Connect with us

Fly on the wall

IRON MAIDEN: The story behind “The X-factor”, by Blaze Bayley

Published

on

Πριν ελάχιστες μέρες, είχαμε την επέτειο της κυκλοφορίας του “The X-factor”, του δέκατου δίσκου των IRON MAIDEN και πρώτου τους, με τον Blaze Bayley που είχε αντικαταστήσει τον Bruce Dickinson. Ο Blaze, δέχθηκε με πολύ μεγάλη χαρά να μας μιλήσει αποκλειστικά γι’ αυτόν το δίσκο, με κάθε λεπτομέρεια, από τη στιγμή που έκανε τις audition για να μπει στο συγκρότημα, τη διαδικασία της σύνθεσης και ηχογράφησης, μέχρι τις περιοδείες που ακολούθησαν. Πάντα με χιούμορ, πάντα με πολύ καλή διάθεση, αποδείχθηκε για μία ακόμη φορά, ένας εξαιρετικός συνομιλητής, που διέθεσε κάτι παραπάνω από μία ώρα για να μιλήσουμε για το συγκεκριμένο άλμπουμ. Σας αρέσει, δεν σας αρέσει το “The X-factor”, είμαι απολύτως βέβαιος, ότι θα απολαύσετε τη συζήτηση που κάναμε, με πολλά χιουμοριστικά ευτράπελα, για να οποία σας συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε και τα δύο video με τη συνέντευξη, τα οποία βρίσκονται στο τέλος του κειμένου. Ενός κειμένου που αριθμεί κάτι παραπάνω από 5000 λέξεις, δείγμα της καλής διάθεσης του συνομιλητή… Απολαύστε λοιπόν, τον Blaze Bayley!

 

Blaze, καλώς ήρθες στο ελληνικό Rock Hard. Η Ελλάδα, πάντα υπήρξε μία χώρα που σε στήριξε και αγαπά τη φωνή σου.
Είμαι πάρα πολύ τυχερός που έχω τη φοβερή υποστήριξη των Ελλήνων οπαδών. Έχω περάσει εξαιρετικές στιγμές στη χώρα σου. Όταν μπήκα στους IRON MAIDEN, η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που παίξαμε συναυλίες. Ήμουν νέος, δεν ήξερα τι να περιμένω και οι Έλληνες μου έδωσαν την ευκαιρία να δείξω ποιος είμαι και ήταν πραγματικά φανταστικά. Από τότε, πάντοτε έψαχνα να βρω ευκαιρία να έρθω και να παίξω στην Ελλάδα. Δεν ήταν πάντα εύκολο, εξαιτίας παραγόντων έξω από τη μουσική, επειδή είμαι ένας πολύ μικρός καλλιτέχνης. Αλλά υπάρχουν πολλοί οπαδοί που με αγαπάνε και τους αγαπάω και λατρεύω κάθε στιγμή που έρχομαι στην υπέροχη χώρα σου. Πάντα προσπαθώ εγώ και η ομάδα μου να έρθουμε στην Ελλάδα και οι αναμνήσεις που έχω από την περιοδεία του “X-factor” είναι απίστευτες. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, είχα πολύ μεγάλο support και πολύ ωραίες αντιδράσεις από τον κόσμο.

Αφού η συνέντευξη είναι αποκλειστικά για το “Xfactor”, θα ξεκινήσω με την πιο προφανή των ερωτήσεων. Είχε περάσει ποτέ από το μυαλό σου, ακόμα και στα πιο τρελά σου όνειρα, όταν περιόδευσες με τους IRON MAIDEN, όσο ήσουν ακόμα στους WOLFSBANE, ότι λίγα χρόνια αργότερα, θα αντικαθιστούσες τον Bruce Dickinson; Για όσους δεν γνωρίζουν, να θυμίσω ότι το 1990 είχατε παίξει μαζί στην περιοδεία για το “No prayer for the dying”.
Σε καμία περίπτωση. Η φωνή μου ήταν τόσο διαφορετική από του Bruce. Ήμουν οπαδός του, ήμουν οπαδός των IRON MAIDEN. Αγαπώ πολύ και τη φωνή του Paul Di’ Anno σ’ αυτά τα δύο άλμπουμ. Εκείνη την περίοδο ήμουν στους WOLFSBANE και όταν έφυγε ο Bruce δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι θα διάλεγαν εμένα. Μπορούσαν να διαλέξουν ανάμεσα σε 100 τραγουδιστές που έμοιαζαν με τον Bruce, ο οποίος είναι ένας τόσο επιδραστικός τραγουδιστής στον κόσμο του metal. Δεν το έκαναν όμως και διάλεξαν έναν πολύ διαφορετικό. Η εποχή που τραγούδησα εγώ, είναι μία αλλαγή για τους MAIDEN. Ο Steve Harris, από την εποχή που περιοδεύαμε ακόμα μαζί, είχε πιάσει κάτι ιδιαίτερο που έχει η φωνή μου, από τα soundcheck που κάναμε, ακόμα. Ακούς το “Sign of the cross” και καταλαβαίνεις ότι δεν έχει γραφτεί για τον Bruce σε καμία περίπτωση. Όταν μπήκα στο συγκρότημα, δεν είχε γραφτεί ΚΑΘΟΛΟΥ μουσική και ο Steve Harris μου είχε πει: “δεν έχει γραφτεί τίποτα ακόμα και δεν με νοιάζει ποιος θα γράψει τα τραγούδια, αρκεί να είναι σπουδαία». Δουλεύοντας μαζί με τον Janick Gers, τον Steve Harris, τον Dave Murray και τον Nicko McBrain, άρχισε να βγαίνει ένα καλό αποτέλεσμα. Ο Harris βρήκε συγκεκριμένες περιοχές της φωνής μου που εμφανίζονται στο “Sign of the cross”, στο “Clansman”, στο “Lord of the flies”, στο “Judgment of heaven”, στο “Aftermath”. Μιλάμε για μία διαφορετική πλευρά της φωνής μου. Και αυτό σηματοδότησε μία μεγάλη αλλαγή στους IRON MAIDEN, αυτό που λέμε «progressive εποχή των IRON MAIDEN». Μέχρι τότε, όταν έγραφα τραγούδια ήταν μία απρόβλεπτη περίπτωση. Είχα μια ιδέα, τη δούλευα και κατέληγε με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Όταν δούλεψα με ανθρώπους όπως ο Steve Harris, μπορούσα να έχω μία ιδέα και αυτή να αποτυπωθεί στο CD ΑΚΡΙΒΩΣ όπως την είχα στο μυαλό μου. Αυτό ήταν μία αποκάλυψη για μένα. Το καλύτερο τραγούδι μου, κατά την προσωπική μου γνώμη, που δεν είναι βέβαια στο “X-factor”, είναι το “Como estais amigos”. Είναι απλό, γεμάτο συναισθήματα και καθοδηγείται από τον Steve και τον Janick τελικά, προς τον σωστό δρόμο, κάτι που έγινε με πολλή υπομονή και πολλή προσπάθεια. Όπως και το “Virus” κατέληξε όπως είναι μ’ έναν πολύ special τρόπο, γράφοντας κάποιους στίχους ο Steve, κάποιους στίχους εγώ και ήμασταν όλοι μαζί στο δωμάτιο. Στο “X-factor”, ο Steve Harris και ο Nigel Green, βρήκαν ένα μέρος της φωνής μου, το οποίο δεν ήξερα ότι υπήρχε και βγήκε το “eleven saintly shrouded men, silhouettes stand against the sky” (σ.σ. τραγουδώντας το “Sign of the cross”). Δεν ήξερα από πού βγήκε αυτή η φωνή!!! Ή το “I don’t care about this world anymore” (σ.σ. τραγουδώντας το “Lord of the flies”). Απίστευτη εμπειρία. Τι σημαίνει το “X-factor” για μένα; Το νέο μου δίσκο, “War within me”, μπορείς να τον ακούσεις και να νιώσεις την ευθεία επιρροή του “X-factor”.

Πολύ ωραία. Έχουμε να μιλήσουμε για πολλές λεπτομέρειες γύρω από το “Xfactor”, οπότε πάμε να τις δούμε μαζί. Είναι αλήθεια ότι σε πήρε τηλέφωνο ο Steve Harris και του είπες ότι θα κάτσεις στους WOLFSBANE και θα το δεις αργότερα; Τι σκέφτηκες όταν έκλεισες το τηλέφωνο;
Εκείνη την περίοδο, πίστευα με όλη μου την ψυχή ότι οι WOLFSBANE, θα πήγαιναν ένα επίπεδο παραπέρα. Εκείνη η περίοδος όμως, ανήκε στο grunge, που υπήρχε παντού στα περιοδικά. Ο κόσμος δεν ήθελε να είναι χαρούμενος. Και τότε, αλλά ακόμα και σήμερα, όταν βρισκόμαστε, ήμασταν πάρα πολύ σοβαροί με τη μουσική μας στους WOLFSBANE. Εκείνη την περίοδο, πίστευα ότι ήμασταν ακριβώς πριν πάμε στο επόμενο επίπεδο, αλλά τελικά έκανα ένα τεράστιο λάθος. Ήμασταν ακριβώς στο στάδιο που θα κατέρρεε το συγκρότημα. Πρέπει να πω ότι είχαμε κλεισμένη και μία περιοδεία και δεν ήθελα να απογοητεύσω τα παιδιά. Είμαστε ακόμα και τώρα πολύ καλοί φίλοι με τα παιδιά και όταν έφυγα για να πάω στους MAIDEN, είχα την καλύτερη αντιμετώπιση από τα υπόλοιπα μέλη των WOLFSBANE. Περίεργοι καιροί. Που να φανταστώ ότι θα γινόμουν ο τραγουδιστής στη μεγαλύτερη heavy metal μπάντα;

Τελικά πήρες εσύ πίσω τον Harris ή σε κάλεσε ο Rod Smallwood να μπεις στο συγκρότημα;
Το προηγούμενο τηλέφωνο έγινε αρκετά νωρίς, αλλά τότε είχα νέο δίσκο με το σχήμα μου και περιοδεία. Αργότερα όμως, ζητούσαν από τραγουδιστές να στείλουν το υλικό τους κι έτσι έγινε.

Είναι αλήθεια ότι όταν είχες ραντεβού για audition με τους IRON MAIDEN, υπήρχε μία σφοδρή χιονόπτωση με αποτέλεσμα να καθυστερήσεις αρκετές ώρες να πας και να τους στήσεις;
Είναι απολύτως αληθινό αυτό που λες! Στην Αγγλία, αν πέσει 5 χιλιοστά χιόνι, ξαφνικά σταματάνε όλα!!! Αυτό, συνέβη στην πιο σημαντική audition της ζωής μου και μου πήρε δύο ώρες παραπάνω για να φτάσω εκεί που έπρεπε. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε το χιόνι, αλλά εγώ είχα ήδη αργήσει δύο ώρες και είχα απογοητευτεί, ενώ κι όταν έφτασα εκεί, όλοι φαίνονταν να είχαν αγανακτήσει που με περίμεναν! Εγώ απλά πήγα κι έκανα ότι καλύτερο μπορούσα. Δεν θεωρούσα ότι θα με επέλεγαν. Είχα μάθει δέκα τραγούδια…

Μπορείς να θυμηθείς ποια;
“Wrathchild”, “Fear of the dark”, “Iron Maiden”, “The clairvoyant”, “The trooper”, “Hallowed by thy name”, “Afraid to shoot strangers”… Τραγούδια που παίζονταν σε κάθε συναυλία. Διασκέδασα αφάνταστα στην audition, διότι έστω και για μία ώρα, ήμουν ο τραγουδιστής των IRON MAIDEN!!! Απόλαυσα κάθε γέμισμα στα τύμπανα, κάθε σόλο, κάθε νότα του μπάσου. Ήμουν τόσο μεγάλος οπαδός… Είχα κάνει την προετοιμασία μου, αλλά το θέμα ήταν ότι προσπάθησα να απολαύσω αυτήν την ώρα που ήμουν ο τραγουδιστής των IRON MAIDEN!

Είχες εικόνα ποιοι ήταν οι ανταγωνιστές σου για τη θέση;
Όχι. Ήταν πολύ καλό το ότι όλοι είχαν κρατηθεί χωριστά και δεν γνωρίζαμε ποιοι άλλοι ήταν υποψήφιοι για τη θέση. Μάθαμε κάποιους, αφότου είχε τελειώσει όλο αυτό. Ο Doogie White, για παράδειγμα, ήταν ένας άλλος τραγουδιστής που είχε κάνει πολύ καλή audition. Και ο Steve Harris μου έκανε ένα εντελώς απάνθρωπο αστείο, πρέπει να σου πω. Στο δεύτερο μέρος της audition, πήγαμε στο στούντιο και ηχογραφήσαμε τη φωνή μου. Όταν ρώτησα αν μπορώ να πάρω ένα αντίγραφο αυτού που ηχογραφήσαμε κι εκείνος μου απάντησε: «αν δεν πάρεις τη θέση, θα σου στείλω την κασέτα εκείνου που τελική την πήρε»!!! (γέλια) Ο μπάσταρδος! Χαχαχαχαχαχα! Ποτέ δεν άκουσα την audition μου!!!

Φαντάζομαι τη δική σου κασέτα θα την έχουν οι υπόλοιποι! Χαχαχαχα!
Χαχαχαχα! Ναι, φαντάζεσαι; «Απέτυχες, αλλά πάρε την κασέτα του τύπου που πήρε τη δουλειά»!

Ε, αφού δεν την έχεις λοιπόν, ζήτα τη από τον Doogie White (τρελά γέλια εκατέρωθεν). Να σε ρωτήσω κάτι άλλο; Μου είπες στο ξεκίνημα πως πιστεύεις ότι σε πήραν επειδή ακουγόσουν διαφορετικός. Θεωρείς ότι έπαιξε ρόλο ότι ήσουν Βρετανός και ο Harris δεν γουστάρει να δουλεύει με ανθρώπους με καταγωγή εκτός Μεγάλης Βρετανίας;
Θα πρέπει να ρωτήσεις τον Steve γι’ αυτό. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοια αίσθηση. Ο Steve μόνο μπορεί να σου απαντήσει σ’ αυτό, αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά. Όλοι τους είχαν ανάμιξη σ’ αυτήν την απόφαση. Εγώ θέλω να πιστεύω ότι με επέλεξαν επειδή ήμουν όμορφος και θα έφερνα περισσότερες γυναίκες στις συναυλίες τους, ως οπαδούς (γέλια).

Εδώ που τα λέμε, έμοιαζες και κάπως με τον Bruce Dickinson τότε!
Ναι!!! Πριν πολλά χρόνια, είχε έρθει στη Νέα Υόρκη ο Bruce, όταν παίζαμε με τους WOLFSBANE. Αν θυμάμαι καλά, το Kerrang! είχε δύο φωτογραφίες μας τη μία δίπλα στην άλλη κι έλεγε πόσο μοιάζουμε και ήπιαμε ένα ποτό και βγάλαμε μαζί μία φωτογραφία, για να κάνουμε πλάκα, πολύ πριν τα κινητά τηλέφωνα. Θα μου άρεσε πάρα πολύ να την έβλεπα. (σ.σ. τη βλέπετε εσείς και του την έστειλα κιόλας!)

Πάμε στην πρώτη σου εμπειρία όταν μαζευτήκατε να γράψετε τραγούδια μαζί, πρώτη φορά. Πριν μπεις στο στούντιο, πάτησες σκατά από τους σκύλους του Steve Harris, έτσι δεν είναι;
Ναι. Μόνο που είπες τη λέξη «σκύλος». Αυτά που είχε ο Harris δεν ήταν σκύλοι, αλλά μικρά άλογα!!! Χαχαχαχαχα! Σαν τα κυνηγόσκυλα του Baskervilles!!! (σ.σ. για την ακρίβεια ήταν μολοσσοί, οπότε καταλαβαίνετε το μέγεθος!) Όταν έφτασα στο χώρο που θα είχαμε το writing session, είχε μια χαρά φως στην αυλή. Όταν βγήκα όμως να πάρω τις σημειώσεις μου, είχε σκοτάδι και δεν έβλεπα τίποτα και φυσικά πάτησα τα σκατά!!! Την πρώτη μέρα που θα γράφαμε τραγούδια όλοι μαζί. Φαντάζεσαι να έμπαινα μέσα και να μιλούσαν στο τηλέφωνο: (σ.σ. κάνει ότι ο Harris μιλά στο τηλέφωνο) «Ναι, ο Blaze πάτησε σκατά και καθαρίζεται τώρα, έλα εσύ Doogie να πάρεις τη δουλειά»!!! Χαχαχαχαχαχα! Παρόλα αυτά, η σύνθεση πήγε καλά, αφού –αν θυμάμαι καλά- τελειώσαμε το “Man on the edge” τότε. Ήταν όμως τόσο ντροπιαστικό αυτό που συνέβη… Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί!!!

Στην audition καθυστέρησες δύο ώρες, στο πρώτο writing session πάτησες σκατά σκύλου και μπήκες στο στούντιο, τι άλλο θα μπορούσε να σου συμβεί;
Είμαι πάρα πολύ τυχερός στη ζωή μου! Χαχαχα!

Μπορούσες να σκεφτείς ότι οι MAIDEN θα σου άφηναν χώρο να γράψεις στίχους και μουσική που θα χρησιμοποιούνταν στο δίσκο;
Δεν μπορούσα να το σκεφτώ διότι και στους WOLFSBANE ήμουν συνθέτης και θεωρώ ότι είχαμε κάποια καλά τραγούδια. Εκεί όμως έγραφα πιο rock τραγούδια, ενώ στους MAIDEN έπρεπε να γράφω heavy metal, μουσική την οποία άκουγα. Μου άρεσε πάρα πολύ το γεγονός ότι υπήρχαν μεγάλα instrumental μέρη και δύο κιθάρες. Θα σου πω κάτι. Ο κόσμος σε αποκαλεί καλλιτέχνη, αλλά αισθάνεται πάρα πολύ άνετα να παρέμβει στην τέχνη σου. Σου λέει για το εξώφυλλο σου, σου λέει για τους στίχους σου, ότι πρέπει να αλλάξεις αυτή τη λέξη και μετά σε λένε καλλιτέχνη. Είναι σαν να πήγαιναν στον Βαν Γκογκ μ’ ένα πινέλο και να του έλεγαν: «Συγνώμη Vincent, μπορείς να αλλάξεις αυτά τα αστέρια ή ένα από αυτά τα λουλούδια;» Δεν νομίζω! Οι IRON MAIDEN και το management τους, πάλεψαν με νύχια και με δόντια, όλα τα προηγούμενα χρόνια, να αφήσουν τη δισκογραφική εταιρία έξω από τη μουσική τους. Φτάσαμε στο σημείο, η δισκογραφική εταιρία να έχει απαγόρευση πρόσβασης στο στούντιο! Κανείς από τη δισκογραφική εταιρία, δεν επιτρεπόταν να ακούσει οποιαδήποτε ηχογράφησή μας πριν το τελικό mastering, την τελική μίξη και πριν το προϊόν ήταν έτοιμο να πάει στο εργοστάσιο για κοπή. Όπως καταλαβαίνεις, οτιδήποτε συζητούσαμε με το γκρουπ κι έμπαινε στο δίσκο, ήταν αυτό ακριβώς που θέλαμε. Κανείς δεν είχε, καμία απολύτως παρέμβαση στο παραμικρό με τη μουσική μας. Επειδή μου είχε συμβεί κάτι τέτοιο με τους WOLFSBANE με τη δισκογραφική κι έναν παραγωγό, αυτή ήταν μία αναζωογονητική ανάσα ελευθερίας. Ως καλλιτέχνης, αυτό είναι εκπληκτικό. Βάζω την καρδιά, την ψυχή, την αγάπη μου σ’ ένα τραγούδι και φτάνει στους οπαδούς όπως εγώ θέλω. Κανείς εκτός της μπάντας, δεν χρειάζεται να το εγκρίνει. Απίστευτο συναίσθημα. Στην προσωπική μου καριέρα, μετά τους IRON MAIDEN, έδωσα αρκετές μάχες. Ποτέ δεν έκανα πίσω και είμαι πολύ τυχερός να βρίσκομαι εδώ που είμαι τώρα, με ανθρώπους που υποστηρίζουν το καλλιτεχνικό και δημιουργικό μου όραμα, αυτό που εγώ πιστεύω ότι κάνει ωραίο το τραγούδι, το artwork που εγώ θέλω. Έχω βέβαια και μία υπέροχη ομάδα που με υποστηρίζει πάρα πολύ πάνω σ’ αυτό. Ο λόγος που το τελευταίο μου άλμπουμ, “War within me”, βγήκε έτσι, είναι επειδή επέστρεψα στο “X-factor” και στις ημέρες που ένιωσα μία απελευθέρωση, ότι μπορούσα να κάνω αυτό που ήθελα. Αν κάποια στοιχεία ακούγονται ωραία μαζί, μπαίνουν στο δίσκο. Ο Steve Harris ήταν κάτι σαν μέντορας για εμένα, σε ότι αφορά τη σύνθεση και το τραγούδι.

Ένιωσες ποτέ ότι ο Steve Harris είχε προβλήματα με το διαζύγιό του και με την κατάσταση με το νέο τραγουδιστή;
Η κατάσταση με το νέο τραγουδιστή, είχε πια περάσει αρκετό καιρό. Δεν είχε να κάνει με αυτό καθ’ αυτό το γεγονός. Υπήρχε μία ομάδα που ήταν επιτυχημένη και διαλύθηκε. Ήταν σκληρό για τους οπαδούς που έφυγε ο αγαπημένος τους τραγουδιστής από το αγαπημένο τους συγκρότημα. Δεν είχε να κάνει με εμένα. Εγώ είχα ενθουσιασμό όταν μπήκα. Είχα μπει στο –για εμένα- μεγαλύτερο heavy metal σχήμα και ήμουν έτοιμος να βγούμε για συναυλίες. Κανένα πρόσωπο δεν είναι πάνω από τους IRON MAIDEN. Οι IRON MAIDEN είναι ένα συγκρότημα, που παράγει αυτόν τον απίστευτο ήχο. Είναι φοβερό να έχεις τη φωνή του Bruce Dickinson σ’ αυτά τα τραγούδια, αλλά κι ένας άλλος τραγουδιστής, σε διαφορετικό τραγούδι, μπορεί να κάνει καλή δουλειά, έστω και με διαφορετική μουσική κατεύθυνση. Είμαι πιο εσωστρεφής και σκοτεινός στον τρόπο που τραγουδάω, εκεί που ο Bruce είναι μεγαλοπρεπής και φωτεινός. Ήμαστε δύο εντελώς διαφορετικοί τραγουδιστές και ο Steve ποτέ δεν είχε πρόβλημα με αυτό. Στις συζητήσεις που είχαμε, απολάμβανε τον ενθουσιασμό μου και όλη την ενέργεια που έφερα στο συγκρότημα. Μην ξεχνάμε ότι ο Τύπος στη Βρετανία, εκείνη την περίοδο, έλεγε ότι οι IRON MAIDEN είναι εκτός εποχής, είναι δεινόσαυροι και πρέπει να ακούμε NIRVANA, SOUNDGARDEN και PEARL JAM. Κι εμείς παίζαμε στην Ελλάδα σε 18.000 θεατές, δύο βραδιές, σε 10-20 χιλιάδες κόσμο στην Ισπανία και στην Αγγλία έλεγαν ότι είμαστε σαν το Jurassic Park και ότι θα εξαφανιζόμασταν σε λίγα χρόνια… Για δείτε όμως τώρα, που είναι το grunge; Χα χα χα (σ.σ. καγχάζει). Εγώ είμαι ακόμα εδώ και γράφω δίσκους, το ίδιο και οι IRON MAIDEN, που βγάζουν ποιοτική και καλή μουσική. Έκαναν μεγάλο λάθος. Ποτέ δεν αποφασίζουν οι δημοσιογράφοι αν θα συνεχίσουν, για παράδειγμα, οι IRON MAIDEN, αλλά οι οπαδοί. Και είμαι ευτυχισμένος που οι οπαδοί μου με ακολουθούν με την καρδιά τους, ότι και να γράψει ο Τύπος για εμένα. Οι IRON MAIDEN το έκαναν αυτό για τόσα χρόνια, που είχαν συνηθίσει. Ο Steve Harris, όντως είχε σοβαρά προσωπικά προβλήματα εκείνη την περίοδο. Τον έβλεπες ότι έχανε τη συγκέντρωσή του κάποιες φορές, αλλά όταν δουλεύαμε, φίλε μου, ήταν ευφυέστατος. Ευφυέστατος!!! Το “X-factor” ανοίγει και μπορείς να νιώσεις ότι υπάρχει σκοτάδι. Ο λόγος που το “X-factor” είναι σχετικό και στις μέρες μας, είναι επειδή όλοι μας έχουμε αυτό το σκοτάδι και πολλοί από εμάς συνδεόμαστε με πολύ ειδικό τρόπο. Έρχεται συνεχώς κόσμος που μου λέει τι σημαίνουν τα τραγούδια αυτά για εκείνους και νιώθω πολύ ταπεινοφροσύνη, επειδή κάτι που έγραψα όπως ακριβώς ήθελα, έχει επηρεάσει ανθρώπους με θετικό τρόπο. Είναι απίστευτο.

ToXfactor” ήταν ο πρώτος δίσκος των IRON MAIDEN που δεν έκανε την παραγωγή του ο Martin Birch μετά από πάρα πολλά χρόνια. Πως ήταν ο Steve Harris ως παραγωγός, μιας και δεν είχε προηγούμενη εμπειρία;
Ήλπιζα να δουλέψω με τον Martin Birch. Η αλήθεια, την οποία δεν μπορείς να γνωρίζεις αν δεν είσαι παρών, είναι ότι ο Steve Harris πάντα ήταν δίπλα στον παραγωγό. Αν δεις το “Visions of the beast” ή διάφορα ντοκιμαντέρ για τους IRON MAIDEN, από τα πρώτα demo που έκαναν, ο Steve ήταν ευφυέστατος σε ότι έχει να κάνει με τη μουσική, κάθε μικρή λεπτομέρεια τη θεωρούσε σημαντική, στη μίξη, στο mastering, οπουδήποτε. Δεν άφησε ποτέ, τίποτα στην τύχη. Ο Martin Birch έχει τα credit ως ο παραγωγός  των IRON MAIDEN και ο Steve Harris έμαθε πολλά από εκείνον. Στα τελευταία τους άλμπουμ, όμως, ο Harris είχε δουλέψει δίπλα του οπότε μπορεί να μην είχε credit ως παραγωγός, ήταν όμως εκεί, μάθαινε, είχε γράψει τόσα τραγούδια και θεώρησε ότι εκείνη ήταν η στιγμή που θα προσπαθούσε να κάνει παραγωγή στο ίδιο του το άλμπουμ. Αυτό το πήρα ως μάθημα και στη δική μου ζωή επειδή, όταν δουλεύεις με κάποιον παραγωγό, εκείνος προσθέτει λίγο παραπάνω χρώμα στη δική σου εικόνα. Όταν είσαι ο ίδιος παραγωγός, κανείς δεν μπορεί να προσθέσει τίποτα. Αν έχεις την εμπειρία και τη ικανότητα, μπορείς να έχεις ένα τελικό αποτέλεσμα όπως εσύ αισθάνεσαι ότι ο ακροατής θα πρέπει να το ακούσει. Αυτός ήταν ο λόγος που το έκανε αυτό. Το ίδιο έκανα κι εγώ, χρόνια αργότερα, στο τελευταίο μου άλμπουμ, “War within me”, που έκανα την παραγωγή με τον Chris Appleton και αυτό το πήρα από την εποχή του “X-factor”. Εκτός όλων των άλλων, ο Steve, ανακάλυψε ένα μέρος της φωνής μου, το οποίο ποτέ δεν είχα χρησιμοποιήσει όταν ηχογραφούσα, ούτε όταν ήμουν σε συναυλία. Το βρήκε, το χρησιμοποίησε και το έβαλε στα κομμάτια. Γι’ αυτό η φωνή μου είναι πιο μεγάλη, πιο σκοτεινή και πιο εκφραστική από οποιαδήποτε άλλη στιγμή, μέχρι τότε.

Παρόλα αυτά, όλη αυτή η διαδικασία κράτησε πάνω από ένα χρόνο, που ήταν πάρα πολύ για τους IRON MAIDEN κι εσύ σαν καινούργιο μέλος, λογικό ήταν να ανυπομονείς για να κυκλοφορήσει. Πως έβλεπες όλη αυτή την καθυστέρηση; Είχε μήπως να κάνει με το ατύχημα που είχες με τη μοτοσυκλέτα;
Όχι. Ήταν μία περίοδος αναταραχών στη μουσική βιομηχανία. Όταν μπήκα στους IRON MAIDEN, η EMI πούλησε όλα τα εργοστάσια που είχε. Απίστευτο. Η μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρία, πούλησε όλες τις πρέσες της, επειδή προφανώς πίστευε ότι όλα θα πάνε ψηφιακά και το CD με το βινύλιο θα πεθάνουν. Υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα στη βιομηχανία όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε για το “X-factor”, με τους METALLICA που έκαναν επίθεση στο Napster και όλα αυτά που τελικά επιβάρυναν τους πάντες. Μη φανταστείς ότι ήμασταν μαζί 365 μέρες το χρόνο. Μαζευόμασταν, γράφαμε κάποια τραγούδια, μετά ξαναμαζευόμασταν, γράφαμε άλλα, μετά ηχογραφούσαμε κι αυτό συνέβαινε συνεχώς. Υπήρχαν όμως και ΤΡΟΜΑΧΤΙΚΕΣ τεχνικές δυσκολίες. Εκείνο τον καιρό, δεν υπήρχαν σκληροί δίσκοι. Υπήρχαν δύο ψηφιακές ταινίες με 32 κανάλια. Γι’ αυτό οι δίσκοι των MAIDEN ακούγονται πολύ καθαροί, επειδή δεν χρησιμοποιούσαν αναλογικές ταινίες, όπου θα μάχονταν ενάντια στο θόρυβο. Αυτές οι μηχανές, χάλασαν κι έπρεπε να φωνάξουμε τεχνικούς να τις κάνουν reset, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο και πήρε πάρα πολύ χρόνο. Αυτά δεν είχαν ειπωθεί σε συνεντεύξεις τότε και ο κόσμος πίστευε ότι ήμασταν τεμπέληδες. Υπήρχαν και πολλά άλλα τεχνικά προβλήματα, εκτός αυτού, επίσης.

Παρότι ήσουν νέος στο συγκρότημα, επιλέχθηκες να μιλήσεις για το δίσκο στους δημοσιογράφους, μαζί με τον Dave Murray. Απ’ όσο ξέρω, δεν ήσουν απόλυτα ευχαριστημένος με αυτό. Γιατί δεν πήγε ο Steve Harris να μιλήσει; Ήθελε να πας εσύ, που ήσουν το καινούργιο μέλος;
Ήταν κάτι εντελώς πρακτικό. Ήμουν το νέο μέλος του σχήματος, όλοι ήθελαν να μου μιλήσουν. Ο Dave ήταν η φωνή της εμπειρίας και ο Steve ήταν ακόμη στο στούντιο, μιξάροντας το δίσκο. Αν θυμάμαι καλά, πήραμε μαζί μας 2 ή 3 τελικά mix, ώστε να τα ακούσουν οι δημοσιογράφοι, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση ο Steve να μπορούσε να είναι στην press tour. Το πρόγραμμα ήταν εξοντωτικό. Έξι εβδομάδες, κάθε μέρα σε άλλη χώρα, να δίνουμε συνεντεύξεις όλη μέρα. Ο Dave Murray μου είπε, πως ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχει κάνει για τους IRON MAIDEN. Και φαντάσου πως ήταν και στην περιοδεία “World slavery” (σ.σ. μία περιοδεία εξοντωτική, όπου έδωσαν οι MAIDEN 187 συναυλίες σε 331 ημέρες) (γέλια). Οπότε θα πρέπει να ήταν πραγματικά δύσκολο. Οι περισσότεροι που άκουσαν τα τραγούδια, ένα εκ των οποίων ήταν το “Sign of the cross”, είχαν πολύ θετική ανταπόκριση στο δίσκο.

Πιστεύεις ότι είχες αρκετό χρόνο να κάνεις πρόβες με το γκρουπ, πριν βγείτε περιοδεία;
Νομίζω ότι είχα αρκετό χρόνο. Δεν έχω παράπονο. Έκανα το καλύτερο που μπορούσα με ό,τι είχα. Έκανα κάποια λάθη βέβαια. Είχαμε κάποια κενά και υπήρχε μία σχολή κιθάρας κοντά εκεί που έμενα τότε και θα μπορούσα να μάθαινα τα βασικά της κιθάρας, αφού είχα αρκετό χρόνο, το οποίο θα με βοηθούσε λίγο στη σύνθεση και στο να μπορώ να επικοινωνήσω τις ιδέες μου. Αυτό είναι το μόνο όμως. Δεν μπορώ να παραπονεθώ.

Πιστεύεις ότι είχες την προσοχή που απαιτούσε ένας νέος τραγουδιστής πριν και κατά τη διάρκεια της περιοδείας;
Ναι, νομίζω πως όλοι έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν. Ο Bruce είχε διαφορετικό στυλ από εμένα. Εγώ δεν ήθελα να τρέχω πάνω-κάτω στη σκηνή, αλλά να είμαι μπροστά, να ηγούμαι του συγκροτήματος και να βρίσκομαι όσο το δυνατόν πιο κοντά στους οπαδούς.

Ωραία. Να το θέσω αλλιώς τότε. Κατά την “Xfactour”, ήσουν υποχρεωμένος κάθε βράδυ να ερμηνεύεις πολλά τραγούδια της περιόδου του Dickinson. Καταλαβαίνουμε ότι σαφώς αυτό ήταν κάτι που το ήθελαν οι οπαδοί, αλλά ήταν προφανές πως ήσουν πιο άνετος όταν τραγουδούσες κομμάτια από τον περίοδο με τον DiAnno. Είχες την ευκαιρία να πεις αρκετά τραγούδια από τους δύο πρώτους δίσκους, μαζί με τραγούδια από το “Xfactor”, αλλά αυτό δεν συνέβη. 25 χρόνια αργότερα, ακόμα αναρωτιέμαι για ποιον λόγο επέλεξαν κάποιον που στις συναυλίες τον έβαζαν να τραγουδήσει κάτι που δεν ένιωθε άνετα. Ένιωθες σαν να σε βασανίζουν, όταν ήσουν υποχρεωμένος να τραγουδάς κάθε βράδυ επί σκηνής το “Hallowed be thy name”;
Όχι, γιατί μιλάμε για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια όλων των εποχών κι όχι μόνο στο heavy metal… Και το “Trooper”… Και το “Fear of the dark”… Εκπληκτικά τραγούδια… Για εμένα, το να είσαι η φωνή αυτών των τραγουδιών, είναι το πιο απίστευτο συναίσθημα, να τραγουδάς “You take my life but I’ll yours, too”… Απίστευτο… “I’m waiting in my cold shell, as the bell begins to toll” (σ.σ. chime ήθελε να πει, προφανώς)… Απίστευτο… “Fear of the dark, fear of the dark” (σ.σ. δείτε το video, πως νιώθει κάθε λέξη όσων απαγγέλει. Φανταστικό συναίσθημα. Υπήρχαν λίγες νότες που ήταν σε δύσκολες θέσεις και δεν ακούγονταν πειστικές στο “Clairvoyant”, τις οποίες τις αλλάξαμε και τις τραγούδησα με διαφορετικό τρόπο. Είμαι διαφορετικός τραγουδιστής, με διαφορετικό στυλ, δεν νομίζω ότι χάλασα τη διάθεση κανενός… Ο Bruce, είχε αποκτήσει μία εξοικείωση με τα τραγούδια, όταν είχε δώσει τόσες και τόσες συναυλίες, εγώ όμως ήθελα να προσεγγίσω την στουντιακή εκτέλεσή τους. Όταν ο κόσμος άκουγε το “Hallowed be thy name” ή το “The trooper” από εμένα, άκουγε κάτι φρέσκο, κάτι νέο, που πιθανόν να του το είχε προσφέρει και ο Bruce, προτού τα τραγουδήσει χιλιάδες φορές.

Παρόλα αυτά, το 1995 δεν ήταν χρονιά που ευνοούσε το κλασικό metal και το άλμπουμ είχε μικρότερες πωλήσεις από τα προηγούμενα, δεν πήγε καλά στα charts, ιδιαίτερα στην Αμερική παίζατε συναυλίες σε μικρότερα venues… Αισθάνθηκες κάποια στιγμή υπεύθυνος γι’ αυτό παρότι ήξερες ότι δεν συνέβαινε αυτό;
Όχι, όχι. Αυτό έχει να κάνει με το business side της κατάστασης. Αυτό που λείπει από την εικόνα που μου περιέγραψες, είναι ότι οι MAIDEN άλλαξαν εταιρία, κάτι που είναι κατάρα για κάθε συγκρότημα. Όλοι θέλουν η εταιρία τους να είναι 100% πίσω τους και να τους στηρίζει και μάλλον γι’ αυτό έφυγαν από την Capitol Records στην Αμερική. Εγώ ήμουν τόσο ενθουσιασμένος που έπαιζα αυτά τα τραγούδια με το γκρουπ, που δεν με ενδιέφερε το μέρος που παίζαμε. Παίξαμε το μάξιμουμ σε 60.000 κόσμο και το λιγότερο σε 500 άτομα και κάθε συναυλία ήταν φανταστική.

Θεωρώ ότι η φωνή σου είναι καλύτερη στα πιο γρήγορα τραγούδια, όπως το “Man on the edge”, ως εκ τούτου, απορώ για ποιον λόγο, τραγούδια όπως το “I live my way”, το “Justice of the peace” και το “Judgment day” –άλλος ένας τίτλος τραγουδιού από εκείνο το δίσκο, με τη λέξη “Judgment”- δεν επιλέχθηκαν για το άλμπουμ κι έμειναν ως bsides. Πιστεύατε ότι είναι πιο αδύναμα από αυτά που τελικά μπήκαν στο δίσκο;
Όχι. Απλά μας τελείωσε ο χρόνος! Βασικά θα πρέπει να ρωτήσεις τον Steve Harris και τον Rod Smallwood, αλλά τα τραγούδια αυτά, ποτέ δεν είχαν γραφτεί ως b’ sides. Οι IRON MAIDEN ποτέ δεν γράφουν τραγούδια τα οποία δεν θεωρούν αρκετά καλά ώστε να μπουν στο δίσκο τους. Απλά υπήρχε ο περιορισμός του χρόνου, αφού το “X-factor” είχε ήδη πολύ μεγάλη διάρκεια και από τη στιγμή που μας άρεσαν, σκεφτήκαμε να τα αξιοποιήσουμε με αυτόν τον τρόπο.

Η επιλογή να βάλετε το “Sign of the cross” να ανοίγει το δίσκο, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ότι στο παρελθόν. Ποιανού ιδέα ήταν αυτή;
Εγώ είχα την ιδέα, σκεπτόμενος ότι κάθε δίσκος των MAIDEN ανοίγει με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά τότε είχαμε νέο τραγουδιστή, νέα εποχή, οπότε γιατί να μην ταρακουνούσαμε λίγο τα πράγματα; Ξεκινώντας με το “Sign of the cross”, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό για τους οπαδούς, το οποίο θα το άκουγαν οπωσδήποτε και η πρώτη φορά που θα άκουγαν τη φωνή μου, θα άκουγαν κάτι ασυνήθιστο. Το είπα στον Steve, το συζητήσαμε όλοι και καταλήξαμε σ’ αυτό. Δεν ξέρω αν είναι η σωστή απόφαση, βέβαια, αφήνω να το αποφασίσουν οι οπαδοί.

Διασκευάσατε επίσης το “My generation” των THE WHO και το “Doctor, doctor” των U.F.O. ως bsides εκείνη την περίοδο. Πιστεύεις ότι αυτά τα τραγούδια ταιριάζουν στη φωνή σου;
Βασικά δεν είμαι heavy metal τραγουδιστής. Λατρεύω το heavy metal και γι’ αυτό έγινα  heavy metal τραγουδιστής. Από τη φύση μου, όμως, η φωνή μου είναι rock στο ύφος του Phil Mogg, του Jon Bon Jovi, του David Coverdale, παρά στο ύφος του Rob Halford. Οπότε ήμουν πολύ άνετος με αυτά τα τραγούδια κι αισθανόμουν καλά. Είμαι όμως heavy metal τραγουδιστής και γι’ αυτό επέλεξα αυτή τη μουσική για να εκφράζω την τέχνη μου.

Είπαμε επανειλημμένως ότι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, δεν ήταν η καλύτερη περίοδος για το κλασικό heavy metal. Εκτός από τους IRON MAIDEN και οι JUDAS PRIEST είχαν αλλάξει τον εμβληματικό frontman τους. Έχεις συνεργαστεί πρόσφατα με τον TimRipperOwens. Έχετε μιλήσει για εκείνη την περίοδο; Υπάρχει κάτι που να θέλεις να ξεχάσεις από τότε;
Όχι. Η περίοδος ήταν ένδοξη. Το πρόβλημα είναι ότι ο Paul Di’ Anno και ο Bruce Dickinson δεν ήξεραν πως κάθε φανατικός οπαδός ξέρει κάθε πρώην μέλος των IRON MAIDEN. Οτιδήποτε κι αν κάνουν, είμαι ένα πρώην μέλος των IRON MAIDEN. Εγώ μπήκα στο γκρουπ, γνωρίζοντάς το και δεν μου ήταν πρόβλημα. Ήμουν και είμαι τόσο μεγάλος οπαδός των IRON MAIDEN που αν με συναντήσει κανείς και με ρωτήσει: «Πρώην IRON MAIDEN;» θα του πω «Ναι, ήμουν εγώ. Δύο δίσκους, πέντε χρόνια, top-10 hits, εκατομμύρια δίσκοι, #1 single στα rock charts. Αυτός είμαι εγώ και είμαι 100% υπερήφανος για τη μουσική που γράψαμε, τις συναυλίες και όλα όσα περάσαμε μαζί». Αν πήγαινε κανείς στον Paul ή τον Bruce και τους ρώταγε αν είναι πρώην τραγουδιστές των IRON MAIDEN όταν εκείνοι είχαν φύγει, για εκείνους ήταν πρόβλημα. Για εμένα όμως, όχι. Είμαι υπερήφανος που με επέλεξε και τραγούδησα μαζί τους, αυτό που θεωρώ το μεγαλύτερο heavy metal συγκρότημα όλων των εποχών. Και γενικότερα στη μουσική, ένα από τα κορυφαία μαζί με τους LED ZEPPELIN και τους THE WHO. Έρχεται κόσμος και με ρωτάει, για ποιον λόγο μιλάω για την περίοδο που ήμουν στους IRON MAIDEN. Μα επειδή καθόρισε το ύφος μου. Από τότε, πέρασαν 25 χρόνια, έχω βγάλει 11 δίσκους. Είναι ένα μικρό μέρος του τι έχω κάνει στην καριέρα μου, αλλά η επιρροή του είναι τεράστια. Εγώ είμαι υπερήφανος για όσα έκανα με τους MAIDEN. Υπάρχουν άνθρωποι που με μισούν και άνθρωποι που με μισούσαν τότε και συνεχίζουν να με μισούν. Η διαφορά είναι ότι ξέρουν το όνομά μου, εγώ όμως δεν τους ξέρω, ούτε με νοιάζει.

Πες μου τα τρία αγαπημένα σου τραγούδια από το δίσκο.
Το “Judgment of heaven”. Το έχω παίξει σε τόσες διαφορετικές εκτελέσεις. Πολύ special τραγούδι, ασυνήθιστη ενορχήστρωση. Πάρα πολύ ωραίο να το τραγουδάς, αλλά και οι αντιδράσεις του κόσμου πάντα ήταν εξαιρετικές. Άλλο τραγούδι, το “Man on the edge”. Τεράστιο τραγούδι για μένα και η αυτοπεποίθηση που πήρα τραγουδώντας το με τους MAIDEN, με βοήθησε πολύ στα σκοτεινά χρόνια μετά τους MAIDEN, όταν δεν είχα κανένα hit και οι δίσκοι μου δεν πουλούσαν. Ένα τραγούδι μου, έγινε Top-10 hit, επιλέχθηκε να μπει σε δίσκο των IRON MAIDEN και να γίνει single. Έλεγα στον εαυτό μου, λοιπόν, ότι ο λόγος που δεν πουλάω πολλά αντίτυπα με τους δικούς μου δίσκους, δεν έχει να κάνει με το ότι δεν μπορώ να γράψω καλά τραγούδια. Αυτά τα δυο τραγούδια, είναι πάρα πολύ σημαντικά για εμένα. Από εκεί και πέρα, είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω το τρίτο. Είμαι ανάμεσα στο “Sign of the cross” και το “Lord of the flies”. Το “Sign of the cross” είναι τόσο μεγαλοπρεπές και η ακρόασή του είναι ένα ταξίδι, με το instrumental σημείο να σε πηγαίνει ανάμεσα σε κόλαση και καταιγίδες. Σε ότι αφορά το “Lord of the flies”, ο τρόπος που ξεκινά και ο τρόπος που «χτίζεται»… Είναι φοβερό. Έχει τρομερή ροή…

Ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη. Χάρηκα πολύ που σε είδα να μιλάς με τόσο πάθος για τη μουσική.
Ευχαριστώ εσένα και όλους τους οπαδούς μου και τους οπαδούς των IRON MAIDEN στην Ελλάδα και ανυπομονώ να έρθω του χρόνου και να σας δω στα πλαίσια της περιοδείας μου για το “War within me”.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Fly on the wall

MANOWAR – The story behind “Battle hymns” (Ross The Boss)

Published

on

Σήμερα κλείνουν 40 χρόνια από την ημέρα που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο των MANOWAR, το “Battle hymns”. Ένας δίσκος που έμελλε να αποτελέσει τον πρώτο, ίσως, δείγμα επικού metal στην ιστορία, μ’ ένα από τα σαφώς επικότερα τραγούδια όλων των εποχών, το “Battle hymn”. Ο Σάκης Φράγκος, με την υπερπολύτιμη βοήθεια του Δημήτρη Τσέλλου και του Σάκη Νίκα, βρήκε τον τότε κιθαρίστα του σχήματος, Ross The Boss, ο οποίος παρότι ήταν εθνική αργία τότε (Memorial Day), δέχτηκε να μιλήσει με πολύ μεγάλη του χαρά για τους φίλους του από την “Sacred Hellas”, όπως ακριβώς έλεγε. Και μίλησε με ειλικρίνεια και χωρίς διάθεση να καλοπιάσει κανέναν. Όπως πάντα. Και μην ξεχνάτε: Την Τετάρτη 22 Ιουνίου, οι MANOWAR στο Release Athens Festival, μαζί με τους ROTTING CHRIST, RHAPSODY OF FIRE και MEDEN AGAN!

Ross, η συζήτησή μας αυτή γίνεται με αφορμή την συμπλήρωση των σαράντα (40) ετών από την κυκλοφορία του “Battle hymns”, οπότε θα ήθελα να πάμε πίσω τον χρόνο σε εκείνες τις πρώτες μέρες και να μας πεις, αρχικά, πως βοήθησε ο R.J.Dio στο να σχηματιστούν οι MANOWAR.
Λοιπόν… Τότε έπαιζα κιθάρα σε μια γαλλική μπάντα που λεγόταν SHAKIN’ STREET και ήμασταν σε περιοδεία. Είχαμε λοιπόν για manager τον Samuel Clarke “Sandy” Pearlman, ο οποίος ήταν εκτός από δικός μας, manager των BLUE OYSTER CULT, BLACK SABBATH και THE DICTATORS. Έτσι, μας έβαλε να ανοίγουμε για τους BOC και BLACK SABBATH σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας του “Black and Blue Tour” (σ.σ: από κοινού περιοδεία των συγκροτημάτων στις Η.Π.Α το 1980), σε αρένες και μεγάλα στάδια. Ακολουθήσαμε αρχικά τους Sabbath και στη βρετανική τους περιοδεία, η οποία ήταν η πρώτη του RJ Dio με το group, στα πλαίσια πάντα του “Heaven and Hell”. Περιττό να σου πω, πως η τιμή του να παίζω στα ίδια venues με τον Tony Iommi ήταν τεράστια, καθώς ανέκαθεν ήμουν μεγάλος του οπαδός. Σε κάποια στάση της περιοδείας λοιπόν, δυστυχώς δε θυμάμαι την πόλη για να σου πω ακριβώς, ενώ έκανα soundcheck, o Ronnie ήταν στην άκρη της σκηνής και με έβλεπε. Μόλις τελείωσα, ήρθε και μου μίλησε, λέγοντάς μου πόσο ξέρει τη μουσική μου και την rock σκηνή της Νέας Υόρκης και πως του αρέσει πολύ ο τρόπος που παίζω κιθάρα. Εκεί, μου μίλησε για έναν «φίλο που είχε στο crew του, ο οποίος έπαιζε μπάσο όπως κανείς άλλος, με τρόπο νεωτεριστικό και πρωτότυπο, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να γνωρίσω». Ε, πήγα, τον βρήκα, γίναμε φίλοι αμέσως και καταλάβαμε πως είχαμε πολλά κοινά ως προς το πώς βλέπαμε τη μουσική. Jamm-άραμε για αρκετή ώρα, με τον Joey να χρησιμοποιεί το μπάσο του Geezer. Ήταν πολύ ωραία φάση!

Εσύ ήσουν όμως, ήδη, ένας καταξιωμένος μουσικός…
Ναι, είχα ήδη τρεις δίσκους με τους THE DICTATORS και έναν με τους SHAKIN’ STREET και όλοι με ήξεραν.

Και σχηματίζονται οι MANOWAR, με τον Eric Adams στη φωνή και τον Donnie Hamzik στα τύμπανα. Τον Eric πως τον βρήκατε;
Αφού πλέον είχαμε αποφασίσει να φτιάξουμε μπάντα με τον Joey, έπρεπε να βρούμε και τον κατάλληλο τραγουδιστή, σωστά; Θυμάμαι ο φίλος μου τότε, ο Bob Currie, που δούλευε στην ΕΜΙ, ρώτησε τον Joey αν έχει κάποιον στο νου. Εκείνος είπε πως είχε έναν παλιό συμμαθητή, από το Auburn της Νέας Υόρκης, που τον έλεγαν Louis (σ.σ: Louis Marullo είναι το πραγματικό όνομα του Adams). Ήρθαμε σε επαφή, ξεκινήσαμε πρόβες και ηχογραφήσαμε το πρώτο μας demo, με drummer όμως τον Carl Canedy (THE RODS, Jack Starr, Rhett Forrester). Ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι από τον Louis, αλλά έπρεπε να αλλάξει το όνομά του. Ξέρεις, δεν είναι όνομα αυτό για rock ‘n’ roll! Οπότε, του είπα: «Έχεις δύο γιούς, τον Eric και τον Adam, οπότε, από δω και στο εξής, θα λέγεσαι… Eric Adams!»

Καταπληκτικό… Και φτάνουμε στην στιγμή που μπαίνετε στο studio, για να ηχογραφήσετε το “Battle Hymns”. Είχατε από τότε στόχο να είστε η «πιο heavy μπάντα του πλανήτη»;
Θέλαμε να είμαστε τα πάντα! Γρήγοροι, αργοί, δυναμικοί, επικοί… αλλά κανείς δεν ήθελε να μας υπογράψει, ούτε θα το έκανε ποτέ! Μόνον ο φίλος μου ο Bob, που ανέφερα παραπάνω, επέμενε! Αν δεν ήταν αυτός, δε θα είχαμε ξεκινήσει ποτέ την πορεία μας.

Γιατί όμως;
Επειδή ήμασταν τελείως διαφορετικοί! Επίσης, είχαμε ένα συγκεκριμένο «όραμα» για το τι είδους εξοπλισμό θα χρησιμοποιούσαμε, και κανείς δεν ήθελε να βάλει το χέρι στην τσέπη για κάτι τέτοιο, εκτός από την ΕΜΙ, ελέω Bob! Που και πάλι, δεν ήξεραν οι άνθρωποί της τι να περιμένουν, δεν είχαν ιδέα! Ίσως γι’ αυτό φύγαμε και τόσο γρήγορα από κει, χαχα!

Δεν ήξεραν λοιπόν, πώς να προμοτάρουν τη μουσική σας…
Ακριβώς. Και τόσο εγώ όσο και τα υπόλοιπα παιδιά, θέλαμε απλά να κυκλοφορήσουμε έναν σπουδαίο δίσκο. Όλο το διάστημα πριν την ηχογράφηση, κάναμε συνέχεια πρόβες, δουλεύαμε συνέχεια τα τραγούδια. Είχαμε τον χώρο μας, είχαμε χρόνο, είχαμε στόχους.

Και εκείνες τις πρώτες μέρες, ποιες ήταν οι επιρροές σας; Δεν έχουμε ακούσει κάποιο μέλος των MANOWAR να μιλά ανοικτά για τις επιρροές σας, λες και υπήρχε κάτι σαν παρθενογένεση! Μόνο τον Joey (σ.σ: DeMaio) να μιλά για το πόσο σας είχε επηρεάσει η κλασσική μουσική.
Σαφέστατα η κλασσική μουσική αποτέλεσε μεγάλη επιρροή για μας, αλλά παράλληλα είχαν αντίκτυπο στη μουσική μας μπάντες όπως οι BLACK SABBATH, LED ZEPPELIN, MOUNTAIN, GRAND FUNK RAILROAD, Jimi Hendrix, THE WHO… Ειδικά οι τελευταίοι αποτέλεσαν για μένα μέγιστη επιρροή! (σχ. Δημήτρη Τσέλλου: Να τα βλέπουν αυτά οι Manowarriors)

Από τις πρώτες σας μέρες, κηρύξατε πόλεμο στο “false metal” (σ.σ: γελά ήδη ο Ross). Ποιες μπάντες αντιπροσώπευαν τον όρον αυτόν; Είμαστε στο 1982 και…
(Διακόπτει) Δεν είχα και δεν έχω κανένα πρόβλημα, με καμία μπάντα. Η ατάκα, η δήλωση “Death to false metal” ήταν το πιο ΗΛΙΘΙΟ, ΓΕΛΟΙΟ, ΑΧΡΗΣΤΟ και ΕΠΙΒΛΑΒΕΣ για την καριέρα ενός μουσικού πράγμα, που θα μπορούσε να ειπωθεί. Αυτό πίστευα, κι αυτό πιστεύω.

Άρα, όλες οι άλλες μπάντες ήταν “false”, εκτός από τους MANOWAR
Ακριβώς!

Δηλαδή, μισό λεπτό, μπάντες σαν τους JUDAS PRIEST και τους IRON MAIDEN ήταν…
False! Βέβαια, χαχα! Ειδικά τους δεύτερους, ο Joey τους μισούσε, αλλά εμένα μου άρεσαν πολύ, ήταν και είναι καταπληκτικές μπάντες και οι δύο!

Ok, εντάξει. Πέραν όμως αυτού του moto, τι σας ενόχλησε τόσο πολύ στην τότε σκηνή, ώστε να συνθέσετε δίσκους τόσο… θηριώδεις; (“monstrous”, ήταν η λέξη που χρησιμοποιήθηκε)
Εμένα; Τίποτα, τίποτα δε με ενοχλούσε!

Τότε τη μπάντα γενικά, ή τον Joey. Ή ήταν ένα marketing κόλπο όλο αυτό, με σκοπό να «τραβήξει» κόσμο;
Χαχα, έλα τώρα, δε γίνεται να τα παίρνει κανείς στα σοβαρά όλα αυτά! Ερχόταν κόσμος και μου έλεγε «Ross, μας δουλεύετε, έτσι; Μας κάνετε πλάκα!» κι εγώ απαντούσα «Εγώ; Εγώ δε λέω κάτι, αυτός τα λέει!» (σ.σ: εννοεί τον DeMaio). Βασικά, μη γελιόμαστε, περισσότερες μέλισσες θα πιάσεις με το μέλι, παρά με χυμό λεμόνι (σ.σ: αμερικανική παροιμία, πασιφανές το νόημά της) … Αν μισείς τους πάντες, ποιος θα σε πάρει μαζί του στον δρόμο; Με ποιον θα παίξεις; Ενώ αν είσαι ευχάριστος και αγαπητός, οι δρόμοι είναι ανοικτοί… καταλαβαίνεις τι εννοώ. Ε, αυτό έγινε.

Αληθεύει το γεγονός πως η εταιρεία σας τότε, ήθελε να γράψετε όσο γίνεται περισσότερα τραγούδια;
Όχι, δεν είναι αληθές αυτό. Ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι με αυτά που είχαμε και δόξα τω Θεώ που δεν είχαμε άλλα, θα έμεναν στο συρτάρι, σιγά μη μας κυκλοφορούσαν δεύτερο δίσκο! (γέλια) Εδώ περίμεναν πως και πως, πότε θα μας ξεφορτωθούν!

Photo by Sakis Fragos

Γι’ αυτό και υπογράψατε μετά στην Megaforce/Music for Nations
Ναι, ευτυχώς, ο manager μας μπόρεσε να μας εξασφαλίσει ένα buy out και ένα καλό ποσό για τον δεύτερό μας δίσκο, πού όλοι ξέρετε ποιος ήταν, χαχα!

Πως ήρθατε σε επαφή με τον Orson Welles, για να αφηγηθεί στο “Dark avenger”;
Τόσον εγώ που έγραψα τη μουσική, όσο και ο Joey που ήταν ο στιχουργός, σκεφτήκαμε πως έπρεπε να υπάρχει ένας αφηγητής στο σημείο που το κομμάτι κάνει το “break”. «Άκουγα» στο κομμάτι ήδη τον James Earl Jones, τον Vincent Price, τον Orson Welles, κάποιον με «βαθιά» φωνή. Να διαφέρει από τη φωνή του Eric. Εκεί επενέβη ξανά ο Bob Currie και ανέλαβε να μας φέρει σε επαφή με τον Welles, μέσω του manager του που ζούσε, όπως και ο ίδιος ο Welles, στο Las Vegas. Toυ είπαμε πόσο πολύ θέλαμε να συνεργαστούμε, του στείλαμε το κείμενο και συμφώνησε! Ενθουσιάστηκε!

Είχε ακούσει το κομμάτι;
Τίποτα, ούτε νότα. Καταρχάς, δεν υπήρχε και κομμάτι έτοιμο, κάτι demos είχαμε, χαχα! Του άρεσε πολύ το κείμενο και μόνο! Έτσι, συνεννοηθήκαμε να είμαστε όλοι τον Μάιο στη Νέα Υόρκη, καθώς ο Welles θα ήταν εκεί για μια εκδήλωση, με τίτλο “Night of the thousand stars”, για το ραδιόφωνο ή κάτι τέτοιο. Ήρθε λοιπόν στο studio μας, το Media Sound, στην 57η Οδό, ένα πανέμορφο μέρος. Υπάρχει και η σχετική φωτογραφία από τότε. Εκείνη την ημέρα, έκανε και τις τρεις αφηγήσεις: για το “Dark avenger”, το “Defender” και την σύστασή μας στο κοινό, κάθε που ξεκινούσε μια συναυλία μας.

Σας είπε κάτι;
Μπα, τίποτα! Απλά, του άρεσε όλο αυτό. Και μεις του αρέσαμε, προφανώς. Θυμάμαι είχε πάει από νωρίς, και ρώταγε με την χαρακτηριστική του φωνή «Ήρθαν οι συνθέτες;» (σ.σ: μιμείται τον Welles εδώ ο Ross). Εκείνη την ώρα μπαίναμε και μεις, και τα κάναμε πάνω μας, χαχα! Σας λέω, η φωνή του έκανε το studio να τρίζει! Και εμείς κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον και λέγαμε «όντως ρε φίλε, συμβαίνει, έχουμε έναν super star ως συνεργάτη, στο πρώτο μας album!». Και η ΕΜΙ, να μη δίνει δεκάρα, το μόνο που ήθελε ήταν να κάνουμε έναν δίσκο που θα πουλήσει πολύ.

Ναι, αλλά της φέρατε έναν αστέρα, που θα έφερνε με τη σειρά του πωλήσεις!
Ε, ναι, ως εκεί.

Πως και συμπεριλάβατε το “Williams tale” στον δίσκο; Ούτε τότε, ούτε τώρα είναι συνηθισμένο ένα solo μπάσο.
Γιατί, ήμασταν εμείς συνηθισμένοι; (γέλια) Ο Joey έπαιζε τη μελωδία αυτή συνέχεια και μου άρεσε, οπότε του είπα να το κάνει επίσημα. Όταν διασκευάζεις ένα γνωστό κομμάτι σαν solo, τότε ναι, έχει νόημα, υπό την έννοια πως δεν είναι ένα ακόμη αχρείαστο solo.

Σκέφτηκες να «ανταποδώσεις» με solo κιθάρας;
Ποτέ! Μιλάμε για άχρηστο πράγμα. Παίζω όμορφα solos μέσα σε ωραία τραγούδια και αυτό αρκεί, δεν είμαι σαν κάποιους κιθαρίστες που πάσχουν από «διάρροια στα δάκτυλα»! (τρελά γέλια) Ούτε σαν αυτούς που προσπαθούν σε ένα λεπτό να δείξουν όσα ξέρουν, τί μπούρδες είναι αυτές;

Και αν τους πεις να γράψουν ένα καλό τραγούδι, δε ξέρουν να το κάνουν.
Βέβαια! Εγώ είμαι της άποψης να παίζεις όσες νότες επιτάσσει το solo το ίδιο. Δύο; Δύο. Χίλιες; Χίλιες. Αλλά δεν έχω «διάρροια». Less is more, όπως λένε.

Πως καταλήξατε να χρησιμοποιήσετε ήχους από μοτοσικλέτες στο ξεκίνημα του δίσκου σας, κάτι που οι MANOWAR έκαναν τακτικά και σε επόμενα άλμπουμ;
Ναι, στο “Death tone”. Νομίζω ότι λειτούργησε καλά. Γούσταρε και ο Joey τις μηχανές, οπότε βάλαμε πολλές μηχανές σ’ ένα γκαράζ στη Florida, βάλαμε μικρόφωνα μέσα και τις ηχογραφήσαμε.

Ναι, ας μην ξεχνάμε ότι τότε δεν υπήρχαν τράπεζες ήχων στους υπολογιστές. Αν ήθελες έναν συγκεκριμένο ήχο, έπρεπε να χρησιμοποιήσεις τον πραγματικό.
Ακριβώς αυτό, μπράβο.

Πως καταλήξατε σ’ αυτό το εξώφυλλο;
Ωραία ερώτηση. Ο αετός είναι κάτι πάρα πολύ αγαπημένο σε μένα. Πριν ακόμα από τους MANOWAR, είχα αυτόν τον αετό σε τατουάζ στο χέρι μου και στον Joey άρεσε πολύ. Μάλιστα για να δείξουμε ότι είμαστε αδέρφια, κάναμε το ίδιο τατουάζ στον ίδιο καλλιτέχνη. Σκεφτήκαμε, λοιπόν, για ποιον λόγο να μη βάλουμε τον αετό στο εξώφυλλο; Έναν απίστευτα δυνατό αετό, σαν Ρωμαϊκό άγαλμα, κάτι απίθανο. Έναν αετό με μούσκουλα. Έναν αετό με six-pack!!! Χαχαχαχα! Ήταν κάτι παρατραβηγμένο, αλλά αν μας ήξερες, έβγαζε νόημα. Ο Bob Currie, φυσικά, φρόντισε να βρει έναν καλλιτέχνη να φτιάξει αυτό που είχαμε στο μυαλό μας κι επιλέξαμε αυτό που βλέπεις, το οποίο μας άρεσε πολύ. Εγώ είχα ενθουσιαστεί και με το οπισθόφυλλο, που ακόμα και τώρα πιστεύω ότι θα έπρεπε να έχει γίνει αυτό το εξώφυλλο του δίσκου κι ο αετός να πάει πίσω, αλλά ό,τι έγινε, έγινε.

Ήταν ο John Stillwell, ευρύτερα γνωστός ως “Dawk”, το πέμπτο μέλος του γκρουπ;
(εκεί άλλαξε απότομα ο τόνος του κι έγινε λυπημένος, αφού ο Dawk πέθανε το 2015) Ναι, σίγουρα ήταν. Εκείνος έδωσε την εντολή να παραγγείλουμε τον εξοπλισμό που χρειαζόμασταν. Μόλις υπογράψαμε στην EMI, πήγα στο εργοστάσιο της Marshall και αγόρασα έναν εντελώς γελοίο και παράλογο αριθμό μηχανημάτων. Πρέπει να ήταν πάνω από 40-50 κομμάτια. Φαντάσου είχα πάρει 7 κεφαλές Marshall, πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα.

Χρησιμοποιήσατε όλο αυτό το backline στο στούντιο; Βλέπουμε τις φωτογραφίες και ήταν απίστευτος ο όγκος!
Όχι φυσικά. Τελικά χρησιμοποίησα μόνο έναν ενισχυτή! Φαινόταν εντυπωσιακή όμως η εικόνα, συμφωνώ μαζί σου.

Για ποιον λόγο δεν χρησιμοποιήσατε πουθενά το τραγούδι “Golden ride”, που είχε γραφτεί εκείνη την περίοδο;
Δεν ξέρω. Εγώ το θεωρώ καλό τραγούδι, αλλά είναι από αυτές τις περιπτώσεις που τελικά ποτέ δεν τα κατάφερε να μπει σε δίσκο.

Λογικά δεν θα ταίριαζε και στην ατμόσφαιρα των επόμενων δίσκων…
Πιθανώς, ναι. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος, τελικά.

Πέντε από τα τραγούδια του δίσκου, φέρουν την υπογραφή σου. Πως συμφωνήσατε με τον Joey να μοιραστούν ανάμεσα στα πιο επικά και στα πιο street heavy metal;
Σε κάθε δίσκο, έτσι και με το “Battle hymns”, είχαμε ένα «μοντέλο» σχετικά με τα τραγούδια που θα έμπαιναν. Είχαμε επικά τραγούδια, αλλά και rock n’ roll. Το ένα ύφος έπρεπε να «εξουδετερώνει» το άλλο, αλλιώς το άλμπουμ θα ήταν βαρετό. Στο “Battle hymns”, ο κόσμος γούσταρε πολύ τη μίξη της μουσικής που είχαμε. Το ίδιο έγινε και με το “Into glory ride”, που είχε τραγούδια όπως το “March for revenge”, το “Hatred”, το “Gloves of metal”, το “Warlord”. Αυτή η ποικιλία, κρατούσε το δίσκο φρέσκο.

Συμφωνείς με την άποψη πολλών, ότι η δεύτερη πλευρά του βινυλίου του “Battle hymns”, σηματοδοτεί και το ξεκίνημα του epic metal;
Μου θυμίζεις σε παρακαλώ ποια ήταν τα τραγούδια της δεύτερης πλευράς, επειδή δεν θυμάμαι;

“Manowar”, “Dark avenger”, “William’s Tale”, “Battle hymn”.
Ορίστε. Το είπες και μόνος σου. Δε νομίζω ότι μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο από αυτό. Αυτά τα τραγούδια είναι ο ορισμός του epic heavy metal. Και αυτό, είναι η κοινή συνισταμένη των έξι δίσκων που έκανα με τους MANOWAR, ότι όλα τα τραγούδια που γράψαμε ήταν σπουδαία. Δε νομίζω ότι έχουμε κάποιο filler σ’ αυτούς τους έξι δίσκους. Εκτός ίσως από τα σόλο του μπάσου. Χαχαχαχα!

Μιας και μιλάμε για fillers, ποια είναι η γνώμη σου για τραγούδια όπως το “Blow your speakers”, που αρκετοί οπαδοί των MANOWAR θεωρούν ότι δεν είναι και η καλύτερη στιγμή τους;
Μου αρέσει πολύ.

Ξέρεις πως είναι όλα αυτά… «Η μπάντα που έλεγε “death to false metal”, έβγαλε ένα εμπορικό τραγούδι για να το παίζει το MTV» και διάφορα τέτοια ωραία…
Φυσικά και το κάναμε αυτό. Ήμασταν στην Atlantic Records. Για ποιον λόγο πιστεύεις ότι μας υπέγραψαν; Για να μην κάνουμε video clip; Φυσικά και προσπαθήσαμε να κάνουμε επιτυχία, να κάνουμε crossover. Δεν καταλαβαίνω που είναι το λάθος σε αυτό.

Μην το ρωτάς αυτό σε εμένα… Νομίζω ότι πολλοί δεν έχουν καταλάβει πως οι MANOWAR ήταν σε πολυεθνική εταιρία και αυτά είναι εμπορικές αποφάσεις.
Μιλάμε για την Atlantic Records. Ήθελαν να πουλήσουν δίσκους. Δεν είναι μία underground εταιρία που δεν έχει δύο σεντς στην τσέπη. Μιλάμε για πολυεθνική εταιρία και δεν έχουν καμία διάθεση να παίζουν όταν μιλάμε για νούμερα. Δεν θέλω να με πετάνε έξω οι εταιρίες. Είναι βαρετό και θα ήθελα να έκανα επιτυχία.

Τι συνέβη και δεν τελειώσατε την περιοδεία με τον Ted Nugent, που ακολούθησε μετά την κυκλοφορία του “Battle hymns”;
Είχαμε φέρει στην περιοδεία τόσο πολύ εξοπλισμό, που έκανε τον δικό του να φαίνεται σαν «νάνος». Από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, άρχισε να μη μας συμπαθεί. Χαχαχαχα. Για εμένα είναι ένα είδωλο. Λατρεύω τον Ted Nugent. Όταν παίζαμε, όμως, καταστρέφαμε τον τόπο και δεν τον αδικώ.

Για ποιον λόγο έφυγε ο Donnie Hamzik μετά την ηχογράφηση του δίσκου; Έχεις καθόλου επαφή μαζί του;
Πιστεύαμε ότι ο Donnie δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με εμάς και ο Joey ήθελε να πάρει έναν άλλο ντράμερ.

Πως κρίνεις την απόφαση να επανηχογραφηθεί το “Battle hymns” πριν λίγα χρόνια, με τον Karl Logan να παίζει τα μέρη σου;
Νομίζω ότι ήταν μία τραγωδία. Ήταν μία προσβολή προς τους οπαδούς. Νομίζω ότι η επανηχογράφηση ήταν εντελώς χάλια (σ.σ. “sucked ass” είπε για την ακρίβεια). Ήταν ένα χάσιμο χρόνου και ίσως μία προσπάθεια για εύκολο χρήμα. Ο Karl Logan δεν μπορούσε να παίξει τα θέματά μου ακόμα κι αν ήταν το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν να κάνει πριν τον σκότωνε κάποιος. Ακόμα κι αν κάποιος του απειλούσε τη ζωή, εκείνος δεν θα μπορούσε να παίξει αυτά που έπαιζα εγώ.

Πρόσφατα είπες κάποια σκληρά λόγια για τον Joey DeMaio. Προφανώς ήσουν ειλικρινής, αλλά έχεις μετανιώσει τουλάχιστον για τον τρόπο που παρουσιάστηκε όλη αυτή η δήλωση;
Ναι, έχω μετανιώσει, επειδή αυτή η συνέντευξη δεν επρόκειτο να δημοσιευθεί και αυτός ο τύπος τη δημοσίευσε χωρίς την άδειά μου. Αν είχα ακούσει τι είχα πει, θα του έλεγα να μην δημοσιεύσει αυτά τα λόγια, επειδή αυτό δεν είναι το στυλ μου, να προσβάλλω δηλαδή κόσμο, άσχετα αν ο Joey το άξιζε αυτό. Αν το ήξερα από πριν, δεν θα είχα δώσει την έγκρισή μου.

Ποια ήταν η τελευταία στιγμή που μίλησες με τον Joey; Ήταν στο Earthshaker Festival το 2005;
Ναι, ναι. Βασικά του μίλησα και όταν πέθανε ο Dawk.

Θα έλεγες «ναι» σε κάποιο υποθετικό reunion με τους MANOWAR ή αυτό το ενδεχόμενο δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση;
Δεν θα έλεγα όχι. Δεν πρόκειται να συμβεί, βέβαια, αλλά δεν θα έλεγα όχι.

Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό, όταν αποκαλύφθηκε η αηδιαστική δράση του Karl Logan με την παιδεραστία, ότι θα σε έπαιρνε τηλέφωνο ο Joey να επιστρέψεις στο συγκρότημα;
Όχι, ποτέ. Όχι.

Ο θάνατος του Scott Columbus ήταν ένα σοκ για σένα ή κάτι που του περίμενες;
Σε καμία περίπτωση δεν ήταν σοκ για μένα. Ο Scott έπαιζε τότε με τους ROSS THE BOSS, το συγκρότημά μου. Ήθελα να τον βοηθήσω και τον πήρα στην περιοδεία μαζί μας. Κάναμε κάποιες συναυλίες, αλλά ήταν ένα ερείπιο. Ήταν σκιά του εαυτού του και δεν είχε καμία σχέση με τον Scott που ήξερα. Ήθελα όμως να τον βοηθήσω. Η τελευταία συναυλία που έδωσε ποτέ, ήταν μαζί μας στη Φινλανδία κι έκανε πολύ καλή δουλειά. Επέστρεψε και 1-2 εβδομάδες αργότερα, πέθανε.

Τα πρώτα έξι άλμπουμ των MANOWAR, δικαίως θεωρούνται από τα πιο κλασικά στο heavy metal κι εσύ ήσουν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι τους. Αν σου ζητούσα να επιλέξεις μόνο ένα από αυτά, ποιο θα διάλεγες και γιατί;
Το “Battle hymns”, ήταν ένας δίσκος που ξεκίνησε τα πάντα. Το power metal, το Viking metal, το epic metal, ξεκίνησαν απ’ αυτόν το δίσκο. Μου αρέσει πάρα πολύ και το “Hail to England”, το οποίο πολλοί φίλοι μου, το θεωρούν και τον καλύτερο δίσκο των MANOWAR. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σου πω.

Για ποιον λόγο, πιστεύεις εσύ, ότι οι MANOWAR δεν έγιναν αποδεκτοί εμπορικά; Είχε να κάνει με τη μουσική τους ή με κακές αποφάσεις του management;
Κακές αποφάσεις του management. Πιστεύω ότι δεν παίξαμε αρκετά, όπως για παράδειγμα έκαναν οι METALLICA, οι MEGADETH, οι TESTAMENT, οι EXODUS και τόσοι άλλοι, που έπαιζαν συνεχώς συναυλίες. Αυτό το πράγμα, μας έκανε μεγάλο κακό.

Αυτά είχα να σε ρωτήσω για το δίσκο. Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου.
Ευχαριστώ πολύ κι εγώ και είμαι πολύ χαρούμενος που καταφέραμε να συζητήσουμε. Ελπίζω να τα καταφέρουμε να κάνουμε και αυτή τη συναυλία με τους ROSS THE BOSS, που αναβλήθηκε…

Σάκης Φράγκος
Ερωτήσεις: Σάκης Φράγκος – Δημήτρης Τσέλλος – Σάκης Νίκας
Απομαγνητοφώνηση: Σάκης Φράγκος – Δημήτρης Τσέλλος
All photos from “Battle hymns MMXI” booklet

Continue Reading

Fly on the wall

DARK TRANQUILLITY – The story behind “Projector” (Mikael Stanne)

Published

on

Λίγες μέρες πριν από τις εμφανίσεις τους σε Αθήνα (Πέμπτη 12/5) και Θεσσαλονίκη (Παρασκευή 13/5) μαζί με τους ENSIFERUM, PYOGENESIS και GWENDYDD , ο Mikael Stanne, τραγουδιστής και ηγετική μορφή των DARK TRANQUILLITY, μας μίλησε για τις ιστορίες πίσω από το αγαπημένο, όσο και “περίεργο” “Projector”, που όταν είχε βγει το 1999, είχε παραξενέψει τον κόσμο, σήμερα όμως θεωρείται από τα κλασικότερα άλμπουμ τους. Εκτός αυτού, μας μίλησε για την περιοδεία, τους HALO EFFECT και πολλά άλλα ενδιαφέροντα. Όσοι έχετε διαβάσει συνεντεύξεις του, καταλαβαίνετε ότι μιλάμε για έναν από τους πιο πνευματώδεις μουσικούς…

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το “The minds I” κυκλοφόρησε το Πάσχα του 1997, όπως θυμάμαι πάρα πολύ καλά, από την Osmose. Για ποιον λόγο φύγατε από τη γαλλική εταιρία για να πάτε στη Century Media αμέσως μετά; Είχε να κάνει με τη φύση του άλμπουμ που ετοιμάσατε; Επειδή είμαι βέβαιος πως αν είχε κυκλοφορήσει το “Projector” από την Osmose, θα μιλούσαμε για παταγώδη αποτυχία, αφού δύσκολα θα έβρισκαν τρόπο να το προμοτάρουν.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος. Όταν τελειώσαμε με το “The mind’s I”, αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε που θα πηγαίναμε τη μουσική μας, επειδή ήταν ένας πάρα πολύ γρήγορος κι έντονος δίσκος. Νομίζω πως είχαμε αρχίσει να κουραζόμαστε λίγο με το στυλ μας, ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να ακούγεται πάρα πολύ αυτό που λέμε «ήχος του Gothenburg», κάτι που δεν ηχούσε καλά στα δικά μας αυτιά. Όταν τελειώσαμε το “Projector”, το οποίο είχε γραφτεί με διαφορετική νοοτροπία, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ήταν δίσκος για την Osmose. Ήμασταν ήδη κάτι εντελώς διαφορετικό στο roster της που είχε μόνο black metal σχήματα και σκεφτόμασταν να φεύγαμε ούτως ή άλλως. Έτσι επικοινωνήσαμε με κάποιον manager και αρχίσαμε να διαπραγματευόμαστε συμβόλαια με άλλες εταιρίες. Πρέπει να σου πω ότι ήταν μία πολύ κακή κίνηση και δεν είμαι καθόλου περήφανος γι’ αυτό. Απλά ήμασταν, όμως, περίεργοι να δούμε αν υπάρχει ενδιαφέρον από άλλες εταιρίες και λάβαμε πολύ καλές προσφορές από τη Nuclear Blast, τη Century Media και κάποιες άλλες εταιρίες. Όλα αυτά έγιναν χωρίς να ενημερώσουμε την Osmose κι αυτό είναι κάτι για το οποίο ντρέπομαι μέχρι σήμερα. Όταν κάποια στιγμή άκουσαν το δίσκο, συμφώνησαν μαζί μας ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν και πολλά πράγματα. Αυτή, λοιπόν, ήταν η αρχή της σχέσης μας με τη Century Media, που είναι φανταστική μέχρι και σήμερα.

ToProjector”, εκτός των άλλων, σημαδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του συγκροτήματος, με πιο σημαντική την αποχώρηση του κιθαρίστα Fredrik Johansson, ο οποίος μάλιστα πέθανε πολύ πρόσφατα κι αν δεν κάνω λάθος, συνεχίσατε να έχετε πολύ καλές σχέσεις…
Ω, ναι. Να φανταστείς, όταν ετοιμάζαμε δίσκο, του έστελνα πάντα να ακούσει το υλικό μας να μας πει τη γνώμη του. Πάντα έδινα μεγάλη σημασία στην άποψή του. Όταν έφυγε μετά το “Projector” για να αφοσιωθεί στην οικογένειά του, ποτέ δεν έπαψε να έρχεται να μας βλέπει όταν παίζαμε κοντά και έκανε πάντα πολύ αυστηρή κριτική στην μουσική μας και μας έλεγε τη γνώμη του. Ήρθε στο συγκρότημα στα τέλη του 1993, μετά τις ηχογραφήσεις του “Skydancer”, αλλά ήταν εντελώς προφανές στο “Projector”, πόσο επιθυμούσε να πειραματιστεί και να κάνει πράγματα που δεν είχαμε κάνει στο παρελθόν. Παρότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς το “Projector” ως prog άλμπουμ, έχει κάποιες prog rock αναφορές, αφού εγώ κι ο Fredrik είμαστε παθιασμένοι με αυτό το είδος μουσικής. Ο λόγος που ο δίσκος ακούγεται τόσο ξεχωριστός, είναι επειδή θέλαμε να ξεφύγουμε από τον ήχο μας όσο περισσότερο γινόταν και να δημιουργήσουμε κάτι που να ταίριαζε με όσα αισθανόμασταν εκείνη την περίοδο. Δεν ήμασταν απλά θυμωμένοι και απογοητευμένοι, όπως συνέβαινε στο “The mind’s I”. Θέλαμε να εκφράσουμε διαφορετικά πράγματα κι όχι μόνο αυτά.

Θυμάμαι ξεκάθαρα, ότι είχε έρθει το δείγμα από τη Century Media λίγη ώρα πριν ξεκινήσω την τότε ραδιοφωνική μου εκπομπή και είχα ξαφνιαστεί –ευχάριστα- από την αλλαγή του ήχου, ήθελα όμως να βάλω κάτι που να μην ξαφνιάσει τους ακροατές, οπότε είχα επιλέξει το “The sun fired blanks”, που ταίριαζε πιο πολύ με το παλιό σας ύφος.

Χαχαχα! Ναι, έχεις δίκιο!

Μία ακόμη αλλαγή στη σύνθεσή σας, ήταν ότι πήρατε στη θέση του κιθαρίστα, τον μέχρι τότε μπασίστα σας, Martin Henriksson!!! Το κάνατε επειδή γνωρίζατε πόσο καλός ήταν ο Martin ή επειδή είναι πιο εύκολο να βρείτε κατάλληλο μπασίστα, απ’ ότι κατάλληλο κιθαρίστα;
Και τα δύο θα έλεγα, αλλά κυρίως επειδή το ήθελε ο Martin. Έγραφε τα πάντα στην κιθάρα ενώ αν ακούσεις το “The gallery” και το “The mind’s I”, τα θέματα του μπάσου είναι χοντρικά ό,τι θα έπαιζε κι ένας κιθαρίστας. Το ζητούσε ο ίδιος, που θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερο κιθαρίστα. Είχε κι ένα εξάχορδο μπάσο κι έπαιζε ακριβώς ως κιθαρίστας, άρα έβγαζε απόλυτο νόημα. Το ίδιο είχε συμβεί και με μένα, όταν άφησα την κιθάρα κι έκανα τα φωνητικά. Εκτός των άλλων, είχαμε στο μυαλό μας πάντα τον Michael Niklasson, που τελικά τον πήραμε για το μπάσο, ότι είναι ένας πολύ καλός παίχτης και φίλος μας και θα ταίριαζε ακριβώς στο συγκρότημα.

Αν δεν κάνω λάθος, τα πλήκτρα στο δίσκο, τα έπαιξε ο Fredrik Nordstrom, ο παραγωγός σας…
Ναι, έτσι έγινε. Έγραψε, κυρίως ο Martin, τα διάφορα μέρη και τα έπαιξε ο Fredrik, ο οποίος μας είχε βοηθήσει και με κάποια πλήκτρα στο “The gallery”. Είχαμε πλησιάσει τον Martin Brandstrom και παλιότερα, να παίξει πλήκτρα σε μας, αλλά μας είχε απαντήσει ότι δεν βρίσκει που υπάρχει χώρος γι’ αυτά στη μουσική που παίζαμε. Όταν άκουσε το “Projector” όμως, σκέφτηκε ότι ίσως τελικά υπάρχει αυτός ο χώρος που έψαχνε και μπορούσαμε να κάναμε κάτι μαζί (γέλια).

Σκεφτήκατε ποτέ, όταν γράφατε το “Projector”, ότι θα μπορούσε να είναι ένας “do or die” δίσκος, από τη στιγμή που αφήσατε τη σιγουριά των δύο προηγούμενων και κινηθήκατε εντελώς διαφορετικά, σε σημείο που να υπάρχει η πιθανότητα να αποξενώνατε τους οπαδούς σας;
Το σκεφτήκαμε, ναι. Δεν θέλαμε να αποξενώσουμε κανέναν, φυσικά, θέλαμε όμως να δείξουμε ότι θα ήταν κάτι διαφορετικό. Νιώσαμε ότι είχαμε βαλτώσει και πως ό,τι κάναμε ακουγόταν ίδιο. Αν δεν είχαμε βγάλει το “Projector”, δεν ξέρω αν θα συνεχίζαμε να υπάρχουμε καν, αφού θα ήταν κάτι πολύ βαρετό για εμάς. Έχω ακόμα το poster της τελευταίας συναυλίας μας στο Γκέτεμποργκ, πριν το “Projector”, όπου κλείνοντας αποχαιρετήσαμε το παρελθόν μας. Ήμασταν πολύ δραματικοί στις αντιδράσεις μας, αφού λέγαμε εκφράσεις του τύπου “This is the end” και διάφορα τέτοια. Όταν ξεκινήσαμε να γράφουμε το “Projector”, τίποτα δεν ήταν γρήγορο, τίποτα δεν ήταν heavy, δεν υπήρχαν καθόλου screams. Στην πορεία, εξελίχθηκε σε κάτι διαφορετικό, βέβαια, αλλά θέλω να σου δείξω πόσο είχαμε κορεστεί σ’ αυτή τη φάση που βρισκόμασταν. Αυτό είχε να κάνει με τις προσδοκίες και με το πώς εκλάμβανε ο κόσμος τη μουσική από το Γκέτεμποργκ. Όλη μας η ύπαρξη ως συγκρότημα, βασίζεται στο ότι είμαστε αυθεντικοί και διαφορετικοί απ’ όλους και ξαφνικά, με αναφορά στην πόλη της καταγωγής μας, όλοι μιλούσαν για έναν παρόμοιο ήχο με τους υπόλοιπους. Φυσικά και δεν ήταν έτσι και δεν τα έλεγε με αυτόν τον τρόπο ο κόσμος, αλλά εμείς έτσι το νιώθαμε. Είχαμε απογοητευθεί, επειδή ήταν αντίθετο με όλα όσα θέλαμε να κάνουμε ως συγκρότημα. Τώρα που το κοιτάω, η αντιμετώπισή μου είναι εντελώς διαφορετική. Είμαι απίστευτα υπερήφανος για όσα έχουμε κάνει και δεν με ενδιαφέρει καθόλου, ό,τι και να λέει ο κόσμος για τη σκηνή του Γκέτεμποργκ ή κάτι τέτοιο. Για εμένα είναι κάτι για το οποίο νιώθω περήφανος και είναι σαν σφραγίδα επιβεβαίωσης.

Καταλαβαίνω πως μπορεί να είναι να θέλεις να είσαι νεωτεριστής και να σου λένε ότι παίζεις τα ίδια με τους άλλους.
Ξέρεις, παλεύαμε πολύ γι’ αυτό και ξαφνικά ερχόταν ο κόσμος κι έλεγε ότι όλοι ακουγόμαστε το ίδιο. Προφανώς και συνέβαινε σ’ ένα βαθμό αυτό, αφού ηχογραφούσαμε όλοι στο ίδιο στούντιο, ακούγαμε τα ίδια συγκροτήματα, ζούσαμε στην ίδια πόλη, ήμασταν όλοι πολύ καλοί φίλοι μεταξύ μας.

Ε, μεταξύ μας, με τη σχέση ακόμα και ανταλλαγής μελών που είχατε με τους IN FLAMES, για παράδειγμα, δεν στερείται λογικής να σας συγκρίνουν…
Φυσικά και το κατανοώ απόλυτα. Απλά με στεναχωρούσε εκείνη την περίοδο.

Πάντως χάρηκα πολύ που κάνατε αυτή την αλλαγή στον ήχο σας, η οποία δεν ήταν απλή. Βάλατε καθαρά, βαρύτονα φωνητικά, ηλεκτρονικά σημεία, πλήκτρα, πιάνο, γυναικεία φωνητικά. Δεν το λες και λίγο, σ’ ένα δίσκο μάλιστα!
Ναι, οι αλλαγές ήταν πάρα πολλές. Θυμάμαι, ήμουν πολύ νευρικός αμέσως μόλις το ηχογραφήσαμε κι έλεγα ότι το λατρεύω, είμαι περήφανος γι’ αυτό, βγήκε ακριβώς όπως το σχεδιάζαμε, αλλά ένιωθα ότι έπρεπε να το βάλω να το ακούσουν μερικοί μεταλλάδες φίλοι μου, των οποίων εκτιμούσα πολύ το γούστο. Ήθελα να δω αν το έβρισκαν πολύ «μαλακό» ή τόσο διαφορετικό που δεν θα το ένιωθε ο κόσμος, αλλά οι αντιδράσεις τους ήταν πάρα πολύ καλές. Σε σχέση με αυτό που μου είπες πριν, για το promo CD, είχαμε ανεβάσει ένα τραγούδι στη σελίδα μας, τότε, το 1999, που το internet ήταν ακόμα «νέο», προτού βγάλουμε το video clip (σ.σ. προφανώς εννοεί το “Therein”) και οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν ότι τους άρεσε παρόλο που το έβρισκαν διαφορετικό, τους άρεσε το ρεφρέν και διάφορα τέτοια. Όταν βγήκε όμως ολόκληρος ο δίσκος, οι οπαδοί είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται αν είναι πολύ εμπορικός και αν είναι αυτή η κατεύθυνση που θα κινούμασταν στο μέλλον. Αυτό που νιώθαμε εμείς, με τη σειρά μας, ήταν ότι μπορεί να πάμε προς εκείνη την κατεύθυνση, αυτό όμως δεν σήμαινε ότι θα φεύγαμε από το είδος της μουσικής που βοηθήσαμε να ξεκινήσει. Θέλαμε απλά να το βγάλουμε από το σύστημά μας. Ήταν δύσκολο να επικοινωνήσουμε. Μέχρι να βγούμε περιοδεία για το “Haven”, μάλιστα, επεξεργαστήκαμε εκ νέου κάποια από τα παλιά μας τραγούδια και τα κάναμε να ακούγονται πιο κοντά στο “Projector”. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, ήταν ένα τραγικό λάθος. Όταν το κάναμε, για μία περιοδεία μόνο, μας φαινόταν cool να βάζουμε πλήκτρα, καθαρά φωνητικά και διάφορα τέτοια, στα παλιά μας τραγούδια, αλλά ειλικρινά, όσο το σκέφτομαι τώρα, δεν έχω ιδέα τι είχαμε στο μυαλό μας εκείνο τον καιρό! Χαχαχαχα. Δεν έπρεπε να το είχαμε κάνει ποτέ, αλλά αυτή ήταν η φάση που περνούσαμε τότε. Θέλαμε να ξεφύγουμε από αυτά που κάναμε μέχρι τότε, επειδή είχε αρχίσει να γίνεται προβλέψιμο.

Αν μου επιτρέπεις, ήταν λογικό να ανησυχείτε για τις αντιδράσεις του κόσμου, επειδή το 1999, ο μέσος death metal οπαδός, δύσκολα μπορούσε να «χωνέψει» τέτοιου είδους αλλαγές.
Έχω συναντήσει πολλούς ανθρώπους που μου λένε ότι τώρα τους αρέσει, αλλά όταν είχε βγει το “Projector”, δεν ήταν ικανοποιημένοι, το θεωρούσαν πολύ εμπορικό και δεν ήταν αυτό που ήθελαν.

Σκεφτήκατε ποτέ να αλλάξετε παραγωγό από τη στιγμή που θέλατε να κάνετε τόσο διαφορετικά πράγματα;
Μπορεί να πέρασε κάποια στιγμή από το μυαλό μας, υπήρχε όμως μία ασφάλεια, ότι γνωρίζαμε πρόσωπα και πράγματα, ήμασταν στην πόλη μας με κάποιον που γνωρίζαμε και από την άλλη ο Fredrik ήταν πάρα πολύ «περιπετειώδης» τύπος, ήθελε τα πράγματα να είναι διαφορετικά και πάντα μας προκαλούσε να σπρώξουμε τα όριά μας ακόμα περισσότερο.   

Ποια ήταν η αντίδραση της Century Media όταν της παρουσιάσατε το υλικό; Επειδή υπέγραψε τους DARK TRANQUILLITY του “The mind’s I”, όχι του “Projector”…
Δεν έγινε έτσι. Είχαμε ηχογραφήσει όλο το άλμπουμ μόνοι μας, χωρίς καμία χρηματοδότηση. Είχαμε έτοιμο το εξώφυλλο, τις φωτογραφίες που τα ετοίμαζε ο Niklas Sundin, τα πάντα. Στα χέρια μας είχαμε το συμβόλαιο της Osmose, από την οποία όμως θέλαμε να φύγουμε, οπότε πήγαμε στη Century Media με τον δίσκο έτοιμο, με τη λογική «το θέλετε ή όχι»; Θυμάμαι, είχαμε πάει στο Dortmund, όπου είχαν τα γραφεία τους τότε, κάναμε ένα meeting, άκουσαν το δίσκο και τους άρεσε πολύ. Εκείνο τον καιρό, είχαν αρκετά death metal συγκροτήματα, αλλά είχαν και πιο πειραματικά σχήματα όπως τους TIAMAT για παράδειγμα και πολλά άλλα γκρουπ. Δεν είχαν κανένα πρόβλημα με το υλικό, ήξεραν πώς να το προωθήσουν και δεν είχαν άδικο τελικά, αφού ο δίσκος πήγε θαυμάσια. Ήταν πολύ ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι και από τότε μέχρι σήμερα συνεχίζουμε έτσι. Όπως ξεκίνησε η συνεργασία μας με το “Projector”, έτσι, μέχρι και σήμερα παίρνουν αυτό που είναι να πάρουν, χωρίς να παρέμβουν με οποιονδήποτε τρόπο. Αν χρειαζόμαστε κάποια συμβουλή, τους ρωτάμε, ειδάλλως μας αφήνουν να κάνουμε ότι θέλουμε, επειδή μας εμπιστεύονται. Αυτό βοηθάει πάρα πολύ στη δημιουργική διαδικασία.

Για κάποιον λόγο, στην επανέκδοση του δίσκου και στη γιαπωνέζικη έκδοσή του, ο τίτλος γράφεται “P.R.O.J.E.C.T.O.R.”. Για ποιον λόγο έγινε αυτό;
Χμμμ… Τώρα που το λες, δεν ξέρω. Πιθανώς ο Niklas που τα σχεδίαζε, να θεωρούσε ότι του ταιριάζει, ότι είναι πιο ωραίο…

Πάντως σε όλες τις εκδόσεις, είχατε αλλάξει το logo. Να σου πω την αλήθεια, με αυτή τη μουσική που παίζατε, δεν ταίριαζε αυτό το death metal logo που είχατε…
Ναι, όπως σου είπα, θέλαμε να αλλάξουμε τα πάντα γύρω από το συγκρότημα. Το κάναμε λίγο πιο «στυλάτο». Το πρώτο εξώφυλλο που έφτιαξε ο Niklas, το χρησιμοποιήσαμε στη γιαπωνέζικη έκδοση, επειδή αργότερα έφτιαξε κάτι που μας άρεσε περισσότερο και το βάλαμε στην κανονική έκδοση που υπάρχει έξω. Τώρα που το σκέφτομαι, πάλι, στις μέρες μας δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα, τότε όμως μας φαινόταν cool. Ο Niklas, έχει πολύ συγκεκριμένο γούστο και αφήναμε τα πάντα πάνω του, σε σχέση με το εικαστικό κομμάτι.

Νομίζω ότι το κομμάτι που είχε τις πιο ποικίλες αντιδράσεις, ήταν το “Day to end”, το μοναδικό τραγούδι που έγραψες εσύ στο δίσκο. Όταν τους το παρουσίασες, συμφώνησαν όλοι κατευθείαν να το χρησιμοποίησετε;
Εκείνη την περίοδο έμενα μαζί με τον Anders. Εκείνος έπαιζε πλήκτρα κι εγώ έπαιζα κιθάρα και τραγουδούσα. Το τραγούδι αυτό, άρεσε σε όλους, είναι και το μοναδικό που έχω γράψει κιόλας, αλλά δεν έβγαζε και ιδιαίτερο νόημα να είναι μία μπαλάντα με ακουστική κιθάρα. Εκεί, λοιπόν, μπήκε ο Fredrik Nordstrom κι έδρασε ως παραγωγός, μεταμορφώνοντάς το σ’ ένα ηλεκτρονικό τραγούδι. Του έβαλε μία τρομερή ατμόσφαιρα και περάσαμε υπέροχα δουλεύοντάς το. Δεν το έχουμε παίξει ποτέ live και θα είχε πλάκα να το διαμορφώναμε μ’ έναν τρόπο σαν να το είχαμε γράψει σήμερα και να το παίζαμε αραιά και που.

Ψάχνοντας να βρω που αλλού είχε τραγουδήσει η Johanna Andersson που έκανε τα γυναικεία φωνητικά στο δίσκο, δεν βρήκα κάποιο άλλο credit. Ήταν φίλη κάποιου από το συγκρότημα και ήρθε στο στούντιο να γράψει;
Ήταν η τότε κοπέλα του Anders. Είναι πολύ καλή, αλλά ντρεπόταν πάρα πολύ και ήθελε να είναι εντελώς μόνη όταν έγραφε. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχει ηχογραφήσει τίποτα έκτοτε, αλλά ούτε και προηγουμένως. Το αποτέλεσμα ήταν πολύ καλό, αλλά μας πήρε πολύ για να την πείσουμε να ηχογραφήσει μαζί μας, επειδή ήταν τόσο ντροπαλή που πίστευε ότι δεν ήταν όσο καλή έπρεπε για να μπει στο στούντιο.

Πίστευες ποτέ ότι το άλμπουμ θα είχε προταθεί για τα Σουηδικά Grammy;
Ποτέ δεν είχαμε ασχοληθεί με κάτι τέτοιο μέχρι τότε. Το θεωρούσαμε χαζό ως σκέψη. Ήταν όμως πολύ cool που δεχτήκαμε αυτήν την πρόταση. Θυμάμαι ότι ο Fredrik Johansson είχε παραιτηθεί τότε, ήρθε όμως μαζί μας στην εκδήλωση. Τα Grammy τότε ήταν όπως τα Oscar. Κανείς δεν δίνει σημασία τώρα, αλλά τότε ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Ήταν ένα τεράστιο τηλεοπτικό show, είχαμε πάει στην Στοκχόλμη, στη μεγάλη εκείνη αρένα, με όλες τις διασημότητες. Ήταν τόσο ωραία που συναντήσαμε αγαπημένους καλλιτέχνες και παιδικούς μας ήρωες από κοντά. Μάλιστα είχαμε στεναχωρηθεί που χάσαμε το βραβείο από μία περίεργη μπάντα από τη Στοκχόλμη, αλλά πολλά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα πέρυσι, ήρθε η σειρά μας να κερδίσουμε. Μόνο που λόγω της πανδημίας ήταν μία μικρή εκδήλωση, παρόλα αυτά, ήταν cool.

Γυρίσατε και video για το “Therein”, το οποίο έχει φτάσει τα 2 εκατομμύρια views, κάτι εκπληκτικό για ένα τραγούδι του 1999.
Χαχαχαχα! Ναι. Το video όμως είναι ανεβασμένο σε χαμηλή ανάλυση για κάποιον λόγο. Μου φαίνεται ότι πρέπει να ανατρέξω στα αρχεία μου και να ανεβάσω εκ νέου. Ήταν ένα περίεργο video, που είχε γυρίσει ένας φίλος μας, ο οποίος –αν θυμάμαι καλά- είχε γυρίσει τρία video μας. Αυτό που θυμάμαι ήταν πως είχα πάρα πολύ υψηλό πυρετό, αισθανόμουν χάλια κι έπρεπε να είμαι παρών στα γυρίσματα που είχαν κρατήσει κάτι κοντά σε 18 ώρες, σε μία αποθήκη κοντά στο στούντιο. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως φαινόμουν απολύτως δυστυχισμένος. Χαχαχαχα! Το να γυρίζουμε video δεν είναι το καλύτερό μου, εκείνο όμως ήταν από τις χειρότερες εμπειρίες μου. Παρόλα αυτά, φαίνεται αρκετά καλό, πρέπει να πω.

Θυμάσαι με ποιους είχατε περιοδεύσει μετά το δίσκο;
Θυμάμαι ότι η πρώτη μας συναυλία ήταν στο Tuska Open Air, επειδή ήταν η πρώτη φορά που έπαιξε μαζί μας ο Martin Brändström ήταν μαζί μας και μετά πήγαμε στην Ιαπωνία όπου παίξαμε δύο συναυλίες με τους CHILDREN OF BODOM, αλλά αυτό δεν πήγε καθόλου καλά. Παίξαμε στο Tokyo και την Osaka, ήμασταν ενθουσιασμένοι όχι μόνο επειδή παίζαμε στην Ιαπωνία για πρώτη φορά, αλλά επειδή παίζαμε και με τους CHILDREN OF BODOM που ήταν ένα πολύ αγαπημένο μας σχήμα. Ήταν τότε όμως, που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε κάποιες διαφορετικές εκδοχές των κομματιών μας, δεν είχαμε παίξει παλιά τραγούδια, μόνο όσα είχαμε επεξεργαστεί εκ νέου και τα κάναμε κάτι διαφορετικό. Είχαμε έναν εξαιρετικό promoter, ο οποίος είναι ένας από τους πιο τίμιους και ειλικρινείς ανθρώπους που έχω γνωρίζει, πάρα πολύ αστείος. Το “The gallery” ήταν ένας δίσκος που το απόλυτο γιαπωνέζικο περιοδικό, το Burnnn, είχε βάλει τον μεγαλύτερο βαθμό που είχε βάλει ποτέ σε death metal άλμπουμ, είχε ψηφιστεί καλύτερος δίσκος του 1995 κι εμείς δεν παίξαμε ούτε ένα κομμάτι μέσα από εκεί. Ήρθε λοιπόν ο Miyiamoto, όπως τον λένε κι έκανε: “Japanese people, very disappointed. Please play old songs when you come back”!!! Χαχαχαχα! Και μας πήρε κάποια χρόνια για να επιστρέψουμε! Στη συνέχεια περιοδεύσαμε στην Ευρώπη με τους IN FLAMES, τους CHILDREN OF BODOM και τους ARCH ENEMY και τότε ήταν που σκεφτήκαμε ότι θα ήταν σωστό να παίζουμε πιο heavy υλικό. Σ’ αυτήν την περιοδεία, αλλάξαμε και πάλι τις ενορχηστρώσεις που είχαμε κάνει στα παλαιότερα τραγούδια μας κι επιστρέψαμε στις αυθεντικές εκδόσεις τους.

Μιας κι έκανες αναφορά στους IN FLAMES, δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω για τους THE HALO EFFECT, που δημιουργήσατε με πρώην μέλη του γκρουπ εκείνου. Δεν ξέρω ποιες είναι οι αντιδράσεις έξω, αλλά τουλάχιστον στην Ελλάδα, λέμε ότι κάνατε 3/3 με τα video clip που έχετε βγάλει.
Το άλμπουμ έχει 10 τραγούδια και είναι τόσο καλά όσο αυτά που άκουσες. Οι αντιδράσεις του κόσμου είναι φοβερές μέχρι τώρα, αλλά το βρίσκω λογικό, γιατί είναι σαν μερικοί παλιοί φίλοι να επέστρεψαν και να γράφουν μουσική μαζί. Αυτή ήταν όλη η ιδέα. Νομίζω ότι αν ακούσεις ολόκληρο το δίσκο, θα καταλάβεις ότι το πνεύμα μας ήταν να περάσουμε ωραία και να έχουμε πλάκα. Δεν ανακαλύπτουμε εκ νέου τον τροχό, κάνουμε αυτό που κάνουμε και για εμένα ήταν ένας σπουδαίος τρόπος να περάσω το χρόνο μου μέσα στην πανδημία, βρισκόμενος στο στούντιο, με φίλους, να γράφουμε μουσική.

Εγώ πάλι, από τη μουσική που ακούω, βλέπω σαν τα μέλη που ήταν πιο πρόσφατα στους IN FLAMES, να νιώθουν μία ανακούφιση με τη μουσική που γράφουν, σε σχέση με αυτά που παίζουν τώρα οι IN FLAMES.
Θα μπορούσε να συμβαίνει κι αυτό, αλλά δεν ήταν η αρχική μας ιδέα, δηλαδή να γυρίσουμε σε αυτά που κάναμε παλιά. Όταν μαζευτήκαμε για να δούμε τι θα παίξουμε, όλοι συμφωνήσαμε ότι θέλουμε απλά να παίξουμε μελωδικό death metal. Δεν μας ενδιαφέρει τι σκέπτεται ο κόσμος ή τι θέλει να ακούσει, απλά θέλαμε να κάνουμε αυτό που νιώθουμε κι αυτό στο οποίο είμαστε καλύτεροι. Δεν έχει να κάνει με μομφή εναντίον κάποιου.

Νομίζω πως όταν βρίσκονται ξανά, μερικοί φίλοι από τα παλιά, η μουσική βγαίνει φυσικά και αυθόρμητα…
Ναι, δεν θέλαμε να πιέσουμε τίποτα. Περάσαμε πάρα πολλές ώρες στο στούντιο και αυτό που ακούς, βγήκε πάρα πολύ φυσικά.

Τι να περιμένουμε από τις συναυλίες σας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη;
Αυτή τη στιγμή έχουμε κάποια καινούργια μέλη και ποτέ δεν ήμασταν καλύτεροι. Έχουμε προβάρει πολλά περισσότερα τραγούδια απ’ όσα χρειαζόμαστε, αν θυμάμαι καλά γύρω στα 26, οπότε κάθε μέρα θα έχουμε και διαφορετικό set (σ.σ. με δεδομένο ότι παίζουν γύρω στα 16 τραγούδια κάθε βράδυ, το setlist, λογικά θα είναι δύσκολα προβλέψιμο, για όσους κάνουν «σκονάκια» στο setlist.fm). Πριν από λίγες μέρες, γέννησε η σύζυγος του Chris Amott, οπότε δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει στην περιοδεία και πήραμε έναν μαθητή του, τον Joey Concepcion, ο οποίος είναι απλά ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ. Ο Joakim Strandberg Nilsson, που παίζει ντραμς, είναι ένα κτήνος που μπορεί να παίξει οποιοδήποτε τραγούδι, από οποιαδήποτε περίοδο του σχήματος, οπότε δεν μπορώ παρά να είμαι πάρα πολύ χαρούμενος. Η ανταπόκριση που έχουμε μέχρι στιγμής, έχοντας περιοδεύσει για πολύ καιρό και στην Αμερική προηγουμένως, είναι εξωπραγματική και δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι μπορεί ο κόσμος να ξαναδεί συναυλίες. Χαχαχα. Η ιδέα μας είναι όταν θα έρθουμε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, να κάνουμε δύο πάρα πολύ διαφορετικά set μεταξύ τους. Αυτό μου αρέσει όταν βλέπω αγαπημένα μου σχήματα. Κάθε βραδιά να είναι διαφορετική κι όχι μία από τα ίδια. Μου αρέσει να λέει ένας: «εγώ είδα το γκρουπ να παίζει το τάδε τραγούδι» που μπορεί να μην το έχει δει κάποιος σε άλλη, κοντινή πόλη. Το λατρεύω αυτό.

Προβλέπεις να δούμε τον Chris Amott από τα μέρη μας;
Δεν ξέρω, να σου πω την αλήθεια. Εκείνος λέει πως όταν νιώσει καλά, θα έρθει μαζί μας, αλλά εγώ λέω ότι όταν έχεις στα χέρια σου το πρώτο σου παιδί, πρέπει να περάσεις όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο μαζί του και να το απολαύσεις. Θα δούμε πως θα γίνει. Ούτως ή άλλως, υπάρχει και ο Joey, που είναι εκπληκτικός παίχτης. Θα δούμε.

Έχετε κανένα πλάνο για επόμενο δίσκο των DARK TRANQUILLITY;
Όχι κάτι συγκεκριμένο, αλλά ξέρω ότι ο Martin κι ο Johan επεξεργάζονται διάφορες ιδέες. Δεν έχουμε σκεφτεί σοβαρά γι’ αυτό ακόμη, όμως. Προφανώς οι καιροί που ζούμε είναι πολύ αγχωτικοί οργανώνοντας και ακυρώνοντας τρεις περιοδείες, ώσπου να καταλήξουμε τελικά να κάνουμε αυτή που βρισκόμαστε τώρα. Αυτό που περάσαμε, πήρε όλη μας την ενέργεια. Λογικά, αυτήν την περίοδο του χρόνου, θα είμαστε λίγο πιο χαλαροί και θα μπορούμε να ξεκινήσουμε να συνθέτουμε.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading

Fly on the wall

PARADISE LOST – The story behind “Icon” (Aaron Aedy)

Published

on

Νομίζω πως έχετε καταλάβει πόσο μου αρέσουν οι συνεντεύξεις, όπου έχουμε έναν καλλιτέχνη απέναντί μας και συζητάμε για την ιστορία πίσω από ένα αγαπημένο, κλασικό άλμπουμ. Σειρά, πήρε ο κιθαρίστας των PARADISE LOST, Aaron Aedy, ο οποίος έχοντας μία απίστευτα θετική διάθεση για κουβέντα, απάντησε σε ό,τι είχαμε να τον ρωτήσουμε πάντα με το χαμόγελο στα χείλη κι έναν καλό λόγο για όλους, πάντα με την χαρακτηριστική του, Yorkshire προφορά. Στο ξεκίνημα, είπαμε και μερικά πράγματα για την επερχόμενη εμφάνιση του σχήματος στην Αθήνα, την Κυριακή 17 Απριλίου, αλλά και την τρέχουσα συναυλιακή –κι όχι μόνο- κατάσταση. Η κουβέντα είχε κυλήσει τόσο απολαυστικά, που είχαμε υπερβεί το χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας, κατά πολύ… 50 λεπτά κουβέντα όμως, είναι αρκετά και μπορείτε να το διαπιστώσετε και στο video, που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε για να πιάσετε και τις βρετανικές, χιουμοριστικές ατάκες του Aaron!

Έχουν περάσει πλέον 20 χρόνια από την πρώτη συναυλία μας στην Ελλάδα, στα πλαίσια της περιοδείας για το “Shades of God”, το 1992 (σ.σ. οπότε πλέον είναι 30!!!). Ήταν τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς, έχω ακόμη το εισιτήριο. Θυμάμαι ότι μάθαινα ελληνικά όταν πήγαινα στο σχολείο και μέναμε δίπλα στην Ακρόπολη. Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος, που σηκώθηκα πρωί-πρωί και πλήρωσα κάτι σαν 20 δραχμές αν θυμάμαι καλά και πήγα να δω την Ακρόπολη. Ένιωθα τόσο υπέροχα που ήμουν εκεί! Έχω τόσες ευχάριστες αναμνήσεις από την Ελλάδα. Για παράδειγμα, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που άκουσα κοινό να τραγουδά ένα κιθαριστικό σόλο!!!  

Ήμασταν τόσο διψασμένοι να δούμε συναυλίες τότε, που μπορούσαμε να τραγουδήσουμε μέχρι και το χτύπημα στα ντραμς!!!
Χαχαχαχα! Η Ελλάδα είναι ένας από τους αγαπημένους μου προορισμούς και σε κάθε περιοδεία, ανυπομονώ να έρθουμε να παίξουμε. Συνήθως προτιμώ να παίζω club shows. Στην Ελλάδα όμως, δεν με νοιάζει αν είναι club show ή φεστιβάλ. Σε κάθε περίπτωση περνάω φανταστικά, γι’ αυτό μου αρέσει πολύ να έρχομαι. Από τη στιγμή που το κοινό περνάει τόσο καλά όσο εγώ, είναι όλα τέλεια.

Προτού μιλήσουμε για το “Icon”, για το οποίο, ουσιαστικά, είναι η συνέντευξη, θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για τις επερχόμενες συναυλίες σας στην Ελλάδα. Έχεις συνειδητοποιήσει ότι είναι η 20η περιοδεία σας για την οποία περνάτε από εδώ και είναι η 31η εμφάνισή σας;
Σοβαρά; Έχουμε έρθει τόσες φορές; Wow! Όπως είπα και πριν, όταν κάπου περνάμε καλά, θέλουμε πάντα να επιστρέφουμε. Πάντα μας υποδέχεστε πολύ καλά κι έχετε το ίδιο πάθος που έχουμε κι εμείς για τη μουσική μας. Αλλά 31 φορές; Εκπληκτικό! Φοβερό! Μακάρι να ήταν και ακόμα περισσότερες! Από τη στιγμή που δεν βαριέστε, είναι καλά!

Από τη στιγμή που οι promoters σας ζητάνε να έρθετε, σημαίνει ότι και το κοινό σας λατρεύει. Είναι τόσο απλό. Αλλιώς, κανείς δεν θα πλήρωνε για να φέρει ένα γκρουπ που δεν μαζεύει κόσμο στις συναυλίες του.
Ανυπομονώ γι’ αυτές τις συναυλίες. Τις επόμενες μέρες είναι η 34η επέτειός μας και το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να παίξουμε συναυλίες τα τελευταία δύο χρόνια, ήταν πραγματικά απαίσιο. Οι συναυλίες που δώσαμε στην Αγγλία, ήταν σε «φούσκα» και δεν βλέπαμε καθόλου κόσμο. Αλλά οι οπαδοί περνούσαν ωραία, ήρθαν στις συναυλίες και ανυπομονούμε για την περιοδεία αυτή που τα πράγματα θα είναι πιο «ελεύθερα».

Μιας και το ανέφερες, είχα παρακολουθήσει τη live streaming συναυλία σας, που κυκλοφόρησε και σε live CD. Πως ήταν να παίζετε live χωρίς κοινό;
Υπάρχουν δύο διαφορετικές οπτικές. Μετά από έξι μήνες που ήμασταν κυριολεκτικά κλεισμένοι στα σπίτια μας, ήταν φοβερό που μπορούσαμε να δούμε το υπόλοιπο συγκρότημα και το crew μας. Μιλάμε για τρομερή ανακούφιση. Σ’ αυτό το επίπεδο, ήταν επίσης φοβερό ότι είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε κάτι, που δεν ξέραμε πότε θα είχαμε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να το ξανακάνουμε. Αλλά, για εμένα ήταν κάτι σαν πρόβα, βασικά. Παίζω συναυλίες επειδή μου δίνει ώθηση το κοινό. Προφανώς όμως, ήταν σαν να παίζαμε με τους κολλητούς μας. Εκείνη την περίοδο όμως, όλος ο κόσμος ήταν κολλημένος στα σπίτια του και χρειαζόταν, όπως κι εμείς, να κάνει κάτι. Νιώσαμε ότι θα ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία, για μίαμιση περίπου ώρα, ο κόσμος να μην σκέφτεται τα προβλήματα που υπάρχουν, αλλά να ακούει μουσική, επειδή ο ρόλος της μουσικής είναι τέτοιος. Όταν πήραμε την απόφαση γι’ αυτό το show, είχαμε παράλληλα αποφασίσει να αναβάλλουμε την περιοδεία μας για ένα χρόνο και είχαμε ανάγκη να δούμε ο ένας τον άλλον και να παίξουμε μουσική. Από τη μία, απόλαυσα που μπορέσαμε να παίξουμε live τη μουσική μας και την ίδια στιγμή να μπορούν να μας δουν άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο, ήταν απίστευτο, από την άλλη μου έλειπε το κοινό, μα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν θα μπορούσαμε να δούμε κοινό για αρκετό καιρό ακόμα… Όπως και συνέβη, αφού η επόμενη συναυλία μας, έγινε 9 μήνες αργότερα. Να σου πω και μία άλλη προοπτική που δεν την είχαμε σκεφτεί; Λάβαμε πολλά μηνύματα σ’ αυτό το live streaming, από ανθρώπους που μας ευχαριστούσαν, επειδή μένουν πολύ μακριά από τις πόλεις που γίνονται οι συναυλίες στις χώρες τους και είχαν, επιτέλους, την ευκαιρία να μας δουν να παίζουμε live. Μου αρέσει πάρα πολύ η ενέργεια που δίνει το κοινό, το λατρεύω αυτό, αλλά και αυτή η εναλλακτική, εκείνη την περίοδο, ήταν πολύ σημαντικό που έγινε.

Να προσθέσω και το γεγονός ότι εγώ προσωπικά, για παράδειγμα, είδα τη συναυλία σας αργότερα το βράδυ, που είχα χρόνο και την ξαναείδα και την επόμενη μέρα, απλά επειδή μπορούσα. Άλλο ένα πλεονέκτημα (σ.σ. έγνεφε καταφατικά ο Aaron). Πάμε στο σήμερα. Εκεί που είχαμε μόνο την πανδημία, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να νοσεί πολύς κόσμος, έχει ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και υπάρχει βαθύτατη οικονομική κρίση! Μάλλον, αλλιώς περιμέναμε όλοι την εκκίνηση των συναυλιών, έτσι;
Μετά από δύο χρόνια που ο κόσμος υπέφερε κι έχανε τις δουλειές του από την πανδημία, συμπεριλαμβανομένων και ημών. Εμείς, είχαμε τη δυνατότητα και βγάλαμε κάποιες επετειακές κυκλοφορίες και κρατήσαμε το όνομά μας στην επικαιρότητα έστω κι έτσι. Τα υπόλοιπα συγκροτήματα όμως; Το crew μας; Οι άνθρωποι που διοργανώνουν συναυλίες; Τα venues; Τα local crew; Φαντάσου, για παράδειγμα, το crew ενός συγκροτήματος, που δουλεύει ακόμα κι όταν το συγκρότημα δεν είναι σε περιοδεία. Μέσα στην πανδημία, δεν μπορούσαν να κάνουν άλλη δουλειά. Να πήγαιναν σε κάποιον και να του έλεγαν ότι, για παράδειγμα, τα τελευταία 10 χρόνια επισκεύαζα τις κιθάρες των PARADISE LOST και οδηγούσα το βανάκι τους στις περιοδείες; Αυτά δεν είναι προσόντα για να βρεις άλλη δουλειά, πέρα του να δουλεύεις για εμάς. Τώρα λοιπόν, άνοιξαν οι συναυλίες, αλλά όλα τα συγκροτήματα έχουν βγει στο δρόμο για να παίξουν και ο κόσμος δεν έχει αρκετά λεφτά να τους δει όλους. Οπότε θα είναι πιο επιλεκτικός. Δεν ξέρω αν υπάρχουν καν venues διαθέσιμα για τα γκρουπ που ταξιδεύουν τον ίδιο καιρό. Δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση των διοργανωτών, από ην άλλη όμως, προσπαθώ να δίνω αξία στα χρήματα που δίνει ο κόσμος για να δει τις συναυλίες μας. Οι διοργανωτές, δεν είχαν δουλειά για δύο χρόνια και ξαφνικά πρέπει να βρουν χρήματα για να πληρώσουν τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των αεροπορικών εισιτηρίων, των οποίων οι τιμές ανεβαίνουν κι αυτές. Πιστεύω ότι θα πρέπει να περάσουν ένα με δύο χρόνια για να ισορροπήσει η κατάσταση. Ήρθε και ο πόλεμος στην Ουκρανία… Θεέ μου, που θα σταματήσει αυτό;

Ας γυρίσουμε τώρα, πολλά χρόνια πίσω. Στο 1993 και την κυκλοφορία του “Icon”. Θα σου πω μια ιστορία. Είχα αγοράσει το δίσκο όταν είχε βγει. Διπλό βινύλιο, μ’ ένα poster μέσα…
Αυτή η φωτογραφία, είναι μία από τις δύο στις οποίες νομίζω ότι έχω βγει ωραίος! Χαχαχαχα! Δεν μπορώ να καταλάβω το λόγο, ήμασταν όλοι –κι εγώ μαζί τους- πραγματικά ωραίοι.

Είχα, λοιπόν, το βινύλιο στα στούντιο του MTV, όπου ήμουν υπεύθυνος για το “Headbangers Ball” για αρκετά χρόνια στα τέλη των 00s. Εκεί δούλευαν πολλές κοπέλες και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι κάποια από αυτές, προφανώς, είχε «βουτήξει» την αφίσα, ευτυχώς όμως, μου είχε αφήσει το δίσκο!!! Σου λείπουν αυτές οι μέρες που ήσασταν αντικείμενο θαυμασμού για τον γυναικείο πληθυσμό; Χαχαχαχαχα!
Οι PARADISE LOST, ποτέ δεν ήταν ένα συγκρότημα που το γούσταραν οι γυναίκες. Ποτέ δεν αισθάνθηκα έτσι. Πώς να γουστάρουν δηλαδή, ένα μάτσο μαλλιάδες που έκαναν headbanging στη σκηνή και τραγουδούσαν σαν «βόθροι» (σ.σ. έκανε την χαρακτηριστική death metal φωνή). Άσε που δεν μας άρεσαν καθόλου και οι φωτογραφίες, αφού λέγαμε ότι είμαστε μουσικοί κι όχι μοντέλα! Δεν είναι και κανένας μας πια τόσο όμορφος! Μόνο με αυτή τη φωτογραφία που είπες, είχαμε βγει όλοι σούπερ! Χαχαχαχα!

Πως ήταν να βρίσκεστε στη Music For Nations μετά την Peaceville; Είχατε πάει εκεί από το “Shades of God”, αλλά μετά τον δίσκο, είναι βέβαιο ότι αρχίσατε να βλέπετε τις διαφορές πιο έντονα…
Τεράστια αλλαγή… Έγιναν πάρα πολλές αλλαγές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλάξαμε management και πήγαμε με τη Northern Music, με τους οποίους δουλεύουμε ακόμα. Ο Andy (σ.σ. Farrow, ο manager τους), ήταν αυτός που μας βρήκε το συμβόλαιο στη Music For Nations. Δεν έχω να πω τίποτα αρνητικό για τον Hammy (σ.σ. αφεντικό της Peaceville) και την Peaceville, ίσα ίσα, πιστεύω ότι ήταν η ιδανική πρώτη εταιρία για εμάς. Γνωρίζω πολλούς μουσικούς που βρίσκονταν σε άλλες εταιρίες, ακόμα και στην Αγγλία, που τους κατάκλεβαν οι δισκογραφικές τους. Ο Hammy ήταν πάρα πολύ δίκαιος. Ήμασταν τυχεροί που συνεργαστήκαμε μ’ έναν τέτοιο άνθρωπο που είχε ήθος κι έτρεχε πολύ σωστά την εταιρία του. Δεν έπαυε όμως, να είναι μία μικρή, ανεξάρτητη εταιρία, που την έτρεχε από το διαμέρισμά του. Αργότερα, με την επιτυχία συγκροτημάτων όπως οι ANATHEMA, μεγάλωσε κι αυτή, βέβαια. Η Music For Nations, ήταν «κανονική» εταιρία, που μας έδωσε έναν παραγωγό, τον Simon Efemey, ο οποίος ήταν «θρύλος». Ένας πραγματικός «θρύλος». Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο κατάλληλο άνθρωπο να μας κάνει την παραγωγή σ’ εκείνα τα άλμπουμ μας. Ιδιαίτερα, σε ότι έχει να κάνει με μένα, μου τόνισε την αυτοπεποίθηση όσο κανείς άλλος, επειδή εκείνα τα χρόνια, είχα διάφορες ανασφάλειες. Ακόμα και τώρα είμαι φίλος με αρκετούς ανθρώπους από τη Music For Nations. Μιλούσα με τον Liam νωρίτερα σήμερα, για παράδειγμα (σ.σ. εννοεί τον Liam Donoghue, product manager της Music For Nations για πολλά χρόνια). Ο Liam με γνώρισε τη γυναίκα με την οποία είμαστε παντρεμένοι είκοσι χρόνια τώρα. Είχαν την ίδια νοοτροπία με την Peaceville, αλλά μεγαλύτερη δύναμη και χρήματα για να κάνουν αυτά που είχαν στο μυαλό τους. Πίστεψαν σε μας, 100%. Δεν υπογράψαμε κάποιο συμβόλαιο που να μας κατακλέβει και να υποθηκεύουμε τις ζωές μας και παράλληλα όποια ιδέα είχαμε, την έτρεχαν και μας υποστήριζαν. Ποτέ δεν μας ζητούσαν να ακούσουν το δίσκο πριν κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια. Ήμασταν πολύ τυχεροί που μας εμπιστευόταν τόσο μία δισκογραφική εταιρία. Η EMI δεν θα συμφωνούσε με αυτόν το χειρισμό βέβαια (γέλια), εκείνοι όμως, μας έκλειναν το στούντιο, μας έδιναν τα χρήματα και όλα λειτουργούσαν πάρα πολύ ομαλά. Θυμάμαι την EMI, όταν τους παραδώσαμε το “Host”, που μας είπαν: «εχμμμ, περιμέναμε κάτι διαφορετικό»! Χαχαχαχα! Ξέρεις, υπάρχει πολύς κόσμος που πιστεύει ότι η EMI μας έκανε να βγάλουμε έναν τέτοιο δίσκο, αλλά στην πραγματικότητα ήμασταν εμείς που θέλαμε αυτή τη μουσική κατεύθυνση. Πάντως η Music For Nations ήταν απίστευτη εταιρία. Μας στήριξε τόσο πολύ. Εκείνα τα χρόνια, οι εταιρίες έχτιζαν τα συγκροτήματα. Υπήρχε πλάνο τριών ή τεσσάρων δίσκων, ενώ στις μέρες μας, αν δεν πουλήσει ο πρώτος δίσκος, σε διώχνουν. Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα για καινούργια σχήματα, εκτός αν είναι σε ανεξάρτητες εταιρίες που τους πιστεύουν. Όπως για παράδειγμα κάνει η Rise Above του καλού μου φίλου, του Lee Dorrian.

Αυτό που είναι άξιο λόγου σχετικά με το “As I die”, είναι ότι πάνω σ’ αυτή τη φιλοσοφία, χτίσατε ολόκληρο το “Icon”, όπως μπορεί να ακούσει κανείς.
Ναι, ολόκληρη η φιλοσοφία μας στη σύνθεση, άλλαξε με το “As I die”, που ήταν ένα από τα τελευταία τραγούδια που γράφτηκαν για το “Shades of God”. Νομίζω ότι τότε, ο Greg Mackintosh, έμαθε να δημιουργεί τη δομή ενός κομματιού λίγο καλύτερα. Κάθε δίσκος για εμάς, είναι μία μαθησιακή διαδικασία. Μαθαίνουμε από τη δημιουργία ενός δίσκου κι εξελίσσουμε τα πράγματα στον επόμενο. Είμαστε ακόμα νέοι. Στην καρδιά. (γέλια).

Ποιο ήταν το στοιχείο που έκανε τόσο διαφορετικό το “Icon” σε ότι αφορά τη δημιουργία του;
Σίγουρα θα έλεγα ότι ο Nick και ο Greg είχαν πλέον πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι είχαμε υπογράψει με τη Music For Nations, η οποία μας υποστήριζε πάρα πολύ και πλέον, είχαμε γίνει full time μουσικοί. Αυτή σήμαινε ότι μπορούσαμε να αφήσουμε τις παλιότερες πρωινές δουλειές μας και να γίνουμε επαγγελματίες μουσικοί. Με αυτόν τον τρόπο, είχαμε περισσότερο χρόνο να συγκεντρωθούμε στη μουσική και δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να αρχίσουμε να το σκεφτόμαστε το βραδάκι, που γυρνούσαμε σπίτι από τις δουλειές μας. Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος σκέψης, αν με καταλαβαίνεις. Το “Shades of God”, γράφτηκε πολύ γρήγορα, αμέσως μετά το “Gothic”, για το οποίο δεν περιοδεύσαμε και πάρα πολύ, μόλις τρεις εβδομάδες στην Ευρώπη. Υπογράψαμε με την MFN το Δεκέμβριο του 1991 και τον Μάρτιο του 1992 είχαμε μπει στο στούντιο. Κάτι άλλο σημαντικό, ήταν πως όταν μπεις σ’ ένα στούντιο μ’ έναν καλό παραγωγό, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις ώστε να είσαι έτοιμος για τον επόμενο δίσκο. Ο Simon Efemey, ήταν πολύ καλός στο να μας συμβουλεύει σχετικά με το «χτίσιμο» των τραγουδιών. Για παράδειγμα, το “Ember’s fire”, ήταν εντελώς διαφορετικό τραγούδι, αλλά με τις συμβουλές του Simon, που μας προέτρεπε να βάλουμε διπλό ρεφρέν σε κάποια σημεία και διάφορες άλλες παρεμβάσεις του, έγινε αυτό που ακούς τώρα. Ο μήνας που περάσαμε στο στούντιο για το “Shades of God”, μας βοήθησε πάρα πολύ για το “Icon”. Όλοι μας, διψούσαμε να μάθουμε πράγματα και τα μαθαίναμε πάρα πολύ γρήγορα. Ήμασταν και νέοι και απορροφούσαμε τις πληροφορίες σαν σφουγγάρι. Από εκεί και πέρα, αυτό που λέμε «καμπύλη εκμάθησης», απογειώθηκε. Μέχρι τότε, πηγαίναμε στο στούντιο και όταν μας ρωτούσε ο μηχανικός ήχου, τι θέλαμε, του απαντούσαμε: «δεν ξέρουμε»! Χαχαχαχα!

Επειδή έχουν περάσει τα χρόνια και δεν θυμάμαι καλά, κάνοντας την έρευνά μου πριν μιλήσουμε, τσέκαρα ότι ο Simon Efemey, δεν είχε κάνει κάποια άλλη δουλειά ως παραγωγός πριν το “Shades of God”. Αυτή ήταν η πραγματικά πρώτη του δουλειά ως παραγωγός. Και μάλιστα, εκείνη την περίοδο, ήταν πάρα πολύ μέσα στον κλασικό, «ανθεμικό» heavy metal ήχο.
Μέχρι τότε, ο Simon είχε δουλέψει πολύ ως μηχανικός ήχου σε συναυλίες, αλλά είχε και εμπειρία από στούντιο, αφού είχε κάνει την παραγωγή σε κάποια singles και b’ sides στους WONDER STUFF, ένα pop indie συγκρότημα. Όντως, είχε μεγαλώσει ακούγοντας JUDAS PRIEST από τα 70s και διάφορα τέτοια πράγματα. Ήταν ένας old school metal τύπος. Και με βοήθησε να αναπτύξω αυτό που ονόμαζε “Rottweiler guitar” (σ.σ. εκείνη την ώρα, έκανε έναν ήχο σαν γάβγισμα σκυλιού με το στόμα του). Χαχαχαχα! Ήταν φοβερός με τους ήχους της κιθάρας, πραγματικά. Σε ότι αφορά εμένα, με έβγαλε από το καβούκι μου και μου έδωσε αυτοπεποίθηση δουλεύοντας μαζί μου. Ήταν πάρα πολύ καλός.

Μπορείς να μας πεις τι είχε γίνει στις ηχογραφήσεις; Αν είναι σωστές οι πληροφορίες μου, είχατε διάφορα ατυχήματα!!!
Χαχαχα! Ναι. Ο Greg είχε ένα ατύχημα με τα χέρια του και ο ντράμερ μας, ο Matt, είχε χτυπήσει τα πλευρά του μ’ ένα μπαλάκι του μπιλιάρδου… Από την –πλέον- πρώην σύζυγό του!!! Χαχαχαχα! Εκείνο τον καιρό, ήταν η φιλενάδα του, δεν ήταν παντρεμένοι. Είχαν πιεί πολύ κι εκείνη αποφάσισε να πάρει ένα μπαλάκι του μπιλιάρδου και να του το πετάξει στα πλευρά του!!! Ο Matt ηχογράφησε με δύο ραγισμένα πλευρά, τα οποία είχε δέσει. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πως τα κατάφερε. Έπαιζε ντραμς και πραγματικά, πονούσε πολύ. Κι ο Greg όταν ήταν πιωμένος, είχε κοπανήσει με το χέρι του ένα μαδέρι και το τραυμάτισε πολύ. Δεν μπορώ να θυμηθώ το λόγο… Ευτυχώς, πρόλαβε να αναρρώσει κι επειδή στο δίσκο έπαιζε τα σόλο, δεν ήταν το χέρι το οποίο κινούσε στην ταστιέρα, αλλά το άλλο. Αλλά αυτό με τον Matt, ήταν φοβερό. Απορώ πως ηχογράφησε το δίσκο. Εγώ έπαθα μία παρόμοια ζημιά πριν λίγους μήνες, κοντά στα Χριστούγεννα και δεν μπορούσα ούτε καν να ξαπλώσω για καμία δεκαριά μέρες. Φαντάζομαι πως ήταν εκείνος που έπρεπε να παίζει ντραμς και να παίρνει ανάσες… Πάντως, δεν είχα πιεί εγώ, οδηγούσα όταν το έπαθα! Μία εβδομάδα πριν από την κυκλοφορία του δίσκου, είχαμε δώσει εκείνη τη συναυλία στη Στουτγκάρδη που βιντεοσκοπήθηκε για το “Harmony breaks”. Μία εβδομάδα πριν, είχαμε επιστρέψει από την Αμερικάνικη περιοδεία μας με τους MORBID ANGEL και τους KREATOR.

Περίμενε λίγο, γιατί τσάκωσες και δύο επόμενες ερωτήσεις μου. Να δούμε κάτι που θέλω, λοιπόν. Περιοδεύσατε με τους MORBID ANGEL και τους KREATOR. Οι μεν πιο δεξιοί, οι δε εντελώς αριστεροί κι εσείς στη μέση. Πως ήταν η ατμόσφαιρα ανάμεσά σας;
Υπήρχαν κάποιες περίεργες στιγμές σ’ εκείνη την περιοδεία. Δεν θα ήθελα να μπω στη διαδικασία να πω ιστορίες, πάντως. Αυτό που θα πω είναι ότι υπήρχαν στιγμές που είχαμε διάσταση απόψεων ανάμεσα σε δύο συγκροτήματα. Να το θέσω έτσι! Πριν μερικά χρόνια, συνάντησα τον David Vincent και το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν: «συγνώμη που ήμουν τόσο μ@@άκας στην περιοδεία εκείνη» κι εγώ του απάντησα «ρε φίλε, ήταν 30 χρόνια πριν, οκ»!!! Χαχαχαχα! Νομίζω ότι το κεφάλι του βρισκόταν σ’ ένα χώρο που δεν ήταν ο σωστός… Είχαμε πάρει μαζί πρωινό ένα πρωί και νομίζω ότι είδα ένα παιδί που ακόμη μεγάλωνε κι έβρισκε το δρόμο του, να στο πω έτσι. Τον έχω δει όμως κάποιες φορές τα τελευταία χρόνια και είναι πάρα πολύ ωραίος τύπος. Ήταν μία περίεργη περιοδεία και για εμάς. Παρότι μοιραζόμασταν το tour bus με τους MORBID ANGEL και τους KREATOR, δεν τους βλέπαμε συνεχώς και δεν τους βλέπαμε πολύ και τις ημέρες όπου είχαμε συναυλίες. Αλλά με τους KREATOR είμαστε φίλοι ακόμα και τώρα. Είναι τόσο αξιαγάπητοι τύποι. Ήταν όμως περίεργη περιοδεία, επειδή παίζαμε πρώτοι, όταν άνοιγαν οι πόρτες. Υπήρχαν κάποιες πολύ καλές συναυλίες, αλλά μιλάμε για 8,5 εβδομάδες και μας φάνηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα!!! Να λάβεις υπόψη ότι δεν είχε κανείς μας πιστωτική κάρτα, δεν υπήρχαν κινητά ή internet κι εμείς είχαμε γύρω στα πέντε δολάρια την ημέρα για να φάμε!!! Ο Nick, ο Greg και ο Steve, είχαν πίσω στην πατρίδα παιδιά ηλικίας τριών ετών, που δεν είχαν ιδέα που βρίσκονταν οι γονείς τους. Έπαιρναν τηλέφωνο και τα παιδιά τους τσίριζαν και τους φώναζαν να γυρίσουν πίσω. Ήταν απαίσιο. Δεν μπορώ να φανταστώ σήμερα, πως καταφέραμε κι επιβιώσαμε με 5 δολάρια την ημέρα!

Και σαν να μην έφταναν αυτά, ανοίγατε για μία thrash και μία death metal μπάντα. Πως σας αντιμετώπιζε το κοινό;
Αυτό που ακούγαμε συνεχώς από κάτω ήταν: “PLAY FASTEEEERRRR”. Χαχαχαχα! Και τότε ήταν που ο Nick, ο οποίος είναι πάρα πολύ αστείος, έλεγε: “Ok, οπότε θα ακούσετε το πιο αργό μας κομμάτι». Θυμάμαι μία βραδιά στο Houston, ήταν πάρα πολύ ωραία. Είχαν έρθει τα παιδιά από τους PANTERA και περάσαμε ωραία. Μάλιστα, στο “As I die”, ο Phil Anselmo είχε σταθεί μπροστά στη σκηνή, εντελώς μόνος του και τραγουδούσε και χόρευε σαν τρελός. Μόνος του. Κανείς άλλος δεν κουνιόταν. Χαχαχα! Να είναι καλά! Ξέρεις κάτι, όμως; Ήταν μία πάρα πολύ σημαντική εμπειρία σαν άνθρωποι. Κάναμε δυνατές φιλίες σ’ αυτήν την περιοδεία, οπότε, όλα καλά. Βέβαια, ήμασταν λίγο περίεργη επιλογή σε σχέση με τα υπόλοιπα δύο σχήματα που έπαιζαν πολύ πιο γρήγορα. Κάθε μέρα ακούγαμε: “Go faster!!!”. “Fasteeeeerrrrr”!!! Χαχαχα. Αυτό που θυμάμαι, επίσης, και είναι αρκετά ηλίθιο, είναι πως βγάλαμε φωτογραφία στο “Batcave”, στο σημείο απ’ όπου έβγαινε το Batmobile στις παλιές ταινίες του Batman, τη δεκαετία του ’60.

Μετά την κυκλοφορία του “Icon”, βγήκατε μαζί με τους SEPULTURA, που μόλις είχαν βγάλει το “Chaos A.D.” και είχαν ελαττώσει τις ταχύτητες από μόνοι τους, οπότε δεν θα είχατε τον κόσμο να φωνάζει να παίξετε πιο γρήγορα!
Τι ωραία περιοδεία ήταν αυτή. Τι ωραία! Παίρναμε κι εμείς πολύ καλές κριτικές, αλλά αυτό που γινόταν με τους SEPULTURA ήταν κάτι απίστευτο. Θεωρούσα ότι θα γίνονταν όσο μεγάλοι ήταν οι METALLICA σε κάποιο σημείο. Οι συναυλίες πήγαιναν πολύ καλά κι ερχόταν κόσμος για να δει και τα δύο συγκροτήματα. Πέρασα απίστευτα καλά σ’ εκείνη την περιοδεία. Ήταν τόσο ωραία. Και με τους SEPULTURA είμαστε ακόμα πολύ καλοί φίλοι. Είναι τόσο καλά παιδιά.

Για το άλμπουμ, γυρίσατε τρία video clip. Εγώ όμως, θέλω να μιλήσουμε για το “Widow”. Πρέπει να σας έριξαν τόνους νερό σ’ εκείνο το video clip, έτσι;
Ωχ… Εγώ ήμουν εκείνος που δοκίμαζε την πίεση του νερού σ’ εκείνο το video. Είχαμε μάνικες της πυροσβεστικής που έριχναν νερό. Δεν ξέραμε όμως τι ποσότητα νερού να χρησιμοποιήσουμε και κάποιος έπρεπε να είναι το πειραματόζωο… Όλοι κοιταχτήκαμε και κατάλαβα ότι για μία ακόμη φορά έπρεπε να το κάνω εγώ. Χαχαχα! Εγώ είχα κρεμαστεί σε άλλο video… Τέλος πάντων… Ανεβαίνω στην πλατφόρμα, χωρίς μπλούζα, κρατώντας την κιθάρα. Το ύψος πρέπει να ήταν 3 με 3,5 μέτρα. Και μου ρίχνουν νερό με τόση πίεση, που παραλίγο να πέσω κάτω από την πλατφόρμα. Εγώ φώναζα σαν τον τρελό! Χαχαχα! (σ.σ. πρέπει να δείτε το σχετικό σημείο στο video που το περιγράφει!!!). Τι πλάκα… Κάναμε headbanging και είχαμε έναν τύπο να μας ρίχνει νερό με πίεση! Το video πάντως, είναι από τα αγαπημένα μου. Νομίζω ότι βγήκε πολύ καλό. Το video clip του “The last time” είχε μεγαλύτερο budget, αλλά αυτό του “Widow” ήταν καλύτερο, κατά τη γνώμη μου. Αν δεις σ’ εκείνο το video σε κάποια φάση, ένα χέρι να κρέμεται, εγώ είμαι. Σιγά μην πήγαινε κανείς άλλος να κρεμαστεί. Χαχαχα.

Μου φαίνεται, εκτός από κιθαρίστα σε θέλουν και για stuntman οι PARADISE LOST.
Χαχαχα! Έτσι φαίνεται! Αργότερα, στο video clip του “The enemy”, όταν έπρεπε να πέσουμε με το πρόσωπο στο νερό, όταν ήρθε η σειρά μου, έπεσα και ακούστηκε ένας θόρυβος λες κι έβγαιναν μπουρμπουλήθρες. Μου είπε ο σκηνοθέτης να σηκωθώ και να ξανακάνουμε το γύρισμα. Τιιιι;;;;; Σ’ αυτό το video clip έχω σίγουρα τις περισσότερες ιστορίες να διηγηθώ.

Πόσο δύσκολο ήταν να απολύσετε τον Matt Archer μετά από τόσα χρόνια μαζί;
Κάτσε να το διατυπώσω σωστά. Ο Matt προτιμούσε να παίζει ντραμς με τους φίλους του, παρά να είναι ένας επαγγελματίας μουσικός. Φτάσαμε σ’ ένα σημείο, που δεν μπορούσε να διαχειριστεί την πίεση. Όταν παίζαμε σε φεστιβάλ για την προώθηση του “Icon”, έκανε κάποια μικρά λαθάκια, που κάνουν οι ντράμερ, αλλά το πήρε πολύ άσχημα κι ένιωθε δυσαρεστημένος με τον εαυτό του. Προφανώς έβλεπε τους υπόλοιπους να δουλεύουν σκληρά και να γίνονται καλύτεροι ενώ εκείνος ήταν πιο χαμηλά. Από την άλλη, σίγουρα του έλειπε και το σπίτι του. Γιατί με το “Icon” λείπαμε πολύ περισσότερες μέρες από τα σπίτια μας, κάτι που έγινε ακόμα χειρότερο με το “Draconian times” και το “One second”. Υπήρχαν και πολλά άλλα πράγματα, αλλά είχαμε φτάσει σ’ ένα σημείο, όπου όλοι μας γνωρίζαμε ότι έπρεπε να γίνει μία αλλαγή. Είναι κρίμα, γιατί ακόμα είναι από τους καλύτερούς μου φίλους. Καθόταν πίσω μου στην τάξη, όταν ήμουν 11 χρονών!

Όταν κάνατε τις audition για νέο ντράμερ, είναι αλήθεια ότι ο Lee Morris, ήρθε με μπλουζάκι NAPALM DEATH και σας είπε ψέματα ότι έχετε χαιρετίσματα από τον “BarneyGreenway;
“Barney say hi”, “Barney says hi”. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που μας είπε. Χαχαχαχα. Ξέρεις, θα τον δω σε λίγες μέρες, που θα παίξει κοντά στην περιοχή μου με τους MAGNUM. Παίζει με τους MAGNUM τα τελευταία χρόνια και μου αρέσουν πάρα πολύ οι πρώτοι δίσκοι του γκρουπ αυτού, απ’ όταν ήμουν πιτσιρικάς. Όλοι στους MAGNUM είναι τόσο ωραίοι τύποι. Ελπίζω να μην είναι σε «φούσκα» και να μπορέσω να τους ξαναδώ και να τα ξαναπούμε.

Στις audition είχε λάβει μέρος και ο Jeff Singer, που όμως πήρε τη θέση μερικά χρόνια αργότερα!
Ήταν ίσως η πιο δύσκολη απόφαση που έχουμε πάρει ως συγκρότημα. Και ο Lee και ο Jeff ήταν απίστευτοι. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κυριολεκτικά στρίψαμε νόμισμα και βγήκε ο Lee!!! Λατρεύω να παίζω με τον Jeff, έχει ένα φοβερό groove στο παίξιμό του. Και είναι και τόσο ωραίος τύπος. Ήρθε στη συναυλία μας στο Manchester τις προάλλες και γελάσαμε τόσο πολύ. Έχουμε υπάρξει πολύ τυχεροί με τους ντράμερ μας. Όλοι τους ήταν πάρα πολύ καλοί. Και ο Waltteri που έχουμε τώρα, είναι παιδί-θαύμα. Φοβερός παίχτης. Εντάξει, δεν είναι πια 18 χρονών, αλλά παρότι έχει τα μισά μου χρόνια, είναι πιο ώριμος απ’ όλους μας. Χαχαχα! Παίζει και στους BLOODBATH τώρα. Είναι απίστευτο ταλέντο. Μελετάει τόσο πολύ και είναι ο καλύτερος άνθρωπος στον κόσμο. Και ακόμα μεγαλύτερη πλάκα έχει όταν βλέπεις έναν Φινλανδό να μιλά με προφορά από το York. Χαχαχαχα!

Ποια τραγούδια μέσα από το “Icon”, θεωρείς πιο αντιπροσωπευτικά του;
Μετά από πάρα πολύ σκέψη, θα έλεγα το “Ember’s fire” αλλά και το “True belief”, παρότι δεν το έχουμε παίξει πολλές φορές ζωντανά πρόσφατα. Είναι τόσο δύσκολο να χωρέσουν όλα τα τραγούδια στο setlist, γι’ αυτό και κάνουμε τακτικά αλλαγές. Όταν γράφουμε ένα δίσκο, τον βλέπουμε σαν ολότητα και δεν μπορούμε εύκολα να ξεχωρίσουμε κομμάτια. Όταν μας ζητάνε οι εταιρίες τις προτάσεις μας για singles, τους λέμε να διαλέξουν εκείνοι. Προφανώς υπάρχουν και περιπτώσεις, που κάποια τραγούδια «φωνάζουν» ότι είναι φτιαγμένα για singles, όπως το “Ghosts” από το τελευταίο μας άλμπουμ, το “The last time” από το “Draconian times” ή το “Say just words” από το “One second”. Δίνουμε γι’ αυτόν το λόγο, πολύ μεγάλη σημασία στη σειρά που θα μπουν τα τραγούδια. Δεν θέλουμε να βάζουμε τα τρία πιο δυνατά στην αρχή και μετά να μην το ακούει ο κόσμος. Θέλουμε να έχει ροή. Θέλουμε κάθε δίσκος να είναι ένα συναισθηματικό ταξίδι.

Όταν, μάλιστα, κυρίαρχο μέσο ήταν το βινύλιο, ήταν ακόμα πιο “tricky” να κάνεις το running order του δίσκου.
Θα σου πω, ότι πάντα σκεφτόμασταν με όρους βινυλίου, ακόμα κι όταν δεν κυκλοφορούσαν βινύλια, όπως τώρα. Σκεφτόμασταν το τέλος της πρώτης πλευράς και την αρχή της δεύτερης. Για παράδειγμα, θεωρώ ότι το “Ride the lightning” είναι ένας υποδειγματικός δίσκος για το πώς πρέπει να τοποθετείς τη σειρά των κομματιών.

Με ποιο γκρουπ θα ήθελες να περιοδεύσεις και πιστεύεις ότι το να παίζατε μαζί, θα σας έκανε καλό επειδή θα προσπαθούσατε να παίζετε καλύτερα κάθε βράδυ, έχοντας έναν υγιή ανταγωνισμό;
Έχουμε περιοδεύσει σχεδόν με κάθε Φινλανδικό συγκρότημα! Χαχαχαχα! Υπάρχουν τόσα πολλά σχήματα όμως… Βλέπω ότι παίζουμε κάποιες ημερομηνίες στην Αμερική με τους SAMAEL, που είναι ωραίοι τύποι, θα γούσταρα πολύ και τους CATHEDRAL που τους ξέρουμε από πάντα, τους NAPALM DEATH ή τους CARCASS που είναι καταπληκτικοί τύποι και παρότι, θεωρητικά, παίζουν εντελώς διαφορετικό στυλ από εμάς, πιστεύω ότι θα υπήρχε ένα ωραίο crossover στο κοινό. Είδα τον Jeff Walker των CARCASS στο Manchester πριν λίγες μέρες. Είμαστε φίλοι περίπου 30 χρόνια και χάρηκα πάρα πολύ που ήπιαμε ένα ποτό. Και ο Lee Dorrian… Τον ξέρω από το 1989 και το δισκάδικό του, είναι γύρω στα 3 μίλια από το σπίτι μου.

Σάκης Φράγκος

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Zox Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece