Connect with us

Underground Halls

Underground Halls Vol. 127 — “This is Hammers!” — The HAMMERS OF MISFORTUNE Special Edition

1

To pro­gres­sive met­al έχει εδώ και χρόνια παρεξηγηθεί αλλά και «ξεχειλωθεί» ως έννοια. Το ποιος μπορεί και κυρίως το ποιος δικαιούται να φέρει αυτόν τον όρο ως «ταμπέλα» στη μουσική του, είναι μια συζήτηση τόσο μεγάλη, που δε μπορεί να γίνει εδώ, για ευνόητους λόγους. Εμείς, σε τούτη την περιήγησή μας στα Under­ground Halls, θα ασχοληθούμε κατά αποκλειστικότητα με ένα συγκρότημα από τα λίγα που τους αξίζει αυτός ο χαρακτηρισμός, τους Αμερικανούς HAMMERS OF MISFORTUNE. Θα πιάσουμε το νήμα από τις πρώτες τους μέρες και θα το ξετυλίξουμε ως το σήμερα, ακούγοντας και την ολοκαίνουργια δισκογραφική τους δουλειά, το Over­tak­er, η οποία είναι πιθανότατα ό,τι πιο ανατρεπτικό έχουν κάνει ποτέ. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το San Fran­cis­co των mid 90s…

1

… όπου ο John Cob­bett, πρώην κάτοικος Wash­ing­ton και βετεράνος της εκεί punk σκηνής και του πρώτου κύματος του αμερικανικού hard­core, αποφασίζει να ξεκινήσει το δικό του met­al συγκρότημα. Πρώτος επιβιβάστηκε στο σκάφος ο Mike Scalzi, ιδρυτής των σπουδαίων (THE LORD WEIRD) SLOUGH FEG και καθηγητής φιλοσοφίας στο Dia­blo Val­ley Col­lege. Κιθαρίστες/τραγουδιστές και οι δυο τους, ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον drum­mer Chewy Mar­zo­lo και την μπασίστρια Janis Tana­ka (πρώην L7) και δημιουργούν τους UNHOLY CADAVER, τον «προθάλαμο», τη «βάση», τη «μαγιά» αν θες, των HAMMERS OF MISFORTUNE.

Τα τραγούδια που συνέθεσαν τότε και ήταν έτοιμα το 1998, θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας μόλις το 2011, με το ομώνυμο album του group. Σε εκείνον τον δύσκολο, «στριφνό», αλλά ουσιαστικά καινοτόμο δίσκο, οι UNHOLY CADAVER «έμπλεξαν» το παραδοσιακό heavy με το death, το doom και το black, βάζοντας γερά θεμέλια και φανερώνοντας τις πρώτες πτυχές της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του βασικού συνθέτη John Cob­bett. Προς τούτο, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση το πώς αυτός ταίριαξε τόσο πολύ με τον επίσης απρόβλεπτο Scalzi, που εκείνη την περίοδο είχε ήδη δύο εξαιρετικούς δίσκους με τους SLOUGH FEG και συμπεριλαμβανόταν στις μεγάλες ελπίδες του US Metal.

Στο Unholy cadav­er συμμετείχαν επίσης δύο ακόμη εκλεκτές κυρίες: η Eri­ca Stolz σε μπάσο/φωνή και η Lor­raine Rath στα φωνητικά. Η πρώτη μετέπειτα front­woman των vin­tage met­allers SANHEDRIN, οι δυο τους «γρανάζια» του καταπληκτικού neoclassical/dark ambi­en­t/a­vant-garde project AMBER ASYLUM, ενός σχήματος του οποίου πολλοί μουσικοί έχουν παίξει στους Ham­mers ανά τα χρόνια και αντίστροφα. Μπορεί να μην έχει σχέση με το heavy met­al, αλλά αξίζει και με το παραπάνω να ακούσεις τη δισκογραφία του.

Το νερό μπήκε στο αυλάκι…

1

“Ham­mers of Mis­for­tune was pre­vi­ous­ly named Unholy Cadaver…”

Και κάπως έτσι, με αυτή την επεξήγηση στο book­let του εξαιρετικού The Bas­tard, ξεκινά το 2001 η νέα εποχή του group. Ηχογραφημένο μεταξύ Ιουλίου του 1999 και Φεβρουαρίου του 2000, το νέο album παρουσιάζει μέσα από ένα χωρισμένο σε τρεις πράξεις μυθολογικό, ηρωικό con­cept album, το καινούργιο, ελκυστικότατο πρόσωπο των HAMMERS OF MISFORTUNE. Τα όποια ακραία στοιχεία έχουν μειωθεί στο ελάχιστο (υπάρχουν όμως ακόμη, πολύ καλά κρυμμένα) και αυτό που κυριαρχεί είναι το κλασσικό, βρετανικό heavy met­al των IRON MAIDEN, ενωμένο με το hard rock των THIN LIZZY και το κέλτικο folklore.

Οι Scalzi/Cobbett είναι πια μαζί και στους SLOUGH FEG, έναν μόλις χρόνο πριν είχαν καταθέσει το ανυπέρβλητο “Down among the Dead­men”, η μεταξύ τους «χημεία» είναι κάτι το αξιοθαύμαστο και αποτέλεσμα αυτής είναι η δημιουργία ενός από τα καλύτερα κιθαριστικά δίδυμα των τελευταίων πολλών ετών. Επίσης μοιράζονται το μικρόφωνο μαζί με την Tana­ka, «φτιάχνοντας» έτσι μια υπέροχη τριπλή φωνητική αντίθεση. Η Eri­ca Stolz είναι παρούσα για δεύτερη και τελευταία φορά ενώ συνδράμει και ο Greg Haa, drum­mer των SLOUGH FEG, ISEN TORR και CAULDRON BORN. Η Lor­raine Rath, αυτή τη φορά δεν ασχολήθηκε με τη μουσική αλλά φιλοτέχνησε το αριστουργηματικό booklet.

Αν ξεχωρίσουμε το “Unholy cadav­er” σαν κάτι «άλλο», τότε το “The Bas­tard”, δίσκος της χρονιάς στο “Ter­ror­iz­er”, ήταν ένα εξαιρετικό πρώτο βήμα. Για τον γράφοντα όμως, η μπάντα είναι η ίδια με άλλο όνομα, οπότε ως ντεμπούτο λογίζεται το “Unholy cadaver”.

1

Μετά από ένα τόσο καλό album, έπρεπε να ακολουθήσει ένα εξίσου καλό ή και καλύτερο ακόμη. Οι HAMMERS OF MISFORTUNE φεύγουν από την tUMULt, εταιρεία που είχε κατά βάση black met­al καλλιτέχνες στο ros­ter της και καταλήγουν στην αγκαλιά της Cruz del Sur. Η σύνθεσή τους παραμένει αναλλοίωτη και το The August engine είναι έτοιμο από τον Απρίλιο του 2002, για να κυκλοφορήσει τελικά τον Σεπτέμβριο του 2003, με guest μουσικούς την Rath στα φωνητικά, την Kris T. Force των AMBER ASYLUM στο βιολί και την Sitara Kapoor στο cel­lo. Πολύ πιο βαρύ και επιθετικό από τον προκάτοχό του, χωρίς όμως να στερείται του υπέροχου λυρισμού των «Σφυριών», το “The August engine” είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου δημιούργημα του John Cob­bett, μουσικά, στιχουργικά αλλά και εικαστικά.

Στα δικά μου τουλάχιστον αυτιά, το “The August engine” θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να ενώσουμε το “Killers”, το “Chi­na­town” και το “Prince of the pover­ty line” σε έναν δίσκο, μη μιλήσω για το ομότιτλο που «φωνάζει» METALLICA. Αξίζει τον τίτλο του “pro­gres­sive” όχι επειδή μας φαίνεται, αλλά γιατί ΕΙΝΑΙ pro­gres­sive και ναι, είναι ΤΟΣΟ καλό, όσο μαρτυρούν οι επιρροές του. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει στην απόδοση του group, ένα πραγματικό man­i­festo τεχνικού και ευφάνταστου παιξίματος. Ειδικά οι Cob­bett και Scalzi παίζουν «τις κάλτσες τους» και επειδή η μπάντα θα διαβάσει αυτό που έγραψα, μην παραξενευτεί όταν ο μεταφραστής γράψει “Cob­bett and Scalzi are play­ing their socks”, είναι ελληνική αργκό έκφραση και σημαίνει «πάρα πολύ τεχνικά και εντυπωσιακά».

Παραδόξως, το λέω αυτό γιατί μόνο εμπορικό δεν το λες, η υποδοχή που του επιφύλαξε ο διεθνής Τύπος ήταν υπέρ το δέον θετική ως και αποθεωτική. Να λοιπόν που το “The Bas­tard” όχι μόνο ισοφαρίστηκε αλλά ξεπεράστηκε, σε έναν από τους καλύτερους δίσκους του 2003. Και φαντάσου, την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησαν οι SLOUGH FEG το απίστευτο “Trav­el­er”… Χριστέ μου!

1

Μόνο αυτά τα δύο albums να είχαν οι ΗΑΜΜΕRS OF MISFORTUNE, αρκούσαν για να έχουν τη θέση τους σε αφιερώματα, αναδρομές και κάθε είδους επαινετικά κείμενα. Αλλά δεν έμειναν σ’ αυτά… αυτά ήταν μόνον η αρχή. Η Janis Tana­ka αποχωρεί για να ενταχθεί στη μπάντα της Pink, η Jamie Myers (φωνητικά στους occult mas­ters SABBATH ASSEMBLY) έρχεται στη θέση της, μαζί με την Sigrid Sheie (AMBER ASYLUM, μετέπειτα κυρία Cob­bett) στο πιάνο και στα πλήκτρα και το 2006 κυκλοφορεί το για αρκετούς, καλύτερο album του group, το προοδευτικό αριστούργημα “The Locust Years”.

Εδώ τα «Σφυριά» ξεπερνούν εαυτόν, με ήχους που ξεκινούν από το 70s rock και φτάνουν στο thrash, σ’ένα μνημείο μουσικού πολιτισμού. Αν το “The August engine” ήταν «φρέσκο» και ανανεωτικό ως άκουσμα, το “The locust years” ήταν η εξέλιξή του, η οποία άνοιγε με την σειρά της νέους δρόμους σε μια ανεξερεύνητη γη. Όσο για το εξώφυλλο του Tom Woodruff, τι να πει κανείς… Εκπληκτικό! Τούτος εδώ, θα ήταν και ο τελευταίος δίσκος, μέχρι νεωτέρας βέβαια, που ο «Διόσκουρος» Scalzi θα κρατούσε τη δεύτερη κιθάρα και θα τραγουδούσε, αφού θα αποχωρούσε για να αφοσιωθεί στην κύρια μπάντα του.

1

Δε θα ήταν όμως ο μόνος που θα έπαιρνε τον δρόμο της εξόδου. Η Myers θα εγκατέλειπε κι αυτή το συγκρότημα, προκειμένου να δημιουργήσει οικογένεια. Τη θέση του Scalzi πίσω από το μικρόφωνο πήραν οι Patrick Good­win και Jesse Quat­tro (σταθερή εμπιστοσύνη στις γυναίκες από πλευράς Cob­bett) και της Myers o Ron Nichols. Με αυτή τη νέα σύνθεση, τον Cob­bett να αναλαμβάνει όλες τις κιθάρες και υπό νέα σκέπη (Pro­found Lore Records), το συγκρότημα ηχογράφησε το διπλό άλμπουμ “Fields/Church of bro­ken glass”, το 2008. Η «ανεξερεύνητη γη» τελικά δεν ήταν και τόσο «παρθένα», όσο νομίζαμε στην αρχή. Σαφέστατα λιγότερο met­al από το “The August engine” και σαν φυσική συνέχεια του “The locust years”, το πολυποίκιλο “Fields…” κινείται περισσότερο στον χώρο του prog rock, χωρίς να χάνει τον met­al χαρακτήρα του και μοιάζει σαν να φιλοδοξεί να επαναφέρει τη δόξα των γιγάντων του art rock, στον 21ο αιώνα.

Δεν ενθουσίασε όσο οι προκάτοχοί του, χρειάστηκε μπόλικο χρόνο για να το «χωνέψει» ο κόσμος, αλλά στο τέλος κέρδισε το παιχνίδι κι αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Μόνο που δε γνωρίζω αν η αποχώρηση του Mike Scalzi ευθυνόταν για την εκ νέου αλλαγή στην ηχητική «περιγραφή» της μπάντας ή αν αυτή ήταν προδιαγεγραμμένη, ως ένα καλοστημένο σχέδιο από πλευράς Cob­bett. Πέραν της πάντα ευφάνταστης κιθάρας του αρχηγού τους, στο “Fields…” τα «Σφυριά» βασίζονται στα εντελώς vin­tage, al Jon Lord πλήκτρα και αναμενόμενα πια, στην όμορφη αντίθεση ανδρικών/γυναικείων φωνητικών. Και ακριβώς επειδή πλέον η κιθάρα είναι μία και δεν υπάρχουν αυτές οι εντυπωσιακές διπλές THIN LIZZY/IRON MAIDEN αρμονίες, αξίζει να προσέξεις λίγο παραπάνω τι κάνει ο Nichols στις χαμηλές συχνότητες. Μιλάμε για αφανή ήρωα!

1

2011. Αλλαγών συνέχεια, έτσι, για να μη ξεχνιόμαστε: Patrick Good­win, Jesse Quat­tro και Ron Nichols έξω, Joseph Hut­ton και Max Bar­nett μέσα. Επανασύσταση των διπλών κιθαρών, με την είσοδο της Leila Abdul-Rauf των CARDINAL WYRM (επίσης στα φωνητικά), υπογραφή στην κραταιά Met­al Blade και “17th Street”. Η επιστροφή σε πιο παραδοσιακές «φόρμες», η διατήρηση της pro­gres­sive διάθεσης αλλά και η περισσότερο από κάθε άλλη φορά doomy και ψυχεδελική αισθητική, ήταν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του νέου δίσκου. Η δεύτερη κιθάρα κάνει αμέσως αισθητή την παρουσία της, τα πλήκτρα εξακολουθούν να πρωταγωνιστούν και ο Joe Hut­ton θυμίζει στα φωνητικά τον Mike Scalzi, κάτι που οι παλαιότεροι οπαδοί του group, μόνο ως θετικό το έλαβαν.

Το “17th Street” έτυχε πολύ καλής υποδοχής από τον Τύπο, αρκετοί «χαιρέτησαν» και επιδοκίμασαν αυτήν την στροφή σε πιο met­al μονοπάτια. Οι επιρροές ξεκινούσαν από τους QUEEN και τους RUSH και έφταναν στους MANILLA ROAD κι αν αυτό δεν είναι ενδιαφέρον από μόνο του, τότε δε ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω. Αν μη τι άλλο, πολύ ιδιαίτερος δίσκος το “17th Street”, ανώτερος του “Fields…” ίσως, έδειξε με απλό τρόπο πως Cob­bett = ποιότητα και ποιότητα = Cob­bett. Αρνητικό του το άκυρο, φωτογραφικό εξώφυλλο. Να μην επαναληφθεί, παρακαλώ.

1

Πέντε χρόνια αναμονής, είναι πολλά, όταν πρόκειται για τους HAMMERS OF MISFORTUNE. Δεν έγιναν όμως και λίγα, αυτά τα πέντε χρόνια. Ξεκινάμε από τα πιο σοβαρά, τα οποία δεν έχουν να κάνουν με κάτι το καλλιτεχνικό: Ο τραγουδιστής Joe Hut­ton ενεπλάκη σε ένα παραλίγο θανατηφόρο ατύχημα με μοτοσικλέτα, από το οποίο χρειάστηκε σχεδόν ένα χρόνο για να αναρρώσει. Παράλληλα, ο Cob­bett και η Sigrid «καλωσόρισαν» το πρώτο τους παιδί, τον Tris­tan. Στα καλλιτεχνικά τώρα, το ζεύγος κυκλοφόρησε δύο albums με τους VHOL (side project μαζί με τον Mike Schei­dt των ΥΟΒ και τον Aesop Dekker των AGALLOCH και LUDICRA — άλλο ένα συγκρότημα του πολυπράγμονος Cob­bett) ενώ δεν έλειψαν και οι σχεδόν αναμενόμενες αλλαγές στη σύνθεση, με τον Paul Walk­er να αναλαμβάνει το μπάσο και τον Will Car­roll (DEATH ANGEL) να κάθεται πίσω από τα τύμπανα.

Κάπως έτσι λοιπόν φτάσαμε στο 2016 και το “Dead rev­o­lu­tion” με το αλληγορικό, καταπληκτικό art­work του ζωγράφου Robert S. Con­nett. Αν πούμε πως επρόκειτο για το πλέον πολυποίκιλο album της δισκογραφίας των «Σφυριών», πιθανόν να έχουμε δίκιο. Vin­tage rock, heavy met­al, doom, pro­gres­sive, συνεχείς εναλλαγές ρυθμών και συναισθημάτων, πλήκτρα, πιάνο, ακουστικές κιθάρες, εκκλησιαστικό όργανο, τρομπέτα, τρεις μουσικοί να εναλλάσσονται στα φωνητικά, δηλαδή, τι άλλο να κάνει μια μπάντα για να χαρακτηριστεί πραγματικά «προοδευτική» και «τεχνοκρατική»; Να ηχογραφήσει μήπως την νιοστή, κακή αντιγραφή ενός DREAM THEATER album; Το ξέρω, μόλις ξεστόμισα κακία, μα δε φταίω εγώ. Καλό θα ήταν λοιπόν, οι νεοσσοί prog­sters να ακούσουν και να κάνουν «κτήμα» τους δίσκους σαν το “Dead rev­o­lu­tion”, έχουν πολλά να μάθουν από αυτούς.

1

Όπως είδαμε, τα «Σφυριά» είναι “pro­gres­sive met­al” με την πραγματική έννοια του όρου. Οι επιρροές τους ξεκινούν από τους PINK FLOYD και τους GENESIS και τελειώνουν στο hard­core. Ως εκ τούτου, είναι ικανοί για τα πάντα μουσικά και ποτέ δεν πρέπει να είσαι σίγουρος και επαναπαυμένος με την περίπτωσή τους. Τούτου λεχθέντος, δε θα μου έκανε εντύπωση αν το καινούργιο album «τραβούσε» το «σχοινί» των επιρροών ακόμη περισσότερο, σαν να ήθελε να το κόψει, ή αν μας παρουσίαζε κάτι το εντελώς απροσδόκητο. Και τα έξι χρόνια «σιωπής», έριχναν κι άλλο νερό στον μύλο των θεωριών και των σεναρίων.

Μεγάλη αλλαγή είχαμε βιώσει ξανά στο “Fields…”, όπου η μπάντα θέλησε να ερευνήσει εξονυχιστικά τα 70s pro­gres­sive rock ηχοτόπια, αλλά αυτή η δεκαετία υπήρχε έτσι κι αλλιώς στο puz­zle των επιρροών της. Αυτό που μας εξέπληξε λοιπόν δεν ήταν το ότι οι HAMMERS OF MISFORTUNE διάλεξαν να παίξουν έτσι, αλλά το πόσο καλά το έκαναν. Στο Over­tak­er τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πλέον το group παίζει πιο γρήγορα, πιο επιθετικά και πιο… «περίεργα» από κάθε άλλη φορά. Ποιος περίμενε ένα album που να ακούγεται λες και αποφάσισαν οι VOIVOD, ASPID, VEKTOR, VHOL και SADUS να βάλουν 70s rock στη μουσική τους; Ποιος θα πόνταρε τα χρήματά του σε ένα απόκοσμο, περιπετειώδες, «διαστημικό» art/kraut/psych/prog thrash, γεμάτο Ham­mond και mel­lotron; Θα σου δώσω εγώ την απάντηση, με σιγουριά: ΚΑΝΕΙΣ. Και όποιος σου πει το αντίθετο, είναι ψεύτης.

1

Για άλλη μια φορά, ο John Cob­bett βαδίζει «ελεύθερος» στο δικό του σύμπαν αξιών, πιστός στο όραμά του, εμπιστευόμενος το ένστικτό του και αδιαφορώντας για τις επιταγές της μουσικής βιομηχανίας. Άλλωστε μια πτυχή της, τη χτυπά ανελέητα, αφού η άκρατη επέκταση της τεχνολογίας στις ζωές των ανθρώπων και η αλόγιστη χρήση της να βρίσκεται εκ νέου στο στόχαστρο των στίχων. Ίσως παίζει ρόλο πως τούτη τη φορά, δεν έχει καν εταιρεία πίσω του. Ξύπνησε ένα πρωί, είπε «θα γράψω έναν tech thrash δίσκο, έναν δίσκο όπου το ‘Illu­sions’ των SADUS θα ενώνεται με το ‘Nurs­ery Cryme’ των GENESIS», όπως παραδέχτηκε ο ίδιος και απλά το έκανε. Τόσο εύκολα. Και το έκαναν ευκολότερο ακόμη, η Jamie Myers και ο Mike Scalzi που επέστρεψαν, η είσοδος του Blake Ander­son (πρώην VEKTOR) στα τύμπανα και μερικοί σπουδαίοι προσκεκλημένοι: ο Steve Blan­co των IMPERIAL TRIUMPHANT, ο Tom Drap­er των CARCASS και SPIRIT ADRIFT, ο Frank Chin των VEKTOR και CRYPT SERMON…

Τα “The Locust Years” και “The August engine”, έχουν ήδη αποκτήσει την ετικέτα του «κλασσικού». Τα “The Bas­tard”, “17th Street” και “Dead rev­o­lu­tion” βρέθηκαν σε πολλές λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς τους. Το “Fields/Church of bro­ken glass”, κερδίζει συνεχώς έδαφος. Μένει τώρα να δούμε, πως θα φερθεί ο χρόνος στο “Over­tak­er”. Πάντοτε ήταν σύμμαχος των HAMMERS OF MISFORTUNE, γιατί να μην είναι και αυτή τη φορά; Στο σύνολο όσων λογίζονται ως “met­al”, τούτο δω είναι ίσως το δυσκολότερο album της χρονιάς και αυτό είναι (θεωρητικά) κατά του. Από την άλλη όμως, από πότε οι φίλοι και οπαδοί του group ήταν και οπαδοί της εύκολης και «ρηχής» μουσικής;

Το “Over­tak­er” ηχογραφήθηκε από τους:

Jamie Myers — Φωνητικά
John Cob­bett — Κιθάρα, μπάσο, mel­lotron, solina
Blake Ander­son — Τύμπανα, piano
Sigrid Sheie — Ham­mond B3, β’ φωνητικά
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Mike Scalzi — Φωνητικά στα “Dark Bren­nius” και “Over­throw­er”.
Frank Chin — Μπάσο στα “Dark Bren­nius” και “Out­side our minds”.
Tom Drap­er — Lead κιθάρα στο “Over­throw­er”.
Steve Blan­co — Πλήκτρα στο “Vipers Cross”.
Brooks Wil­son — Β’ φωνητικά στο “Aggres­sive perfection”.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Face­book
Spo­ti­fy
Band­camp
YouTube


Ham­mer­ing Trivia:

- Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “The August engine”, η Janis Tana­ka ήταν ήδη σε περιοδεία με την P!nk και ουσιαστικά εκτός group, ενώ ο Mike Scalzi είχε μετακομίσει στο L.A. Για να γράψει η πρώτη το μπάσο και ο δεύτερος τα φωνητικά του, πήγαν και οι δυο στο San Fran­cis­co, έμειναν 1–2 μέρες, ηχογράφησαν τα μέρη τους σε χρόνο dt και επέστρεψαν πάλι στις ασχολίες τους.

1

- Για τη σύγχυση στα cred­its, υπάρχει εξήγηση: Όταν τελικά κυκλοφόρησε ο δίσκος, το νέο line-up έδινε ήδη τις πρώτες του συναυλίες. Άλλη μπάντα ηχογράφησε το album, άλλη το προώθησε.

- Το “The August engine” είναι con­cept. Πραγματεύεται την παρακμή και τον «θάνατο» της μουσικής, όπως τα βιώνει ένας μουσικός και πηγάζει από προσωπικές εμπειρίες του Cob­bett. Στο τέλος του album, η «οντότητα» που δικάζεται και καταδικάζεται είναι ο ίδιος ο «σκληρός ήχος».

- Στην αρχική του εκδοχή, ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια και ακόμη πιο «δύσκολο», συνθετικά και εκτελεστικά. Ήταν τέτοια η «δυσκολία» του, που κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να το κυκλοφορήσει. Έτσι, ο Cob­bett το παράτησε και άρχισε να δουλεύει πάνω στο “The Locust Years”. Τελικά, μετά από προτροπή της Cruz del Sur, δουλεύτηκε εκ νέου και όταν πήρε τη γνωστή του μορφή, κυκλοφόρησε.

- Από το “The August engine” μέχρι και το “Fields/Church of bro­ken glass”, όλες οι κιθάρες είναι γραμμένες (προσοχή, γραμμένες, όχι παιγμένες) από τον Cob­bett. Αυτό άλλαξε στο “17th Street” και στο “Dead rev­o­lu­tion”, με τη συμμετοχή στη σύνθεση της Leila Abdul-Rauf.

- Το εξώφυλλο και τα σκίτσα στο book­let, είναι σχεδιασμένα από τον ίδιον τον Cob­bett. Ομοίως και το εσωτερικό gate­fold του “Dead revolution”.

1

- Το “Fields/Church of bro­ken glass”, είχε σχεδιαστεί να είναι δύο ξεχωριστοί δίσκοι. Ωστόσο, η Pro­found Lore Records πρότεινε να μειωθεί η διάρκεια των τραγουδιών και να κυκλοφορήσουν ως ένας διπλός δίσκος. Για τον λόγο αυτόν, βλέπεις και δύο ξεχωριστά εξώφυλλα.

- Η εισαγωγή του “The Gulls” είναι ένας φόρος τιμής στο “The return of the giant Hog­weed” των GENESIS.

- Στο “17th Street” επανέρχεται το τσεκούρι στο λογότυπο της Met­al Blade, μετά από απαίτηση του Cobbett.

- Μέχρι το φετινό “Over­tak­er”, στο οποίο βλέπουμε ξανά τη γραμματοσειρά του “The August engine”, σε κανέναν δίσκο του group το λογότυπό του δεν είναι ίδιο. Ο λόγος είναι πως σε κάθε album, γίνεται μια προσπάθεια το λογότυπο να ταιριάζει με το εξώφυλλο. Το λογότυπο στο “Fields…”, είναι ένας φόρος τιμής στον σπουδαίο Roger Dean.

- Στο “17th Street”, ο Cob­bett ήθελε να μιλήσει για το San Fran­cis­co, το πώς η πόλη αλλάζει και πως η αλλαγή αυτή επηρεάζει την ζωή των κατοίκων της, όλων των κοινωνικών τάξεων. Το ίδιο con­cept, παραλλαγμένο, συνεχίζεται-εξελίσσεται και στο “Dead rev­o­lu­tion”, με την εξής διαφορά: Ενώ το “17th Street” προσέγγιζε την κατάσταση από μια αισιόδοξη προοπτική, στο “Dead rev­o­lu­tion” κυριαρχεί ο πεσιμισμός, εξ ου και το πιο μινόρε ύφος. Ο Cob­bett μετακόμισε από την Wash­ing­ton στην περιοχή Mis­sion και 17th Street είναι ένας από τους μεγάλους δρόμους που τη διασχίζουν.

1

- H διασκευή στο folk “Days of ‘49” προέκυψε μετά από έρευνα του Cob­bett επάνω σε τραγούδια από την εποχή του «πυρετού του χρυσού» στην Cal­i­for­nia. Το ίδιο κομμάτι έχουν διασκευάσει, μεταξύ άλλων, οι FAIRPORT CONVENTION και ο Bob Dylan. Οι στίχοι προέρχονται από το ομώνυμο ποίημα του Joaquin Miller, για έναν χρυσωρύχο του 1849. Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο “The gold seek­ers of the Sier­ras” (κεφάλαιο 8ο, σελίδα 68) από τον εκδοτικό οίκο Funk & Wag­nalls της Νέας Υόρκης, το 1884. Οι HAMMERS OF MISFORTUNE το μετατρέπουν από ένα παραδοσιακό αμερικανικό coun­try τραγούδι, σε ένα τεράστιο doom met­al ΕΠΟΣ, σε μια από τις καλύτερες διασκευές όλων των εποχών.

- Το “Fly­ing alone” είναι ένας φόρος τιμής στο “Kill the king” των RAINBOW. Από την ένταση του παιξίματος κατά την ηχογράφησή του, καταπονήθηκε ιδιαίτερα στο χέρι ο Will Car­roll, ο οποίος έχει εκπληκτική απόδοση σε όλα τα τραγούδια.

- Τα τραγούδια του “Over­tak­er” ξεκίνησαν να γράφονται χωρίς να προορίζονται για νέο HoM album. Στην ουσία, ο Cob­bett απλά έγραφε μουσική.

- Η μπάντα δε χρησιμοποιεί μετρονόμους.

1

- O John Cob­bett ήταν ιδιοκτήτης του “Lucifer­’s Ham­mer”, ενός club-μουσικής σκηνής, από το οποίο ξεκίνησαν αρκετά τοπικά συγκροτήματα, κυρίως του ακραίου ήχου. “All met­al, all the time”, ήταν το moto του. Σε εκείνο το club, δημιουργήθηκαν μεταξύ άλλων οι THE GAULT και οι LUDICRA, μπάντες του γενεαλογικού δέντρου των HAMMERS OF MISFORTUNE και εμφανίστηκαν συγκροτήματα όπως οι MAYHEM, ENSLAVED, IMPALED NAZARENE, ORANGE GOBLIN, MORTIIS, BURNING WITCH, MELVINS, WOLVES IN THE THRONE ROOM και HIGH ON FIRE.

- H Sigrid Sheie ήταν καθηγήτρια κλασσικής μουσικής στο Com­mu­ni­ty Music Cen­ter στην περιοχή του Mission.

- H Tumult Records, από την οποία κυκλοφόρησε το “The Bas­tard”, στεγαζόταν στο μοναδικό δισκάδικο του San Fran­cis­co όπου μπορούσε κανείς να βρει ακραίο met­al. Πολύ δύσκολη εποχή τα mid ‘90s, για extreme met­al­heads, στην άλλοτε κραταιά Bay Area…

Δημήτρης Τσέλλος

Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece