in black” έσωσε το rock n’ roll.
  23. Η πρώτη ζωντανή εμφάνιση του Brian Johnson με το συγκρότημα έλαβε χώρα περίπου ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του “Back in black”, την 29η Ιουνίου 1980, στο Palais des Expositions στην βελγική πόλη Namur. Και εκείνη την βραδιά ο Brian, κατά γενική ομολογία, τα είχε κάνει επάνω του, κυρίως για το πώς θα τον δεχόντουσαν οι fans του Bon Scott. Εκείνο το βράδυ ψυχώθηκε ωστόσο όταν είδε ένα πανό στο πλήθος που έγραφε “R.I.P. Bon Scott. Good Luck Brian”. Ψυχάρες οι Βέλγοι! Ήταν λίγο τραυματική η εμπειρία, καθώς τον κυρίευσε το άγχος, η αδρεναλίνη και μούδιασε ο εγκέφαλος του, τραγουδώντας τους ίδιους στίχους σε δύο τραγούδια, γεγονός που ανάγκασε τον Malcolm να του τα χώσει για να τον συνεφέρει! Φορούσε την τραγιάσκα (που έγινε σήμα-κατατεθέν του) για να μην τον εμποδίζουν τα μαλλιά του και να μην χύνεται ιδρώτας από εκεί, χώρια του ότι ήταν σήμα της εργατικής του καταβολής από την βόρειο-ανατολική Αγγλία. Εκείνο το βράδυ οι AC/DC έπαιξαν για πρώτη φορά εφτά τραγούδια από το επερχόμενο άλμπουμ και τελείωσαν με το κύκνειο live άσμα του Bon Scott, το “Let there be rock” που το είχε τραγουδήσει την 27η Ιανουαρίου 1980 στο Southampton Gaumont. Σε εκείνες τις πρώτες εμφανίσεις κέρδισε τον σεβασμό του κοινού συνάντησε και μάλιστα, κάποιο βράδυ, άκουσε συγκινημένος έναν Ολλανδό οπαδό του συγκροτήματος που είχε τον Bon Scott σε τατουάζ στο χέρι του. «O Bon ήταν ο ήρωας μου», του είπε, «αλλά τώρα έχει φύγει… και σου εύχομαι καλή τύχη από εδώ και πέρα». Όταν κυκλοφόρησε το “Back in black” οι AC/DC βρίσκονταν στον Καναδά, στην πρώτη εβδομάδα της βόρειο-αμερικάνικης περιοδείας τους. Στην περιοδεία τους συντρόφευε ένα νεαρό συγκρότημα από το Sheffield της Αγγλίας, κάποιοι DEF LEPPARD, που προωθούσαν το ντεμπούτο τους με τίτλο “On through the night” και τους οποίους θα αναλάμβανε από το επόμενο κιόλας άλμπουμ τους ως παραγωγός-μέντορας ο παραγωγός των AC/DC, John ”Mutt” Lange. Πάντως, η μεγαλύτερη ανταμοιβή του Johnson, κατά τον ίδιο, ήταν όταν στο τέλος της περιοδείας, τον Φεβρουάριο του 1981, όταν το συγκρότημα έπαιξε στο Sydney της Αυστραλίας, η μητέρα του Bon Scott, Isa, τον πλησίασε και του είπε «είμαι περήφανη για εσένα, γιε μου». Χώρια του ότι μόλις επέστρεψε στο Newcastle έκανε δώρο στον εαυτό του μία πολυπόθητη για αυτόν Chevrolet Blazer, σε ασπρόμαυρο χρώματα, σε συνδυασμό με την αγαπημένη του Newcastle F.C.!
  24. Αξίζει σε αυτό το σημείο να μιλήσουμε και για μία διαφορετική χρήση του “Back in black”. Το 1989, ο αμερικανικός στρατός είχε «επέμβει» στον Παναμά σε μία απόπειρα να ρίξει τον δικτάτορα Manuel Noriega να παραδοθεί. Εκείνα τα Χριστούγεννα τα στρατεύματα των ΗΠΑ έστησαν μερικά ηχεία έξω από την Πρεσβεία του Βατικανού στην Πόλη του Παναμά το 1989, παίζοντας τραγούδια του “Back in black” με απίστευτη ένταση, κυρίως το “You shook me all night long”. 4 χρόνια αργότερα, μετά τη μάχη του Μογκαντίσου στη Σομαλία το 1993, ο Αμερικάνος πιλότος ελικοπτέρου Michael Durant συνελήφθη από τον εχθρό και ξυλοκοπήθηκε άγρια. Οι συνάδελφοι του ήξεραν ότι οι AC/DC ήταν το αγαπημένο του συγκρότημα, γι’ αυτό προσάρτησαν ηχεία στα ελικόπτερα τους και πέταξαν πάνω από τις στέγες της πόλης παίζοντας το “Hells bells”. Παρά το γεγονός ότι είχε κατάγματα στην πλάτη και στα πόδια, το “Hells bells” έδωσε στον Durant τη δύναμη να συρθεί και να κουνήσει το πουκάμισό του από ένα παράθυρο, οπότε οι Αμερικάνοι στρατιώτες τον εντόπισαν και τον διέσωσαν!

    Κώστας Τσιρανίδης

 

Continue Reading

Insider

THE INSIDER – 15+1 unknown stories about “Master of reality” by BLACK SABBATH

Published

on

21 Ιουλίου 1971. Ποιος να φανταζόταν ότι οι BLACK SABBATH, ένα συγκρότημα που τον Φεβρουάριο της προηγούμενης χρονιάς θα είχε κυκλοφορήσει το ομώνυμο ντεμπούτο του, 15 μήνες αργότερα, θα έβγαζε τον τρίτο του δίσκο, που ΚΑΙ αυτός έμελλε να γραφτεί στην ιστορία του heavy metal με χρυσά γράμματα; Ο Σάκης Φράγκος έψαξε και βρήκε 15+1 άγνωστες ιστορίες πίσω από το δίσκο που έχει αφήσει διαχρονικά τραγούδια στο heavy metal, όπως το “Children of the grave”, το “Sweat leaf”, το “Into the void” και τόσα άλλα. Μακράν ο πιο HEAVY METAL δίσκος που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε.

  • Το “Paranoid”, είχε πάει αδιανόητα καλά στα charts και λογικό ήταν να υπάρχει πολύ μεγάλη πίεση και ο επόμενος δίσκος να πάει εξίσου καλά. Εξ ου και το γεγονός πως παρότι έκαναν αρκετές συναυλίες στο ενδιάμεσο, οι BLACK SABBATH είχαν μπει στα Island Studios από την Πρωτοχρονιά του 1971, προκειμένου να ηχογραφήσουν αυτό που έμελλε να γίνει το “Master of reality”. Το δίδυμο πίσω από την κονσόλα, παρέμεινε ίδιο, δηλαδή ο Rodger Bain, μαζί με τον Tom Allom (που αργότερα ξεκίνησε να δουλεύει με τους JUDAS PRIEST). Εκείνο που είχε αλλάξει όμως –κι αυτό ήταν μία πολύ σημαντική αλλαγή- ήταν η κονσόλα του στούντιο, που είχε πλέον 16 κανάλια, αντί για 8, κάτι που τους έδινε το περιθώριο να πειραματιστούν πολύ περισσότερο με τον ήχο και να κάνουν και πολλά overdubs.
  • Εκείνα τα χρόνια, οι δίσκοι πολλές φορές κυκλοφορούσαν με σημαντική καθυστέρηση σε διαφορετικές ηπείρους, για πάρα πολλούς λόγους. Το “Paranoid”, για παράδειγμα, είχε κυκλοφορήσει στην Αμερική, στις 7 Ιανουαρίου του 1971, ενώ στην Ευρώπη είχε βγει τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους. Αντίστοιχα, το Σεπτέμβριο του 1970, είχε βγει το “Black Sabbath”, 7 μήνες αργότερα από την Ευρώπη. Η εταιρία, βλέποντας ότι το ντεμπούτο πούλαγε ακόμα σαν ζεστό κέικ, ζητούσε να καθυστερήσουν λίγο τις ηχογραφήσεις, επειδή τον πρώτο μήνα, μόνο, είχαν πουλήσει μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Και το “Paranoid”, έγινε πλατινένιο σε μικρό χρονικό διάστημα, οπότε οι SABBATH είχαν την ευκαιρία να κάνουν κάποιες περιοδείες, έχοντας αλλάξει πλέον και το management τους, από τον Jin Simpson, στον Patrick Meehan.
  • Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησαν, ήταν το “After forever” και το “Spanish sid”!!! Ποιο ήταν αυτό, το τελευταίο; Ήταν το working title του “Into the void”. Και τα δύο αυτά τραγούδια, τα παρουσίασαν σε κάποιες συναυλίες τους στην αρχή της χρονιάς, αλλάζοντας τους στίχους συνεχώς στο “Spanish sid” (ή μήπως στο “Into the void”). Εκείνη την περίοδο, ηχογράφησαν κι ένα τραγούδι που το ονόμασαν “Weevil woman ‘71”, με τον σαφέστατο υπαινιγμό στο “Evil woman”, το single από το ντεμπούτο τους, που τους υποχρέωσε η εταιρία τους να κυκλοφορήσουν και όπως γνωρίζουμε, ήταν μία …διασκευή! Το recording session αυτό, πάντως, κράτησε μόνο δύο μέρες, καθώς για δύο σχεδόν μήνες, το συγκρότημα αλώνισε όλον σχεδόν τον κόσμο παίζοντας live, εκτός από την Ιαπωνία, που δεν τους άφηναν να μπουν στη χώρα λόγω προβλημάτων με το νόμο (ο Ozzy είχε συλληφθεί για κλοπή και οι Iommi και Ward για κατοχή μαριχουάνας).
  • Μετά τις συνεχόμενες συναυλίες τους και πριν κυκλοφορήσει το “Master of reality”, ο Ozzy Osbourne, παντρεύτηκε τη Thelma Riley, με την οποία είχε δεσμό και ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο τους παιδί, την Jessica Starshine Osbourne, η οποία γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1972. Ο Ozzy Osbourne, είναι ιδιαίτερα περιγραφικός στην αυτοβιογραφία του, “I am Ozzy”, σχετικά με το πώς προσπάθησε για πρώτη φορά στη ζωή του να οδηγήσει αυτοκίνητο έχοντας μέσα τη σύζυγό του που έπρεπε να την πάει στο μαιευτήριο επειδή είχαν σπάσει τα νερά…
  • Πάμε τώρα στο άλμπουμ καθ’ αυτό, το οποίο είχε μία παγκόσμια καινοτομία, η οποία έμελλε να καθορίσει εξελίξεις στη μουσική και να επηρεάσει χιλιάδες συγκροτήματα. Από τη στιγμή που είχαν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους να πειραματιστούν (ας μην ξεχνάμε ότι το “Black Sabbath”, για παράδειγμα, ηχογραφήθηκε σε δύο μέρες), έψαχναν να βρουν τρόπο για να κάνουν τον ήχο τους πιο δυνατό, πιο «παχύ» και αποφάσισαν να ξεκουρδίσουν την κιθάρα του Iommi κατά τρία ημιτόνια (το επονομαζόμενο Drop-D tuning), μία μέθοδο που πρώτοι εκείνοι εφάρμοσαν και ακολούθησαν άπειροι, για τους δικούς τους λόγους. Ο Iommi έψαχνε να βρει εναλλακτικές για να βαρύνει τον ήχο του, επειδή δεν είχαν ρυθμικό κιθαρίστα, ούτε πλήκτρα που να δίνουν το βάθος εκείνο κι έπρεπε όλα αυτά να τα κάνει με μία κιθάρα. Θα πρέπει να προσθέσουμε όμως και το πρακτικό του πράγματος, διότι με το πρόβλημα που είχε στα δάχτυλά του ο Μεγάλος, δεν πονούσε πολύ όταν έκανε bend τις χορδές, επειδή με το χαμηλότερο κούρδισμα, ήταν πιο χαλαρές… Παράλληλα, το ίδιο έπραξε και ο Geezer Butler στο μπάσο του. Για την ιστορία, αυτήν την τακτική, την ακολούθησε στα “Children of the grave”, “Lord of this world” και “Into the void”.
  • Ας δούμε και τα τραγούδια του δίσκου ένα προς ένα, ξεκινώντας από το “Sweet leaf”, ένα ερωτικό τραγούδι προς… τη μαριχουάνα!!! Η αλήθεια είναι πως είχε ξεκινήσει μ’ ένα εντελώς διαφορετικό σκεπτικό, αφού μιλούσε για αγάπες κι έρωτες. Με γυναίκες!!! Ακούστε την αρχική του έκδοση που διέρρευσε πριν ένα χρόνο!!!

    Μιλάμε για στίχους “I want you, baby, to be my wife, to love and cherish for the rest of my life”. Πως άλλαξε όμως το concept των στίχων ΕΝΤΕΛΩΣ; Ο αστικός μύθος, λέει ότι αυτό οφείλεται σ’ ένα ταξίδι του Geezer Butler στην Ιρλανδία, όπου είχαν τα τσιγάρα “Sweet Afton”, τα οποία μπορούσες να βρεις μόνο εκεί και όταν άνοιγες το πακέτο, έγραφε: “The sweetest leaf you can buy”, οπότε επικράτησε ο τίτλος “Sweet leaf”. Βέβαια, οι μερακλήδες που ξεψαχνίζουν κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία, παρατήρησαν ότι τα τσιγάρα αυτά δεν είχαν το motto που υποστηρίζει ο Geezer, αλλά το “The best that money can buy”. Από την άλλη, υπήρχε μία άλλη μάρκα τσιγάρων, τα Odgen, που είχαν το motto, “Sweet leaf” και πιθανώς να μπερδεύτηκε ο αγαπημένος μπασίστας. Γενικώς όμως, το πιάσαμε το νόημα. Εκείνο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, είναι ο βήχας στο ξεκίνημα που καταλήγει σε μία λούπα, προέρχεται από τον Tony Iommi, ο οποίος δοκίμασε να κάνει ένα τσιγαριλίκι που του έδωσε ο Ozzy, το οποίο ήταν τόσο μεγάλο που –όπως φαίνεται- τον έπνιξε. Ο βήχας αυτός ηχογραφήθηκε και παίζει να είναι και ο πιο διάσημος βήχας στη μουσική!!! (σ.σ. inside joke: Μετά από αυτούς των MASTER’S HAMMER – για τον Λευτέρη Τσουρέα!!!).
  • Υπάρχει κόσμος που υποστηρίζει ότι το αρχικό του riff, είναι επηρεασμένο από το “Hungry freaks daddy” του Frank Zappa, αν το ακούσετε όμως, θα συμφωνήσετε μαζί μου, πιστεύω, ότι δεν πρέπει να στέκει πάρα πολύ αυτός ο ισχυρισμός και μάλλον βασίζεται περισσότερο στην αγάπη του Butler για τον Zappa.
    Εκείνο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, είναι η χρήση του βασικού riff του “Sweet leaf” (μαζί με τα ντραμς του “When the levee breaks” των LED ZEPPELIN), στο “Rhymin’ and stealin’” των BEASTIE BOYS μέσα από το “Licenced to ill”
    Όπως επίσης, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των RED HOT CHILI PEPPERS, το “Give it away”, από το “Blood sugar sex magik”, είχε στο τελείωμά του το βασικό riff του κομματιού αυτό, με τον John Frusciante, να δηλώνει φανατικός οπαδός των SABBATH…
  • Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που συνέβαινε σε κυκλοφορίες της Warner στις ΗΠΑ, ήταν η παρουσία των επονομαζόμενων «ghost titles», δηλαδή τίτλων τραγουδιών που απλά …δεν υπήρχαν!!! Στους BLACK SABBATH είχε συμβεί και στα δύο προηγούμενα άλμπουμ! Έχει ακούσει κανείς στο ντεμπούτο τους τα τραγούδια “A bit of finger”, “Wasp” και “Basically”; Ούτε ο ίδιος ο Iommi!!! Στο “Paranoid” είχαμε τα “Luke’s wall” και “Jack the stripper”. Στο “Master of reality” έχουμε τα “The elegy”, “The haunting”, “Step up” και “Deathmask”. Ψάχνοντας, λοιπόν, το λόγο πίσω από αυτό, φαίνεται ότι υπήρχε μία συμφωνία που είχε να κάνει με το publishing, όπου γκρουπ που έπαιζαν μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια, όπως οι BLACK SABBATH, έπρεπε να φαίνεται ότι έχουν τουλάχιστον 10 τραγούδια στο δίσκο και πολλές φορές, αυτοί οι επιπλέον τίτλοι έμπαιναν αργότερα, σε διάφορα μέρη των τραγουδιών, όπως συνέβαινε πολύ τακτικά στα prog rock συγκροτήματα του καιρού. Το “The elegy”, για παράδειγμα, ήταν το όνομα που δόθηκε στο intro του “After forever”. Κάπου εδώ, βέβαια, να πούμε ότι στην αρχική έκδοση του “Master of reality”, στην Αμερική, πέρα από τα “ghost titles”, ο τίτλος αναφερόταν ως “Masters of reality”. Μην τύχει και πετύχουν κάτι σωστό!
  • Μιας και μιλάμε για το “After forever”, να πούμε πως πολύ πιθανόν να είναι και το πρώτο Christian metal τραγούδι, αφού οι BLACK SABBATH, προσπαθούσαν να απεμπλακούν από το σατανικό imageπου τους είχαν «φορτώσει» τα ΜΜΕ της εποχής, πολλές φορές μπερδεύοντάς τους με τους BLACK WIDOW!!! Παρά το γεγονός, όμως, ότι έγραψαν στίχους για τον Χριστιανισμό, αντιμετώπισαν προβλήματα με το συγκεκριμένο τραγούδι, κυρίως λόγω του στίχου: “Would you like to see the Pope at the end of the rope”, ο οποίος βγήκε εκτός context. Εκτός των άλλων, ένας serial killer, o David Berkowitz, ή πιο γνωστός ως Son of Sam, που είχε σκοτώσει μία σειρά από κοπέλες, είχε γραμμένους στον τοίχο του σπιτιού του στίχους του “After forever” αλλά και του “Children of the grave”. Να θέλεις να αγιάσεις και να μην μπορείς δηλαδή!!! Μέχρι και οι STRYPER διασκεύασαν αυτό το τραγούδι!
  • Αφού περάσουμε το “Embryo”, που είναι ένα μικρό instrumental που απλά λειτουργεί ως intro, πάμε στο “Children of the grave”, ένα τραγούδι που ο Ozzy Osbourne έχει δηλώσει ότι είναι το καλύτερο τραγούδι που έχουν ηχογραφήσει οι BLACK SABBATH και δεν είναι τυχαίο πως όλα τα τελευταία χρόνια, έκλεινε το κανονικό live set των SABS, πριν βγουν για encore με το απαραίτητο “Paranoid”. Στιχουργικά είναι ένας ακόμα αντιπολεμικός ύμνος, μετά το “War pigs”. Αρχικός του τίτλος, ήταν το “Live in the graveyard” και ήταν ένα από τα τραγούδια που επωφελήθηκαν από τη 16κάναλη κονσόλα του στούντιο, επειδή δόθηκε η ευκαιρία στον Bill Ward να κάνει κάποια overdubs την ώρα που ακούγεται το βασικό riff και να πάρει ένα διαφορετικό χρώμα το τραγούδι. Θυμάστε που λέγαμε και πριν για “ghost titles”; Το outroτου κομματιού, είχε ονομαστεί “The haunting”. Ως επιρροή, θα μπορούσε να είναι και πάλι, μετά το “Black Sabbath”, το “Mars, the bringer of war”, του Gustav Holst, αγαπημένου συνθέτη και του Iommi αλλά και του Butler. Ακούστε το κομμάτι ιδιαίτερα μετά το 4.20 όπου κλιμακώνεται…
  • Το “Orchid” (ουπς! Ποιους OPETH μου θυμίζει ο τίτλος;) είναι κι αυτό ένα μικρό instrumental, πιο ουσιώδες όμως από το “Embryo” και πιο …αναγεννησιακό. Θα λέγαμε ότι κάπου φαίνεται να «φρενάρει» ο Iommi, κρατώντας το μικρό σε διάρκεια, με πιθανή εξήγηση είτε ότι δεν αισθανόταν αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του, επειδή έπαιζε με ακουστική κιθάρα, είτε επειδή μπορεί να το έκοψε ο παραγωγός. Ουδείς μπορεί να επιβεβαιώσει, πόσο μάλλον το ίδιο το συγκρότημα που από τα ναρκωτικά που έπαιρναν, με όλα αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει, είναι δύσκολο να θυμηθούν λεπτομέρειες τέτοιου είδους. Οπότε πάμε στο “Lord of this world”, ένα τραγούδι που παίζει να είναι από τα πιο βαριά τραγούδια των BLACK SABBATH ever. Ρίχνοντας άλλη μία κλεφτή ματιά στα “ghost titles”, η εισαγωγή του, στην αρχική, αμερικάνικη έκδοση, είναι “Step up”. Το τραγούδι αυτό, παρότι μιλά για τον Ωξαποδώ, έχει σαφές Χριστιανικό υπόβαθρο, όπως το “After forever”. Όπως λέει και ο Butler, «ο Θεός και ο Διάβολος υπάρχουν και αν δεν επιλέξεις το Θεό, παίρνεις τον Διάβολο by default».
  • Πολλές φορές, ο Tony Iommi και στην αυτοβιογραφία του κιόλας, φρόντιζε να επισημαίνει ότι ήθελε στους δίσκους των BLACK SABBATH να συνυπάρχει το φως και η σκιά. Έχοντας βάλει στον προηγούμενο δίσκο, το “Planet caravan” πριν από το “Iron man”, δεν του ήταν δύσκολο να βάλει το “Solitude” πριν από το “Into the void”. Το “Solitude” είναι ένα τραγούδι σχεδόν ψυχεδελικού prog rock, που ήταν βασισμένο στους στίχους του “Changing phrases”, ενός τραγουδιού των EARTH, δηλαδή των BLACK SABBATH πριν από τους BLACK SABBATH! Πέρα από την ακουστική κιθάρα, ακούγεται και φλάουτο, το οποίο παίζει ο ίδιος ο Iommi. Πως προέκυψε αυτό; Ο Iommi, στην αυτοβιογραφία του, μας πληροφορεί ότι αυτό είχε να κάνει με την πολύ μικρή περίοδο που είχε παίξει με τους JETHRO TULL του Ian Anderson. Βέβαια ο ίδιος θεωρεί ότι το παίξιμό του είναι ερασιτεχνικό, αλλά έχει ακουστεί αρκετά καλύτερο από αυτό το επίπεδο…
  • Το τελευταίο “ghost title” του δίσκου, το “Death mask”, έρχεται και στο τελευταίο τραγούδι του “Master of reality”, το μυθικό “Into the void”. Το τραγούδι που είχε τη μεγαλύτερη δυσκολία να ηχογραφηθεί και σε ότι αφορά στα τύμπανα, αφού άλλαξαν δύο-τρία στούντιο μέχρι να μπορέσει ο Ward να παίξει το συγκεκριμένο τραγούδι. Αλλά και ο Ozzy είχε δυσκολία στο να το τραγουδήσει, όχι επειδή έφτανε ιδιαίτερα ψηλά, αλλά επειδή ο Butler είχε γράψει πολλούς στίχους, που δεν μπορούσε να τους τραγουδήσει με ευκολία. Ο κιθαρίστας του σχήματος, ακόμα γελάει με την απέλπιδα προσπάθεια του Prince of Darkness να τραγουδήσει το σημείο: «Rocket engines burning fuel so fast, up into the night sky they blast”…
  • Το εξώφυλλό του, προσωπικά το θεωρώ κλασικό. Με το μαύρο και το μωβ χρώμα να υπερισχύουν γράφει απλά το όνομα του γκρουπ και τον τίτλο του δίσκου. Η αλήθεια είναι πως ψάχνοντας στο discogs, πρέπει να υπάρχουν πάνω από 200 παραλλαγές του εξωφύλλου, κυρίως με διαφορετικά χρώματα. Ο Iommi, το περιγράφει ως “Spinal Tap πριν τους Spinal Tap”, εγώ θα προσέθετα και ως το “Black album πριν το “Black album”, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι τύπωσαν τους στίχους στο οπισθόφυλλο, σε μία ολοφάνερη προσπάθεια να αποδείξουν ότι κακώς τους είχαν φορτώσει το σατανιστικό image, το οποίο τους κυνηγούσε σε κάθε τους κίνηση.
  • Μία εξαιρετική ιδέα που έπεσε στο τραπέζι για το promotionτου άλμπουμ, είχε τη βάση του στην ταινία “Willy Wonka and the chocolate factory”, που είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία εκείνη τη χρονιά. Οι BLACK SABBATH είχαν βάλει 500 “golden tickets” σε αντίτυπα του “Master of reality” και ζητούσαν απ’ όσους τα είχαν βρει, να περιγράψουν με λιγότερες από 10 λέξεις τον λόγο που τους αρέσουν οι BLACK SABBATH. Νικητής ήταν ο Metal Mike Saunders, ο οποίος έγραψε ότι «οι BLACK SABBATH ανακάλυψαν το μυστικό του ήχου» και κέρδισε ένα picnic με το συγκρότημα!!! Αναλυτικά την εμπειρία του, μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.
  • Ο δίσκος πήγε στο #5 στα βρετανικά charts και στο #8 στην Αμερική, όπου έγινε χρυσό μόνο και μόνο από τις προπαραγγελίες!!! Τελικά έφτασε να πουλήσει πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα, παρότι οι κριτικές που έλαβε από τους δημοσιογράφους του καιρού εκείνου, δεν ήταν και οι καλύτερες. Ο κόσμος τους λάτρευε και το 1971 ήταν η χρονιά που τους εκτόξευσε. Στο Top 10 της Αμερικής, θα έφταναν ξανά, 40 χρόνια αργότερα, με το “13”, το κύκνειο άσμα τους…Σάκης Φράγκος 

Continue Reading

Insider

THE INSIDER – 10+1 unknown stories behind “Cryptic writings” by MEGADETH

Published

on

Σαν σήμερα, στις 17 Ιουνίου του 1997, είχε κυκλοφορήσει το “Cryptic writings”, ένα άλμπουμ των MEGADETH, που ύστερα από ένα ασύλληπτο σερί τελειότητας, ήρθε να μας δείξει ότι κι εκείνοι είναι θνητοί και βγάζουν δίσκους που έχουν ελαττώματα. Ανάμεσα σε πραγματικά καλά τραγούδια, όπως το “She wolf”, το “Trust” ή το “A secret place”, βρίσκονται τραγούδια που είχα ξεχάσει με την πάροδο των χρόνων, όπως το “Have cool, will travel” (αποκαρδιωτικός τίτλος, επίσης), “Vortex”, “Mastermind” ή το “Sin”, που δεν θα έμπαιναν ούτε ως b’ side σε προηγούμενους δίσκους του σχήματος. Ψάξαμε και βρήκαμε αρκετά κι ενδιαφέροντα στοιχεία πίσω από την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, λοιπόν και σας τα παρουσιάζουμε.

  • Μία πάρα πολύ σημαντική αλλαγή που είχε συμβεί στο στρατόπεδο των MEGADETH μετά την κυκλοφορία του “Youthanasia”, ήταν η αλλαγή του management, αφού οι καταστάσεις έφεραν τον Ron Laffitte, επί χρόνια manager του σχήματος, εκτός δουλειάς, κάτι που μάλλον βόλεψε τον Dave Mustaine. Ο MegaDave, είχε αρχίσει να έχει πολλές διαφωνίες με τους χειρισμούς του Laffitte, αλλά το γεγονός ότι εκείνοι ήταν στην Capitol κι ο Laffitte πήγε να δουλέψει στην Elektra Records, διευκόλυνε και τις δύο πλευρές στον χωρισμό. Αντικαταστάτης ήταν ο Mike Renault, που δούλευε στο ESP Management, το οποίο είχε ο Bud Prager, ένας άνθρωπος που είχε συμβάλλει τα μέγιστα στη γιγάντωση σχημάτων όπως οι BAD COMPANY και οι FOREIGNER στην Αμερική. Ο Renault, είχε δουλέψει με τον Mustaine στο μοναδικό άλμπουμ του project των MD.45, με τίτλο “The craving”. Χωρίς μεγάλη επιτυχία, βέβαια, πρέπει να τονίσουμε.
  • Μία από τις μεγάλες αλλαγές, ήταν αυτή στη θέση του παραγωγού. Το γκρουπ αποφάσισε να μην ξαναδουλέψει με τον Max Norman, ο οποίος πίστευε σε μία πολύ συγκεκριμένη φόρμουλα για να παίζουν τα τραγούδια στο ραδιόφωνο και πήγαν στον Dan Huff, ο οποίος μπορεί στον στενό μας κύκλο να είναι γνωστός από τους δίσκους που έκανε με τους GIANT, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει παίξει κιθάρα κι έχει συνεργαστεί ως παραγωγός σε δίσκους από καλλιτέχνες όπως ο Michael Jackson, η Madonna, η Celine Dion ή η Mariah Carey. Εύκολα καταλαβαίνετε ότι ο Dave Mustaine, θα πούλαγε την ψυχή του στον Διάβολο για να κάνει ένα #1 hit, όπως ήδη είχαν οι METALLICA, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να έβγαζε έναν εντελώς pop δίσκο. Το “Cryptic writings”, σε καμία των περιπτώσεων δεν ήταν pop δίσκος, αλλά είχε αρκετά τραγούδια που λοξοκοίταζαν (ή σε κάποιες περιπτώσεις κοίταζαν ευθέως) την pop μουσική.

  • Αφού στόχος ήταν οι πωλήσεις και τα charts, πρέπει να πούμε ότι το άλμπουμ δεν τα πήγε άσχημα. Πήγε στο #10 στα Charts, έγινε πλατινένιος στην Αμερική πουλώντας πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, το “Trust” έγινε το τραγούδι που πήγε πιο ψηλά απ’ όλα τα τραγούδια της καριέρας τους στα Hot Mainstream rock Charts και συγκεκριμένα στο #5 (αρκετά μακριά από το #1 που ονειρευόταν ο Mustaine, βέβαια) και κέρδισαν και μία υποψηφιότητα με αυτό το τραγούδι στην κατηγορία “Best metal performance” στα βραβεία Grammy. Την κατηγορία εκείνη, κέρδισαν, για την ιστορία, οι TOOL, με το “Aenima”. Οι MEGADETH, έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 2017 και το “Dystopia” για να πάρουν το Grammy. Την ίδια στιγμή όμως, οι φανατικοί οπαδοί του σχήματος, άρχισαν να αποστασιοποιούνται από το άλμπουμ, που θεωρούσαν ότι δεν ήταν ένας κλασικός δίσκος MEGADETH.
  • Μία στιγμή που δεν συγκαταλέγεται στις καλύτερες των MEGADETH ήταν σίγουρα η εμφάνισή τους στα γενέθλια του Howard Stern, στην πιο δημοφιλή μουσική εκπομπή στην αμερικάνικη τηλεόραση, όπου έπαιξαν το “Trust” και το “Use the man”. Εκεί όμως που τα πράγματα δεν πήγαν καλά, ήταν στη συνέντευξη που ακολούθησε, με τον Stern να ασχολείται μόνο με το διάστημα του Mustaine στους METALLICA, κάτι που δεν ήταν και ιδιαίτερα επαγγελματικό και σωστό εκ μέρους του, με τον Mustaine, να «φορτώνει» και να του δίνει απαντήσεις που άρμοζαν σε τέτοιες κακοπροαίρετες ερωτήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ανεπανάληπτο φιάσκο…
  • Το πιο σημαντικό γεγονός, όμως, που συνέβη την περίοδο του “Cryptic writings”, δεν ήταν άλλο από την αντικατάσταση του ντράμερ, Nick Menza και μάλιστα με τον τρόπο που έγινε… Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους. Το καλοκαίρι του 1998, ενώ έκαναν ένα διάλειμμα από το Ozzfest, ο Menza, διαγνώστηκε με καρκίνο. Κάποια στιγμή είχε τραυματιστεί στο γόνατό του, όπου δημιουργήθηκε μία κύστη, η οποία ήταν καρκινογόνα. Επιτόπου, ο Mustaine, του είπε να πάει στο σπίτι του να προσέξει την υγεία του και να γίνει καλά, ενώ εκείνος βρήκε αντικαταστάτη για την περιοδεία, στο πρόσωπο του Jimmy DeGrasso, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στους MD.45 λίγο καιρό πριν. Πολύ επαγγελματίας, έμαθε τα κομμάτια σε ελάχιστο χρόνο κι έδεσε καλά με το σχήμα. Τόσο καλά, που παρότι τελικά ο καρκίνος του Menza αποδείχθηκε καλοήθης, ο αρχηγός του σχήματος, μαζί με τον manager, Bud Prager, τον κάλεσαν και του ανακοίνωσαν ότι αποφάσισαν να κρατήσουν τον DeGrasso. Η πλευρά του Mustaine, υποστηρίζει ότι ο –μακαρίτης πλέον- ντράμερ, έδειχνε σαφή σημάδια κόπωσης, σε σημείο που να μην τον ενδιαφέρει τόσο πολύ το συγκρότημα, ενώ παράλληλα κοιμόταν συνεχώς και ήταν σε κακή φυσική κατάσταση, κάτι που είχε επιρροή στο παίξιμό του. Επίσης είχαν αρχίσει όλοι να κουράζονται με τα αστεία που έκανε κρύβοντας συνεχώς gay πορνοπεριοδικά σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια των περιοδειών, ενώ είχε ανοίξει κι ένα site που ασχολούνταν με porno, το NiXXXpix, κάτι που δεν ενέκρινε ο Mustaine, σε καμία των περιπτώσεων. Όπως και τις αρκετές side συμμετοχές του (κάτι που τον ενοχλούσε και με τον Marty Friedman, που έβγαζε συνεχώς σόλο δίσκους). Τέλος, για αρκετά χρόνια, η πλευρά του Mustaine άφηνε υπονοούμενα ότι δεν υπήρχε ποτέ ο τραυματισμός και η ασθένεια του Menza. Βέβαια, η πλευρά του ντράμερ, υποστήριζε ότι όλο αυτό ήταν προσχεδιασμένο και απλά ήθελαν να τον διώξουν, χωρίς να δώσουν καμία σημασία στην εύθραυστη υγεία του και χωρίς να του δώσουν ποτέ την ευκαιρία να επιστρέψει, παρότι είχε γίνει καλά… Σχετικά με αυτό, περιμένουμε να δούμε και το ντοκιμαντέρ που θα βγει και θα μάθουμε ακόμα καλύτερα την άποψη του συγχωρεμένου του Menza.

  • Πρόβλημα μεγάλο, είχε ο Dave και με τον Marty Friedman, που δεν πολυγούσταρε τα solo άλμπουμ που κυκλοφορούσε, αλλά και τα guitar clinics που έκανε, παίζοντας τα τραγούδια των MEGADETH και βγάζοντας χρήματα από αυτό. Ο Friedman από την πλευρά του, ωθούσε προς μία πιο pop κατεύθυνση και η ρήξη ανάμεσά τους ήταν θέμα χρόνου, απλά συνέβη ένα δίσκο αργότερα, στο “Risk”…
  • Στο ζήτημα των τραγουδιών, αρκετά είχαν γραφτεί πιο παλιά. Για παράδειγμα, το μεσαίο μέρος του “Trust”, με την κλασική κιθάρα, υπήρχε από την περίοδο του “Countdown to extinction” και το τραγούδι “Absolution”. Από την εποχή του “Youthanasia” υπήρχαν και το “Vortex”, αλλά και το “FFF”, με διαφορετικούς, πάντως, στίχους.
  • Ο δίσκος αρχικά, ήταν να ονομαστεί “Needles and pins”. Αυτός ήταν ο τίτλος του κομματιού του Sonny Bono, με το οποίο είχαν κάνει επιτυχία οι SEARCHERS, το 1964 και χρησιμοποιείται στην εισαγωγή του τραγουδιού “Use the man”, ενός τραγουδιού που μιλά για την ιστορία ενός ανθρώπου που πεθαίνει μετά την πρώτη του ένεση ηρωίνης. Για την ιστορία, στη remastered έκδοση του δίσκου, το 2004 (που βγήκε με μαύρο χρώμα στο εξώφυλλο), το snippet των SEARCHERS, δεν υπάρχει (πνευματικά δικαιώματα; Ποιος ξέρει;).
  • Τα αρχικά στο τραγούδι “FFF” αντιστοιχούν στο “Fight for freedom” και ουσιαστικά αποτελεί τη μετεξέλιξη του “Bullprick”, το οποίο προοριζόταν για b’ side του “A tout le monde”. Επειδή οι στίχοι του είναι πολύ επιθετικοί και δεν ταίριαζαν πολύ με την λίγο πιο pop κατεύθυνση του “Cryptic writings”, αλλάχτηκαν και είχαμε το “FFF”. Αλλαγή για τον ίδιο λόγο, έγινε και στους στίχους του “Evil that’s within”, στο οποίο αλλάχτηκαν οι στίχοι κι έγινε το “Sin”. Και τα δύο αυτά τραγούδια, τα βρίσκουμε στην extended version του δίσκου, μαζί με την «ισπανική έκδοση» του “Trust”, που βέβαια, έχει ισπανικά μόνο στο ρεφρέν…
  • Το εξώφυλλο, δείχνει ένα σήμα voodoo, κάτι που έγινε την τελευταία στιγμή. Όπως είπαμε και πριν, ο δίσκος ήταν να ονομαστεί “Needles and pins” και το αρχικό εξώφυλλο, φημολογείται ότι έδειχνε ένα κορίτσι να κρατά μία κούκλα που είχε πάνω καρφίτσες και να βάζει μία σύριγγα στο στήθος της.

  • Ο πιο σημαντικός λόγος, όμως, για τον οποίο θυμόμαστε το “Cryptic writings”, δεν είναι άλλος από την πρώτη εμφάνιση των MEGADETH στη Ριζούπολη, μαζί με τους GRIP INC και τον Bruce Dickinson, πρώτη και τελευταία φορά με τη μυθική σύνθεσή τους, με Mustaine – Ellefson – Friedman – Menza δηλαδή. Σ’ εκείνη τη συναυλία, συνέβη κι ένα από τα επικότερα σκηνικά όλων των εποχών σε ελληνικό live, που θυμάται ακόμα ο Dave Mustaine, αφού κάποιος είχε φτιάξει ένα πλακάτ που έλεγε “Dave, give me a pen”, προσπαθώντας να ζητήσει από τον MegaDave μία πένα… Που να ήξερε ότι η πένα λέγεται pick, αλλά κυρίως, που να μπορούσε να φανταστεί ότι θα το έβλεπε ο Mustaine, θα το ζητούσε στη σκηνή και θα εξέφραζε την απορία του: “A pen? Do I look like a fucking writer to you, dude?” Σε κάποια από τις συνεντεύξεις που έκανα μαζί του, το θυμόταν ακόμα… Ένα ακόμα που θυμάμαι από εκείνη τη συναυλία, πέρα από τον παροξυσμό που έπαθα μόλις ξεκίνησαν με το “Holy wars”, ήταν η απόφαση των τότε διοργανωτών, να μην δώσουν προσκλήσεις σε όσους δεν είχαν γράψει καλή κριτική για το δίσκο… Ωραίες, ελληνικές καταστάσεις. Λες κι αν θέλεις να δεις μία συναυλία πραγματικά, δεν μπορείς να πληρώσεις…

Σάκης Φράγκος

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece