Connect with us

Insider

THE INSIDER – 46 unknown stories behind “Back in black” by AC/DC

1

42 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Back in black” των AC/DC παραμένει το πιο επιτυχημένο εμπορικά rock άλμπουμ όλων των εποχών, με πωλήσεις άνω των 50 εκατομμυρίων αντιτύπων. Γεννημένο κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, όχι μόνο έσωσε την καριέρα των AC/DC, αλλά θεωρείται ως το μεγαλύτερο come­back όλων των εποχών στην ιστορία της ηχογραφημένης μουσικής και αποτέλεσε μέτρο σύγκρισης για οτιδήποτε θα έβγαινε έκτοτε. Πάμε να δούμε τις ιστορίες που οδήγησαν στην ιστορία ενός από τα πιο χαρακτηριστικά πολιτισμικά φαινόμενα των τελευταίων δεκαετιών.

  1. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, οι AC/DC όχι μόνο είχαν ξεπεράσει τα όρια της χώρας τους, της Αυστραλίας, αλλά με τις εκρηκτικές εμφανίσεις τους και μία σειρά από εξαιρετικά άλμπουμ άρχισαν να γίνονται ένα μεγάλο παγκόσμιο όνομα, φαινομενικά ασταμάτητο. Το 1979 συνεργάστηκαν με τον εξαιρετικά ταλαντούχο νοτιοαφρικανό παραγωγό Robert John “Mutt” Lange για το έκτο τους άλμπουμ “High­way to hell”. Το “High­way to hell” ήταν το πρώτο τους άλμπουμ με πωλήσεις άνω του ενός εκατομμυρίου (πλέον, στην Αμερική μόνο έχει γίνει 7 φορές πλατινένιο ήτοι πωλήσεις πάνω από 7 εκατ. αντίτυπα), μία τεράστια επιτυχία για το συγκρότημα, που το υποστήριξε με περιοδεία 124 συναυλιών στην Ευρώπη, την Μεγάλη Βρετανίακαι τις ΗΠΑ (όχι στην Αυστραλία, παραδόξως!). Την 4η Αυγούστου 1979 έπαιξαν για πρώτη φορά σε ένα κατάμεστο Madi­son Square Gar­denστη Νέα Υόρκη, ανοίγοντας για τον Ted Nugent, αρπάζοντας κυριολεκτικά την βραδιά από τον head­lin­er. Στα παρασκήνια ο Bon Scott, ο χαρισματικός front­man του συγκροτήματος (που ήταν πρώην road­ie τους), δήλωνε ότι αν ο κόσμος τους έδινε περιθώριο 1 με 2 χρόνια θα έφταναν στο σημείο να κάνουν sold-out μόνοι τους την διάσημη αρένα της αμερικανικής μεγαλούπολης. Και αυτό όταν δύο χρόνια πριν (όπως ίσως να έχετε διαβάσει στο αντίστοιχο “Insid­er” που κάναμε για το “Let there be rock”), τα στελέχη της δισκογραφικής τους εταιρείας τους είχαν πρακτικά ξεγράψει και ήταν έτοιμοι να του δώσουν τα παπούτσια στο χέρι! Που να ‘ξερε ο καημένος. Ο κόσμος θα τους έδινε όσο χρόνο ήθελαν. Όμως η μοίρα θα τους έπαιζε ένα πολύ άσχημο παιχνίδι.
  2. Στην εν λόγω περιοδεία εμφανίστηκαν και την 9η Δεκεμβρίου 1979 στο Pavil­lon de Paris, στην γαλλική πρωτεύουσα και η συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε, για να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη του 1980 σε βίντεο με τίτλο “AC/DC: Let There Be Rock”, ένα άριστο τεκμήριο της συναυλιακής rock n’ roll έκστασης που ζούσε το ακροατήριο των AC/DC. Η τελευταία βραδιά της περιοδείας, την 27η Ιανουαρίου 1980, στο Gau­mont The­atre του Southamp­ton, έμελλε να είναι το τελευταίο live του συγκροτήματος με τον Bon Scott.
  3. Ο front­man γνώριζε ότι οι AC/DC ήταν στο μονοπάτι για κάτι τεράστιο και κατά τον Ιανουάριο του 1980 που ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στο νέο άλμπουμ τους, ήταν σε μεγάλα κέφια και δαιμονισμένη φόρμα, παίζοντας ακόμα και … ντραμς στις πρόβες! Την 15η Φεβρουαρίου 1980, ο Scott συμμετείχε σε ένα ses­sion όπου οι αδελφοί-κιθαρίστες των AC/DC, Mal­colm και Angus Young, δούλευαν πάνω σε δύο ιδέες που θα εξελισσόντουσαν στην συνέχεια σε δύο τραγούδια του νέου άλμπουμ (πληροφοριακά τα “Have a drink on me” και “Let me put my love into you”) με τον τραγουδιστή ​​να συνοδεύει στα ντραμς αντί να τραγουδά ή να γράφει στίχους. Σε τηλεφώνημα προς την μητέρα του Isa, στην Αυστραλία, της εκμυστηρεύτηκε πως μάλλον το καινούριο άλμπουμ θα ήταν το μεγάλο τους hit!
  4. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Bon είχε πάει με τον κιθαρίστα των επίσης Αυστραλών ROSE TATTOO, Mick Cocks, για να επισκεφτούν τους φίλους τους Γάλλους TRUST στο στούντιο Scor­pio Sound στο Λονδίνο όπου ηχογράφησαν το ιστορικό τους άλμπουμ “Répres­sion”. Ο Scott βοηθούσε στην αγγλική προσαρμογή των στίχων του τραγουδιστή των TRUST, Bernie Bon­voisin για την αγγλική έκδοση του άλμπουμ. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης, όλοι οι παρευρισκόμενοι έκαναν ένα jam ses­sion του τραγουδιού “Ride on” από το “Dirty deeds done dirt cheap” των AC/DC. Αυτή ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Scott. H τελευταία δημόσιά του εμφάνιση είχε λάβει χώρα την 9η Φεβρουαρίου, όταν οι AC/DC εμφανίστηκαν στην ισπανική τηλεόραση παίζοντας το “High­way to hell”.
    1
  5. Το διάστημα μεταξύ το βραδιού της 18ης και έως νωρίς το πρωί της 19ης Φεβρουαρίου, ο Bon Scott ​​λιποθύμησε και πέθανε. Νωρίτερα είχε επισκεφτεί το club Music Machine στο Cam­den, στο Λονδίνο (σήμερα γνωστό ως KOKO). Ο φερόμενος ως φίλος του, ένας Alis­tair Kin­n­ear, αφού ανεπιτυχώς προσπάθησε να ξεφορτώσει τον λιπόθυμο Bon στο διαμέρισμα του στο Ash­ley Court του West­min­ster, οδήγησε με τον αυτοκίνητο του ένα Renault 5 μέχρι το δικό του σπίτι, όπου τον άφησε να κοιμηθεί στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, αφήνοντάς του μία κουβέρτα και ένα σημείωμα που του υποδείκνυε να «ανέβει στον τρίτο όροφο» του κτιρίου της οδού Over­hill 67 στο East Dul­wich (περίπου μία ώρα δρόμος προς το νότιο-ανατολικό Λονδίνο, στην περιοχή των South­wark). Αργότερα εκείνη την ημέρα, όταν ξύπνησε λίγο πριν τις 20:00 το βράδυ, ο Kin­n­ear βρήκε τον Scott χωρίς παλμό και ειδοποίησε τις αρχές. Ο Scott μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο King’s Col­lege στο Cam­ber­well, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του κατά την άφιξη. Η επίσημη έκθεση του ιατροδικαστή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τραγουδιστής ​​πέθανε από «οξεία δηλητηρίαση από αλκοόλ» και το χαρακτήρισε «ατύχημα». Ο άτυχος Scott ήταν μόλις 33 ετών, ενώ σύμφωνα με υποθέσεις, είχε κάνει χρήση ηρωίνης όση ώρα βρισκόταν στο club.
  6. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εκδοχή. Ωστόσο, όλη η ιστορία εξελίχθηκε σε ένα περίπλοκο αστυνομικό μυστήριο, περίπου όπως και οι θάνατοι των Jimi Hen­drix και Jim Mor­ri­son παλιότερα. Νέες μαρτυρίες έφεραν στο φως προηγούμενες, αθέατες πτυχές της υπόθεσης. Άρχισαν να μπλέκονται πρόσωπα όπως ο κιθαρίστας Paul “Ton­ka” Chap­man (και ο πανταχού παρών σε ναρκο-ιστορίες μπασίστας Pete Way)  των UFO που περιέγραφε μία διαφορετική σειρά γεγονότων, ο φίλος του Scott, Joe Fury που τον είχε επισκεφτεί με τον Bon εκείνο το βράδυ, η επίσης χρήστης ηρωίνης και σύντροφος του Bon, Sil­ver Smith που στο δικό της χρονολόγιο τα περιγραφόμενα γεγονότα ερχόντουσαν σε αντίθεση με τα λεγόμενα του Kin­n­ear, κάποια Anna Baba, μία Γιαπωνέζα και προσωρινή σύντροφος του Bon, την οποία είχε παρατήσει πρόσφατα μετά από μία περιπέτεια λίγων εβδομάδων, η man­ag­er του punk/powerpop σχήματος THE ONLY ONES, Xenoul­la “Zena” Kak­oul­li (και η αδελφή της Koul­la), ο πρώτος ντράμερ των AC/DC, Col­in Burgess και μερικά άτομα ακόμα από τον στενό κύκλο των AC/DC που παρέμειναν ανώνυμα. Η συνολική εικόνα που προκύπτει από το σύνολο των μαρτυριών όλων αυτών είναι ένας λαβύρινθος με πολλά αδιέξοδα και δικαίως οδήγησε πολλούς να πιστέψουν ότι ο Bon δεν έπεσε απλά θύμα της ίδιας του της κακοδαιμονίας και της άπληστης όρεξης του για αλκοόλ, αλλά πολλοί θα μπορούσαν να τον είχαν σώσει εκείνο το μοιραίο βράδυ παρόλα αυτά, ουδείς νοιάστηκε. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα!
    1
  7. Όποια ιστορία και να ακούσουμε, όποια θεωρία και να πιστέψουμε, το γεγονός δεν αλλάζει.O μεγάλος Bon Scott ήταν νεκρός και δεν θα γυρνούσε πίσω με τίποτα. Η κηδεία του άτυχου front­man έγινε στην πατρίδα του, στο Fre­man­tle στη νοτιοδυτική Αυστραλία, όπου διακομίσθηκε η σωρός του, η οποία εν συνεχεία αποτεφρώθηκε. Ο Angus επέμενε ότι δεν θα πετούσαν στο ίδιο αεροπλάνο. «Δεν θα είναι ξαπλωμένος από κάτω μας, όσο εμείς θα καθόμαστε» είπε. Τελικά, δεν τον αποχωρίστηκαν ούτε εκεί, όπως διαπίστωσαν κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο. Η πτήση που ήταν να μεταφέρει το φέρετρο ακυρώθηκε και τυχαία ξαναφορτώθηκε στην πτήση που ήταν και το συγκρότημα. Ευτυχώς το είδε μόνο ο tour man­ag­er τους και είχε σκοτάδι, οπότε… μικρό το κακό.
  8. Το επόμενο πρωί πήγαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του Bon, το Fre­man­tle και επισκέφτηκαν τους γονείς του, οι οποίοι ήταν στα χαμένα, τόσο από τον θάνατο του γιού τους όσο και από την μανιώδη ενασχόληση του Τύπου. Η μητέρα του Bon, Isa, έβγαλε πέντε καρέκλες για τους AC/DC, μην έχοντας συνειδητοποιήσει ότι κανείς δεν θα καθόταν στην πέμπτη καρέκλα. Επί τόπου ξέσπασε σε κλάματα, σπαράζοντας για τον χαμό του παιδιού της. Η αποτέφρωση της σωρού του Bon έγινε δύο μέρες αργότερα, την 29η Φεβρουαρίου 1980 και οι στάχτες του ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο του Fre­man­tle, σε μία σεμνή και μικρή τελετή και σε στενό κύκλο, παρόλο που έξω από το νεκροταφείο είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί νεαροί fans του συγκροτήματος.
  9. Όταν όλα είχαν τελειώσει, με την ενθάρρυνση του πατέρα του Bon, Chick και την ευλογία της μητέρας του, τα δύο αδέλφια Angus και Mal­colm, αποφάσισαν να συνεχίσουν με την μπάντα και να μην την διαλύσουν, κάτι που τους είχε φανεί σαν μονόδρομος, μετά τον χαμό του χαρισματικού τους τραγουδιστή. Ο Angus υποστήριξε ότι η επιστροφή στην δουλειά ήταν ένας καλός τρόπος για να διαχειριστούν το πένθος τους. Ο ντράμερ Phil Rudd πήγε για λίγο στην Μελβούρνη, όπου τον συντρόφευσε ο μπασίστας Cliff Williams. Οι αδελφοί Young επέστρεψαν στο Λονδίνο και άρχισαν να εργάζονται πάνω στο νέο άλμπουμ. Η λίστα που έδωσε ο man­ag­er Peter Men­sch με πιθανούς αντικαταστάτες του Scott στον Mal­colm του έμεινε στα χέρια για λίγες μέρες.
  10. Τον Μάρτιο του 1980 οι AC/DC άφησαν κατά μέρος τις ψυχολογικής φύσεως αναβολές και ξεκίνησαν την αναζήτηση νέου τραγουδιστή. Το έριξαν στην δουλειά προκειμένου να ξεπεράσουν τον θάνατο του Bon, παρόλο που ακόμα και στο αεροπλάνο προς την κηδεία άρχισε να γίνεται κουβέντα από το Man­age­ment τους για πιθανούς αντικαταστάτες, στο οποίο ο Mal­colm απάντησε “μπ*σταρδοι το σώμα του Bon ακόμα δεν έχει κρυώσει, πως τολμάτε;». Περίπου 11 υποψήφιοι μας είναι γνωστοί σήμερα. Ένας ήταν ο Ste­vie Wright, πρώην τραγουδιστής των EASYBEATS (με την επιτυχία “Fri­day on my mind” που διασκεύασε χρόνια αργότερα ο Gary Moore), του συγκροτήματος των George Young (ο μεγαλύτερος αδελφός των Angus και Mal­colm) και Har­ry Van­da, των πρώτων παραγωγών των AC/DC, μέχρι και το “Pow­er­age” (1978). Έμοιαζε λίγο με τον Bon στο ανάστημα και στην φωνή, ενώ ήταν και 18 χρόνια νεότερος του. Δυστυχώς, ήταν εθισμένος στο smack (παραλλαγή της ηρωίνης). Μετά, ήταν ο μελλοντικός Αυστραλιανός σταρ και τότε τραγουδιστής των COLD CHISEL, Jim­my Barnes. Επίσης μετανάστης από την Σκωτία, ήταν ήδη ένα καθιερωμένο όνομα, κάτι που ο Mal­colm δεν επιθυμούσε, μιας και ήθελε κάποιον χωρίς καριέρα από πίσω του. O γνωστός και μη εξαιρετέος Angry Ander­son των ROSE TATTOO επίσης δεν ανέλαβε καθήκοντα, αν και ήταν μία πολύ δυνατή περίπτωση αντικαταστάτη. Γενικά, το συγκρότημα δεν ψηνόταν και πολύ να βρει κάποιον τραγουδιστή από την Αυστραλία, γι’ αυτό προσπεράστηκαν και τα ονόματα των Jim­my Swan και του Alan Fryer.
  11. Από την Αγγλία, ο Gary Holton των HEAVY METAL KIDS θεωρήθηκε ως μία καλή περίπτωση και δοκιμάστηκε από το συγκρότημα στο Λονδίνο, ωστόσο παρά την ικανοποιητική σκηνική παρουσία, η φωνή του δεν έκανε στον παραγωγό τους John “Mutt” Lange, που βοηθούσε το συγκρότημα στα δοκιμαστικά. Το αντίστροφο συνέβη με τον Gary Pick­ford-Hop­kins (πρώην WILD TURKEY και του μουσικού συνόλου του Rick Wake­man), ο οποίος πέρασε στον δεύτερο γύρο λόγω της φωνής του, αν και του έλειπε το χάρισμα της σκηνικής παρουσίας. Ο μηχανικός ήχου Tony Platt έφερε στο τραπέζι το όνομα του Steve Par­sons (πρώην BAKER-GURVITZ ARMY και SHARKS), που κατά την γνώμη του είχε εκπληκτική φωνή. Eξετάστηκε η περίπτωση του Ter­ry Sless­er (πρώην BACKSTREET CRAWLER, με τους οποίους οι AC/DC είχαν περιοδεύσει λίγα χρόνια πριν), ο οποίος «πυροβόλησε τα πόδια του» όταν αρνήθηκε στον Mal­colm να ξανατραγουδήσει τα “Whole lot­ta Rosie”, “High­way to hell” και “The Jack”, διότι ο κιθαρίστας είχε ξεχάσει να ξεκινήσει την μαγνητοφώνηση. Τέλος, υπήρχε και το μάλλον μεγαλύτερο “what-if” σενάριο, με τους AC/DC να σκέφτονται να προσεγγίσουν τον Node Hold­er των θρυλικών glam rock­ers SLADE. Όμως ο Mal­colm ποτέ δεν πίστεψε ότι θα μπορούσαν να τον πάρουν στο συγκρότημα και έτσι η ιδέα απορρίφθηκε.
    1
  12. Όμως η σκηνή του glam rock έμελλε τελικά να δώσει την λύση. Από το μακρινό New­cas­tle και το δεύτερης κατηγορίας συγκρότημα των GEORDIE (η απάντηση του αγγλικού βορρά στους SLADE, που είχαν κάνει μία μικρή επιτυχία με τα top-20 sin­gles “All because of you” και “Can you do it”), βρέθηκε ο αντικαταστάτης του Bon Scott, ο πολυαγαπημένος γιος ανθρακωρύχου– και πλέον ο τραγουδιστής των AC/DC με τον οποίο οι περισσότεροι εξ ημών τους γνωρίσαμε – Bri­an John­son. Παραδόξως, σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, στον John­son είχε αναφερθεί ο ίδιος ο Bon, εκφράζοντας τον θαυμασμό του για την φωνή του! Παλιότερα, όταν ήταν στους FRATERNITY, ο Bon έτυχε να δει τον John­son να τραγουδάει με τους GEORDIE (στους οποίους έπαιξαν sup­port) και κάποια χρόνια αργότερα είπε στον Angus γι’ αυτή την εμπειρία του, λέγοντας ότι «o Bri­an John­son, ένας rock n’ roll τραγουδιστής στο στυλ του Lit­tle Richard…τραγουδάει, χτυπιέται, τρυπάει με την φωνή του το ταβάνι, τινάζεται στον αέρα, ζει κάθε λέξη που ερμηνεύει!». Αν σας ακούγεται σαν … ιατρικό δελτίο, δεν έχετε άδικο. O John­son υπέφερε, είχε πάθει οξεία σκωληκοειδίτιδα εκείνο το βράδυ και μετά την συναυλία πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο για εγχείρηση!
  13. Όλως περιέργως, ένας Αμερικάνος fan του συγκροτήματος έστειλε με δική του πρωτοβουλία ένα άλμπουμ των GEORDIE στους AC/DC, με ένα σημείωμα που έγραφε «πρέπει οπωσδήποτε να ακούσετε αυτό τον τύπο». Τυχαία, το όνομα του αναφέρθηκε και από τον παραγωγό τους “Mutt” Lange. «Ακούστε, είναι ένας τύπος που πρέπει πραγματικά να τον ακούσετε». O Mal­colm δεν χρειάστηκε άλλη φορά για να πειστεί ότι έπρεπε να περάσουν τον John­son από οντισιόν.
  14. Ο John­son είχε αφήσει τους GEORDIE το 1978 και έπιασε δουλειά στην επιχείρηση του αδελφού του. Δεν του είχε μείνει δεκάρα τσακιστή από την καριέρα του στους GEORDIE, είχε δύο παιδιά και οδηγούσε έναν Σκαραβαίο 14ετίας. Με αιματηρές οικονομίες, μάζεψε αρκετά χρήματα για να ανοίξει το δικό του συνεργείο, επισκευάζοντας παρμπρίζ και τοποθετώντας οροφές από βινύλιο σε πολυτελή αυτοκίνητα. Για να ξεσκάσει και να συμπληρώσει το μικρό εισόδημα του, τραγουδούσε σε μία μπάντα με όνομα GEORDIE II, χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερες φιλοδοξίες για κάτι παραπάνω, άλλωστε είχε ήδη κλείσει τα 32 του. Απλά παίζανε σε μπαρ και έκαναν και λίγη κωμωδία. Μάλιστα στο τέλος του set τους τραγουδούσαν και το … “Whole lot­ta Rosie” των AC/DC, για ένα εκρηκτικό κλείσιμο!
  15. Τότε, από το πουθενά, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα που έμελλε να του αλλάξει την ζωή. Μία γυναίκα με γερμανική (!) προφορά στην άλλη άκρη της γραμμής, ενημέρωσε τον John­son ότι ένα συγκρότημα, του οποίου το όνομα ήθελε να παραμείνει μυστικό, έψαχνε για τραγουδιστή και τον προσκάλεσε για οντισιόν στο Λονδίνο. Όμως ο Bri­an (και με το δίκιο του) δεν επρόκειτο να κάνει όλο αυτό το ταξίδι χωρίς να γνωρίζει το όνομα του συγκροτήματος. Τελικά η γυναίκα δέχτηκε να του πει τα αρχικά “..A…C…D…C”!
  16. Ενώ, ο Lange είχε στηρίξει αυτή την επιλογή, αλλά ο tour man­ag­er Ian Jef­frey είχε διαφορετική άποψη. «Είναι ένα χοντρό αρχ*δι» έλεγε ο Jef­frey, «πως θα τον βάλουμε να τραγουδάει για εμάς;». Κακιασμένος! Όμως με την προτροπή του Lange και περισσότερο από απελπισία παρά από ελπίδα, ο Mal­colm επέμεινε να αναζητήσουν και να βρουν τον John­son για να του προσφέρουν την δυνατότητα μιας οντισιόν. Οι AC/DC αναζητούσαν μία φωνή που δεν θα μιμούνταν τον Bon Scott, αλλά θα είναι κοντινή και θα έχει την δική της χροιά. O John­son ταίριαζε σε αυτό το προφίλ.
  17. Παρά την επαφή του man­age­ment των AC/DCμε τον Bri­an John­son, αυτός παρέμεινε διστακτικός, λόγω της πρότερης απογοητευτικής εμπειρίας του στη μουσική βιομηχανία. Συμφώνησε να κατέβει στο Λονδίνο μόνο όταν προέκυψε μία άλλη δουλειά, μέσω ενός φίλου του, παραγωγού της ομάδας των MONTY PYTHON Andre Jacquemin, για ένα διαφημιστικό της γνωστής εταιρίας ηλεκτρικών σκουπών Hoover για το οποίο μάλιστα θα πληρωνόταν 350 Λίρες. Ο σκληρός ανταγωνισμός; Μία μαύρη κυρία που τραγουδούσε soul! Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια λοιπόν και ο Bri­an θα πήγαινε και για τις δύο δουλειές σε ένα κατέβασμα στην πρωτεύουσα.
  18. Το ταξίδι του John­son ξεκίνησε με κακούς οιωνούς. Φοβούμενος ότι ο πιστός Σκαραβαίος του δεν θα τα κατάφερνε μέχρι το Λονδίνο, δανείστηκε το Toy­ota Crown ενός φίλου του, μόνο που λίγα χιλιόμετρα έξω από το New­cas­tle έπαθε λάστιχο. Δίχως να χάσει την ψυχραιμία του, άλλαξε σε χρόνο dt το λάστιχο και «πέταξε» κυριολεκτικά μέχρι το Λονδίνο, φτάνοντας το καημένο το αμαξάκι στα όρια του. Τελικά, έφτασε πάνω στην ώρα στο στούντιο για να τραγουδήσει “The new high-pow­ered mover from Hoover, it’s a lit­tle groover!”. Ο ηχολήπτης νόμιζε ότι το μικρόφωνο είχε παραμόρφωση, όμως ο Andre τον διαβεβαίωσε ότι αυτή ήταν η απλά η φωνή του Bri­an! Τελικά, πήρε αυτή την δουλειά και τις 350 Λίρες.
  19. Ωστόσο, όταν μπήκε στο αυτοκίνητο για να πάει στην οντισιόν με τους AC/DC, ο Bri­an έχασε τις ελπίδες του. Κάθισε σε ένα καφέ, απέναντι από το στούντιο, χωρίς να μπαίνει μέσα. Είχε αποθαρρυνθεί με τις σκέψεις ότι θέλει να γυρίσει σπίτι του, όντας αγχωμένος, πιστεύοντας ότι δεν είχε καμία ευκαιρία. Δεν θα τον ήξεραν καν, θα ήθελαν κάποιον μακρυμάλλη με σκηνικό χάρισμα σαν τον Bon, ήταν νεαροί σε ηλικία σε αντίθεση με αυτόν (32 χρονών θεωρούνταν μέση ηλικία τότε!). Προσπαθούσε να μασουλήσει μία πίτα και είχε εκνευριστεί επειδή είχε σκληρή κρούστα, όλα τον ενοχλούσαν. Τελικά πήρε τα πάνω του, ανασκουμπώθηκε και μπήκε απέναντι στο στούντιο τελείως αλλαγμένος.
  20. Εκεί συνάντησε την μπάντα με όλο το επιτελείο, που ήταν ώρες κλεισμένοι εκεί, δοκιμάζοντας τραγουδιστές. Μάλιστα, πριν αρχίσει έριξε μερικές στεκιές στο μπιλιάρδο με μέλη του road crew, κάτι που παρατήρησε και ο Mal­colm, λέγοντας «τουλάχιστον ξέρει να παίζει μπιλιάρδο»! Η διαδικασία ήταν η εξής: Αρχικά έπεφταν στο τραπέζι οι ιδέες για τους κατάλληλους υποψήφιους. Το man­age­ment των AC/DC επικοινωνούσε μαζί τους για να τους προσκαλέσει σε ακρόαση. Η ομάδα των AC/DC εγκαταστάθηκε στα Vanil­la Stu­dios στο Λονδίνο. Ο κόσμος ερχόταν και τραγουδούσε ενώ, τα περισσότερα πρωινά, ο μηχανικός ήχου Tony Platt με τον παραγωγό John “Mutt” Lange έπαιρναν μια κασέτα από τις οντισιόν της προηγούμενης ημέρας και τις άκουγαν στο αυτοκίνητο, οδηγώντας προς το στούντιο, προκειμένου να ακούσουν τους επόμενους. Μετά ο Lange θα επέλεγε ποιος θα έμπαινε στην τελική λίστα.
  21. Ο πρώτος που υποδέχτηκε τον John­son από το συγκρότημα ήταν ο Mal­colm Young, που τον προσέγγισε προσφέροντας του μία μπύρα, την οποία ο Bri­an κατέβασε μονορούφι! Ένιωθε πολύ άνετα και αυτό φάνηκε και στην οντισιόν καθαυτή. Ενώ οι περισσότεροι άλλοι τραγουδιστές πέρασαν από οντισιόν με το “Smoke on the water” των Deep Pur­ple, ο John­son δοκίμασε το “Nut­bush City lim­its” των Ike & Tina Turn­er, κερδίζοντας την άμεση έγκριση και τον σεβασμό από το συγκρότημα, που είχαν βαρεθεί να παίζει το hit των PURPLE και ευχαριστημένοι που ο Bri­an είχε και άλλα ακούσματα από διαφορετικά μουσικά είδη. Μετά, ήρθε το πραγματικό τεστ: του ζήτησαν να τραγουδήσει το “Whole lot­ta Rosie”. Το απέδωσε εξαιρετικά. Και εκεί οι AC/DC ήξεραν ότι επιτέλους είχαν βρει τον καινούριο τους τραγουδιστή! O ντράμερ Phil Rudd είπε αργότερα ότι «.. επιλέξαμε τον Bri­an επειδή οδήγησε 800 μίλια πάνω-κάτω, και πήγε στη δουλειά την επόμενη μέρα … αυτός ο τύπος είναι δουλευταράς και επαγγελματίας … και τι φωνή… δεν θα ήθελες να σου φωνάξει, θα χρειαζόσουν κομμωτήριο άμεσα, έχει πολύ δύναμη ο τύπος!». Ο δε Angus, όταν πρωτοείδε τον John­son αναρωτήθηκε «ποιος είναι αυτός ο μα**κας με την φανέλα της Newcastle;»
  22. Ακόμα και τότε όμως, ο Bri­an δεν ήταν και πολύ σίγουρος. Έφυγε σε καλό κλίμα και με ελπίδες, αλλά όχι με μία ξεκάθαρη απάντηση. Την δεύτερη φορά που τον κάλεσαν να κατέβει, τους ξεκαθάρισε ότι είχε και ένα συνεργείο γεμάτο αυτοκίνητα που δεν μπορούσε να περιμένει! Παρόλα αυτά, πήγε και πέρασε και δεύτερη οντισιόν. Διανυκτέρευσε σε ένα ξενοδοχείο στο Λονδίνο, όπου ο road­ieτων AC/DC, Kei­th Evans, του είπε πως κατά πάσα πιθανότητα έχει πάρει την θέση, αν και αυτός απάντησε ότι μάλλον το σκέφτονται για να μην του το έχουν πει σίγουρα. Λίγες μέρες αργότερα, στα γενέθλια του πατέρα του, επισκέφτηκε το πατρικό του πηγαίνοντας ένα μπουκάλι ουίσκι, αφού είχε παίξει λίγο μπιλιάρδο σε μία pub. Οι γονείς του έλειπαν, όμως σε κάποια φάση χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Mal­colm Young. Ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

Mal­colm: «Έχουμε ένα άλμπουμ να κάνουμε και πρέπει να φύγουμε σε 2 εβδομάδες, οπότε… όταν είσαι έτοιμος…»
Bri­an: «Άρα μου λες ότι πήρα την δουλειά; »
Mal­colm: «Ω ναι»
Bri­an: «Λοιπόν φίλε, άκου τι θα γίνει. Θα κλείσω τώρα το τηλέφωνο και θα με ξαναπάρεις σε δέκα λεπτά για να πειστώ ότι δεν μου κάνει κάποιος φάρσα»
Mal­colm: «Ναι αμέ»
[Ακριβώς ένα δεκάλεπτο αργότερα]
Mal­colm: «Λοιπόν, τι θα κάνεις; Θα έρθεις; »
Bri­an:«Εννοείται πως ναι!» (εκεί χαμήλωσε το ακουστικό και άρχισε να μπινελικώνει όλο χαρά)

  1. Ο John­son άνοιξε το ουίσκι που είχε πάρει δώρο στον πατέρα και κατέβασε μία γενναία ποσότητα, τόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος, μόνο που ήταν μόνος του και δεν είχε κανέναν εκεί για να το μοιραστεί!
  2. Πρωταπριλιά του 1980, έξι εβδομάδες μετά τον θάνατο του Bon Scott, οι AC/DC ανακοίνωσαν πως έχουν νέο τραγουδιστή, τον Bri­an John­son. Όταν ο τελευταίος το εκμυστηρεύτηκε στον αδελφό του, αυτός γέλασε νομίζοντας πως είναι … πρωταπριλιάτικο αστείο! Σαφώς πιο αμήχανη ήταν η φάση που προσπάθησε να ενημερώσει τους GEORDIE. Μετά την πρώτη ακρόασή του, τους πληροφόρησε για το ταξίδι του στο Λονδίνο και αυτοί, όντας σε άρνηση μάλλον, τον ρώτησαν με ποιο τραγούδι να ξεκινήσουν το set τους. Την δεύτερη φορά, που ήξερε ότι πήρε την δουλειά, έπαιζαν σε ένα club έξω από το New­cas­tle και με το τέλος της συναυλίας τους είπε «παιδιά σας έχω νέα, το ξέρω περνάμε καλά αλλά οι AC/DC μου πρόσφεραν την θέση του τραγουδιστή». Δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης!
  3. Μία εβδομάδα αργότερα, την 8η Απριλίου 1980, ο John­son συμφώνησε να υπογράψει ένα εξάμηνο συμβόλαιο με τους AC/DC, το οποίο θα επαναξιολογούνταν μετά τη λήξη του. Εάν σε οποιοδήποτε σημείο κατά τη διάρκεια των έξι μηνών είτε το συγκρότημα είτε ο Bri­an αποφάσιζαν ότι η συνεργασία δεν είχε αποτέλεσμα, θα μπορούσαν να λύσουν τη συμφωνία. Φυσικά, αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ο John­son ταίριαξε με τους AC/DC σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Σύντομα έδωσε και την πρώτη του συνέντευξη στην μουσική εφημερίδα Sounds, όπου παραδέχτηκε ότι ήταν φοβισμένος με την πρόκληση του να είναι ο front­man των AC/DC και ότι θα έχυνε πολύ ιδρώτα για να αποδείξει σε αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν ότι η επιλογή τους δεν ήταν μάταιη. Ο ίδιος σκεφτόταν που πήγε κι έμπλεξε, αλλά αυτό άρχισε να του βγαίνει περισσότερο σε ενθουσιασμό παρά σε άγχος. Τουλάχιστον, αν απολυόταν θα έλεγε στους φίλους του πίσω στο New­cas­tle ότι ήταν τραγουδιστής στους AC/DC για δύο εβδομάδες και έκανε και φοβερές διακοπές στο Λονδίνο!
    1
  4. Εκτός, όμως του Bri­an, και οι υπόλοιποι στο συγκρότημα είχαν αγχωθεί, μιας και το “High­way to hell” είχε κοστίσει αρκετά, με αποτέλεσμα να πρέπει να συνεχίσουν την ανοδική πορεία τους για να εξασφαλίσουν έσοδα. Ξεκίνησαν, ολοκληρώνοντας το υλικό που είχαν δουλέψει όλο αυτό το διάστημα, με έτοιμα τραγούδια αλλά χωρίς στίχους. Εκεί ζητήθηκε για πρώτη φορά η συνεισφορά του John­son, ο οποίος είχε στην διάθεση του κάποια σκαριφήματα από στιχάκια του Bon και κάποιους τίτλους τραγουδιών. Ο Mal­colm και ο Angus (ακόμα και ο μέντορας και μεγαλύτερος αδελφός τους George Young) είχαν καταλήξει σε όλους τους τίτλους των τραγουδιών και στη συνέχεια το άφησαν στον John­son να καλύψει τα κενά. Ενώ μεγάλο μέρος της μουσικής και των μελωδιών είχαν γραφτεί στο δρόμο και στις πρόβες στο Λονδίνο, οι περισσότεροι από τους στίχους του άλμπουμ θα γράφονταν αρχικά από τον Bri­an και στη συνέχεια θα τους επεξεργάζονταν ανάλογα οι αδελφοί Young, στο στούντιο Com­pass Point, στις Μπαχάμες.
  5. Στα τέλη Απριλίου του 1980, οι νέοι AC/DC ταξίδεψαν στις ειδυλλιακές Μπαχάμες με τον παραγωγό John “Mutt” Lange και τον μηχανικό ήχου Tony Platt, για να ηχογραφήσουν στα Com­pass Point Stu­dios, πιστεύοντας ότι μετά από τόση ένταση, το να εργαστούν σε ένα πιο ήρεμο και χαλαρό περιβάλλον θα τους βοηθούσε να συγκεντρωθούν και να δέσουν σαν ομάδα. Μακριά από τα άσχημα vibes του κρύου και μουντού Λονδίνου, όπου πέθανε ο Bon Scott, το συγκρότημα βρήκε καταφύγιο στο τεχνολογικά εξελιγμένο στούντιο Com­pass Point. Το στούντιο ιδρύθηκε το 1977 από τον Chris Black­well, ιδιοκτήτη της Island Records, υπό την διαχείριση του man­ag­er Alex Sad­kin, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1987. Τον Σεπτέμβριο του 2010, το στούντιο «σταμάτησε τη λειτουργία του στο Nas­sau λόγω κοινωνικοπολιτικών γεγονότων που κατέστησαν αδύνατη την συνέχιση της λειτουργίας τους στις Μπαχάμες». Άλλοι καλλιτέχνες που θα ηχογραφούσαν στα Com­pass Point ήταν οι ANTHRAX (“Among the liv­ing”), οι IRON MAIDEN (με την τριάδα επικών αριστουργημάτων “Piece of mind”, “Pow­er­slave” και “Some­where in time”, καθώς και το “Final fron­tier”), οι JUDAS PRIEST (με το υποτιμημένο “Tur­bo”), οι THIN LIZZY (“Rene­gade”) και οι WHITESNAKE (σε κάποια μέρη του “Whites­nake”). Οι ίδιοι οι AC/DC θα επέστρεφαν στα Com­pass Point τρία χρόνια αργότερα για το “Flick of the switch”. Μία δυσκολία που είχαν το 1980 ήταν ότι ήθελαν μόνο να αράζουν στην παραλία, καθώς και ότι δεν έβρισκαν κάποια μπύρα της αρεσκείας τους, αλλά και ότι οι καταιγίδες που χτυπούσαν το τροπικό νησί προκαλούσαν προβλήματα με την ηλεκτροδότηση του στούντιο. Επίσης, ο εξοπλισμός τους κρατήθηκε στο τελωνείο για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η διαδικασία ηχογράφησης του νέου άλμπουμ. Ακόμα και όταν μπήκαν στο στούντιο, είχαν και απρόσκλητους επισκέπτες, όπως ένα καβούρι που έκανε βόλτες στο ξύλινο πάτωμα του στούντιο καταλήγοντας στον θάλαμο των ντραμς!
  6. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες ηχογραφήσεις τους, οι AC/DC με τον Lange «γυάλισαν» και μάζεψαν λίγο περισσότερο τον ήχο τους, αγγίζοντας και την περιοχή του heavy met­al από εκεί που κινούνταν στον χώρο του hard rock/boogie. Αυτή ήταν μία διαδικασία που είχαν ξεκινήσει με το “High­way to hell” και σε αυτή την φάση έκαναν την πλήρη μετάβαση, πατώντας πάνω και στις δυνατότητες του νέου τους τραγουδιστή. O John­son οδηγήθηκε στα όρια του, κάτι που ακούγεται τόσο φυσικό πλέον, αλλά τότε ήταν αδιανόητη η πίεση του να τραγουδάει τόσο ψηλά τόση ώρα, με την χαρακτηριστική του φωνή, γεμάτη ωμότητα, βραχνάδα και ηλεκτρισμό. Οι αδελφοί Young έγραφαν την μουσική, ενώ ο John­son δούλευε πάνω στους στίχους.
    1
  7. Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησαν έδωσε τον τόνο για όλο το υπόλοιπο άλμπουμ. Ένα παιχνιδιάρικο riff που έπαιζε ο Mal­colm κατά την διάρκεια της περιοδείας του “High­way to hell” σαν ζέσταμα, εξελίχτηκε στο τραγούδι που έδωσε και το όνομα στον δίσκο, το “Back in black”, με ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riff στην ιστορία της μουσικής. To είχε έτοιμο σχεδόν τρεις εβδομάδες πριν την ηχογράφηση, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν έκανε για το άλμπουμ και γι’ αυτό πήρε την συγκατάθεση του Angus. Ένα τραγούδι που αναδείκνυε το αλύγιστο πνεύμα τους και ένας φόρος τιμής στις καλές τους μέρες με τον Bon. Δεν επιθυμούσαν να είναι μία μελαγχολική αναφορά στον παλιό τους τραγουδιστή, αλλά ένα ανεβαστικό τραγούδι που θα έφερνε στο μυαλό θετικές εικόνες, και αυτό ήταν μία πρόκληση για τα αδέλφια Young και τον John­son. Έτσι, ο Bon Scott απαθανατίζεται ως αυτός που ζούσε στα άκρα συνεχώς αλλά πάντα τα κατάφερνε (“…nine lives, cat’s eyes..” ή αλλού “for­get the hearse ‘cause I nev­er die”). Ο Bri­an έλεγε ότι έγραψε «ό,τι του ήρθε στο μυαλό», νομίζοντας ότι αυτά που έλεγε ήταν λίγο … ανόητα. Αντίθετα, τα στιχάκια που έγραψε συνόψιζαν τέλεια τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Scott και άρεσαν πάρα πολύ στους υπόλοιπους στο συγκρότημα.
  8. Ως sin­gle, κυκλοφόρησε τέταρτο στην σειρά από το άλμπουμ, τον Δεκέμβριο του 1980 στις ΗΠΑ, όπου και έφτασε στο νο. 37 στο Bill­board Hot 100 το 1981 και στο Νο. 51 στο Bill­board Top Tracks, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε στο νο. 27. Υπάρχει και σχετικό βιντεοκλίπ, μαζί με κάποια άλλα τραγούδια του άλμπουμ, σε σκηνοθεσία των δύο Γάλλων που είχαν σκηνοθετήσει την βίντεο-συναυλία “Let there be rock” με τον Bon Scott από την συναυλία της 9ης Δεκέμβρη 1979 στο Pavil­lon de Paris, Eric Diony­sius και Eric Mistler. Τα εν λόγω λιτά βίντεο (τότε δεν υπήρχε και MTV) ήταν για τα “You shook me all night long”, “Hells bells”, “What do you do for mon­ey hon­ey”, “Rock and Roll ain’t noise pol­lu­tion” και “Let me put my love into you”. Τα ξεπέταξαν σε ένα απόγευμα σε έναν άδειο συναυλιακό χώρο στην Bre­da της Ολλανδίας, το Het Turf­schip, όπου θα έπαιζαν ζωντανά την επόμενη βραδιά. Μία πολύ γρήγορη βιντεοσκόπηση, με τους AC/DC να παίζουν σε εκκωφαντικές εντάσεις και το συνεργείο να παραπονιέται, αφού είχαν βάλει και ακουστικά και ωτασπίδες! Όταν οι AC/DC έκαναν την μουσική τους διαθέσιμη στην πλατφόρμα iTunes, το “Back in Black” έφτασε στο νο.1  στα UK Rock Charts και έκανε τρελή επιτυχία και ως ψηφιακό down­load και ως ring­tone! Ήταν το πρώτο τραγούδι που έμαθε να παίζει στην κιθάρα ο Kurt Cobain, στα 14 του χρόνια, διασκευάστηκε από πολλούς καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων των Αφροαμερικανών LIVING COLOUR και της Shaki­ra, ενώ  ακούγεται και σαν back­ground track σε μία boot­leg έκδοση του “My name is” του Eminem. Χρησιμοποιήθηκε και από τους BEASTIE BOYS στο sam­pling του sin­gle τους “Rock hard” (1984), επεξεργασία για την οποία δεν πήραν την άδεια των AC/DC, οι οποίοι με την σειρά τους δεν τους επέτρεψαν να το χρησιμοποιήσουν στην συλλογή “Beast­ie Boys Anthol­o­gy: The Sounds of Sci­ence” (1999), με το πρόσχημα ότι ήταν «κατά του sam­pling». Κατά διαστήματα έχει χρησιμοποιηθεί σε ταινίες (“Iron Man”, “The Karate Kid”, “Brüno”, “School of Rock“, ”Grudge Match”, “The Mup­pets”, “Mega­mind”, “The Run­down”), τηλεοπτικές σειρές (“The Sopra­nos”, “Fam­i­ly Guy”, “Alias”), σε διαφημίσεις και σε γήπεδα κατά την είσοδο των ομάδων. Ακόμα και στην πρώτη επανδρωμένη πτήση των ΗΠΑ μετά το 2011, τον Μάιο του 2020, οι αστροναύτες Bob Behnken και Doug Hur­ley έπαιζαν το τραγούδι καθώς προετοιμαζόντουσαν για την αποστολή τους.
  9. Οι παλιές, καλές αναμνήσεις που περιέχει το “Back in black” αναπαράγονται και στο “Have a drink on me”, το οποίο ξεκίνησε ως demo από την τελευταία μέρα που παίξανε όλοι μαζί με τον Bon Scott, ο οποίος είχε αναλάβει τα ντραμς για εκείνη την ημέρα. Το τραγούδι μιλάει για έναν τύπο που προσπαθεί να κεράσει ένα ποτό στον φίλο του και οι στίχοι είναι, στην ουσία, μία μεθυσμένη πρόποση του John­son στον προκάτοχο του (“..whisky, gin and brandy, with a glass I’m pret­ty handy..”), όπου και εδώ επιστράτευσε όλη του την ευστροφία και το πνεύμα για να αναπλάσει μία τέτοια φανταστική κατάσταση. Ακούγεται λίγο μακάβριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι o Bon πνίγηκε λόγω αναρρόφησης έχοντας γίνει λιώμα στο ποτό, αλλά οι AC/DC είχαν έναν συγκεκριμένο κώδικα και τρόπο που έγραφαν, εκθειάζοντας πολλές από τις ένοχες απολαύσεις της ζωής, και το “Have a drink on me” δεν αποτελεί εξαίρεση. Άλλωστε ο τίτλος ήταν εκεί και πριν φύγει ο Bon.
    1
  10. Όπως και ο Bon, έτσι και ο Bri­an είχε τον τρόπο να γράφει με ευφυή και πονηρά υπονοούμενα, μασκαρεμένα σε απλές ιστορίες, όπως για παράδειγμα, στον απόλυτο par­ty ύμνο “You shook me all night long”. Εμπνεύστηκε τους στίχους όταν είδε τις εντυπωσιακές Αμερικανίδες τουρίστριες στις Μπαχάμες όπου ηχογραφούσαν το άλμπουμ και ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ώρες. Γράφοντας “..she told me to come but I was already there..”, ο ίδιος ο John­son νόμιζε πως το είχε παρακάνει με τα σεξουαλικά υπονοούμενα, αλλά τελικά φάνηκε πως δεν πείραξαν κανένα. Επιπλέον, ο λάτρης της αυτοκίνησης Bri­an σκέφτηκε τον στίχο “She was a fast machine she kept her motor clean” όταν συνειδητοποίησε ότι με κάποιο τρόπο τα αυτοκίνητα και οι γυναίκες μοιάζουν: τρέχουν γρήγορα, σε απογοητεύουν, αλλά μετά σε ξανακάνουν χαρούμενο με το κάθε νέο μοντέλο. Πάντως λέγεται πως πολλές από τις στιχουργικές ιδέες του τραγουδιού προήλθαν ή πάρθηκαν αυτούσιες από τα στιχάκια που ετοίμαζε ο Bon Scott πριν τον θάνατο του, με φράσεις όπως “She told me to come but I was already there”, “Amer­i­can thighs” και “work­ing dou­ble time on the seduc­tion line”. Επίσης, ο Bri­an ένιωθε ότι στρίμωχνε πολύ τους στίχους καθώς τραγουδούσε και προσπάθησε να τους… αραιώσει κάπως, μόνο και μόνο για να εισπράξει την αποδοκιμασία του Mal­colm ο οποίος τον ρώτησε τι στο διάολο κάνει, ενώ σε κάποια φάση έβαλαν και τον Angus να τραγουδάει, βγάζοντας κάτι πιο … folk (!). Περιττό να πούμε ότι επέστρεψαν στην αρχική ιδέα εκτέλεσης του τραγουδιού!
  11. Το συγκεκριμένο τραγούδι, πέρα από το αγαπημένο του John­son με τους AC/DC, ήταν και το πρώτο sin­gle των AC/DC με τον Bri­an John­son στα φωνητικά έφτασε μέχρι το νο. 35 στις ΗΠΑ (το πρώτο top-40 hit τους) και ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια στα αμερικάνικα στριπτιτζάδικα. Το sin­gle αρχικά κυκλοφόρησε την 19η Αυγούστου 1980 με b‑sides τα “Have a Drink on Me” (Βρετανία και ΗΠΑ) και “What Do You Do For Mon­ey Hon­ey” (Αυστραλία). Επανακυκλοφόρησε το 1986, μετά την κυκλοφορία του “Who Made Who”, με b‑side τα “She’s got balls” (Live, Bon­di Life­saver ’77) και “You shook me all night long” (Live ’83). Aπό τα πιο περιζήτητα συλλεκτικά είδη AC/DC είναι τα sin­gle του “You Shook me all night long” που παίζουν ένα άλλο τραγούδι του “Back in black” με τίτλο “Shake a leg” που κυκλοφόρησαν κατά λάθος. Μετά με τα “Dream on” και “Sweet emo­tion” των AEROSMITH, καθώς και του “All along the watch­tow­er” από τον Jimi Hen­drix είναι το πιο πολυπαιγμένο τραγούδι στα αμερικανικούς ραδιοφωνικούς clas­sic rock σταθμούς.
  12. Υπάρχουν δύο μουσικά βίντεο για το “You shook me all night long”. Το πρώτο είναι παρόμοιο με τα άλλα pro­mo βίντεο του “Back in black”. Το δεύτερο σκηνοθετήθηκε από τον David Mal­let (που γύρισε βιντεοκλίπ για λογαριασμό των BLONDIE και αργότερα θα γύριζε και το βίντεο κλιπ του “Thun­der­struck”) και κυκλοφόρησε έξι χρόνια αργότερα, όταν το τραγούδι επανεκδόθηκε στο “Α mα wα”. Σε αυτό, οι παμπόνηροι Angus και Mal­colm ακολουθούν τον Bri­an μέσα στην αγγλική πόλη του Hud­der­s­field. Στο βίντεο εμφανίζεται η Αγγλίδα Corinne Rus­sell, μοντέλο που έπαιζε στα σκετσάκια του κωμικού Ben­ny Hill και κορίτσι της περίφημης «Σελίδας 3» της εφημερίδας “Sun”, μαζί με άλλες προκλητικά ντυμένες κοπέλες, οι οποίες κάνουν πετάλι σε ποδήλατα γυμναστικής, ενώ μία εξ αυτών καβαλάει έναν μηχανικό ταύρο. Κατά τη διάρκεια της σκηνής με τον μηχανικό ταύρο, η γυναίκα που υποδύεται την ερωμένη του John­son τρύπησε κατά λάθος το πόδι της με το σπιρούνι της δύο φορές. Ο τεχνικός που την βοήθησε να ολοκληρώσει το βίντεο την παντρεύτηκε ένα χρόνο αργότερα και ο Angus τους έδωσε ως γαμήλιο δώρο … έναν μηχανικό ταύρο! Επίσης, στο αρχικό βίντεο του 1980, ο Phil Rudd έπαιζε ντραμς, ενώ το βίντεο του 1986 παρουσίαζε τον Simon Wright, ο οποίος αντικατέστησε τον Rudd το 1983. Ο Rudd επέστρεψε στους AC/DC το 1994.
  13. Οι AC/DC έπαιξαν αυτό το τραγούδι όταν μπήκαν στο Rock and Roll Hall of Fame το 2003. Ο Steven Tyler των AEROSMITH, που τους παρουσίασε, τραγούδησε μαζί τους. Το “You shook me all night long” ακούγεται στις ταινίες “A Knight’s Tale”, “Max­i­mum Over­drive”, “Pri­vate Parts” και σε επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς “The Sopra­nos”. Το 2002 που η Celine Dion διασκεύασε αυτό το τραγούδι μαζί με την Anasta­cia στο “VH1 Divas Las Vegas” και σε δημοσκόπηση του 2008 του περιοδικού Total Gui­tar, ψηφίστηκε ως η «χειρότερη διασκευή όλων των εποχών», μαζί με αυτές των SUGABABES/GIRLS ALOUD του “Walk this way” των AEROSMITH/RUN-DMC και των WESTLIFE στο “More than words” των EXTREME.
    1
  14. Το απόλυτο τραγούδι των AC/DC, κατά την γνώμη μου, είναι και το πρώτο τραγούδι, που ανοίγει επιβλητικά το άλμπουμ και φέρει τον τίτλο “Hells bells”. Ένα mid-tem­po κτήνος που σε καθηλώνει από τον πρώτο ατμοσφαιρικό ήχο της καμπάνας, η οποία σημειώνεται ότι φτιάχτηκε στο χυτήριο “John Tay­lor & Co. Bell­founders” στο Lough­bor­ough της Αγγλίας, ειδικά για το τραγούδι. H ιδέα ήταν του Mal­colm όταν βγήκε για … κατούρημα κατά το μιξάρισμα του άλμπουμ στα Elec­tric Lady Stu­dios στη Νέα Υόρκη. Η πρώτη προσπάθεια ηχογράφησης της καμπάνας έγινε από τον μηχανικό ήχου Tony Platt στο Lough­bor­ough της Αγγλίας και συγκεκριμένα στο Car­il­lon and War Memo­r­i­al Muse­um. Αφού αυτό δεν κατέστη εφικτό, το συγκρότημα παρήγγειλε μία χάλκινη καμπάνα ενός τόνου που θα χρησιμοποιούσαν επίσης επί σκηνής στις μετέπειτα συναυλίες τους. Ωστόσο, η καμπάνα δεν ήταν έτοιμη εγκαίρως για ηχογράφηση, οπότε ο κατασκευαστής κανόνισε να ηχογραφήσουν μια παρόμοια καμπάνα σε μια κοντινή εκκλησία. Σύμφωνα με τον μηχανικό Tony Platt, αυτό δεν πήγε καλά, καθώς ένα σμήνος από περιστέρια που έβρισκε καταφύγιο εκεί του χαλούσε την ηχογράφηση. Έτσι, υπό την πίεση του χρόνου, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν μία έτοιμη καμπάνα και δανειζόμενοι μια κινητή μονάδα ηχογράφησης που ανήκε στον Ron­nie Laine ηχογράφησαν μέσα στο χυτήριο. Η καμπάνα κρεμάστηκε και την χτύπησε ο μάστορας που την έφτιαξε. Λόγω των αρμονικών, οι καμπάνες δεν είναι εύκολο να ηχογραφηθούν. ‘Ετσι ο Platt τοποθέτησε περίπου 15 μικρόφωνα με διαφορετική δυναμική σε διαφορετικές τοποθεσίες γύρω από το χυτήριο για να ηχογραφήσει τους ήχους. Στην συνέχεια, έφερε τις ηχογραφήσεις στα Elec­tric Lady Stu­dios στη Νέα Υόρκη, όπου μαζί με τον Lange επέλεξαν τον σωστό συνδυασμό ήχων, συνέθεσαν μια μίξη και την επιβράδυναν στο μισό της ταχύτητας, έτσι ώστε η καμπάνα του ενός τόνου θα ακουγόταν σαν μια επιβλητικότερη διπλάσιου μεγέθους καμπάνα. Αυτό ενσωματώθηκε στη μίξη και το τραγούδι ολοκληρώθηκε. Οι πιο ακουστικά προικισμένοι θα παρατηρήσουν ότι ζωντανά, ο ήχος της καμπάνας, η οποία από την 13η Ιουλίου 1980 που ξεκίνησε η περιοδεία για το “Back in black” στο Edmon­ton του Καναδά αποτελεί σταθερό μέρος του σκηνικού και του σόου των AC/DC, ακούγεται μία οκτάβα ψηλότερα από ότι είναι στον δίσκο.
  15. Ο John­son που έπρεπε να γράψει και τους στίχους του τραγουδιού κόλλησε και δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι που να του αρέσει. Η θεία (ή διαβολική) παρέμβαση ήρθε ένα βράδυ που καθόταν στο δωμάτιο του, αναρωτώμενος πόσο καλή ήταν η δουλειά που είχαν βγάλει μέχρι τότε, καθώς όλα του φάνηκαν πως έγιναν πολύ γρήγορα. Εκείνη την στιγμή, ο Lange, που δεν τον άφηνε να ακούσει τι τραγουδούσε, μπήκε στο δωμάτιο, τον ρώτησε αν όλα είναι καλά και τον ενημέρωσε πως εκείνο το βράδυ θα ηχογραφούσαν το “Hells bells”. Πάνω που σκεφτόταν αν μετά το “Back in black” ο ίδιος θα ήταν σε θέση να αποτυπώσει ακόμα καλύτερα την πρόθεση και την ατμόσφαιρα που ήθελε το συγκρότημα, ξέσπασε από το πουθενά μία τροπική καταιγίδα. «..άκου … βροντές!» είπε ο Lange και ο Bri­an είπε «Αυτό που ακούστηκε το λέμε στην Αγγλία rolling thun­der…». «Γράψτο!» αποκρίθηκε ο Lange. Άμεσα άρχισε να πέφτει βροχή με το τουλούμι και με πολύ θόρυβο. Να ΄το και το “pourin’ rain”, το “I’m com­ing on like a hur­ri­cane” καθώς ο δυνατός άνεμος άρχισε να φυσάει από παντού και “ that light­ning flash­ing across the sky”. Ο John­son ξεμπλόκαρε με την βοήθεια των στοιχείων της φύσης και σαν ρεπόρτερ ολοκλήρωσε τους στίχους εκείνο ακριβώς το βράδυ!
  16. Ουσιαστικά, το τραγούδι καθ’ αυτό είναι σαν ένα “High­way to hell Pt. II”. Ο αφηγητής αφού κατέβει στην Κόλαση (όχι με την καθαρά «θρησκευτική» έννοια αλλά με την έννοια της ακολασίας), έρχεται αντιμέτωπος με το οτιδήποτε βρίσκεται πέρα από τον Θάνατο και στέκεται απέναντι του ως ίσος προς ίσο. Ξεκάθαρες οι αναφορές στην ιστορία του Bon Scott και εδώ. Το “Hells bells” ήταν το δεύτερο sin­gle του άλμπουμ, που κυκλοφόρησε την 31η Οκτωβρίου 1980, με b‑side το “What do you do for mon­ey hon­ey”. Έφτασε μέχρι το νο. 16 στην Γαλλία το 1980 και στο νο. 50 του αμερικάνικου Main­stream Rock Chart, ενώ στην Αυστραλία πήγε μέχρι το νο. 7. Ακούγεται και αυτό στην ταινία “Max­i­mum Over­drive” (1986), μία μίξη κωμωδίας-θρίλερ που γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από τον πασίγνωστο συγγραφέα Stephen King, ο οποίος είναι και μεγάλος fan των AC/DC. Το τραγούδι χρησιμοποιείται από πολλές αθλητικές ομάδες ως μουσικό θέμα κατά την είσοδο στο γήπεδο. Στην χώρα μας, κατά την τελευταία δεκαετία, το “Hells bells” ακούγεται σε μία από τις καυτές ποδοσφαιρικές έδρες πανευρωπαϊκώς, στο Γήπεδο της Τούμπας, έδρα του ΠΑΟΚ. Οι ΠΑΟΚτσήδες συνοπαδοί μου, αλλά και όσοι φιλοξενούμενοι έτυχε να βρεθούν στο γήπεδο μας αυτές τις βραδιές ξέρουν ακριβώς για τι είσοδο μιλάμε!
    1
  17. Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος είναι το “Shoot to thrill”, που σε κάποιες περιπτώσεις στοχοποιήθηκε λόγω του τίτλου του ότι προωθεί την βία και την χρήση όπλων. Ο John­son πήρε γραμμή από τους χαρακτήρες του Bon Scott. O τύπος στο “Shoot to thrill” μοιάζει πολύ με αυτόν του “Dirty deeds done dirt cheap” και του “Shot down in flames”. Ίσως όμως να έχει τις ρίζες του σε πιο … κλινικές καταστάσεις. Το “Shoot to thrill” αφορά ψυχιατρικά φαρμακευτικά σκευάσματα όπως εξηγεί ο John­son. H έκρηξη στην χρήση τέτοιων φαρμάκων από μεσήλικες γυναίκες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, απλώς καταθλιπτικές ή απελπισμένες, πήγαιναν στον γιατρό, ο οποίος μόνο και μόνο για να τις ξεφορτωθεί, τους χορηγούσε Val­li­um. Και αυτές οι γυναίκες έγιναν εξαρτημένες (“..too many women with too many pills..”). Παρόλο που δεν κυκλοφόρησε ως sin­gle και δεν έγινε βίντεο κλιπ γι’ αυτό, πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί το έπαιξαν έτσι κι αλλιώς. Έγινε γρήγορα αγαπημένο των οπαδών του συγκροτήματος και σταθερό τραγούδι στα live τους. Αυτό είναι που παίζει και στην τεράστια κινηματογραφική επιτυχία “Iron Man 2” (2010), καθώς ο Tony Stark κάνει την θεαματική του είσοδο. Σκηνές από την ταινία συνδυάστηκαν με πλάνα συναυλίας AC/DC για να φτιάξουν ένα βίντεο για το τραγούδι που κυκλοφόρησε πριν η ταινία βγει στους κινηματογράφους, λειτουργώντας ως προωθητικό βίντεο. Σημειώνεται ότι το sound­track του “Iron Man 2” αποτελείται εξ ολοκλήρου από τραγούδια των AC/DC, ενώ παίζει και στην ταινία “The Avengers” (2012) όταν εμφανίζεται ο Iron Man. Επίσης έχει παίξει και στις ταινίες “Tal­lade­ga Nights”, “XXX: State of the Union” και “The Dukes of Haz­zard”. Επίσης ακούγεται και στα video games “Red 2” και “Call of duty: Mod­ern War­fare 3”. Μουσικά, το τραγούδι είναι εμπνευσμένο από το spaghet­ti γουέστερν του Ser­gio Leone “The Good, the Bad and the Ugly”. Οι Clint East­wood, Lee Van Cleef και Eli Wal­lach κοιτάζουν ο ένας τον άλλον στο κέντρο ενός νεκροταφείου του Εμφυλίου Πολέμου για λίγα λεπτά μέχρι την τελική ανταλλαγή πυροβολισμών. Ο Angus είπε ότι αυτή η ακολουθία στο τραγούδι σχεδιάστηκε για να αντικατοπτρίζει το κομμάτι “Il Triel­lo” του συνθέτη Ennio Morricone.
  18. Το “What Do You Do for Mon­ey Hon­ey” ήταν ένας τίτλος που επινοήθηκε από τον μεγάλο αδελφό George Young, κατά τις αρχές του 1978 για το “Pow­er­age”. Ωστόσο, ο John­son πήρε τη φράση και τη μετέτρεψε σε ένα κλασικό τραγούδι AC/DC. Το εν λόγω άσμα κοροϊδεύει μια γυναίκα που αποφεύγει τη δουλειά αναζητώντας παράλληλα πλούσιους άνδρες. Ακούγεται στο τρέιλερ της ταινίας “Mas­ter­minds” (2015) με την Kris­ten Wiig και τον Zach Gal­i­fi­anakis. Από την άλλη, το “Giv­en the dog a bone” είναι ένα ακόμα τραγούδι με ξεκάθαρα σεξουαλικά υπονοούμενα. O Bri­an John­son έγραψε τους στίχους το ίδιο βράδυ που έκανε την πρώτη του οντισιόν με τους AC/DC, σε συνέχεια του πετυχημένου δοκιμαστικού με την ηλεκτρική σκούπα Hoover. Το τραγούδι “Let Me Put My Love into You” που πραγματικά ξεχειλίζει από σεξουαλικότητα, είχε ξεκινήσει από το ses­sion που ο Scott είχε καθίσει πίσω από τα ντραμς. Η κόρη του Bri­an που εκτίμησε αρκετά χρόνια αργότερα την δουλειά του μπαμπά της στο “Back in black” είπε ότι αυτό και το “Shoot to thrill” ήταν τα αγαπημένα της τραγούδια από το άλμπουμ. Αυτό ήταν και το τραγούδι που επάξια μπήκε στην διαβόητη λίστα “Filthy Fif­teen” του Par­ents Music Resource Cen­ter. Η PMRC, το οποίο ιδρύθηκε από την Tip­per Gore, τη σύζυγο του τότε γερουσιαστή Al Gore (μετέπειτα Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, επί προεδρίας Bill Clin­ton), προσπάθησε να απαγορεύσει τραγούδια και άλμπουμ που θεωρούσαν πολύ σεξουαλικά ή βίαια. Το 1985, το “Let me put my love into you” βγήκε στη λίστα του PMRC και οι AC/DC έκαναν ποδαρικό μαζί με τους Mot­ley Crue, Judas Priest, Twist­ed Sis­ter και Black Sab­bath. Επίσης, το δυνατό “Shake a leg” όπως προαναφέρθηκε μπήκε κατά λάθος υπό τον τίτλο του “You shook me all night long” στα ομώνυμα single.
    1
  19. Στο τέλος της πέμπτης εβδομάδας ηχογραφήσεων οι AC/DC είχαν ήδη έτοιμα 9 τραγούδια. Χρειαζόντουσαν ένα ακόμα για να ολοκληρώσουν το άλμπουμ. Οι Mal­colm και Angus το έγραψαν μέσα σε ένα τέταρτο, με τον πρώτο να προτείνει τον τίτλο στον Bri­an John­son. “Rock and Roll ain’t noise pol­lu­tion”, με τον Bri­an μετά από προτροπή του Lange, να αυτοσχεδιάζει σε στυλ ιεροκήρυκα στον θάλαμο του, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, με μία εισαγωγή που τελικά κατέληξε με την μία στην ηχογράφηση! Ήταν το τρίτο sin­gle από το άλμπουμ, που έφτασε στην υψηλότερη επίδοση όλων στα βρετανικά charts, στο νο. 15. Όπως εξήγησε ο Mal­colm, εκείνη την εποχή στο Λονδίνο υπήρχαν προβλήματα με το παλιό Mar­quee Club επειδή ήταν σε μια κατοικημένη περιοχή και υπήρχε θέμα για την ηχορύπανση στις ειδήσεις και κάπως έτσι προέκυψε το τραγούδι.
  20. Η παραγωγή έγινε από τον πλέον γνωστότατο και μη εξαιρετέο Robert John “Mutt” Lange, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα συνέχιζε τις υπερπαραγωγές με καλλιτέχνες όπως οι DEF LEPPARD, οι FOREIGNER, οι CARS και ο Bryan Adams καθώς και η (πρώην πλέον) σύζυγός του, Sha­nia Twain. Η διαδικασία διήρκησε περίπου επτά εβδομάδες μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 1980. Δεν ήταν στα πρώτα πλάνα του συγκροτήματος μετά το “High­way to hell” παραγωγής του ίδιου, τόσο λόγω της εμμονής του να βγάλει το τέλειο αποτέλεσμα, που τρέλαινε τα αδέλφια Young, όσο και του σχετικού κόστους που επέσυρε η παράταση της ηχογράφησης. Μάλιστα, η πρώτη πρόταση ήταν ο Eddie Kramer, παραγωγός του Jimi Hen­drix, KISS και συνεργάτης των LED ZEPPELIN. Παρόλα αυτά, με τον χαμό του Bon Scott, ο Lange έμεινε με το συγκρότημα, τους βοήθησε στην επιλογή του τραγουδιστή και δούλεψε σκληρά με τους AC/DC για να επιτύχουν το τέλειο αποτέλεσμα, που μάλλον το κατάφεραν, αν κρίνει κανείς ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται ορόσημο από άποψη παραγωγής. Τόσο τέλειος είναι ο ήχος του “Back in black” που οι ίδιοι οι Motor­head χρησιμοποίησαν τον δίσκο για να συντονίσουν τα ηχητικά τους συστήματα, ενώ στούντιο στο Nashville των ΗΠΑ το χρησιμοποίησαν για να ελέγξουν την ακουστική των επιμέρους θαλάμων ηχογράφησης. Ακούστε λίγο τους DEF LEPPARD του “High ‘n’ dry” και του “Pyro­ma­nia” και θα καταλάβετε τι εννοώ!
  21. To θρυλικό πλέον εξώφυλλο του “Back in black” ήταν η μόνη ένδειξη πένθους που έδειξε δημόσια το συγκρότημα για τον μακαρίτη Bon Scott. H δισκογραφική τους εταιρεία Atlantic Records δεν ήταν και πολύ υπέρ ενός κατάμαυρου εξώφυλλου, ωστόσο οι AC/DC δεν δέχονταν αντίρρηση πάνω σε αυτό το θέμα. Άλλωστε το “Back in black” ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Bon Scott και με την καμπάνα να ηχεί πένθιμα από το πρώτο κιόλας τραγούδι “Hells bells” δεν μπορούσαν να έχουν κάποιο άλλο εξώφυλλο. Μόνο το λογότυπο του συγκροτήματος θα ήταν διακριτό.
  22. Το τελικό αποτέλεσμα άξιζε τον κόπο. Μόλις το συγκρότημα άκουσε το τελικό αποτέλεσμα, ξετρελάθηκαν με το νέο άλμπουμ. Με την κυκλοφορία του, το “Back in black”, πέντε μόλις μήνες μετά τον πρόωρο θάνατο του Bon Scott έκανε αισθητή την παρουσία των AC/DC περισσότερο από ποτέ. Μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες από την κυκλοφορία του πήγε στην κορυφή των βρετανικών charts. Οι AC/DC έγιναν το πρώτο συγκρότημα μετά τους BEATLES με 4 άλμπουμ στα πρώτα 100 του chart, μαζί με τα “Let there be rock” , “If you want blood you’ve got it” και “High­way to hell”. Σιγά- σιγά έπιασε και στις ΗΠΑ, φτάνοντας τελικά στο νο. 4 του Bill­board. Έμεινε εκεί για 131 εβδομάδες, χωρίς όμως να πιάσει το νο.1. Επί 13 μήνες παρέμεινε στο αμερικανικό top-10 και παρά κάποιες αμφίβολες κριτικές στις ΗΠΑ, το “Back in black” είναι μέχρι σήμερα το δεύτερο σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών. Ό,τι σας λέω. Ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί τέτοια επιτυχία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και τους LED ZEPPELIN (ίσως σημαδιακό καθώς αυτοί ανακοίνωσαν την διάλυσή τους την ίδια χρονιά με τον θάνατο του ντράμερ τους John Bon­ham). Στις ΗΠΑ πούλησε ένα εκατομμύριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1980, σύντομα ξεπέρασε τα 5 εκ. τεμάχια και έκτοτε έχει γίνει 22 φορές πλατινένιο (ήτοι πωλήσεις άνω των 22 εκατομμύριων αντιτύπων). Παγκοσμίως εκτιμάται ότι έχει πουλήσει πάνω από 50 εκατομμύρια δίσκους. Δεύτερο μόνο κάτω από το κορυφαίο σε πωλήσεις άλμπουμ όλων των εποχών, το “Thriller” του Michael Jack­son που κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, οι AC/DC όχι μόνο άντεξαν τον χαμό του κεντρικού πρωταγωνιστή τους, που θα διέλυε για πλάκα άλλα σχήματα, αλλά έκαναν την κατάλληλη επιλογή αντικαταστάτη και απλά… κατέκτησαν τον κόσμο. Οπότε μάλλον μιλάμε για το ιδανικό rock άλμπουμ. Τόσο απλά. Μαζί με τους PRIEST, τους MAIDEN, τους MOTORHEAD, τους VAN HALEN και τον OZZY OSBOURNE έκαναν το 1980 χρονιά-ορόσημο για το hard rock και το heavy met­al παγκοσμίως. Οι AC/DC έγιναν δικαίως super­star. Ο Slash των GUNS N’ ROSES έφτασε στο σημείο να πει ότι το “Back in black” έσωσε το rock n’ roll.
  23. Η πρώτη ζωντανή εμφάνιση του Bri­an John­son με το συγκρότημα έλαβε χώρα περίπου ένα μήνα πριν την κυκλοφορία του “Back in black”, την 29η Ιουνίου 1980, στο Palais des Expo­si­tions στην βελγική πόλη Namur. Και εκείνη την βραδιά ο Bri­an, κατά γενική ομολογία, τα είχε κάνει επάνω του, κυρίως για το πώς θα τον δεχόντουσαν οι fans του Bon Scott. Εκείνο το βράδυ ψυχώθηκε ωστόσο όταν είδε ένα πανό στο πλήθος που έγραφε “R.I.P. Bon Scott. Good Luck Bri­an”. Ψυχάρες οι Βέλγοι! Ήταν λίγο τραυματική η εμπειρία, καθώς τον κυρίευσε το άγχος, η αδρεναλίνη και μούδιασε ο εγκέφαλος του, τραγουδώντας τους ίδιους στίχους σε δύο τραγούδια, γεγονός που ανάγκασε τον Mal­colm να του τα χώσει για να τον συνεφέρει! Φορούσε την τραγιάσκα (που έγινε σήμα-κατατεθέν του) για να μην τον εμποδίζουν τα μαλλιά του και να μην χύνεται ιδρώτας από εκεί, χώρια του ότι ήταν σήμα της εργατικής του καταβολής από την βόρειο-ανατολική Αγγλία. Εκείνο το βράδυ οι AC/DC έπαιξαν για πρώτη φορά εφτά τραγούδια από το επερχόμενο άλμπουμ και τελείωσαν με το κύκνειο live άσμα του Bon Scott, το “Let there be rock” που το είχε τραγουδήσει την 27η Ιανουαρίου 1980 στο Southamp­ton Gau­mont. Σε εκείνες τις πρώτες εμφανίσεις κέρδισε τον σεβασμό του κοινού συνάντησε και μάλιστα, κάποιο βράδυ, άκουσε συγκινημένος έναν Ολλανδό οπαδό του συγκροτήματος που είχε τον Bon Scott σε τατουάζ στο χέρι του. «O Bon ήταν ο ήρωας μου», του είπε, «αλλά τώρα έχει φύγει… και σου εύχομαι καλή τύχη από εδώ και πέρα». Όταν κυκλοφόρησε το “Back in black” οι AC/DC βρίσκονταν στον Καναδά, στην πρώτη εβδομάδα της βόρειο-αμερικάνικης περιοδείας τους. Στην περιοδεία τους συντρόφευε ένα νεαρό συγκρότημα από το Sheffield της Αγγλίας, κάποιοι DEF LEPPARD, που προωθούσαν το ντεμπούτο τους με τίτλο “On through the night” και τους οποίους θα αναλάμβανε από το επόμενο κιόλας άλμπουμ τους ως παραγωγός-μέντορας ο παραγωγός των AC/DC, John ”Mutt” Lange. Πάντως, η μεγαλύτερη ανταμοιβή του John­son, κατά τον ίδιο, ήταν όταν στο τέλος της περιοδείας, τον Φεβρουάριο του 1981, όταν το συγκρότημα έπαιξε στο Syd­ney της Αυστραλίας, η μητέρα του Bon Scott, Isa, τον πλησίασε και του είπε «είμαι περήφανη για εσένα, γιε μου». Χώρια του ότι μόλις επέστρεψε στο New­cas­tle έκανε δώρο στον εαυτό του μία πολυπόθητη για αυτόν Chevro­let Blaz­er, σε ασπρόμαυρο χρώματα, σε συνδυασμό με την αγαπημένη του New­cas­tle F.C.!
  24. Αξίζει σε αυτό το σημείο να μιλήσουμε και για μία διαφορετική χρήση του “Back in black”. Το 1989, ο αμερικανικός στρατός είχε «επέμβει» στον Παναμά σε μία απόπειρα να ρίξει τον δικτάτορα Manuel Nor­ie­ga να παραδοθεί. Εκείνα τα Χριστούγεννα τα στρατεύματα των ΗΠΑ έστησαν μερικά ηχεία έξω από την Πρεσβεία του Βατικανού στην Πόλη του Παναμά το 1989, παίζοντας τραγούδια του “Back in black” με απίστευτη ένταση, κυρίως το “You shook me all night long”. 4 χρόνια αργότερα, μετά τη μάχη του Μογκαντίσου στη Σομαλία το 1993, ο Αμερικάνος πιλότος ελικοπτέρου Michael Durant συνελήφθη από τον εχθρό και ξυλοκοπήθηκε άγρια. Οι συνάδελφοι του ήξεραν ότι οι AC/DC ήταν το αγαπημένο του συγκρότημα, γι’ αυτό προσάρτησαν ηχεία στα ελικόπτερα τους και πέταξαν πάνω από τις στέγες της πόλης παίζοντας το “Hells bells”. Παρά το γεγονός ότι είχε κατάγματα στην πλάτη και στα πόδια, το “Hells bells” έδωσε στον Durant τη δύναμη να συρθεί και να κουνήσει το πουκάμισό του από ένα παράθυρο, οπότε οι Αμερικάνοι στρατιώτες τον εντόπισαν και τον διέσωσαν!

    Κώστας Τσιρανίδης

 

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece