Connect with us

Underground Halls

Underground Halls Vol.97 (JIRM, MESSA, ON THE LOOSE)

Published

on

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: JIRM
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The Tunnel, the Well, Holy Bedlam”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ripple Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Karl Apelmo – Φωνητικά, κιθάρα
Micke Backendal – Κιθάρα
Viktor Källgren – Μπάσο
Henke Persson – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp

Website
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube
Δε με νοιάζει τί παίζουν οι JIRM (ψέματα εννοείται, με νοιάζει, τους ξέρω και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που τους βλέπεις εδώ), δε με ενδιαφέρει πόσο καλοί είναι σε αυτό που κάνουν (είναι), αλλά θα ασχολούμουν μαζί τους διότι έχουν, ή μάλλον είχαν, ένα από τα θεϊκότερα ονόματα στην ιστορία της rock μουσικής: Ονομάζονταν JEREMY IRONS AND THE RATGANG MALIBUS. Τώρα, την αλλαγή αυτή προς ένα όνομα περισσότερο εύηχο και ευκολομνημόνευτο, αν και την καταλαβαίνω, δεν την επικροτώ, αλλά ας μη σταθούμε άλλο σε τέτοιες λεπτομέρειες.

Είχαμε μιλήσει για τους Σουηδούς πριν τέσσερα χρόνια, όταν είχαν κυκλοφορήσει το πάρα πολύ καλό “Surge Ex Monumentis” και αποτελούσαν για τον γράφοντα μια από τις εκπλήξεις της τότε χρονιάς! Είχα ενθουσιαστεί με το πώς μπορούσαν να συνδυάσουν το heavy riffing σε καθαρά doomy rock «βρώμικα» πλαίσια με μια πληθώρα ψυχεδελικών «περασμάτων», δημιουργώντας υπέροχες μελωδίες και τους κατέταξα στις μπάντες που θα ήθελα να προσέξω ιδιαίτερα την εξέλιξη και την συνέχειά τους. Φέτος λοιπόν είναι το The Tunnel, the Well, Holy Bedlam (επίσης θεϊκός τίτλος) που έρχεται να με «αρπάξει» για όσο χρειαστεί, και να μονοπωλήσει την προσοχή μου.

Εάν το “Surge Ex Monumentis” πέτυχε ένα πράγμα, ήταν να προβληματίσει τον ακροατή ως προς το πόσο προοδευτικό μπορεί να γίνει το 70s rock, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Progressive rock, psychedelic rock, heavy rock, space rock, stoner (αν και την τελευταία δεν την υιοθετώ ούτε την ασπάζομαι), είναι ορολογίες και περιγραφές που έχω διαβάσει να δίδονται στο group και είναι όλες τους εύστοχες. Ε, το “The Tunnel, the Well, Holy Bedlam” είναι όλα αυτά μαζί, και ωθεί τα πράγματα ακόμη περισσότερο στα άκρα, ξεμπροστιάζοντας ταυτόχρονα όσους θεωρούν πως progressive θεωρείσαι όταν παίζεις 150 νότες/sec και συνθέτεις τραγούδια πολύπλοκα τόσο, που στο τέλος να μη λογίζονται καν… τραγούδια. Η μουσική λοιπόν των JIRM είναι πραγματικά προοδευτική. Προοδευτική στον πυρήνα της, στο DNA της. Τα τραγούδια είναι μεγάλα σε διάρκεια, δαιδαλώδη χωρίς να στερούνται αμεσότητας (δύσκολο, αλλά ναι, το καταφέρνουν) και πότε ξεχειλίζουν λυρισμό (το “Carried away” ας πούμε είναι από τώρα στα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς), πότε σε στέλνουν εκτός στρατόσφαιρας.

Επιβλητικό και υποβλητικό ταυτόχρονα, το νέο album των JIRM δεν ενδείκνυται για επιδερμικές ακροάσεις. Απαιτεί έναν εξίσου προσηλωμένο ακροατή, που στο τέλος τον «κερδίζει», παρασύροντάς τον σε ένα trip-άκι ανάλογο του οποίου δύσκολα θα ακούσει, τουλάχιστον φέτος, σε κάποια άλλη δισκογραφική δουλειά. Αν ψάχνεις κάτι τέτοιο, τότε δεν πρέπει να «χάσεις» τούτο το άλμπουμ. Αν πάλι ακούς πιο ευχάριστα περισσότερο «άμεσα» ακούσματα, καθώς όλα είναι θέμα γούστου σε τελική ανάλυση, μην κάνεις στάση εδώ. Παρεξήγηση, καμία.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MESSA
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Close”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Svart Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Rocco – Τύμπανα, κρουστά, φωνητικά
Alberto – Κιθάρες (lead), ούτι, μαντολίνο, φωνητικά, μπάσο Moog, πιάνο, synths, κρουστά
Marco – Μπάσο, κιθάρες (ακουστικές), φωνητικά, synths, σαντούρι
Sara – Φωνητικά, κρουστά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
Spotify
YouTube

MESSA στην γλώσσα της γειτονικής μας Ιταλίας εστί «μάζα». Και παρότι η αιθέρια και άκρως ταξιδιάρικη μουσική των MESSA μπορεί να μην σχετίζεται πολύ με τη λέξη αρχικά, στο τέλος αποκτά πλήρες νόημα, καθώς αυτό που σε κυριεύει είναι μια δεδομένη μάζα συναισθημάτων και πληρότητας, ειδικά στο τέλος της ακρόασης του τρίτου –και καλύτερου; Νωρίς να το πούμε…- δίσκου τους ονόματι Close”. To κουαρτέτο από την Cittadella στο δίσκο αυτό διαπλατύνει το ακουστικό του πεδίο και σε συνδυασμό και με το ότι έχει μέλη πολυοργανίστες (μέχρι και ούτι και μαντολίνο και σαντούρι θα ακούσετε), κάνει τα 64’ του “Close” να κυλάνε σαν νερό. Λέγοντας νερό, ακούγεται πολύ «θαλασσινό» αυτό το άλμπουμ για κάποιο λόγο. Το κάνεις εικόνα σε ανοιχτό πέλαγος με ανέμους να φυσάνε και να σε συνεπαίρνει η αύρα του, η όλη του πολυσχιδής αισθητική και φυσικά, κερασάκι στην τούρτα αυτής της απόλαυσης, η απαστράπτουσα Sara Bianchin που σαν Σειρήνα σε καλεί να υπακούσεις στις προσταγές της. Έχετε ακούσει φωνές και φωνές εντός κι εκτός μεταλλικού ήχου –στερεοτυπικού και μη- αλλά εδώ μιλάμε για χροιά που σου καρφώνεται στον εγκέφαλο και δε σε αφήνει σε ησυχία αν την πρωτογνωρίσεις. Αρκετοί πάθατε πλάκα με το βίντεο του “Pilgrim” και ορθώς πράξατε.

Οι μη γνωρίζοντες καθόλου το συγκρότημα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει ως βάση έκφρασης το doom σκεπτικό, αλλά ακούγεται πολύ πιο πολυδιάστατο. Οι αργές ως υποτονικές στιγμές κυριαρχούν, αλλά εκεί που οι WINDHAND ας πούμε συναντούν την τσαχπινιά των BLOOD CEREMONY χωρίς τόσο ψυχεδελική προσέγγιση, έρχονται οι MESSA με το δικό τους στυλ να κάνουν κτήμα αυτό το ηχητικό μονοπάτι και να δώσουν το δικό τους στίγμα. Λίγο vintage, λίγο doom, λίγο κρυφο-drone κλείσιμο του ματιού, αλλά στο τέλος ΠΟΛΥ σε ότι κι αν θέλει να πρεσβεύσει. Θεωρώ ότι οι ταμπέλες και χαρακτηρισμοί μόνο κακό θα κάνουν σε ένα πλήρως συγκροτημένο και άψογα δομημένο αποτέλεσμα, όπου στο τέλος μένεις έκθαμβος με την έκφραση και θάρρος που έχουν σαν συγκρότημα και που θες να το ξαναβάλεις να παίξει με τα μάτια κλειστά, οξύνοντας τις υπόλοιπες αισθήσεις σου που θέλουν να το αφουγκραστούν στο έπακρο. Τα λαγωνικά της Svart Records είναι ικανά να τους πάνε εκεί που δεν τους πήγαν τα δυο προηγούμενα -επίσης εξαιρετικά – άλμπουμ τους (“Belfry” – 2016, “Feast for water” – 2018) και ειδικά ο Έλληνας οπαδός μπορεί να πάρει πλέον γραμμή μια μπάντα που αν της δώσει τη δέουσα προσοχή, μπορεί να τον δοξάσει ως ακροατή στα χρόνια που έρχονται όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται αυτό.

Ίσως ο δίσκος που έχω γράψει για τη στήλη που οι περιγραφές και λοιπές αναφορές τον αδικούν. Κάντε στον εαυτό σας τη χάρη να τον ακούσετε και ίσως να αυξήσετε και τη βαθμολογία κατά κόρον.

(8,5 / 10)

Άγγελος Κατσούρας

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ON THE LOOSE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “On the loose”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Self-Released
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Flávio Lino – Φωνητικά
Marco Marouco – Κιθάρα/μπάσο
João Pedro Ventura – Τύμπανα
Alex VanTrue – Χορωδιακά φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
YouTube

Οι Πορτογάλοι ON THE LOOSE ξεκίνησαν σαν ένα one-man project του κιθαρίστα και μπασίστα Marco Marouco, των thrashers PERPATRATOR, για όσους παρακολουθούν στήλη και underground τεκταινόμενα. Ο αρχικός σχεδιασμός ήθελε τον Marco να κυκλοφορεί έναν κατά βάση instrumental δίσκο και να πλαισιώνεται, έστω στο studio, από κάποιους καλεσμένους μουσικούς. Την αλλαγή στα πλάνα την έφερε ο τραγουδιστής των Βρετανών AIRFORCE (του γνωστού Doug Sampson), Flávio Lino, ο οποίος αρχικά θα τραγουδούσε σε κάποιο ή κάποια τραγούδια. Η φωνή του όμως ταίριαξε τόσο καλά με τις συνθετικές ιδέες του Marco, που αποφασίστηκε εν τάχει η ένταξή του στο group και η μετατροπή του σε κανονική, full time μπάντα, με την προσθήκη του drummer João Pedro Ventura. Με αυτό το line up και τον Alex VanTrue να βοηθά στα χορωδιακά φωνητικά, ηχογραφήθηκε το “On the loose”, η πρώτη, επίσημη προσπάθεια της μπάντας.

Ως πρώτο δείγμα, είχαμε ακούσει το φθινόπωρο του 2021 το κομμάτι “Midnight”. Τώρα, αν πω πως δε μου είχε κάνει εντύπωση, θα πω ψέματα. Ήταν λες και άκουγα, μουσικά, μια μίξη CANDLEMASS με SCALD, BATHORY, πρώιμους ATLANTEAN KODEX και από πάνω φωνητικά από τον Bruce Dickinson. Μιλάμε για απίστευτη ομοιότητα, ο Lino έχει περίπου τη φωνή που ακούμε από τον Bruce, από το 1997 και μετά. Ώριμος, με εντυπωσιακή έκταση, ίδιο ηχόχρωμα… πρέπει να τον ακούσεις για να πειστείς. Ξέρουμε λοιπόν πως θα ακουγόταν ο “Air raid siren”, αν αποφάσιζε να τραγουδήσει σε κάποιο epic doom metal project! Και η μουσική όμως, δεν ακούγεται διόλου αμελητέα. Εξ ολοκλήρου αργοί ρυθμοί, άπλετο επικό συναίσθημα, πολύ ωραίες χορωδίες και τα προαναφερθέντα εντυπωσιακά φωνητικά, συνθέτουν ένα όμορφο puzzle. Στιχουργικά έχουμε ένα περίπου concept δημιούργημα, καθώς κάθε τραγούδι έχει τη δική του ιστορία γύρω από κάποια αμαρτία (είναι και επτά τον αριθμό και μοιραία μου ήρθε στο μυαλό ο στίχος “seven deadly sins…”), χωρίς να συνδέονται κατ’ ανάγκη μεταξύ τους.

Διαπιστώνω όμως ένα σημαντικό ζήτημα, που λειτουργεί ως τροχοπέδη: Ενώ υπάρχουν κάποια παραπάνω από απλώς αξιοσημείωτα τραγούδια σε τούτο το άλμπουμ, όπως το “Midnight”, το “Deceiver”, το “Path” και το ομώνυμο και τα υπόλοιπα δεν τα λες μέτρια ή κακά, η μοναδική διάσταση στην τεχνοτροπία της σύνθεσης, οι αιωνίως αργοί ρυθμοί και η μεγάλη διάρκεια των κομματιών, καθιστούν το “On the loose” δύσκολο να ακουστεί από την αρχή μέχρι το τέλος, συνεχόμενα. Υπό πιο επεξηγηματικό ύφος, αν παίρναμε επί παραδείγματι τα τέσσερα που μόλις ανέφερα και τα βάζαμε σε ένα EP, θα είχαμε ένα μικρό διαμάντι! Τώρα, έχουμε έναν δίσκο με αυξομειώσεις στο συνθετικό επίπεδο. Θεωρώ λοιπόν πως αφού ικανότητες υπάρχουν και οι «βάσεις» έχουν μπει, με περισσότερη και σωστή δουλειά, ίσως στο μέλλον ακούσουμε κάτι πραγματικά καλό από τους Πορτογάλους. Ως τότε, κρατώ κάποια κομμάτια για τις προσωπικές μου συλλογές και δε γίνεται να βάλω παραπάνω από ένα «αισιόδοξο»…

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading
Click to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Underground Halls

Underground Halls Vol. 114 (BATTERING RAM, BIRTH, HORN, MORRIGAN, PAGANIZER, SERPENT ASCENDING)

Published

on

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BATTERING RAM
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Second to none”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Uprising! Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Johan Hallström – Φωνητικά
Joakim “Jocke” Ståhl – Μπάσο
Jonas Edmark – Κιθάρες
Tony Trust – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Website
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Οι BATTERING RAM μας έρχονται από μια μικρή σουηδική πόλη, το Filipstad, γνωστή για τα ορυχεία της. Ένα μέρος που δεν έχεις ακούσει ποτέ, ένα μέρος που δεν έχεις πάει ποτέ και ένα μέρος που πιθανότατα δεν θα επισκεφτείς ποτέ. Εκεί πάνω στον Βορρά, στα σκανδιναβικά δάση, δημιουργήθηκε το 2017 αυτό το κουαρτέτο, που γρήγορα προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον μεταξύ των οπαδών της «σκληρής μουσικής» τόσο στην Σουηδία, όσο και γενικότερα στη Σκανδιναβία. Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε το 2020, έγινε δεκτό με πολλά θετικά σχόλια και πολύ καλές κριτικές από τον Τύπο, δημιουργώντας θετικότατες εντυπώσεις και καλλιεργώντας προσδοκίες για ένα ακόμη καλύτερο μέλλον. Αλλά, αν και τα προαναφερθέντα σκανδιναβικά δάση, κομμάτι της παραμυθένιας σκανδιναβικής φύσης, είναι φημισμένα για τα ξωτικά και τα trolls που τα περιδιαβαίνουν, οι BATTERING RAM δεν ακολουθούν τέτοιο μονοπάτι. Ούτε black θα ακούσεις εδώ, ούτε επικό metal.

Στο Second to none, οι Σουηδοί παίζουν ένα απλό, αλλά όχι απλοϊκό, ευθύβολο hard rock n’ roll, βαρύ, δυναμικό, groove-άτο με μεγάλα hooks και το σωστό attitude. Με καταβολές από τις δεκαετίες του 1970 και του ‘80 αλλά με το βλέμμα να κοιτάζει και το τι γίνεται γύρω τους στις μέρες μας, παραμένουν πιστοί στις αρχές των μεγάλων του είδους που υπηρετούν, αλλά παράλληλα σφραγίζουν τη μουσική τους με τη δική τους, σύγχρονη υπογραφή. Τούτο το δισκάκι ξεχειλίζει από ενέργεια. BACKYARD BABIES, HARDCORE SUPERSTAR, D-A-D, VOLBEAT, MUSTASCH, BLACK LABEL SOCIETY, να μερικές από τις μπάντες που επηρεάζουν τους BATTERING RAM, οπότε, πως γίνεται να μην είναι γεμάτο ενέργεια; Μάλιστα, είμαι σίγουρος πως στην σκηνή θα είναι ακόμη καλύτεροι, αφού και τα τραγούδια είναι κομμένα και ραμμένα για live καταστάσεις και το λένε και οι ίδιοι: “The hard rock stage, will always be our home”. Η παραγωγή είναι super, δε θυμάμαι αν το είπα αυτό…

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BIRTH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Born”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Bad Omen Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Conor Riley – Φωνητικά, κιθάρα, πλήκτρα
Brian Ellis – Κιθάρα, πλήκτρα
Trevor Mast – Μπάσο
Thomas Di Benedetto – Τύμπανα
Paul Marrone – Κρουστά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
YouTube

Οι BIRTH είναι από τη Νότια Καλιφόρνια και τους συναντούμε για πρώτη φορά. Μπορεί όμως με αυτήν τη μορφή να είναι πρωτόβγαλτοι, δεν είναι όμως νέοι στον χώρο, ως μονάδες, καθώς αποτελούνται από πρώην ή νυν μέλη των JΟΥ, RADIO MOSCOW, SACRI MONTI και ASTRA. Ίσως τώρα κάποιοι να υποπτεύονται το τι θα διαβάσουν στην συνέχεια, ίσως όχι, εμείς προχωράμε έτσι κι αλλιώς. Δε ξέρω επίσης πόσοι είχαν ακούσει το ομώνυμο demo EP του 2021, οπότε και περίμεναν το πρώτο επίσημο full length του group, εγώ πάντως δεν είμαι μεταξύ αυτών. Τέλος πάντων, από εκείνο το EP πήραν και τις τρεις του συνθέσεις (“Descending us”, “Cosmic tears” και “Long way down”), τις «δούλεψαν» ξανά και μαζί με τρία νέα κομμάτια δημιούργησαν την εξάδα του ντεμπούτου τους, Born.

Πάμε στο διά ταύτα. Οι Καλιφορνέζοι rock-άρουν, σε φάσεις hard rock-άρουν και συνάμα γίνονται προοδευτικοί, παραπέμποντας στα τιτάνια συγκροτήματα και albums της δεκαετίας του ‘70. Έχουν και μια ψυχεδελική διάθεση μαζί με την prog rock αισθητική τους, που δίνει επιπλέον πόντους στην όλη retro ατμόσφαιρα. Έχουν σωστές επιρροές (DEEP PURPLE, URIAH HEEP, CAMEL, E.L.P, KING CRIMSON, τέτοια πράγματα), έχουν έμπνευση, είναι «μάστορες» του mellotron και του Hammond B3, είναι ικανοί μουσικοί, τσιμπούν και τα δανειάκια τους από δω και κει (για παράδειγμα το “Descending us” είναι τόσο “Child in time” όσο είναι και “Firefly” ή “The magician’s birthday”, ως εκ τούτου είναι ένα μικρό έπος), γενικά, τη ξέρουν τη δουλειά!

Στιχουργικά, καταπιάνονται με τη δυστοπική επιστημονική φαντασία και αναλόγου υφής υπερβατικά θέματα, κάτι που ταιριάζει με τη μουσική τους. Όλοι οι παίκτες δουλεύουν σαν μια πολύ καλά προπονημένη ομάδα, έχουν πολύ καλή χημεία μεταξύ τους (φαίνεται αυτό) και έτσι, αβίαστα, το τελικό αποτέλεσμα είναι παραπάνω από απλά αξιόλογο. Αρκετές φορές δε, θα σου δημιουργηθεί η εντύπωση πως η ομάδα αυτή προβαίνει σε ένα εξαιρετικό jamming, γνώρισμα που τείνει να εκλείψει από το rock σήμερα.

Το “Born” είναι ένα πολύ καλό πρώτο βήμα για τους BIRTH. Είναι ένα καταπληκτικό κομμάτι βαριάς psych/prog rock απόλαυσης που γίνεται πιο εντυπωσιακό επειδή είναι η πρώτη συλλογή των BIRTH. Κάθε απόσπασμα είναι σαγηνευτικό και ευρηματικό, με μια εντυπωσιακή ισορροπία μεταξύ ρετρό πρωτοτύπων και σύγχρονης παραγωγής. Επιπλέον, η συγκριτικά συνοπτική διάρκεια κάνει τις συχνές αναπαραγωγές άκρως δελεαστικές. Συνολικά, λοιπόν, οι BIRTH πετυχαίνουν απόλυτα αυτό που επιδιώκουν, οπότε οι οπαδοί αυτού του είδους μουσικής θα λατρέψουν απόλυτα κάθε στιγμή.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HORN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Verzet”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Nerrath – Φωνητικά, Κιθάρες, Μπάσο, Μαντολίνο, Dulcimer, Synthesizer
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
Instagram
YouTube

Το δέκατο άλμπουμ τους κυκλοφόρησαν οι Γερμανοί ή πιο σωστά ο Γερμανός Nerrath μόνο μέλος, συνθέτης και οργανοπαίχτης της Pagan Black Metal μπάντας HORN. Το νέο άλμπουμ “Verzet” δείχνει τη μουσική να έχει μια περισσότερο folk διάθεση,  επηρεασμένη και προσανατολισμένη στη φύση, απομακρυνόμενο από τον πιο καθαρό παγανιστικό Black Metal ήχο των προηγούμενων κυκλοφοριών τους. Τα φωνητικά έχουν κυρίως μία βραχνάδα, πολλές φορές είναι καθαρά και σε σημεία μπορεί να ακούσει κανείς και κάποια ουρλιαχτά που να θυμίζουν το είδος στο οποίο κατατάσσονται οι HORN. Πολύ σκοτεινό, βαρύ και μυστηριακό το “Verzet”, ξεκινάει με το “Pein muss – gerieben als Korn” εισάγοντας απευθείας τον ακροατή σε αυτό το μυστηριώδες σχεδόν λατρευτικό ταξίδι μέσα σε ένα αρχαίο δάσος όπου ο χρόνος δεν έχει σημασία, οι θρύλοι, οι παραδόσεις και οι ιστορίες είναι αληθινές και ίσως και απειλητικές. Όλες οι συνθέσεις που ακολουθούν έχουν ακριβώς αυτήν την αισθητική, εξυμνώντας την φύση, την παράδοση, τις λαϊκές ιστορίες, το φολκλόρ.

Οκτώ τραγούδια, μερικά από τα οποία επικά και μεγάλα σε μήκος, με τη μουσική να αποτυπώνει μια μεσαιωνική ατμόσφαιρα κατά περιόδους, με μια πολύ καλή ισορροπία μεταξύ αργών, μεσαίων και γρήγορων μερών, με το τρέμολο να δίνει στη μουσική μια πιο ωμή αίσθηση όταν χρησιμοποιείται, ενώ στα πιο γρήγορα τμήματα των τραγουδιών, η χρήση blast beats χαρίζει ένταση στο αποτέλεσμα. Τσέλο, μαντολίνα, ένα είδος σαντούρι και ακουστικές κιθάρες συμβάλουν εξαιρετικά στην πολυποικιλότητα των ήχων, με το ορχηστρικό “Parole sono pietre” να αποτελεί υπόδειγμα σύνθεσης και το ομώνυμο “Verzet” να κλείνει πολύ όμορφα τον δίσκο. Μία πολύ δυνατή προσθήκη στον κατάλογο των HORN, γιορτάζοντας με αυτόν τον τρόπο εκτός από το δέκατο άλμπουμ τους και τα είκοσι χρόνια ύπαρξης τους. Σίγουρα θα προσφέρει απόλαυση στους λάτρεις του είδους και δεν θα αφήσει ανικανοποίητο κανέναν ακροατή που θα το επιλέξει.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: MORRIGAN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Anwynn”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Werewolf Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Beliar – Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα
Impudicus – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
YouTube
Οι MORRIGAN, είναι ένα Γερμανικό Black Metal σχήμα, το οποίο έλκει την θεματολογία του από την Κέλτικη (καίτοι Γερμανοί) αλλά και την Γερμανική μυθολογία. Από την αρχή της καριέρας τους το 2001 και μέχρι σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει οκτώ ολοκληρωμένα άλμπουμ, με τελευταίο το φετινό “Anwynn”. Παρότι ως MORRIGAN μετρούν ήδη 20 χρόνια ζωής, το συγκρότημα ιδρύθηκε αρχικά με το όνομα MAYHEMIC TRUTH και ήταν ενεργό από το 1992 ως το 2000, οπότε και κυκλοφόρησε μια σειρά από demos με ύφος πλήρως επηρεασμένο/φόρο τιμής στους τεράστιους ΒΑΤΗΟRY. Το σκοτάδι που δημιουργούσαν τότε οι MAYHEMIC TRUTH ήταν μια ασυνήθιστη αντίστιξη στις ολοένα και πιο mainstream φιλοδοξίες του Black Metal κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και επίσης χρησίμευε ως ένας πυλώνας του underground Black Metal της Γερμανίας. Ωστόσο, όταν το συγκρότημα άλλαξε το όνομα του σε MORRIGAN στην αυγή της νέας χιλιετίας και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του άλμπουμ, “Plague, waste and death”, έγιναν αλλαγές – και ήταν μεγάλες. Για την υπόλοιπη δεκαετία που ακολούθησε, οι MORRIGAN πέρασαν από το πιο σκληρό ύφος των ΒΑΤΗΟRY στην ένδοξη «εποχή των Βίκινγκ» του ινδάλματος τους.

Τα χρόνια φέρθηκαν ευγενικά στους MORRIGAN. Όχι μόνο ακούγονται εντελώς αναζωογονημένοι με το παγανιστικό μέταλ τους, αλλά βρίσκονται αναμφισβήτητα στο απόγειο των δυνάμεών τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος, το άλμπουμ θυμίζει μαγικά την εποχή των Βίκινγκ, οδηγώντας τον ακροατή μακριά σε ξεχασμένα βασίλεια και μεγάλες περιπέτειες. Δυσοίωνες συγχορδίες και όπως πάντα, η παθιασμένη φωνή του ιδρυτή Beliar προσδίδει μια απίστευτη ένταση σε όλα. Μια εισαγωγή προσανατολισμένη στη φύση ξεκινά το άλμπουμ, ενώ μεγάλο μέρος των κομματιών είναι πολύ μεγάλα και επικά σε μήκος, ενώ τα καθαρά φωνητικά θυμίζουν το στυλ των φωνητικών στο “Hammerheart” των ΒΑΤΗΟRY, συνδυαζόμενα με τα κυρίαρχα Black γρυλίσματα. Μελωδίες προστίθενται σε κάποια από τα riff της κιθάρας, ενώ σε ορισμένα σημεία του άλμπουμ ακούγονται και παραδοσιακά βόρεια όργανα. Το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής είναι βαθιά ριζωμένο στην εποχή της δεκαετίας του ’90, ανανεώνοντας το γνώριμο old school στυλ. Η παραγωγή δε, ακούγεται πολύ σκοτεινή και ακατέργαστη. Αν είστε λάτρης αυτού του μουσικού είδους, πρέπει οπωσδήποτε να δείτε αυτό το άλμπουμ, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα “Herald Of The Sheep”, “Blind Witch” και “Ivy”. Θα καταλάβετε μετά την ακρόαση γιατί!

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PAGANIZER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Beyond the macabre”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Transcending Obscurity Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Rogga Johansson – Φωνητικά, Κιθάρες
Matthias Fiebig – Τύμπανα
Martin Klasén – Μπάσο
Kjetil Lynghaug – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
YouTube

Ακόμα και αν κάποιος δεν γνωρίζει τους PAGANIZER, αποκλείεται να μην έχει πετύχει κάπου τον εκ των βασικών συντελεστών τους Rogga Johansson καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ, αναφέρεται ως μέλος τουλάχιστον 43 ενεργών συγκροτημάτων, τα περισσότερα από τα οποία έχουν κυκλοφορήσει άλμπουμ τα τελευταία 2-3 χρόνια. Ο Johansson παραμένει από τους πλέον παραγωγικούς μουσικούς στη metal σκηνή σε μεγάλο βαθμό, με ναυαρχίδα του να παραμένουν οι προαναφερθέντες Σουηδοί Death Metallers. Αν έχετε ακούσει κάποιο από τα έντεκα προηγηθέντα άλμπουμ των  PAGANIZER, από το 1999 οπότε και δημιουργήθηκαν, τότε σίγουρα ξέρετε και τι να περιμένετε από την δωδέκατη δουλειά τους, το φετινό Beyond the macabre. Είναι ένα κλασικό άλμπουμ των Σουηδών, στο καλούπι των ENTOMBED και DISMEMBER, και διαφέρει ελάχιστα από τα άλλα άλμπουμ τους. Ίσως είναι λίγο περισσότερο μελωδικό, όχι τόσο άγριο όσο το “The tower of the morbid” του 2019 και συνολικά, στρέφεται περισσότερο σε σκοτεινές μελωδίες, γιατί αυτή τη φορά ο ήχος της κιθάρας και τα riff δεν είναι αρκετά άγρια για να στηρίζονται οι συνθέσεις μόνο στην βαρύτητα. Αυτό, είναι άλλο ένα μικρό πραγματάκι, στην πολύ αργή εξέλιξη του σχήματος, το οποίο παρουσιάζει σε κάθε νέα του δουλειά, μία πολύ μικρή διαφοροποίηση από την προηγούμενη, παραμένοντας πιστό στις ρίζες του.

Με το μεγαλύτερο κενό μεταξύ δύο πλήρους μήκους άλμπουμ για τους PAGANIZER να είναι αυτά τα τέσσερα χρόνια, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι οι Σουηδοί διέρχονται μία στείρα από πλευράς έμπνευσης περίοδο στην καριέρα τους. Ωστόσο, ποτέ οι PAGANIZER δεν επέτρεψαν στους εαυτούς τους να γίνουν ένα σχήμα όπου οι όροι «έλλειψη», «παρακμή» ή «κακός δίσκος» μπήκαν στο DNA τους, με κάθε δισκογραφική προσπάθεια τους να είναι μια απόδειξη. Θα ήταν λοιπόν μάλλον άστοχο και από αυτόν τον δίσκο να περιμένει κανείς κάτι λιγότερο από ένα συγκρότημα σαν αυτό, με όσα έχουν καταφέρει στην τεράστια καριέρα τους, παρά να ακούσει εξαιρετικό, γνήσιο Death Metal, όπως αυτοί ξέρουν να το αποδίδουν. Χωρίς να αφήνουν στον ακροατή την δυνατότητα να πάρει ούτε ανάσα, το άλμπουμ ξεκινάει δυναμικά, συνεχίζει δυναμικά και καταλήγει; Μα φυσικά δυναμικά. Κολασμένη μεγαλοπρέπεια, εκτόξευση ηχητικών βλημάτων σε υψηλή ταχύτητα, το riffing να ισοπεδώνει οικοδομικά τετράγωνα, οι ρυθμοί των τραγουδιών να είναι η ορμή μιας άγριας επίθεσης, με γρυλίσματα και παράλογες κραυγές να προσθέτουν στη μακάβρια και άγρια ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Ξεκάθαρα πράγματα, για ακροατές με ξεκάθαρα γούστα.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SERPENT ASCENDING
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Hyperborean folklore”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: I, Voidhanger Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jarno Nurmi – Όλα τα όργανα, φωνητικά, στίχοι
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Instagram
YouTube
YouTube

Ενεργοί από το 2008, οι SERPENT ASCENDING είναι το σόλο project του Jarno Nurmi, ενός μουσικού με παρελθόν στους DESECRESY, SLUGATHOR, NERLICH και άλλα φινλανδικά Death Metal συγκροτήματα. Οι SERPENT ASCENDING ήταν πάντα η προσωπική απόπειρα του Nurmi να βυθιστεί στο απόκρυφο και το σκοτάδι, και στο νέο του άλμπουμ “Hyperborean folklore” εμβαθύνει στις φιλανδικές μυθολογίες, αντλώντας την έμπνευση του από συναρπαστικά ποιήματα, από την Kalevala και άλλα αρχαία κείμενα. Μετά την συλλογή “The enigma unsettled” του 2011, και το Blackened Death Metal ντεμπούτο τους “Aṇaṅku” του 2016, το “Hyperborean folklore” μετατοπίζει το ηχητικό κέντρο βάρους της μπάντας ακόμη περισσότερο προς το επικό μέταλ. Το Death Metal συστατικό είναι ακόμα εκεί, αλλά είναι θαυμάσια συγχωνευμένο με μία Ηeavy Μetal χρεία που εκπλήσσει, ειδικά επειδή συνδυάζεται με μια μελαγχολική ατμόσφαιρα και μια υπνωτική -αν όχι ψυχεδελική- προσέγγιση. Η φωνή του Jarno Nurmi, ένα διαπεραστικό γρύλισμα, χάνεται έτσι μέσα σε μια ομιχλώδη κουβέρτα υφασμένη από τις κιθάρες, συμπαρασύροντας μαζί όλες τις αισθήσεις του ακροατή.

Ενώ το “Aṇaṅku” είχε πολλά μικρότερα τραγούδια, τώρα οι ιδέες ενώνονται πιο προσεκτικά για να σχηματίσουν μεγαλύτερες δομές τραγουδιών με περισσότερο χρόνο για να χτιστεί ατμόσφαιρα και περιοδικές εντάσεις. Το Progressive, το επικό, το ακραίο και το Ηeavy Μetal στοιχείο, στήνουν το σκηνικό με πρωταγωνιστή ένα φανταστικό βασίλειο της αρχαίας λαογραφίας του λαού του συνθέτη. Ένα σκοτεινό underground έπος της ακραίας μεταλλικής σκηνής, το “Hyperborean folklore”  είναι ένας σύγχρονος τιμητής των μεγάλων βόρειων Επών του παρελθόντος. Με πλήρως ανανεωμένους ρυθμούς και φόρμες, η μουσική αξία του “Hyperborean folklore” όσον αφορά τη δισκογραφία όχι μόνο των SERPENT ASCENDING, αλλά όλων των σχημάτων που άπτονται των φινλανδικών, των Σάμι και των Σκανδιναβικών (ή Fennoscandic) λαογραφικών παραδόσεων, ανεβάζουν πολύ τον πήχη της εξιστόρησης μέσω της μουσικής τέτοιων όμορφων, μυστηριακών και ως ένα βαθμό παγανιστικών θεμάτων. Η αποζημίωση και η ικανοποίηση από τα τέσσερα τραγούδια και τα σχεδόν σαράντα λεπτά διάρκειας τους, είναι βέβαιη για τους ακροατές που θέλουν να αφιερώσουν χρόνο σε αυτό το άλμπουμ.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Continue Reading

Underground Halls

Underground Halls Vol. 113 (NUBIVAGANT, PESTILENT HEX, TUNGSTEN, WICKED STONE)

Published

on

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: NUBIVAGANT
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The wheel and the universe”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Amor Fati Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Omega – Φωνητικά, όλα τα όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
Instagram
YouTube

Αν και ο μουσικός Gionata “Thorns” Potenti είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστός ως ντράμερ, έχοντας συμμετάσχει ως καλεσμένος μουσικός στο παρελθόν σε σχήματα όπως οι BLUT AUS NORD, FROSTMOON ECLIPSE και πολλά άλλα, οι δυνατότητές του ξεπερνούν κατά πολύ τη θέση του πίσω από το drum kit. Έχοντας δουλέψει αθόρυβα ως NUBIVAGANT, με δύο άλμπουμ ως τώρα, με δεύτερο το ολόφρεσκο (και παγωμένο) “The wheel and the universe” του 2022, η ικανότητα του Potenti ως πολυοργανίστας, που χειρίζεται κιθάρες, ντραμς, μπάσο και φυσικά φωνητικά, έχει προχωρήσει σε ακόμα ανώτερα επίπεδα. Ακολουθώντας μια προσέγγιση τραγουδοποιίας προσανατολισμένη στο drone, με τραγούδια που συχνά περιστρέφονται μέσα στα όρια ενός Doom ύφους, ο ήχος των NUBIVAGANT είναι περισσότερο υπνωτικός παρά επιθετικός, πάντα όμως στο πνεύμα του Black ήχου, επικεντρωμένος στην φωνή του Potenti και εδώ συμβαίνει το παράδοξο και παράλληλα ιδιαίτερο που κάνει το άλμπουμ να ξεχωρίζει.

Ακούς μεν black metal (ατμοσφαιρικό, μελωδικό, με doom στοιχεία, όπως θέλετε πείτε το) μουσικά, στην φωνή όμως, ακούς καθαρά, σχεδόν τελετουργικά φωνητικά, με τα υπόλοιπα (παιγμένα πάντα από αυτόν) όργανα να συνοδεύουν τους τόνους που τραγουδά. Σε όσους γνωρίζουν ήδη τους NUBIVAGANT βέβαια, αυτό δεν θα αποτελέσει έκπληξη, μιας και το ίδιο συμβαίνει και στο προηγούμενο, εξίσου καλό άλμπουμ του Ιταλού, το “Roaring eye”. Στην όλη ατμόσφαιρα συνεισφέρει και το εξώφυλλο, φυσική συνέχεια του προηγούμενου άλμπουμ, το οποίο παραπέμπει σε γκραβούρα από σελίδες βιβλίου μιας άλλης εποχής. Με έξι συνθέσεις και διάρκεια περίπου τα 45 λεπτά, η νέα δουλειά των (του) NUBIVAGANT, θα δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο του Black σε όσους δεν τους γνωρίζουν, και θα ικανοποιήσει πολύ, όσους τους είχαν ανακαλύψει και εκτιμήσει ήδη από την πρώτη τους κυκλοφορία.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PESTILENT HEX
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The ashen abhorrence”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Debemur Morti Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
L.L. – Όλα τα όργανα/σύνθεση
M.M – Φωνητικά/στίχοι
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
YouTube

Ένα ακόμη μυστηριώδες black metal project κάνει την εμφάνισή του στον χώρο του underground, αποτελούμενο από τους L.L. (κατά κόσμον Lauri Laaksonen, τον οποίο συναντάμε επίσης στους DESOLATE SHRINE, CONVOCATIO και ORDINANCE) και M.M. (Matti Mäkelä, αυτόν τον βλέπουμε στους CORPSESSED, TYRANNY και PROFETUS). Ως εκ τούτου, οι PESTILENT HEX είναι Φινλανδοί. Και τώρα που λύσαμε αυτόν τον τόσο δύσκολο (ΝΟΤ) γρίφο, ας περάσουμε και στα ενδότερα. Όπως διατρανώνουν οι ίδιοι, σκοπός αυτού του συγκροτήματος είναι να «στείλει», με το ντεμπούτο του “The ashen abhorrence”, τον ακροατή πίσω στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ή εναλλακτικά να «φέρει» την ίδια την εποχή στο «σήμερα».

Τι γινόταν τότε, όσοι ζήσαμε εκείνη την περίοδο, το ξέρουμε πολύ καλά και ήδη υποπτευόμαστε τι θα ακούσουμε. Για τους νεότερους σε ηλικία και όσους έχουν για τον α’ ή β’ λόγο άγνοια, ήταν μια εποχή που ξεκινούσε να μεσουρανεί το μελωδικό, συμφωνικό black metal, όπως διαμορφώθηκε και τελειοποιήθηκε από σχήματα σαν τους DIMMU BORGIR, EMPEROR, COVENANT (δεν υπάρχουν The Kovenant, αρνούμαι να δεχτώ την αλλαγή ονόματος και ύφους) και ARCTURUS. Αυτές είναι και οι επιρροές των Φινλανδών, οι οποίες μετουσιώνονται σε τραγούδια τα οποία δεν ακούγονται σαν φτηνές «ρέπλικες» της κληρονομιάς των προαναφερθέντων «φάρων», αλλά έχουν τη δική τους υπόσταση. Έτσι έχουν τα πράγματα, όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους και το κοινό τους όραμα μουσικοί που μεγάλωσαν σε μια συγκεκριμένη εποχή και τη ξέρουν καλά, το αποτέλεσμα μόνο καλό θα είναι όταν θελήσουν να την τιμήσουν με τον δικό τους τρόπο. Σ’ αυτό βέβαια βοηθά και το περιβάλλον, η νοοτροπία, η ιστορία και η κουλτούρα της Φινλανδίας. Το σκοτάδι και η «μουντάδα» είναι στη φύση των απανταχού Φινλανδών, είναι μέρος του DNA τους και πάντα η μουσική θα αποτελεί ένα «όχημα» ώστε να εκφραστεί καθετί το σχετικό.

Χωρισμένο σε έξι τμήματα, το “The ashen abhorrence” έχει μια πολύ σωστή ροή, δεν κάνει «κοιλιά» και δεν πλατειάζει ανούσια. Έχει ωραίες, πλούσιες ενορχηστρώσεις, ιδανική αναλογία μεταξύ των οργάνων, φωνητικά ανάλογης υφής και γενικά, ενδείκνυται για όσους «θαμπώθηκαν» (και όχι άδικα) από το majestic black metal των 90s, πριν αυτό χάσει την «αίγλη» του. Καλή πρώτη προσπάθεια!

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: TUNGSTEN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Bliss”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Arising Empire
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mike Andersson – Φωνητικά
Karl Johansson – Μπάσο, πλήκτρα, φωνητικά
Nick Johansson – Κιθάρα
Anders Johansson – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Website
Facebook
YouTube

Οι TUNGSTEN, είναι ένα Σουηδικό Power/Symphonic Metal συγκρότημα και κυριολεκτικά είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε «οικογενειακή υπόθεση». Ξεκίνησαν ως πνευματικό τέκνο του πρώην ντράμερ των HAMMERFALL και MANOWAR, Anders Johansson, ως μια προσπάθεια να σχηματίσουν ένα συγκρότημα με τους δύο γιους του. Τόσο ο Nick Johansson στις κιθάρες όσο και ο Karl Johansson στο μπάσο είναι εξαιρετικοί μουσικοί, αλλά η συνεργασία με τον πατέρα τους, ήταν η ώθηση που χρειαζόταν για να ξεκινήσουν την δική τους μουσική περιπέτεια. Το “Bliss” είναι το τρίτο τους άλμπουμ, μετά το ντεμπούτο τους το 2019 και σε αυτό συναντάμε επιρροές τόσο από την «βόρεια» κληρονομιά τους, όσο και πολλά Folk στοιχεία, τα οποία κάνουν την εμφάνιση τους με το καλημέρα και το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ, το “Dreamers”.

Ποικιλόμορφο μουσικά άλμπουμ, στο “March along” παίρνουμε μια γερή δόση Ιndustrial Μetal με την περίεργη ιδέα των TUNGSTEN να πειραματιστούν με ένα τόσο ετερόκλητο είδος από αυτά που κυριαρχούν στην μουσική τους. Δεν λείπουν Power κλισέ όπως επανάληψη του ρεφρέν επί τέσσερα χρησιμοποιώντας υψηλότερο εύρος οκτάβας της φωνής από την κιθάρα, παράδειγμα αυτού το “On the sea”, κανείς όμως δεν μπορεί να κατηγορήσει τους TUNGSTEN για έλλειψη ποιότητας και δεξιοτεχνίας. Οι TUNGSTEN θεωρούν αυτό το άλμπουμ πιο σκοτεινό από τους προκατόχους του, αλλά αρκούν ένα σωρό Death Metal γρυλίσματα και τα περιστασιακά επιθετικά τύμπανα για να δημιουργήσουν μία τέτοια ατμόσφαιρα; Από το κινηματογραφικό “March along” και τα «κλασικά» power metal vibes του “Heart of rust”, στο εκπληκτικά πιασάρικο “Come this way” και την Ιndustrial ομορφιά του ομότιτλου κομματιού, το άλμπουμ με την υπέροχη παραγωγή του και με τα γρήγορα αλλά και τα μελωδικά και ταξιδιάρικα κομμάτια του όπως το  “Northern lights” και τους ταξιδευτές Βίκινγκς του, προσφέρεται για διασκέδαση και διασκέδαση θα λάβει ο εκάστοτε ακροατής του.

(7,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Tina Korhonen

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: WICKED STONE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Synergy”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hard To Stay Quiet Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Joe Hawx – Φωνητικά
Olly Smith – Τύμπανα
Dave Austin – Κιθάρες
Joe Davies – Κιθάρες
Tom Lane – Μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Website
Facebook
Spotify
YouTube

Δεύτερο album για τους Βρετανούς rockers WICKED STONE, μετά το ντεμπούτο τους “Ain’t no rest” του 2019 και τρίτη συνολικά κυκλοφορία, αν προσμετρήσουμε και το ep “Devil in me”. Πρόκειται για μια από τις μεγάλες ελπίδες του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα από τα πλέον ανερχόμενα ονόματά του και αγαπημένα παιδιά του Steve Harris, ο οποίος τους πήρε μαζί του για να ανοίγουν για τους BRITISH LION. Δεν είμαι από αυτούς που λατρεύουν «ιερές αγελάδες» και θέτουν προσωπικότητες στο απυρόβλητο, αλλά αλίμονο, για να τους είχε μαζί του ο Steve Harris, κάτι θα είδε, δεν μπορεί!

Συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησαν με το “Ain’t no rest”, οι WICKED STONE στοSynergy κρατούν όλα τα θετικά τους στοιχεία και βελτιώνουν το σύγχρονο hard rock τους, σε εντυπωσιακό βαθμό. Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει λοιπόν τον ακροατή, είναι οι κιθάρες των Dave Austin και Joe Davies. Όγκος και μελωδία σε απόλυτη ισορροπία, σύγχρονη προσέγγιση, ευφάνταστα, εμπνευσμένα θέματα… Σπουδαία απόδοση από το δίδυμο! Από κοντά και το rhythm section των Smith και Lane, ενώ αξίζει ένα «μπράβο» στον Joe Hawx γιατί, αν και ακολουθεί μια φωνητική προσέγγιση που εμένα τουλάχιστον δε με ελκύει ιδιαίτερα, καθώς είμαι της «παλαιάς σχολής» όσον αφορά τα hard rock φωνητικά, εντούτοις «πατάει» πολύ ωραία στις νότες και έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο.

Οι WICKED STONE αντλούν τις rock επιρροές τους από συγκροτήματα σαν τους ALTER BRIDGE (κυρίως) και SIXX A.M και τις αντίστοιχες metal (γιατί έχει και από αυτό ο νέος δίσκος) από τους BLACK LABEL SOCIETY, τους METALLICA (λίγο “Metallica”, λίγο “Load” και λίγο “Hardwired…”) ως και τους BULLET FOR MY VALENTINE. Δίνουν μεγάλο βάρος στη δημιουργία «πιασάρικων» refrains (επιτυχώς θα έλεγα) και δείχνουν πως έχουν ως πρώτο και κύριο γνώμονα τη σύνθεση τραγουδιών που θα μπορούν να τους τοποθετήσουν στις σκηνές μεγάλων fests ανά την υφήλιο.

Αν βοηθούσε λίγο περισσότερο και το δεύτερο μισό του, το “Synergy” θα έπαιρνε μεγαλύτερο βαθμό. Δυστυχώς όμως, τα τρία τελευταία κομμάτια δε μπορούν να ακολουθήσουν στην «κούρσα», τον «ρυθμό» των πρώτων έξι. Δεν ξέρω αν στο τέλος καταφέρουν να πετύχουν τον στόχο της mainstream καταξίωσης, πάντως έχουν όλα τα φόντα να το κάνουν. Αν στην επόμενη κυκλοφορία δούμε το όνομα μιας μεγάλης εταιρείας κάτω από τον τίτλο, προσωπικά δε θα παραξενευτώ.

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading

Underground Halls

Underground Halls Vol. 112 – High Roller Special Edition (IRONFLAME, LORD VIGO)

Published

on

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: IRONFLAME
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Where madness dwells”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Andrew D’Cagna – Φωνητικά, κιθάρα, μπάσο, τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Quinn Lukas – Κιθάρα
Jesse Scott – Κιθάρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
YouTube

Έχω δει κι αν δεν έχω δει προσωπικά projects και “one man’s bands”… Έχω δει κι αν δεν έχω δει καλλιτέχνες που δεν ησυχάζουν με τίποτα, που βρίσκονται συνέχεια υπ’ ατμόν και σε δημιουργικό οίστρο. Έχω δει όμως και τον Andrew D’ Cagna, για τον οποίο απορώ, πότε καταφέρνει και κοιμάται. Ο άνθρωπος εκτός των IRONFLAME που έχουν την τιμητική τους εδώ, βρίσκεται στους doom rockers BRIMSTONE COVEN, στους blackened doomsters COLDFELLS, στους death metallers INFIRMARY και UNWILLING FLESH, παίζει folk/black με τους NECHOCHWEN (τσεκάρουμε το φετινό τους album οπωσδήποτε, στο 109ο Halls), power metal με τους SILVERBLOOD και κλασσικό heavy με τους ICARUS WITCH. Μιλάμε δε για τον ορισμό όχι μόνο του πολυπράγμονος μουσικού αλλά και του πολυθεσίτη, αφού παίζει όλα τα όργανα και τραγουδά κιόλας, με την ίδια άνεση και επιτυχία.

Τους IRONFLAME τους μάθαμε αρχικά με το εξαιρετικό ντεμπούτο τους “Lightning strikes the crown” του 2017, με τις ρίζες της μπάντας να ξεκινούν από το 2016. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Andrew «Τη χρονιά εκείνη έχασα έναν καλό μου φίλο, που ήταν επίσης ένας σπουδαίος τραγουδιστής. Οι IRONFLAME υποτίθεται πως θα ήταν ο φόρος τιμής μου στη μνήμη του. Αρχικά ήθελα να κυκλοφορήσω μόνο ένα άλμπουμ, αλλά τα τραγούδια μας άρεσαν πολύ και όλο αυτό άρχισε να ‘μεγαλώνει’». Πράγματι, στη συνέχεια ενθουσιαστήκαμε εκ νέου με το “Tales of splendor and sorrow” του 2018, για να διαπιστώσουμε πως «τρίτωσε το καλό» με το προπέρσινο “Blood red victory”. Βέβαια ο πληθυντικός όσον αφορά το group θα μπορούσε να λείπει, αφού ο D’ Cagna παίζει τα πάντα και έχει κάθε φορά μερικούς guest μουσικούς, αλλά από την άλλη, έχουμε ή δεν έχουμε μάθει να λέμε για παράδειγμα «οι BATHORY»;

Έχοντας ακούσει όσα μας είχε παρουσιάσει ο πολυτάλαντος D’ Cagna, δεν ήταν δύσκολο να μαντέψω που θα κινείτο και το Where madness dwells. Η μουσική των IRONFLAME είναι το αποτέλεσμα της συνύπαρξης μιας άκρατης Maiden-ίλας, η οποία κατακλύζει και τούτον τον δίσκο απ’ άκρη σ’ άκρη, με το αμερικανικό μέταλλο των RIOT και BURNING STARR, του underground θρύλου Jack Starr (πρώην VIRGIN STEELE). Μοιραία λοιπόν, όταν τέτοια καλλιτεχνικά μεγέθη συνυπάρχουν, οι άμυνές μου εκ των πραγμάτων καταρρέουν. Αλλά πέραν αυτού του γνωρίσματος, πως γίνεται όταν εμπλέκεται το συνθετικό ταλέντο με την εκτελεστική δεινότητα και τις σωστές επιρροές, να μην είναι εγγυημένα καλό το αποτέλεσμα; Να το «πιάσω» από την εισαγωγή ακόμη, και να πω πως τραγούδι-album-οτιδήποτε ξεκινά με τον θεό Vincent Price, είναι καταδικασμένο να ξεχωρίσει; Το λέω. Famine, pestilence, war, disease and death, they rule this world…”, έτσι ξεκινά το “Where madness dwells”, με γραμμές γνωστές σε όποιον έχει απολαύσει τον εν λόγω τιτάνα της Εβδόμης Τέχνης, ως κόμη Prospero, στη «Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου».

Η μόνη τρανταχτή διαφορά ανάμεσα σε αυτό και στα προηγούμενα albums, είναι η αλλαγή από επικά και φανταστικά θέματα, σε κάτι πολύ πιο προσωπικό στιχουργικά, με κοινωνικές/ανθρώπινες προεκτάσεις. Υπάρχει ποικιλία σε ρυθμούς, οι ταχύτητες πότε είναι αυξημένες, πότε πέφτουν και δίνουν χώρο στα επικά mid-tempi, οι μελωδίες είναι πάντοτε πρωταγωνίστριες και όλα αυτά τα στολίζει η ΦΩΝΑΡΑ του D’ Cagna, ενός ανθρώπου που θέλει να δημιουργεί μουσική πρωτίστως ως οπαδός. Τη μουσική που θέλει ο ίδιος να ακούει, που του λείπει και εν τέλει λείπει και σε μας. Σε μια εποχή εξάλλου που το «πιασάρικο» τραγούδι, δυστυχώς, τείνει να γίνει είδος προς εξαφάνιση, αυτό είναι κάτι που τον τιμά εις διπλούν. Περισσότερο σκοτεινό και βαρύ από τους προκατόχους του, το “Where madness dwells” είναι οπωσδήποτε μια κυκλοφορία που θα τραβήξει την προσοχή κάθε metalhead ο οποίος έλκεται από ένα ωραίο riff, ένα διπλό lead αξιώσεων και ένα καλό refrain και κυρίως αυτού που αναπολεί τους παλαιούς IRON MAIDEN. Ο D’ Cagna το έκανε και πάλι (δεύτερη φορά για φέτος) το μικρό του θαύμα. Τώρα, τον περιμένουμε στα καινούργια BRIMSTONE COVEN και ICARUS WITCH.

Ας δώσω τον λόγο και πάλι στον Price, για την αποφώνηση: “If a god of love and light ever did exist, he is long since dead. Someone, something rules in his place…”. Άκουσε αυτό το υπέροχο album και αν αγνοείς το παρελθόν του, δες το σαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προχωρήσεις στα «ενδότερα», γνωρίζοντας τη δουλειά ενός από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της γενιάς του.

(8 / 10)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: LORD VIGO
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “We shall overcome”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Vinz Clortho – Φωνητικά, τύμπανα, πλήκτρα
Volguus Zildrohar – Κιθάρα, μπάσο
Tony Scoleri – Κιθάρα, μπάσο
Zuul – Μπάσο
Ivo Shandor – Τύμπανα
Nunzio Scoleri – Κιθάρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Bandcamp
YouTube

Πρόοδος και εξέλιξη. Δύο έννοιες που κάποιοι τις λατρεύουν, κάποιοι λατρεύουν να τις μισούν. Υπάρχουν μουσικοί για τους οποίους είναι στόχος καριέρας, άλλοι που όταν τις ακούν βγάζουν σπυράκια. Οι LORD VIGO από το Landstuhl της Ρηνανίας, ανήκουν οπωσδήποτε στους πρώτους και στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε αβίαστα, αν ακούσουμε το σύνολο της δισκογραφίας τους, ξεκινώντας από το “Under Carpathian sun” ντεμπούτο τους, πριν επτά χρόνια. Εκτός όμως από δουλευταράδες, αφού σε αυτά τα επτά χρόνια έχουν ήδη πέντε δίσκους, κάτι που δεν το λες και μικρό πράγμα, συνάμα έχουν και χιούμορ εναρμονισμένο με θεατρικότητα, καθώς τα ονόματα των Vinz Clortho (τύμπανα, φωνητικά, πλήκτρα), Tony Scoleri (κιθάρες, μπάσο), Volguus Zildrohar (κιθάρες, μπάσο), Zuul (μπάσο), Ivo Shandor (τύμπανα) και Nunzio Scoleri (κιθάρα), όσο και το όνομα του group είναι παρμένα από το franchise της ταινίας “The Ghostbusters”.

Ξεκίνησαν παίζοντας επικό doom metal, μέχρι το προηγούμενό τους “Danse de noir”, που τους θέλησε να ανοίγουν παραπάνω τη βεντάλια των επιρροών τους. Κάτι που τους χρησίμευσε ως «σκαλοπάτι», για να παρουσιαστούν εντελώς διαφορετικοί στο φετινό “We shall overcome”. Αφήνω τον Vinz να μας πει περί τίνος πρόκειται: «Το νέο μας άλμπουμ είναι λίγο-πολύ το prequel του “Danse de noir“. Παντρεύουμε κατά κάποιο τρόπο το σύμπαν του “2112” των RUSH με τον δικό μας κόσμο. Η βασική scifi concept ιδέα του “We shall overcome” είναι μια συνέχεια του “2112”, αλλά η ιστορία εξελίσσεται 25 χρόνια αργότερα. Στη δική μας εκδοχή η ‘γηραιά φυλή’ κατάφερε να καταργήσει μια δικτατορία των υπολογιστών. Ωστόσο, δεν κατάφερε να εγκαταστήσει ένα σταθερό σύστημα διακυβέρνησης. Αυτό συμβαίνει συχνά και στον πραγματικό κόσμο. Αρκεί να σκεφτούμε για παράδειγμα την απόσυρση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν. Οι λεγόμενοι ‘απελευθερωτές’ τις περισσότερες φορές δεν έχουν ένα πραγματικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, για ό,τι πρόκειται να συμβεί μετά την ‘απελευθέρωση’».

Μουσικά τώρα, οι LORD VIGO παρουσιάζονται πραγματικά προοδευτικοί, σε σημείο που θα φλερτάρουν με τον αφορισμό, από μεγάλη μερίδα των οπαδών του παραδοσιακού metal, ανεξαρτήτου είδους. Ξεχνάμε το επικό doom metal, ξεχνάμε το πιο κοντά στο σύγχρονο μα ταυτόχρονα κλασσικό heavy metal του “Danse de noir” και μπαίνουμε σε άλλα χωράφια, που απαιτούν πολύ ανοικτούς ορίζοντες από πλευράς ακροατή και θέληση να σπάσει τις όποιες παρωπίδες και να ξεπεράσει τα όποια κολλήματά του. Οι LORD VIGO παρουσιάζουν οκτώ τραγούδια (συν τρεις συνθέσεις που λειτουργούν ως εισαγωγές) τα οποία δημιουργούν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό, ψηφίδες του οποίου δεν είναι μόνο το heavy metal. Είναι το progressive rock, το folk, το gothic. Heavy metal με τον τρόπο των MERCYFUL FATE, prog rock με τον τρόπο των 70s, gothic με το στυλ των UNTO OTHERS (ήδη σημείο αναφοράς) και folk μέσω των υπέροχων κέλτικων δισολιών a la SLOUGH FEG, WYTCH HAZEL κλπ «φυλάρχων».

Εκεί όμως που απαιτείται τεράστιο ταλέντο αλλά και πολλά cojones, είναι στο πως κατάφεραν να ενσωματώσουν στα παραπάνω τους GHOST (άλλο ένα σημείο αναφοράς ως προς τον εμπορικό προσανατολισμό του σύγχρονου rock, μας αρέσει δε μας αρέσει), αλλά και 80s pop/new wave και alternative καλλιτέχνες όπως οι PRIMAL SCREAM, ROXY MUSIC, PLACEBO, ULTRAVOX και THE CURΕ! Ως και Billy Idol ακούς σε κάποια φάση! Ειλικρινά, τους βγάζω το καπέλο για αυτό που κατάφεραν και κυρίως γιατί, παίρνοντας όλα αυτά τα τόσο ετερώνυμα, δημιούργησαν κάτι εντελώς δικό τους, ένα μεθυστικό μείγμα, το οποίο λειτουργεί τέλεια, από κάθε άποψη. Μόνο που θα πρέπει να περιμένουν τη χλεύη μεγάλης μερίδας των πρώιμων οπαδών τους, η στροφή είναι μεγάλη, απότομη και το εν λόγω κοινό δεν είναι και ιδιαίτερα… εχμ… ευέλικτο. Εκτός αν δουλέψει «αυθυποβολή» και “placebo effect”, κάτι που βλέπουμε, δυστυχώς, να κυριαρχεί.

Εξαιρετικό εκτελεστικά, άκρως μουσικό, με κάθε συντελεστή του να αποδίδει τα μέγιστα, το “We shall overcome” είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά albums που θα ακουστούν φέτος. Έχει έναν «αέρα» προόδου, είναι «φρέσκο», έχει μέσα τραγουδάρες και δείχνει τον δρόμο σε όποιον θέλει να ακολουθήσει τη Νέα Εποχή.

8,5 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Continue Reading

Trending

Copyright © 2022 Rock Hard Greece.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece