Connect with us

Παρουσιάσεις

JIZZY PEARL’S LOVE/HATE – “Hell, CA” (Golden Robot)

Published

on

“We are gonna show you how the big boys do it”…αυτή η φράση του Gene Simmons μου ήρθε στο νου ακούγοντας τη νέα δουλειά του Jizzy Pearl αφού ειλικρινά δείχνει στη νεότερη γενιά εκεί έξω πως πρέπει να παίζεται αλλά και να ακούγεται το πραγματικό hard rock. Η αλήθεια είναι ότι και μόνο που βλέπεις στο εξώφυλλο το όνομα LOVE/HATE προδιατίθεσαι θετικά αφού σου «σκάνε» συνειρμικά εικόνες από το MTV αλλά και την απίστευτη σκηνή του L.A. στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Η ουσία όμως δεν θα πρέπει να εντοπίζεται σε μία στείρα ρετρολαγνεία αλλά στα κομμάτια αυτά καθ’ αυτά. Και ο Jizzy Pearl το γνωρίζει πολύ καλά αυτό…

Το ”Hell, CA” είναι ένα εξαιρετικό δείγμα ακραιφνούς hard rock ήχου το οποίο αν μου λέγατε ότι ήταν να κυκλοφορήσει μετά το “Blackout in the red room” ή το “Wasted in America”, δεν θα μου έκανε καθόλου εντύπωση και θα συμφωνούσα αμέσως. Η φωνή του Jizzy είναι αναλλοίωτη, η ενέργεια είναι διαρκώς παρούσα -όπως άλλωστε και το σωστό attitude- και η sleazy αισθητική βγάζει μάτια! Ακούγοντας το δίσκο νομίζεις ότι βρίσκεσαι κάπου στο Whisky A Go-Go ή στο Troubadour αφού είναι διάχυτη μία live ατμόσφαιρα με τη μπάντα να τζαμάρει περισσότερο παρά να προσέχει αν κάνει λάθη ή όχι στο studio. Με άλλα λόγια, έτσι πρέπει να παίζεται το ορθόδοξο, βρώμικο rock n’ roll. Και όχι μόνο αυτό. Ο ήχος που βγαίνει από τα ηχεία είναι «ζεστός» και διόλου πλαστικός γεγονός που μας χαροποιεί ιδιαίτερα καθώς είναι δεδομένη η απέχθεια μας στην επίπεδη, πλαστικοποιημένη προσέγγιση στην παραγωγή. Βέβαια, η Golden Robot μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες δουλειές και έτσι ξέραμε τι να περιμένουμε…

Επίτηδες δεν αναφέρομαι σε τραγούδια (αν και το εναρκτήριο χτύπημα με το “One Hot Minute” σε ρίχνει κατευθείαν στο καναβάτσο) αφού ο Jizzy έχει γράψει έναν πραγματικά ολοκληρωμένο δίσκο με τραγούδια προορισμένα να ακουστούν στα clubs της Αμερικής και ελπίζουμε όχι μόνο. Κλείνοντας, θα έλεγα ότι το “Hell, CA” έχει αρκετά συγγενικά στοιχεία με την τελευταία δουλειά του Gilby Clarke…κυρίως όσον αφορά στην όλη αισθητική. Οπότε, αν σας άρεσε ο Gilby τότε στάνταρ θα γουστάρετε και το “Hell, CA”. Να υποθέσουμε ότι δύσκολα θα ξαναδούμε τον Jizzy στην Ελλάδα, ε; Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία όμως…

7,5 / 10

Σάκης Νίκας

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Δημήτρης Μπούκης

AMON AMARTH – “The great heathen army” (Metal Blade)

Published

on

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο να γράφουμε για συγκροτήματα που μέχρι πρότινος τα αναφέραμε ως συγκροτήματα νεότερης γενιάς και πλέον αυτά έχουν κλείσει πάνω από 20 χρόνια παρουσίας. Έτσι λοιπόν οι αγαπημένοι μου AMON AMARTH, μετά από 24 χρόνια συνεχόμενης πορείας, κυκλοφορούν σε λίγες ημέρες τον δωδέκατό τους δίσκο, με το όνομα αυτού να είναι το “The great heathen army”.

Δεν έχω κρύψει (ούτε πρόκειται να το κάνω ποτέ) ότι είμαι οπαδός των Σουηδών viking. Όπως δεν μπορώ να αρνηθώ πως τα τελευταία δύο άλμπουμ των AMON AMARTH, ενώ πέτυχαν στο 100% τον σκοπό τους, εμένα προσωπικά δεν με κάλυψαν. Είναι πασιφανές ότι το συγκρότημα ήθελε να ανοίξει τον κύκλο των οπαδών του και ένας από τους τρόπους για να το πετύχει αυτό, ήταν να εντάξει στο melodic death metal του, ολοένα και περισσότερα στοιχεία κλασικού heavy metal. Και είναι κακό αυτό; Όχι και σε καμία περίπτωση κατακριτέο. Δεν μπορώ όμως να αρνηθώ ότι όσες φορές έδωσα ευκαιρίες στα “Jomsviking” και “Berserker”, ένιωθα πάντα την επιτηδευμένη προσπάθειά τους να ακουστούν πιο εμπορικοί, κάτι το οποίο μου αφήνει και τώρα ένα αίσθημα απογοήτευσης ως προς την πορεία που ακολουθεί το συγκρότημα. Ένα αίσθημα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση φυσικά με την απόλυτη επιτυχία που σημειώνουν, καθώς με την επιλογή αυτή και με τα επιβλητικά live shows τους κατάφεραν να κερδίσουν περισσότερο κόσμο, οπαδούς από νεανικές ηλικίες και πολύ υψηλές θέσεις, πολλές φορές ως headliners, στα billings μεγάλων festival.

Έχοντας υπ’ όψιν αυτά, ήμουν απόλυτα προετοιμασμένος για το τι θα ακούσω στο “The great heathen army”, με την ελπίδα όμως ότι αυτή την φορά θα έχουν πιο ωραία τραγούδια. Μπορώ να πω πως μετά από πολλές ακροάσεις, το “The greath heathen army” με άφησε ικανοποιημένο, τουλάχιστον περισσότερο από το “Berserker”. Αρχικά, η μουσική τους δεν έχει αλλάξει δραματικά, καθώς οι AMON AMARTH ακολουθούν την πεπατημένη τους ταυτότητα, στην οποία πλέον οι αναφορές στο κλασικό heavy metal είναι δεδομένες. Τι και αν ανέφερε στο δελτίο τύπου ο Johan Hegg ότι είναι ο πιο βαρύς δίσκος τους, τα σημεία που φωνάζουν IRON MAIDEN, ACCEPT και SAXON, δίνουν δυναμικό παρόν. Μπορεί το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, το “Get in the ring”, που κυκλοφόρησε ως single και είναι ένα κλασικό και πολύ ωραίο τραγούδι AMON AMARTH, να ξεγελάει, όπως και το ομώνυμο βαρύ mid tempo τραγούδι (επίσης video clip) που το διαδέχεται, αλλά κομμάτια όπως τα “Heidrun” και “Find a way or make one”, προδίδουν ότι το συγκρότημα δεν θα φύγει από αυτή την πορεία. Το “Heidrun” είναι ένα mid tempo τραγούδι γραμμένο επάνω στις δομές των IRON MAIDEN, με πιο χαμηλό κούρδισμα και αρκετά πιο cheesy βέβαια και στο “Find a way or make one” το solo της κιθάρας θα έκανε τον Adrian Smith να χαμογελάσει. Η διαφορά όμως εδώ είναι ότι τα τραγούδια αν και απλά, είναι καλά και ακούγονται ευχάριστα. Στο δε “Saxons and vikings” συμμετέχει ο τιτάνας Biff Byford, δημιουργώντας ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα σε ένα γρήγορο και επιθετικό τραγούδι. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω όμως ένα κομμάτι, πέρα από τα “Get in the ring” και “Saxons and vikings”, αυτό θα ήταν το “Dawn of norsemen”, το οποίο έχει μία πανέμορφη μινόρε μελωδία, σε ένα τραγούδι που θυμίζει κάτι από την εποχή “Sultur rising”, όπως και το “Oden owns you all” που γλυκοκοιτάζει το “Destroyer of the universe”.

Το “The great heathen army” αν και προβλέψιμο, είναι ένα ωραίο και ευχάριστο άλμπουμ, που διευκολύνει το συγκρότημα να μεγαλώσει την εμπορικότητα και την βάση των οπαδών του ακόμα περισσότερο. Επειδή καμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει με τα άλμπουμ από το “Twilight of the thunder god” και πίσω, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα δύο προηγούμενα και μπορώ να πω πως από το “Berserker” είναι πολύ καλύτερο, με μεγαλύτερη ισορροπία, καλές μελωδίες και καλύτερες συνθέσεις. Ότι μου λείπει η ωμή πλευρά των AMON AMARTH, αυτό είναι δεδομένο. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και ο περισσότερος κόσμος ζητάει πλέον διαφορετικά πράγματα και οι AMON AMARTH, με την καταπληκτική παραγωγή του Andy Sneap, το προσφέρουν με τον καλύτερο τρόπο.

Υ.Γ. Όταν έβγαζαν οι MANOWAR παρόμοια εξώφυλλα στους δίσκους τους στα 80’s ήταν καλά. Αλλά ρε παιδιά, έχετε εξώφυλλο όπως το “Twilight of the thunder god” και τώρα βλέπουμε κάτι τέτοιο;

7 / 10

Δημήτρης Μπούκης

Continue Reading

Παρουσιάσεις

SINNER – “Brotherhood” (Atomic Fire Records)

Published

on

Υπάρχουν κάποιες σταθερές στην αγαπημένη μας μουσική οι οποίες είναι πάντα παρούσες για να μας υπενθυμίζουν ένα βασικό αξίωμα: χωρίς την επιμονή και τον οίστρο ορισμένων μουσικών που αρνούνται να ακολουθήσουν νόρμες και τις επιταγές της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, ο σκληρός ήχος θα πέθαινε έναν αργό θάνατο. Με άλλα λόγια, για κάθε METALLICA, MAIDEN και PRIEST υπάρχουν από πίσω άκρως παραγωγικές και ποιοτικές μπάντες όπως οι U.D.O., SAXON, SINNER κτλ. που αρνούνται πεισματικά να το βάλουν κάτω. Και εμείς χαιρόμαστε ιδιαιτέρως για αυτό. Μπορεί αυτά τα συγκροτήματα να μην αγγίξουν ποτέ τα επίπεδα δημοτικότητας και ποιότητας των προαναφερθέντων μεγαθηρίων αλλά, πιστέψτε με, είναι τόσο μα τόσο απαραίτητα για την υγιή εξέλιξη του hard rock & heavy metal.

Οι SINNER κυκλοφορούν τη νέα τους δισκογραφική δουλειά και μάλιστα υπό αντίξοες συνθήκες τόσο λόγω της πανδημίας που προηγήθηκε αλλά κυρίως του σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει ο Mat Sinner. Και αυτό είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο και αξιοσημείωτο καθώς το “Brotherhood” είναι ένα πραγματικά πολύ καλό άλμπουμ που κινείται στα γνώριμα ηχητικά μονοπάτια των τελευταίων δίσκων των Γερμανών. Δηλαδή, το μελωδικό τευτονικό heavy metal συνδυάζεται αρμονικά με τις hard rock (κυρίως THIN LIZZY) αναφορές καθιστώντας το όλο εγχείρημα άκρως ελκυστικό για τον ακροατή. Εκεί που μπαίνει το “Bulletproof” και νομίζεις ότι ακούς την κιθαριστική επίθεση των PRIEST έρχεται το “Reach out” με ένα riff που παραπέμπει -έξυπνα, η αλήθεια είναι- στο “Tears are falling” των KISS ενώ όταν μπαίνει το “We came to rock” σαν ένας ακόμη ύμνος για το heavy metal έρχεται σφήνα το ομώνυμο κομμάτι που θυμίζει τις μελωδικές γραμμές του Lynott (αλλά και κάτι από τη θεματολογία των στίχων του μακαρίτη).

Οι καλεσμένοι που είναι πολλοί και διάφοροι (αναφέρουμε ενδεικτικά τους Scheepers, Romero, Englund) προσφέρουν ένα έξτρα αγοραστικό δέλεαρ ενώ θα ήταν παράλειψη εάν δεν κάναμε ξεχωριστή αναφορά στη μπαλάντα “40 days 40 nights” που είναι σίγουρα μέσα στα καλύτερα τραγούδια ολόκληρης της δισκογραφίας των SINNER…φαντάζομαι ότι αυτό λέει πολλά αν αναλογιστούμε ότι οι SINNER αριθμούν 20 studio άλμπουμ, έτσι;

7,5 / 10

Σάκης Νίκας

Continue Reading

Παρουσιάσεις

ADOLF PLAYS THE JAZZ – “Low life: We can’t lose. We have already lost” (Blackspin Records/ Primitive Music)

Published

on

Οι Έλληνες ADOLF PLAYS THE JAZZ, είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση μπάντας που αναμειγνύει το post-rock και shoegaze με πολλές ετερόκλητες επιρροές δημιουργώντας έτσι ένα μοναδικό και ασυνήθιστο μουσικό τριπάκι. Όπως γράφει και το ίδιο το συγκρότημα, που αποτελείται από εννιά μέλη που κατέχουν άψογα ο καθένας το όργανο του/της, μπορούμε να τους περιγράψουμε ως post-rock και shoegaze αλλά οι ADOLF PLAYS THE JAZZ έχουν επηρεαστεί απ’ όλα όσα ακούν, διαβάζουν (και όσα βιώνουν) τα μέλη της και αυτό από μόνο του καθιστά το έργο της ταξινόμησης μάλλον μάταιο. Κι αυτό γιατί η μουσική της μπάντας σε ταξιδεύει και γεννά πολλές εικόνες πλούσιες σε χρώμα και νοήματα, κάτι που ξεκινά πρωτίστως από το αφαιρετικό και εξπρεσιονιστικό εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο Νίκος Κεσσανλής. Αυτός, αν μη τι άλλο, είναι ο στόχος μιας ποιοτικής μουσικής, ασχέτως αν υπακούει στις προσδοκίες ενός είδους ή όχι.

Και αφού το ξεπεράσαμε αυτό το θέμα, ας μπούμε στα του δίσκου με τον τίτλο “Low life: we can’t lose. We have already lost”. Αποτελείται από δέκα πολύ καλογραμμένες συνθέσεις που μαρτυρούν προσεγμένη εργασία πάνω σε κάθε λεπτομέρεια του πλούσιου ηχητικού σύμπαντος της μπάντας. Κάθε κομμάτι, ισόποσα instrumental και με την Νεφέλη στα φωνητικά, περικλείει πολλά που ο ακροατής οφείλει να κάτσει με την ησυχία του να ακούσει και αφουγκραστεί αφού δεν μιλάμε για ένα άλμπουμ που ακούγεται στα πεταχτά στο μετρό ή όταν οδηγείς. Θέλει το χρόνο του και κάποια συγκέντρωση, όπως η καλή λογοτεχνία ή κάποιο πειραματικό φιλμ του Νέου Κύματος. Από το εναρκτήριο “The things we kill”, ξεχωρίζει η άρτια χρήση samples, εφέ και η διανομή του έργου σε κάθε όργανο που έχει γίνει προσεχτικά και με γνώμονα τη διάθεση κάθε σύνθεσης. Οι ADOLF PLAYS THE JAZZ δεν είναι από εκείνα τα post-rock γκρουπ που παίζουν «φασαρία» και που σε πάνε από τη σιωπή στις απότομες εκρήξεις όπως συμβαίνει συχνά στο post-rock (χωρίς να λείπουν βέβαια κάποια από τα στερεότυπα του είδους). Γράφουν συνθέσεις με άποψη, που διαπερνάνε σταδιακά συναισθήματα χωρίς να εκβιάζουν τον ακροατή. Γι’ αυτό και θέλει το χρόνο του, για να προσέξεις τις καινοτόμες τζαζ επιρροές που φέρνει ειδικά το υπέροχο σαξόφωνο, όργανο που δεν χορταίνω να ακούω έξω από το comfort zone του, αλλά σε ασυνήθιστα μουσικά σύνολα. Θέλει χρόνο για να σε ταξιδέψει σε σκοτεινά σοκάκια σαν σε film noir ή σε εφιαλτικά σκηνικά σαν σε ταινία υπερφυσικού τρόμου ή ενίοτε στον τρόμο της πραγματικότητας μας, πράγμα που ο ακροατής θα καταλάβει αν προσέξει τους στίχους του Βασίλη και της Νεφέλης που μιλάνε για την Ελλάδα της κρίσης, των ξεπεσμένων ηθών αλλά και της πανδημίας.

Και βασικά, στέκοντας στο τελευταίο, η σκοτεινή και πολύπλοκη μουσική των ADOLF PLAYS THE JAZZ είναι αν όχι ΤΟ αλλά ένα από τα σάουντρακ των τελευταίων δέκα ετών, ένα σάουντρακ που όσο και αν είναι σκοτεινό και σε φάσεις μοχθηρό, φέρνει μια ευχαρίστηση που μόνο η τέχνη μπορεί ειδικά όταν εμπνέεται από την κακουχία, σαν να φέρνει μια κάθαρση. Στο πλαίσιο αυτό, οι κιθάρες είναι κορεσμένες σε μινόρε νότες, με πολύ σωστά επιλεγμένα εφέ εναρμονισμένες με τα πλήκτρα και τα noise samples που δημιουργούν έναν καμβά για να απαγγείλει νωχελικά ή να τραγουδήσει με punk οργή από πάνω η Νεφέλη. Και σ’ αυτό το άλμπουμ, τα φωνητικά έχουν εξέχοντα ρόλο πράγμα που προσθέτει πολλά στην ιδέα ενός σάουντρακ της πραγματικότητας μας. Τα instrumental κομμάτια περιέχουν στρώση μετά από στρώση ήχου, μελωδιών, ριφ και συναισθημάτων με ωραίο groove ενίοτε στα τύμπανα (όπως στο πιο δυνατό και βαρύ “Of guns & hunts”) αλλά και έντονα ηχητικά περάσματα που σπάει το, ξαναλέω, εξαιρετικό σαξόφωνο του Άγγελου που το λες τζαζ αν θες αλλά είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Στο σύνολο του, το “Low life: we can’t lose. We have already lost” είναι ένα πολύ καλογραμμένο άλμπουμ, σκεπτόμενο και καλοδουλεμένο, όχι αποκλειστικά για σκεπτόμενους, αλλά για όσους είναι διατεθειμένοι να βουτήξουν σ’ ένα παράξενο και ελκυστικό μουσικό τριπάκι που θα σε αναγκάσει να σκεφτείς, αφού πρώτα νιώσεις.

8,5 / 10

Φίλιππος Φίλης

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece