Connect with us

80s fuckin' heavy metal

80’s heavy metal — 1989 Part 2

1

Δεύτερο μέρος στο 1989, συνεχίζοντας το αφιέρωμα στα 80’s και φτάνοντας σιγά-σιγά προς το τέλος του. Αυτή τη φορά, θα μας απασχολήσουν δίσκοι με αλφαβητική σειρά ‑όπως πάντα- από το “J” μέχρι το “Q”. Για μια ακόμη φορά, μπορείτε να βρείτε δίσκους — μνημεία της μουσικής μας… Καλή ανάγνωση!

JOE SATRIANI – “Fly­ing in a blue dream” (Rel­a­tiv­i­ty)
Ο σημαντικότερος κατ εμέ gui­tar hero, ο τιτάνας JOE SATRIANI κυκλοφόρησε το 1989 το τρίτο full length δίσκο του “Fly­ing in a blue dream”. Μετά το τεράστιο break­through που είχε γίνει δύο χρόνια πρωτύτερα με το “Surf­ing with the alien” ήταν πολύ δύσκολο να ξεπεράσει τον εαυτό του. Πως αλήθεια καταφέρνεις να παραμείνεις σχετικός και να διατηρήσεις το ενδιαφέρον του κοινού όταν με το καλημέρα έχει κυκλοφορήσει ίσως το πιο επιδραστικό και καινοτόμο κιθαριστικό δίσκο; Και όμως κυρίες και κύριοι, εδώ βρίσκεται ο βασικός λόγος που παραμένει σχετικός και, πάνω απ όλα, διαχρονικός: όσο και αν η μουσική του και το παίξιμο του χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα και βιρτουοζιτέ γυμναστικές επιδείξεις, τόσο οι συνθέσεις του είναι στην ολότητα τους ακριβώς το αντίθετο – μεστές συνθέσεις με πιασάρικα ριφ και σόλο που δίνουν έμφαση στη μελωδία χωρίς να κουράζουν όπως συμβαίνει με τη πλειονότητα των gui­tar heroes τότε και σήμερα. Το “Fly­ing in a blue dream” είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα αυτού. Με πολύ πιο δυναμική παραγωγή και με διάφορες πιο ροκ και ποπ εξορμήσεις από πριν, ο κιθαρίστας και συνθέτης μας προσέφερε έναν δίσκο ικανό να ανταγωνιστεί σε κύρος και μεγαλείο τον προκάτοχο του. Το ομώνυμο κομμάτι είναι αναπόσπαστο μέρος κάθε setlist ενώ ήταν και κείνο με το οποίο άνοιγε τις συναυλίες του για χρόνια. Για πρώτη φορά επίσης ακούμε τον Satri­ani να τραγουδά στα “I Believe” και στο ύπερ πιασάρικο “Big bad moon” με το αλα ZZ TOP ριφ και ρυθμό. Αλλά με τα “The for­got­ten (part two)” και το “Bells of Lal (part two)” επανερχόμαστε σε βιρτουοζιτέ κιθάρες και τρομερή μελωδία ενώ τα “Mys­ti­cal pota­to head groove thing” “One big rush” και “Can’t slow down” έχουν την orig­i­nal στάμπα του Satri­ani δηλαδή μπλουζ ροκ, με ριφ, ρεφραίν, σολάρες ταχύ ρυθμό και groove, τρελό groove. Στα 64 λεπτά έχει πιστεύω να δώσει κάτι και στον πιο απαιτητικό οπαδό και μάλιστα περισσότερα θα έλεγα από το “Surf­ing with the alien”. Και τα δύο μέχρι και σήμερα είναι βίβλος για κάθε απανταχού κιθαρίστα και συνθέτη, είναι διαχρονικά και τα ακούς με περίσσια ευχαρίστηση τραγουδώντας κάθε μελωδία και σόλο όπως κάνουν οι οπαδοί με τις αγριοφωνάρες τους στις συναυλίες. Ξέρετε πολλούς λεγόμενους gui­tar heroes που εμπνέουν τέτοια αντίδραση από το κοινό τους;
Φίλιππος Φίλης

 

KEEL – “Larg­er than live” (Gold Mountain/Gold Castle)
“Easy, sleazy c’mon and tease me” τραγούδησε ο Ron Keel και συμφωνώ σε όλα. Τι και αν έχει μόνο έξι τραγούδια καινούργια μιας και τα υπόλοιπα είναι ζωντανές ηχογραφήσεις, δε με ενδιαφέρει καθόλου. Αυτά τα έξι τραγούδια είναι η πεμπτουσία του rock ‘n’ roll, του sleaze, του heavy met­al, του όποιο ιδιώματος θέλεις να ονομάσεις τους KEEL. Γιατί το “Rid­ing high” το λες και heavy met­al πώς να το κάνουμε. Ο δίσκος έχει να πει πολλά πράγματα στον ακροατή, ειδικά αν είναι οπαδός του συγκεκριμένου ήχου. Αν πάλι δεν είναι, καλοκαίρι έρχεται , οι μπύρες είναι παγωμένες, ας πατήσει το «play» και ας ακούσει ατόφιο hard ‘n’ heavy. Και ας πει μετά αν έχει τα άντερα πως δε του άρεσε.
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 

KING DIAMOND – “Con­spir­a­cy” (Road­run­ner)
Με το “Con­spir­a­cy”, οι KING DIAMOND ολοκληρώνουν την ιστορία που ξεκίνησε στον προηγούμενο δίσκο “Them”. Ο δραστήριος Δανός μετά από εξαιρετικά album (“Abi­gail”, “Them”) διατήρησε τον πήχη σε κορυφαία επίπεδα και απέδειξε για ένα ακόμα δίσκο ότι δεν είναι τυχαίος καλλιτέχνης. Στον “Con­spir­a­cy” υπάρχουν κορυφαία τραγούδια και ενώ υπάρχουν πολλές διαφορές με τους προκατόχους του “Con­spir­a­cy”, παραμένει δίσκος με ταυτότητα “KING DIAMOND”. Οι νέες εισαγωγές που έκανε ήταν η ενίσχυση του ήχου με περισσότερα πλήκτρα, κάτι που γίνεται αντιληπτό από το πρώτο τραγούδι “At the Graves”. Προσωπικά, η εισαγωγή των πλήκτρων κάνει ακόμα πιο έντονη την εμπειρία ακρόασης του δίσκου. Επίσης η παραγωγή είναι πιο δυνατή και οι κιθάρες είναι αρκετά μπροστά σε σχέση με τον δίσκο “Them”, κάτι που μόνο κακό δεν είναι καθώς η δεξιοτεχνία του Andy La Roque και τα riffs που έχει γράψει σε αυτό το album, είναι εκπληκτικά. Η συνέχεια της ιστορίας δεν είναι το ίδιο εντυπωσιακή όπως η αντίστοιχη στον δίσκο “Abi­gail” ή το πώς ξεκίνησε στον δίσκο “Them” αλλά επουδενί δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα στην ποιότητα του δίσκου. Τα φωνητικά του King Dia­mond είναι σε εξαιρετικά επίπεδα και μαζί με τα δυνατά riffs κλέβουν την παράσταση ως συνήθως σε ένα ακόμα δίσκο του. Η συνεισφορά του Mick­ey Dee στα drums είναι επίσης σημαντική ενώ και η γενικότερη παραγωγή του δίσκου από τον Chris Tsan­garides, βοήθησε στο τελικό αποτέλεσμα.
Ο King Dia­mond κατάφερε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 να πλασαριστεί ανάμεσα στις κορυφαίες προσωπικότητες του χώρου. Αυτό το κέρδισε με το σπαθί του και με την ικανότητά του από το 1982 που μας συστήθηκε με το “Mer­cy­ful Fate” E.P., μέχρι και τον “Con­spir­a­cy” που έκλεισε την δεκαετία. Μέσα σε αυτά τα χρόνια οι κυκλοφορίες του είναι «μία και μία» και αδυνατώ να βρω πολλούς καλλιτέχνες που το κατάφεραν αυτό, την χρυσή εποχή της met­al περιόδου. “Melis­sa”, “Don’t Break the Oath”, “Fatal Por­trait”, “Abi­gail”, “Them” και φυσικά το “Con­spir­a­cy”, όλοι τους είναι δίσκοι «ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ». Φυσικά ο ίδιος συνέχισε να εξελίσσεται ως καλλιτέχνης και προσέφερε και τα μετέπειτα χρόνια πολύ καλούς δίσκους. Το “The Eye” θα αποτελέσει ίσως το τέλος της χρυσής περιόδου των KING DIAMOND που οι δίσκοι είναι αψεγάδιαστοι. Από εκεί και μετά κυκλοφόρησε και κυκλοφορεί πολύ καλούς δίσκους, που δεν έπιασαν εκείνα τα επίπεδα ποιότητας βέβαια, αλλά συνεχίζει όπως έκανε με τον “Con­spir­a­cy” μέχρι και σήμερα, να ξεχωρίζει και να τραβάει τον δικό του ξεχωριστό δρόμο.
Θάνος “Thanoz” Κολοκυθάς

 

KINGDOM COME – “In your face” (Poly­dor)
Με τον στρατηγό Σάκη Νίκα σπάνια διαφωνούμε. Και αυτό γίνεται διότι δεν είναι κουφός. Όταν, λοιπόν, ένας δίσκος ξεκινάει με τραγούδι σαν το “Do you like it”, ΕΓΓΥΗΜΕΝΑ είναι δισκάρα! Και πώς να μην είναι όταν όλα είναι στην εντέλεια. Μιλάμε για ένα άλμπουμ πραγματικό κομψοτέχνημα που περικλείει την αλητεία, το συναίσθημα, τα πάθη, τη χαρά και τη νοσταλγία. Από πού να ξεκινήσεις και που να τελειώσεις. Από το “Who do you love”, “The wind”, “High­way”, “Per­fect O”, “Stargaz­er”, όλα τους κομματάρες που μπήκαν σε έναν δίσκο που ενώνει το heavy met­al με το hard rock και το sleaze με μαεστρία. Μη το ξεχάσω. Το βίντεο του “Do you like it” είναι το καλύτερο σε ολάκερο το μέτσολ! Ντάξει είμαστε;
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 

ΚΙΝG’S X — “Gretchen goes to Nebras­ka” ( Megaforce/ Atlantic)
Δεύτερος δίσκος για το τρίο από τo Spring­field. Mετά από ένα εξαιρετικό ντεμπούτο που δεν τα κατάφερε εμπορικά, ο δεύτερος δίσκος δεν αλλάζει πολλά αλλά έρχεται να καθιερώσει τον μοναδικό RUSH meets BEATLES meets Hen­drix ήχο τους. Το “Over my head” είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε να τους οδηγήσει με ένα πιο μεγάλο ακροατήριο με όλα αυτά τα gospel στοιχεία και κάτι διαφορετικό από τα τότε hard rock πράγματα που κυκλοφορούσαν. Μάλιστα ήταν και το πρώτο sin­gle του δίσκου.
Κι αυτός ο δίσκος δυστυχώς δεν κατάφερε να πετύχει εμπορικά, παρόλο που τους έβαλε στον χάρτη αλλά και απέκτησαν έναν μεγάλο πυρήνα οπαδών που θεωρεί το “Gretchen goes to Nebras­ka” σαν τον αρτιότερο δίσκο τους. Για άλλη μια φορά η μπάντα καταφέρνει να ταιριάξει αρμονικά τα ετερόκλητα στοιχεία του ήχου τους και γράφει συνθέσεις που ήταν πολύ μπροστά από την εποχή τους. Τραγούδια σαν τα “Fall on me”, “Sum­mer­land” (το δεύτερο sin­gle) , ”Pleiades”, “I’ll nev­er be the same” είναι τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια από τον δεύτερο δίσκο τους.
Η κρυστάλλινη παραγωγή του man­ag­er τους και μέντορα τους στις πρώτες ημέρες, Sam Tay­lor, καταφέρνει να μεταδώσει μέσα από τα αυλάκια του δίσκου την ενέργεια, το παίξιμο και την μοναδική δυναμική που εκπέμπουν οι συνθέσεις. Στα συν και το πανέμορφο αρτιστικό εξώφυλλο που προσδίδει μια ταξιδιάρικη διάθεση. Mπορεί να μην έγιναν ποτέ ένα μεγάλο εμπορικό όνομα παρόλο που το άξιζαν σίγουρα, όμως έχουν προσφέρει μια πλούσια δισκογραφία όλα αυτά τα χρόνια και έχουν κερδίσει εκτός από μια μερίδα φανατικών οπαδών και την εκτίμηση όλων των συναδέλφων τους που θαυμάζουν τις ικανότητες τους και τον τρόπο που καταφέρνουν να μπολιάζουν όλα αυτά τα στοιχεία μέσα στα τραγούδια τους.
Γιάννης Παπαευθυμίου

 


KISS – “Hot in the shade” (Ver­ti­go)
Για να δούμε πως είχε η κατάσταση στις αρχές του 1989 για τους KISS… Ο Paul Stan­ley αποφασίζει να πραγματοποιήσει την πρώτη solo tour της καριέρας του εκμεταλλευόμενος το μικρό κενό στο πρόγραμμα του συγκροτήματος. Ο Gene Sim­mons συνεχίζει να μανατζάρει συγκροτήματα, να τα υπογράφει στη δισκογραφική του και να παίζει δεύτερους ρόλους σε ταινίες. Οι Bruce Kulick & Eric Carr ως επί το πλείστον κάθονται αν και ο τελευταίος το παλεύει ακόμη με την ιδέα για το car­toon (Rock­heads). Όσο για τους KISS, είχαν κυκλοφορήσει πριν από λίγους μήνες τη συλλογή “Smash­es, Thrash­es & Hits” η οποία είτε το πιστεύετε είτε όχι αποτελεί την πιο εμπορική κυκλοφορία των KISS –σε όλο τον κόσμο- μετά το “Alive” και το “Destroy­er”.
Το “Hot in the shade” πρέπει να αποτιμηθεί με ένα πολύ θετικό πρόσημο για πολλούς λόγους. Πρώτο και πιο σημαντικό είναι ότι πρόκειται για ένα κλασικό rock n’ roll άλμπουμ στη μετά make-up εποχή των KISS. O Stan­ley συνεχίζει και γράφει τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας ενώ η συνεργασία του με τον Michael Bolton στη μπαλάντα “For­ev­er” εξασφαλίζει το πρώτο Top Ten hit των KISS στην Αμερική ύστερα από το 1976. Δεύτερο στοιχείο είναι ότι αποτέλεσε ένα νέο start­ing point για τους KISS ύστερα από τα εμπορικά μονοπάτια στο “Asy­lum” και στο “Crazy Nights”. Το “Hot in the shade” ήταν ένα κλασικό άλμπουμ που έστρωσε το δρόμο για μία back to the roots περιοδεία της μπάντας και σήμανε την απαρχή της ολικής επαναφοράς με το εντυπωσιακό “Revenge” 2 ½ χρόνια μετά.
Αν μάλιστα οι Stan­ley & Sim­mons δεν είχαν καβούρια στις τσέπες και πήγαιναν σε ένα κανονικό stu­dio για να ηχογραφήσουν το δίσκο τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Τα Chero­kee Stu­dios χρησιμοποιούνταν τότε από τα συγκροτήματα για να κάνουν πρώιμα demos. Και τι έκαναν οι KISS; Κράτησαν στην πλειονότητα των κομματιών τις demo εκτελέσεις με αποτέλεσμα και drum machine να ακούμε σε κάποια σημεία και συνολικά ο ήχος να είναι ο χειρότερος –μετά το “Hot­ter than hell”- που έχουμε ακούσει από τους KISS. Για τους λάτρεις των triv­ia οι KISS ξανασυνεργάστηκαν –έστω και σε συνθετικό επίπεδο μόνο- με τον Vini Pon­cia (ύστερα από το 1980) ενώ και ο Tom­my Thay­er κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα cred­its του δίσκου.
Σάκης Νίκας

 

KREATOR – “Extreme aggres­sion” (Noise)
Οι KREATOR είναι μία μπάντα που ανέκαθεν τα τραγούδια της, ειδικά αυτά στις πρώτες κυκλοφορίες της, έβγαζαν ένα απίστευτο και αστείρευτο μίσος, θυμό, χάος και βία. Οι ατίθασοι νεαροί από το Essen της Γερμανίας (μην ξεχνάμε ότι ο Mille Petroz­za ήταν μόλις 18 ετών όταν κυκλοφόρησε το “End­less pain”), εξωτερίκευσαν μέσω της μουσικής τους όλη την οργή και την ανησυχία τους, μετουσιώνοντας αυτά τα συναισθήματα σε τρεις εξαιρετικούς δίσκους, με αποκορύφωμα το “Plea­sure to kill”.
Αυτό που χρειαζόταν όμως το συγκρότημα για να κάνει το ένα βήμα παραπάνω, ήταν να μπορέσει να τιθασεύσει την εφηβική μουσική αναρχία του. Και αυτό το κατάφερε το 1989 με το “Extreme aggres­sion”. Ένα άλμπουμ που δεν υπολείπεται ούτε στο ελάχιστο από την επιθετικότητα των προκατόχων του, αλλά που όμως αναδεικνύει ταυτόχρονα όλες τις τεχνικές αρετές των KREATOR. Το συγκρότημα στο “Extreme aggres­sion” εστίασε την ορμή του σε πιο δομημένες συνθέσεις, όπως το all time clas­sic “Betray­er” (με το θρυλικό video clip κάτω από την Ακρόπολη) και την κομματάρα “Some pain will last”, παίζοντας πλέον ως μία καλοκουρδισμένη πολεμική μηχανή και όχι ως ένας άναρχος φονικός όχλος. Βέβαια στο αποτέλεσμα αυτό συντέλεσε και η παραγωγή του Randy Burns, που «λείανε» τον ρυθμικό κιθαριστικό όλεθρο.
Το “Extreme aggres­sion” ήταν η πιο ώριμη κυκλοφορία του συγκροτήματος μέχρι τότε, με το οποίο δεν κατάφερε απλά να κάνει το ένα βήμα παραπάνω, αλλά να ολοκληρώσει και να τελειοποιήσει τον ήχο του ευρωπαϊκού thrash met­al. Πέραν τούτου όμως, το άλμπουμ αυτό θα μνημονεύεται για πάντα ως ακόμα ένα αντισυμβατικό δείγμα αγνού heavy met­al, με τους στοίχους του “Love us or hate us” να δίνουν έως και σήμερα πολλαπλά χαστούκια στα προκλητικά στερεότυπα της κοινωνίας.
Δημήτρης Μπούκης

 

L.A. GUNS – “Cocked and loaded” (Ver­ti­go)
Μπαμ, μπουμ, ξύλο! Οι L.A. GUNS, μετά τον κρότο που έκανε το πρώτο τους καταπληκτικό άλμπουμ, επανήλθαν το 1989 με ακόμα έναν δίσκο σκέτο διαμάντι. Η αλητεία ξεχειλίζει σε κάθε νότα του συγκεκριμένου δίσκου και στα 14 τραγούδια! Αν και η παραγωγή είναι σχετικά γυαλισμένη, αυτό δεν στέκεται εμπόδιο για την πεντάδα να παίξει ένα ωραιότατο βρώμικο hard rock. Με τα riffs του, τα ρεφραίν του, τα solo που είναι βουτηγμένα στο βούρκο του sleaze και όλα αυτά να παντρευτούν με τη φωνάρα του Phil Lewis. O δίσκος ξεπέρασε τα 500.000 αντίτυπα για πλάκα και έγινε χρυσός! Και σε τελική ανάλυση, όταν φοράει μπλουζάκι σου ο Nicko McBrain κάτι κάνεις πολύ καλά!
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 


LAAZ ROCKIT – “Anni­hi­la­tion prin­ci­ple” (Roadrunner/Enigma Records)
Ναι, οι LAAZ ROCKIT ήταν μπάντα δεύτερης εθνικής όσον αφορά το thrash στην Αμερική αλλά και γενικότερα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν κυκλοφόρησε καλούς δίσκους. Και το “Anni­hi­la­tion prin­ci­ple”, ανυποψίαστε αναγνώστη, είναι κορυφαίο άλμπουμ. Μπορεί να σταθεί δίπλα σε κολοσσούς της εποχής πολύ άνετα. Ναι, είναι χαντακωμένο από άποψη παραγωγής αλλά, αναθεματισμένε δγιάβολε, thrash met­al έπαιζαν τα παλικάρια και μάλιστα στα 80’s. Πόσο γυαλισμένη παραγωγή να έχουν; Δόξα και τιμή στον αναλογικό ήχο. Οι LAAZ ROCKIT πάντρεψαν τους METALLICA με τους OVERKILL με ολίγη από ANTHRAX και το αποτέλεσμα γαζώνει. Απλά και κατανοητά. Άλλωστε στο λένε ξεκάθαρα στο “Fire in the hole”. Φωτιά στα μπατζάκια μας λέμε!
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 


LAST CRACK — “Sin­is­ter Funkhouse #17” (Road­rac­er)
Από μικρό παιδί θυμάμαι το εν λόγω άλμπουμ να βρίσκεται στα ράφια με τις προσφορές και εμένα πάντα να χαζεύω το βαριετέ εξώφυλλο με τον γυμνό τύπο. Δεν μπορούσε καν να πάει το μυαλό μου πως θα μπορούσαν να παίζουν αυτοί οι τύποι και οι αναφορές στα περιοδικά της εποχής ήταν περιορισμένες και ποτέ δεν προσέγγιζαν επακριβώς το μουσικό τους ύφος. Δεν τους αδικώ μιας και κάτι ανάλογο συνέβη και σε μένα όταν έβαλα το βινύλιο να παίξει για πρώτη φορά. Οι LAST CRACK ιδρύθηκαν το 1987 και κατάγονται από το Madi­son του Wis­con­sin και το συγκρότημα πήρε μπροστά όταν ένας τύπος με το περίεργο όνομα Bud­do ανέλαβε τα φωνητικά. Έχοντας έντονες καλλιτεχνικές ανησυχίες, ο Bud­do επηρεαζόταν από τα πάντα και με ένα μαρκαδόρο έγραφε στους τοίχους του χώρου που έκαναν πρόβες, μία αποθήκη που άνηκε σε ένα συγκρότημα χώρων αποθήκευσης, ότι του ερχόταν στο μυαλό από στίχους μέχρι και αυτούσια αποσπάσματα από ποιήματα. Μετά την ηχογράφηση του “Sin­is­ter Funkhouse #17” demo στα Randy’s Record­ing stu­dio με τη βοήθεια του ιδιοκτήτη Randy Green στην παραγωγή και την προώθησή του από έναν οπαδό της μπάντας και μετέπειτα ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Red Deci­bel, Jake Wise­ly, οι LAST CRACK υπογράφουν στην ανερχόμενη τότε Roadracer/Roadrunner. Το 1989 μπαίνουν στα Pais­ley Park Stu­dios στο Chan­has­sen της Min­neso­ta, εγκαταστάσεις οι οποίες άνηκαν στον Prince και μέρος που βρέθηκε η σωρός του τεράστιου αυτού καλλιτέχνη στις 21 Απριλίου του 2016 και ηχογραφούν το ντεμπούτο τους πάλι σε παραγωγή του Randy Green και μίξη από την Genya Ravan, τραγουδίστρια των GOLDIE & THE GINGERBREADS και TEN WHEEL DRIVE και παραγωγός του “Young loud and snot­ty” των DEAD BOYS.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς έχοντας τον τίτλο “Sin­is­ter Funkhouse #17” όπως το demo τους, η οποία ήταν και η ονομασία που είχαν δώσει στο προβάδικό τους έχοντας τον Bud­do να δεσπόζει γυμνός στο εξώφυλλο μπροστά από έναν τοίχο που έχει χυθεί κόκκινη μπογιά συμβολίζοντας το αίμα. Το γενικότερο con­cept του ήρθε όταν έμενε στο διαμέρισμα της αδερφής του στο Madi­son αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Bud­do να μας τα περιγράψει καλύτερα μέσα από μία παλαιότερη συνέντευξη μας μαζί του: «Ήταν ένα κλασικό φοιτητικό μίζερο διαμέρισμα. Όταν ξύπνησα ένα πρωινό από τον ήλιο παρατήρησα το κεφάλι μιας κούκλας βιτρίνας που κρεμόταν από την οροφή μέσα σε ένα δίχτυ. Το κοίταξα επίμονα για αρκετή ώρα. Υπήρχε ένα αίσθημα ωμότητας σε αυτό. Γύμνια. Αιώρηση. Κάτι ζωντανό αλλά παγιδευμένο. Αφού προσηλώθηκα για μια ώρα στο θέαμα αυτό ένιωσα μια οικειότητα με αυτή την εικόνα. Αυτό το κεφάλι ήμουν εγώ. Έχω σώμα το οποίο είναι παγιδευμένο και αιωρείται. Ήθελα να εκθέσω αυτό το βάθος σε μία φωτογραφία… Ένα ανθρώπινο ον, γυμνό, παγιδευμένο και αιρούμενο. Πήγα με την ιδέα αυτή σε μία φωτογράφηση των LAST CRACK. Έδιωξα τους υπόλοιπους γιατί ήθελα να είναι μία αληθινή έκφραση της ανθρώπινης ζωής. Ζούμε γυμνοί, αιωρούμενοι… Όντα που πασχίζουν. Ήθελα να πραγματώσω αυτή την ιδέα. Με πήραν τηλέφωνο από την Road­run­ner το Πάσχα στο σπίτι των γονιών μου και μου είπαν ότι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την συγκεκριμένη φωτογραφία για το εξώφυλλο».
Με το ιντριγκαδόρικο εξώφυλλο να επιτυγχάνει τον σκοπό του και κάποιες χιλιάδες πωλήσεις, η Road­rac­er δεν βγάζει σε περιοδεία το συγκρότημα και στη δύση των 80’s οι LAST CRACK βρίσκονται εγκλωβισμένοι από τα μουσικά ρεύματα της εποχής και τη δυσκολία του Τύπου και των οπαδών να χωνέψουν το μη κατατάξιμο met­al που έσκαγε στα αυτιά τους. Παρά το γεγονός πως μπάντες όπως οι JANE’S ADDICTION, FAITH NO MORE και KING’S X είχαν αρχίσει να δισκογραφούν με την όποια επιτυχία αντιστοιχούσε στον καθένα τους, οι LAST CRACK έμειναν στα αζήτητα. Για πολλούς ήταν απλά μία περίεργη μπάντα, αρκετά περιπετειώδεις και με έντονο pro­gres­sive υπόβαθρο, γούσταραν FEAR, η φωνή του Bud­do σε σαγήνευε με τον τρόπο έκφρασής της και είχαν φοβερά τραγούδια όπως τα “Blood broth­ers of the big black bear” και “Slic­ing steel” αλλά η μοίρα τους δυστυχώς ήταν αντιστρόφως ανάλογη με αυτό που τους άξιζε. Κάτι που δεν άλλαξε και με την επόμενη δισκογραφική τους δύο χρόνια μετά. Όσοι αρέσκεστε με συγκροτήματα της ίδιας σχεδόν περιόδου που πήγαν άκλαυτα όπως οι MINDFUNK, MIND OVER FOUR, WRATHCHILD AMERICA ή ακόμα και τους WARRIOR SOUL, με τους LAST CRACK θα νιώσετε στο πετσί σας τι σημαίνει αδικοχαμένη μπάντα. Αναμένουμε και νέα τους δουλειά μέσα στη χρονιά, μη ξεχνιόμαστε…
Κώστας Αλατάς

 


LEATHERWOLF — “Street Ready” (Island Records)
Όταν το 1999 οι IRON MAIDEN απέκτησαν τη σύνθεση σεξτέτου, ο εν Ελλάδι Μουσικός Τύπος έπλεκε το εγκώμιο του Steve Har­ris ο οποίος για μια ακόμη φορά «απεδείχθη πρωτοπόρος» έχοντας πια στη σύνθεσή του τρεις κιθάρες. Μόνο στο hard rock είχαμε αυτό το προηγούμενο, με τα παραδείγματα των LYNYRD SKYNYRD και BLUE OYSTER CULT, για τον εγχώριο πάντα Τύπο. Γιατί έξω από τα σύνορα, όλοι ήξεραν για τον Δερμάτινο Λύκο ο οποίος είχε αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα 16 ολόκληρα χρόνια πριν, από εκείνο το demo του 1983. Ύπνος βαθύς στη Ψωροκώσταινα, όπως (σχεδόν) πάντα. Αλλά εμείς δεν στεκόμαστε σε αυτά. Έχουμε να πλέξουμε το εγκώμιο του κορυφαίου άλμπουμ που ονομάζεται “Street Ready”. Ενός δίσκου που ένωσε το heavy των LIZZY BORDEN με το πρώιμο pow­er των QUEENSRYCHE — SAVATAGE και το hard ‘n’ heavy των DOKKEN, σε ένα μαεστρικά δοσμένο αποτέλεσμα. Με τραγούδια που ακούγονται το ίδιο ταιριαστά τόσο στο Rock­la­homa, όσο και στο Keep It True. Με τα τρομερά κιθαριστικά του μέρη, το τεχνικό του rhythm sec­tion, την όμορφη φωνή του Michael Olivieri, το βαρυμεταλλικό του leather out­fit και το ξασμένο του ποζεράδικο μαλλί. Με ασύλληπτους ύμνους σαν το “Thun­der”, με μεγάλες στιγμές σαν το “Hide­way” και το ανθεμικό ομότιτλο. Με σφραγίδα γνησιότητας και ποιότητας, που είχε πάνω της τρία γράμματα και έναν αριθμό: U.S.A 1989. Αυτό μόνο. Στα θρανία όλοι τώρα!
Δημήτρης Τσέλλος

 


LILLIAN AXE — “Love and war” (MCA)
Βαθιά στα αρχεία της CIA βρίσκεται ένας φάκελος με το όνομα των LILLIAN AXE πολύ κοντά στον φάκελο για την Area 54 και τα στοιχεία για την δολοφονία του Κένεντι. Ένα από τα πιο υποτιμημένα και αδικημένα σχήματα της Αμερικάνικης μελωδικής σκηνής, που γνώρισε cult sta­tus, ανάμεσα σε όσους οι μπούκλες δεν έμπαιναν στα αυτιά και ήταν μάλλον λίγοι. Το σχήμα ουσιαστικά γνώρισε την επιτυχία με την επόμενη δουλειά τους το “Poet­ic jus­tice” αλλά εδώ δείχνει τα δόντια του σε μια αρένα που κυριαρχούσαν τα Ευρωπαϊκά ακριβά μοντέλα όπως οι DEF LEPPARD και τα Αμερικάνικα όπως οι RATT.
Στην δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά τους, οι LILLIAN AXE προσφέρουν ένα εκρηκτικό μείγμα LA ήχου με τις sleaze καταβολές και ευρωπαϊκού Hard rock στο ύφος του “Pyro­ma­nia”, με ογκώδη riff και μελωδικά δεύτερα. Το άλμπουμ είναι μια όαση μελωδικής σκληρότητας, με στοιχεία από την Καλιφόρνια αλλά και το κλασικό Αμερικάνικο heavy σε τραγούδια σαν τα “Ghost of win­ter”. Αντίστοιχα τα πιασάρικα “All’s fair in love and war” και“Show a lit­tle love”, μεταφέρουν τις καλύτερες στιγμές του Alice Coop­er και των DEF LEPPARD, μαζί με τους RATT σε ένα μόνο σχήμα. Τα φωνητικά του Ron Tay­lor είναι αψεγάδιαστα, ενώ οι συνθέσεις αλλά και οι κιθάρες του Blaze δείχνουν ότι μιλάμε για ένα σχήμα με τις ρίζες του βαθιά μέσα στην μεταλλική σκηνή, αλλά με μια εκπληκτική αίσθηση της μελωδίας και της καλαισθησίας. Αλλαγές μελών και εταιριών θα τους κρατήσουν στην αφάνεια, αλλά το “Love and war” είναι μια από τις πολύ καλές και παραγνωρισμένες δουλειές ενός σχήματος, που άξιζε περισσότερη αναγνώριση.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

LIZZY BORDEN – “Mas­ter of Dis­guise” (Met­al Blade)
Περισσότερο σαν ένα solo project του τραγουδιστή των LIZZY BORDEN παρά σαν δίσκος της μπάντας, το “Mas­ter of Dis­guise” είναι μια εξαιρετική δουλειά, μια δουλειά που ενώ απείχε παρασάγγας από το heavy met­al των LIZZY BORDEN των προηγούμενων δίσκων, εισήγαγε νέα στοιχεία στη μουσική τους, χωρίς να χάνει τον δυναμισμό του. Το ομώνυμο κομμάτι για παράδειγμα, με την έντονα θεατρική φωνή του Lizzy και την μελωδία του, παραπέμπει σε SAVATAGE ή ακόμα σε QUEEN. Υπάρχουν αρκετές αξιομνημόνευτες μπαλάντες όπως τα “Under A Rose”, “Wait­ing in the Wings” και “Nev­er Too Young”. Υπάρχουν όμως και πιο καθαρόαιμα met­al κομμάτια, με τα “Phan­toms”, “Sins Of The Flesh”, “Be One Of Us” και “Roll Over And Play Dead” να κλέβουν την παράσταση. Ο δίσκος, σε παραγωγή Max Nor­man ηχεί εκπληκτικά ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, ενώ η φωνή του Lizzy, όπως προανέφερα, θεατρική και δυναμική ταυτόχρονα, κλέβει την παράσταση. Αν θα είχα να υποβάλω ένσταση για κάτι, αυτό θα ήταν η, μάλλον, αρκετά μεγάλη διάρκεια του δίσκου, που κυμαίνεται κοντά στη μία ώρα και ενδεχομένως μπορεί και να κουράσει. Εκτιμώ ότι η ιδανική διάρκεια θα ήταν γύρω στα 45 λεπτά. Σε γενικές γραμμές, το “Mas­ter of Dis­guise” είναι αυτό που θα λέγαμε «ψαγμένο» άλμπουμ καθώς χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία και στοιχεία που μπορεί και να ξένιζαν τον μέσο ακροατή. Ακούστε για παράδειγμα το σαξόφωνο (!!) στο “Love is a Crime” και προτού πείτε οτιδήποτε, θυμηθείτε ότι αναφερόμαστε στο μακρινό 1989, περίοδος όπου οι πειραματισμοί στο met­al ήταν ανύπαρκτοι έως ελάχιστοι. Όπως και να το δει κανείς, το “Mas­ter of Dis­guise” είναι μια φοβερή δουλειά, κατά κάποιους και το καλύτερο των LIZZY BORDEN. Ένας απίστευτα υποτιμημένος δίσκος που, ακόμη και τώρα, περιμένει υπομονετικά να τον ανακαλύψετε…
Θοδωρής Κλώνης

 

M.O.D. – “Gross mis­con­duct” (Megaforce)
Η επιστροφή του Bil­ly Milano και της παρέας τους, των Method Of Destruc­tion, ευρύτερα γνωστών ως M.O.D., μετά το EP διασκευών στους BEACH BOYS (τι άστοχη επιλογή αλήθεια και μάλιστα με το βινύλιο να έχει τα ίδια ακριβώς τραγούδια και στις δύο πλευρές!!!) υπήρξε ιδιαίτερα δυναμική, με τον –μακράν- καλύτερο δίσκο του σχήματος. Η λογική συνέχεια του “Speak Eng­lish or die” των S.O.D. (των οποίων τραγουδιστής υπήρξε ο Bil­ly Milano) είναι εδώ, με τρομερά groovy και σφιχτοδεμένα κομμάτια που παλαντζάρουν ανάμεσα στο hard­core και το thrash met­al, πάντα με καυστικούς στίχους, αν και ο Milano φαίνεται να ηρέμησε σχετικά μετά από αντιδράσεις που υπήρχαν σε ρατσιστικά θέματα που πραγματευόταν παλαιότερα, εξ ου και ότι γράφει για τη χρήση προφυλακτικού στο “No glove, no love” ή την προσεχτική οδήγηση στο “Acci­dent scene”, κάτι που ποτέ δεν θα περιμέναμε από τον ευτραφή front­man με το χοντροκομμένο και ίσως ανώριμο χιούμορ. Όχι ότι αυτό λείπει από κομμάτια όπως το “Godzul­la” ή το “Dark knight”. Αυτή τη φορά, τα τραγούδια έχουν μία φυσιολογική διάρκεια και δομή και το εναρκτήριο “No hope”, σε βάζει στο κλίμα του τι θα ακούσεις, αφού είναι σαν μία νέα εκδοχή του “Unit­ed forces”. Αν ο Milano ήταν πιο polit­i­cal­ly cor­rect, ίσως οι M.O.D. να είχαν μία κοντινή καριέρα με τους ANTHRAX, αλλά ο τύπος αυτός ποτέ δεν συμβιβάστηκε και πάντα υπήρξε αντιδραστικός και όλα τα «αντι» που μπορείτε να φανταστείτε, γι’ αυτό και δεν στέριωσε πουθενά με το γκρουπ του, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν. Την κακή άποψη που έχω για το ποιον του ανθρώπου αυτού, ήρθε να ενισχύσει και η συμπεριφορά του με την ακύρωση μίας εμφάνισής του που είχε προγραμματιστεί στην Ελλάδα και της στάσης που κράτησε… Τέλος πάντων, ο δίσκος αυτός είναι η πληρέστερη προσπάθεια των M.O.D., για μία ακόμη φορά με τον αγαπημένο καρχαρία στο εξώφυλλο που έχει τον ρόλο του δικαστή, μία χαβαλετζίδικη διασκευή στο “In the city” των FEAR. Για bonus, βάλτε στο YouTube το video clip του “True col­ors”, με τη φοβερή εισαγωγή των ανθρώπων μιας δισκογραφικής εταιρίας που δίνουν κατευθύνσεις στο συγκρότημα για το πώς πρέπει να παίζουν, να ντύνονται και να ακούγονται κι έναν τύπο σαν τον Slash, να πάει να βάλει την κιθάρα στον ενισχυτή και να τρώει το σπρωξίδι από τον Bil­ly Milano, ενώ στη συνέχεια παίζουν το τραγούδι ντυμένοι και βαμμένοι όπως οι POISON… True M.O.D.
Σάκης Φράγκος

 


MARILLION – “Sea­sons End” (EMI)
Νέα αρχή για τη μπάντα, νέος τραγουδιστής και φυσικά νέο ρίσκο μια που ο Fish ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα, αλλά ενώ αυτό ήταν και το προτέρημα του, αυτό ακριβώς ήταν και το μειονέκτημα του. Οι δρόμοι τους χωρίζουν και μετά από πολλές ακροάσεις η μπάντα καταλήγει στον επίσης χαρισματικό Steve Hog­a­rth, ο οποίος σκέφτονταν τρεις επιλογές πριν πει το ναι τελικά στους MARILLION. Πρώτον να μην ασχοληθεί με τη μουσική άλλο και να γίνει γαλατάς ή ταχυδρόμος. Δεύτερον να ακολουθήσει ως πληκτράς τους πολύ πετυχημένους τότε THE THE στην Αμερικάνικη περιοδεία τους. Τρίτον να μπει στους MARILLION. Ευτυχώς, μάλλον, γι’ αυτόν και εμάς αποφάσισε να ενταχθεί σε ένα από τα πιο ποιοτικά σχήματα της Αγγλικής σκηνής από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, μέχρι και σήμερα. Αποτέλεσμα της πρώτης συνεργασίας τους ήταν το “Sea­sons end”, στο οποίο τα πιο πολλά τραγούδια τα είχε γράψει το γκρουπ επί εποχής Fish, εκτός κάποιων λίγων εξαιρέσεων που ακούμε στα τραγούδια “East­er” και “The space”. Όπως γίνεται με κάθε άλμπουμ που κυκλοφορεί μετά από αλλαγή στην θέση ειδικά του τραγουδιστή οι συγκρίσεις ήταν αναπόφευκτες και η αποδοχή το ζητούμενο. Οι MARILLION όμως δεν είναι μια μπάντα που θα έκανε λάθος. Η μελαγχολική φωνή, οι συνθετικές ικανότητες και οι ερμηνείες του Hog­a­rth όχι μόνο εντάχθηκαν και προσαρμόστηκαν στην φύση της μπάντας αλλά μέσω αυτής αναπτύχθηκαν, συνδέθηκαν άρρηκτα και όλοι μαζί ως “ένα” πια, μεγαλούργησαν. Το “Sea­sons end” είναι εκλεκτικό, μελωδικό, μελαγχολικό, ταξιδιάρικο, εσωστρεφές, ένα κομψοτέχνημα από την αρχή μέχρι το τέλος για ακροατές που έχουν άποψη και προσωπικότητα στα μουσικά τους ακούσματα. Απευθύνεται σε όλους; Φυσικά. Θα μπορούσαν να το ακούσουν όλοι; Φυσικά, όχι. Μπορεί να έχει την πιο εμπορική στιγμή της μπάντας, το “Hooks in you”, ένα τόσο καλό τραγούδι που άλλοι θα το ζήλευαν, αλλά για τους MARILLION μοιάζει πολύ “λίγο” και μάλλον αταίριαστο. Prog rock; εκεί τους κατατάσσουν, μα αλίμονο αν τολμούσαμε ποτέ ένα τέτοιο άλμπουμ και μια τέτοια μπάντα να την περιορίζαμε με χαρακτηρισμούς. Έφτασε μέχρι το νο 7 του UK Album Chart, και ήταν όντως το τέλος εποχής για το συγκρότημα αλλά ταυτόχρονα και η αρχή μιας νέας, επίσης δημιουργικής που μέχρι και σήμερα μας κρατά με κομμένη την ανάσα κάθε φορά που κυκλοφορεί άλμπουμ.
Δημήτρης Σειρηνάκης

 

McAULEY SCHENKER GROUP – “Save you­self” (Capi­tol / EMI) 
Ο MICHAEL SCHENKER είναι ένας από τους πιο καλούς και αναγνωρίσιμους κιθαριστές που έχει η rock/hard rock μουσική. Η συμμετοχή του στην αρχική περίοδο των SCORPIONS αλλά και μετέπειτα στην «χρυσή εποχή» των UFO σαφώς του δίνουν cred­its που όλοι θα ήθελαν να έχουν. Αν και δεν είχε την τόσο μεγάλη εμπορική επιτυχία του αδελφού του, εντούτοις ότι κυκλοφόρησε από το 1980 και μετά δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Μέχρι και το 1987 το σχήμα του είχε απλά το όνομα του. Εκείνη την χρονιά συνεργάζεται με τον Robin McAuley, έναν τραγουδιστή που οι πιο μυημένοι είχαν γνωρίσει από τους GRAND PRIX και FAR CORPORATION και αλλάζει το όνομα του σχήματος σε McAULEY SCHENKER GROUP. Η πενταετής συνεργασία τους μέχρι το 1992 θα έφερνε στο φως τρία από τα καλύτερα και πιο χαρακτηριστικά albums του μελωδικού/hard rock ήχου. Το “Save Your­self” του 1989 ακολούθησε απλά τα χνάρια του προ διετίας προκατόχου του “Per­fect Tim­ing”. Οι δυο τους όντας οι κύριοι σύνθετες /στιχουργοί του δίσκου, δημιούργησαν τραγούδια με άκρως κολλητικές μελωδίες στην κιθάρα και refrain που τραγουδάς συνεχώς ακούγοντας τα από την πρώτη φορά. Οι δημιουργοί του προτίμησαν να δώσουν περισσότερη έμφαση στην «ατμόσφαιρα» που δημιουργείται σε κάθε σύνθεση με τραγούδια που κινούνται σε πιο ρυθμικές ταχύτητες παρά να έχουν τραγούδια με uptem­po ρυθμούς που θα είναι γρήγορα χωρίς λόγο.
Τα “Save Your­self”, “Any­time”, “This Is My Heart”, “Des­tiny”, “Take Me Back” και “Shad­ow Of The Night” «σηκώνουν όλο το βάρος» στη δουλειά, χωρίς φυσικά τα υπόλοιπα 4 τραγούδια και το instru­men­tal που ολοκληρώνουν την κυκλοφορία να είναι άσχημα, αλλά τα 6 να είναι ένα κλικ πιο πάνω συνθετικά σχετικά με τα άλλα. Το “Save your­self” αποτελεί για τον γράφοντα ένα album που ανά στιγμές ταυτίζεσαι μαζί του στιχουργικά και δεν ξέρεις ποια λέξη να πρώτο αναφέρεις για να χαρακτηρίσεις τις παραπάνω συνθέσεις. «Ταξιδεύεις» με το “Any­time” (με ριφ, μελωδίες και tem­po που ανασταίνουν νεκρούς), απολαμβάνεις την μπύρα σου με τα γρήγορο tem­po των “Save Your­self”, και “Des­tiny”, «ερωτοτροπείς» με “This Is My Heart”, “Take Me Back” και “Shad­ow Of The Night”. Μεγάλη ώθηση έχει δώσει και ο McAuley αφού και η χροιά της φωνής του άλλα και ο τρόπος που τραγουδάει είναι πραγματικά μοναδικά και σε συνδυασμό με την μουσική του Schenker το αποτέλεσμα είναι τόσο καλό, αποδεικνύοντας ότι το ταλέντο και η έμπνευση δημιουργούν ηχητικά διαμάντια προς τέρψη του ακροατή. Το “Save your­self” είναι μια δουλειά που δεν πρέπει να λείπει από μια ενημερωμένη δισκοθήκη αν φυσικά αρέσκεσαι στο εν λόγω είδος.
Θοδωρής Μηνιάτης
 

MEKONG DELTA – “The prin­ci­ple of doubt” (Aaar­rg Records)
Αριστούργημα! Ο τρίτος δίσκος των Γερμανών είναι ένα αριστούργημα! Ναι, ξέρω, λίγο ανορθόδοξο “μπάσιμο” για κείμενο, αλλά δεν αρμόζει κάτι λιγότερο από αυτό για να προσεγγίσεις τα πεπραγμένα της μπάντας από τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Δεν είναι άλλωστε περίεργο που πολλοί τους είχαν για λοξούς που έπαιζαν κουλή μουσική. Έλα μου ντε όμως που η πραγματικότητα ήταν ακριβώς αντίθετη με αυτή την άποψη, με τη μπάντα να γράφει μουσική με οξυδέρκεια και χαρακτήρα, όντας από τα πρώτα pro­gres­sive thrash συγκροτήματα. Ίσως για όλους τους παραπάνω λόγους να τους είχα πάντοτε στο μυαλό μου σαν το Ευρωπαϊκό “αντίπαλο δέος” των VOIVOD, αλλά με περισσότερο συμφωνικό και λιγότερο βιομηχανικό χαρακτήρα σε σχέση με τους Καναδούς. Να γυρίσω όμως στα του “The Prin­ci­ple of Doubt”, το οποίο δεν διαφοροποιείται δραματικά από τους προκατόχους του. Μπορεί να ακούγεται ίσως λιγότερο σκληρό από τον προκάτοχό του, “The Music of Erich Zann”, αλλά αναμφισβήτητα οι συνθέσεις είναι το ίδιο “αρπαγμένες” και ικανές να δημιουργήσουν συναισθήματα απόγνωσης στον ακροατή και να του μεταφέρουν την “αρρώστια” και τη σχιζοφρένειά τους. Όλο αυτό το σκηνικό ευνοείται από την πολυπλοκότητα των κομματιών και των συστατικών που τα συνθέτουν, όπου το thrash met­al συναντά το νεοκλασσικό στοιχείο, τη jazz και το 70’s pro­gres­sive rock. Και κάπου εκεί διαφαίνεται κι η ευφυΐα της μπάντας και πιο συγκεκριμένα του ηγέτη και συνθέτη της, Ralph Hubert, ο οποίος μπορεί να στήνει πολύπλοκα και απαιτητικά για τον ακροατή θέματα, αλλά χωρίς αυτό να ανάγεται σε αυτοσκοπό και να χάνει την έννοια του μέτρου, με τις δαιδαλώδεις δομές και τα τεχνικά μουσικά μέρη να παραμένουν ουσιαστικά, δίχως να φλυαρούν. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως είναι βατή η μουσική του δίσκου, αλλά εκεί κρύβεται και η μαγεία της, με το να σε προκαλεί να την ακολουθήσεις. Στιχουργικά τα περισσότερα κομμάτια βασίζονται στο μυθιστόρημα φαντασίας, “The Chron­i­cles of Thomas Covenant, the Unbe­liev­er”, του Αμερικανού συγγραφέα Stephen Don­ald­son, ενώ έκπληξη αποτελούν οι διασκευές που αποφασίζει να συμπεριλάβει στο δίσκο η μπάντα. Η μία είναι η διασκευή του θέματος της αμερικάνικης σειράς “The Twi­light Zone” (1959–1964), όπου τα συμφωνικά στοιχεία κατέχουν εξέχοντα ρόλο και προδιαγράφουν κάποια από τα μελλοντικά μουσικά βήματα του group και η άλλη διασκευή είναι στο “El Col­i­brí” του… Αργεντίνου κιθαρίστα Julio Sagr­eras (!!!). Αναμφισβήτητα καθόλου προφανείς επιλογές για έναν τέτοιο δίσκο. Ή ίσως κι όχι…; Όπως και να έχουν τα πράγματα, ένα είναι σίγουρο. To “The prin­ci­ple of doubt” είναι ένα υποτιμημένο διαμάντι που αξίζει το χρόνο οποιουδήποτε του αρέσει το “τεχνικό” thrash metal…
Θανάσης Μπόγρης

 

METAL CHURCH — “Bless­ing in dis­guise” (Elek­tra) 
Εάν υπάρξει ένα αφιέρωμα που θα αναφερόμαστε στα πιο αδικημένα συγκροτήματα στο heavy met­al, στις πρώτες θέσεις σίγουρα θα πρέπει να τοποθετήσουμε τους METAL CHURCH. Ξεκινώντας στις αρχές των 80’s από το Seat­tle και έχοντας κυκλοφορήσει δύο εξαιρετικούς power/ speed met­al δίσκους, τα “Met­al church” και “The Dark” το 1984 και 1986 αντίστοιχα, η μπάντα φτάνει στον προθάλαμο της εμπορικής αναγνώρισης με τον τρίτο δίσκο τους “Bless­ing in dis­guise”. Έχοντας μια τεράστια πείρα σαν σχήμα σε αυτόν τον δίσκο κάνουν δύο σημαντικές αλλαγές στο υπάρχον line up τους.
Πρώτον, ο κιθαρίστας Kur­dt Van­der­hoof θα αποχωρήσει από την μπάντα αλλά θα τους βοηθά πλέον από εδώ και το εξής στον τομέα της σύνθεσης και στην θέση του θα προσληφθεί ο John Mar­shall, ο οποίος ήταν ο τεχνικός ήχου του Kirk Ham­mett των METALLICA. Επίσης ο τραγουδιστής David Wayne θα αποχωρήσει και στην θέση του θα προσληφθεί ο Mike Howe, o οποίος έπαιζε στους HERETIC και είχε ηχογραφήσει μαζί τους ένα δίσκο, την παραγωγή του οποίου είχε κάνει ο κιθαρίστας Kur­dt Van­der­hoof, και κάπως έτσι προέκυψε η επαφή του Mike Howe με τους METAL CHURCH.
Το “Bless­ing in dis­guise” είναι ένα εξαιρετικό album, για πολλούς από τους οπαδούς τους δε, ίσως η κορυφαία κυκλοφορία τους. Η είσοδός του Mike Howe στην μπάντα και τα εξαιρετικά φωνητικά του, διαφορετικής υφής από αυτά του προκατόχου του, έδωσαν έναν διαφορετικό τόνο τόσο σε αυτόν τον δίσκο όσο και στο σχήμα γενικότερα. Επίσης ο νεοφερμένος John Mar­shall έδεσε απόλυτα με τον έτερο κιθαρίστα Graig Wells, με αποτέλεσμα τα riff και οι κιθάρες που υπάρχουν σε αυτόν τον δίσκο να αποτελούν σημείο αναφοράς. Από κομμάτια, τι να πει κανείς, το ένα καλύτερο από το άλλο υπάρχουν εδώ. Το εναρκτήριο “Fake heal­er” με την χαρακτηριστική του εισαγωγή και τα riff δυναμίτες, σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα του δίσκου. Ένα από τα πιο αγαπημένα και αναγνωρίσιμα κομμάτι των οπαδών της μπάντας.
Το “Rest in pieces (April 15, 1912)” αναφέρεται στην τραγωδία του Τιτανικού και αποτελεί ένα από τα prog κομμάτια του δίσκου, σε μια εποχή που ο όρος pro­gres­sive met­al βρισκόταν ακόμα στα σκαριά. Τo “Of unsound mind” που αναφέρεται στα παιχνίδια του μυαλού αποτελεί μια εξαιρετική σύνθεση με κορυφαία ερμηνεία από τον Μike Howe, το δε “Anthem to the estranged” που ακολουθεί θα λέγαμε ότι αποτελεί μια pow­er bal­lad στο ύφος του “Fade to black”, που και σε αυτόν τον τομέα οι METAL CHURCH είχαν άπλετη έμπνευση όπως εξαίσια μας αποδεικνύει αυτό το κομμάτι. Περνώντας στην δεύτερη πλευρά του δίσκου πρώτο συναντάμε το “Bad­lands”, το οποίο είχε επιλεχθεί και σαν video clip για τον δίσκο, μια από τις καλύτερες στιγμές στο ρεπερτόριο των METAL CHURCH σίγουρα. Το “The spell can’t be bro­ken” είναι ένα εξαιρετικό power/speed άσμα ενώ το instru­men­tal “It’s a secret” θυμίζει αρκετά METALLICA με τον ντράμερ Kirk Arring­ton να παραδίδει σεμινάριο παιξίματος. Το thrash-ίζον “Can­not tell a lie” και τέλος το “The pow­ers that be” κλείνουν την αυλαία ενός από τα πιο συναρπαστικά album της δεκαετίας του ’80. Μάλλον αυτό δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί η εταιρία τους μιας και ήταν ο τελευταίος δίσκος που κυκλοφόρησαν στην Elek­tra, το εισιτήριο για την μεγάλη αναγνώριση δυστυχώς δεν ήταν γραφτό τους και σίγουρα δεν είχε να κάνει με την ποιότητα της μουσικής τους.
Αν κάποιος δεν έχει έρθει σε επαφή με τους METAL CHURCH και αποφασίσει να ξεκινήσει με αυτόν τον δίσκο, δύσκολα θα ξεκολλήσει από πάνω του και ας έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Είναι από τους δίσκους που πάντα θα αντιπροσωπεύει το μεγαλείο των METAL CHURCH, όσα χρόνια και αν περάσουν.
Γιάννης Παπαευθυμίου

 

MINISTRY — “The mind is a ter­ri­ble thing to taste” (Sire/Warner Bros)
Ο θείος Al Jour­gensen έχει αφήσει πίσω του για τα καλά τους new wave πειραματισμούς που δεν του βγήκαν σε καλό είναι η αλήθεια και πλέον η εδραίωσή του ως εμβληματική indus­tri­al περσόνα έχει αρχίσει με το “The land of rape and hon­ey”. Ένα χρόνο μετά λοιπόν, ακόμα πιο βαθιά βουτηγμένος σε διάφορα χημικά παρασκευάσματα και με τη στιβαρή παρουσία του Paul Bark­er να βρίσκεται στα μετόπισθεν, το “The mind..” ήταν ο δίσκος που διαμόρφωσε εντελώς αυτό που είναι γνωστό ως MINISTRY ήχος. Με τις κοφτερές κιθάρες, τα ανελέητα sam­ples και τα γεμάτα οργή φωνητικά του Al. Με διάρκειες άνω του πεντάλεπτο, εδώ θα συναντήσεις μερικά από τα πιο κλασικά τους τραγούδια, όπως τα “Burn­ing inside”, “So what”, “Test” και το καρακλασικό “Thieves” που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές. Ακούγεται ΔΥΝΑΤΑ!
Γιώργος Κόης

 

GARY MOORE – “After the War” (Vir­gin)
Το έβδομο άλμπουμ του Ιρλανδού βιρτουόζου κιθαρίστα δεν έχει και πολλές διαφορές από τον προκάτοχό του, το πολύ επιτυχημένο “Wild Fron­tier”. Και αν και απουσιάζουν τα κομμάτια «κράχτης» που υπήρχαν στο προηγούμενο άλμπουμ, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι έχουμε μια ακόμη ολοκληρωμένη δουλειά του Moore. Υπάρχουν καταιγιστικά κομμάτια όπως το ομώνυμο και το “Speak for your­self” που εναλλάσσονται με πιο εμπορικές στιγμές όπως το “Liv­ing On Dreams” και το “Ready for Love”. Φυσικά το άλμπουμ είναι μπολιασμένο έντονα με τις Κέλτικες καταβολές του Moore με το instru­men­tal “Dun­lace” αλλά και το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ “Blood of Emer­alds” να κλέβουν την παράσταση, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκδοση του CD υπάρχει και διασκευή στο “Emer­ald” των THIN LIZZY, όλα αυτά σαν ένας ελάχιστος φόρος τιμής προς τον παλιό του φίλο και συνεργάτη, τον Phil Lynott. Και πάνω από όλα αυτά, ο ίδιος ο Moore, με το εκτυφλωτικό του παίξιμο να παραδίδει για μια ακόμα φορά ταχύρρυθμα σεμινάρια. Οι μουσικοί που πλαισιώνουν τον Moore είναι πραγματικά αξιοζήλευτοι καθώς συναντούμε τους Cozy Pow­ell και Simon Philips στα τύμπανα και τον Bob Dais­ley στο μπάσο, μεταξύ άλλων. Η συνεργασία όμως που προκαλεί αίσθηση είναι αυτή με τον Ozzy Osbourne καθώς ο Mad­man αναλαμβάνει back­ing vocals στο “Speak for your­self” αλλά κυρίως τα lead vocals στο “Led Clones”, ένα κομμάτι που αναφέρεται σε μπάντες που κοπιάριζαν ασύστολα τους LED ZEPPELIN εκείνη την εποχή. Πάνω από όλα όμως, το “After the War” θα καταγραφεί στην ιστορία ως το τελευταίο καθαρόαιμο hard rock άλμπουμ του Ιρλανδού κιθαρίστα καθώς ο Moore από την επόμενή του δουλειά θα στραφεί στα blues…
Θοδωρής Κλώνης

 


MORBID ANGEL – “Altars of mad­ness” (Ear­ache)
Όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο των MORBID ANGEL έγινε πραγματικός χαμός – ίσως ο μεγαλύτερος μαζί με το “Dei­cide” ένα χρόνο μετά! Όσοι ήταν χωμένοι στο under­ground τους ήξεραν από τα demos! Κυρίως όμως έκαναν αίσθηση με το “Thy king­dom come” το 1987 στο οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε ο καλύτερος front­man του death met­al. Ο David Vincent.
Το “Altars of mad­ness” έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά για να θεωρείται όχι απλά κλασικό, αλλά μυθικό! Τα “Chapel of Ghouls”, “Lord of All Fevers and Plague” και “Evil spells” είναι κομμάτια που είχαν έτοιμα από το 1986 και την ηχογράφηση του “Abom­i­na­tions of des­o­la­tion”! Σκεφτείτε τι πάταγο θα είχαν κάνει αν είχε κυκλοφορήσει κανονικά εκείνη η ηχογράφηση! Όλοι θα μιλάγανε για το πρώτο αμιγώς death met­al album και όχι για το “Scream bloody gore”! Όπως και να έχει στο “Altars of mad­ness” το line up συμπληρώθηκε και με την προσθήκη του Pete San­doval στα drums που έδωσε με τα blast­beats έναν φοβερά δυναμικό ήχο σε όλες τις συνθέσεις! Αξίζει να δείτε ολόκληρη τη συναυλία τους από την οποία υπάρχουν τα πλάνα του video clip για το κλασικό “Immor­tal rites”. Η συνέχεια μπορεί να ήταν ακόμα καλύτερη, αλλά όλοι οι οπαδοί τους επιστρέφουν σε αυτό το δίσκο πάντα όποτε υπάρχει αναφορά για το ποιος είναι ο πιο ξεχωριστός MORBID ANGEL δίσκος! Εναλλαγές ρυθμών, τρελαμένα solos πρωτόγνωρα για τον ακραίο ήχο από τον Trey Aza­gthoth και τον Richard Brunelle και το κυριότερο: Ιδιότυπος ήχος και riff-ολογία που αποδείκνυε ότι σαν μπάντα τις δούλευαν για καιρό πριν την κυκλοφορία του! Αλήθεια χρειάζεται τίποτα παραπάνω για να θεωρηθεί ένας δίσκος κλασικός για το είδος του;
Λευτέρης Τσουρέας

 

MORTAL SIN – “Face of despair” (Ver­ti­go)
Νομίζω ότι οι MORTAL SIN, πόνταραν πιο πολλά στην χώρα καταγωγής τους (Αυστραλία), παρά στη μουσική που έπαιζαν. Νομίζω ότι είναι από τις σχετικά υπερεκτιμημένες περιπτώσεις στον χώρο του thrash met­al, που κάποιοι τους θεωρούν από τα «διαμάντια» του χώρου, αλλά –κακά τα ψέματα- δεν είναι τίποτε άλλο, από ένα κακέκτυπο των METALLICA. Αν είχε Bay Area η χώρα των καγκουρό, κάπως έτσι θα ακούγονταν. Εκεί που στο ντεμπούτο τους, “May­hemic destruc­tion”, ήταν στη φάση του “Kill ‘em all”, τώρα ωρίμασαν και παίζουν σαν το “…and jus­tice for all”. Σοβαρά ρε παιδιά; Να βάλουμε και TESTAMENT της περιόδου εκείνης, με ολίγη από EXODUS (των late 80’s) και είμαστε κομπλέ. Υπάρχουν μέρη που ακούγονται αυτούσια με METALLICA, απλά με πολύ μέτριο τραγουδιστή. Κρίμα, που κινητήριος μοχλός υπήρξε συμπατριώτης μας, ο Andy Efti­chiou, η αλήθεια είναι όμως πως πρόκειται για τρομερά κουραστική περίπτωση συγκροτήματος. Όχι κακού, αφόρητα μέτριου όμως, κάτι που βρίσκω χειρότερο… Αφήνω ασχολίαστο και το ήξεις αφίξεις, με τις διαλύσεις και τις συνεχείς επανασυνδέσεις μέσα στα χρόνια. Λες και ενδιαφέρθηκε κανείς πραγματικά…
Σάκης Φράγκος

 


MORDRED — “Fool’s game” (Noise)
To Bay Area κατά τη διάρκεια των 80’s αποτέλεσε μία δεξαμενή συγκροτημάτων τα οποία συνεχίζουν να μας απασχολούν μέχρι και σήμερα και ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας ξεπηδούσαν συνεχώς νέα σχήματα, λιγότερο γνωστά σήμερα αλλά άξια προσοχής και σχολιασμού. Ένα από αυτά ήταν και οι MORDRED, οι οποίοι ιδρύθηκαν το 1984 και το ύφος τους ήταν αρκετά κοντά στο thrash met­al της εποχής με το πρώτο τους live να πραγματοποιείται στις 15 Φεβρουαρίου 1985 στο Mabuhay Gar­dens, στο San Fran­sis­co, ανοίγοντας για τους POSSESSED μαζί με τους LEGACY (οι TESTAMENT με τον Steve “Zetro” Souza στα φωνητικά) ενώ αργότερα μοιράστηκαν τη σκηνή με συγκροτήματα όπως οι HIRAX, D.R.I., DARK ANGEL, EXODUS, HEATHEN κ.α. Με το όνομά τους εμπνευσμένο από τον Αρθουριανό Κύκλο και το νόθο γιο του Βασιλιά Αρθούρου, οι MORDRED με το αρχικό line-up και τον πρώτο τους τραγουδιστή Steve Scates ο οποίος είχε και την ανάλογη αμφίεση πάνω στη σκηνή, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους demo το 1986 αλλά την ίδια χρονιά αντικαθιστάται από τον Scott Holder­by όπως και τα υπόλοιπα μέλη εκτός του μπασίστα Arthur Liboon και μετά από ένα δεύτερο demo, υπογράφουν στην γερμανική Noise Records και ηχογραφούν από αυτήν το ντεμπούτο τους “Fool’s game”.
To μουσικό ύφος έχει πλέον αλλάξει, το όνομα πλέον δεν τους αντιπροσωπεύει αλλά είχαν ήδη δημιουργήσει ήδη το δικό τους fan-base οπότε το διατήρησαν για να μην προκαλέσουν περαιτέρω σύγχυση. Το “Fool’s game” αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα τεχνικού thrash met­al, πιστό στο Bay Area ύφος, με έντονες επιρροές από METALLICA και αρκετά κοντά σε αυτό που έκαναν την ίδια περίοδο οι DEATH ANGEL και με αρκετές μελωδικές σφήνες. Η φωνή του Scott Holder­by ήταν αρκετά μελωδική, κάπου μεταξύ της χροιάς των Erik A.K. και του Mike Pat­ton o οποίος την ίδια χρονιά είχε κυκλοφορήσει με τους FAITH NO MORE το εκπληκτικό “The real thing” και δεν είναι τυχαία η αναφορά στους F.N.M. μιας και όταν μπαίνει το τρίτο τραγούδι και πρώτο sin­gle του δίσκου, “Every day’s a hol­i­day” ερχόμαστε αντιμέτωποι με funk ρυθμούς, slap τεχνική στο μπάσο και scratch­es από τον Aaron “DJ Pause” Vaughn, ο οποίος στη συνέχεια έγινε μόνιμο μέλος των MORDRED. Τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου κινούνται στο αρκετά καλαίσθητο thrash met­al στυλ τους, με αρκετές αλλαγές και εμβόλιμες κιθαριστικές αρμονίες και gang vocals από τον Chuck Bil­ly (TESTAMENT) και μέλη των ATTITUDE ADJUSTMENT και LAAZ ROCKIT. Έκπληξη είχε προκαλέσει και η επιλογή τους να διασκευάσουν το funk τραγούδι “Super freak” του Rick James, παρόλο που νωρίτερα την ίδια χρονιά στο “Fab­u­lous dis­as­ter” οι EXODUS διασκεύασαν το “Low rid­er” των funk/soul rock­ers WAR.
Μπορεί εν έτη 2018 αυτό να μην εντυπωσιάζει αλλά το 1989 το αιρετικό ‑αν θέλουμε να το χαρακτηρίσουμε ιδίωμα- του funk rock/metal δεν είχε ακόμα εδραιωθεί παρότι υπήρχαν οι LIVING COLOUR, οι FISHBONΕ και οι 24–7 SPYZ, μιας και οι PRIMUS θα κυκλοφορούσαν λίγους μήνες μετά το “Suck on this” EP και το ντεμπούτο τους “Friz­zle fry”, οι FAITH NO MORE παρότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο δίσκους η μεγάλη επιτυχία ήρθε αρχές του 1990 με την σαρωτική επιτυχία του “Epic” και φυσικά δεν ξεχνάμε τους σημαντικούς RED HOT CHILLI PEPPERS που την ίδια περίοδο κυκλοφορούσαν το τρίτο τους άλμπουμ “Mother’s milk”. Έπρεπε να περάσουν δύο χρόνια ώστε να ακούσουμε τους DEATH ANGEL, μία καθαρά met­al μπάντα να βάζει funk στοιχεία στο φοβερό “Act III” ενώ ακολούθησαν οι SUICIDAL TENDENCIES/INFECTIOUS GROOVES και αρκετές άλλες κατά τη διάρκεια των 90’s. Στα άλμπουμ που θα ακολουθούσαν οι MORDRED θα έδιναν κι αυτοί περισσότερο έμφαση στο funk στοιχείο, με εξαιρετικά παραδείγματα αλλά το “Fool’s game” παραμένει ένα εντυπωσιακό thrash met­al ντεμπούτο ικανό να κερδίσει και τους απαιτητικούς οπαδούς του ιδιώματος. Για την ιστορία να αναφέρουμε πως για την προώθησή του περιόδευσαν στις Η.Π.Α. ανοίγοντας για τους NUCLEAR ASSAULT και για τους OVERKILL στην Ευρώπη ενώ ακολούθησαν κοινές εμφανίσεις με τους WATCHTOWER και FATES WARNING, CELTIC FROST, MR BUNGLE και φυσικά η συμμετοχή τους στο Dynamo Open Air Fes­ti­val μαζί με (κρατήστε την ανάσα σας…) DEATH ANGEL, SACRED REICH, SEPULTURA, VICIOUS RUMORS και TROUBLE.
Κώστας Αλατάς

 

MOTLEY CRUE – “Dr. Feel­go­od” (Elek­tra)
Λοιπόν, άπαντες σε θέση προσοχής για να αποδώσουμε χαιρετισμό στους τιτάνες MOTLEY CRUE και το “Dr. Feel­go­od”. Τα «καλόπαιδα» από το Los Ange­les έπρεπε να φτάσουν στην κορυφή και το 1989 ήταν η χρονιά τους. Η συνταγή απλή. Μπαρουτοκαπνισμένα τραγούδια γεμάτα αλκοόλ και καταχρήσεις, μία νεκρανάσταση (λέγε με Nik­ki Sixx), και ο Μίδας πίσω από την κονσόλα (τον λες και Bob Rock). 11 τραγούδια, τα πέντε all time clas­sic, 6.000.000 πωλήσεις και η πρωτιά στην Αμερική και στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πλέον γεγονός. Είναι ο δίσκος που στην ουσία εδραίωσε το όνομα του συγκροτήματος σε παγκόσμια εμβέλεια και δε θα λογομαχήσω με κανέναν που μπορεί να θεωρεί πως είναι το καλύτερο άλμπουμ τους. Α, και να μην το ξεχάσω. Είναι ο δίσκος που άκουσε ο Lars Ulrich και θέλησε να έχει για παραγωγό τον Bob Rock στο “Black album”. Eπιβάλλεται να υπάρχει στη δισκοθήκη σου!
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 

MR BIG — “Mr Big” (Atlantic)
Ο κόσμος της μουσικής το 1989, ήταν πολύ διαφορετικός. Η μουσική βιομηχανία δεν είχε καμία σχέση με την σημερινή, η τηλεόραση είχε μουσικές εκπομπές, το MTV διαφεντεύονταν τον κόσμο, το hard rock και το heavy met­al έβρισκαν το δρόμο τους στα Αμερικάνικα, Ευρωπαϊκά, Βρετανικά charts, νέες μπάντες κάθε μέρα έβγαιναν, νέα μουσικά ιδιώματα δημιουργούνταν, κάποια σε λίγο θα πέθαναν, γενικά ήταν ένας μουσικός κόσμος δημιουργικός και πολύ καλύτερος από τον σημερινό. Σε αυτόν τον κόσμο γεννήθηκαν οι MR BIG, το όνομα τους το πήραν από τραγούδι των FREE, και οι μουσικοί που εντάχθηκαν στην μπάντα ήταν ένας κι ένας. Eric Mar­tin (φωνητικά), Paul Gilbert (κιθάρα), Bil­ly Shee­han (μπάσο), Pat Tor­pey (drums & per­cus­sion). Όλοι περφεξιονιστές και δεξιοτέχνες με πλούσιο παρελθόν. Το θέμα ήταν όμως να παίξουν εμπορικά και “εύκολα”, προκειμένου να πετύχουν, πράγμα που σε τέτοιες μπάντες, με τέτοια μέλη, μοιάζει απλό, αλλά τελικά είναι δύσκολο. Αυτό διαφαίνεται και εδώ στο πρώτο τους άλμπουμ, τοy οποίου τον ήχο του θα τον χαρακτηρίζαμε ως πιο εμπορικό και hard rock στυλ των BAD COMPANY και FREE. Προσπάθησαν να γίνουν εμπορικοί, αλλά δε τα κατάφεραν αρκετά σε αυτήν εδώ την πρώτη τους προσπάθεια. Θα τα κατάφερναν όμως αργότερα. Εδώ αφήσουν τον εαυτό τους να ξεσαλώσει εκτελεστικά λίγο παραπάνω από ότι ίσως θα έπρεπε για να κάνουν το break και είναι μουσικά, αρκούντως σοβαροί, για να συναγωνιστούν τις hair met­al μπάντες τύπου WARRANT, POISON κλπ. Στιβαρό και δεξιοτεχνικό hard rock, με όχι τόσο εύκολες μελωδίες και χωρίς φανταχτερά ρεφρέν, στο ντεμπούτο τους οι MR. BIG βαδίζουν πιο πολύ σε sev­en­ties μονοπάτια. Είναι ένα πολύ καλό άλμπουμ που τους έβαλε μεν στο παιχνίδι, αλλά θα έπρεπε να περιμένουν λίγο ακόμα μέχρι να βρουν τη χρυσή τομή, ανάμεσα στο δεξιοτεχνικό παίξιμο στο οποίο ήταν εκ φύσεως καταδικασμένοι και στην απλότητα της σύνθεσης προς την επιτυχία. Σε αντίθεση με τους πιο πολλούς ανταγωνιστές τους, όχι μόνο τα κατάφεραν αλλά συνεχίζουν με σχετική επιτυχία μέχρι και σήμερα την καριέρα τους.
Δημήτρης Σειρηνάκης

 

MUDHONEY — “Mud­honey” (Sub Pop) 
Mετά από ένα επιτυχημένο EP (“Super­fuzz Big­muff”) οι ΜUDHONEY με παραγωγό τον Jack Endi­no θα κυκλοφορήσουν το ομότιτλο δίσκο τους τον Ιούλιο του ‘89. Σε σχέση με το EP που είχε προηγηθεί, εδώ βλέπουμε τους MUDHONEY να παρουσιάζουν ένα πιο ξεκάθαρο STOOGES meets garage rock ήχο, να διαμορφώνουν πιο στοχευόμενα τον ήχο τους, έναν ήχο που θα ακολουθούσαν όλα τα επόμενα χρόνια.
Ακούγοντας κανείς τον πρώτο τους δίσκο μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια, δεν μπορεί παρά να μην θαυμάσει την ικανότητα της μπάντας του Μark Arm να γράφει συνθέσεις που αντέχουν στον χρόνο και ακούγονται φρέσκες ακόμα και σήμερα. Τραγούδια σαν τα “This Gift”, “Here comes sick­ness”, “Dead love”, “Flat out fucked”, “Run­ning loaded” και “Where tomor­row hits” είναι χαρακτηριστικά της ηχητικής ταυτότητας της μπάντας. Στα συν και η διασκευή στους BLUE CHEER στο “Mag­no­lia caboose babyfin­ger” που εδώ το έκαναν “Mag­no­lia caboose Babyshit”
Σε αυτό το ντεμπούτο ξεχειλίζει η νεανική ορμή υποστηριζόμενη από την ωραία παραγωγή του Endi­no. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ενέργεια της μπάντας στο παίξιμο μας χαρίζει έναν δίσκο που όχι μόνο χαρακτηρίζει τον ήχο των MUDHONEY, αλλά αποτελεί και χαρακτηριστικό δείγμα του τι είναι grunge. Mάλιστα, λέγεται ότι ο Mark Arm ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε την συγκεκριμένη λέξη για να περιγράψει την μουσική της μπάντας του.
Όπως είναι γνωστό οι MUDHONEY προήλθαν από τις στάχτες των GREEN RIVER, της πρώτης grunge μπάντας του Seat­tle και λόγω αυτού ήταν ένα σχήμα σεβαστό σε όλη την τοπική σκηνή. Η πορεία τους έδειξε ότι μπορεί να μην γνώρισαν την εμπορική επιτυχία των υπολοίπων συναδέλφων τους, αλλά είχαν την ευτυχία να έχουν μια συνεχόμενη και σταθερή πορεία που κρατά μέχρι τις ημέρες μας.
Γιάννης Παπαευθυμίου

 

NASTY SAVAGE – “Pen­e­tra­tion point” (Rot­ten Records)
Άλλη μια περίπτωση συγκροτήματος που έμεινε στην αφάνεια ή –αν θέλετε- σε under­ground επίπεδα, ενώ θα μπορούσε, ίσως, να κάνει κάτι παραπάνω. Έχουμε ξαναγράψει για την εκρηκτική περσόνα του Nasty Ron­nie, τραγουδιστή των Αμερικάνων thrash met­allers, NASTY SAVAGE και το εύρος των φωνητικών του. Στο τρίτο άλμπουμ τους, πλέον, οι NASTY SAVAGE, φαίνεται να γράφουν έναν πάρα πολύ τεχνικό thrash met­al δίσκο, όχι τόσο όσο οι WATCHTOWER για παράδειγμα, αλλά κάτι σαν τους DEATHROW ή σαν τους FORBIDDEN στα πιο «ευθεία» σημεία τους. Επίσης, τα φωνητικά του Nasty Ron­nie, δεν κάνουν πια αυτούς τους ακροβατισμούς, που τον έκαναν να ακούγεται σε κάποια σημεία σαν τον King Dia­mond, αλλά κάποιες φορές τολμώ να πω ότι μπαίνει σε πιο death met­al χωράφια. “Rit­u­al sub­mis­sion”, “Pow­er­slam” και το εναρκτήριο “Wel­come wag­on”, είναι τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια, αχρείαστο το instru­men­tal “Horiz­er­ti­cal”, στο σύνολο πάντως θεωρώ ότι η στριφνή μουσική τους, με τα πολύ ενδιαφέροντα κιθαριστικά riffs, δύσκολα θα τους οδηγούσε εκείνη την περίοδο που βγήκε ο δίσκος σε κάτι άλλο πέρα της διάλυσης… Μετά την προσωρινή τους επανένωση στα μέσα των 00’s, περιμένουμε το νέο τους άλμπουμ από τη Met­al Blade μέσα στη χρονιά. Άλλωστε, ο καιρός είναι πιο πρόσφορος για τέτοιου είδους γκρουπ…
Σάκης Φράγκος

 

NIGEL FOXXE’S INC- “War of the Godz” (FM Records)
Η αποχώρηση του Nigel Foxxe από τους FLAMES τον οδήγησε να ακολουθήσει την πραγματική φύση του, το όραμα του, να παίξει μουσική δίχως τους περιορισμούς της “thrash” σκηνής. Η αλλαγή του ονόματος του επόμενου σχήματος του από THANATOS INC στο πιο προσωπικό Nigel Foxxe’s INC, έδωσε στην Ελληνική σκηνή ένα άλμπουμ που μαζί με το πρώτο των SPITFIRE και το “Mythol­o­gy” των NORTHWIND, αποτελούν διαμάντια που οφείλουν να ακούν πριν ξεκινήσουν όλοι οι εκκολαπτόμενοι αστέρες της εγχώριας σκηνής. Όχι γιατί ηχογραφήθηκαν σε δύσκολους καιρούς, σε αντίξοες συνθήκες, από ανθρώπους με όραμα και μέσα που ήταν ελάχιστα μπροστά στα σημερινά. Αυτές οι δυσκολίες υπήρχαν σε κάθε τριτοκοσμική χώρα, είτε τη Βραζιλία των SEPULTURA, είτε την Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ/Κωστόπουλου, πριν η ΕΕ ανοίξει με τη βοήθεια του inter­net τα σύνορα και δώσει ιδέες και λύσεις.
Στο “War of the Godz”, έχουμε ένα σχήμα που εξελίσσεται βάσει της εποχής και του οράματος του κιθαρίστα/συνθέτη και δυστυχώς τραγουδιστή. Η δυναμική εξελίσσεται από το πρωτόλειο tech­no thrash του προηγούμενου δίσκου σε υψηλού επιπέδου Αμερικάνικο pow­er speed, με έντονο το τεχνικό στοιχείο και σαφείς αναφορές σε σχήματα τύπου AGENT STEEL, SAVAGE GRACE, LIEGE LORD, HEATHEN, από μουσικούς που ανήκουν στο ίδιο κύμα, αλλά στην αντίπερα όχθη της θάλασσας, απομονωμένοι σε μια χώρα που ακόμη πάλευες στο δίπολο METALLICA- MANOWAR .
Από την επική εισαγωγή του “Warn­ing signs” οι κιθάρες δίνουν το μουσικό στίγμα και ο John­ny το ρυθμό. Όσοι τον γνωρίζουν, ξέρουν ότι αναγκάστηκε να «ρίξει» την ταχύτητά του, δεδομένης της απόφασης του Nigel Foxxe να πετύχει μια πιο μεταλλική /τεχνική προσέγγιση. Κορυφαίο τραγούδι του άλμπουμ, κατά την προσωπική μου γνώμη το “Trea­son”, μια εννιάλεπτη pow­er /speed met­al σύνθεση που με τον κατάλληλο τραγουδιστή, θα ανήκε σήμερα στα κλασικά τραγούδια του power/speed. Δεν υστερούν τα “Con­demned”, “Aven­gin’ Godz” , “Fear”. Το άλμπουμ γνώρισε σχετική επιτυχία και εκτός Ελλάδας, αλλά οι αλλαγές στη σύνθεση και οι προσωπικές επιθυμίες των μελών οδήγησαν στη διάλυση του σχήματος. Ο Nigel Foxxe συνέχισε με πιο μελωδικά σχήματα και όταν είχε διάθεση δανείζοντας τις γνώσεις του ως ηχολήπτης σε ζωντανές εμφανίσεις. Σε παλαιότερη συζήτηση μας , μου είχε εκμυστηρευτεί την ύπαρξη μιας ροκ όπερας, που έλειπαν τα φωνητικά για να ολοκληρωθεί, αν κάποια στιγμή υπήρχε η οικονομική στήριξη για τους τραγουδιστές. Ελπίζω ότι ποτέ δεν είναι αργά, ξανακούω ένα άλμπουμ που απολαμβάνω για την ποιότητά του και το θάρρος του σχήματος να δοκιμάσει δρόμους που μέχρι τότε ήταν δυσκολοδιάβατοι στη χώρα μας. Αν μόνο είχαν έναν άλλο τραγουδιστή, το μέλλον ίσως να ήταν διαφορετικό.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

NINE INCH NAILS — “Pret­ty hate machine” (TVT Records/Atlantic)
Τα demos που έγραφε ο άσημος Trent Reznor σε κάποιο τυχαίο stu­dio του Cleve­land τελικά δεν ήταν τόσο άσχημα, αν σκεφτεί κανείς ότι έπαιζε μόνος του όλα τα όργανα. Βαθύτατα επηρεασμένος από το άγουρο indus­tri­al των FRONT 242, τη synth pop των DEPECHE MODE και τη new/dark wave σκηνή που τότε ήταν στα εντελώς πάνω της, το δισκογραφικό συμβόλαιο ήρθε σχεδόν αμέσως από τότε που σκαρφίστηκε την ιδέα των NINE INCH NAILS.
Με τη συμπαράσταση και τη συμπαραγωγή δύο τρομερά επιτυχημένων τύπων, του Flood και κυρίως του John Fry­er, το αποτέλεσμα έγραψε το “Pret­ty hate machine”. Ο μεν Flood είναι υπεύθυνος για το “Joshua tree” των U2 και το “Vio­la­tor” των DEPECHE MODE (τα πλέον μοσχοπουλημένα από αμφότερους). Ο δε Fry­er που έγραψε όλα τα τραγούδια μαζί με τον Reznor, εκτός από συνιδρυτής των THIS MORTAL COIL, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής τη δεκαετία του ‘80 και το όνομά του εμφανίζεται μεταξύ άλλων σε albums των COCTEAU TWINS, FIELDS OF THE NEPHILIM, CLAN OF XYMOX, Peter Mur­phy και στις τρεις πρώτες κυκλοφορίες των… DEPECHE MODE.
Ο συνδετικός κρίκος λοιπόν των DM εξηγεί εν μέρει την πιο ηλεκτρονική κατεύθυνση που είχε το “Pret­ty hate machine”, το οποίο παρ’ όλα αυτά, έχει αφήσει μερικά από τα πιο κλασικά τραγούδια των NIN: Το πασίγνωστο “Head like a hole” με το εφιαλτικό clip, το club clas­sic “Ter­ri­ble lie”, τον υπερκόμματο “Down in it” και το υπερευαίσθητο “Some­thing I can nev­er have”. Η τρομερή ανταπόκριση των πωλήσεων έδωσε ώθηση στον φιλόδοξο και ταλαντούχο Trent να σκύψει το κεφάλι, να εργαστεί για μια πενταετία, να πλακωθεί άσχημα με τη δισκογραφική του εταιρία και να δώσει μετά ένα από τα trade­mark 90’s albums, το αριστουργηματικό “The down­ward spiral”.
Γιώργος Κόης

 

NIRVANA – “Bleach” (Sub Pop) 
Tο “Βleach” είναι από αυτούς τους δίσκους που η μοίρα του θα ήταν διαφορετική αν δεν ακλουθούσε αυτό που όλοι γνωρίζουμε. Η αλήθεια είναι το ντεμπούτο των ΝΙRVANA ηχογραφήθηκε στο stu­dio του παραγωγού Jack Endi­no σε πέντε ημέρες και με bud­get μόλις 600 δολάρια. Ένα μικρό ποσό για ηχογράφηση πράγματι, παρόλο αυτά όμως το αποτέλεσμα είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό του ήχου των NIRVNA στην πρώτη τους εποχή.
Η μουντάδα της παραγωγής είναι χαρακτηριστική και αυτή που μας φέρνει στο μυαλό τον grunge ήχο. Κομμάτια όπως τα “About a girl”, “Blew”, “Neg­a­tive Creep” και “School” μας δείχνουν ότι η μπάντα έχει διαμορφώσει τον πρώιμο ήχο της που πάνω σε αυτόν θα κινηθεί και στα επόμενα album τους. Σε κομμάτια όπως τα “Paper cuts” βρίσκουμε στοιχεία που επηρέασαν τους ΑLICE IN CHAINS στην διαμόρφωση του δικού τους ήχου. Tα “Scoof” και “Μr. Mus­tache” με την δυναμική και την ενέργειά τους, για μένα είναι ίσως τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια από το πρώτο album των NIRVANA.
Με το ένα πόδι στους MELVINS και με το άλλο στους PIXIES, με μια δυναμική ορμή αλλά και με έναν ερασιτεχνισμό, το “Bleach” ακούγοντας το σήμερα θα σε κερδίσει με την νεανική του ορμή και το άγαρμπο χαρακτήρα του. Όπως διάβασα κάπου, είναι ένα δίσκος που φανερώνει τις δυνατότητες της μπάντας αλλά δεν τις εκπληρώνει ακόμα. Εν μέρει σωστή τοποθέτηση, η ιστορία του δίσκου και το αποτύπωμα του θα ήταν διαφορετικό αν δεν είχε ακολουθήσει μετά από δύο χρόνια η αναπάντεχη και τεράστια δημοτικότητα του “Νev­er­mind”.
Οι ΝΙRVANA μετά την κυκλοφορία του δίσκου τον Ιούνιο του ‘89 (τα πρώτα 1000 βινύλια βγήκαν σε λευκό χρώμα) βγήκαν σε περιοδεία με τους ΤΑD την Βleach God’s balls tour 1989 αλλά και στην πρώτη τους Ευρωπαϊκή περιοδεία. Ο τότε drum­mer τους Chad Chan­ning αναφέρει : “Aμέσως μόλις το album κυκλοφόρησε γεμίζαμε clubs και κλείναμε για συναυλίες στην Ευρώπη. Είμαστε σε φάση, αυτό είναι cool μπορεί πραγματικά να καταφέρουμε κάτι. Δεν ξέρω αν σκέφτηκα ποτέ αν θα φτάσει τόσο ψηλά όπως έγινε και δεν νομίζω ότι και ο Kurt το σκέφθηκε άλλωστε”.
To “Βleach” είναι ένας δίσκος που βάζει στον μουσικό χάρτη το όνομα των NIRVANA και αποτελεί την αρχή μιας θριαμβευτικής αλλά σύντομης δυστυχώς καριέρας.
Γιάννης Παπαευθυμίου

 

NUCLEAR ASSAULT – “Han­dle with care” (Under One Flag)
Είναι αρκετά τα 29.21 λεπτά προκειμένου να σε κάνουν έναν ευτυχισμένο άνθρωπο; Η απάντηση είναι πως αν έχουν την ονομασία “Han­dle with care” και την υπογράφουν οι NUCLEAR ASSAULT, τότε ΝΑΙ! Οι αθεόφοβοι, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ασύλληπτου “Sur­vive”, έσκασαν μύτη με τούτο εδώ το κολοσσιαίο άλμπουμ. Thrash – crossover υψηλότατου επιπέδου που σε αρπάζει από τον γιακά και σε ρίχνει μέσα στο pit να αναστενάζεις την ώρα και την στιγμή που πάτησες το «play». Όταν το μεγαλύτερο τραγούδι σε διάρκεια είναι 4.11 τότε δε χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβεις ότι αυτό που θα ακούσεις με μια λέξη είναι μακελειό. Τι; Δεν το έχεις ακούσει; Σε παρακαλώ παιδί μου. Πέρασε αύριο με τον κηδεμόνα σου και γράψε για τιμωρία τα lyrics του “Mother’s day”.
Ντίνος “Ben­jamin Breeg” Γανίτης

 

OBITUARY – “Slow­ly We Rot” (Road­run­ner)
Το “Slow­ly We Rot” είναι ένας δίσκος ορόσημο που μπορεί να μην είναι ο καλύτερος των OBITUARY, αλλά έθεσε τα θεμέλια για την δημιουργία νέων μονοπατιών στο death met­al. Για να καταλάβουμε την σημαντικότητά του στην εξέλιξη του extreme ήχου, κυκλοφόρησε σε μία εποχή που το thrash met­al είχε ήδη «ταβανιάσει», το black met­al κίνημα δεν είχε ξεσπάσει από Σκανδιναβία μεριά και ήδη είχαν κυκλοφορήσει κάποιες λίγες εξίσου σημαντικές κυκλοφορίες, που έσπρωχναν τα όρια του extreme ήχου, από συγκροτήματα όπως οι POSSESSED, NAPALM DEATH και οι τεράστιοι DEATH. Μιλάμε για μια περίοδο που οι DEICIDE, CANNIBAL CORPSE, ENTOMBED, MASSACRE, ASPHYX και άλλες σημαντικές μπάντες που συνέβαλαν τα μέγιστα στην διεύρυνση του είδους τα επόμενα χρόνια, δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμα δίσκο. Την ίδια χρονιά (1989) έκαναν ντεμπούτο και οι MORBID ANGEL, TERRORIZER, ATHEIST και οι BOLT THROWER μεταξύ άλλων, συμβάλλοντας και αυτοί τα μέγιστα φυσικά.
Οι OBITUARY κατάφεραν να έχουν τον πιο απλό, ωμό, «σάπιο» ήχο με την ίδια στιγμή να είναι και ο πιο προσβάσιμος και ευκολοάκουστος σε σχέση με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της ίδιας χρονιάς. Θεωρώ ότι ήταν μακράν ότι πιο βίαιο και αριστουργηματικό ταυτόχρονα, έχει κυκλοφορήσει ως ντεμπούτο ποτέ από μπάντα μέχρι και σήμερα. Τα φωνητικά του John Tardy σε συνδυασμό με τα πιασάρικα riffs του Alain West που είναι «κλωτσιά στα δόντια» κατάφεραν να δημιουργήσουν τον δικό τους ήχο και στυλ που δεν αντιγράφηκε ποτέ μέχρι σήμερα και οι ίδιοι συνεχίζουν πιστοί σε αυτό που δημιουργήσαν προσφέροντας και στην συνέχεια δίσκους «Τοτέμ». Στον “Slow­ly We Rot” από το εξώφυλλο, το πρώτο τραγούδι “Inter­nal Bleed­ing” μέχρι και το τελευταίο, τα λυσσαλέα φωνητικά του Tardy μέχρι και την απροθυμία τους να συμπεριλάβουν στίχους στους δίσκους τους, δημιούργησαν με το «καλημέρα» ταυτότητα ως συγκρότημα και έστρωσαν το δρόμο που οι ίδιοι θα πορευόντουσαν….με πολύ «αίμα», «βία» και νιχιλισμό.
Θάνος “Thanoz” Κολοκυθάς

 


OLIVER MAGNUM — “Oliv­er Mag­num” (Rest­less Records)
Μη σας παραπλανά το κακό, punk — hard­core εξώφυλλο. Το “Oliv­er Mag­num” είναι από τα καλά κρυμμένα μυστικά του αμερικανικού pow­er met­al. Είναι από αυτούς τους one-off δίσκους που κάνουν ιδιαίτερη αίσθηση και αφήνουν, με το πέρασμα των ετών, τη δική τους εποχή. Μόνο που το εν λόγω διαμάντι δεν είναι από τα άλμπουμ που έκαναν την αίσθηση αυτή όταν κυκλοφόρησαν, αλλά όταν τα χρόνια πέρασαν, αποκτώντας με τον τρόπο αυτό ένα cult sta­tus και αλλάζοντας χέρια για πολύ μεγάλα ποσά, όντας εξαιρετικά δυσεύρετο. Είχε βλέπεις την ατυχία να κυκλοφορήσει σε μια χρονιά που ήδη είχε αρχίσει να φαίνεται η «αλλαγή» στο τι θεωρούσαν οι Η.Π.Α «σκληρό ήχο» (grunge) και στο αποκορύφωμα του glam/sleaze κινήματος. Δεν υπήρχε χώρος για «νέο αίμα» στο τεχνικό, λυρικό pow­er met­al. Αυτή η κατάσταση μάλιστα έκανε τα μέλη του συγκροτήματος να εξαφανιστούν εντελώς από το χώρο, πράγμα που στοίχησε, καθώς τουλάχιστον ο Mark Mueller θα μπορούσε να δώσει πολλά με μια φωνή που ακροβατούσε μεταξύ Lizzy Bor­den και David Fefolt (HAWK, FIFTH ANGEL). Το λοιπόν, όσοι «πεθαίνετε» εκεί έξω για τιτάνιες μπάντες όπως οι LIEGE LORD, LIZZY BORDEN και HITTMAN, κατά 99% έχετε «λιώσει» αυτό το μνημείο έστω και σε κασέτα TDK, γραμμένο κάποτε στα σχολικά σας χρόνια. Οι υπόλοιποι, αποκτήστε το, έστω και σε κασέτα TDK γραμμένη από τότε. Μυθικό άλμπουμ.
Δημήτρης Τσέλλος

 

ONSLAUGHT – “In search of san­i­ty” (Lon­don Records)
Το τρίτο άλμπουμ των Βρετανών thrash­ers ONSLAUGHT είναι ένα πολύ καλό δείγμα για το που μπορεί να οδηγήσει μια μπάντα οι κακές επιλογές της δισκογραφικής της εταιρείας. Μετά από ένα ικανοποιητικό ντεμπούτο (“Pow­er from Hell”-1985) και ένα ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ δεύτερο άλμπουμ (“ The Force” — 1986) τα πράγματα φαίνονταν να πηγαίνουν προς το καλύτερο για τη μπάντα από το Μπρίστολ. Περίπου προς τα μέσα του 1988, οι ONSLAUGHT ηχογραφούν το νέο τους άλμπουμ με τίτλο “Blood Upon The Ice”και τον παρουσιάζουν στη δισκογραφική τους εταιρεία. Και κάπου εκεί αρχίζουν τα μπερδέματα… Πρώτο πρόβλημα, ο τίτλος του άλμπουμ, καθώς οι Σουηδοί BATHORY έχουν ήδη ανακοινώσει ότι η νέα τους δουλειά θα τιτλοφορείται “Blood On Ice” και η δισκογραφική εταιρεία της μπάντας προτείνει αλλαγή του τίτλου ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρεξηγήσεις. Η μπάντα καταλήγει στην αμέσως επόμενη επιλογή της, στο “In Search of San­i­ty”. Δεύτερο πρόβλημα, πολύ πιο σοβαρό, οι υπεύθυνοι της Lon­don Records εκτιμούν ότι η μπάντα χρειάζεται μια κάπως πιο εμπορική προσέγγιση, έτσι απορρίπτουν το demo της μπάντας με τον Sy Keel­er στα φωνητικά και πιέζουν για έναν πιο «γυαλισμένο» ήχο καθώς και σε άλλαγή τραγουδιστή. Αυτόν μάλιστα τον έχουν έτοιμο. Είναι ο «πολύς» Steve Grim­mett, γνωστός από τις δουλειές του με τους GRIM REAPER. Οι ONSLAUGHT υποκύπτουν στις πιέσεις της εταιρείας, ξαναμπαίνουν στο στούντιο και τον Αύγουστο του 1989 κυκλοφορούν το “In Search of San­i­ty”. Ο δίσκος διχάζει καθώς οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί της μπάντας τον θεωρούν ως ξεπούλημα, ενώ υπήρξαν και αυτοί που αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό την νέα ηχητική κατεύθυνση. Η αλήθεια, ως συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκεται κάπου στη μέση. Το “In Search of San­i­ty” θυμίζει πολύ, μα ΠΟΛΥ το “Mas­ter of Pup­pets” των METALLICA, τόσο ηχητικά, όσο και στη δομή του. Αντικειμενικά πάντως, ο δίσκος δεν είναι και τόσο κακός. Υπάρχουν κάποιες πολύ δυνατές συνθέσεις όπως το ομώνυμο, το “Light­ning War” και το “Pow­er Play”. Από την άλλη μεριά, η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια κάποιων κομματιών ή εντελώς αχρείαστων στιγμών (θα ήθελα πάρα πολύ να μου εξηγήσει κάποιος την παρουσία της πεντάλεπτης εισαγωγής με τίτλο “Asy­lum”) καθώς επίσης η παντελώς αδιάφορη διασκευή στο “Let There Be Rock” των AC/DC αποτέλεσαν τροχοπέδη για το άλμπουμ. Εκτιμώ ότι αν ο δίσκος κυκλοφορούσε όπως τον φανταζόταν αρχικά η μπάντα, με τον Sy Keel­er στα φωνητικά και στον ήχο του “The Force”, τα πράγματα θα εξελίσσονταν ενδεχομένως διαφορετικά για τους ONSLAUGHT. Η ιστορία όμως κατέγραψε το “In Search of San­i­ty” σαν μια εμπορική αποτυχία για την μπάντα, παρά τις βλέψεις της εταιρείας για το αντίθετο, και μοιραία οδήγησε στη διάλυση των Βρετανών, μέχρι το 2007 οπότε και επανήλθαν στο προσκήνιο.
Θοδωρής Κλώνης

 


OVERKILL – “The years of decay” (Atlantic)
Πόσοι από εσάς δεν έχετε βρεθεί εν μέσω μπυροποσιών να κουβεντιάζετε ή ακόμα και να διαφωνείτε με τους φίλους σας, για το ποια μπάντα θα μπορούσε να “κολλήσει” μαζί με τις 4 μεγάλες του thrash, για τη δημιουργία ενός Big 5; Ουκ ολίγοι πιστεύω… Για μερικούς οι EXODUS θα έπρεπε να είναι προφανώς αυτή μπάντα, ενώ για κάποιους άλλους ενδεχομένως οι TESTAMENT. Δεδομένου πως οι Γερμανικές μπάντες εξαιρούνται λόγω του δικού τους, αδιαμφισβήτητου Big 4, η προσωπική μου απάντηση θα ήταν ξεκάθαρα οι OVERKILL. Μια από τις πιο τίμιες, συνεπείς και εργατικές μπάντες της πιάτσας, που μας έχουν χαρίσει κλασσικές κυκλοφορίες κατά τη διάρκεια της παραπάνω από τριακονταετούς τους πορείας στο μεταλλικό γίγνεσθαι και με μια αξιοθαύμαστη δεύτερη εφηβεία που περνά εδώ και μια οχταετία, που θα τη ζήλευαν πολλοί. Φωτεινός φάρος ανάμεσα σε όλες αυτές τι δουλειές, αποτελεί το “The Years of Decay”. Μπορεί προσωπικά να παλεύω εδώ και σχεδόν 20 χρόνια να απαντήσω στον εαυτό μου αν τη θεωρώ αυτή την καλύτερη δουλειά τους ή το “Hor­rorscope” που ακολούθησε μετά από δύο χρόνια, αλλά δεν έχει και πολύ σημασία… Κι αυτό γιατί το “The Years of Decay” ήταν, είναι και θα είναι ένας από τους καλύτερους thrash δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Πιο βαρύ και ωμό από τους προκατόχους τους, με φρέσκια αύρα και μεγάλη ποικιλία στις συνθέσεις (από τους thrash δυναμίτες “Time to Kill”, “Elim­i­nate” και “E.vil N.ever D.ies”, το ρυθμικό “Birth of Ten­sion” ή ακόμα και το doom “Play­ing with Spiders/Skullrusher”), σε αρχίζει στα χαστούκια από τις πρώτες κιόλας στιγμές και δε χαμπαριάζει… “πράμα”. Τα riffs που σου σφηνώνονται κατευθείαν στο μυαλό, παρέα με τα καταπληκτικά leads και solos αποτελούν ένα από τα δυνατά χαρτιά του δίσκου, με τον Bob­by Gustafson να πιάνει απίστευτη απόδοση στην τελευταία του εμφάνιση σε δίσκο των OVERKILL. Βέβαια, και η υπόλοιπη μπάντα δεν πάει καθόλου πίσω, με τον Bob­by ‘Blitz’ Ellsworth να ξεσηκώνει με τις ερμηνείες του, τον D.D. Verni να γεμίζει τα κομμάτια με το μαγικό του μπάσο και να συστήνει ένα εξαιρετικό rhythm sec­tion με τον Sid Fal­ck, ο οποίος εντυπωσιάζει με το drum­ming του. Ακόμα και σήμερα, σχεδόν 30 χρόνια από την κυκλοφορία του το “The Years of Decay” παραμένει φρέσκο και εντυπωσιάζει με τη δύναμή του και την έντασή του. Και μιας και τα τελευταία χρόνια είναι της μόδας τα επετειακά shows, αλλά κι επειδή οι παίδες από το New Jer­sey το έκαναν πέρυσι για την 25η επέτειο του “Hor­rorscope” και την 30στη του “Feel The Fire”, καλό θα ήταν να σκέφτονταν να κάνουν και μια περιοδιούλα για τα γενέθλια του “The Years of Decay” να γίνει χαμούλης…
Θανάσης Μπόγρης

 

PARADOX – “Heresy” (Road­run­ner)

Όσα χρόνια και να περάσουν, θα θεωρώ το “Heresy” μέσα στους 10 καλύτερους thrash met­al δίσκους που έχω ακούσει. Έχοντας πάθει πλάκα με το “Prod­uct of imag­i­na­tion” δύο χρόνια πριν, περίμενα πολλά από το “Heresy”, το οποίο μάλιστα είχε και ιδιαίτερα ενδιαφέρον con­cept που αφορούσε τον καθολικισμό, τις σταυροφορίες και διάφορα τέτοια. Από το πρώτο άκουσμα της ακουστικής κιθάρας στο ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, οι PARADOX σε πιάνουν από τον λαιμό και δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα. Εναλλαγές mid-tem­po και uptem­po τραγουδιών, στο κλασικό τους Bay Area ύφος, σαν να ακούς το “Mas­ter of pup­pets” των φτωχών, μεροκαματιάρηδων Γερμανών, με ολίγη από FLOTSAM AND JETSAM και TESTAMENT και μυθικά τραγούδια, όπως το “Heresy”, το “Search for per­fec­tion”, “The burn­ing”, “Mas­sacre of the Cathars”, “Seren­i­ty” και άνετα θα μπορούσα να έγραφα όλο το άλμπουμ, που περιέχει μανιασμένα κιθαριστικά riffs και τόσα χρόνια με κάνουν να απορώ, για ποιον λόγο οι PARADOX δεν απέκτησαν τουλάχιστον το sta­tus συγκροτημάτων όπως οι ANNIHILATOR, για παράδειγμα, με τους οποίους ξεκίνησαν από την ίδια εταιρία. Ίσως να μην τους πίστεψε τόσο πολύ η Road­run­ner και το pro­mo­tion να περιορίστηκε στη γενέτειρά τους, τη Γερμανία. Όπως και να έχει, νιώθω πολύ τυχερός που έζησα αυτό το διαμάντι στην εποχή του και είναι από τους δίσκους που πολύ τακτικά επισκέπτομαι, σχεδόν 30 χρόνια αργότερα. Δεν ξέρω πόσο επιτυχημένη θα είναι η συνέχεια του “Heresy” που ετοιμάζει ο Char­ly Stein­hauer, βασικός συνθέτης, κιθαρίστας και τραγουδιστής (όλοι οι PARADOX δηλαδή) αυτόν τον καιρό, τίποτα όμως δεν θα αλλάξει την άποψή μου για το αριστούργημα αυτό.
Σάκης Φράγκος

 


AXEL RUDI PELL – “Wild obses­sion” (SPV / Steamhammer)

Όταν ο Axel Rudi Pell είδε τους STEELER να διαλύονται ύστερα από μία σχεδόν πενταετή παρουσία στα μουσικά δρώμενα, δεν κάθησε άπραγος. Ηχογράφησε ένα demo τριών κομματιών, το έστειλε στην SPV/Steamhammer η οποία δεν έχασε την ευκαιρία και τον υπέγραψε στη στιγμή. 30 χρόνια μετά και άπειρους δίσκους στο ενεργητικό του ο Pell παραμένει στην SPV και αν μη τι άλλο η παραγωγικότητά του είναι αξιοθαύμαστη και ενδεικτική της γερμανικής εργασιακής ηθικής. Το “Wild obses­sion” ήταν το ντεμπούτο του και μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι εδώ έχουμε ξεκάθαρα την περίπτωση ενός έμπειρου μεν μουσικού ο οποίος όμως ψάχνει τα πατήματά του σαν solo καλλιτέχνης. Αυτά θα έρχονταν τρία χρόνια μετά με το “Eter­nal pris­on­er” ενώ ο κλασικός του ήχος θα παγειωνόταν το 1996 με το “Mag­ic”.
O Char­lie Hunn βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο και μπορεί στους VICTORY να έδειχνε ικανοποιημένος με το απλώς καλό επίπεδο των συνθέσεων αλλά με τον Pell ανεβαίνει κλίμακα. Ο Γερμανός κιθαρίστας βγάζει τον καλύτερο εαυτό του Hunn και το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα τευτονικό hard rock άλμπουμ με πολλά κοινά στοιχεία από μπάντες όπως οι MAD MAX, VICTORY, SINNER κτλ. αλλά ο Pell διατηρεί τη νεοκλασική met­al αισθητική που θα την παρουσίαζε εμφανέστατα στις κατοπινές του δουλειές.
Τα “Wild cat” και “Cold as ice” είναι τα απόλυτα high­lights ενώ το “Promised dreams” που κλείνει το δίσκο είναι ίσως η πιο μεστή στιγμή του “Wild obses­sion”. Να πούμε ότι έδω έχουμε και μία διασκευή στο “Call her princess” των STEELER… Προσωπικά προτιμώ την αρχική εκτέλεση. Μία ελπιδοφόρα αρχή για τον Axel Rudi Pell και τα καλύτερα θα έρχονταν σε λίγα χρόνια…
Σάκης Νίκας

 

PESTILENCE – “Con­sum­ing Impulse” (Road­rac­er)
Με μια λέξη θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει το δεύτερο album των Ολλανδών: Καταιγιστικό! Η στροφή τους σε πιο death met­al φόρμες συγκριτικά με το ντεμπούτο τους, “Malleus Malefi­carum”, ήταν μια κίνηση που ήταν συνήθης την εποχή εκείνη. Ο ηγέτης τους, Patrick Mameli, είχε την τύχη να έχει ξανά τον Mar­tin van Drunen πίσω από το μικρόφωνο και το αποτέλεσμα είναι να βγάλουν έναν από τους καλύτερους ευρωπαϊκούς αμιγώς death met­al δίσκους. Οι επιρροές από τους DEATH του Chuck Schuldin­er είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, αλλά ευτυχώς δεν είναι αναφορές όπως συνήθως συνέβαινε με πολλές death met­al μπάντες των late 80’s! Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, τα τρελαμένα κιθαριστικά leads – κληρονομιά του “Hell awaits” – δίνουν στο δίσκο μια αύρα ξεχωριστή. Η συνέχεια θα είναι διαφορετική και οι περισσότεροι στο άκουσμα του ονόματος PESTILENCE τους έχουν συνδεδεμένους με τo τεχνικό death met­al των ear­ly 90’s και όχι άδικα θα έλεγα… Όμως κάπου εδώ οι PESTILENCE κατάφεραν να βάλουν τα πρώτα τεχνικά στοιχεία στον ήχο τους, τα οποία επέκτειναν και ολοκλήρωσαν με το “Spheres” τέσσερα χρόνια μετά.
Λευτέρης Τσουρέας

 


PHANTOM BLUE – “Phan­tom blue” (Road­run­ner)
Το γυναίκειο φύλλο είχε πάντα εξέχουσα θέση στην hard rock/heavy met­al μουσική. Παρόλο που στην δεκαετία του 1980 δεν υπήρχε η πληθώρα συγκροτημάτων όπως σήμερα, εντούτοις ότι κυκλοφορούσε έχριζε προσοχής και ακρόασης αφού χαρακτηριζόταν ποιοτικά από «πολύ καλό» και πάνω. Βλέπετε το «ανδροκρατούμενο» σε πλήθος δίσκων hard/heavy της εποχής ίσως έδινε και ένα παραπάνω ερέθισμα στις γυναίκες μουσικούς να αποδείξουν ότι άξιζαν. Οι PHANTOM BLUE ήταν ένα από τα σχήματα που όσοι ασχολούνταν ενεργά με τα εν λόγω προαναφερθέντα είδη δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και η αιτία δεν ήταν κυρίως η εμφάνιση τους. Ιδρύονται το 1988 από τις Michelle Mel­drum και Nicole Couch οι οποίες όντας και οι δυο μαθήτριες κιθάρας των Paul Gilbert και Bruce Bouil­let, μελών των RACER X, δεν μπορούσαν παρά να αναλάβουν στο σχήμα αυτό το όργανο. Οι κάπως μεγαλύτεροι ηλικιακά θυμούνται ότι μια γυναίκα που ασχολούταν με την hard/heavy μουσική στην δεκαετία του 1980 δεν είχε καμία σχέση εμφανισιακά με μια αντίστοιχη μετέπειτα ετών. Αν φέρετε στο μυαλό τους πρώιμους BON JOVI, TWISTED SISTER, W.A.S.P., MOTLEY CRUE, CINDERELLA και λοιπά σχήματα που είχαν ξασμένο μαλλί κομμωτηρίου, φουλάρια, έντονο make up, κολλητά κλπ θα έχετε μια πρώτη εικόνα του look που είχαν οι γυναίκες μουσικοί «θέλοντας» ίσως να μην απέχουν πολύ από το αντρικό φύλλο, λες και υπήρχε ένα άτυπο dress code μουσικού ιδιώματος.
Οι PHANTOM BLUE δεν πρωτοτύπησαν σε τίποτα σχετικά με όποιο άλλο female front­ed και μη σχήμα ή καλλιτέχνιδα(ες). Το 1989 μας συστήνονται και δισκογραφικά με την παρθενική ομώνυμη δουλειά τους που απλά διατηρούσε ένα άτυπα υιοθετημένο στυλ μουσικής που είχε «πρωτολανσαριστεί» ποικιλοτρόπως από τις ROBIN BECK, PAT BENATAR, LEE AARON, LITA FORD, HEART, WARLOCK, HELLION, GIRLSCHOOL, LEATHER, VIXEN κλπ με τραγούδια που ακροβατούσαν ηχητικά με πολύ όμορφο τρόπο μεταξύ του μελωδικού hard rock και του heavy met­al. Κατάφεραν να συνδυάσουν αρμονικά πολλά από τα μουσικά στοιχεία που είχαν ήδη παρουσιάσει όλες οι παραπάνω μουσικοί και να δημιουργήσουν και αυτές ένα album που έσφυζε από ηχητικό τσαμπουκά, με ωραίες κιθαριστικές μελωδίες, ευκολομνημόνευτα ρεφρέν και ένα atti­tude που ήταν «γροθιά στο στομάχι» στις bim­bo της εποχής άλλα και τρανή απόδειξη ότι άλλο ένα γυναίκειο σχήμα «τοχε» συνθετικά. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ήταν οι πρώτες που υπέγραψαν συμβόλαιο με την Shrap­nel Records, μια εταιρία που ασχολούταν κυρίως με heavy met­al groups αλλά και ότι ο Mar­ty Fried­man (ex-CACOPH­O­NY, ex-MEGADETH) εκτός ότι ήταν ο συμπαραγωγός του album, έγραψε και ένα τραγούδι (“Nev­er Too Late”) μαζί με τις Mel­drum και Couch. Δυστυχώς η πορεία τους δεν ήταν αυτή που ίσως πολλοί θα περίμεναν αφού μετά από έναν δίσκο, το 1992 πήραν σιγά σιγά την κατιούσα…
Θοδωρής Μηνιάτης

 


PINK CREAM 69 — “Pink Cream 69” (Epic Records)
“Take those tears”. “Sug­ar for love”. “Rolling down the thun­der”. “One step into Par­adise”. “Wel­come the night”. “I only wan­na be with you”. Να γράψω όλα τα τραγούδια να τελειώνουμε, αντί μιας (όποιας) παρουσίασης; Η για πολλούς καλύτερη hard rock μπάντα της Γερμανίας (κοντράρεται στα ίσα με τους BONFIRE — φυσικά οι SCORPIONS εξαιρούνται), στο ομότιτλο, θεϊκό της ντεμπούτο. Αν είχε ηχογραφηθεί στο L.A, θα είχε προσκυνήσει η μισή Υφήλιος. Μέσω αυτού, μας συστήθηκαν κάποιοι εξαιρετικά ταλαντούχοι μουσικοί. Ο Κώστας Ζαφειρίου, ο Alfred Kof­fler, ο «πασπαρτού» Den­nis Ward και φυσικά ο Andi Deris. Τόσο «ζωντανό», τόσο «φρέσκο», ακόμη και σήμερα, το 2018. Σε «αρπάζει από το λαιμό», σε ωθεί να (σιγο)τραγουδήσεις στίχους, να χτυπήσεις ρυθμικά το πόδι στο πάτωμα, να πιάσεις την air gui­tar. Όλα του τα τραγούδια, εν δυνάμει ύμνοι. Με έναν ήχο άκρως μελωδικό, κοντά σε αυτόν των WHITE LION, χωρίς «βρωμιά» και «αλητεία», από την αρχή ήταν «προορισμένο» να αποτελεί σημείο αναφοράς και σύγκρισης για οτιδήποτε κυκλοφόρησε έκτοτε, τόσο από τους ίδιους τους PC 69 όσο και γενικά στο χώρο. Σε μια φράση, ο δίσκος είναι τόσο τέλειος, όσο σεξουαλικά προβοκατόρικο είναι το όνομα του γκρουπ που τον «γέννησε». Απαραίτητο ακόμη και σε οπαδούς των Dark­throne και Manowar.
Δημήτρης Τσέλλος

 

POWERMAD – “Absolute pow­er” (Reprise)
Οι POWERMAD, κατάγονται από τη Μινεάπολη, που –αν δεν με απατά η μνήμη μου- δεν είναι και καμία μεταλλομάνα. Στην σύντομη καριέρα τους, έβγαλαν το “Absolute pow­er” to 1989, που όμως είναι αρκετό για να μιλάμε για την πάρτη τους μέχρι και σήμερα και το “Infi­nite” πριν λίγα χρόνια, που μάλλον πέρασε απαρατήρητο. Προσπαθώ εδώ και καιρό να θυμηθώ, το βασικό θέμα του “Slaugh­ter­house” σε ποια εκπομπή ήταν βασικό θέμα κι έχω σπάσει το κεφάλι μου, αφού είναι χαρακτηριστική 80ίλα. Κλασικό US pow­er met­al, με λίγες thrash επιρροές και ωραία φωνητικά από τον Joel Dubay, έδινε σε κάποιον την εντύπωση ότι σ’ έναν δίκαιο κόσμο, τραγούδια όπως το “Nice dreams”, που έγινε και video clip, θα μπορούσε να είναι το νέο “Speak” (QUEENSRYCHE). Βασικά, θα ήθελα να σταθώ στο γεγονός ότι το γκρουπ υπέγραψε κατευθείαν σε πολυεθνική εταιρία, κάτι που ήταν μεγάλη παγίδα γι’ αυτούς. Στα τέλη των 80’s, το ιδίωμα αυτό, άρχισε να «ξεφουσκώνει» και να χάνει σε εμπορική δύναμη και αξία. Οι καιροί ήταν δύσκολοι για μικρά και άγνωστα σχήματα που βρίσκονταν σε πολυεθνικές, χωρίς αξιόλογες πωλήσεις και μεγάλο fan base. Αυτοί που επιβίωσαν ήταν είτε γκρουπ που ήταν σε μικρότερες εταιρίες και είχαν ξεκινήσει από το under­ground, είτε αυτοί που άλλαξαν μουσικό ύφος για να προσαρμοστούν στα δεδομένα της εποχής. Οι POWERMAD, έβγαλαν έναν πολύ καλό δίσκο, που λατρεύουν οι οπαδοί γκρουπ όπως οι FIFTH ANGEL, OLIVER MAGNUM, QUEENSRYCHE, αλλά καταδικάστηκαν στην αφάνεια, παρότι η αξία του “Absolute pow­er” ήταν πραγματικά μεγάλη. Ίσως, αν είχε βγει 3–4 χρόνια νωρίτερα, γιατί όχι από άλλη εταιρία, τα πράγματα να ήταν πιο ρόδινα για τους Αμερικάνους. Να μην παραλείψω όμως να σημειώσω, ότι για μία ακόμη φορά, η δεύτερη πλευρά του βινυλίου, ήταν σαφώς πιο αδύναμη από την πρώτη, κάτι που –κακά τα ψέματα- συνέβαινε αρκετά τακτικά εκείνα τα χρόνια… Τώρα όποιος ψάξει να το βρει, θα του κοστίσει μία μικρή περιουσία.
Σάκης Φράγκος

 


PROTECTOR – “Urm the mad” (Atom H)
Τούτοι εδώ οι Γερμαναράδες από το Βόλφσμπουργκ, το 1989 κυκλοφόρησαν τον δεύτερο δίσκο τους, που διαδέχτηκε το πολύ καλό “Golem”. Με βασικές επιρροές τους «ντόπιους» SODOM, KREATOR με ολίγη από DESTRUCTION, έβγαλαν το “Urm the mad”, που παραδόξως για την εποχή, δεν ασχολούνταν με την αμερικάνικη πλευρά του thrash met­al. Ξεροκέφαλοι οι PROTECTOR, το πήγαν ακόμα πιο ακραία και βούτηξαν ακόμα πιο πολύ στους CELTIC FROST και τις πιο «πρωτόγονες» μορφές ακραίου met­al και ακούγονται σε σημεία και πιο “death” met­al, με αποκορύφωμα το αργόσυρτο “Noth­ing has changed”, που είναι λες κι έβαλε κανείς ASPHYX, παρά γερμανικό thrash!!! Συνολικά είναι ένας ακόμα αξιόλογος δίσκος από τους PROTECTOR, όμως χωλαίνει στο ότι του λείπει ένα “Delir­i­um tremens” να τραβήξει το δίσκο και ότι από τη μέση και μετά τα κομμάτια κάπου με «χάνουν».
Σάκης Φράγκος

 


QUEEN – “The mir­a­cle” (Par­lophone)
Οι QUEEN είναι μια από τις μεγαλύτερες rock μπάντες όλων των εποχών και ίσως η μοναδική που πειραματίστηκε με την μουσική της τόσο πολύ και κανένας δίσκος της δεν ήταν αντιγραφή του προηγούμενου. Τόλμησαν να κάνουν τα πάντα και τα έκαναν καλά. Η κληρονομιά τους στην μουσική είναι αιώνια. Το “The mir­a­cle” είναι μια ακόμα απόδειξη του τι μπορούσαν να κάνουν και πόσο άνετα έβαζαν στοιχεία στον ήχο τους χωρίς να φοβηθούν, κρατώντας πάντα, κυρίως χάρη στη φωνή του Mer­cury και στην ευφυή κιθάρα του May, το στοιχείο της προσωπικότητάς τους στα πάντα. Εδώ έχουμε το τελευταίο τους άλμπουμ με εν ζωή ακόμα τον χαρισματικό τους front­man, ένα άλμπουμ που το ηχογράφησαν ενώ γνώριζαν ότι το μέλλον τους ήταν προδιαγεγραμμένο. Αρχικά ήταν να το ονομάσουν “The invis­i­ble men”, μα μόλις τρεις εβδομάδες πριν την κυκλοφορία του άλλαξαν γνώμη. Πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι ότι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει μέσα στην δεκαετία του ‘80, αλλά πως θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο όταν όλα τους τα άλμπουμ είχαν τόση προσωπικότητα και ενέργεια; Και εδώ υπάρχουν τόσες μεγάλες στιγμές και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που στο τέλος εντυπωσιάζεσαι με το τι ακούς. Από το κλασσικό hard n heavy του “I want it all” στην κατάθεση ψυχής του ομώνυμου τραγουδιού, στα pop “The invis­i­ble man” και “Rain must fall”, στο κλασικό επικό hard rock του εξάλεπτου, σχεδόν, “Was it all worth it” που οδηγεί σε μια εξωφρενική ενορχήστρωση, ομολογώ ότι οι pop/rock στιγμές κυριαρχούν, αλλά όλα είναι τόσο ελκυστικά που στο τέλος και αυτό το άλμπουμ το λατρεύεις όπως όλα τους άλλωστε. Ω ναι, αν δε το έχετε ακούσει ολόκληρο μέχρι σήμερα, να το κάνετε!
Δημήτρης Σειρηνάκης

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece