Connect with us

Artists

TRI STATE CORNER interview (Laki Maniatopoulos)

Published

on

“Tradition, aggression, emotion”

Το μπουζούκι στην Ελλάδα, το θεωρούμε «σκυλάδικο», εις τας Ευρώπας, folk. Οι TRI STATE CORNER είναι ένα σχήμα με τρεις Έλληνες, που ζουν στη Γερμανία και δύο από αυτούς μας είναι πολύ γνωστοί. Ντράμερ τους, είναι ο Χρήστος Ευθυμιάδης που τον γνωρίζουμε από την πολυετή θητεία του στους RAGE, αλλά και στους REFUGE πρόσφατα, με τον Peavy Wagner και τραγουδιστής τους είναι ο… νυν ντράμερ των RAGE, Λάκης Μανιατόπουλος!!! Ο νέος τους δίσκος, ονομάζεται “Stereotype” και την τελευταία στιγμή πήρε μία αναβολή στην ημερομηνία κυκλοφορίας του, οπότε την παρουσίασή του θα τη διαβάσετε κοντά στον Απρίλιο. Ο Λάκης, είχε πάρα πολλά κι ενδιαφέροντα να μας πει για το “bouzouki rock” του συγκροτήματος, τον Χρήστο Δάντη, τους RAGE, αλλά και το τάβλι και τον φραπέ! Πάντα πολύ ωραίος τύπος!

Το τρίπτυχο των TRI STATE CORNER είναι αυτό που βλέπω στο βιογραφικό; Tradition, aggression, emotion; Μας εξηγείς πως δημιουργήθηκε το σχήμα που υπάρχει πλέον πάνω από μία δεκαετία;
Πραγματικά, οι TSC υπάρχουν πάνω από δέκα χρόνια, για να είμαι πιο ακριβής, ιδρύθηκαν το 2004. Ξεκινήσαμε όπως πολλά άλλα σχήματα απλώς ως φίλοι που παίζαμε μουσική. Η rock μουσική ήταν πάντα ο δρόμος που θέλαμε και ακόμα θέλουμε να πηγαίνουμε. Η διαφορά ήταν ο τρόπος με τον οποίο επικεντρώνεται κάθε μέλος, η μουσική του παιδεία, πέρα από τις επιρροές του hard ή prog rock, metal, punk κτλ, έχοντας επίσης το παρελθόν των παραδοσιακών μουσικών στυλ, που οφείλεται στις διαφορετικές μας ρίζες. Στο ξεκίνημα των TSC, ξεκινήσαμε διαφορετικές, πειραματικές προσεγγίσεις για να βρούμε και να αποφασίσουμε τον τρόπο που πρέπει να ακουγόμαστε. Παρόλα αυτά, γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ήταν αρκετό να έχουμε μόνο ένα μικρό μέρος της παράδοσης στη μουσική μας, όπως για παράδειγμα να έχουμε ένα ή δύο τραγούδια με κάποιο πιο «εξειδικευμένο» μουσικό όργανο, όπως το μπουζούκι ή ένα rhythm section Πολωνικού ύφους ή και τα δύο μαζί. Στο τέλος, αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε το μπουζούκι με 100% ίση σημασία στον ήχο του συγκροτήματος. Φυσικά, υπάρχουν κι άλλα σχήματα που αποφάσισαν να κάνουν κάτι παρόμοιο, χρησιμοποιώντας βιολί, φλάουτο ή άρπα κτλ στα τραγούδια τους, αλλά αυτό συνέβαινε που και που και μόνο σε μερικά τραγούδια, κάτι που σίγουρα είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν καθορίζει τον βασικό ήχο του γκρουπ, αλλά δίνει έμφαση σε κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι. Στους TSC, το μπουζούκι ποτέ δεν είναι «απλά» κάτι επιπρόσθετο, αλλά πρέπει να είναι μέρος του συνολικού ήχου του γκρουπ. Σ’ αυτήν την απόφαση συμφωνήσαμε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση. Είναι οι μελωδίες των TSC, ο επιθετικός, αλλά και συχνά μελαγχολικός τρόπος που ερμηνεύονται τα τραγούδια, οι στίχοι, που δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία και αυτός είναι ο λόγος που οι TSC ακούγονται έτσι και μας αρέσει πολύ.

Ο πιο πολύς κόσμος σε γνωρίζει ως τον ντράμερ των RAGE. Όμως στους TRI STATE CORNER είσαι ο lead τραγουδιστής; Πως προέκυψε αυτό; Πόσο «βολικό» είναι, που ντραμς στο σχήμα παίζει ο πρώην ντράμερ των RAGE, ο Χρήστος Ευθυμιάδης; Σου είναι καθόλου περίεργο ή είστε τόσο καλοί φίλοι που ιδιαίτερα από τη στιγμή που έγιναν και οι REFUGE, πλέον παίζετε και οι δύο με τον Peavy;
Πρώτα απ’ όλα, είναι μεγάλη τιμή για μένα, να έχω τον Χρήστο, ως ντράμερ των TSC. Ο Χρήστος είναι 100% μέσα στο γκρουπ και το λατρεύει. Εκτός από το γεγονός ότι ο Χρήστος και οι γονείς μου γνωρίζονταν πολύ πριν συνειδητοποιήσω ότι ο ντράμερ των RAGE είναι Έλληνας και τον λένε Χρήστο, τον γνωρίζω πάνω από 30 χρόνια. Ήταν ο δάσκαλός μου στα τύμπανα κι έγινα τεχνικός του στα ντραμς, όταν ήταν στους RAGE στα 90s. Δεν είμαστε απλά φίλοι, είμαστε οικογένεια. Ποτέ δεν υπήρξε κάποιο θέμα όσο κάνουμε αυτό που κάνουμε.

Πολλά από τα γυρίσματά σου στα φωνητικά, φέρνουν πολύ σε Έλληνες τραγουδιστές. Ποιοι σε επηρέασαν στον τρόπο που τραγουδάς, πέρα από τους rock τραγουδιστές;
Ο αδερφός μου κι εγώ, παίζαμε σ’ ένα ελληνικό σχήμα με τον πατέρα μας, που ήταν τραγουδιστής. Παίζαμε σε γάμους, διάφορους εορτασμούς, Ελληνικές βραδιές κτλ. Εκείνο τον καιρό, παίζαμε εκατοντάδες παραδοσιακά αλλά και mainstream και μοντέρνα τραγούδια, που ακούγονταν στην πατρίδα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, όταν κι ερχόμασταν στην Ελλάδα για διακοπές. Σίγουρα ο πατέρας μου είχε μεγάλη επιρροή στον τρόπο που τραγουδάω, αλλά φυσικά μου αρέσουν πολλοί Έλληνες τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Ένας από τους αγαπημένους μου όλων των εποχών, είναι ο Χρήστος Δάντης, που είναι εκπληκτικός και μπορεί να ερμηνεύσει τόσα πολλά διαφορετικά στυλ, με το δικό του, μοναδικό τρόπο. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι τραγουδιστές που μου αρέσει να ακούω, όπως ο Σταμάτης Γονίδης, ο Πασχάλης Τερζής και πολλοί άλλοι.

Το μπουζούκι, στην Ελλάδα το έχουμε συνδυάσει με το σκυλάδικο ή τη λαϊκή μουσική. Στο εξωτερικό, πως βλέπουν τη σύζευξη του μπουζουκιού με το rock και το metal; Βλέπουν τους TRI STATE CORNER κάπως σαν ένα folk σχήμα;
Πρέπει να σε ευχαριστήσω, αρχικά, για την ερώτηση, μιας και είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στο ταξίδι των TSC. Μπορώ να μιλήσω μόνο για τη δική μου εμπειρία και αυτή του συγκροτήματος, όπως την αποκομίσαμε τα περασμένα χρόνια. Θα χώριζα το κοινό μας στους «Έλληνες» και στους «Άλλους». Το μπουζούκι είναι πάρα πολύ καλά αποδεκτό από τους «Άλλους» και θεωρείται αποδεκτό ότι δημιουργεί έναν μοναδικό ήχο στο μουσικό στυλ που έχουν δημιουργήσει οι TSC. Η πρώτη αντίδραση όταν  παίζουμε live είναι σχεδόν πάντα η ίδια: ο κόσμος που δεν ξέρει τους TSC, φαίνεται πολύ περίεργος μέχρι που ακούγονται οι πρώτες νότες και στο τέλος καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πείσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινού. Φυσικά υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπως οι haters από hobby! Πλάκα κάνω, χαχαχαχα! Η μουσική έχει να κάνει με τα συναισθήματα, με το να αγγίζει την ψυχή και την καρδιά. Δεν είναι απαραίτητο να αγγίζει τους πάντες, παρόλα αυτά, μέχρι τώρα δεν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με άσχημη ανταπόκριση κατά τη διάρκεια ή μετά τις συναυλίες μας.

Όταν αναφέρομαι στους «Έλληνες», θα ήθελα να τους διαχωρίσω σε αυτούς που ζουν στην Ελλάδα και σε αυτούς που ζουν στο εξωτερικό και να κάνω κι άλλον ένα διαχωρισμό σ’ αυτούς που ζουν στην Ελλάδα, ανάμεσα στους πιο ανοιχτόμυαλους και τους πιο σκληροπυρηνικούς με κάποιο ύφος ή συγκρότημα. Όταν θυμάσαι κάποια από τα πρώτα μας τραγούδια, το “Ela na this”, εκτέθηκε στον μικρό μας κόσμο, αλλά πήρε πολλά σχόλια και views στο YouTube. Τα πιο πολλά από τα σχόλια ήταν θετικά, υπήρχαν και κάποια αρνητικά, που όμως ήταν πολύ εποικοδομητικά και μας βοήθησαν να επαναπροσδιορίσουμε τον ήχο και τον τρόπο με τον οποίο συνθέτουμε. Όμως, υπήρξαν μερικές περιπτώσεις, που τα αρνητικά σχόλια, ήταν εντελώς καταστροφικά και μας έδειχναν πόσο στενόμυαλοι μπορεί να είναι κάποιοι άνθρωποι εκείνο τον καιρό. Δεν είχαν τα σχόλια αυτά να κάνουν με το τραγούδι, αλλά με το μπουζούκι, τους στίχους και πήγαιναν ολοένα και σε πιο προσωπικά ζητήματα. Η ανταπόκριση που έπαιρνα από τους Έλληνες που ζούσαν εκτός Ελλάδας, όπως ο Χρήστος, ο αδερφός μου κι εγώ, ήταν σχεδόν απ’ όλους θετική. Βλέπουν με θετικό μάτι αυτό το όργανο σε άλλο είδος μουσικής από εκεί που έχουμε συνηθίσει να είναι, να είναι ισότιμο με τη rock κιθάρα και τα rock τραγούδια. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το μπουζούκι είναι ο συνεκτικός κρίκος με τις ρίζες και την πατρίδα τους. Αυτοί είναι βασικά άνθρωποι που μεγάλωσαν σε ξένες χώρες κι έχουν μία ξεχωριστή σύνδεση με την πατρίδα τους. Ίσως είναι δύσκολο να καταλάβουν οι Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα πόσο μεγάλη σημασία έχει για όσους Έλληνες ζουν μακριά από τη χώρα, να ακούνε ή να βλέπουν οποιοδήποτε αντικείμενο, εικόνα, ήχο, πράγμα που αναφέρεται ή τους θυμίζει την Ελλάδα.
Από την άλλη, δεν ξεχνώ ότι οι Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα, βρίσκονται ήδη στην πατρίδα τους και δεν τους λείπει με αυτόν τον τρόπο. Είναι εκτεθειμένοι στον ήχο του μπουζουκιού, αφού είναι φυσιολογικό στο σκυλάδικο ή στο λαϊκό τραγούδι. Το ρεμπέτικο είναι μία άλλη ιστορία, αλλά κι ένα ακόμα διαφορετικό στυλ. Παίρνουμε αρκετή θετική ανταπόκριση από τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα και το εκτιμούμε πάρα πολύ αυτό. Υποθέτω, λοιπόν, αλλάζοντας το κεφάλαιο της μουσικής μας από το σκυλάδικο στο rock, για κάποιους ανθρώπους δεν θα έπρεπε να υπάρχει σύνδεση με το μπουζούκι πια. Αλλά ειλικρινά, τι συμβαίνει με τα ντραμς, το μπάσο, τα πλήκτρα… Υπάρχουν κι αυτά στο σκυλάδικο ή στο λαϊκό τραγούδι, οπότε ποιο είναι το θέμα; Είναι ο ήχος, είναι ο τρόπος που παίζεται στο σκυλάδικο… Δεν ξέρω και για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιαφέρει, όπως βλέπεις το ταξίδι των TSC συνεχίζεται με το μπουζούκι να είναι 100% μέρος του.

Αν δεν κάνω λάθος, το “Wall of lies” στο remix του από τον Zardonic, είναι γιαπωνέζικο bonus. Πως ταιριάξατε έτσι το μπουζούκι με το synthwave; Ομολογώ ότι είναι ίσως ακόμα καλύτερο από την αυθεντική εκτέλεση… Πως βλέπεις αυτή τη φάση του synthwave; Σας αρέσει ή απλά το κάνατε επειδή έχει ρεύμα;
Έχεις δίκιο, το “Wall of lies”, είναι γιαπωνέζικο bonus track. Ο Zardonic και οι TSC είναι φίλοι εδώ και λίγα χρόνια και η ιδέα προέκυψε ύστερα από μία κουβέντα. Κάποια στιγμή απλά τον ρωτήσαμε, αν θα είχε νόημα να έκανε remix σε κάποιο τραγούδι μας και ποιο θα ήταν αυτό κι εκείνος το είχε ήδη σκεφτεί, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν θα μας άρεσε η ιδέα, οπότε πάνω κάτω είχαμε την ίδια ιδέα και για εκείνον ήταν προφανές ότι έπρεπε να είναι το “Wall of lies”. Οι TSC νιώθουν μεγάλη τιμή για την συνεργασία του κι εντυπωσιαστήκαμε εντελώς από το remix του. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν τόσο καλή, που ήδη συζητάμε ένα ακόμη remix, αλλά δεν μπορώ να σου πω σε ποιο τραγούδι, αυτή τη στιγμή.

Παλιότερα, είχατε τραγούδια με αμιγώς ελληνικό στίχο. Στο άλμπουμ αυτό, υπάρχει μόνο το “Hypocrisia”. Είδατε, πιθανώς, επειδή παίζετε και αρκετά live, ότι ο κόσμος δεν μπορούσε να «ταυτιστεί» με την ελληνική γλώσσα;
Είναι αλήθεια ότι στα προηγούμενα άλμπουμ είχαμε περισσότερους ελληνικούς στίχους στα τραγούδια. Ο λόγος που δεν το κάναμε στο “Stereotype”, είναι απλά επειδή δεν ταιριάζουν στην ιστορία και στους στίχους μας, όπως είναι. Δεν υπάρχει κάποια «προσαρμογή» στους στίχους εξαιτίας οποιασδήποτε αποδοχής του κοινού… Ευτυχώς, συμβαίνει το αντίθετο: Πολύ συχνά έχουμε το feedback ότι στον κόσμο αρέσει το «ελληνικό μέρος» κάποιου συγκεκριμένου τραγουδιού, όπως για παράδειγμα το “Kapia stigmi”, που –επί τη ευκαιρία- είναι μία από τις αγαπημένες μου μπαλάντες που γράφτηκαν για την Ελλάδα… Η ελληνική γλώσσα είναι αποδεκτή από το κοινό μας και είμαι βέβαιος και από πολλούς περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο… Απλά πρέπει να μάθουν τους TSC!!! (γέλια).

Τολμώ να πω ότι το “Stereotype”, είναι ο πιο ώριμος και ίσως ο καλύτερος δίσκος σας. Νομίζω ότι ακόμα και τα φωνητικά είναι καλύτερα, αλλά και οι συνθέσεις πιο δουλεμένες. Είχε να κάνει με την πανδημία που σας επέτρεψε πιθανώς να δουλέψετε περισσότερο πάνω στα τραγούδια;
Ευχαριστούμε Σάκη για τα λόγια σου. Ο στόχος μας είναι να είμαστε καλύτεροι από πριν. Έχουμε δουλέψει πολύ κι έχουμε κάνει μία εξαιρετικά μακρά προ-παραγωγή, κατά τη διάρκεια των lockdown εξαιτίας της πανδημίας. Πραγματικά χρησιμοποιήσαμε τον χρόνο για να βελτιωθούμε, ξανασκεφτόμασταν τα τραγούδια, τους ήχους, τους στίχους, τις ενορχηστρώσεις. Κάναμε μεγάλη ανάλυση για τα μαθήματα που έχουμε πάρει συγκρίνοντας τα προηγούμενα άλμπουμ με το “Stereotype” και τελικά το κάναμε. Είμαστε πολύ περήφανοι για το αποτέλεσμα. Το μόνο που μας κάνει να στεναχωριόμαστε, είναι ότι η κυκλοφορία μετακινήθηκε από τον Αύγουστο του 2021, στον Απρίλιο του 2022.

Η ειδική έκδοση του δίσκου, έχει μαζί κι ένα τάβλι!!! Σκεφτήκατε να κάνετε κάτι τέτοιο, επειδή είναι καθαρά ή τουλάχιστον αγαπημένη ελληνική συνήθεια;
Ναι, σωστά. Το πακετάρισμα του box-set, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως τάβλι! Και ναι, αυτή είναι μία ακόμη σύνδεση με την Ελλάδα, αλλά όχι και η μόνη. Τα ζάρια, για παράδειγμα, είναι στα χρώματα της Ελλάδας (μπλε με άσπρες τελείες) και της Πολωνίας (κόκκινα με άσπρες τελείες). Σκεφτόμασταν να έχουμε κάτι πραγματικά ξεχωριστό, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο και παρέχει προστιθέμενη αξία σε όσους αγοράσουν το box-set με το βινύλιο, το CD και όλα τα καλούδια που έχει μέσα.

Ο κιθαρίστας σας, Christoph Tkocz είναι Πολωνός. Πως αισθάνεται ανάμεσα σε Έλληνες; Είχατε ποτέ σκεφτεί να πάρετε τον Σπύρο Ευθυμιάδη κι έτσι να κάνετε ένα αμιγώς ελληνικό σχήμα, με δύο ζευγάρια αδερφών, που μόνο ο Γιάννης να μην έχει παίξει στους RAGE;
Ο Christoph κι εγώ, είμαστε φίλοι πολλά χρόνια και οικογένεια, θα έλεγα. Οι δυο μας ιδρύσαμε τους TSC. Η παράδοσή του και ο τρόπος σκέψης του, είναι παρόμοιος με τον δικό μου και ταιριάζει στη νοοτροπία μας. Αλληλοσυμπληρωνόμαστε και ποτέ δεν υπήρξε οποιαδήποτε ιδέα να αλλάξει αυτό. Οι TSC θα παραμείνουν και θα συνεχίσουν όπως είναι. Αν, κάποια στιγμή –εντελώς θεωρητικά- υπάρξει η ιδέα να κάνουμε κάτι όπως αυτό που είπες με τον Σπύρο, θα ήταν κάποιο άλλο συγκρότημα, με διαφορετικό στυλ, διαφορετθκή μουσική και δεν θα έχει να κάνει σε τίποτα με τους TSC.

Μιας και ανέφερα τους RAGE, μόλις ανακοινώσατε περιοδεία μαζί με αυτούς και τους BRAINSTORM. Θα κάνεις διπλή βάρδια κάθε βράδυ, παίζοντας ντραμς στους RAGE και τραγουδώντας στους TRI STATE CORNER;
Χαχα! Ναι, είναι αλήθεια ότι θα κάνω διπλοβάρδια, αλλά δεν με πειράζει, αφού είμαι ακόμα νέος! Χαχα! Οι TSC είναι πολύ χαρούμενοι που θα είναι μέρος αυτής της περιοδείας, όχι επειδή θα παίξουμε συναυλίες, αλλά επειδή όλα τα μέλη που απαρτίζουν τα συγκροτήματα και το crew τους, θα είναι μία τρομερή παρέα, με πολλή πλάκα και αξέχαστες στιγμές, είμαι σίγουρος.

Παρατήρησα ότι το γκρουπ δεν έχει μπάσο. Χρησιμοποιείτε το μπουζούκι με τρόπο που πιθανώς να το αντικαθιστά; Για ποιον λόγο δεν έχετε μπάσο; Δίνετε έτσι παραπάνω χώρο στο μπουζούκι;
Ναι, έχεις δίκιο. Ο προηγούμενος μπασίστας μας, ο Markuz, αποφάσισε να μην είναι μέρος των ζωντανών εμφανίσεων πια και να στραφεί σε άλλους προσωπικούς στόχους, κάτι που δεν θέλαμε, αλλά φυσικά το αποδεχτήκαμε. Είναι καταπληκτικός μπασίστας και ηχογράφησε το μπάσο στο “Stereotype”. Για τις συναυλίες μας, ηχογράφησε όλες τις μπασογραμμές του και αυτές θα χρησιμοποιήσουμε τώρα που έφυγε. Ακριβώς ότι κάνουν και οι POWERWOLF, για παράδειγμα.

Άσχετο, αλλά το σχήμα με την τετράδα στους RAGE πως προχωράει; Βλέπεις διαφορές σε σχέση με το παρελθόν και πρακτικά; Αλήθεια, ο Peavy έχει τόση έμπνευση που μπορεί να βγάζει δίσκο σχεδόν κάθε χρόνο;
Η νέα σύνθεση των RAGE είναι εκπληκτική. Και τα δύο καινούργια μέλη, είναι πολύ ικανά και πολύ καλά. Η προσέγγιση με τις δύο κιθάρες, ανοίγει νέες πιθανότητες και στον ήχο και στην απόδοση, αλλά και στη σύνθεση. Πραγματικά, ο Peavy, έχει τόση μεγάλη εφευρετικότητα στη σύνθεση, που θεωρητικά μπορεί να κυκλοφορεί νέο άλμπουμ κάθε χρόνο για την επόμενη δεκαετία!

Τι να περιμένουμε από τους TRI STATE CORNER στο μέλλον;
Ελπίζουμε να τελειώσει αυτή η πανδημία και να σε δούμε, μαζί με τους φίλους μας, στην Ελλάδα και σε όλον τον κόσμο. Ανυπομονούμε για την κυκλοφορία του δίσκου στις 22 του Απριλίου και να παίξουμε πολλές συναυλίες. Ελπίζουμε ότι θα αρέσει ο νέος μας δίσκος στο κοινό, όσο αρέσει σε εμάς. Οι TSC θα συνεχίσουν το ταξίδι με παράδοση, συναίσθημα και επιθετικότητα… Ήδη έχουμε αρχίσει να δουλεύουμε και πάνω σε νέο δίσκο. Μείνετε συντονισμένοι και να μας υποστηρίζετε!

Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου κι ελπίζω να τα πούμε σύντομα από κοντά (και να παίξουμε και TSC τάβλι ίσως!!! Χαχαχαχαχα).
Ευχαριστώ πολύ Σάκη, εκτιμώ πάρα πολύ τον χρόνο που διέθεσες για εμάς. Να είσαι υγιής και ασφαλής. Ελπίζω να σε δούμε σύντομα και φυσικά να παίξουμε ταβλάκι και να πιούμε φραπεδάκι!!! Ελπίζω μόνο να μην μετράς με τα δάχτυλα! Χαχαχα! Ευχαριστούμε για όλα!

Σάκης Φράγκος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Artists

DEVIL’S TRAIN interview (RD Liapakis)

Published

on

“Rock n’ roll children”

Τον Δημήτρη Λιαπάκη, τον γνωρίζω πάνω από 20 χρόνια. Μπορεί και 25. Έχουμε κάνει άπειρες συνεντεύξεις και πάντα είχα άγχος μαζί του, γιατί κάθε φορά που μιλούσαμε, ξεφεύγαμε και η κουβέντα κρατούσε πάνω από μία με μίαμιση ώρα, ένας πραγματικός εφιάλτης στην απομαγνητοφώνηση. Αυτή τη φορά, χωρίσαμε τη συνέντευξη σε δύο μέρη, αυτό που αφορούσε τους DEVIL’S TRAIN και αυτό που αφορούσε όλα τα υπόλοιπα (και δεν αφορούν του υπόλοιπους!!!). Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε με αυτό το σκεπτικό, μπορείτε να διαβάσετε τα πάντα ΠΟΛΥ ενδιαφέροντα πράγματα που μας λέει ο Λιαπάκης, για το “Ashes and bones”, τη νέα τους σύνθεση, τη σημαντική καθυστέρηση στην κυκλοφορία του, τη λογική πίσω από τη σύνθεση των τραγουδιών, τις διασκευές, τους MYSTIC PROPHECY και τους STEEL PROPHET.

Ashes and bones” είναι ο τίτλος του νέου δίσκου των DEVILS TRAIN. «Στάχτη και κόκαλα»; Τι όνειρο είδες κι έβγαλες αυτόν τον τίτλο;
Ξέρω εγώ ρε φίλε; Ξύπνησα ένα πρωί και την είδα cowboy. Χαχαχα! Αφού ξέρεις, ότι ψάχνομαι πολύ με τέτοια πράγματα, τίτλους τραγουδιών, τίτλους άλμπουμ, να δεις τις φωτογραφίες, το εξώφυλλο, υπάρχει αυτή η ρετρό ατμόσφαιρα, μπέρδεψα το stoner, με το southern και το blues, οπότε χρειαζόμασταν έναν τίτλο σαν κι αυτόν.

Πέρασαν εφτά χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο των DEVILS TRAIN. Σκέφτηκες να διαλύσεις το συγκρότημα ή συνέβαιναν πολλά πράγματα και είπες να τους αφήσεις λίγο στην άκρη;
Ποτέ δεν σκέφτηκα να διαλύσω τους DEVIL’S TRAIN. Είναι το παιδί μου. Ποτέ δεν θέλω να στήνω project αλλά συγκροτήματα. Είμαι band leader κι όχι follower. Το άλμπουμ αυτό ήταν να βγει πριν από δύο χρόνια, αλλά έσκασε ο κορονοϊός και είπα ότι δεν πρόκειται να βγάλω άλμπουμ μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση με τίποτα, από τη στιγμή που δεν θα μπορεί ο κόσμος να βρει το δίσκο στα μαγαζιά, δεν μπορώ να παίζω live, να περιοδεύω. Αν προσθέσεις ότι βγάλαμε δίσκο με τους MYSTIC PROPHECY, κάναμε περιοδείες, μπήκα και στους STEEL PROPHET, λες και μου περίσσευε χρόνος (γέλια), καταλαβαίνεις ότι πήγαν όλα πίσω. Είμαι ο βασικός συνθέτης, οπότε έγραφα για το ένα γκρουπ, έγραφα για το άλλο, βάλε τη δουλειά στο στούντιο, πέρασαν τα χρόνια. Θα έβγαινε στα τέσσερα χρόνια, βγήκε στα εφτά. Αλλά δεν με πειράζει καθόλου, γιατί βγήκε ακριβώς όπως ήθελα να βγει, οπότε δεν έχει καμία σημασία για μένα ο χρόνος που πέρασε.

Πως έψησες τον Joerg Michael να ξαναπαίξει τύμπανα; Αν δεν κάνω λάθος, είχε αποσυρθεί.
Δεν τον έπεισα. Ο Joerg ήταν πάντα οπαδός αυτής της μουσικής και του άρεσαν όλοι οι δίσκοι που έκανε. Όταν άκουσε το υλικό που έγραφα με τον κιθαρίστα μας, τον Dan Baune, μου είπε ότι μπορεί να είχε αποσυρθεί απ’ οτιδήποτε άλλο, αλλά στους DEVIL’S TRAIN ήταν μέσα, ήθελε να πάρει μέρος. Ο Joerg τώρα κάνει booking και είναι ατζέντης σε μεγάλα συγκροτήματα, αλλά ήταν το όνειρό του να παίξει σ’ ένα τέτοιο συγκρότημα, όπως οι DEVIL’S TRAIN.

Προφανώς είχε βαρεθεί να παίζει σαν drum machine σε όλα τα power metal συγκροτήματα… Είχε καταντήσει μονότονο το παίξιμό του, ενώ είναι πολύ καλός ντράμερ.
Ακριβώς αυτό ρε φίλε. Είχε καταντήσει το drum machine της Γερμανικής –και όχι μόνο- σκηνής. AXEL RUDI PELL, SAXON, RUNNING WILD, STRATOVARIUS. Είναι ο πιο πολυάσχολος ντράμερ, με τα περισσότερα projects που παίξει κανείς, είναι ο Joerg. Αν ανοίξεις στη Wikipedia, θα σου βγάλει 200 συγκροτήματα. Μέχρι και στους MEKONG DELTA, αλλά με αυτό το τυπικό στυλ. Όταν είχαμε βρεθεί για τον πρώτο δίσκο, ήξερα ότι ήταν μεγάλος οπαδός των VAN HALEN και του Αμερικάνικου hard rock και μου είπε: «πάντα ήθελα να παίξω σ’ ένα τέτοιου είδους άλμπουμ».

Στους δίσκους σου, μας έχεις συνηθίσει να μας παρουσιάζει συνήθως έναν νέο, Έλληνα μουσικό. Πως προέκυψε ο Dan Baune; Το συζητήσατε με τον Άκη τον Κοσμίδη από τη ROAR ή τον γνώριζες από τη δουλειά του με τους MONUMENT;
Κοίτα, αν τον έχεις ακούσει στους MONUMENT, δεν θα σου πάει ποτέ το μυαλό ότι θα ταιριάζει με τους DEVIL’S TRAIN!!! Τον είχα ακούσει σε κάποια άλλα project και είχα διακρίνει ότι έχει αυτό που ήθελα για το γκρουπ, ένα ύφος κοντά σ’ αυτό του John Sykes, πιο «στεγνό», χωρίς πολλά εφέ. Ζήτησα το contact του από τον Άκη Κοσμίδη, που έχει τη ROAR!, μιλήσαμε, ήταν ενθουσιασμένος κι εκείνος και γράψαμε μαζί κάποια κομμάτια. Δεν είναι όλα δικά μου. Βρήκαμε πολύ καλή χημεία ανάμεσά μας και καταλάβαινε αμέσως τι θέλω. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, ξέρεις ποιο ήταν ρε Σάκη; Ότι δεν σπαταλήσαμε χρόνο σε ανούσιες συζητήσεις. Αντί να καθόμαστε 10 ώρες να συζητάμε πώς θα παίξουμε τα τραγούδια, ρίχναμε 10 ώρες δουλειά και ανταμειφθήκαμε για τον κόπο μας.

Σε γνωρίζω 25 χρόνια περίπου και μπορώ να επιβεβαιώσω ότι πάντα σου άρεσε αυτό το bluesy hard rock. Πως όμως μπορείς να πείσεις τον μέσο ακροατή, ότι μία μπάντα που έχει κατ’ εξοχήν power metal μουσικούς, όπως εσύ, ο Joerg Michael και ο Jens Becker, παίζει αυτό το είδος μουσικής, επειδή του αρέσει κι όχι επειδή μπορεί να είναι πιο πολύ στη μόδα τώρα;
Αυτό ακριβώς ήθελα να κάνω. Να πάρω power metal μουσικούς και να παίξω κάτι διαφορετικό. Ποιο θα ήταν το νόημα να κάναμε κάτι πάλι προς το ύφος των MYSTIC PROPHECY; Αν έβγαινε κάτι παρόμοιο με τα υπόλοιπα συγκροτήματά μου, δεν θα το προχωρούσα. Όταν όμως βγήκε το ντεμπούτο, όλος ο κόσμος περίμενε power metal, αλλά αυτό που πήραν, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Αν ήταν να κάνω νέους MYSTIC δίπλα στους MYSTIC, μία από τις δύο μπάντες, θα την σκότωνα. Όσοι με ξέρουν από παλιά, πάντα γνώριζαν την αγάπη μου για το mainstream rock των 80s και των 70s. Μου άρεσαν πάντα οι WHITESNAKE, οι BLACKFOOT, οι LYNYRD SKYNYRD και το όνειρό μου ήταν να κάνω «American style heavy rock, made in Europe». Τα hooks, το vibe, είναι όλο αμερικάνικο, οι κιθάρες και η παραγωγή μας, όμως, δεν είναι σαν τους BLACK STONE CHERRY, τους BLACKBERRY SMOKE ή τους ALTER BRIDGE. Εκείνοι, γεννιούνται έχοντας αυτό το στυλ. Άντε τώρα να βάλεις τον Γερμανό, που μεγάλωσε μέσα στις μπυραρίες, να παίξει αυτό το ύφος. Αφού και ο Joerg και ο Jens, μου είχαν πει ότι δυσκολεύονταν να παίξουν αυτά που ζητούσα, παρότι είναι τόσο έμπειροι μουσικοί. Αλλά είναι τόσο επαγγελματίες, πέρα από θρύλοι αυτής της μουσικής, που έπαιξαν αυτό που ακριβώς ήθελα, αυτό με το οποίο μεγάλωσα, αυτή τη sexy μουσική των DEF LEPPARD ή των WHITESNAKE, έβαλα και λίγο stoner για την πιτσιρικαρία, λίγο southern rock και λίγο blues κι έτοιμοι είμαστε.

Τώρα που είπες “sexy”, πλέον έχει γίνει trademark των DEVILS TRAIN τα video clip τους να είναι γεμάτα με ωραίες, sexy κοπέλες, να χορεύουν, χωρίς τίποτα χυδαίο, αλλά όπως τα video της δεκαετίας του ’80.
Μα, αυτό ακριβώς ήταν το vibe. Με αυτή τη μουσική μεγάλωσα και αν έβλεπες video clip των WHITESNAKE, των RATT, των W.A.S.P. εκείνη την περίοδο, θα έβλεπες συνεχώς γυναίκες. Η γυναίκα παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στο rock n’ roll. Προσπαθούμε κι εμείς να έχουμε καλλίγραμμες γυναίκες να χορεύουν, όχι πρόστυχα και χυδαία όμως. Είναι ένα κλισέ που θέλω να έχω στο συγκρότημα, ναι. Όπως και στα live, έτσι και στα video, «πρώτα τρώει το μάτι και μετά τ’ αυτί». Όταν βλέπεις ένα συγκρότημα στη σκηνή, να βγαίνει με τσαμπουκά και λίγο καλά να παίζει, αμέσως λες ότι είναι πολύ καλό το σχήμα. Αν βγεις σαν το παρτάλι και καλά να παίζεις, κανείς δεν θα δώσει σημασία. Εγώ θέλω να δώσω την Ευρωπαϊκή πλευρά του blues, rock, stoner, δεν το παίζω «αμερικανάκι». Δεν πάω να αντιγράψω τους DEAD DAISIES ή τους WHITESNAKE. Και να σου πω κάτι περίεργο; Το μεγαλύτερο hype των Αμερικάνων στα streaming services αυτή τη στιγμή, είμαστε εμείς, σ’ αυτή τη φάση, όχι κάποια δική τους μπάντα.

Ο δίσκος έχει βγει εδώ και κάποιες μέρες και φαίνεται ότι πάει πολύ καλά. Τι περιμένατε και τι σας ήρθε;
Κατ’ αρχάς, είμαι άτομο πολύ απαισιόδοξο και ό,τι έρχεται καλύτερο, έτσι χαίρομαι περισσότερο. Εγώ δεν περίμενα τίποτα, το μόνο που ήθελα ήταν να βγάλω ένα καλό άλμπουμ που ξέρω ότι τα κατάφερα. Από εκεί και πέρα όμως, ο κόσμος αποφασίζει αν ένα άλμπουμ πάει καλά. Βγήκαμε στο #47 στα Γερμανικά charts, στην Ελλάδα την πρώτη εβδομάδα στο #34, τη δεύτερη στο #14 και τώρα, την τρίτη εβδομάδα, στο #33, στην Ελβετία βγήκαμε στο #72. Πήγαμε όμως και πολύ καλά στα downloads, παρότι η μουσική μας είναι για φυσικό προϊόν, κι αυτό σημαίνει ότι οι νεότεροι κατέβασαν τραγούδια μας. Φαντάσου ότι στην Ελλάδα ήμασταν #2 στα iTunes και στην Αμερική #24, στη Γερμανία #13, στη Φινλανδία και τη Σουηδία στο Top Ten. Δεν περίμενα κάτι και ήταν μία πάρα πολύ ευχάριστη έκπληξη όλα αυτά.

Και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι λείπατε από το προσκήνιο για 7 χρόνια, έτσι;
Ναι, αλλά κάναμε πολύ δυνατή προώθηση. Πέντε video clip βγάλαμε πριν την κυκλοφορία και σε λίγες μέρες κυκλοφορεί και το έκτο.

Που θα είναι το “Rising on fire”; Γιατί εγώ αυτό θα έβγαζα πριν την κυκλοφορία του δίσκου.
Ναι, αυτό θα είναι.

Μου θυμίζει το “Black velvet” της Alannah Myles.
Ε, ναι. Από εκεί είναι. Ποτέ δεν βγάζω κάτι να είναι ξεκάρφωτο. Δηλαδή, σκέφτηκα πάρα πολύ για τη διασκευή, για το εξώφυλλο, για τα πάντα. Ακόμα και τη φωτογραφία να έχει αυτό το ρετρό χρώμα, το κόκκινο.

Πες μου λίγο για τη διασκευή τώρα. Συνηθίζεις να διασκευάζεις πολύ γνωστά τραγούδια. Στο προηγούμενο άλμπουμ είχες κάνει το “Immigrant song”, στο ντεμπούτο, το “American woman”. Με τους MYSTIC PROPHECY, αφήνοντας έξω το άλμπουμ διασκευών, έχεις κάνει το “Sex bomb”, το “Paranoid”, πολύ κλασικά τραγούδια. Έχουμε μιλήσει πολύ γι’ αυτό και μου έχεις πει ότι το κάνεις επίτηδες. Αυτό που σκέφτομαι, όμως, είναι ότι το “Word up”, οι KORN το έχουν κάνει εκ νέου μία πολύ μεγάλη επιτυχία. Για ποιο λόγο πας να κάνεις κάτι που μπορεί να ακουστεί διασκευή στη διασκευή;
Οι KORN έφεραν το τραγούδι ακριβώς στον ήχο τους. Εμείς το πήγαμε σε πιο bluesy, southern, stoner καταστάσεις, με χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, φτιάξαμε κι ένα ωραίο, sexy video. Δεν θέλω να κάνω επανεκτελέσεις και θέλω η διασκευή να ταιριάζει και στο ύφος της μπάντας.

Κοιτάζοντας το Spotify των MYSTIC PROPHECY, βλέπω ότι μετά το “Ravenlord”, ουσιαστικά βρίσκονται τρεις διασκευές στα πιο streamαρισμένα τραγούδια σας. Το “Paranoid”, το “I’m still standing” και το “Because the night”.
Να πάμε λίγο, τότε, στο άλμπουμ διασκευών των MYSTIC PROPHECY. Εκείνο είχε γίνει εντελώς επίτηδες έτσι. Ήθελα να μπω σε πολλά «ύδατα», με Elton John, με το “Hot stuff”, με το “Stroke me”, με την Patti Smith και φέραμε όλα τα κομμάτια στο ύφος των MYSTIC PROPHECY. Αν κοιτάξεις, έχουμε καταφέρει να υπάρχουν 300-350.000 ακροατές το μήνα στο Spotify. Είναι πολύ περισσότεροι από πολύ πιο γνωστά ονόματα στο χώρο. Κατάφερα κι έκανα τους MYSTIC PROPHECY ενδιαφέροντες ακόμα και σε κόσμο που δεν άκουγε καθόλου όχι μόνο το γκρουπ, αλλά και το είδος μουσικής. Αυτός είναι και ο λόγος που οι MYSTIC PROPHECY τα τελευταία 3-4 χρόνια, έχουν «εκραγεί» στα streams. Λες και περνάμε δεύτερη νεότητα. Καταφέραμε και κερδίσαμε οπαδούς από διαφορετικά είδη μουσικής. Αυτή είναι και η λογική στις διασκευές των DEVIL’S TRAIN. Να δείξω την μπάντα σε άλλο κόσμο.

Τα τελευταία χρόνια, η μουσική βιομηχανία πάει με ολοένα και πιο γρήγορο ρυθμό στην ψηφιακή φάση και το streaming. Οι DEVILS TRAIN, αλλά και οι MYSTIC PROPHECY, είναι πιο «παραδοσιακές» μπάντες, που βασίζονται πιο πολύ στο φυσικό προϊόν. Βλέπεις το μέλλον πιο δύσκολο για συγκροτήματα τέτοιου είδους;
Από τη μία πιο δύσκολο, από την άλλη πιο εύκολο, γιατί πολλά γκρουπ δεν βγάζουν πλέον φυσικό προϊόν. Αυτό που με στενοχωρεί, είναι ότι οι εταιρίες «σκοτώνουν» γκρουπ που είναι ακόμα δυνατά σε φυσικό προϊόν… Οι DEVIL’S TRAIN και οι MYSTIC PROPHECY, επειδή είμαστε χρόνια στο κουρμπέτι, έχουμε πιστούς οπαδούς. Ιδιαίτερα οι MYSTIC, έχουν οπαδούς που ξεκίνησαν να τους ακούνε στα 22 τους χρόνια και είναι τώρα 50 και ακόμα υποστηρίζουν. Και είναι σε ηλικία να έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν ένα βινύλιο, εκεί που ο πιτσιρικάς, πληρώνοντας 10 ευρώ το μήνα, έχει 50.000 τραγούδια στο Spotify. Υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι, νοσταλγικοί, που γουστάρουν να αγοράζουν τις ειδικές εκδόσεις των βινυλίων και όλα αυτά τα ωραία. Νομίζω θα κρατήσει 4-5 χρόνια ακόμα αυτή η φάση. Αλλά όσο υπάρχουν άνθρωποι, όπως ο Άκης ο Κοσμίδης, που έχει τη ROAR! Rock Of Angels Records, την εταιρία μας, θα συνεχίζει να υπάρχει φυσικό προϊόν, για τους νοσταλγικούς ανθρώπους, που δεν είναι λίγοι, όσο νομίζουν οι μεγάλες εταιρίες πως είναι. Πρέπει να έχεις μεράκι για να ασχολείσαι με αυτή τη φάση. Πλέον, έχουν μπει μεγάλες εταιρίες που ασχολούνται μόνο με το ψηφιακό κομμάτι, που είναι μόνο business. Ένα κόκκινο κουτάκι να δουν στο excel, σε πετάνε από την εταιρία χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Γυρίζοντας σ’ αυτά που λέγαμε για τις διασκευές, σκέφτεσαι να βγάλεις “Monuments uncovered II”;
Με τα χίλια (γέλια). Δεν είναι ωραίο που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Όταν βγήκε το “Monuments uncovered”, είχε πουλήσει τα τριπλάσια από τα προηγούμενα άλμπουμ των MYSTIC PROPHECY!!! Κι αυτό πήρε αλυσίδα και τα επόμενα άλμπουμ μας, αφού κερδίσαμε οπαδούς. Το “Metal division”, πούλησε 30% περισσότερο από το “War brigade”, σε μία περίοδο που όλα πήγαιναν 30% κάτω. Να δούμε όμως πότε μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτές τις μέρες δουλεύουμε το νέο άλμπουμ των MYSTIC PROPHECY, τον Οκτώβριο θα ηχογραφήσω το δίσκο των STEEL PROPHET και παράλληλα έχω ξεκινήσει με τον Dan Baune, το νέο DEVIL’S TRAIN. Μου αρέσει πολύ να κάνω μουσική. Να περάσουν τα χρόνια και να λέω ότι έχω αφήσει κάτι πίσω μου.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading

Artists

THE SISTERS OF MERCY – 12 STORIES ABOUT “FLOODLAND”

Published

on

Όταν με ρωτάνε τι σημαίνει gothic rock, το πρώτο album που θα συστήσω είναι το “Floodland” των THE SISTERS OF MERCY. Μπορεί να ακούγεται αιρετικό όλο αυτό, αφού για πάρα πολλούς είναι solo album του Andrew Eldritch (δεν έχουν ιδιαίτερα άδικο), ενώ διαδέχεται και ένα τόσο κομβικό ντεμπούτο όπως το “First and last and always”. Παρ’ όλα αυτά πρόκειται για ένα ακόμη αριστουργηματικό άλμπουμ κάτω από το TSOM brand, ενώ υπάρχουν και πάρα πολλές ιστορίες πίσω από τη δημιουργία του.

Φέτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από την κυκλοφορία του “Floodland” και αυτό το αφιέρωμα προορίζονταν για το Νοέμβριο. Όμως η επίσκεψη του Eldritch και της παρέας του αυτό το καλοκαίρι στο Chania Rock Festival, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στη Μονή Λαζαριστών, αναγκάζουν τον γράφοντα να επισπεύσει τις διαδικασίες και να πει την ιστορία αυτού του πολύ σημαντικού album, χρησιμοποιώντας ως αφορμές τις δώδεκα συνθέσεις που υπάρχουν είτε στο κύριο tracklisting, είτε στα b-sides. Με την ελπίδα μιας καλής live εμφάνισης, πάμε να δούμε παρέα κάποιες γνωστές και πολλές άγνωστες πτυχές αυτού του μοναδικού δίσκου…

1. Dominion/Mother Russia: Το εναρκτήριο τραγούδι προέκυψε μέσα από τα sessions του Andrew Eldritch με τον Jim Steinman στα ιστορικά Power Station studios της περιοχής Hell’s Kitchen στη Νέα Υόρκη (ψάξτε μόνο από περιέργεια πόσοι ιστορικοί δίσκοι ηχογραφήθηκαν εκεί πέρα). Πρόκειται για τη σύμπραξη των Eldritch, Steinman και του βοηθού του Larry Alexander. H αρχική σύνθεση περιείχε μόνο το “Dominion” και το δεύτερο μέρος του “Mother Russia” συμπεριλήφθηκε κατά τις ηχογραφήσεις και ήταν μια ξερή αναφορά στον Ψυχρό Πόλεμο και στην έκρηξη του πυρηνικού εργοστασίου στο Chernobyl της Ουκρανίας (τότε Σοβιετική Ένωση). Όπως και στο “This corrosion”, έτσι και εδώ ακούγεται η 40μελής New York Choral Society, ενώ και ο Larry Alexander κατέληξε να είναι ο ουσιαστικός παραγωγός όλου του άλμπουμ. Όπως δήλωσε σε συνεντεύξεις του, μετά τα Power Station, ακολούθησε τον Eldritch στην Αγγλία, προκειμένου να βάλει σε σειρά έναν χαοτικό αριθμό από σκόρπιες κασέτες με ηχογραφήσεις και διάσπαρτες ιδέες. Αφού κατάφερε αυτόν τον άθλο, ο Alexander μετά την κυκλοφορία του “Floodland” φυσικά και απολύθηκε. Έτσι επειδή.

2. Flood I & II: Τα δύο μέρη του “Flood” βρίσκονται στρατηγικά τοποθετημένα στο album, καθώς και τα δύο διαδέχονται τις ισάριθμες, εναρκτήριες συνθέσεις του Jim Steinman και στην Α και στην Β πλευρά. Το concept του “Flood” επικεντρώνεται σε μια πλημμύρα που συνέβη στο Αμβούργο, λίγες μέρες μετά το ατύχημα που αναφερθήκαμε πιο πάνω. Στα 80s πολλοί μουσικοί από το Ηνωμένο Βασίλειο, είχαν μετακομίσει στη Γερμανία για φορολογικούς λόγους και ο Eldritch είχε επιλέξει ως τόπο διαμονής του το λιμάνι του Αμβούργου. Οι στίχοι περιγράφουν τον Eldritch να κάθεται σε ένα μπαρ, να παρατηρεί την τοξική βροχή και την πλημμύρα που τη συνοδεύει, καθώς και τα διάφορα ζευγάρια που έπιναν το ποτό τους ταυτόχρονα με αυτόν.

3. Lucretia my reflection: Το τραγούδι που ξεσηκώνει τους θαμώνες οποιουδήποτε goth club στον κόσμο, είναι η σύνθεση με την οποία καλωσορίζει ο Andrew Eldritch στις τάξεις των THE SISTERS OF MERCY την Patricia Morrison. Το παρουσιαστικό της του θύμιζε την Λουκρητία Βοργία, τη γνωστή femme fatale του Μεσαίωνα, η οποία κυβέρνησε την αρχαία Perugia τον Μεσαίωνα και εξουδετέρωνε τους αντιπάλους της, χύνοντας δηλητήριο στα ποτά και στα φαγητά τους. Η Morrison είχε κληθεί να συμμετάσχει στο “Gift” EP των THE SISTERHOOD, όπου εκεί βρίσκονται οι μοναδικές της συνεισφορές σε όλα τα χρόνια που ήταν δίπλα στον Eldritch. Στο “Floodland” ήταν χρήσιμη βέβαια μόνο η φυσική της παρουσία στις φωτογραφήσεις και στα video clips και όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Andrew, “ήθελα κάποιον να κρατάει στιβαρά το μπάσο”. Έναν ρόλο για τον οποίο την πλήρωνε, σύμφωνα με φήμες, με 300 λίρες την εβδομάδα! Το δε περίφημο video clip, όπως και αυτό του “This corrosion”, γυρίστηκαν σε διάφορα μέρη της βιομηχανικής ζώνης της Βομβάης στην Ινδία.

4. 1959: Αυτό είναι το άτυπο τέταρτο single του “Floodland”, το οποίο αν και συνοδεύεται από το σχετικό video clip, ποτέ δεν κυκλοφόρησε επίσημα σε βινυλιακή μορφή. Το 1959 γεννήθηκε ο κατά κόσμο Andrew William Harvey Taylor, που μετέπειτα έγινε παγκοσμίως γνωστός ως Andrew Eldritch. Περιέχει στιχουργικές αναφορές στο βιβλίο “Where the wind blows” του Raymond Briggs, σχετικά με ένα αντρόγυνο που αργοπεθαίνει μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο. Όπως είπαμε και πιο πριν, τα γεγονότα στο Chernobyl ήταν ακόμη νωπά. Σε ότι αφορά την Isabelle που αναφέρεται προς το τέλος του τραγουδιού, αυτή είναι διπλή αναφορά. Από τη μια βρίσκεται μια SISTERS fan, η οποία είχε προτείνει στον Eldritch να γράψει ένα ακουστικό τραγούδι μόνο με τη συνοδεία πιάνου, ενώ από την άλλη βρίσκεται το όνομα της κόρης της… Lucrezia Borgia, μετά τη γέννα της οποίας πέθανε μόλις στα 39 της.

5. This corrosion: Η δημιουργία του “Floodland” ξεκίνησε από αυτό εδώ το δεκάλεπτο έπος. Πριν διαλυθεί η κλασική τριάδα των THE SISTERS OF MERCY, ο Eldritch είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του να συνεργαστεί με τον παραγωγό των “Bat out of hell”, Jim Steinman, για αυτό και έπαιζαν στις συναυλίες τη διασκευή του “Gimme gimme gimme” των ΑΒΒΑ, προκειμένου να του δείξει ότι διαθέτει και μια ποπ πλευρά. Όταν τελικά, συμφώνησαν να το γράψουν, εξάντλησαν το budget των 50.000 δολαρίων που έδωσε η WEA για ολόκληρο το album! Τελικά, μετά και από παρέμβαση του ίδιου του Steinman, η δισκογραφική πείστηκε να δώσει μερικές χιλιάδες δολάρια επιπλέον, προκειμένου και να αποπερατωθεί το “Dominion” και να ολοκληρωθεί το “Floodland” όπως το ξέρουμε μέχρι και σήμερα. Σε ότι αφορά το στιχουργικό κομμάτι, εδώ έχουμε να κάνουμε με συνεχείς μπηχτές προς τους Hussey/Adams, οι οποίοι μετά τη διάλυση ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα των SISTERS (“Gimme the ring”).

6. Driven like the snow: Το τραγούδι αυτό είναι το sequel του “Nine while nine” (“The lipstick on my cigarettes…”) και, όπως και ο προκάτοχός του, έτσι και αυτό είναι αφιερωμένο στον ανολοκλήρωτο έρωτα του Eldritch με την Claire Shearsby, κάτι που έχει παραδεχτεί και ο ίδιος ο mastermind. Πέρα από το motto “Fuck me and marry me young” που εδώ και 35 χρόνια συνοδεύει διάφορα SISTERS shirts, o στίχος “Kill the lights in the middle of the road” είναι tribute στο “The master song” του Leonard Cohen. Το “The master song” βρίσκεται στην Α πλευρά του ντεμπούτου του Cohen πίσω στο μακρινό 1967, ενώ η πλευρά αυτή κλείνει με το τραγούδι… “Sisters of Mercy”!

7. Never land: Η αρχική ιδέα ήταν να κλείνει το tracklisting με ένα μεγάλο instrumental, εν προκειμένω το “Never land”. Όμως, με το “This corrosion” να τρώει σχεδόν δέκα λεπτά και τα “Flood II” και “Driven like the snow” άλλα έντεκα, τα περιθώρια της δεύτερης πλευράς ήταν ιδιαίτερα στενά. Η μέση λύση βρέθηκε με ένα απόσπασμα της αρχικής σύνθεσης, η οποία πήρε τον υπότιτλο “A fragment” και με στίχους που προστέθηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Bonus παράσημο για το “Never land” αποτελεί η εμφάνισή του στην πέμπτη και καλύτερη σεζόν της τηλεοπτικής σειράς “American Horrror Story”.

8. Torch: Το b-side του “This corrosion” single, είναι μια σύνθεση που υποτίθεται ότι θα βρίσκονταν στο νέο album της κλασικής τετράδας, του οποίου ο τίτλος θα ήταν “Left on mission and revenge”. Στην επανέκδοση του “Floodland” σε CD, όπως και στην κασέτα, περιέχονταν ως bonus track. Μετά τα παρατράγουδα που έγιναν με τους THE SISTERHOOD και τα οποία θα διαβάσετε παρακάτω, ο Wayne Hussey και ο Craig Adams είπαν να χαλάσουν τον τίτλο του νέου album του πρώην συνεργάτη τους και να ονομάσουν το νέο τους συγκρότημα THE MISSION!

9. Colours: Ένα χρόνο πριν, ο Andrew Eldritch κυκλοφόρησε το “Gift” EP με το project των THE SISTERHOOD. Ένα από τα τραγούδια που περιέχονταν σε αυτό το ΕΡ ήταν και το “Colours”, του οποίου μια ελαφρώς διαφορετική version βρίσκεται και στο b-side του “This corrosion”, αλλά και ως bonus track στην επανέκδοση σε CD. Η ιστορία των THE SISTERHOOD έχει αρκετή ίντριγκα: Μετά τη διάλυση της κλασικής σύνθεσης, οι Hussey/Adams περιόδευαν ως THE SISTERHOOD και ήθελαν να κατοχυρώσουν το όνομα των THE SISTERS OF MERCY, καταπατώντας τη σχετική, προφορική συμφωνία με τον Eldritch. Το πράγμα αυτό δεν άρεσε καθόλου στον τελευταίο, ο οποίος πρόλαβε και να κατοχυρώσει νομικά το όνομα των SISTERS, αλλά και να ηχογραφήσει μέσα σε μόλις έντεκα ημέρες το “Gift”, αφήνοντας προσωρινά τους άσπονδους φίλους του χωρίς όνομα. Το ότι το “Gift” είναι κάτω του μετρίου (για να μην πω κάτι άλλο), είναι μια ιστορία που την αφήνω για μελλοντικό κείμενο.

10. Long train: Το “Long train”, b-side στο “Lucretia my reflection” δεν είναι μια άγνωστη σύνθεση. Στην ουσία πρόκειται για μια extended version του “Train”, μιας σύνθεσης του Eldritch και leftover του “First and last and always”. Τα κάτι λιγότερο από τρία λεπτά του “Train” κατέληξαν και ως limited bonus flexi disc στο πακέτο με το “Walk away” single, αλλά και ως μέρος του “Body and soul” EP, για το οποίο είχαμε μιλήσει πριν μερικά χρόνια στη στήλη “Beyond The Pale”. Η μετονομασία του ως “Long train” έχει άμεση σύνδεση με το a-side, καθώς υπάρχει αυτούσια η φράση στη γέφυρα της σύνθεσης. Ο δε ήχος είναι το ίδιο μουντός με την πρώτη εκτέλεση, πράγμα που σημαίνει ότι προέρχεται από τα ίδια recording sessions.

11. Untitled/Sandstorm/Ozymandias: Τα τρία b-sides του “Dominion” είναι αλληλένδετα με την κύρια σύνθεση. Το “Untitled” είναι μια πιο αργή, instrumental και μικρότερη σε διάρκεια επανεκτέλεση του “Dominion”, το “Sandstorm” είναι η εισαγωγή που ακούγεται στο ομώνυμο, ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ video clip, παιγμένη αποκλειστικά από σαξόφωνο, ενώ το “Ozymandias” είναι το τραγούδι παιγμένο από την ανάποδη, κάνοντας πλάκα στους χομπίστες της εποχής, που έψαχναν να βρουν κρυμμένα μηνύματα σε διάφορα τραγούδια. Μιλώντας για το video clip, γυρίστηκε στην Ιορδανία και μάλιστα, οι ντόπιοι που συμμετέχουν ερωτεύθηκαν σε τέτοιο βαθμό τη Morrison, με αποτέλεσμα να προσφέρουν σαν αντάλλαγμα στον παρτενέρ της δύο καμήλες, προκειμένου να καταλήξει σύζυγος κάποιου τυχερού!

12. Emma: Σημειολογικά, αυτή είναι η τελευταία, επίσημη διασκευή που έχουν κάνει οι TSOM. Οι πρώτες, ζωντανές εκτελέσεις της υπήρχαν από το 1983, την εποχή δηλαδή που ήταν ο Wayne Hussey συνοδοιπόρος του Eldritch, ενώ ήταν να συμπεριληφθεί και σε ένα ΕΡ διασκευών, μαζί με το “Knockin’ on heaven’s door” του Bob Dylan, που επίσης είχαν ερμηνεύσει ουκ ολίγες φορές επί σκηνής. Η αυθεντική εκτέλεση ήταν και το πρώτο single από το ντεμπούτο άλμπουμ των HOT CHOCOLATE “Cicero park” του 1974. Ο τραγουδιστής τους (και μακαρίτης πλέον) Errol Brown έγραφε τακτικά τραγούδια-εξομολογήσεις για την τότε αγαπημένη του σύζυγο Emma (ή Emmalene, και όσο άνηκε στι ς τάξεις τους και σαν solo artist. Όσο και αν ισχυρίζεται η Morrison ότι τη διαφορά έκαναν οι μπασογραμμές της και η κιθάρα που χρησιμοποιούσε κατά την θητεία της στους GUN CLUB (γελάει ο κόσμος), η single edition έχει απειροελάχιστες διαφοροποιήσεις από τις live editions που υπάρχουν στα διάφορα bootlegs. Fun fact: Το δίδυμο Hussey/Adams φρόντισε να διαιωνίσει την κόντρα του με τον Eldritch, χρησιμοποιώντας ΑΥΤΟΥΣΙΑ την εισαγωγή αυτής της διασκευής, στο ομώνυμο τραγούδι του “Another fall from grace” album των THE MISSION, πίσω στο κοντινό 2016…

Γιώργος Κόης

Continue Reading

Artists

CELLAR STONE interview (Γιώργος Μαρούλης)

Published

on

“Out of the cellar and onwards we rock”

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ των ελλήνων rockers CELLAR STONE “Rise & fall”, το ROCK HARD GREECE και ο Φίλιππος Φίλης συνομίλησαν με τον βασικό συνθέτη και κιθαρίστα της μπάντας, τον ευγενέστατο Γιώργο Μαρούλη ο οποίος απάντησε στις ερωτήσεις μας από το tour bus που μοιράζεται με τους UFO στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής τους περιοδείας! Ναι, αν δεν το έχετε πάρει χαμπάρι, there is a new kid in town όπως λέμε αγγλιστί, μια μπάντα μοντέρνα, κουρδισμένη σε σύγχρονες τάσεις και με φιλοδοξίες και τα διαπιστευτήρια για να αναγνωριστεί ευρέως, τόσο στην Ελλάδα όσο και έξω. Ο Γιώργος Μαρούλης μας μίλησε για τις φιλοδοξίες αυτές, για το παρόν και το μέλλον των CELLAR STONE αλλά ακόμα περισσότερο για το πώς χειρίστηκε ο ίδιος δύο χρόνια πανδημίας και lockdown και πως μας έφεραν αυτά στο σήμερα.

Συγχαρητήρια για το νέο σας δίσκο. Είναι ομολογώ ένα σκαλί ψηλότερα από το ντεμπούτο και εκπλήσσει. Δώσε μας μια σύνοψη του τι μεσολάβησε από το “One fine day” μέχρι τώρα για να έχουμε στα χέρια μας το “Rise & fall”.
Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια! Το “ One fine day” κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2020 δυστυχώς μέσα στο πρώτο μεγάλο lockdown που πέρασε η Ελλάδα. Ήταν ήδη δρομολογημένο να κυκλοφορήσει τότε από εμάς, χωρίς εταιρεία και πήραμε τα ρίσκα μας ξέροντας όλες τις συνέπειες που θα είχε αυτό. Εκ του αποτελέσματος πλέον λοιπόν μπορώ να σου πω ότι είχαμε όσο μπορούσαμε μια ομαλή κυκλοφορία με τα review μας από τα περιοδικά, radio airplay και το ανέβασμα όσο ήταν εφικτό του status της μπάντας, αλλά δυστυχώς κανένα live κάτι το οποίο βέβαια δεν είναι καθόλου καλό για ένα ανερχόμενο συγκρότημα. Τη φήμη του και την εμπειρία του ένα συγκρότημα την κερδίζει στο δρόμο παίζοντας όπου μπορεί, και αυτό δεν μπορεί να το αντικαταστήσει τίποτα. Ζυγίζοντας λοιπόν προσωπικά την κατάσταση και βλέποντας και λίγο μακρύτερα και όντας απομονωμένος από τα παιδιά στο νησί από όπου κατάγομαι, αποφάσισα να γράψω καινούργιο υλικό μέχρι να ξεδιαλύνει ας το πούμε το τοπίο με την πανδημία και να μπορούμε να έχουμε κάτι καινούργιο που θα συμπαρασύρει και το πρώτο άλμπουμ για να κάνουμε το επόμενο βήμα. Και μάλλον δεν έπεσα έξω! Έτσι γεννήθηκε το “Rise & fall”, δουλεύοντας το σε όλο αυτό το διάστημα που είχε σταματήσει η κανονικότητα.

Φαίνεται πως η πανδημία σας επηρέασε όπως συνέβη και σε άλλες μπάντες. Συγκεκριμένα, έγραψες όλο το δίσκο όντας σε καραντίνα σ’ ένα μικρό νησί. Αυτή η δύσκολη και ομολογουμένως σκοτεινή κατάσταση είναι σίγουρα κάτι που ακούγεται στο δίσκο. Ωστόσο, υπήρξαν και θετικά; ότι δηλαδή ήσουν πολύ δημιουργικός σ’ αυτή τη φάση και είχες το περιθώριο πραγματικά να δουλέψεις με την ησυχία σου. Ποια είναι λοιπόν η αποτίμηση της πανδημίας για τους CELLAR STONE;
Όντως απομονωμένος σε ένα νησί και αντιμετωπίζοντας μια κατάσταση πρωτόγνωρη για τα δεδομένα, σε κατακλύζουν πολλά συναισθήματα τα οποία αν έχεις κάπου να τα διοχετεύσεις δημιουργικά, ίσως πραγματικά κάτι έχεις να κερδίσεις από όλη την κατάσταση. Επειδή είμαι άνθρωπος που προσπαθεί πάντα έστω και στα πιο δύσκολα να βρω κάτι θετικό για να με βοηθήσει να τα ξεπεράσω, ήξερα ότι αυτά που συμβαίνουν γύρω μου με απασχολούν, με ενοχλούν, με ανησυχούν και έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα καταγράψω και να τα μεταφέρω με όχημα την μουσική. Όλα αυτά, λοιπόν, όντως με έκαναν πιο δημιουργικό και ξεκίνησα να γράφω τα τραγούδια για το άλμπουμ στις αρχές της πρώτης καραντίνας τον Μάρτιο του 2021. Η διαδικασία για να ολοκληρώσω το άλμπουμ μου πήρε γύρω στους έξι μήνες όπου από εκεί και πέρα άρχισαν οι ανταλλαγές demos με τα παιδιά στην Αθήνα για να πάρει το υλικό την τελική του μορφή. Ξέρεις, ήταν για εμάς κάτι πρωτόγνωρο όλη αυτή η διαδικασία να δουλεύουμε από απόσταση ειδικά αφού το πρώτο άλμπουμ το δουλεύαμε μαζί με τον Άρη στο στούντιο του παρέα. Μάθαμε λοιπόν και αυτό τον τρόπο να δουλεύεις, που πιστεύω το κάνουν και άλλες πολλές μπάντες εκεί έξω. Όλη λοιπόν αυτή η κατάσταση της δικής μου συναισθηματικής φόρτισης, το ότι ήμασταν μακριά με τα παιδιά και δουλέψαμε έτσι, είναι αποτυπωμένη στο δίσκο και νομίζω ότι έχει πάει αρκετά καλά!

Στο “Rise & fall” ασχολείστε και στο στιχουργικό κομμάτι με την πανδημία και εκφράζετε κάποιες θέσεις και συναισθήματα. Ποιο πιστεύετε πως είναι το καθήκον του καλλιτέχνη, του ροκ μουσικού, σε τέτοιους καιρούς;
Το στιχουργικό κομμάτι σε αυτό το άλμπουμ όπως και σε αρκετά τραγούδια στο πρώτο το ανέλαβε η Fofi Roussos. Με την Fofi είμαστε συνεργάτες χρόνια (4BITTEN) και την θεωρώ καταπληκτική σε αυτό που κάνει. Τις ζητήσαμε λοιπόν με τα παιδιά να αναλάβει να γράψει όλους τους στίχους του δίσκου, άκουσε το υλικό της άρεσε παρά πολύ και δέχτηκε. Κατανοώντας λοιπόν τον χαρακτήρα του υλικού και επηρεασμένη και κείνη από την κατάσταση που βιώναμε, έγραψε τους στίχους που σαφώς αφορούν όλα αυτά που ζούμε τα τελευταία δυο χρόνια και όχι μόνο βέβαια. Για μένα, οι μουσικοί, οι καλλιτέχνες σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις έχουν καθήκον να αποτυπώνουν τα συναισθήματα τους με τέτοιο τρόπο ώστε ο κόσμος φιλτράροντάς τα να ταυτιστεί μαζί τους, να βοηθηθεί ίσως, βγαίνοντας από τις δύσκολες καταστάσεις και να πάει παρακάτω, έχοντας «τραυματιστεί» όσο το δυνατόν λιγότερο.

Μουσικά επίσης το νέο άλμπουμ είναι πιο σκοτεινό και βαρύ. Πως βλέπετε την εξέλιξη του ήχου και των συνθέσεων σας; Ήταν και αυτό απότοκο της πανδημίας;
Σαν βασικός σύνθετης του σχήματος, επηρεάζομαι παρά πολύ από τις μουσικές που ακούω από άλλα συγκροτήματα του είδους μας και των τελευταίων κυκλοφοριών τους. Ποτέ όμως δεν αφήνω πίσω μου και δίσκους που στην μέχρι τώρα μουσική μου πορεία με έχουν στιγματίσει και επηρεάσει. Δίσκοι οι οποίοι όσες φορές και να τους ακούσεις πάντα θα υπάρχει κάτι που θα ανακαλύπτεις. Όλα αυτά, λοιπόν, περνώντας τα από το προσωπικό μου φίλτρο, με οδηγούν στο να γράψω την δική μας μουσική. Ότι το καινούργιο άλμπουμ ακούγεται όπως ακριβώς λες λοιπόν, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των συναισθημάτων από την πανδημία, αλλά και από την επαφή μου με μπάντες όπως οι SHINEDOWN, BLACK STONE CHERRY, BLACK LABEL SOCIETY, ALTER BRIDGE κ.α., που διαμορφώνουν τον ήχο τον οποίο οραματίζομαι για την μπάντα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί πως η μίξη έγινε στο Kentucky από τον Jordan Westfall και πως υπήρξε μια guest εμφάνιση από τον Chris Robertson των BLACK STONE CHERRY στο “War we can win”. Φαντάζομαι πως ήταν ένα απωθημένο όνειρο να δουλέψετε με τον Robertson γνωρίζοντας πόσα κοινά έχουν οι δύο μπάντες, σωστά;
Πολύ σωστά. Οι BLACK STONE CHERRY είναι μια από τις μπάντες που θαυμάζουμε για αυτό που κάνουν και για το πως ακούγονται. Δεν ήταν και τυχαία η επιλογή του Jordan έχοντας ακούσει τι έχει κάνει στην τελευταία δουλειά τους σαν παραγωγός. Όταν λοιπόν δέχτηκε να δουλέψει μαζί μας για το mixing του δίσκου, στο στούντιο το οποίο θα το δούλευε βρίσκονταν και ο Chris Robertson ο οποίος άκουσε το υλικό μας και του άρεσε πολύ. Μαθαίνοντας το αυτό εμείς δεν γινόταν να μη του ζητούσαμε την συμμετοχή του σε ένα κομμάτι μας, ο οποίος δέχτηκε με μεγάλη χαρά και κατέθεσε ένα καταιγιστικό σόλο στο “War we can win”. Όποτε ναι, ήταν ένα όνειρο αυτό για εμάς που μπορέσαμε να το πραγματοποιήσουμε!

Πείτε μας για την μετακόμιση που έγινε στην Roar! Rock Of Angels Records. Φαίνεται πως έχετε πάρει τα πάνω σας από τότε.
Όταν είχαμε το άλμπουμ στα χέρια μας το στείλαμε σε διάφορες εταιρείες γιατί αυτή την φορά δεν θέλαμε να κάνουμε την κυκλοφορία μόνοι μας. Η ROAR ενδιαφέρθηκε για το υλικό και γνωρίζοντας ότι οι κυκλοφορίες της πάνε παρά πολύ καλά, ότι δουλεύει με τις μπάντες της και τους δίνει την ευκαιρία να βγάλουν την μουσική τους προς τα έξω, συμφωνήσαμε να δουλέψουμε μαζί. Μέχρι στιγμής η συνεργασία μας είναι άψογη, τα πράγματα γίνονται όπως ακριβώς έχουμε σχεδιάσει και θέλουμε να τους ευχαριστήσουμε και δημόσια για αυτό .

Το ντεμπούτο των CELLAR STONE ακούγεται αρκετά σαν ένας vintage rock δίσκος αλλά το “Rise & fall” είναι σίγουρα πιο μοντέρνο. Ήταν αυτοσκοπός να ξεφύγετε από αυτή τη κατηγορία ή είναι κάτι που δεν σας απασχολεί;
Δεν νομίζω ότι κάναμε κάτι εσκεμμένα ώστε να ακούγεται διαφορετικά το “Rise & fall”. Θεωρώ ότι ήταν φυσική συνέπεια η εξέλιξη στον ήχο, κάτι το οποίο μη ξεχνάμε ότι το έχει μιξάρει κάποιος που γνωρίζει πολύ καλά τον ήχο και το είδος αυτό. Νομίζω επίσης ότι το “One fine day” ηχητικά έχει πολύ ισχυρό χαρακτήρα κάτι το οποίο οφείλεται στον Νίκο Παπαδόπουλο που έκανε την παραγωγή του και γνωρίζει πολύ καλά τι θέλαμε σαν μπάντα να κάνουμε. Πρέπει να υπάρχει εξέλιξη από δίσκο σε δίσκο και χαρακτήρας διαφορετικός για να προσδίδει στο κάθε άλμπουμ το δικό του χρώμα.

Ξεκινάτε σύντομα μια ευρωπαϊκή περιοδεία με τους UFO. Έχετε ξαναπαίξει απ’ όσο θυμάμαι ως support για το συγκρότημα. Έχετε κάποια σχέση μεταξύ σας, κάποιο δέσιμο γενικά με τους UFO;
Τη στιγμή που σου απαντάω είμαι ήδη στο tour bus και καθ’ οδόν για την πρώτη μας εμφάνιση στην Γερμανία. Με τους UFO έχω ξαναπαίξει το 2013 σε Ευρώπη και Αγγλία ως support με την τότε μπάντα μου τους 4BITTEN. Αξέχαστες στιγμές και εμπειρίες που σε κάνουν να δένεσαι με αυτά τα άτομα – θρύλους και να αναπτύσσεις σχέσεις τις οποίες βέβαια έχεις κερδίσει με την παρουσία σου και την δουλειά σου. Όποτε ναι είχα επαφή μαζί τους από τότε κάτι που βοήθησε αρκετά ώστε οι CELLAR STONE να μπορούν τώρα να είναι special guests στην τελευταία τους περιοδεία.

Οι CELLAR STONE είναι ένα απ’ τα νέα ανερχόμενα ονόματα της σύγχρονης ελληνικής heavy rock σκηνής, μια σκηνή με φανατικούς οπαδούς στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό όπου η Ελλάδα είναι πλέον συνώνυμη με το stoner rock. Ποια είναι μέχρι τώρα η ανταπόκριση που έχετε λάβει στο εσωτερικό και όταν παίζετε έξω, νιώθετε πως εκπροσωπείτε και την ελληνική σκηνή εν γένει;
Οι CELLAR STONE όπως πολύ σωστά λες είναι μια ανερχόμενη μπάντα που έχει πολύ δουλειά μπροστά της για να καθιερωθεί και να αγαπηθεί από τον κόσμο. Ναι μεν είμαστε όλοι στην μπάντα έμπειροι μουσικοί και γνωστοί στην σκηνή, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Το είδος που παίζουμε είναι αρκετά αγαπητό από το κοινό όπως πολύ σωστά λες, αλλά κάθε συγκρότημα το κάνει και διαφορετικά. Εμείς αυτό που θέλουμε είναι να μοιραζόμαστε την μουσική μας με τον κόσμο σε Ελλάδα και εξωτερικό και να τον κάνουμε να περνάει όμορφα. Σαφώς και νιώθουμε ότι είμαστε εκπρόσωποι της ελληνικής σκηνής και σεβόμαστε την οποιαδήποτε μπάντα που δίνει τα πάντα για μοιράζεται και αυτή την μουσική της οπουδήποτε.

Σε τι βαθμό πιστεύετε πως βοηθά η υστεροφημία της ελληνικής stoner σκηνής για την προβολή μιας νέας μπάντας στο εξωτερικό;
Η ελληνική stoner σκηνή όπως λες, με εκπροσώπους όπως οι NIGHTSTALKER, PLANET OF ZEUS, VIC, 1000 MODS κ.α. Είναι πολύ δημοφιλής στο εξωτερικό, με πολλούς fans και αυτό μόνο καλό μπορεί να κάνει σε οποιοδήποτε συγκρότημα ανοίγει τα φτερά του έξω. Δεν μπορώ να πω ότι οι CELLAR STONE ανήκουν σε αυτή την κατηγορία αλλά σαφώς κι έχουμε να κερδίσουμε από την υστεροφημία της σκηνής αυτής όπως και οποιασδήποτε άλλης κίνησης ελληνικών συγκροτημάτων στο εξωτερικό.

Έχετε ανοίξει συναυλίες για πολλά σημαντικά και ιστορικά συγκροτήματα. Υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες ανέκδοτες ιστορίες από αυτές τις γνωριμίες και ποια από αυτές τις συναυλίες ήταν η αγαπημένη σας και γιατί;
Πολλές είναι οι ιστορίες που δημιουργούνται και κρατάς από τον δρόμο και ίσως μακρηγορήσω αναφέροντας κάποιες από αυτές. Είναι πραγματικά φοβερό να μπορείς να βρίσκεσαι δίπλα σε μπάντες, να ανοίγεις για αυτές, να μιλάς με αυτούς που από μικρός απλά τους άκουγες στο δωμάτιο σου από ένα βινύλιο, κασέτα ή CD. Είναι μοναδικές στιγμές που τις κρατάς για μια ζωή. Προσωπικά κορυφαίες στιγμές στην μουσική μου πορεία είναι η γνωριμία μου με τους UFO, Michael Schenker, SPIRITUAL BEGGARS, FIREWIND. Όλα αυτά τα live είναι χαραγμένα στο μυαλό μου κ αδημονώ για τα επόμενα !

Αφήνω την κατακλείδα σε σένα.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω εσένα και το ROCK HARD GREECE για την συνέντευξη όπως επίσης και τον κόσμο που μας έχει στηρίξει από την αρχή και ειδικά τώρα στις πρώτες μέρες κυκλοφορίας του καινούργιου μας άλμπουμ. Θέλω να υποσχεθώ ότι οι CELLAR STONE έχουν έρθει για να μείνουν, έχουν όραμα και είναι γεμάτοι όρεξη για δουλειά και lives. Να είστε όλοι καλά και θα τα πούμε από κοντά σε κάποια ζωντανή εμφάνιση!!!

Φίλιππος Φίλης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece