Connect with us

Underground Halls

Underground Halls Vol. 115 — JACK STARR’S BURNING STARR, A.D 2022

1

Κάθε φορά που ο Jack Starr κυκλοφορεί νέο δίσκο, μέσω του συγκροτήματός του JACK STARRS BURNING STARR, τα βλέμματα μιας συγκεκριμένης μερίδας ανθρώπων στρέφονται πάνω του. Ποια είναι αυτή η μερίδα; Μα όσοι τον γνωρίσαμε είτε με την προσωπική του μπάντα, είτε με τους VIRGIN STEELE και το “Guardians of the Flame”. Δεν έχει σημασία ποιο ήρθε πρώτο, σημασία έχει πως το ταλέντο και η συνθετική ικανότητα αυτού του ανθρώπου μας κέρδισαν με το πρώτο άκουσμα και έκτοτε είμαστε εκεί. Μοιραία λοιπόν, σχεδόν αυτόματα, αστραπιαία και χωρίς δεύτερη σκέψη, με την ανακοίνωση της κυκλοφορίας του νέου, ογδόου (ενάτου αν προσμετρήσουμε και το “Under a sav­age sky” υπό την ονομασία GUARDIANS OF THE FLAME) δίσκου του group, με τίτλο Souls of the Inno­cent, η Jack Starr Van­guard του περιοδικού, δηλαδή ο Δημήτρης Τσέλλος και ο καλεσμένος της στήλης, Σάκης Νίκας, άκουσαν το album, μεταφέρουν τις εντυπώσεις τους και προσκαλούν τον Jack για μια περιεκτική συζήτηση πάνω σε αυτό.

ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

1

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: JACK STARR’S BURNING STARR
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Souls of the Innocent”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Glob­al Rock Records 
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Alex “Alexx” Pan­za — Φωνητικά 
Jack Starr — Κιθάρες
Ned Mel­oni — Μπάσο
Ken­ny Earl “Rhi­no” Edwards — Τύμπανα

Τον τελευταίο καιρό, ο Starr δισκογραφεί σε αραιά χρονικά διαστήματα. Το εξαιρετικό “Land of the Dead” μας χάρισε τις πρώτες του ακροάσεις το 2011, το επίσης δυνατό “Stand your ground” ήρθε το 2017 και να ’μαστε τώρα εδώ, εν έτει 2022, με το “Souls of the Inno­cent”. Το πρώτο με την Glob­al Rock Records. «Ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει», λέει το γνωστό ρητό, έτσι δίπλα στον Jack βλέπουμε για μια φορά ακόμη τους Ken­ny Earl Edwards (ή αλλιώς Rhi­no) και Ned Mel­oni, με μια μικρή όμως αλλαγή: Δεν είναι ο Todd Michael Hall αυτός που κρατά το μικρόφωνο, μα ο Alex (ή Alexx) Pan­za, η φωνή των HITTEN. Αναλογιζόμενος την εκ των πραγμάτων καταπληκτική, αφού μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες φωνές των ημερών μας, δουλειά που έκανε ο Hall στα τρία προηγούμενα albums (τα δύο που αναφέραμε παραπάνω συν το “Defi­ance” του 2009), είχα μια μικρή επιφύλαξη για το αν ο πολύ καλός Pan­za θα μπορούσε να γίνει «ένα» με το στυλ και το ύφος της μουσικής των BURNING STARR, μακριά από το μελωδικό hard ‘n’ heavy των HITTEN.

Η επιφύλαξή μου αυτή εξανεμίστηκε μόλις ακούστηκαν οι πρώτοι στίχοι του εναρκτήριου “Demons behind me”… ο Alex αποδεικνύει όχι μόνο πως είναι ένας πολύ καλός τραγουδιστής, αλλά πως έχει κατανοήσει πλήρως το ύφος του συγκροτήματος στο οποίο βρίσκεται μπροστάρης. Ακούγεται λες και είναι χρόνια στο γκρουπ και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, θα μου πεις, από την στιγμή που είναι πρωτίστως ο ίδιος οπαδός της μουσικής την οποία καλείται να τραγουδήσει. Οι Rhino/Meloni από την άλλη πλευρά, αποτελούν όπως πάντα ένα δίδυμο-εγγύηση, «δεμένοι», σταθεροί, «γεμίζουν» τον ήχο και είναι ιδανικοί συνοδοιπόροι στο πλευρό του Jack Starr, ο οποίος παρουσιάζεται εδώ «φρέσκος», εμπνευσμένος και σε εξαιρετική κατάσταση! Η απόδοσή του αγγίζει πολύ ψηλά stan­dards και πραγματικά χαίρομαι να τον ακούω, λαμβάνοντας υπόψη μου το ότι δεν είναι «παιδαρέλι», αλλά «φτασμένος» καλλιτέχνης, με άπειρα «χιλιόμετρα» στα «πόδια» του.

Το album αποτελείται από έντεκα (δε μετρώ την εισαγωγή) τραγούδια και κινείται σε πιο επικούς, βαρείς και σκοτεινούς ρυθμούς από τον προκάτοχό του. Ίσως να είναι και το πιο σκοτεινό album στην BURNING STARR δισκογραφία, μαζί με το “Under a sav­age sky”. Η ακρόασή του κύλησε σαν γάργαρο νερό και ως ΚΑΙ το έκτο κομμάτι, έπιανα τον εαυτό μου να χαμογελά με εκείνο το χαμόγελο του οπαδού-συντάκτη που ακούει ένα ακόμη διαμαντάκι! Μετά, δυστυχώς, το επίπεδο πέφτει λίγο… Όχι σε ανησυχητικό βαθμό, αλλά πώς να το κάνουμε, τα υπόλοιπα κομμάτια είναι ελαφρώς υποδεέστερα και δεν μπορούν να κοντράρουν στα ίσα την πρώτη εξάδα. Οπότε, ως καλύτερες στιγμές θα μου ήταν πανεύκολο να επιλέξω την εν λόγω εξάδα και έτσι να γλυτώσω από έναν ευχάριστο πονοκέφαλο. Ωστόσο, επειδή μου αρέσουν τα δύσκολα (κοινώς, έχω μαζοχιστικές τάσεις), θα πω πως η κορυφαία τριάδα είναι το ομώνυμο, το “Demons behind me” και το “Ships in the night” που θυμίζει αρκετά τα εμβατηριακά mid tem­pi των RHAPSODY. Αν και όπως το ξανακούω για πολλοστή φορά, αν είχαν κυκλοφορήσει κάτι τέτοιο οι MANOWAR, θα είχαμε εμφράγματα από τους Manowarriors.

Σπουδαίες μελωδίες, επικά riffs, λυρικά refrains, σοβαρό αμερικάνικο μελωδικό heavy/power met­al (πλεονασμός, το ξέρω, σοβαρότητα και Η.Π.Α πάνε μαζί), RIOT, DIO, Uli Jon Roth, όπως πάντα εκτυφλωτικό παίξιμο από τον Starr και ένας εκκολαπτόμενος φωνητικός αστέρας που αν δεν εξελιχθεί σε ηγετική φωνή απλά θα έχει «θάψει» τον εαυτό του, συνθέτουν το παζλ του “Souls of the Inno­cent”. Απρόσμενα ποιοτική κυκλοφορία!

Δημήτρης Τσέλλος

H ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

1

Jack, συγχαρητήρια για το νέο σας δίσκο. Μπορεί να ήταν μεγάλο το πενταετές δισκογραφικό κενό αλλά άξιζε τον κόπο. Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να ετοιμάσετε το δίσκο και πόσο δυσκόλεψε το έργο σας η πανδημία;
Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια και χαίρομαι ειλικρινά που σου άρεσε ο δίσκος. Σίγουρα, η πανδημία δυσκόλεψε την προσπάθεια μας αφού δεν μπορούσαμε να βρεθούμε όλοι μαζί για να προετοιμάσουμε τα κομμάτια. Μας πήρε δύο χρόνια να συνθέσουμε τα κομμάτια και τρία σχεδόν χρόνια για να ηχογραφήσουμε και να τελειοποιήσουμε το άλμπουμ. Τα περισσότερα τραγούδια τα έγραψα με τον μπασίστα μας, τον Ned Mel­oni, με τον οποίο συνεργαζόμαστε εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου…απογοητεύτηκα με την αποχώρηση του Todd Michael Hall καθώς θεωρώ ότι είναι ένας από τους καλύτερους σύγχρονους τραγουδιστές εκεί έξω. Αλήθεια, τι έγινε; 
Λατρεύω και εγώ τη φωνή του Todd ο οποίος έχει μία εξαιρετική άρθρωση για όλους τους στίχους. Δουλέψαμε μαζί για τρεις δίσκους ξεκινώντας με το “Defi­ance”. Στενοχωρηθήκαμε πολύ που μας ανακοίνωσε ότι θα φύγει αλλά από την άλλη χαρήκαμε που πήγε στους RIOT καθώς είναι από τις πιο αγαπημένες του μπάντες. Μάλιστα, όταν ήταν πιτσιρικάς είχε αγοράσει το δίσκο μου “Out of the Dark­ness” λόγω της παρουσίας του Rhett For­rester που ήταν ο τραγουδιστής των RIOT. Είμαι πολύ χαρούμενος για εκείνον.

Και εντελώς από το πουθενά μάθαμε για την πρόσληψη του Alexx Pan­za που τον ξέραμε από τους HITTEN. Πως καταλήξατε σε αυτόν; 
Ναι, έχεις δίκιο…φαίνεται ότι ο Alexx ήρθε τελείως από το πουθενά στους Burn­ing Starr. Να σου πω την αλήθεια δεν τον ξέραμε τον Alexx και φυσικά δεν γνωρίζαμε καμία από τις μπάντες που είχε παίξει στο παρελθόν. Αυτό που ξέραμε είναι ότι θέλαμε κάποιον που να μπορεί να αντικαταστήσει επάξια τον Todd και αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Κάποια μέρα ο πρώην man­ag­er μας, ο Bart Gabriel, μου είπε: “Jack, νομίζω ότι βρήκα το νέο τραγουδιστή των BURNING STARR”. Μου έστειλε ένα CD, φωτογραφίες και video. Φώναξα το Ned και τα τσεκάραμε. Στην αρχή ο Ned είχε τις αμφιβολίες του αφού του ακουγόταν περισσότερο στο στυλ των Def Lep­pard παρά στο ύφος ενός τραγουδιστή σαν τον Dio ή τον Dick­in­son. Επίσης, και εγώ διέκρινα πολλά αμερικάνικα στοιχεία στον ήχο παρά το γεγονός ότι οι BURNING STARR είναι αμερικάνικη μπάντα (γέλια)! Ο Rhi­no δεν είπε τίποτα, γεγονός που το εκλάβαμε σαν κάτι θετικό γιατί έτσι είναι συνήθως ο Rhi­no. Έτσι αποφασίσαμε να του στείλουμε ένα demo για να γράψει πάνω σε αυτό τα φωνητικά του. Ήταν το κομμάτι “Souls of the Inno­cent”. Μας άρεσε τόσο πολύ που κρατήσαμε αυτούσια την πρώτη μας αυτή επαφή με τον Alexx. Αυτό ακούς στο δίσκο! Έτσι μετά από ορισμένες συζητήσεις που κάναμε όλοι μαζί μέσω Skype αποφασίσαμε να τον προσκαλέσουμε στη Flori­da για 1–2 shows τα οποία έλαβαν χώρα μπροστά σε λίγο κόσμο λόγω της πανδημίας. Ήταν ένα ελεγχόμενο πείραμα το οποίο πέτυχε απόλυτα αφού οι πάντες ήμασταν ικανοποιημένοι μαζί του.

Αυτή δεν ήταν η μοναδική αλλαγή στο στρατόπεδο των BURNING STARR καθώς προχωρήσατε και σε αλλαγή δισκογραφικής εταιρείας…
Ναι, ήταν μία απόφαση που πήραμε όλοι μαζί από κοινού αφού αισθανθήκαμε ότι χρειαζόμασταν μία αλλαγή και θέλαμε να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό. Μόλις ο Carl Canedy (ο drum­mer των THE RODS) μας ενημέρωσε για μία νέα δισκογραφική εταιρεία, την Glob­al Rock Records, είπαμε ότι θα ήταν μία καλή ευκαιρία. Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με την προηγούμενη δισκογραφική αλλά η Glob­al Rock ήταν από την αρχή πολύ κοντά μας και μάλιστα πρότεινε να επανακυκλοφορήσει και το back cat­a­logue των BURNING STARR.

Γυρίζοντας πίσω στο δίσκο, θα έλεγα ότι το “Souls of the inno­cent” συνεχίζει στο ίδιο epic/pow­er μονοπάτι που χάραξες κυρίως μετά το “Defi­ance”. Ποια είναι η γνώμη σου και ποιες είναι οι βασικές διαφορές σε σχέση με τις 3–4 προηγούμενες δουλειές σας;
Νομίζω έχεις απόλυτο δίκιο αφού το “Souls of the inno­cent” συνεχίζει το ταξίδι που ξεκινήσαμε μετά την επαναδραστηριοποίηση των BURNING STARR. Ακόμη και το “Under a sav­age sky” που είχαμε κυκλοφορήσει σαν GUARDIANS OF THE FLAME έχει κάποια κοινά στοιχεία. Ξέρεις… ο Joey DeMaio ήταν εκείνος που μας πρότεινε το 2009 να επαναφέρουμε το όνομα BURNING STARR όταν υπογράψαμε με την εταιρεία του (Mag­ic Cir­cle Music). Τον ακούσαμε και νομίζω ότι πήραμε τη σωστή απόφαση καθώς ο κόσμος γνωρίζει το όνομα BURNING STARR και έχουμε κυκλοφορήσει σπουδαίους δίσκους με αυτό το όνομα. Μάλιστα, πάντα ήθελα να επανακυκλοφορήσω το “Under a sav­age sky” με το όνομα BURNING STARR κάτι που θα γίνει τελικά μέσω της Glob­al Rock Records…θα βγει σαν “Burn­ing Starr 6: Under a sav­age sky”. Ο συγκεκριμένος δίσκος αρέσει πολύ τόσο σε μένα όσο και στον Ned και χαιρόμαστε που θα επανακυκλοφορήσει κάτω από την επωνυμία των BURNING STARR. Όσον αφορά τις διαφορές, θα έλεγα ότι το “Souls of the inno­cent” είναι πιο άμεσο και λιγότερο περίπλοκο σε σχέση με το “Stand your ground” καθώς θέλαμε να ηχογραφήσουμε τραγούδια που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν σωστά στις συναυλίες μας. Επίσης, θα έλεγα ότι είναι σαφώς πιο heavy και ειδικά τα κομμάτια “Atti­la” και “Drown­ing in a riv­er of blood” είναι από τα πιο heavy κομμάτια που έχουμε γράψει σε όλη μας την καριέρα.

Στο κομμάτι “When evil calls” που υπάρχει ως bonus track, συμμετέχει σε αυτό ο Todd Michael Hall. Πότε το έγραψες;
Το κομμάτι αυτό, ήταν στην έκδοση μόνο για βινύλιο του “Stand your ground”, οπότε δεν είχε ακουστεί από πολύ κόσμο. Έτσι, αποφασίσαμε να το βάλουμε στο νέο άλμπουμ και νομίζω ότι ο Todd έκανε πολύ καλή δουλειά στα φωνητικά σε αυτό το κομμάτι.

Αν όλα πάνε καλά με την πανδημία, θα περιοδεύσετε για το νέο δίσκο;
NAI! Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα για μία εκτεταμένη ευρωπαϊκή περιοδεία ειδικά βλέποντας ότι ο νέος δίσκος τα πάει πολύ καλύτερα σε σχέση με τους 2–3 προηγούμενους. Ελπίζω μόνο να τα καταφέρουμε και να μη μας σταματήσει η πανδημία.

Έχεις σχηματίσει όλα αυτά τα χρόνια μία ισχυρή ομάδα με τον Ned και τον Rhi­no. Ποιο είναι το μυστικό πίσω από αυτή την πετυχημένη συνεργασία;
Ο αμοιβαίος σεβασμός και φυσικά το ταλέντο που έχουμε και οι τρεις μας. Επίσης, είμαστε άνθρωποι που ακούμε τις γνώμες του καθενός και είμαστε ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Το γεγονός ότι το συγκρότημα φέρει το όνομα μου δε σημαίνει απολύτως τίποτα. Είμαστε μία ομάδα και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την ομαλή λειτουργία των BURNING STARR. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο, ωστόσο, να εξάρω και τη συμβολή του παραγωγού Kevin Burnes ο οποίος έβγαλε τον καλύτερο μας εαυτό. 

1

Πρόσφατα «έφυγε» από τη ζωή ο Ken Kel­ly. Δεδομένου του ότι είχε φιλοτεχνήσει εξώφυλλά δίσκων σας, ποιες είναι οι αναμνήσεις σου από αυτόν;
Ο Ken, πέρα από συνεργάτης, υπήρξε καλός φίλος με εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ ο οποίος αγαπούσε τη ζωή και τη μουσική. Πέρασα πολλές ώρες μαζί του συζητώντας και ακόμη θυμάμαι όταν μου έλεγε ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να μάθουν να ζουν ειρηνικά μεταξύ τους αλλιώς θα επιστρέψουμε στην εποχή των βαρβάρων και των πολεμάρχων που δημιουργούσε στα εξώφυλλά του! Ο Ken έλεγε ότι χρειαζόμαστε περισσότερους ήρωες που θα παλέψουν για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη και πάνω σε αυτό το ιδανικό βασίζεται και το απίστευτο εξώφυλλο του “Ris­ing” (RAINBOW). Επίσης, μου άρεσαν οι δουλειές που έκανε για τους MANOWAR και τους KISS και φυσικά για τα δικά μας εξώφυλλα. Τα έργα του αντανακλούσα τα ιδανικά που αποτυπώνονταν στους στίχους όλων αυτών των συγκροτημάτων. Και εμείς σαν BURNING STARR θέλουμε να δίνουμε με τους στίχους μας ελπίδα στους ανθρώπους ειδικά στις δύσκολες εποχές που ζούμε. 

Jack, ξέρεις ότι παρακολουθώ την καριέρα σου από τα 80ς και πάντα για μένα το mag­num opus της δισκογραφίας σου θα είναι το “Out of the dark­ness” με το “No turn­ing back” να ακολουθεί σε κοντινή απόσταση. Αλήθεια, ποιος είναι ο αγαπημένος σου δίσκος από όλους που έχεις κυκλοφορήσει;
Νομίζω θα συμφωνήσω μαζί σου για το “Out of the dark­ness” αφού τα κομμάτια του έχουν μείνει κλασικά ενώ π.χ. το “False mes­si­ah” ακούγεται το ίδιο φρέσκο με τότε. Επίσης, θεωρώ ότι το “No turn­ing back” είναι μία καλή εναλλακτική αν και το νεότερο υλικό είναι επίσης πολύ δυνατό.

Δεν θα μπορούσα να μη σε ρωτήσω την κλασική και μόνιμη ερώτηση ενός πιθανού reunion με τον David DeFeis…τα demos του 1997 ακόμη μας στοιχειώνουν!  
Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει…έστω και σε μία μορφή μίας κοινής περιοδείας όπου θα παίζουν οι 2 μπάντες μας χωριστά και κάποια στιγμή θα εμφανιστούμε από κοινού με τον David για ένα set κλασικών VIRGIN STEELE κομματιών. Θα είναι μια co-head­lin­ing tour που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε π.χ. Burn­ing Steele ή Vir­gin Starr ή Friend­ly Ene­mies Tour (γέλια).

Σάκης Νίκας

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Face­book
Spo­ti­fy

1

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece