Banner Top
Banner Content

Πέντε χρόνια μετά από το συγκλονιστικό “The similitude of a dream”, ένα από τα καλύτερα prog rock concept άλμπουμ που έχω προσωπικά ακούσει, και δύο χρόνια μετά τη πολύ καλή συνέχεια του, οι NEAL MORSE BAND συμφώνησαν πως ένα  τρίτο concept άλμπουμ θα ήταν μάλλον υπερβολή και, έτσι, αποφάσισαν να γράψουν έναν δίσκο με περισσότερα μικρά και μεσαίας διάρκειας κομμάτια ενός πιο pop χαρακτήρα όπως μας έμαθαν οι SUPERTRAMP, ELO και φυσικά οι GENESIS εποχής Phil Collins και οι BEATLES. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη μπάντα του διδύμου Morse/Portnoy (πέραν των TRANSATLANTIC και FLYING COLORS) επιδίδεται στην πιο 80s άποψη του prog rock και είχα περιέργεια να μάθω πως θα ακουστεί αυτό το νέο εγχείρημα αφού είχα ειδικά κακομάθει από τα δύο concept άλμπουμ που βρίσκονται πολύ ψηλά στην εκτίμηση μου. Έλα όμως που αυτό το υπέρ δημιουργικό δίδυμο, παρέα με τους επίσης απίστευτα ταλαντούχους και ικανούς Bill Hubbauer (πλήκτρα, φωνητικά) τον Eric Gillette (κιθάρα, φωνή) και Randy George (μπάσο), δεν μπορούν να αντισταθούν στις όποιες παρορμήσεις τους και (οποία έκπληξη) τους βγήκε ένα διπλό άλμπουμ με οχτώ pop/prog κομμάτια στη μία πλευρά και δύο prog έπη στη δεύτερη, 18 και 30 λεπτών αντίστοιχα. Ο δίσκος έχει τον υπαινικτικό τίτλο “Innocence and danger”.

Αρχικά, στα πλαίσια της διαφοροποίησης απ’ ό,τι μας μάθανε τα τελευταία πέντε χρόνια, τη μουσική επιμελήθηκαν όλα τα μέλη της μπάντας και όχι μόνο ο Morse. Για πρώτη φορά επομένως, είπαν να αλλάξουν το λογότυπο τους σε NMB και να μην υπάρχει μόνο ο τίτλος THE NEAL MORSE BAND, τάχα μου για να υποδηλώσουν πως δεν είναι άλλο ένα NEAL MORSE άλμπουμ (προσωπικά, δεν βρίσκω τι έχει αλλάξει, αλλά πάμε παρακάτω). Δεν είχα ποτέ κάποιο θέμα με τις pop εκφάνσεις του Morse (ή του Portnoy που επίσης λατρεύει όλες τις μπάντες που προανέφερα) και αρκετά εμπορικά, ακόμα και εύπεπτα κομμάτια τους τα γουστάρω πολύ (άλλα συχνά τα αποφεύγω και απορώ πως γίνεται να έγραψαν τόσο απλοϊκά και ανάλαφρα κομμάτια τύπου daddy rock που λένε και οι Αμερικάνοι). Ο Morse ειδικά έχει ένα μοναδικό ταλέντο στο να γράφει μεταδοτικά hooks που κολλάνε στο κεφάλι και ακούγονται ακόμα καλύτερα ζωντανά. Και πιστέψτε με, για πολλούς prog μουσικούς είναι ενίοτε πιο δύσκολο να γράψουν ένα μεστό και απλό κομμάτι με μεταδοτικό ρεφραίν, παρά ένα δαιδαλώδες έπος. Και ως ένα σημείο, η μπάντα εδώ το καταφέρνει. Το πρώτο single “Do it all again” έχει ένα hook που, είτε αρέσει είτε όχι, δεν φεύγει με τίποτα από το νου, όπως και οι ομολογουμένως όμορφες μελωδίες του και οι εύκολοι στίχοι. Γενικά καλό είναι και το “Bird on a wire” που, αν και υπερβολικά ματζόρε για τα γούστα μου, είναι ένα καλογραμμένο pop κομμάτι με πολλές prog εκφάνσεις, ειδικά στο πιο δυναμικό instrumental μέρος. Τίποτα που να με συγκινήσει αρκετά όμως μέχρι εδώ. Το υπόλοιπο πρώτο μέρος, δυστυχώς, είναι σχεδόν αδιάφορο έως κακό. Τα δυο κομμάτια που κάνουν μπαμ BEATLES από μακριά ακούγονται τόσο πολύ σαν ξεπατικωτούρα των πρώιμων BEATLES που καταντάνε παρωδία, λίγο σαν 90s Brit-pop παρά prog/pop. To “The way it had to be” με το κλεμμένο από το “Dark side of the moon” riff, δεν προσφέρει τίποτα ιδιαίτερο και στο τέλος κάπως κοιμίζει και, όσο για την οχτάλεπτη, ξεχειλωμένη διασκευή στο “Bridge under troubled water” των SIMON & GARFUNKEL”… το σκοτώνουν και λίγα λέω. Τα πρώτα δύο λεπτά μαρτυρούν την επιθυμία των NMB να κάνουν ό,τι έκαναν οι YES με τη δεκάλεπτη διασκευή τους στο “America” των SIMON, μόνο που εκείνοι του άλλαξαν τα φώτα. Εδώ, οι NMB προσθέτουν μια prog εισαγωγή και ύστερα μεταμορφώνουν το κομμάτι σ’ έναν μελιστάλαχτο gospel ύμνο με ένα υπερβολικά heavy σόλο κιθάρας που δεν κολλάει καθόλου με το πνεύμα του αυθεντικού. Τι την ήθελαν την διασκευή; Το μόνο κομμάτι που κάνει τη διαφορά τελικά είναι το τρίλεπτο instrumental “Emergence” στο οποίο πρωταγωνιστεί μόνο μια ακουστική κιθάρα. Αυτό, ομολογώ, δεν το έχω ξανακούσει από τον Neal Morse.

Η πρώτη πλευρά του δίσκου λοιπόν, με οχτώ από τα δέκα συνολικά κομμάτια, είναι σχεδόν αδιάφορη. Η δεύτερη πλευρά όμως, όπως ήλπιζα και ήμουν σίγουρος, δεν απογοητεύει καθόλου. Τουναντίον, τα “Not afraid Pt.II” και “Beyond the years” βρίθουν από ένα δημιουργικό πνεύμα με pop hooks, εξωπραγματικά instrumental μέρη, πολυφωνίες, σόλο και τόσα ακόμα. Το πιο σημαντικό όμως είναι πως η μπάντα δεν χάνει τον ειρμό ή τον οίστρο της και έτσι τα δύο κομμάτια έχουν δομή και μια κλιμακωτή εξέλιξη. Ναι, βρίσκω και δω πολλά από τα κλασσικά Morse/Portnoy κλισέ αλλά περισσότερο εκείνα που χαίρομαι να ακούω και που αποτελούν πάντοτε εγγύηση (για παράδειγμα, το παιχνίδισμα με τα πλήκτρα και τα signature Portnoy τύμπανα). Υπάρχουν όμως και εκπλήξεις όπως ένα εκπληκτικό πέρασμα με το σόλο Squire-ικό μπάσο του George που συναντά ένα εξωπραγματικό σιγοντάρισμα από τον Portnoy, όπως και ένα, πρωτάκουστο σ’ αυτή τη μπάντα, folk σκέλος που φέρνει έντονα στο “Thick as a brick” των JETHRO TULL. Μετά από αλλεπάλληλες ακροάσεις μάλιστα, μπορώ άνετα να πω πως το “Beyond the years”, που κλείνει το δίσκο, είναι το καλύτερο στη καριέρα του Morse…

Και αυτό με φέρνει στο θλιβερό συμπέρασμα πως, στην ολότητα του, το “Innocence and danger” δεν στέκεται αρκετά καλά αφού είναι όχι μόνο άνισο αλλά υπερβολικά μεγάλο, ειδικά αφού η μπάντα στόχευε αυτή τη φορά να απέχει από τη φιλόδοξη φόρμα του concept δίσκου. Τα μισά κομμάτια, τουλάχιστον , θα μπορούσαν να κοπούν, κάποια επειδή δεν κολλάνε και άλλα γιατί φανερώνουν χωρίς αιδώ και έμπνευση τη διάθεση των NMB να ηχήσουν σαν tribute BEATLES συγκρότημα, πράγμα που με δυσαρεστεί πάντοτε αφού μιλάμε για μια παρέα μουσικών με αστείρευτη έμπνευση και ταλέντο.

7 / 10

Φίλιππος Φίλης

Tags: , , , , , , ,

Related Article

0 Comments

Leave a Comment

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece